Νίκος Καζαντζάκης «Αναφορά στον Γκρέκο» ως παράλληλο για το Αμάρτημα της μητρός μου

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Νίκος Εγγονόπουλος

Νίκος Καζαντζάκης «Αναφορά στον Γκρέκο» ως παράλληλο για το Αμάρτημα της μητρός μου

Μονάχα μια φορά θυμούμαι τη μητέρα μου να λάμπει παράξενα το μάτι της, να γελάει και να χαίρεται, σαν όταν θα ’ταν ανύπαντρη ή αρραβωνιασμένη. Πρωτομαγιά, είχαμε πάει σ’ ένα χωριό, στη Φόδελε, γεμάτο νερά και περβόλια πορτοκαλιές, να κάμει ο πατέρας μου μια βάφτιση. Οπόταν, άξαφνα, σφοδρή νεροποντή ξέσπασε, γίνηκε ο ουρανός νερό κι άδειασε απάνω στη γης, κι αυτή κακάριζε, άνοιγε και δέχουνταν τ’ αρσενικά νερά βαθιά στον κόρφο της. Είχαν μαζευτεί οι προύχοντες του χωριού, με τις γυναίκες τους και τις κόρες, στο μεγάλον οντά του κουμπάρου, η βροχή κι οι αστραπές έμπαιναν από τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, ο αέρας μύριζε πορτοκάλι και χώμα. Και μπαινόβγαιναν τα τραταρίσματα, τα κρασιά, τα ρακιά κι οι μεζέδες, πήρε να βραδιάζει, άναψαν τα λυχνάρια, οι άντρες ήρθαν στο κέφι, οι γυναίκες οι χαμοβλεπούσες σήκωσαν τα μάτια κι άρχισαν να κακαρίζουν σαν τις πέρδικες∙ κι όξω από το σπίτι μούγκριζε ακόμα ο Θεός, πλήθαιναν οι βροντές, τα στενά δρομάκια του χωριού είχαν γίνει ποτάμια, κατρακυλούσαν οι πέτρες και χαχάριζαν, είχε γίνει ο Θεός νεροποντή κι αγκάλιαζε, πότιζε, κάρπιζε τη γης.
Κι ο κύρης στράφηκε στη μάνα μου, πρώτη φορά είδα να την κοιτάζει με τρυφεράδα, κι η φωνή του πρώτη φορά είχε γλυκάνει:
— Μαργή, της είπε, τραγούδηξε.
Της έδινε την άδεια, μπροστά σε τόσους άντρες, να τραγουδήσει∙ κι εγώ σηκώθηκα ανταρεμένος∙ δεν ξέρω γιατί, είχα θυμώσει∙ έκαμα να τρέξω στη μάνα μου, σα να ’θελα να την προστατέψω∙ μα ο κύρης με άγγιξε με το δάχτυλό του στον ώμο και με κάθισε κάτω. Κι η μάνα μου φάνηκε αγνώριστη, γυάλιζε το πρόσωπό της, σα να το αγκάλιαζαν όλες οι βροχές κι οι αστραπές, σήκωσε το λαιμό, και θυμούμαι τα μακριά κορακάτα μαλλιά της λύθηκαν ξαφνικά, της σκέπασαν τις πλάτες και κατέβηκαν ώς τα γοφιά της. Κι άρχισε ... τι φωνή ήταν εκείνη, βαθιά, γλυκιά, λίγο βραχνή, όλο πάθος∙ μεσόκλεισε τα μάτια της κατά τον κύρη και τραγούδησε μια μαντινάδα. Δε θα την ξεχάσω ποτέ τη μαντινάδα αυτή∙ τότε δεν κατάλαβα γιατί την είπε, για ποιον την είπε∙ αργότερα, σα μεγάλωσα, κατάλαβα. Τραγουδούσε με τη γλυκιά, γεμάτη συγκρατημένο πάθος φωνή της και κοίταζε τον πατέρα:
Θαμάζουμαι όταν περπατείς πώς δεν ανθούν οι ρούγες
και πώς δε γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες!
Γύρισα πέρα τα μάτια, να μη βλέπω τον κύρη, να μη βλέπω τη μάνα, πήγα στο παραθύρι κι ακούμπησα το κούτελό μου στο τζάμι κι έβλεπα τη βροχή να πέφτει και να τρώει τα χώματα.



Σύγκριση των δύο κειμένων

Τα γεγονότα που περιγράφει ο Γεώργιος Βιζυηνός στο Αμάρτημα της μητρός μου και αφορούν τη νύχτα του γάμου, συνέβησαν πιθανότατα το 1847, ενώ τα γεγονότα που αναφέρει ο Νίκος Καζαντζάκης σχετικά με το τραγούδι της μητέρας του θα πρέπει να συνέβησαν κάποια στιγμή μετά το 1890, υπό την έννοια ότι ο Καζαντζάκης γεννήθηκε το 1883. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι τα δύο αυτά περιστατικά, οι δύο αυτές γιορτινές περιστάσεις, απέχουν μεταξύ τους σχεδόν 50 χρόνια κι εντούτοις η θέση της γυναίκας μοιάζει να είναι ακριβώς η ίδια.
Από την Κρήτη μέχρι τη Θράκη, η γυναίκα όφειλε να κινείται στη σκιά του συζύγου της και να σέβεται την επιθυμία της κοινωνίας που ήθελε τη γυναίκα υποταγμένη στην αντρική παρουσία. Οι γυναίκες βρίσκονταν αρχικά υπό τον απόλυτο έλεγχο του πατέρα τους, αλλά και της μητέρας τους, η οποία είχε την ευθύνη να διαμορφώσει ανάλογα το χαρακτήρα τους, και στη συνέχεια περνούσαν στον έλεγχο του συζύγου τους, στον οποίο η κοινωνία αναγνώριζε πλήρη εξουσία στα μέλη της οικογένειάς του.
Από τη διήγηση της μητέρας του Βιζυηνού μαθαίνουμε πως η μητέρα της δεν την άφησε ποτέ να χαρεί όσο βρισκόταν υπό τη δική της ευθύνη, στοιχείο που υποδηλώνει την αυστηρή αγωγή που δέχονταν οι κοπέλες από τα παιδικά τους χρόνια, ώστε να είναι έτοιμες όταν παντρευτούν να τεθούν υπό την έλεγχο του συζύγου τους. Οι γυναίκες της εποχής εκείνης βρίσκονταν από μικρή ηλικία σε ένα διαρκή περιορισμό και έναν αυστηρό έλεγχο της συμπεριφοράς στους, καθώς έπρεπε να προφυλάξουν το όνομά τους. Κάθε γυναίκα όφειλε να ζει σύμφωνα με τις κοινωνικές επιταγές και το κυριότερο να υπερασπίζεται την τιμή της με το να είναι εργατική, σεμνή και αφοσιωμένη μητέρα και σύζυγος. Εφόσον, οι γυναίκες τότε δεν είχαν την ευκαιρία της επαγγελματικής καταξίωσης, έπρεπε να διαφυλάττουν την καλή τους φήμη ως προς τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις.
Πέραν, πάντως, από την καθολική τότε συνήθεια να θέτουν τη γυναίκα υπό τον έλεγχο του συζύγου, κάθε γυναίκα βίωνε την προσωπική της εμπειρία στα πλαίσια του γάμου, ανάλογα με την προσωπικότητα του συζύγου της. Ήταν, δηλαδή, θέμα τύχης το αν ο άντρας θα ήταν καλοπροαίρετος και θα έδειχνε σεβασμό στη γυναίκα του ή αν θα ήταν αυταρχικός και σκληρός, αντιμετωπίζοντας τη γυναίκα του με άσχημο τρόπο. Διαβάζοντας, για παράδειγμα, το Αμάρτημα της μητρός μου, σχηματίζουμε την εντύπωση πως ο πατέρας του αφηγητή υπήρξε πάντοτε ευγενικός και προστατευτικός απέναντι στη γυναίκα του. Η στάση του κατά τη διάρκεια του γλεντιού, αλλά και κατόπιν στην κρίσιμη στιγμή του αμαρτήματος, δείχνει με σαφήνεια την αγάπη που υπήρχε μεταξύ τους. Ο πατέρας φροντίζει να προφυλάξει τη γυναίκα του από τη σκληρή αντιμετώπιση των κατοίκων του χωριού αν μάθαιναν ότι είχε πλακώσει το παιδί της και της μιλά άσχημα μόνο και μόνο για να την κάνει να σταματήσει το θρήνο που θα πρόδιδε το μυστικό της. Από την άλλη, διαβάζοντας την αφήγηση του Καζαντζάκη κατανοούμε πως ο πατέρας του ήταν συνήθως αυστηρός απέναντι στη γυναίκα του καθώς μόνο κατά τη διάρκεια του γλεντιού της μιλά με γλυκύτητα και την κοιτάζει για πρώτη φορά με τρυφερότητα. Στοιχείο, όμως, που δεν υποδηλώνει κάτι αρνητικό για το γάμο τους, εφόσον όπως γίνεται σαφές από τη μαντινάδα που τραγουδά η μητέρα του αφηγητή, εκείνη αγαπά και θαυμάζει τον άντρα της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφορά στην παρουσίαση των δύο ζευγαριών στα δύο κείμενα, διαφορά που οφείλεται βέβαια κατά κύριο λόγο στην ιδιοσυγκρασία των συγγραφέων. Ο Βιζυηνός μας δίνει τα στοιχεία που εκφράζουν την αλληλοεκτίμηση, την τρυφερότητα και την αγάπη ανάμεσα στους γονείς του, ενώ ο Καζαντζάκης, που είναι πιο πιστός στην πραγματική φύση των ανθρώπων, δε διστάζει να αποδώσει τον ερωτισμό που εξέπεμπε η μητέρα του και την ένταση του πάθους που υπήρχε ανάμεσα σε εκείνη και τον άντρα της.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X