Προτεινόμενο θέμα για τον Κρητικό του Σολωμού

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Corey Ford 

Προτεινόμενο θέμα για τον Κρητικό του Σολωμού

Διονύσιος Σολωμός
Ὁ Κρητικός

3.[20]
.....
Όμως κοντά στην κορασιά, πού μ’ έσφιξε κι εχάρη,
Εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
Και ξετυλίξει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ετρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.

4. [21]
Εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ εμέ πού βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμίθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
Την κοίταζα ό βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πώς την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει·
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζη
Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου·
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
…………………..................................................
………………….................................................
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τ’ αδράξαν, 
Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την έσφαξαν, 
Τον γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
Στην Κρήτη .......................................................               
Μακριά ‘πο κειθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου και εβγήκα.
Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ‘χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Α1. Να αναφερθείτε στις επιδράσεις που δέχτηκε ο Διονύσιος Σολωμός από τη δημοτική ποίηση και να γράψετε αντίστοιχα παραδείγματα από το κείμενο που σας δόθηκε.
Μονάδες 15  

Β1. Τρεις αντιπροσωπευτικές ερμηνευτικές απόψεις για τη Φεγγαροντυμένη είναι οι ακόλουθες: α) Ενσαρκώνει πλατωνικές ιδέες, β) Η Φεγγαροντυμένη είναι θεά, γ) Ενσαρκώνει την «(Ουράνια) Αγάπη». Να εξηγήσετε, με στοιχεία που θα αντλήσετε από το κείμενο, τις απόψεις αυτές.
Μονάδες 30  

Β2. Να καταγράψετε τη δική σας ερμηνευτική άποψη για τη Φεγγαροντυμένη
Μονάδες 10

Γ1. Να σχολιάσετε τους παρακάτω στίχους:

α) Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.
(Σε μια παράγραφο 60-80 λέξεων) (μονάδες 10)

β) Έλεγα πώς την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει·
(Σε μια παράγραφο 100-120 λέξεων) (μονάδες 15)
Μονάδες 25

Δ1. Στο ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Αναδυομένη» έχουμε την εμφάνιση μιας υπερβατικής γυναικείας μορφής. Ποιες διαφορές εντοπίζετε ανάμεσα στη Φεγγαροντυμένη του Σολωμού και την Αναδυομένη του Σικελιανού;
Μονάδες 20

«Αναδυομένη»
Στὸ ρόδινα μάκαριο φῶς, νά με, ἀνεβαίνω τῆς αὐγῆς,
μὲ σηκωμένα χέρια,
ἡ θεία γαλήνη μὲ καλεῖ τοῦ πέλαου, ἔτσι γιὰ νὰ βγῶ
πρὸς τὰ γαλάζια αἰθέρια·

μὰ ὢ ἄξαφνες πνοὲς τῆς γῆς ποὺ μὲς στὰ στήθια μου χυμᾶν
κι ἀκέρια με κλονίζουν!
Ὦ Δία, τὸ πέλαγο εἶν᾿ βαρὺ καὶ τὰ λυτά μου τὰ μαλλιὰ
σὰ πέτρες μὲ βυθίζουν!

Αὖρες τρεχάτε -ὦ Κυμοθόη, ὦ Γλαύκη,- ἐλᾶτε πιάστε μου
τὰ χέρια ἀπ᾿ τὴ μασκάλη.
Δὲ πρόσμενα ἔτσι μονομιᾶς παραδομένη νὰ βρεθῶ
μὲς στοῦ Ἥλιου τὴν ἀγκάλη...


Απαντήσεις:

Α1. Ο Διονύσιος Σολωμός ξεκινώντας την προσπάθειά του να γνωρίσει την ελληνική γλώσσα και να δημιουργήσει το δικό του ποιητικό λόγο, στρέφεται στη δημοτική ποίηση την οποία μελετά με θαυμασμό. Οι επιδράσεις επομένως που δέχεται ο Σολωμός από τη δημοτική ποίηση είναι πολλές:
  • Σημαντικότερη όλων είναι σαφώς η χρήση της δημοτικής γλώσσας και η επιλογή του ποιητή να διατηρήσει λέξεις του τοπικού του ιδιώματος. «Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.» Διακρίνουμε την ποιότητα της δημοτικής έκφρασης, αλλά και τον τύπο «οχ» (από) που μας παραπέμπει στους ιδιωματικούς τύπους της ποιητικής του γλώσσας.
  • Σε επίπεδο μορφής, εντοπίζουμε τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που αποτελεί κυρίαρχο μέτρο της δημοτικής ποίησης. «Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,» Στίχοι ιαμβικού μέτρου (εναλλαγή μιας άτονης συλλαβής με μια τονισμένη) απηρτισμένοι (με ολοκληρωμένο δηλαδή νόημα, καθώς έχουμε την αρχή της ισομετρίας), και τομή στην 8η συλλαβή, με το δεύτερο ημιστίχιο (γλυκιά κι αστοχισμένη) να συμπληρώνει το νόημα του πρώτου (άλλοτε να το επαναλαμβάνει, να το προεκτείνει ή να κάνει μια αντίθεση). [Στα δημοτικά τραγούδια δε χρησιμοποιείται η ομοιοκαταληξία, επομένως, ο συνδυασμός των στίχων του Σολωμού σε δίστιχα που ομοιοκαταληκτούν, μας παραπέμπει στην Κρητική ποίηση, η οποία έχει δεχτεί επίδραση από την ιταλική. «Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τ’ αδράξαν, / Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την έσφαξαν»]
  • Το μοτίβο της σύνθεσης ανά τρία: «Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο, / Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, /Καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·» Καθώς ο ήρωας αντικρίζει τη Φεγγαροντυμένη δίνει τρεις πιθανές εξηγήσεις για το λόγο που η μορφή της, του είναι τόσο οικεία.
  • Το θέμα του αδυνάτου: «Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει.»
  • Οι προσωποποιήσεις: «Εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν.»
  • Το πολυσύνδετο σχήμα: «Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη, / Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.»
  • Ο λιτός και πυκνός λόγος: «Εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν.» Στην ποίηση του Σολωμού κυριαρχεί το ρήμα, ενώ η χρήση των επιθέτων είναι περιορισμένη.

Β1. α) Η τελειότητα που διακρίνει τη Φεγγαροντυμένη τόσο ως προς την εξωτερική της εμφάνιση, όσο και ως προς την ποιότητα των συναισθημάτων της «Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη, / Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη», μας δημιουργεί την αίσθηση ότι ο Σολωμός καθιστά τον ήρωά του προνομιακό θεατή της ομορφιάς και της αρτιότητας της φύσης, στην ιδανική της μορφή. Μια τόσο εξαίσια παρουσία, με απόλυτη καλοσύνη και ομορφιά, δημιουργεί εύλογους συσχετισμούς με τη θεωρία του Πλάτωνα για τον κόσμο των Ιδεών, όπου καθετί βρίσκεται στην τέλεια και ιδανική του μορφή. Την εκτίμηση, άλλωστε, του Σολωμού για τις απόψεις του Πλάτωνα, τη μαρτυρά και ο μαθητής του Ιάκωβος Πολυλάς, στα Προλεγόμενα.΄Ενώ, συνάμα, στους στίχους 13-18 ανιχνεύονται απηχήσεις πλατωνικών και αριστοτελικών απόψεων για την αναγνώριση, στα πράγματα του κόσμου τούτου, ιδεών (προτύπων) που η ψυχή μας είχε αντικρίσει σ' ένα προσωματικό της στάδιο.
Τη σκέψη ότι ο Σολωμός παρουσιάζει στον Κρητικό ιδεατές μορφές, όπως αυτές θα βρίσκονταν στον κόσμο των Ιδεών, υποστηρίζει και ο E. Horwath: «Τι άλλο από καθαρά πλατωνικές ιδέες ενσαρκώνονται στη μορφή της Φεγγαροντυμένης; [...] η ομορφιά, η καλοσύνη, η δικαιοσύνη... με μια λέξη οι Ιδέες. Κοντά στη Φεγγαροντυμένη [...] παρουσιάζεται κι ένα άλλο ον του ίδιου υπερφυσικού κόσμου [...]. Θα τ’ ονόμαζα αρμονία. Εννοώ τον ουράνιο ήχο, που ακούει εκστατικός ο Κρητικός [...].

β) Η υπερβατική παρουσία της Φεγγαροντυμένης, με τη δύναμη να επιβάλλεται στο φυσικό περιβάλλον «Εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν, / Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν», και με τις εκδηλώσεις εκείνες της δύναμής της που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα «Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει», «Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει, / Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.», η ικανότητά της να διαβάζει τις πιο μύχιες σκέψεις του ήρωα, και φυσικά η προσφώνηση του Κρητικού «Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ‘χω·», καθιστούν σαφή τη θεϊκή της υπόσταση.
Η ερμηνεία βέβαια αυτή αποκτά διαφορετικές προεκτάσεις, ανάλογα με τα σημεία στα οποία δίνει κάθε μελετητής έμφαση: i) Έχουμε, έτσι, την άποψη ότι η Φεγγαροντυμένη είναι η Αφροδίτη, με βάση την απόλυτη ομορφιά της θεϊκής μορφής, αλλά και με το συσχετισμό της Φεγγαροντυμένης με την Αναδυομένη Αφροδίτη στο «Λάμπρο» του Σολωμού. Την άποψη αυτή επισημαίνει και ο Π. Μάκριτζ: «Ας θυμηθούμε τη «φεγγαροντυμένη» στο Λάμπρο, όπου η περιγραφή της μοιάζει πολύ με του Κρητικού και που ο Σολωμός είχε πει ότι είναι η Αφροδίτη.»
ii) Υπάρχει, επίσης, η ερμηνεία ότι πρόκειται για εμφάνιση της Παναγίας, λόγω του χριστιανικού ανιμισμού που συνοδεύει την εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, αλλά και της πιθανότητας που εκφράζει ο Κρητικός να έχει δει παλιότερα τη μορφή αυτή ζωγραφισμένη σε κάποιο ναό. Η αγάπη, άλλωστε, που προσλαμβάνει ο ήρωας από τη θεϊκή γυναίκα, δημιουργεί συσχετισμούς με την αγάπη της Παναγίας προς το Χριστό. Εντούτοις, η ερμηνεία αυτή είναι παρακινδυνευμένη, καθώς ο Κρητικός έχει και ερωτικά συναισθήματα για τη θεϊκή μορφή. Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η άποψη του Στυλιανού Αλεξίου: «Η θρησκευτική ερμηνεία προσκρούει επίσης στην ερωτική διάθεση της μορφής (θα ήταν βλάσφημο να μοιάζει η Παναγία με την κόρη και με την περίπου γυμνή, ξανθή Φεγγαροντυμένη) και κυρίως στο ότι μια υπερφυσική χριστιανική εμφάνιση (της Παναγίας ή της «θείας πρόνοιας») θα περιμέναμε να συνοδεύεται, όπως γίνεται κατά κανόνα σε ανάλογες νεοελληνικές διηγήσεις, από κάποιο θαύμα για τη διάσωση, και όχι να καταλήγει στο θάνατο της κόρης.»
iii) Μια διαφορετική εκδοχή είναι αυτή που θέλει τη θεϊκή μορφή να είναι φανέρωμα της ψυχή της αρραβωνιαστικιάς του ήρωα, που ξεψύχησε ελάχιστες στιγμές προτού εμφανιστεί η Φεγγαροντυμένη. «Η θεά είναι η ψυχή της αρραβωνιαστικιάς του, που, πριν φύγει, φτερούγισε κοντά του...» Βασίλης Δεδούσης.
iv) Τέλος, υπάρχει η ερμηνεία που στη θεϊκή μορφή αναγνωρίζει τη θεά Ελευθερία-Ελλάδα. Ενδεικτική είναι η ανάγνωση του Φάνη Μιχαλόπουλου: «Η φεγγαροντυμένη θεά είναι η Ελευθερία-Πατρίδα [...], είναι το ίδιο θεϊκό πρόσωπο που κατεβαίνει απ’ τους ουρανούς, καθώς βλέπουμε στο Β και Γ Σχεδίασμα των Ελευθέρων Πολιορκημένων, Θεάνθρωπη, που μετέχει θεϊκής και ανθρώπινης ουσίας [...], μένει νύχτα και μέρα άγρυπνη κοντά στον πολεμιστή, ξέρει τ’ απόκρυφα της ψυχής του, αόρατη εμψυχώνει. [...] Κρητικός και Ελεύθεροι Πολιορκημένοι βρίσκονται στην ίδια ψυχική κατάσταση [...].»

γ) Η διατύπωση του Πολυλά ότι «θεοποιείται εις τον Κρητικό το αίσθημα της αγάπης», μας φέρνει στην τρίτη ερμηνεία. Η σκέψη ότι η Φεγγαροντυμένη ενσαρκώνει την «Ουράνια Αγάπη», βασίζεται αφενός στην απόλυτη καλοσύνη της θεϊκής γυναίκας «Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη» κι αφετέρου στον τρόπο με τον οποίο ο ήρωας αντιλαμβάνεται την εκεί παρουσία της. Για τον ήρωα που βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο, το γαλήνεμα της φύσης και η παύση της τρικυμίας, που συνοδεύουν την εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, αποτελούν σημαντικές ενδείξεις πως η μορφή αυτή βρίσκεται εκεί για να τον βοηθήσει. Ο Κρητικός εκλαμβάνει, επομένως, την απροσδόκητη αυτή εμφάνιση, ως έκφανση της ουράνιας αγάπης και πρόνοιας, που έρχεται κοντά του για να τον ενθαρρύνει και να του συμπαρασταθεί.

Β2. Η υπέρλογη εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, όπως είναι λογικό, δημιουργεί ποικίλους συνειρμούς και πολλαπλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Εντούτοις, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η εμφάνιση της θεϊκής μορφής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επόμενη υπερβατική εμπειρία του ήρωα, το άκουσμα δηλαδή του γλυκύτατου ήχου. Υπό την έννοια αυτή, οποιαδήποτε ερμηνευτική άποψη εκφράζεται για τη Φεγγαροντυμένη, θα πρέπει να λειτουργεί ερμηνευτικά και για τον γλυκύτατο ήχο.
Με δεδομένη αυτή τη διευκρίνιση, μπορούμε να δούμε τη Φεγγαροντυμένη ως μία από τις δοκιμασίες που η φύση προτάσσει στον ήρωα. Η θεσπέσια γυναικεία μορφή αποτελεί, δηλαδή, ένα άρτιο φανέρωμα της ομορφιάς και της τελειότητας που χαρακτηρίζει τη θεϊκή υπόσταση της φύσης. Ο ήρωας γίνεται έτσι προνομιακός θεατής ενός υπερβατικού κάλλους, που θέτει εύλογα σε δοκιμασία την ηθική του δύναμη και τη βούλησή του να παραμείνει προσηλωμένος στον αρχικό του σκοπό -τη διάσωση της αγαπημένης του- ξεπερνώντας τον πειρασμό που γεννιέται στην ψυχή του να αφεθεί στην ομορφιά και στο ερωτικό κάλεσμα της ιδανικής αυτής γυναίκας.
Η Φεγγαροντυμένη, επομένως, όπως και ο γλυκύτατος ήχος, αποτελούν εκφάνσεις της απόλυτης ομορφιάς και αρμονίας που χαρακτηρίζει τη φύση και με το φανέρωμά τους, δοκιμάζουν τον ήρωα, καθώς του αποκαλύπτουν μια πρωτόφαντης τελειότητας ομορφιά και τον καλούν να λησμονήσει κάθε επίγειο δεσμό.

Γ1.
α) Στους στίχους αυτούς κορυφώνεται η φωτοχυσία που προέρχεται από τη Φεγγαροντυμένη, κάνοντας τη νύχτα να γεμίσει από φως μεσημεριού και τη χτίση να μοιάζει με ολοφώτιστο ναό. Η εικόνα αυτή αποτελεί εναργέστατη έκφραση της υπερκόσμιας δύναμης που διαθέτει η Φεγγαροντυμένη, τονίζοντας τη θεϊκή της υπόσταση.  Παράλληλα, γίνεται εμφανής ο χριστιανικός ανιμισμός που κυριαρχεί παντού στη φύση, καθώς για τον ποιητή η θεϊκή παρουσία είναι δεδομένη για κάθε γέννημα της φύσης. Η Φεγγαροντυμένη, επομένως, συμβάλλει στην ανάδειξη της θεϊκής ουσίας της κτίσης.

β) Στους στίχους αυτούς ανιχνεύονται απηχήσεις πλατωνικών και αριστοτελικών απόψεων για την αναγνώριση, στα πράγματα του κόσμου τούτου, ιδεών (προτύπων) που η ψυχή μας είχε αντικρίσει σ’ ένα προσωματικό της στάδιο. Παράλληλα, στους στίχους αυτούς επιχειρείται από τον ήρωα η εξήγηση της οικειότητας που αισθάνεται για την εξιδανικευμένη Φεγγαροντυμένη. Βλέπουμε, έτσι, τον ήρωα να συνδέει τη θεϊκή μορφή με μνήμες θρησκευτικές, με ερωτικούς συλλογισμούς, αλλά και με μνήμες σχηματοποιημένες τότε ακόμη που ως βρέφος τρεφόταν απ’ τη μητέρα του. Μ’ αυτό τον τρόπο καθίσταται σαφές πως η Φεγγαροντυμένη καλύπτει κάθε πιθανή ανάγκη της ψυχής του ήρωα, τόσο σε θρησκευτικό και ερωτικό επίπεδο, όσο και στην ενδόμυχη ανάγκη του να αναβιώσει την αγάπη και την απόλυτη ασφάλεια που ένιωθε στην αγκαλιά της μητέρας του.

Δ1. Η αναδυομένη του Σικελιανού είναι ένα πλάσμα της θάλασσας που υποκύπτει στο κάλεσμα της θείας γαλήνης του πελάγους, κι αποφασίζει να αναδυθεί στην επιφάνεια. Η αρμονική της ανάδυση όμως, θα κλονιστεί από τους γήινους ανέμους που θα παρασύρουν την εύθραυστη αυτή παρουσία και θα την τραβήξουν βίαια στο φως του ήλιου. Ο ποιητής εδώ συνθέτει μια ανεστραμμένη εικόνα της πραγματικότητας, καθώς για την αναδυομένη ο φυσικός της κόσμος είναι τα βάθη της θάλασσας, ενώ η επιφάνεια της θάλασσας αποτελεί έναν εχθρικό κόσμο στον οποίο «βυθίζεται», χωρίς να το θέλει. Έτσι, ενώ για εμάς βύθισμα θα σήμαινε η διαδρομή προς τα εσώτερα σκοτεινά σημεία της θάλασσας, για την αναδυομένη βύθισμα σημαίνει η αντίστροφη πορεία που την ωθεί στον ανοίκειο κόσμο της επιφάνειας, όπου κυριαρχεί ο ήλιος και οι άνεμοι.
Η ιδιαίτερη αυτή μορφή πανικόβλητη από την ξαφνική της έξοδο προς τον κόσμο του ήλιου, ζητά βοήθεια από τις αύρες για να τη συγκρατήσουν και να την επαναφέρουν στο φυσικό της χώρο. Στο κάλεσμα για βοήθεια της αναδυομένης εντοπίζουμε ενδιαφέρουσες μυθολογικές αναφορές: η Κυμοθόη ήταν μία από τις 50 Νηρηίδες, τις θαλάσσιες νύμφες που κατοικούσαν στο βυθό της θάλασσας, ενώ η Γλαύκη αποτελεί τη θηλυκή μορφή που παίρνει ο θαλάσσιος δαίμονας Γλαύκος, ο οποίος είναι σύντροφος των Νηρηίδων.
Η γυναικεία μορφή που πλάθει ο Σικελιανός, επομένως, είναι αδύναμη απέναντι στη φύση και αφήνεται έρμαιο στις πνοές της γης που την τραβούν στο εχθρικό για εκείνη φως του ήλιου. Σε πλήρη αντίθεση βρίσκεται η Φεγγαροντυμένη του Σολωμού, η οποία εμφανίζεται πανίσχυρη, με δυνάμεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα ανθρώπινα μέτρα και της προσδίδουν θεϊκή υπόσταση. Τη βλέπουμε έτσι, να πατά πάνω στο νερό της θάλασσας, χωρίς καν να το σουφρώνει και να ακτινοβολεί με τέτοια ένταση, ώστε να πλημμυρίζει τη νύχτα με φως μεσημεριού. Ό,τι η αναδυομένη αδυνατεί να ελέγξει και να διαχειριστεί -τις πνοές της γης και το φως του ήλιου-, η Φεγγαροντυμένη το ελέγχει πλήρως και χωρίς να ζητά τη βοήθεια κανενός, εμφανίζεται να κυριαρχεί στο περιβάλλον γύρω της.
Ο Σικελιανός δημιουργεί μια ευάλωτη γυναικεία μορφή, που βιώνει την έκπληξη της ξαφνικής της εξόδου στον κόσμο έξω από τη θάλασσα, ενώ ο Σολωμός παρουσιάζει μια γυναικεία μορφή με απροσμέτρητες δυνάμεις, η οποία όχι μόνο δε νιώθει φόβο για ό,τι συναντά μετά την εμφάνισή της, αλλά κατορθώνει να επιβληθεί σε όλο το φυσικό περιβάλλον. 

Δείτε επίσης:

Απαντήσεις στα Θέματα των Πανελληνίων 2011: Δ. Σολωμός "Ο Κρητικός"

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X