Προτεινόμενο θέμα για το Αμάρτημα της μητρός μου (3 ενότητα)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Grady Zeeman

Προτεινόμενο θέμα για το Αμάρτημα της μητρός μου

Ενότητα 3η: «Ευτυχώς αι κακαί εκείναι ειδήσεις δεν ήσαν αληθείς.... Τόσο κακή και ανεπιδέξια που είναι – την πήρα στο λαιμό μου, ετελείωσε.»

Ερωτήσεις:

Α. Γνώρισμα της διηγηματογραφίας του Γ. Βιζυηνού είναι η ενσωμάτωση λαογραφικών στοιχείων στο αφηγηματικό του υλικό. Να αναφέρετε τρία λαογραφικά στοιχεία του κειμένου δίνοντας ένα παράδειγμα για το καθένα από αυτά.

Β1. Ο Κώστας Στεργιόπουλος αναφερόμενος στο έργο του Βιζυηνού παρατηρεί: «Μα σκοπός του δεν είναι ν’ αυτοβιογραφηθεί και ν’ αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα της οικογένειάς του, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου». Επαληθεύεται αυτή η άποψη στο απόσπασμα που σας δόθηκε; Να τεκμηριώσετε την άποψή σας.

Β2. Πέρα από τις κυρίαρχες επιδράσεις του ρεαλισμού στο διήγημα του Βιζυηνού υπάρχουν και φανερώματα του νατουραλισμού. Να αιτιολογήσετε αυτή την άποψη.

Γ. «Μα εκείνο το ευλογημένο, όσο περισσότερα χάδια, τόσο ολιγώτερην υγεία. Έλεγες πως εμετάνοιωσεν ο Θεός γιατί μας το έδωκε. Εσείς ήσασθε κόκκινα, και ζωηρά και σερπετά. Εκείνο, ήσυχο και σιγανό και αρρωστιάρικο! Όταν το έβλεπα έτσι χλωμό χλωμό, μου ήρχετο εις τον νου μου το πεθαμένο, και η ιδέα πως εγώ το εθανάτωσα άρχισε να ξανακυριεύη μέσα μου.» Να σχολιάσετε το παραπάνω χωρίο σ’ ένα κείμενο 100-150 λέξεων.

Δ. Στα κείμενα του Βιζυηνού και του Καβάφη που σας δίνονται να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές. [Ο απαγχονισμός του νεαρού Αιγυπτίου έγινε από τους Άγγλους αποικιοκράτες.]

Κωνσταντίνος Καβάφης «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.»

Σαν το ‘φεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο,
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαεφτά χρόνια μοναχά με τα ‘ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ‘πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κι ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα
«Δεκαεφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαεφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».


Απαντήσεις:

Α. α) Στα λόγια του αφηγητή για την πρόθεσή του να οδηγεί την υιοθετημένη αδερφή του στους χορούς και να την προικίσει, αντλούμε πληροφορίες για την κοινωνική θέση της γυναίκας. Οι ανύπανδρες κοπέλες μπορούν να συμμετέχουν σε γιορτές και χορούς μόνο αν συνοδεύονται από τον αδερφό ή τον πατέρα τους και προκειμένου να παντρευτούν πρέπει να λάβουν προίκα: «να την οδηγώ εις τους χορούς και τας πανηγύρεις να την προικίσω, και τέλος να χορεύσω εις τους γάμους της.»
β) Στα πλαίσια της αφήγησης της μητέρας λαμβάνουμε πληροφορίες για τα έθιμα που σχετίζονται με τον εορτασμό του γάμου. Η τέλεση του μυστηρίου γίνεται το πρωί, ενώ το βράδυ οι συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονται στο σπίτι του ζευγαριού και διασκεδάζουν πίνοντας κρασί και χορεύοντας. Ο κάθε σύζυγος μάλιστα καλεί τη γυναίκα του να χορέψει «ρίχοντάς» της το μαντήλι του: «Το πρωί τους στεφανώσαμε... Μα εμείς εχορέψαμε και καλύτερα και πολύτερα.»
γ) Οι χριστιανοί της εποχής θεωρούσαν πως μπορούν να λάβουν συγχώρεση για τις αμαρτίες τους εξασφαλίζοντας συγχωροχάρτι από τους Αγίους τόπους έναντι κάποιου χρηματικού αντιτίμου: «Όταν επήγεν η γιαγιά σου στον Αγιοντάφο, έστειλα δώδεκα πουκάμισα και τρία Κωνσταντινάτα, για να με βγάλη ένα σχωροχάρτι.»

Β1. Παρά το έντονα αυτοβιογραφικό στοιχείο του διηγήματος, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται απλώς στην καταγραφή μιας προσωπικής του ιστορίας. Η πρόθεσή του είναι να παρουσιάσει την καταλυτική αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και την καθοριστική σημασία που έχουν οι πράξεις και οι συμπεριφορές ενός γονιού στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών του. Ενώ, συνάμα, επιχειρεί να αναδείξει τις πολλαπλές και μη ελεγχόμενες επιδράσεις που ασκούνται στη ζωή μιας οικογένειας από ένα τραγικό ατύχημα.
Το αμάρτημα της μητέρας αποτελεί ένα αθέλητο γεγονός που θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε γονιό, γι’ αυτό και ο συγγραφέας φροντίζει να παρουσιάσει με κάθε λεπτομέρεια τις ειδικές περιστάσεις που φέρνουν τη μητέρα αντιμέτωπη με την απρόβλεπτη αυτή απώλεια. Οι συνακόλουθες ενοχές της και οι αλλεπάλληλες προσπάθειές της να φτάσει στην εξιλέωση, επηρεάζουν όχι μόνο τη δική της ζωή, αλλά και των παιδιών της. Μέσα από την επώδυνη πορεία της μητέρας ο συγγραφέας σκιαγραφεί τις αντιλήψεις και τους τρόπους θέασης των ηθικών ζητημάτων εκείνης της εποχής, καθώς και τη διαχρονικότερη έννοια της μητρικής αγάπης.
Μια ολόκληρη οικογένεια βιώνει -έστω κι αν τα παιδιά το αγνοούν- τις συνέπειες του τραγικού εκείνου περιστατικού, που αλλάζει για πάντα την ψυχοσύνθεση της μητέρας και καθορίζει όλες τις μετέπειτα επιλογές της. Η ζωή της μητέρας, αλλά και των παιδιών της, θα επηρεαστεί πολλαπλά από το ένα μοιραίο γεγονός, φέρνοντας στην επιφάνεια τη δύναμη που έχει συχνά το τυχαίο και το συμπτωματικό στη διαμόρφωση του ανθρώπινου βίου.

Β2. Το αμάρτημα της μητρός μου είναι ένα ηθογραφικό κείμενο, υπό την έννοια ότι έχει ως βασικό στόχο την όσο το δυνατόν πιο πιστή παρουσίαση της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο και στο ελληνικό χωριό, με τις τοπικές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα, καθώς και τις συνήθειες, το χαρακτήρα και τη νοοτροπία του απλού ελληνικού λαού. Μπορούμε να πούμε, άλλωστε, ότι η ηθογραφία είναι η ελληνική εκδοχή του ρεαλισμού και, ως ένα βαθμό, του νατουραλισμού.
Η νατουραλιστική διάσταση του διηγήματος γίνεται εμφανής στη συμπεριφορά της μητέρας, η οποία δεν έχει την αναγκαία ελευθερία στις επιλογές της. Η μητέρα είναι δέσμια μιας ενοχικής θέασης της πραγματικότητας που της έχει επιβληθεί από τον τρόπο που γινόταν τότε αντιληπτή η έννοια της ηθικότητας. Η μητέρα αδυνατεί να αντιληφθεί το αθέλητο του αμαρτήματός της και θεωρεί τον εαυτό της υπόλογο σ’ έναν εκδικητικό Θεό, όπως τον έχει γνωρίσει μέσα από την αυστηρή και απλοϊκή προσέγγιση των ανθρώπων της εποχής, που χρησιμοποιούσαν το Θεό ως μέσο απειλής και συνετισμού των πιστών.
Ένα από τα στοιχεία του νατουραλισμού είναι η επιμονή στην παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται η συμπεριφορά και η ηθική του ανθρώπου. Στοιχείο που το βρίσκουμε να πραγματώνεται στο συγκεκριμένο διήγημα, όπου ο συγγραφέας παρατηρεί με εξαντλητική λεπτομέρεια τις επιπτώσεις των ενοχών στη ζωή της μητέρας και κατ’ επέκταση στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ο ενήλικας και μορφωμένος αφηγητής, ανατρέχει στο παρελθόν του κι ελέγχει τις δραματικές διαστάσεις που έλαβε τόσο στη ζωή της μητέρας του όσο και στη δική του, η ενοχική προσέγγιση της ηθικής από τους ανθρώπους της εποχής.

Γ. Η μητέρα μετά τη γέννηση του νέου κοριτσιού της έχει γαληνέψει, θεωρώντας πως έχει λάβει τη συγχώρεση του Θεού. Εντούτοις η συμπτωματικά φιλάσθενη φύση του μικρού παιδιού πυροδοτεί εκ νέου τις ενοχές της μητέρας, η οποία εκλαμβάνει την κλονισμένη υγεία του κοριτσιού ως σαφή πρόθεση του Θεού να την τιμωρήσει για το πλάκωμα του μωρού της. Η θρησκευτική αγωγή που έχει λάβει η μητέρα και η θέαση του Θεού ως άτεγκτου τιμωρού, την ωθούν να ερμηνεύσει με τον αυστηρότερο για εκείνη τρόπο την κακή υγεία του κοριτσιού.
Με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο που η μητέρα εξέλαβε τη γέννηση της δεύτερης Αννιώς ως συγχώρεση από το Θεό, αναγνωρίζει τώρα στην ασθένεια του κοριτσιού σημάδια αλλαγής στη διάθεσή του. Είναι εμφανής εδώ η απλοϊκή προσέγγιση των ζητημάτων ηθικής και η αδυναμία των ανθρώπων να αξιολογήσουν τις πράξεις τους ανεπηρέαστοι από τις θρησκευτικές απόψεις της εποχής που δημιουργούν ένα ισχυρό πλέγμα ενοχών στους πιστούς. [Λέξεις: 151]

Δ. Το θέμα της μητρικής αγάπης και του απροσμέτρητου πόνου που συγκλονίζει μια μητέρα όταν έρχεται αντιμέτωπη με την απώλεια του παιδιού της, τίθεται στο κέντρο και των δύο κειμένων. Η ειδοποιός διαφορά των δύο ιστοριών είναι πως στο Αμάρτημα της μητρός μου, η μητέρα είναι η ίδια υπεύθυνη για το θάνατο του παιδιού της.
Η μητέρα στο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη αντικρίζει το παιδί της να οδηγείται στο θάνατο από τους σκληρούς κατακτητές και θρηνεί ανεξέλεγκτα θέλοντας να εκφράσει τον απύθμενο πόνο που αισθάνεται. Χτυπιέται στα χώματα, ουρλιάζει από πόνο και προσπαθεί μάταια να αποτρέψει τους εκτελεστές του παιδιού της από το φονικό τους έργο.
Η μητέρα του διηγήματος, έχοντας περάσει μια νύχτα γλεντιού, ξυπνά και διαπιστώνει πως το μωρό της είναι νεκρό. Η συνειδητοποίηση πως η ίδια άθελά της έχει σκοτώσει το παιδί της την ωθεί στη τραγικότερη δυνατή απελπισία, εντούτοις ο θρήνος της εμποδίζεται από το σύζυγό της που την αποτρέπει από το να προσθέσει στον πόνο της και την ταπείνωση να μάθουν όλοι στο χωριό πως μέθυσε και πλάκωσε το ίδιο της το παιδί.
Η μητέρα του ποιήματος θρηνεί ανήμπορη απέναντι στους φονιάδες του παιδιού της και στη σκέψη της ο πολύτιμος χρόνος που πέρασε κοντά στο παιδί της εκμηδενίζεται. Τα δεκαεπτά χρόνια που έζησε το παιδί της μοιάζουν τώρα που το έχασε σα να ήταν μόλις δεκαεπτά ημέρες. Η τραγική αυτή μητέρα εκφράζει την ένταση της αγάπης και του πόνου της, όχι μόνο με τον ασυγκράτητο θρήνο της, αλλά και με την επώδυνη διαπίστωση πως τα δεκαεπτά του χρόνια ήταν ένα ελάχιστο διάστημα ζωής για το πρόσωπο που αποτελούσε κομμάτι του εαυτού της. Ο θρήνος της είναι μια αμιγής έκφραση των συναισθημάτων αγάπης για το παιδί της.
Από την άλλη, για τη μητέρα του διηγήματος, ο θρήνος για την απώλεια του παιδιού δεν μπορεί να είναι καθαρός, καθώς μπλέκεται αξεδιάλυτα με τις ενοχές της. Ο πόνος της για το χαμό του παιδιού της συνυπάρχει στη συνείδησή της με την επίγνωση ότι η ίδια ευθύνεται για τον πρόωρο αυτό θάνατο, δημιουργώντας στην ψυχή της μια τραγική σύγκρουση που θα καθορίσει το υπόλοιπο της ζωής της. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X