Οδυσσέας Ελύτης «Περασμένα Μεσάνυχτα»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Marwane Pallas

Οδυσσέας Ελύτης «Περασμένα Μεσάνυχτα»

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
                    Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν
        αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από
        τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε
        ο καπνός. Προεξέχουν μόνον
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
                                  μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

Το ποίημα «Περασμένα Μεσάνυχτα» ανήκει στη συλλογή «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» που κυκλοφόρησε το 1991, όταν ο ποιητής ήταν πια 80 ετών.
Ο Οδυσσέας Ελύτης αναζήτησε πάντοτε στην ποίησή του την ομορφιά της ζωής, την πίστη σ’ ένα καλύτερο αύριο, αλλά και τον ευδαιμονισμό του παρόντος, αφήνοντας επίμονα έξω από τους στίχους του τη θλίψη και τον πόνο. Για τον Ελύτη η ποίηση ήταν το ασφαλές καταφύγιο όπου μπορούσε να τελεστεί το γιόρτασμα της ζωής, η χωρίς περιορισμούς παράδοση στη χαρά της νιότης και του ονείρου, το ιερό καταφύγιο όπου η δυστυχία και οι δυσκολίες της πραγματικότητας δεν είχαν μερίδιο. Ήταν για εκείνον ανώφελο να περνά ο πόνος της ζωής και στην ποίηση, αφού ούτως ή άλλως το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας ήταν δεδομένο και αναπόφευκτο για όλους.
Στο συγκεκριμένο ποίημα όμως, όπως προδίδει κι ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», τα θρηνητικά τραγούδια του πιο ακρινού σημείου (ειδικότερα του πιο ακρινού σημείου της προβλήτας), ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τις σκέψεις που γεννιούνται καθώς πλησιάζει το τέλος, καθώς έρχεται η στιγμή του ύστατου ταξιδιού. Η βιωματική υπόσταση αυτού του ποιήματος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς μας προσφέρει τη δυνατότητα να εισέλθουμε στον προσωπικό χώρο του ποιητή τη στιγμή της ποιητικής δημιουργίας και να αισθανθούμε μαζί του τον προβληματισμό και τις ανησυχίες του.
Ο τίτλος του ποιήματος «Περασμένα Μεσάνυχτα» που σε πρώτη ανάγνωση παραπέμπει σ’ έναν απλό χρονικό προσδιορισμό, αποκτά το πλήρες του νόημα και γίνεται ένα παράπονο και μια πικρή διαπίστωση, καθώς στον πρώτο στίχο διευρύνεται και γίνεται το μοτίβο που διατρέχει ολόκληρη τη ζωή του ποιητή: «Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή»
Η τριπλή επανάληψη αυτού του στίχου λειτουργεί ως πρόλογος για κάθε μία απ’ τις τρεις ενότητες του ποιήματος και προσδίδει ένα μελαγχολικό τόνο σ’ ολόκληρο το ποίημα. Σε μια εκ των υστέρων θέαση της ζωής του ο ποιητής νιώθει και αντιλαμβάνεται πως πάντοτε ήταν πολύ αργά για ό,τι θέλησε να κάνει, για ό,τι θέλησε να ζήσει. Διαπίστωση που λαμβάνει τραγικές διαστάσεις τώρα που βρίσκεται πια σε προχωρημένη ηλικία και δεν μπορεί παρά να δεχτεί πως απέχει ελάχιστα από το τέλος του.

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
                    Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν
        αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...

Ο ποιητής αισθάνεται το κεφάλι του βαρύ σα να βρίσκεται σ’ έναν γαλαξία που έχει πιεστεί προς τα κάτω, σα να βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ ανέλθει εκεί που έπρεπε. Μια ιδιαίτερα πλούσια σε συνειρμούς παρομοίωση, που αν ιδωθεί απ’ την οπτική ενός ανθρώπου κοντά στο τέλος του, υποδηλώνει μεταξύ άλλων και τον αναγκαστικό συμβιβασμό με τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης. Παρά την πληθώρα των ιδεών και των ονείρων, παρά την ακατάλυτη διάθεση για ζωή, έρχεται πάντοτε η στιγμή που οι άνθρωποι συνειδητοποιούν πως δεν έχουν πια τα περιθώρια για νέες ελπίδες και νέα σχέδια.
Οι άνθρωποι, που είναι κοντά στη στιγμή του θανάτου τους, κοιμούνται με το πρόσωπό τους γαλήνιο κι αγνό «ασημένιο», έχοντας πια εξαγνιστεί από τα πάθη της νεότητας. Άγιοι πλέον, χωρίς τις επιθυμίες και τις μικρότητες των προηγούμενων χρόνων, κατευθύνονται απ’ τον αέρα της ζωής και του χρόνο προς τον κάβο του «Μεγάλου Κύκνου», προς το ακρωτήρι του θανάτου.
Ένα ύστατο ταξίδι, κοινό για όλους τους ανθρώπους, χωρίς να έχει πια σημασία ποιος ευτύχησε κατά τη διάρκεια της ζωής του και ποιος όχι, μιας και όλοι οι άνθρωποι φτάνουν ίσοι μπροστά στο θάνατο.
Ας σημειωθεί πως ο ύπνος των ανθρώπων λειτουργεί σε δύο επίπεδα, στο συμβολικό που μας παραπέμπει στο θάνατο, αλλά και στο κυριολεκτικό, όπου ο ποιητής συνεχίζει να διατρέχει τις σκέψεις και τα συναισθήματα ενός ανθρώπου που βρίσκεται επί της ουσίας σε αναμονή του τέλους του.
Καθώς ξυπνούν οι άνθρωποι απ’ το νυχτερινό ύπνο, απ’ τη συμβολική πρόγευση του θανάτου, το μόνο που απομένει είναι μια πικρή γεύση στο στόμα και πάνω στο αξύριστο πρόσωπο αποτυπωμένα ελληνικά γράμματα, που προσπαθούν ταιριάξουν μεταξύ τους για να σχηματίσουν τη λέξη εκείνη που χαρακτηρίζει τη ζωή τους. Μια λέξη μικρή, που ταλανίζει όμως αδιάκοπα τους ανθρώπους, μέχρι το τέλος της ύπαρξής τους: «εάν».
Τα αποσιωπητικά του ποιητή επιτρέπουν στον αναγνώστη να συμπληρώσει όλη την οικεία στον ίδιο απορία. Τι θα γινόταν εάν είχε συμβεί αυτό, εάν είχε κάνει κάποια άλλη επιλογή, εάν είχε προσπαθήσει περισσότερο, εάν... Η ίδια αγωνία, η ίδια άγονη σκέψη που βασανίζει τους ανθρώπους μέχρι το τέλος, καθώς αναρωτιούνται πώς θα ήταν η ζωή τους εάν είχαν ζήσει διαφορετικά.

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από
        τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε
        ο καπνός. Προεξέχουν μόνον
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
                                  μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Ο ποιητής γνωρίζει, βέβαια, πως για τον ίδιο είναι πια πολύ αργά για να σκέφτεται τι θα μπορούσε να είχε κάνει με άλλο -ίσως καλύτερο- τρόπο στη ζωή του. Εκείνο που έχει σημασία είναι το παρόν του, εκείνο που μετρά είναι το που βρίσκεται τώρα.
Σ’ ένα μικρό δωμάτιο τέσσερα επί πέντε, γεμάτο αποπνικτικά απ’ τον καπνό του τσιγάρου, κι απ’ έξω να ακούγονται οι σειρήνες των οχημάτων της πυροσβεστικής που σπεύδουν σε κάποια φωτιά. Σε ποια απ’ όλες τις φωτιές κανείς δεν ξέρει, το βέβαιο είναι πως υπάρχουν κάθε στιγμή πολλές πυρκαγιές, πολλές ζωές, αν το εκλάβουμε μεταφορικά, που εκπέμπουν σήμα κινδύνου, που εκλιπαρούν για βοήθεια, καθώς έρχονται αντιμέτωπες με τις ελλείψεις και τις διαψεύσεις τους.
Το μόνο που προεξέχει στο δωμάτιο του ποιητή, το μόνο που έλκει την προσοχή, είναι η κόλλα χαρτί κι η γραφομηχανή του, εκεί που καταγράφει τις σκέψεις του, εκεί που ο ίδιος ο Θεός χτυπά τα πλήκτρα και φανερώνει τα ατέλειωτα βάσανα των ανθρώπων, τα βάσανα που φτάνουν μέχρι το ταβάνι.
Οι σκέψεις του ποιητή, ο αναλογισμός όλων αυτών των προβλημάτων που φθείρουν τη ζωή των ανθρώπων, τον έχουν κρατήσει ξάγρυπνο και κοντεύει να ξημερώσει. Στο αμυδρό φως, μάλιστα, φανερώνονται οι ακτές της θάλασσας με τα βουνά κάθετα πάνω τους, βουνά σκούρα ακόμη και μωβ.  
Κι εκεί, την ώρα που το φως της νέας ημέρας είναι έτοιμο να προβάλει, ο ποιητής φτάνει στην καίρια συνειδητοποίηση πως τελικά ζει για τότε που πια δε θα υπάρχει. Ζει, δημιουργεί, καταγράφει στο έργο του σκέψεις και ιδέες, όχι για τον ίδιο, αλλά για τους ανθρώπους που θα διαβάζουν τα ποιήματά του, όταν εκείνος δε θα ζει πια.
Ο Ελύτης φτάνει εδώ σε μια συνειδητοποίηση καβαφική, στην ιδέα πως τελικά το μόνο που θ’ απομείνει από αυτόν και επί της ουσίας θα συνεχίσει την αυτόνομη πορεία του, είναι το ποιητικό του έργο.

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

Οι άνθρωποι κοιμούνται στο ένα τους πλευρό, αφήνοντας το άλλο ανοιχτό, ελεύθερο για εκείνον που τους παρατηρεί να βλέπει τα κύματα της ζωής που ανεβαίνουν, να βλέπει την ελαφριά κίνηση του σώματος με κάθε νέα ανάσα.
Ο ύπνος συνειρμικά οδηγεί εκ νέου τον ποιητή στη σκέψη του θανάτου, στη σκέψη που δεσπόζει σ’ αυτό το ποίημα του απολογισμού. Κι η εικόνα που έρχεται στο νου του, είναι εκείνη του ετοιμοθάνατου ανθρώπου που καταφεύγει στην ύστατη εξομολόγησή του, λέγοντας πια την αλήθεια, αποκαλύπτοντας με απόλυτη ειλικρίνεια ό,τι βάρυνε μέχρι τότε την ψυχή του.
Μια τέτοια αλήθεια, μια τέτοια εξομολόγηση, είναι κι αυτό το ποίημα, όπου ο Ελύτης αντιμέτωπος με την προοπτική του τέλους, καταγράφει το παράπονό του, καθώς αισθάνεται πως είναι πια αργά γι’ αυτόν, όπως αργά ήταν πάντοτε στη ζωή του.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X