Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Το ψοφίμι» [Τράπεζα Θεμάτων]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Mario Sanchez Nevado

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Το ψοφίμι» [Τράπεζα Θεμάτων]

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911)

Το ψοφίμι

Παρακαλώ, κύριε αστυφύλακα· εδώ απάνω, στο φράχτη, κοντά στον δρόμο, έχουν ρίψει ένα ψοφίμι, ένα μεγάλο σκυλί… Με τέτοια ζέστη, Ιούλιον μήνα… Θα μας κολλήση πανούκλα όλους εδώ… Ίσα-ίσα στο ψήλωμα, εδώ, που είν᾿ εξοχικό μέρος… όπου έρχονται οι άνθρωποι να πάρουν λίγον αέρα καθαρόν.
Ο ομιλών ―ο κύριος Α.― ήτο παχύμισθος υπάλληλος της Κυβερνήσεως. Το δημόσιον του έδιδε, δια τας εκδουλεύσεις του, υπέρ τας τριακοσίας δραχμάς τον μήνα. Αλλά τας δραχμάς αυτάς τας εθεώρει ως ιεράς και δεν απεφάσιζε ν᾿ αποκόψη λεπτά δι᾿ ένα πτωχόν λούστρον, όπως σκάψη λάκκον και θάψη το ψοφίμι. Τοιαύτη θυσία θα του εφαίνετο ίσως μάλλον ιεροσυλία. Η δε οικία του έκειτο πλησιέστατα εκεί, και ήτο ο πρώτος ενδιαφερόμενος.
Όθεν απηυθύνθη εις τον υπ᾿ αριθ. 3 χιλιάδας τόσα αστυφύλακα. Ο αστυφύλαξ εφόρει λευκά, κ᾿ εσύχναζεν εις το εγγύς καφενεδάκι. Απήντησε δε λίαν προθύμως και φιλοφρόνως:
Μάλιστα· τώρα, να πούμε εις ένα αστυφύλακα ―μπορώ να πάω κ᾿ εγώ― να πάρη κ᾿ ένα σκουπιδιάρη, να παν να το πετάξουν αποκεί.
Κ᾿ εκάθισε στο καφενεδάκι, διά να διαβάση τα νέα της ημέρας.
Εν τω μεταξύ ο κύριος Α. απηυθύνθη, εν απουσία του καφετζή, προς τον υπάλληλον του καφενείου, και του είπε:
Δεν σας ήρθε σας η βρώμα; Ειπέ του κυρ Τάσου (το όνομα του καφετζή) να λάβη τα μέτρα του… διά να μην αρρωστήση όλος αυτός ο κόσμος που έρχεται να πάρη τον αέρα του εδώ επάνω.
Ο μικρός υπάλληλος έσεισε την κεφαλήν, ως να ήθελε να είπη: «Δεν βαριέσθε: Και ποιος θα φροντίση; Ό,τι εφροντίσατε σεις, ο πρώτος που ανεκαλύψατε αυτό το σπάνιον φαινόμενον».
** *
Ο αστυφύλαξ, ως να εκεντρίσθηκε από την δευτέραν αυτήν αναψηλάφησιν του ζητήματος, εσηκώθη, εκοίταξε τριγύρω, και ευτυχώς εξάνοιξε μακράν ένα συνάδελφόν του, βαίνοντα εις πλάγιόν τινα δρόμον. Τον έκραξε, κ᾿ εκείνος ήλθε.
Να σου πω, του λέγει: πας στο Τμήμα, να πης του σκοπού, να πη του σταθμάρχη, να στείλη ένα αστυφύλακα, να βρη ένα σκουπιδιάρη, να παν εδώ παραπάνω, που λέει ο κύριος εδώ… είν᾿ ένα σκυλί ψόφιο… να το πάρουν απ᾿ εκεί, να το πετάξουν πουθενά;
Καλά.
Και ο β αστυφύλαξ εκινήθη βραδύς, κατερχόμενος τον δρόμον.
** *
Την νύκτα, όταν ο κ. Α. απεσύρετο δια να απέλθη οίκαδε, εις το φως της σελήνης, έστρεψε τα όμματα και την ρίνα προς το μέρος όπου είχεν ιδεί το δυσάρεστον πράγμα
το πρωί. Το ψοφίμι ήτο ακόμη εκεί, αναδίδον λοιμώδη οσμήν.
Ο άνθρωπος, εν μεγάλη αδημονία, έκλεισε τα παράθυρά του, κ᾿ εκοιμήθη. Την άλλην πρωίαν, εις το μικρόν καφενείον ηύρε πάλιν τον αστυφύλακα.
Δεν εκάματε τίποτε για το ψοφίμι που σας είπα;
Μάλιστα· έστειλα είδηση στον σκοπό… ν᾿ αναφέρη στον σταθμάρχη… να στείλη έναν αστυφύλακα ―μπορούσα να πάω κ᾿ εγώ― να πάρη ένα σκουπιδιάρη, να παν να
λάβουν μέτρα… Και δεν το πέταξαν;
Πεταμένο είναι από προχθές· μάλλον έπρεπε να το θάψουν.
Ας είναι, θα φροντίσω· τώρα πάω στο τμήμα.
Την εσπέραν, όταν ο κυβερνητικός υπάλληλος επανήρχετο εις την οικίαν του, το ψοφίμι ήτο πάντοτε εκεί, δηλητηριάζον τον αέρα με την δυσωδίαν του.
Το πρωί, ο κ. Α. προς τον α αστυφύλακα:
Μα δεν έγινε τίποτε για το ψοφίμι… Ζήτημα, βλέπω, κατήντησε κι αυτό… Καλά που δεν συνεδριάζει πλέον η Βουλή, διά να γίνη επερώτησις.
Τι; Δεν το σήκωσαν αποκεί; Περίεργο! Εγώ έλαβα μέτρα. Ας είναι, ησυχάσατε. Σήμερα, χωρίς άλλο. Πάω επίτηδες να τους βιάσω, να στείλουν ένα αστυφύλακα ―μπορώ να πάω και μόνος μου― με ένα σκουπιδιάρη.
** *
Την επομένην νύκτα, ακόμη το ψοφίμι ήτο εκεί. Ευτυχώς είχε συννεφιάσει, και ήστραπτε ραγδαίως προς τον Μαΐστρον, εις τα ΒΔ του ορίζοντος. Ο κ. Α. μόλις επρόλαβε να φθάση εις την οικίαν, να κλείση τα παράθυρα, κ᾿ ενέσκηψε σφοδροτάτη θύελλα, άνεμος και βροχή, δροσιστική και παρήγορος.
Το πρωί, ανάμεσα εις το ηλλοιωμένον υγρόν έδαφος, μόλις εφαίνοντο πλέον τα ίχνη του θνησιμαίου σκύλου, ολίγα μόνον γυμνά κόκκαλα του σκελετού· η ραγδαία βροχή είχε παρασύρει τας σαπράς σάρκας, και είχε διαλύσει την δυσοσμίαν.
Κ᾿ έτσι δεν έγινεν επερώτησις εις την Βουλήν. Μόνον έγινε χρονογράφημα εις εφημερίδα.

(1906)

όθεν: γι’ αυτό
εξάνοιξε: διέκρινε
ρίνα: μύτη
αδημονία: ανησυχία
Μαΐστρος: ο Βορειοδυτικός άνεμος
σαπράς: σάπιες

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α.1. Να προσδιορίσετε το χώρο και το χρόνο που εκτυλίσσεται η σκηνή στην πρώτη αφηγηματική ενότητα. (10 μονάδες)

Ο τόπος στον οποίο εκτυλίσσεται η σκηνή είναι ένα καφενεδάκι σε κάποια εξοχική περιοχή -πιθανότατα- της Αθήνας, όπου ο κύριος Α. συναντά τον αστυφύλακα και του αναφέρει το πρόβλημά του.
Ο χρόνος κατά τον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα είναι ο μήνας Ιούλιος, το μέσο του καλοκαιριού δηλαδή, με αποτέλεσμα η έντονη ζέστη να επιδεινώνει το πρόβλημα, αφού η δυσωδία από τη σήψη του νεκρού σκυλιού γινόταν αφόρητη. Μπορούμε, συνάμα, να υποθέσουμε πως η συνάντηση των δύο προσώπων γίνεται τις πρωινές ώρες, μιας και, όπως σχολιάζει ο αφηγητής, ο αστυφύλακας κάθεται στο καφενεδάκι να διαβάσει τα νέα της ημέρας.    

α.2. Να χαρακτηρίσετε τη συμπεριφορά του κυρίου Α. με αναφορές στο κείμενο. (15μονάδες)

Ο κύριος Α. αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της κακής νοοτροπίας που διαμόρφωναν κυβερνητικοί και δημόσιοι υπάλληλοι κατά το παρελθόν. Το γεγονός ότι έχει λάβει -πιθανώς με πλάγιο τρόπο- μια υψηλόμισθη θέση ως υπάλληλος της Κυβέρνησης, αντί να του δημιουργήσει μια αίσθηση υποχρέωσης απέναντι στην πόλη και τη χώρα του, επιτείνει την αχαριστία και την υπεροψία του. Ο ίδιος περιορίζεται αποκλειστικά στα καθήκοντά του και δεν επιθυμεί να προσφέρει ούτε το ελάχιστο στους άλλους. Τον βλέπουμε, έτσι, ενώ αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα -ένα ψόφιο σκυλί σαπίζει κοντά στο σπίτι του- να μην μπαίνει στη διαδικασία να ξοδέψει ένα μηδαμινό ποσό για να το επιλύσει, αλλά να ζητά τη συνδρομή -και άρα την επιβάρυνση- του κράτους.
Ο κύριος Α. είναι «παχύμισθος» υπάλληλος της κυβέρνησης: «Το δημόσιον του έδιδε, δια τας εκδουλεύσεις του, υπέρ τας τριακοσίας δραχμάς τον μήνα. Αλλά τας δραχμάς αυτάς τας εθεώρει ως ιεράς και δεν απεφάσιζε ν᾿ αποκόψη λεπτά δι᾿ ένα πτωχόν λούστρον, όπως σκάψη λάκκον και θάψη το ψοφίμι. Τοιαύτη θυσία θα του εφαίνετο ίσως μάλλον ιεροσυλία.».
Παρά το γεγονός ότι λαμβάνει έναν εξαιρετικά υψηλό μισθό απ’ το δημόσιο -χωρίς κατά πάσα πιθανότητα να προσφέρει έργο ανάλογης αξίας- εκείνος «τσιγκουνεύεται» ή ακόμη χειρότερα δεν καταδέχεται να δώσει λίγα «λεπτά» σ’ έναν πτωχό λούστρο, για να θάψει τον νεκρό σκύλο. Θεωρεί ότι αυτά τα χρήματα που λαμβάνει απ’ το κράτος τα δικαιούται μέχρι τελευταίας δεκάρας και ότι θα ήταν σχεδόν «ιεροσυλία» να ξοδέψει έστω και ελάχιστα από αυτά για κάτι που θα ήταν επωφελές και γι’ άλλους ανθρώπους, αλλά πρωτίστως για τον εαυτό του. Θεωρεί πως το κράτος, μέσω των δημοσίων υπαλλήλων του, είναι υποχρεωμένο να του λύσει το πρόβλημα, ώστε ο ίδιος να μην επιβαρυνθεί ούτε στο ελάχιστο.
Παρατηρούμε, έτσι, αφενός τη λατρεία που έχει για τα χρήματα, τα οποία τα θεωρεί «ιερά» κι αφετέρου την αχαριστία του, αφού δεν είναι διατεθειμένος να προσφέρει το παραμικρό στους άλλους ανθρώπους. Μπορεί ο ίδιος να παίρνει έναν υπέρογκο μισθό, αλλά αυτό στη δική του σκέψη δεν σημαίνει πως οφείλει να ανταποδώσει κάτι στην υπόλοιποι κοινωνία ή στους φτωχούς συνανθρώπους του.
Με περίσσιο θράσος, λοιπόν, ζητά από έναν αστυφύλακα να τακτοποιήσει το πρόβλημα του νεκρού σκύλου, και ενοχλεί μάλιστα και τον υπάλληλο του μικρού καφενείου, έστω κι αν είναι ο ίδιος που κυρίως αντιμετωπίζει πρόβλημα απ’ τη δυσωδία του σκύλου. Κι είναι τέτοια η απροθυμία του κυρίου Α. να επιβαρυνθεί ο ίδιος για το ζήτημα αυτό, ώστε ακόμη κι όταν περνούν μέρες χωρίς να το επιλύει ο «εργατικός» αστυφύλακας, εκείνος υπομένει τη βρώμα, περιμένοντας και συνεχίζοντας τα παράπονά του προς τον αστυφύλακα.
Προσέχουμε, επίσης, πως ακόμη κι όταν ειρωνεύεται τον αστυφύλακα για την αναποτελεσματικότητά του, δεν διστάζει να επικαλεστεί τη Βουλή των Ελλήνων, υπενθυμίζοντας έμμεσα πως ο ίδιος έχει ισχυρές γνωριμίες. Πρόκειται για μια απ’ τις πιο καυστικές σκηνές του κειμένου, αφού η αναίδεια του κυβερνητικού υπαλλήλου συγκρούεται με την τεμπελιά του επίσης δημοσίου υπαλλήλου. «Μα δεν έγινε τίποτε για το ψοφίμι… Ζήτημα, βλέπω, κατήντησε κι αυτό… Καλά που δεν συνεδριάζει πλέον η Βουλή, διά να γίνη επερώτησις.»
Έχει, τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον πως με τις επαναλαμβανόμενες υπομνήσεις του αφηγητή ότι: «Το ψοφίμι ήτο ακόμη εκεί, αναδίδον λοιμώδη οσμήν.», τονίζονται εξίσου η άκαμπτη τσιγκουνιά του κυρίου Α., που προτιμά να υποφέρει παρά να δώσει ένα μικροποσό, αλλά και η παροιμιώδης απραξία των δημοσίων υπαλλήλων.

β.1. Το κείμενο τελειώνει με μια έντονα ειρωνική διαπίστωση. Να εντοπίσετε την ειρωνεία και να τη σχολιάσετε. (15 μονάδες)

«Κ᾿ έτσι δεν έγινεν επερώτησις εις την Βουλήν. Μόνον έγινε χρονογράφημα εις εφημερίδα.»

Η ειρωνική διαπίστωση με την οποία κλείνει το κείμενο μας παραπέμπει στο ανάλογα ειρωνικό σχόλιο του υπαλλήλου της Κυβερνήσεως, κυρίου Α., προς τον αστυφύλακα πως κατάντησε πια ζήτημα το θέμα του σκύλου και πως ευτυχώς που η Βουλή δεν συνεδριάζει -λόγω θέρους- και δεν μπορεί να γίνει επερώτηση επί του ζητήματος.
Ο αφηγητής επί της ουσίας στρέφει την ειρωνεία του τόσο προς τον κύριο Α. που δεν θέλησε να ξοδέψει ούτε καν ένα μικροποσό προκειμένου να επιλύσει μόνος του το θέμα, αλλά και προς τον «πρόθυμο» αστυφύλακα, ο οποίος ενώ είχε, όπως τόνιζε συνεχώς, τη δυνατότητα να το φροντίσει κι ο ίδιος, ζητούσε από άλλους συναδέλφους του να περάσουν το σχετικό αίτημα στο σταθμάρχη, ώστε να στείλει κάποιον άλλο αστυφύλακα, για να βρει εκείνος έναν σκουπιδιάρη να απομακρύνει το ψοφίμι.
Η ειρωνεία του αφηγητή είναι φυσικά δικαιολογημένη και στις δύο περιπτώσεις, αφού τονίζει από τη μία την απαίτηση του κυρίου Α. να επιλυθεί ένα ζήτημα που τον αφορά άμεσα, με δαπάνη του δημοσίου, έστω κι αν θα μπορούσε μόνος του να το τακτοποιήσει πολύ πιο γρήγορα και σχεδόν ανέξοδα, κι από την άλλη την ραθυμία του αστυφύλακα, ο οποίος προκειμένου να μην «εργαστεί» ο ίδιος, αφήνει ένα ζήτημα, που θα μπορούσε τάχιστα να αντιμετωπιστεί, να παρατείνεται αναίτια για μέρες.
Έτσι, τόσο η αναποτελεσματικότητα κι η τεμπελιά του αστυφύλακα, όσο και η αναιδής τσιγκουνιά του υψηλόμισθου κυβερνητικού υπαλλήλου, βρίσκουν το δρόμο τους στις εφημερίδες μέσω ενός χρονογραφήματος και εκθέτουν -για πολλοστή φορά- το δημόσιο και τους δημόσιους υπαλλήλους.

β.2. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι καθαρεύουσα με στοιχεία δημοτικής. Να καταγράψετε πέντε λέξεις ή φράσεις της καθαρεύουσας και πέντε λέξεις ή φράσεις της δημοτικής. (10 μονάδες)

Καθαρεύουσα:
ð Το δημόσιον του έδιδε, δια τας εκδουλεύσεις του, υπέρ τας τριακοσίας δραχμάς τον μήνα.
ð Η δε οικία του έκειτο πλησιέστατα εκεί...
ð Την νύκτα, όταν ο κ. Α. απεσύρετο δια να απέλθη οίκαδε...
ð κ᾿ ενέσκηψε σφοδροτάτη θύελλα
ð μόλις εφαίνοντο πλέον τα ίχνη του θνησιμαίου σκύλου

Δημοτική:
ð είν᾿ ένα σκυλί ψόφιο
ð μπορώ να πάω και μόνος μου
ð Πεταμένο είναι από προχθές
ð Δεν σας ήρθε σας η βρώμα;

ð τώρα πάω στο τμήμα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X