Κωνσταντίνος Καβάφης «Ηρώδης Αττικός»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ηρώδης Αττικός»

A του Ηρώδη του Aττικού τι δόξα είν’ αυτή.

Ο Aλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στας Aθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κ’ η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Aλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους  Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ’ εγώ.»—

Πόσα παιδιά στην Aλεξάνδρεια τώρα,
στην Aντιόχεια, ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφν’ αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη—
ποιος άλλος σοφιστής τ’ αξιώθηκεν αυτά;—
κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
οι  Έλληνες (οι  Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο. 

Αλέξανδρος της Σελεύκειας: Δικανικός ρήτορας από τη Σελεύκεια της Κιλικίας. Την ωραιότατη σύζυγό του ερωτεύτηκαν πολλοί, εκείνη όμως ανταποκρίθηκε μόνο στον έρωτα του Απολλώνιου του Τυανέως. Μαζί της απέκτησε ο Αλέξανδρος γιο, τον σοφιστή Αλέξανδρο τον επικαλούμενο Πηλοπλάτωνα. Ο Πηλοπλάτων∙ ρήτορας του 2ου μ.Χ. αιώνα από τη Σελεύκεια, μαθητής του Φαβωρίνου. Υπήρξε πρότυπο της λεγόμενης Δεύτερης Σοφιστικής. Απεσταλμένος από τους συμπολίτες του ως πρεσβευτής στον Αυτοκράτορα Αντωνίνο πέρασε από την Αθήνα, όπου είχε μια διαλεκτική μονομαχία με τον Ηρώδη τον Αττικό. Μετά το τέλος του διαλόγου, ο Ηρώδης ρώτησε τον παριστάμενο Κορίνθιο Σκέπτην ποια ήταν η εντύπωσή του και εκείνος απάντησε: «τον μεν πηλόν έχω εύρει, αναζητώ όμως τον Πλάτωνα». Από εδώ προήλθε η επωνυμία του Αλεξάνδρου Πηλοπλάτων (Φιλοστρ., Βίοι Σοφιστών 2,5). Διετέλεσε επίσης γραμματέας του Μάρκου Αυρήλιου.  

Ηρώδης ο Αττικός (πλήρες όνομα: Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης). (Μαραθώνας, περ. 101 -177 μ.Χ.).  
Περιώνυμος Αθηναίος σοφιστής, από τους κύριους εκπρόσωπους της λεγόμενης Δεύτερης Σοφιστικής. Χάρη στα μεγάλα πλούτη του πατέρα του Τίτου Κλαύδιου Αττικού μπόρεσε να σπουδάσει κοντά στους πιο ονομαστούς συγχρόνους του φιλοσόφους και ρήτορες στην Αθήνα και τη Σμύρνη. Σε νεαρή ακόμη ηλικία κέρδισε την εύνοια του Αδριανού, τον οποίο γνώρισε μετέχοντας σε μιαν αποστολή των Αθηναίων προς τον αυτοκράτορα (περ. 120) όταν εκείνος βρισκόταν στην Παννονία. Αργότερα διορίστηκε από αυτόν «διορθωτής», δηλαδή αυτοκρατορικός αντιπρόσωπος στις πόλεις της Ασίας. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έγινε «αγορανόμος» και «επώνυμος άρχων» της πόλεως και υπήρξε ακόμη ο πρώτος «ελλαδάρχης» των πανελλήνιων αγώνων οι οποίοι ιδρύθηκαν από τον αυτοκράτορα.
Γύρω στο 140 ο Ηρώδης επισκέφτηκε και τη Ρώμη, όπου έγινε δεκτός στο αυτοκρατορικό περιβάλλον. Γνωστός ήδη ρήτορας μύησε στα ελληνικά τους δύο θετούς γιους του νέου αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβή, το Μάρκο Αυρήλιο και το Λεύκιο Βήρο. Στη Ρώμη τιμήθηκε και με το υπατικό αξίωμα (143). Το 145 επέστρεψε στην Αθήνα μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του (που την παντρεύτηκε μετά το θάνατο της πρώτης, Αλκίας, Βιβουλλίας) τη νεαρή Ρωμαία αριστοκράτισσα, Αππία Αννία Ρήγιλλα.
Στην Αθήνα ο Ηρώδης εξακολούθησε να διδάσκει τη ρητορική σε εκλεκτό ακροατήριο μαθητών, στο οποίο ασκούσε μεγάλη επιρροή. Το αττικό ύφος του λόγου του ήταν συγκρατημένο και κομψό. Συγχρόνως όμως προσπάθησε να διατηρήσει και το σύνδεσμο της ρητορικής με τη φιλοσοφία. Ο Ηρώδης ήταν οπαδός της πλατωνικής φιλοσοφίας (ανήκει στο Μέσο Πλατωνισμό) και υποστήριζε την ερμηνεία του Πλάτωνα μέσα από το ίδιο το έργο του φιλοσόφου και όχι από τα συγγράμματα του Αριστοτέλη. Από το έργο του Προς τους δια τν Αριστοτέλους και Πλάτωνος πισχνουμένους διέσωσε αποσπάσματα ο Ευσέβιος. Το υπόλοιπο έργο του περιλάμβανε επιστολές, «διαλέξεις» και «εφημερίδες» (δηλαδή σημειώσεις για τη διδασκαλία του). Ένας συμβουλευτικός λόγος που σώζεται με το όνομά του και έχει τον τίτλο Περί πολιτείας, δε θεωρείται γνήσιο έργο του.
Ο Ηρώδης έγινε κυρίως δημοφιλής με τη γενναιόδωρη διάθεση του πλούτου του προς ελληνικές πόλεις για την ανέγερση διαφόρων δημόσιων οικοδομημάτων. Το γεγονός αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο την εποχή εκείνη για τους σοφιστές, οι οποίοι έκαναν μεγάλες δωρεές στις πόλεις όπου ζούσαν και δίδασκαν, έστω και αν δεν ασκούσαν δημόσια αξιώματα, και δείχνει πόσο συνδεδεμένη ήταν τότε η φιλολογική, πολιτική και οικονομική επιρροή. Έτσι στην Αλεξάνδρεια της Τρωάδας ο Ηρώδης έκτισε, με παρακίνηση του Αδριανού, ένα πολυδάπανο υδραγωγείο, για την κατασκευή του οποίου συνέβαλε και ο ίδιος ο Ηρώδης. Με δικά του χρήματα έκτισε ακόμη ωδείο στην Κόρινθο, διακόσμησε με αγάλματα το ιερό του Ισθμίου Ποσειδώνος, ανήγειρε μνημειώδες υδραγωγείο και Νυμφαίο στην Ολυμπία, στάδιο στους Δελφούς, ιαματικά λουτρά στις Θερμοπύλες. Παρόλα αυτά πίστευε  ότι δεν είχε κάνει τίποτε  σπουδαίο, επειδή δεν ικανοποίησε τη φιλοδοξία του να διανοίξει τον ισθμό της Κορίνθου. Ιδιαίτερα όμως ευεργετικός υπήρξε ο Ηρώδης προς τους Αθηναίους. Δείγματα της γενναιοδωρίας του στην πόλη τους είναι δύο κυρίως οικοδομήματα, που και σήμερα ακόμη μαρτυρούν την παλιά τους λαμπρότητα. Το Παναθηναϊκό στάδιο (το οποίο σε νεότερα χρόνια ανακαινίστηκε από το Γεώργιο Αβέρωφ) και το ομώνυμο Ωδείο. Κοντά στο στάδιο ο Ηρώδης οικοδόμησε και ναό της Θεάς Τύχης. Το Ωδείο (σήμερα εν μέρει αναστηλωμένο) κτίστηκε στους νοτιοδυτικούς πρόποδες της Ακρόπολης με ξύλινη στέγη από κέδρους και με χωρητικότητα 6.000 θεατών. Η ανέγερσή του έγινε σε ανάμνηση της γυναίκας του Ρήγιλλας, η οποία πέθανε το 160. Ο θάνατος αυτός δεν ήταν παρά μία μόνο από τις αλλεπάλληλες οικογενειακές συμφορές που συνόδεψαν τον Ηρώδη σε όλη του τη ζωή.
Οι Αθηναίοι ευχαρίστως δέχονταν τις ευεργεσίες του Ηρώδη, δεν του συγχώρησαν όμως τον τρόπο με τον οποίο εξετέλεσε τη διαθήκη του πατέρα του. Συγκεκριμένα ο Αττικός είχε ορίσει να παίρνει κάθε Αθηναίος μια μνα το χρόνο από την περιουσία του. Ο Ηρώδης όμως αντί γι’ αυτό πρότεινε να δώσει σε κάθε Αθηναίο εφάπαξ πέντε μνες. Η πρότασή του έγινε δεκτή, αλλά τότε ο Ηρώδης έκανε συμψηφισμό της δωρεάς αυτής με τα ποσά που τυχόν του όφειλαν ορισμένοι από τους αποδέκτες της. Έτσι πολλοί Αθηναίοι πήραν μικρό υπόλοιπο, ενώ άλλοι έμειναν και χρεώστες. Γι’ αυτό έλεγαν σκωπτικά για τον Ηρώδη ότι το στάδιό του ονομαζόταν «παναθηναϊκό», γιατί κατασκευάστηκε από τα χρήματα που στερήθηκαν όλοι οι Αθηναίοι. Ακόμη περισσότερο όμως αποξένωσε τον Ηρώδη από τους Αθηναίους ο υπεροπτικός και σαρκαστικός χαρακτήρας του, τόσο που αναγκάστηκε να ζει αποτραβηγμένος με μικρό κύκλο φίλων και θαυμαστών του στα κτήματα που είχε στη γενέτειρά του, το Μαραθώνα ή στην Κηφισιά. Τελικά η αντίδραση των Αθηναίων εναντίον του βαθύπλουτου σοφιστή έγινε τόσο μεγάλη, ώστε τον χαρακτήριζαν τύραννο και επιδίωκαν την τιμωρία του από τις ρωμαϊκές αρχές. Η υπόθεση έφτασε ως το Μάρκο Αυρήλιο, από τον οποίο όμως ο Ηρώδης βρήκε κατανόηση, αφού ο αυτοκράτορας επέβαλε ελαφρές ποινές μόνο στους απελεύθερούς του. Μολαταύτα ο Ηρώδης πικράθηκε από το συμβάν, αποσύρθηκε για ένα διάστημα στο Ωρικό της Ηπείρου και όταν αργότερα γύρισε στην Αθήνα ζούσε και πάλι αποτραβηγμένος στην Κηφισιά ή στο Μαραθώνα. Μόνο μετά το θάνατό του οι Αθηναίοι θυμήθηκαν τις ευεργεσίες του και τον έθαψαν με μεγάλη συγκίνηση στο στάδιο που είχε κατασκευάσει γι’ αυτούς.

Το ποίημα

A του Ηρώδη του Aττικού τι δόξα είν’ αυτή.

Ο Aλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στας Aθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κ’ η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Aλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους  Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ’ εγώ.»—

Στην πρώτη ενότητα του ποιήματος ο Καβάφης βασίζεται σ’ ένα αληθινό περιστατικό προκειμένου να αναδείξει την εκπληκτική επιρροή που ασκούσε ο Ηρώδης ο Αττικός στους νέους της Αθήνας με την προσωπικότητα, το λόγο και τη διδασκαλία του.
Η δόξα του Ηρώδη είναι πράγματι μεγαλειώδης, όπως το σχολιάζει ο ποιητής στον πρώτο στίχο του ποιήματος, κι αυτό το διαπιστώνει ένας από τους γνωστούς σοφιστές εκείνης της εποχής, ο Αλέξανδρος από τη Σελεύκεια, όταν έρχεται στην Αθήνα για να μιλήσει και βρίσκει την πόλη άδεια. Όλη η νεολαία είχε ακολουθήσει τον Ηρώδη που βρισκόταν στην εξοχή.
Ο Αλέξανδρος γνωρίζοντας πως μόνο ο Ηρώδης θα μπορούσε να πείσει τους νέους να επιστρέψουν στην πόλη, του γράφει μια επιστολή παρακαλώντας τον να στείλει τους Έλληνες πίσω στην Αθήνα. Ο «καλός» σοφιστής αντιλαμβάνεται και αναγνωρίζει πως η εκεί παρουσία του δεν ήταν αρκετή να προσελκύσει το επιθυμητό ακροατήριο, χωρίς την παρέμβαση του Ηρώδη, ο οποίος είχε υπό τον έλεγχο του γοητευτικού του πνεύματος όλη την ελληνική νεολαία της πόλης.
Ο Ηρώδης απ’ τη μεριά του, μη θέλοντας να δυσαρεστήσει τον γνωστό σοφιστή, αλλά και έχοντας συνάμα επίγνωση πως οι Έλληνες δύσκολα θα απομακρύνονταν από κοντά του, απαντά στον Αλέξανδρο πως θα έρθει κι ο ίδιος μαζί με τους Έλληνες. Έτσι, στα μάτια του Αλέξανδρου η λεπτή αυτή κίνηση σήμαινε την πρόθεση του Ηρώδη ν’ ακούσει κι εκείνος τη διδασκαλία του, στην πραγματικότητα όμως είναι η μόνη επιλογή για να θελήσουν οι νέοι να έρθουν στην Αθήνα. Η επιρροή του Ηρώδη επάνω τους είναι απόλυτη.
Ας προσεχθεί πως η επιλογή του Αλέξανδρου να αποκαλεί τους νέους της Αθήνας Έλληνες και όχι Αθηναίους, προκύπτει λόγω της ρωμαϊκής κυριαρχίας που έχει πλέον φέρει μια ιδιότυπη ένωση των κάποτε αυτόνομων πόλεων κρατών υπό την ενιαία ελληνική εθνική ταυτότητα.  

Πόσα παιδιά στην Aλεξάνδρεια τώρα,
στην Aντιόχεια, ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφν’ αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη—
ποιος άλλος σοφιστής τ’ αξιώθηκεν αυτά;—
κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
οι  Έλληνες (οι  Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο. 

Η δόξα του Ηρώδη του Αττικού έχει φτάσει σε όλα τα σημαντικά πνευματικά κέντρα της εποχής, όπου σπουδάζουν οι αυριανοί ρήτορες του ελληνισμού, γεννώντας παντού θαυμασμό για το εκπληκτικό του επίτευγμα, για τη δυνατότητά του να γοητεύει σε τέτοιο βαθμό τους νέους της Ελλάδας.
Η δεύτερη αυτή ενότητα δεν βασίζεται σε κάποια πραγματική μαρτυρία, αποτελεί περισσότερο μια αφηγηματική προσπάθεια του Καβάφη να αποδώσει τον αντίκτυπο που θα είχε ή που θα έπρεπε να έχει, η πρωτόφαντη επίδραση του Ηρώδη του Αττικού.
Ο Καβάφης φαντάζεται, λοιπόν, τους νέους Έλληνες σπουδαστές της ρητορικής στα διάφορα πνευματικά κέντρα να μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια -εκλεκτά λόγω της ιδιαίτερης ποιότητας που έχει το νεανικό τους πνεύμα- και να συζητούν άλλοτε για τα ωραία ζητήματα της σοφιστικής κι άλλοτε για τα εξαίσια ερωτικά τους -εμφανής εδώ η καβαφική διάσταση του έρωτα, που υπονοούμενη δίνει έναν ξέχωρα θελκτικό τόνο.
Ο ποιητής δημιουργεί μια έξοχη εικόνα νεανικής ευδαιμονίας που συνδυάζει την υψηλή πνευματικότητα μ’ ένα διάχυτο ερωτισμό, αφού οι συζητητές είναι νέοι, και άρα το κάλλος της μορφής τους μπορεί να θεωρείται δεδομένο.
Κι ενώ η συζήτηση προχωρά σε τόσο ενδιαφέροντα θέματα, αίφνης οι νέοι σπουδαστές σιωπούν αφηρημένοι κι αφήνουν τα ποτήρια τους ανέγγιχτα, σκεπτόμενοι την τύχη του Ηρώδη, την απίστευτη αυτή τύχη, που επιτρέπει σ’ έναν σοφιστή να ασκεί τέτοια επίδραση στους Έλληνες. Ο όρος Έλληνες περικλείει εδώ όλη εκείνη την ξεχωριστή ποιότητα ενός λαού δοσμένου στα γράμματα και στις επιστήμες, ενός λαού με σαφή πνευματική υπεροχή έναντι ακόμη και των κατακτητών του∙ κι εκφράζει ουσιαστικά την αγάπη του ποιητή για την ελληνική ταυτότητα.
Αναρωτιούνται, λοιπόν, οι νέοι σπουδαστές, και μέσω αυτών ο ίδιος ο ποιητής, ποιος άλλος σοφιστής τα αξιώθηκε αυτά, να τον ακολουθούν οι Έλληνες σε ό,τι θέλει και σε ό,τι κάνει. Η λέξη Έλληνες επαναλαμβάνεται δυο φορές για έμφαση και τη δεύτερη φορά ακολουθείται από θαυμαστικό για να τονιστεί ακόμη περισσότερο το εκπληκτικό επίτευγμα του Ηρώδη, καθώς δεν πρόκειται για έναν οποιονδήποτε λαό, για έναν λαό, για παράδειγμα, που είναι συνηθισμένος να ακολουθεί άκριτα εκείνους που έχουν δόξα ή χρήματα. Πρόκειται για τους Έλληνες, οι οποίοι είναι πολύ αυστηροί στις κρίσεις τους, με μεγάλο εύρο παιδείας και έντονη αίσθηση υπερηφάνειας, για να ακολουθούν έναν άλλον άνθρωπο σε ό,τι θέλει και σε ό,τι κάνει.
Το γεγονός, άρα, ότι ο Ηρώδης έχει κατορθώσει να κάνει αυτόν τον μοναδικό λαό να τον ακολουθεί, χωρίς να κρίνει, χωρίς να συζητά και χωρίς να εκλέγει, φανερώνει την έκταση της πνευματικής του ανωτερότητας. Ο Ηρώδης δεν είναι ένας ακόμη σοφιστής, είναι ένα έξοχο πνεύμα, με αξεπέραστη γοητεία και ευφυΐα, που έχει κατορθώσει κάτι που δεν κατάφερε κανένας άλλος σοφιστής πριν από αυτόν.
Προσέχουμε, βέβαια, πως μέσα από τον ιδιαίτερα τιμητικό αυτό έπαινο που συνθέτει ο Καβάφης για τον Ηρώδη, προκύπτει η ανησυχητική, για τους κάποτε αδιαμφισβήτητα έξοχους Έλληνες, διαπίστωση πως έχουν σταδιακά απολέσει το απόλυτο της πνευματικής τους ανεξαρτησίας. Το γεγονός ότι ακολουθούν τον Ηρώδη χωρίς να κρίνουν, χωρίς να συζητούν και χωρίς να εκλέγουν -προφανής εδώ η έμφαση με το τρίπτυχο αυτών των αρνήσεων, που υποδηλώνει μια άνευ όρων αποδοχή της ανωτερότητας του Ηρώδη- συνιστά μια κατάσταση άγνωστη για τους Έλληνες.

Η ρωμαϊκή περίοδος, λοιπόν, βρίσκει τους Έλληνες να έχουν χάσει σημαντικό μέρος της πνευματικής τους εκείνης ιδιαιτερότητας που τους είχε οδηγήσει παλαιότερα σε αξεπέραστα επιτεύγματα. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X