Κείμενα του Κωνσταντίνου Μάντη στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό «Στάχτες»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Lucy West 

Κείμενα του Κωνσταντίνου Μάντη στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό «Στάχτες»


Ωστόσο αυτή η γυναίκα δε λέει να σωπάσει. Άκουσέ την.
Πώς δεν ακούει την ίδια τη φωνή της; Πώς μπορεί να μένει
κλεισμένη ασφυκτικά σε μια στιγμή παρωχημένου χρόνου,
παρωχημένων αισθημάτων; Πώς μπορεί, και με τι,
ν’ ανανεώνει αυτό το πάθος της εκδίκησης και τη φωνή του πάθους
όταν όλοι οι αντίλαλοι τη διαψεύδουν, τη χλευάζουν μάλιστα∙ οι αντίλαλοι
απ’ τις στοές, απ’ τις κολώνες, απ’ τις σκάλες, απ’ τα έπιπλα,
απ’ τα πιθάρια του κήπου, απ’ τις σπηλιές της Ζάρας, απ’ το υδραγω-
γείο,
απ’ τους σταύλους των αλόγων χαμηλά, απ’ τις σκοπιές των φρουρών
πάνω στους λόφους,
απ’ τις πτυχές των γυναικείων αγαλμάτων στο προαύλιο

κι απ’ τους ευγενικούς φαλλούς των πέτρινων δρομέων και δισκοβόλων;


Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.
Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.


Στα σκοτεινά έγκατά μας
κατοικεί κάποιος που το κλειδί κρατάει της ύπαρξής μας,
χαμένος πάντα, μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ’ τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας.


Να μπεις στο βλέμμα του,
να δεις το βλέμμα του:
ένας αλλότριος ουρανός,
που δεν υποπτευόσουν τους ανέμους, τα άστρα
ή έστω το όνομά του,
σκεπάζει την ταράτσα όπου κάθεσαι.


Οι νιφάδες που σε μουσκεύουνε δεν είναι του χιονιού∙
είναι τα παγωμένα δάκρυα των αδήλωτων φόβων.
Το ψύχος που σε τυραννά δεν είναι του καιρού∙
είν’ η άρνηση των φίλων ν’ αγαπήσουνε πληγές.


Άνδρες Αθηναίοι, τι μας κοιτάτε με περιέργεια;
Αυτός είν’ ο πατέρας μου, ο Οιδίποδας,
που κάποτε ήταν βασιλιάς τρανός και τώρα
γυρνάει στην αγορά σας πληγωμένος
από τη μοίρα, κουρελιάρης και τυφλός,
παίζοντας το χαλασμένο του οργανάκι.


Ποτέ δεν κατάφερα να πιστέψω ότι θα μπορούσε κανείς, είτε εγώ ο ίδιος είτε οποιοσδήποτε άλλος, να έχει τη βεβαιότητα ότι θα φέρει κάποια ανακούφιση, πραγματική ή βαθιά, στις δυστυχίες του ανθρώπου, κι ακόμα λιγότερο να τις γιατρέψει. Ούτε κατάφερα, όμως, να πάψω να το σκέφτομαι∙ η παραμικρή ανθρώπινη αγωνία -ή και μόνο το να τη φανταστώ- πάντα μου δημιουργούσε άγχος, κι ακόμα με αναστάτωνε, μου απαγόρευε να συγκεντρωθώ και ν’ αφιερωθώ στο «εγώ» μου.


Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να ’χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να ’σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας


Η πλατεία ήταν έρημη εκείνη τη νύχτα
Με τα κλειστά περίπτερα, τις ξεσκισμένες αφίσες.
Μύριζε καμένο ρούχο, στάχτη, πυρκαγιά.


Εσείς κινούμενοι τάφοι
ζωντανές προσβολές της ζωής
της ίδιας σας της σκέψης δολοφόνοι
ξόανα μ’ ανθρώπινες μορφές


Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σώρευσαν
     οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θες να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.


Όταν αγγίζω
τη χειρότερη σιγή
που δεν μπορώ με τίποτα
να τη συνδέσω
καθώς απλώνει γύρω η αβεβαιότητα
σαν το νερό στο πάτωμα
τρέχοντας απ’ τη ραγισμένη στάμνα
σκέφτομαι πόσο αδικήσαμε
τους ήχους όλων των πρωτογόνων.


Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά
και μπαίνεις. Φοράς άσπρο κάτασπρο
κουστούμι και λινά παπούτσια. Σκύ-
βεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις. Έχω μείνει
στη θέση που μ’ άφησες για να με ξανα-
βρείς. Όμως πρέπει νά ‘χει περάσει πο-
λύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύ-
νανε κι οι φίλοι με φοβούνται.


Αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο. Γύρω δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, αλλά τείχη που στενεύουν διαρκώς περσότερο, τέλματα στα οποία βυθίζομαι ολοένα. Αναρχούμαι από τις αισθήσεις μου.
Η παραμικρότερη υπόθεση γίνεται τώρα σωστή περιπέτεια. Για να πω μια κοινή φράση, πρέπει να τη διανοηθώ σ’ όλη της την έκταση, στην ιστορική της θέση, στις αιτίες και τα αποτελέσματά της. Αλγεβρικές εξισώσεις τα βήματά μου.


Κάτι πρωτόβγαλτα ως φαίνεται
στον κόσμο και στους νόμους του πουλάκια
κι εντούτοις ήδη κουρασμένα
γιατί δεν είναι τα φτερά
άπτωτη εύνοια και προνόμιο,
ρωτούν εμένα, ποιον, εμένα,
που είν’ το πλησιέστερο κλαδί
για ν’ ακουμπήσουν.


Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα∙
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
ζερβά κατέβαιναν απ’ το βουνό τ’ απόσκια:
«Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται.


Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ’ αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.


Να ‘χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ’ το παρά-
θυρο έξω! Να τσακίσω εκείνο που δε γίνεται! Κο-
ρίτσι που από το γυμνό σου στήθος σαν από σχεδία
κάποτε μ’ έσωσε ο Θεός
Και ψηλά πάνω απ’ τα τείχη με την ημισέληνο με πήγε
μην κι από δική μου


Και τώρα που πάμε; Και τώρα πώς; Σημάδι επιστροφής.
Δεν ακολουθείς και τηρείς την υπόσχεση της προδοτικής
—σιωπής σου.


Πώς να τ’ αντέξω τούτο τ’ όνειρο
έτσι που βγήκε απ’ την αρχή κλεμμένο.
Μετέωρα βήματα.
Τώρα, η ώρα της σιωπής
τώρα, του ανείπωτου πόνου οι μέρες.


Οι ίδιες ταπεινώσεις πάλι σήμερα, τα ίδια λάθη, οι συμβι-
     βασμοί,
το δουλικό χαμόγελο, μπροστά σε κείνον που περιφρονείς,
το όρθιο μαχαίρι, που σφάζεις μέσα σου κι αυτόν και το χα-
     μόγελό σου,
η μοναξιά, η μεταμέλεια, η οδυνηρή σου ανάγκη για μεγάλες
     πράξεις
που δεν έγιναν ποτέ, τα φαγωμένα σου τακούνια,
το ακαθόριστο αίσθημα μιας τρομερής σου αξίας, μιας δύνα-
     μης αφανέρωτης
που την κρύβεις μ’ επιμέλεια για τη μεγάλη ώρα, και μαζί η
     πικρή υποψία
πως δεν κρύβεις τίποτα, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα δε
     θαρθεί ποτέ


Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα.


Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μέσ’ στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς


Μη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.


οι φωταψίες του έρωτα
σαν άνεμος ωτακουστής σε σύννεφο διαβατικό
λες και το κρύσταλλο των τραγικών ματιών σου
τα μακρυά μαλλιά σου μέχρι τα κύματα της ακρογιαλιάς
τα δέσαν άστρα σε βράχια αρμονικά
οπτασίες στην προσευχή που δέονται τα φύκια
στο γαλάζιο κοντύλι τ’ ουρανού


Επί ενός βράχου ισταμένη, σε φως αιθρίας απολύτου, λύει τον κότσον της γυμνή και εμμελής, η Αμαρυλλίς.
Η κόμη της, λυομένη, παρέχει την δυνατότητα να δεθή εκ νέου. Και η λύουσα την κόμην, γνωρίζουσα τούτο και τερπομένη με την λύσιν, τέρπεται επί πλέον, προβλέπουσα και οραματιζόμενη δέσεις και λύσεις μελλοντικάς.


ΚΑΤΑΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:
ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!
     Ο αναίσθητος
που όταν όλοι εμείς θρηνούμε αυτός αγαλλιά
     και όταν όλοι πάλι αγαλλιούμε
αυτός αναίτια σκυθρωπιάζει.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X