Σοφία Παπαχριστοφίλου «Από φεγγίτη μικρό» (ποίηση)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Σοφία Παπαχριστοφίλου
«Από φεγγίτη μικρό» (ποίηση)
Εκδ. Γαβριηλίδης, 2016

Γράφει ο: Δρ. Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, φιλόλογος

Η Πόλη και ο Έρωτας
            Η ποιήτρια Σοφία Παπαχριστοφίλου, παρουσιάζεται στο κοινό με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Από φεγγίτη μικρό» αποφασίζοντας να μοιραστεί μαζί μας τα Πολίτικα βιώματά της (στο πρώτο μέρος της συλλογής) και τη λαχτάρα της για τον εξιδανικευμένο έρωτα (στο δεύτερο μέρος της συλλογής).
            Ο τίτλος «Από φεγγίτη μικρό» μας προϊδεάζει πως πρόκειται για  μια βιωματική ποίηση, αφού όλα όσα παρατηρεί, αισθάνεται, βλέπει, ακούει, νιώθει, θαυμάζει και λαχταρά από το μικρό φεγγίτη, επιθυμεί να μας τα μεταφέρει με την ποίησή της κάνοντάς μας συνοδοιπόρους της σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι.
            Το πρώτο μέρος της συλλογής της τιτλοφορείται «Φεύγοντας τα καΐκια» και κινείται «κυκλικά». Ξεκινά από το  « Βόσπορο» και καταλήγει στον «Πύργο του Λέανδρου» που βρίσκεται στη μέση του Βοσπόρου. Η μετοχή «φεύγοντας» στο σημείο αυτό δηλώνει «συμμετοχή». Φεύγοντας, αλλά όχι μόνη. Από τη μια, η ποιήτρια νιώθει πως είναι κοντά σ’ αυτούς που μπήκαν στα καΐκια, όσοι πρόλαβαν, για να σωθούν από τη μεγάλη σφαγή του ’22.
            «Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα / φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές / ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους βιος / μέσα σ’ ένα πουγκί». Μια σκιά ανάμεσά τους είναι κι αυτή.
            Από την άλλη, παίρνει τον αναγνώστη – συνοδοιπόρο της «από το χέρι και περιδιαβαίνει μαζί του στα σοκάκια της Πόλης, για να μυρίσουν μπαχάρι και κανέλλα και τον φιλέψει σερμπέτι Πολίτικο. Να μυρίσουν γιασεμί και νυχτολούλουδο. Έντονα αρώματα, πολύχρωμες εικόνες, δυνατές συγκινήσεις. Συμφύρονται οι αισθήσεις για να περιγράψουν τη Βασιλεύουσα.
            «Στα σοκάκια της μαγεμένης Πόλης / έτρεχαν τα μικρά παιδιά / αμέριμνα παίζανε βόλους και σκοινάκι / ενώ το νυχτολούλουδο / παρέα με το γιασεμί / κεντούσε ευωδιαστά το αεράκι / χανόταν στο γαλάζιο του ουρανού».
            Το ποιητικό μας ταξίδι αρχίζει με τον «Βόσπορο», ολόφωτο: «Ο Βόσπορος λαμπύριζε / στραφτάλιζε στον ήλιο / που έβγαινε τολμηρός, αγέρωχος / αλλά και χειμωνιάτικος». Υπαινικτική γραφή για τα ιστορικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν...               
            Η Παπαχριστοφίλου, αισθάνεται το χρέος να αποτίσει φόρο τιμής στη Βασιλεύουσα και να μιλήσει για τον πολιτισμό της, την ομορφιά της, τον ήλιο της, τη μοναδικότητά της. «Μοναδική, εντυπωσιακή, πορφυρογέννητη / Πόλη εσύ, Κωνσταντινούπολη / ακτινοβολώντας Βυζάντιο και Πορφύρα». Και πάλι: «Κανείς δεν σε κατέκτησε στ’ αλήθεια / αφού μόνη μπορείς και σαγηνεύεις όλους».
            Συνωμοτούν οι λέξεις με τις εικόνες, τις ανθισμένες μυρωδιές και τα χρώματα για να αποδώσουν το μεγαλείο της μεγάλης Κυράς. «Πόλη του ονείρου / και του στεναγμού / της ιστορίας και της θύμησης / λουλουδιασμένη και πευκόφυτη. / Ανθούσα / με μοσχοβολιά φίνου ενός γιασεμιού / αριστοκρατική λάμψη της ορχιδέας».
            Στο πρώτο μέρος της συλλογής, η Πόλη προσωποποιείται. Παίρνει τη μορφή όμορφης Κυράς, που την ερωτεύονται και την λατρεύουν. «Πολλοί σε λάτρεψαν / σε ερωτεύτηκαν παράφορα». Ακόμα και οι κατακτητές της… Η πραγματική ιστορία μετουσιώνεται σε ποίηση. Η ποίηση της Σοφίας Παπαχριστοφίλου, δεν είναι στατική. Με τους στίχους της κινείται στο χτες και στο σήμερα, στο τότε και στο τώρα, υφαίνοντας εικόνες που συμφύρονται με τα συναισθήματά της και τις διαθέσεις της.   
            «Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα / κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος», «Πόλη των πόλεων / ο πόθος της για σένα / πόλεμος σφοδρών κατακτητών». «Μια πόλη αξιολάτρευτη, γητεύτρα μου / της σκέψης μου και της καρδιάς μου».
            Η εκφραστική δύναμη των εικόνων έλκεται από την ψυχική κορύφωση της ποιήτριας, που δημιουργείται από την αγάπη της για την Πόλη. Η Πόλη είναι το κέντρο του πρώτου μέρους της συλλογής. Ο ορισμένος χώρος σ’ ένα αενάως κινούμενο χρόνο.
            Και ο χρόνος την μεταφέρει στο σήμερα που η αντάρα, των όσων συνέβησαν στις Χαμένες Πατρίδες, έχει κοπάσει. Έτσι με ποιητική αποστροφή, απολογείται για τα λάθη μας, τις παραλείψεις μας και τις αστοχίες μας, στον Ελληνισμό των Χαμένων Πατρίδων, μέσα από το ποίημά της «Ίμβρος».
            «Συγγνώμη για όσα περάσατε / ενώ εμείς κωφεύαμε / μες στην ασφάλειά μας / ανδρείοι Έλληνες εσείς /  πώς στην πραγματικότητα / με σθένους και υπομονή θαρρώ / Φρουρείτε Θερμοπύλες».
            Μαγεύεται από την ομορφιά των Πριγκηπόννησων, τη Χάλκη, της Πρίγκηπο, την Πρώτη, την Αντιγόνη, τις διαμαντόπετρες στο δαχτυλίδι της Βασιλεύουσας και παίρνοντας χρώματα από την παλέτα της ψυχής της, μας τα περιγράφει τόσο λυρικά:
              «Πριγκηποννήσια δροσερά / διαμάντια του Βοσπόρου / του Μαρμαρά δροσοσταλιές / πευκόφυτα πετράδια. / Της πρώτης κοκκινόχωμα / οι γλάροι αγναντεύουν / της Αντιγόνης θαλασσί / το σμαραγδί το χρώμα. / Η Χάλκη και η Πρίγκηπος / ακολουθούν μαζί τους. / πράσινες λουλουδάτες / στης θάλασσας το κύμα πινελιές / ακροβατούν αγέρωχες / αρχοντογεννημένες / γεμάτες ενθυμήματα παλιά / γλυκά κι αγαπημένα».
            Το ταξίδι μας με την ποιήτρια ολοκληρώνεται με το τελευταίο ποίημα του πρώτου μέρους: «Ο Πύργος του Λεάνδρου». Διακρίνονται αμφισημίες, αφού η άμυαλη Κόρη που ξέχασε να ανάψει τον φάρο και έγινε η αιτία να χαθεί ο καλός της, ο Λέανδρος, μπορεί σε μια δεύτερη ανάγνωση να συμβολίζει τις πολιτικές αστοχίες που κατά καιρούς έγιναν και άφησαν να χαθεί ο Ελληνισμός σ’ εκείνα τα μέρη. Η λυρική περιγραφή του συμβάντος της Ηρούς και του Λέανδρου όμως, μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε το ποίημα αυτό ως ύμνο στην αγάπη. Η Ηρώ, μόλις χάθηκε ο Λέανδρος, έπεσε στη θάλασσα για να είναι μαζί του για πάντα, έστω και στην άλλη ζωή, αφού το ριζικό τους ήταν έτσι γραμμένο.   
            «Πύργος λευκός ψηλόλιγνος / στη μέση του Βοσπόρου / ορθός στέκει αγέρωχος / στον άνεμο στο κύμα / κρύβει καλά το μυθικό / του τραγικού συμβάντος. / Μες στην αντάρα του χιονιά / και το βουνίσιο κύμα / μάταια η κόρη πρόσμενε / να έρθει ο καλός της. / Ο φάρος μένοντας σβηστός / από την αμυαλιά / ή και από το φύσημα του δυνατού βοριά. / Η αδηφάγος θάλασσα τον πήρε στο βυθό της / κι η κόρη τον ακολουθεί / αφού ήταν ριζικό της».  
            Η αγάπη και ο δυνατός έρωτας, όμως, ζωντανεύουν την κόρη και στο δεύτερος μέρος της ποιητικής συλλογής «Συλλέγοντας στιγμές», γίνεται το ποιητικό υποκείμενο που κινείται στο χώρο και στο χρόνο, υμνώντας την αγάπη και τον Έρωτα. Την αγνή αγάπη και τον εξιδανικευμένο Έρωτα. Έτσι γίνεται η γέφυρα που ενώνει τα δύο μέρη της συλλογής και τα καθιστά οργανικά και αναπόσπαστα.
            Απευθύνεται σ’ ένα «συ» απροσδιόριστο και γι’ αυτό ακριβώς αποκτούν διαχρονικότητα τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας της Παπαχριστοφίλου. Εννοώ πως, στη θέση του ποιητικού υποκειμένου θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς (ταύτιση με την ποιήτρια) και στη θέση του «συ» ό,τι ο καθένας μας αγαπάει.
            Άλλωστε, η ποιητική τέχνη της Σοφίας Παπαχριστοφίλου έγκειται στην ικανότητά της να μας μεταδίδει το συναίσθημα πλέριο και γι’ αυτό η ποίησή της δεν είναι ανεπίδοτη.
            Υμνεί λοιπόν τον Έρωτα και την Αγάπη. Τον εξιδανικευμένο Έρωτα. Ίσως αυτός μείνει ανεκπλήρωτος ή απλά στη σφαίρα του αναμενόμενου ή ίσως και να βιωθεί. Για την ποιήτρια δεν έχει σημασία αυτό. Κεντρώνει την καρδιά της και ξεχειλίζει αγάπη. Ό,τι βιώνεται ως συναίσθημα γίνεται ποίηση. Ο Έρωτας είναι η αιτία. Ο γλυκύς και επώδυνος, ο φθείρων αλλά άφθαρτος, ο ρητός και άρρητος έρωτας.
            «Εσύ που τα όνειρά μου κεντάς / σταθερά με βελονιές / αιχμηρές κι ανεξίτηλες». «Τη ψυχή μου μαγεύεις / τις αισθήσεις υποτάσσοντας / η καδιά μου αιχμαλωτίστηκε / χωρίς να το ξέρει».
            Ποιήματα ψηφίδες που δημιουργούν το ψηφιδωτό της Αγάπης. Μια «άγια» αγωνία και «ιερή» λαχτάρα, μια πεθυμιά για τον έρωτα που θέλουμε να ζήσουμε όλοι μας. Και γι’ αυτό μέσα από τα ποιήματα της Παπαχριστοφίλου, βρίσκουμε τη λύτρωσή μας, «Οι λέξεις που δεν τολμώ / να σου προσφέρω / τη ψυχή μου στοιχειώνουν / την καρδιά μου». Μας εκφράζουν απόλυτα, αφού η «Συλλέκτρια» συλλέγει και τις στιγμές μας και τις μετουσιώνει σε ποίηση. Κοινό μυστικό τα νοήματα των ποιημάτων της.
            Αισθητοποιεί την αγωνία της για τα βιωμένα αισθήματα του έρωτά της για το «συ» με μια διάθεση εξομολογητική.
            Ιχνηλατώντας στα χνάρια που αφήνει ο Έρωτας στη ζωή μας, διαπιστώνει ακόμα, πως αν κι αυτός πληγώνει ή είναι ανεκπλήρωτος δεν αποτελεί φθοροποιό δύναμη, αλλά ευεργετική. Και τούτο γιατί αποτελεί ένα κίνητρο για να υπάρχει ο άνθρωπος στη ζωή, ένας λόγος για να ζει. Κίνητρο ζωής. Η ποιήτρια «συλλέγει στιγμές» και τις μεταμορφώνει σε ποίηση. Η παρουσία του ποιητικού υποκειμένου στην ενότητα αυτή σηματοδοτεί την απουσία της απογοήτευσης που αποπνέει ένας μη βιωμένος και άρα ανεκπλήρωτος έρωτας.
            «Ο έρωτας ανεκπλήρωτος / ε και; / Καλύτερα για να ’χεις κάτι / να κυνηγάς / ένα στόχο να παλεύεις / να επιμένεις, να υπάρχεις / να κρατιέσαι ζωντανός».
            Στίχοι γεμάτοι λαχτάρα και αγωνία:
            «Κομμάτια η ψυχή, ριγμένη στο χώμα / ο νους σκορπισμένος, εσένα ζητά».    
            Στίχοι διαμάντια: πολύτιμοι, πανέμορφοι, κοφτεροί όμως. Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται στην πεμπτουσία της ζωής, το ανθρώπινο συναίσθημα: «Αδιάκοπο κυνήγι / μαρτύριο ευτυχίας / οι στιγμές μου μ’ εσένα». Αλλού αγωνιά μήπως χαθεί: «Γράφω για σένα / νιώθω ότι  μου φεύγεις / απομακρύνεσαι σταθερά. / Το αύριο σκέφτομαι / δε θέλω να έρθει / χωρίς εσένα», αλλού λυπάται για το τέλος του: «Κάτι τελειώνει και πονάει / κομματιάζει την ψυχή / τα συναισθήματα αποστεώνει», αλλού τον χαίρεται και τον απολαμβάνει: «Ζεις και υπάρχεις /  κάνοντάς με ζωντανή να νιώθω. / Εμφανίζεσαι –  ο ήλιος / λαμπερός ανατέλλει / στις καυτές του ακτίνες. / Και η μέρα μου δες, αρχίζει / ενώ εσύ χαμογελάς».
            Ο έρωτας. Ο έρωτας και το παιχνίδι του. Ο έρωτας και τα βέλη του. Πόσο αυθόρμητα και όμορφα η Σοφία Παπαχριστοφίλου, μας σημαδεύει με τις λέξεις της και πάλλει τις χορδές της ψυχής μας. Με το δοξάρι της ποίησής της ο έρωτας γίνεται μελωδικός, γλυκός, ακόμα κι αν μας έχει πονέσει, ακόμα κι αν έχει παραμείνει στη σφαίρα του ανεκπλήρωτου. Τα πάθη του Έρωτα τελειωμό δεν έχουν. και τα στοιχεία της φύσης ακόμα, συμπονούν  και συμπάσχουν στο θείο αυτό συναίσθημα και στην γλυκόπικρη γεύση του:
            «Δαγκώνω τον χρόνο / που αμείλικτος τρέχει / μαζί του σε παίρνει / κομμάτια μ’ αφήνει. / Ουρλιάζω στη νύχτα / σαστίζουν τα σύννεφα / χλωμό το φεγγάρι / μαζί μου θρηνεί. / Κι ο ήλιος σταμάτησε / τη γη να φωτίζει / καθώς οι αχτίδες του / παγώσανε πια». 
            Από τεχνικής πλευράς η ποιητική συλλογή «Από φεγγίτη μικρό», η ποίηση είναι απλή, αλλά όχι απλοϊκή – η γλώσσα λιτή, απέριττη, ακριβώς γιατί η ποιήτρια επιθυμεί να επι-κοινωνήσει με τον αναγνώστη της. Χωρίς συμβολισμούς και βερμπαλισμούς, αντίθετα με λέξεις εύστοχες και καθαρές, τα ποιήματά της αποκτούν μεγάλη αξία. Ύφος χαμηλόφωνο, νοσταλγικό, εξομολογητικό.  
            Με την καθαρότητα του λόγου της και τον αυθορμητισμό της, κατορθώνει να δονήσει τη ψυχή μας, να εγείρει αναμνήσεις και σκέψεις μεγάλες και σημαντικές. Εξυψώνει το συναίσθημά μας, μας λυτρώνει και μας καθαίρει, χωρίς κορώνες και εξάρσεις εκφραστικές. Τα ποιήματά της προσφέρουν στέγη στα βιωμένα ή εν δυνάμει βιούμενα ανθρώπινα συναισθήματα. Υπακούει στο ρυθμό της καρδιάς και αυτό είναι το στίγμα της. Μ’ αυτό το στίγμα εν σπέρματι κυοφορείται η μελλοντική της ποίηση. Μετασχηματίζοντας τις μετοχές των δύο τίτλων της συλλογής της (φεύγοντας και συλλέγοντας) σε ρήμα, επιτρέψατέ μου να διαβάσω: Φεύγω (για λίγο), συλλέγω (στιγμές και μνήμες) και υπόσχομαι να τα ξαναπούμε. Άλλωστε από το μικρό φεγγίτη θα εξακολουθεί να μπαίνει φως.          

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X