Γιώργος Σεφέρης «Έγκωμη»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Design Turnpike

Γιώργος Σεφέρης «Έγκωμη»

Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός∙ από μακριά φαι-
     νόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου - κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη∙ το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ’ αγκάθια τριγυρίζαν
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες∙ θα ‘χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.

Κι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ’ αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά∙ τειχιά δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι
του αρχαιολόγου ναρκοδότη ή του χειρουργού.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δούλευαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ’ ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.

Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι ήταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ’ ουρανού, κι ήτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει.
Τα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ’ τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ’ άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,
χορός ακίνητος.

Κι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν άγγιζαν
γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα.
Και ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν’ ανεβαίνει∙
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.
Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν∙ μια ανάληψη.
                                          Ο κόσμος
ξαναγινόταν όπως ήταν, δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.
                                         Αρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά∙
κι όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ’ αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.

[Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄]

Έγκωμη. Πανάρχαιη πολιτεία, χτισμένη ανάμεσα στα δύο ποτάμια που χύνονται στον κόλπο της Αμμοχώστου (ο Πηδιάς και ο Γιαλιάς). Αναρίθμητοι τάφοι μαρτυρούν τη μακραίωνα ιστορία της. Η μεγαλύτερη ακμή της χρονολογείται κατά τη μέση εποχή του χαλκού∙ επέζησε όμως ως τα μέσα του 11ου αιώνα π.Χ., οπότε οι κάτοικοι την εγκατέλειψαν για να εγκατασταθούν βορειότερα, στη Σαλαμίνα. Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα μυκηναϊκά ευρήματα: οι ανασκαφές της σουηδικής αποστολής το 1932 έφεραν στο φως θαυμάσια χρυσά κοσμήματα και τη σκαλιστή φιλντισένια θήκη που βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο. Οι ανασκαφές που έκανε από το 1948 και κατόπιν η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, με την καθηγητή Claude Schaeffer, και συνέχισε αργότερα το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου αποκάλυψαν ολόκληρη μυκηναϊκή πολιτεία η οποία, σύμφωνα με νεότερα συμπεράσματα, ήταν αυτή που γνώρισε μεγάλη ακμή το 1600-1200 π.Χ., εξαφανίστηκε το 1050 π.Χ., πιθανόν από σεισμό, και είχε το όνομα Αλασία (ή Αλάσια).

Στο ποίημα αυτό ο Γιώργος Σεφέρης μετουσιώνει σε ποιητικό λόγο τις εντυπώσεις του από την επίσκεψή του στο χώρο των ανασκαφών στην Έγκωμη το Νοέμβρη του 1953. Χάρη, βέβαια, στην οξυμένη αντίληψη του ποιητή και στην πολιτική του σκέψη, το αποτέλεσμα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας αναδιήγησης γεγονότων ή μιας απλής καταγραφής εικόνων∙ ο ποιητής προχωρά πολύ βαθύτερα και μας δίνει μια πολιτικών διαστάσεων δήλωση για την τότε κατάσταση στην Κύπρο.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Σεφέρης δημιουργεί εδώ τη δική του εκδοχή της σολωμικής «Φεγγαροντυμένης» την οποία τοποθετεί όχι στην επιφάνεια του νερού, αλλά την αναδύει μέσα από το χώμα της κυπριακής γης, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη εικόνα αποδέσμευσης και απελευθέρωσης. 

«Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός∙ από μακριά φαι-
     νόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου - κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη∙ το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ’ αγκάθια τριγυρίζαν
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες∙ θα ‘χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.»

Η εισαγωγική στροφή παρουσιάζει με ήπιο λυρισμό το τοπίο της Έγκωμης, όπως το αντίκρισε ο ποιητής καθώς πλησίαζε στον ιστορικό αυτό χώρο. Ένας πλατύς και στρωτός κάμπος, στον οποίο μπορούσε κανείς να δει από μακριά τη χαρακτηριστική κίνηση των χεριών εκείνων που έσκαβαν στην περιοχή. Η ματιά του ποιητή, ωστόσο, απομακρύνεται για μια στιγμή απ’ τους ανθρώπους και στρέφεται ψηλότερα, στον ουρανό, όπου τα σύννεφα με τις καμπύλες τους στολίζονταν ανά διαστήματα από χρυσές και ρόδινες ακτίνες του απογευματινού ήλιου. Ενώ, κάτω στη γη, στο λιγοστό της χορτάρι και στ’ αγκάθια, μπορούσε κανείς να αισθανθεί τις διακριτικές ανάσες δροσιάς που έρχονται μετά τη βροχή, και πιο πέρα, διακρίνονταν τα βουνά που σιγά-σιγά έπαιρναν χρώμα από τον ήλιο που άρχιζε την καθοδική του πορεία.   

«Κι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ’ αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά∙ τειχιά δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι
του αρχαιολόγου ναρκοδότη ή του χειρουργού.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.»

Ο ποιητής πλησιάζει τους ανθρώπους που πραγματοποιούν την ανασκαφή∙ άντρες και γυναίκες με τις αξίνες τους μέσα σε χαντάκια, επιχειρούν να φέρουν στο φως τα απομεινάρια μιας κάποτε ένδοξης πόλης. Από την παλιά αυτή πολιτεία μπορούσε κανείς να δει τα ίχνη των τειχών, των δρόμων και των σπιτιών, που αναδύονταν από το έδαφος σαν πετρωμένοι μύες Κυκλώπων, δημιουργώντας έναν εντυπωσιακό χάρτη όσων απέμειναν από την τότε ανθρώπινη δραστηριότητα. Πρόκειται για μια έξοχη παρομοίωση, μέσα από την οποία ο Σεφέρης κατορθώνει να μεταδώσει την αίσθηση του μεγέθους και της αποπνέουσας δύναμης των θεμελίων της παλιάς πόλης, που σιγά σιγά έρχονται εκ νέου στο φως.
Το όλο θέαμα, ωστόσο, προκαλεί μια πικρή αίσθηση στον ποιητή, καθώς όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει, μοιάζει με την ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης∙ μιας δύναμης που κάποτε προσέφερε πολλά, μα τώρα κείτεται υπό το διερευνητικό μάτι του αρχαιολόγου «ναρκοδότη», του αρχαιολόγου που δρα σαν τον αναισθησιολόγο ή τον χειρουργό μιας μετά θάνατον επέμβασης∙ μιας θλιβερής νεκροψίας.
Ό,τι κάποτε έσφυζε από ζωή, τώρα δεν είναι παρά το φάντασμα μιας άλλοτε εμφανώς ισχυρής πολιτείας, η χλιδή του τότε πλούτου, τα υφάσματα των πολυτελών ενδυμάτων, όπως και τα χείλη των ανθρώπων, όλα χωνεμένα παρουσιάζονται νεκρά και διαλυμένα στα μάτια των αρχαιολόγων και των παρατηρητών. Σαν να έχει κάποιος ανοίξει διάπλατα τα παραπετάσματα, που μέχρι πρότινος έκρυβαν τον πόνο του ολέθρου, κι έχει αφήσει τον τάφο όλων αυτών των ανθρώπων να φαίνεται πια γυμνός, μα και αδιάφορος, εφόσον ελάχιστοι μπορούν να αισθανθούν πλέον την οδύνη της πανάρχαιας πολιτείας.
Η πραγματικότητα της εγκατάλειψης και της συντριπτικής παρακμής, δημιουργεί αρνητικούς συσχετισμούς στη σκέψη του ποιητή, εφόσον αυτή είναι ή ενδέχεται να είναι η μοίρα των προσπαθειών τόσο των μεμονωμένων ατόμων, όσο και ολόκληρων ανθρώπινων κοινωνιών. Ο ποιητής αντικρίζει τα απομεινάρια της Έγκωμης και σκέφτεται πιθανώς πως μια τέτοια κατάληξη μπορεί να έχει συνολικά ο ελληνικός πολιτισμός της Κύπρου, αν οι Βρετανοί πετύχουν το στόχο τους να αλλοτριώσουν την ελληνική συνείδηση των ανθρώπων του νησιού. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως το 1953 η Κύπρος βρισκόταν ακόμη υπό τον έλεγχο της Βρετανίας κι οι ξένοι αυτοί «αφέντες» ήθελαν με κάθε τρόπο να σπάσουν τους δεσμούς αίματος της Κύπρου με την Ελλάδα, προκειμένου να σταματήσουν τις διεκδικήσεις ανεξαρτησίας των Κυπρίων, κι ακόμη περισσότερο να τερματίσουν το όραμα της Ένωσης με την Ελλάδα.
Χαρακτηριστικές ως προς αυτό οι ακόλουθες σκέψεις του Σεφέρη: «Από το καλοκαίρι του ’53 που πήγα στην Κύπρο (ξαναπήγα και φέτο) και προσπάθησα να προσέξω και να ιδώ όσο μπορούσα από πιο κοντά, τούτο με βασανίζει: Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Έλληνες που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων (το Κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα «κουλτούρας» με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη), και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων «πολιτική προπαγάνδα»...
[Γιώργος Θεοτοκάς & Γιώργος Σεφέρης, Αλληλογραφία (1930-1966), φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, Ερμής 1975]

«Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δούλευαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ’ ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.»

Ο ποιητής κοιτάζει προς τη μεριά των ανθρώπων που εργάζονται στο χώρο της ανασκαφής, βλέπει τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα τους που χτυπούν με γρήγορο και βαρύ ρυθμό το νεκρό πια χώρο της Έγκωμης, και σκέφτεται πως είναι σαν να περνάει από τα αρχαία αυτά χαλάσματα ο «τροχός της μοίρας». Είναι σαν να επανέρχεται εκ των υστέρων η πανίσχυρη δύναμη της μοίρας, που τότε καθόρισε την εγκατάλειψη και την καταστροφή της αρχαίας πολιτείας, και τώρα αναζητά να αναδείξει τα καθαγιασμένα απομεινάρια εκείνου του πολιτισμού, θέλοντας, ίσως, να υπενθυμίσει την άφευκτη πορεία που διατρέχει τα ανθρώπινα∙ κάθε γέννα έχει το θάνατό της και κάθε ακμή έχει την παρακμή της.
Η ανασύνθεση της ιστορίας της Έγκωμης θα γίνει με βάση τα όσα θα έρθουν στο φως στο πλαίσιο της ανασκαφής και με βάση τα λογικά συμπεράσματα που θα προκύψουν από τη μελέτη αυτών των στοιχείων∙ δεν θα είναι, όμως, παρά μια πιθανολογική αφήγηση, που θα έχει σημαντικά κενά, αφού η ίδια η «μοίρα» θα καθορίσει τι θα φανερωθεί εκ νέου και τι θα έχει χαθεί οριστικά. Η ίδια η μοίρα θα έχει αφανίσει διαπαντός την ιστορία πολλών ανθρώπων που έζησαν εκεί∙ θα έχει αφανίσει τις πράξεις, τα όνειρά τους και τις προσδοκίες τους.
Κάποια από τα συμπεράσματα που θα προκύψουν, μάλιστα, ενδέχεται να απέχουν πολύ από την αλήθεια, εφόσον θα λείπει το σύνολο της εικόνας που θα επέτρεπε να «διαβαστεί» ορθότερα η ιστορία της κατεστραμμένης πολιτείας.
Μια λανθασμένη ανάγνωση της ιστορίας που μπορεί να βρει το ανάλογό της στο τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι χάνουν επαφή με την αλήθεια της καταγωγής τους. Οι Κύπριοι, που τόσο επίμονα ζητούσαν την Ένωση με την Ελλάδα, θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε διαφορετικές επιδιώξεις, αρκεί να τους αφαιρούνταν η επίγνωση πως η Ελλάδα ήταν η μητρική τους πατρίδα. Κι αυτό ακριβώς επιδίωκαν συστηματικά οι Βρετανοί. Ο Γιώργος Σεφέρης σημειώνει στο ημερολόγιό του (Παρασκευή, 1η Οκτώβρη 1954): «Μ., λέει, μίλησε στο F.O.: εξέφρασε άποψη αναγνωριστούν πνευματικοί δεσμοί με Ελλάδα. Απάντηση: αν γίνει αυτό χάνομε Κύπρο σε δύο μήνες. Προσθέτει ότι του είπαν πως μας θεωρούν ως second rate ally μετά Τουρκία.
Ήθελαν να αλλάξουν πολιτική όσον αφορά παιδεία – να σφίξουν τα μέτρα προς τον εξαγγλισμό.»
Αυτή την εποχή, στο Foreign Office προΐστατο ο Anthony Eden. Το 1955, όταν έγινε πρωθυπουργός και σχεδίαζε την Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου, είχε υπ’ όψη, αν πετύχαινε ο αντικειμενικός στόχος, να ιδρύσει Πανεπιστήμιο στην Κύπρο, με σκοπό να αποκόψει πνευματικά του Κυπρίους από την Ελλάδα: «Νομίζω ότι αν τα σχέδιά μας για μια συνδιάσκεψη με τους Έλληνες και τους Τούρκους στο θέμα της Κύπρου εξελιχθούν όπως ελπίζουμε, θα ήταν πολύ σημαντικό να είμαστε έτοιμοι να ανακοινώσουμε το συντομότερο ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ανάπτυξης για την αποικία. Αυτό θα δημιουργήσει στους Κυπρίους μια ευνοϊκή προοπτική και πιθανόν να έχει, με την πάροδο του χρόνου, κάποια επίδραση στη στάση τους ως προς το ζήτημα των δεσμών με τη Μεγάλη Βρετανία. Εφ’ όσον η προσφορά ενός φιλελεύθερου συντάγματος πρόκειται να γίνει μετά τη συνδιάσκεψη, θα ήταν καλό αν μπορούσε ταυτόχρονα να ανακοινωθεί και το σχέδιο ανάπτυξης. Η παιδεία έχει, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερη σημασία. Θα έχουμε ίσως πολλά να κερδίσουμε από την παροχή ενός ιδρύματος πανεπιστημιακού επιπέδου, συνδεόμενου με τα δικά μας πανεπιστήμια, που θα βοηθούσε ώστε να αποκοπούν οι Κύπριοι από την πολιτιστική έλξη της Αθήνας.» Σε σύντομο διάστημα καταρτίστηκε ένα σχέδιο ανάπτυξης με κόστος 30 εκατ. λιρών περίπου και έγινε ο προγραμματισμός μιας νέας Παιδαγωγικής Ακαδημίας.
(Anthony Eden, Full Circle, Cassell, London 1960)

«Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι ήταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ’ ουρανού, κι ήτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει.»

Καθώς η ανασκαφή προχωρά και σύντομα πρόκειται να έρθει στο φως -εντελώς αιφνίδια- μια θεότητα, ο Σεφέρης αξιοποιεί το σχήμα της ακινησίας που προηγείται της θεϊκής επιφάνειας, όπως αυτό το βρίσκουμε στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Λίγο προτού γεννηθεί ο Χριστός, ο Ιωσήφ βιώνει για μερικές στιγμές μια συγκλονιστική εμπειρία∙ τόσο ο ίδιος, όσο και καθετί γύρω του μοιάζει να «παγώνει» μέσα στο χρόνο. Ό,τι επέρχεται είναι τόσο απόλυτα σημαντικό, ώστε ο χρόνος χάνει στιγμιαία τη δύναμη και την αξία του.
«18. 1. Εκεί βρήκε ένα σπήλαιο, την έβαλε μέσα και άφησε τους γιους του να την φροντίζουν. Κατόπιν βγήκε να αναζητήσει μαμή στα μέρη της Βηθλεέμ. 2. Εγώ ο Ιωσήφ περπατούσα και όμως δεν προχωρούσα, έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και είδα τον αέρα πλημμυρισμένο με φως, σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό και τον είδα σταματημένο και τα ουράνια πουλιά ακίνητα. Και κοίταξα προς τη γη και είδα χάμω μια σκάφη και εργάτες ανασηκωμένους με τα χέρια μέσα στη σκάφη∙ όσοι έτρωγαν δεν έτρωγαν και όσοι σήκωναν το κεφάλι δεν μπορούσαν να το κατεβάσουν, όσοι πάλι άνοιγαν το στόμα τους δεν μπορούσαν να το κλείσουν, αλλά ολονών τα πρόσωπα ήταν στραμμένα προς τον ουρανό. Είδα και πρόβατα να περνούν και τα πρόβατα στάθηκαν ακίνητα και, όταν σήκωσε το χέρι του ο βοσκός για να τα χτυπήσει, έμεινε υψηλά. Και έριξα τα μάτια μου στον χείμαρρο και διέκρινα τα στόματα των μικρών προβάτων ανοιχτά χωρίς να πίνουν. Και ξαφνικά όλα εξακολούθησαν την πορεία τους.»
Όπως ο Ιωσήφ, έτσι κι ο ποιητής, που σε λίγο θα αντικρίσει μπροστά του μια θεότητα, νιώθει για μερικές στιγμές σαν να ακινητοποιούνται όλα. Τελείως ξαφνικά κι ενώ περπατούσε, νιώθει σαν να μην περπατά πια∙ στρέφει το βλέμμα του στον ουρανό κι αντικρίζει τα πουλιά μαρμαρωμένα∙ κοιτάζει τον αιθέρα τ’ ουρανού και μοιάζει θαμπωμένος, σαν να έχει χάσει αίφνης τη ζωτικότητά του∙ κοιτάζει τα κορμιά των ανθρώπων που μέχρι πριν από λίγο εργάζονταν ακατάπαυστα και μοιάζουν να έχουν ακινητοποιηθεί πλήρως. Κι αίφνης ανάμεσα στους εργάτες της ανασκαφής, ένα πρόσωπο θεϊκό αρχίζει να αναδύεται και να κινείται στο φως. Η απρόσμενη επιφάνεια μιας θεϊκής μορφής, που δίνει εκ νέου ζωή σ’ έναν τόπο για καιρό νεκρωμένο.
Ο ποιητής αναφέρεται σε μια θεϊκή μορφή, αντλεί όμως την έμπνευσή του από τα χαρακτηριστικά μιας νεαρής κοπέλας που εργαζόταν στην ανασκαφή, η οποία του προκάλεσε εκπληκτική εντύπωση με την ομορφιά της. Το απόσπασμα που ακολουθεί, από το ημερολόγιο του ποιητή, είναι βοηθητικό για την κατανόηση συνολικά του ποιήματος:  
Παρασκευή, 13 Νοέμβρη 1953.
«Απόγεμα: Έγκωμη∙ στον κάμπο των ανασκαφών. Καταπληκτικό απόγεμα∙ ο τόπος μιας μυκηναϊκής πολιτείας, ακίνητος για χιλιάδες χρόνια. Δρόμοι, σπίτια σχεδίαζαν με τα θεμέλιά τους τη μορφή μιας ζωής όπως εσταμάτησε – στεκάμενη δύναμη κι εδώ και παρακάτω, πιο έντονα, εκεί που φαίνεται η βάση απ’ τα τείχια, υπέρογκα βράχια αραδιασμένα σαν απολιθωμένοι μυώνες Τιτάνων. Χόρευε το φως και δε χόρευε∙ αίσθηση στο γαλάζιο μιας αχάραχτης αγάπης, ασύλληπτης κι όμως εκεί. Άπειρες καμπύλες στα σύννεφα και κάπου-κάπου η σάλπιγγα ενός χρυσοκόκκινου τόνου. Η πλατωσιά του κάμπου σαν προσφορά, και στη χούφτα αυτής της παλάμης η αρχαία πολιτεία, οι χαραματιές μιας ακίνητης μοίρας.
Θα ήταν κάτι μέσα σ’ όλα αυτά που σ’ αγκύλωνε στο λαρύγγι.
Οι κοπέλες -χορεύοντας- τις έβλεπες γυμνές. Και η μία.»  

Η μαρτυρία του Ευάγγελου Λουίζου μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα την εντύπωση που προκάλεσε στον ποιητή η ομορφιά της νεαρής κοπέλας:
«Για μια στιγμή προσέξαμε ένα ζευγάρι ωραίες γάμπες από πίσω, που φτυαρίζανε σκυμμένες, κι’ αλληλοκυταχτήκαμε με τη Μάρω, και χωρίς να μιλήσουμε ή να συνεννοηθούμε, κάναμε ένα μεγάλο γύρο για να την ιδούμε κι από μπροστά [...]
Στο μεταξύ ο Γιώργος είχε πιάσει ψιλοκουβέντα με τον Schaeffer και τους άλλους αρχαιολόγους κ’ ερχότανε προς το μέρος μας. Τότε η Μάρω κι’ εγώ κατεβήκαμε να τους συναντήσουμε, κι’ αφού γίναν οι αναγκαίες συστάσεις, τράβηξα το Γιώργο με τρόπο και ξαναπήγαμε μαζί από κει που πρωτοείδα την Εγκωμίτισσα [...] Όταν έφτασε μπροστά της, η κοπέλα ανασηκώθηκε για να πάρει ανάσα όπως και προηγουμένως και τότε είδα το Γιώργο πώς την κύτταξε! Στάθηκε κάμποση ώρα εκεί συλλογισμένος και κυττώντας.»
[Ευάγγελος Λουίζος, «Ένα απόγεμα στην Έγκωμη» (Για τον Σεφέρη – Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, Αθήνα 1961)]     

«Τα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ’ τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ’ άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,
χορός ακίνητος.»

Η μορφή της νεαρής κοπέλας κι οι υπερκόσμιες ιδιότητες της θεϊκής παρουσίας συνδυάζονται στην περιγραφή που μας δίνει ο ποιητής, ενισχύοντας την παραστατικότητα και τη ζωντάνια της. Τα μαλλιά της θεότητας χύνονταν μαύρα και λαμπερά στο λαιμό της∙ τα φρύδια της καμπυλωτά και γεμάτα ζωή, είχαν το φτερούγισμα της χελιδόνας∙ τα ρουθούνια έστεκαν καμαρωτά πάνω από τα χείλη της, και το σώμα της έβγαινε ξεγυμνωμένο από την πάλη που έδιναν τα χέρια των εργατών με το χώμα, ενώ το άγουρο ακόμη στήθος της ήταν στητό, σαν να έδειχνε το δρόμο, σαν να οδηγούσε όσους το αντίκριζαν. Μια εκπληκτική χορογραφία κινήσεων και εντυπώσεων, που μετέδιδε, ωστόσο, κατά τρόπο παράδοξο μια αίσθηση ακινησίας, όπως αυτή ταίριαζε στη θαυμαστή επιφάνεια της θεότητας.

«Κι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν άγγιζαν
γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα.
Και ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν’ ανεβαίνει∙
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.»

Ενώ το σώμα της θεότητας -που απέδιδε ουσιαστικά το σώμα της νεαρής Κύπριας, σε μια ευφυή ένωση της αρχαίας θεότητας με το σύγχρονο κάλλος του νησιού- συνέχιζε την ανοδική του πορεία στο φως, ο ποιητής χαμήλωσε για λίγο τα μάτια του για να δει τι συνέβαινε γύρω από το εκπληκτικό αυτό γεγονός της επιφάνειας. Τα κορίτσια της περιοχής ζύμωναν, χωρίς να αγγίζουν τη ζύμη, κι οι γυναίκες γνέθανε το μαλλί, χωρίς ωστόσο τα αδράχτια να γυρίζουν∙ τα αρνιά έπιναν νερό, μα η γλώσσα τους παρέμενε ακίνητη πάνω απ’ το πράσινο νερό, που έμοιαζε να έχει αποκοιμηθεί, κι ο ζευγάς είχε απομείνει ακίνητος με το ραβδί του σηκωμένο στον αέρα, έτοιμος να κεντρίσει μ’ αυτό τα ζώα του, μα χωρίς να μπορεί να κινηθεί. Όλα έμοιαζαν να έχουν ακινητοποιηθεί υπό την επίδραση της θεϊκής δύναμης.
Ο ποιητής κοίταξε ξανά τη θεότητα που ανέβαινε στον ουρανό, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως γύρω της είχαν μαζευτεί πάρα πολλοί άνθρωποι, σαν μυρμήγκια, ενώ κάποιοι τη χτυπούσαν με κοντάρια, χωρίς εντούτοις να είναι σε θέση να τη λαβώσουν.
Η εμφάνιση μιας θεότητας από το αρχαίο παρελθόν της Κύπρου, που έρχεται να υπενθυμίσει τις ρίζες του νησιού, προκαλεί έκπληξη και αναστάτωση∙ η εμφάνιση μιας θεότητας που μας θυμίζει αίφνης το «θαύμα» εκείνο που για χρόνια προσδοκούσαν οι άνθρωποι του νησιού∙ την ανεξαρτητοποίησή τους, που θα σήμαινε μια απολύτρωση από τα δεσμά αιώνων, όπως λυτρωμένη αναδύθηκε κι η θεότητα αυτή.
Ένα θαύμα, ωστόσο, που δέχτηκε πολλαπλά χτυπήματα από τους Βρετανούς, οι οποίοι ξανά και ξανά αρνήθηκαν να ενδώσουν στο δίκαιο αίτημα των Κυπρίων∙ έστω κι αν γινόταν ολοένα και πιο σαφές πως δεν θα μπορούσαν για πολύ ακόμη να στερούν από τον βασανισμένο αυτό λαό την ελευθερία του.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν σχετικά με το τι πραγματικά πίστευαν για την Κύπρο οι Βρετανοί -λίγες δεκαετίες προτού επιτέλους το νησί αποδεσμευτεί από τον έλεγχο της Βρετανίας-, οι απόψεις ενός παλαιότερου Βρετανού κυβερνήτη της∙ του Sir Ronald Storrs.
Ο Sir Ronald Storrs διορίστηκε κυβερνήτης της Κύπρου το 1926. Στην αρχή φαινόταν φιλελεύθερος, έπειτα όμως αποδείχτηκε πολύ συντηρητικός και αποικιοκράτης (Κ. Άμαντος, Σύντομος Ιστορία της Κύπρου, 1956)∙ ωστόσο θεωρούσε αναμφισβήτητη την ελληνικότητα της Κύπρου. Το 1929, όταν οι Κύπριοι είχαν επιδιώξει πάλι την ένωση με την Ελλάδα και η απάντηση της Εργατικής Κυβέρνησης της Αγγλίας ήταν αρνητική, επέβαλε καταπιεστικά μέτρα και προσπάθησε, με την εξαγορά, να δημιουργήσει αγγλόφιλο ρεύμα. Τον Οκτώβριο του 1931 έγιναν στην Κύπρο πολυπληθή συλλαλητήρια που εξελίχθηκαν σε εξέγερση εναντίον των Άγγλων με νεκρούς και τραυματίες. Επακολούθησαν πολλές συλλήψεις, απελάσεις∙ ο Storrs κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και επιβλήθηκαν περιορισμοί στην κυκλοφορία, λογοκρισία στον τύπο κλπ. Τον διαδέχτηκε ο τυραννικότερος Palmer (1932-1939)∙ τα καταπιεστικά μέτρα διατηρήθηκαν ως το 1940 που η Ελλάδα βγήκε στον πόλεμο, μόνη σύμμαχος της Μεγάλης Βρετανίας.
Όταν ο Storrs δεν ήταν πια κυβερνήτης, δημοσίευσε τα Απομνημονεύματά του, όπου μεταξύ άλλων έγραφε: «Οι Έλληνες άποικοι εξελλήνισαν την Κύπρο από τον 14ο αιώνα π.Χ.  Οι Φοίνικες ήρθαν αργότερα, τον 11ο αιώνα, και κατέλαβαν μόνο ορισμένες παραλιακές πόλεις, το Κίτιο και τη Λάπηθο, για να εμπορεύονται τα προϊόντα τους με τους ντόπιους. Τριάντα τρεις αιώνες κατοχής αποτελούν έναν τίτλο ιδιοκτησίας πολύ παλαιότερο και κυρίως πολύ περισσότερο ενιαίο από τους τίτλους του Ισραήλ στην Παλαιστίνη...» «Κάθε ένας είναι της φυλής που με πάθος αισθάνεται ότι ανήκει. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι Κύπριοι είναι Έλληνες στη γλώσσα, Έλληνες στη σκέψη, Έλληνες στα αισθήματα...»
(The Memoirs of Sir Ronald Storrs, Putnam’s Sons, New York 1937)  

«Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν∙ μια ανάληψη.»

Η κοιλιά της γυμνής θεότητας έλαμπε στο φως του ήλιου, με το θελκτικό εκείνο φως του φεγγαριού, και δημιουργούσε στον ποιητή την εντύπωση πως ο ίδιος ο ουρανός υπήρξε η μήτρα που κάποτε γέννησε τη θεϊκή αυτή μορφή και τώρα την ξανάπαιρνε κοντά του∙ και γινόταν έτσι η θεότητα μάνα η ίδια, λόγω τη γυναικείας της φύσης, αλλά και βρέφος συνάμα, καθώς επέστρεφε στη μήτρα απ’ την οποία προήλθε.
Η τελευταία εικόνα που αντίκρισε ο ποιητής, προτού η θεϊκή μορφή αναληφθεί στον ουρανό, ήταν τα πόδια της που απέμειναν για λίγο ακόμη μαρμαρένια -ακίνητα- κι ύστερα χάθηκαν κι αυτά. Μια εντυπωσιακή ανάληψη, μιας θεότητας που απελευθερώθηκε απ’ τα ερείπια της αρχαίας πόλης και επέστρεψε στο χώρο της γέννησής της∙ στον ουρανό. Μια αναπάντεχη απελευθέρωση που ωθεί σε αντίστοιχους συνειρμούς για το ποια θεωρούσε ο ποιητής ως αναπόφευκτη -ή, προτιμότερα, επιθυμητή- μοίρα του νησιού.

«Ο κόσμος
ξαναγινόταν όπως ήταν, δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.»

Ύστερα απ’ την ανάληψη της θεότητας, ο Σεφέρης δίνει επιγραμματικά την εντύπωση που του δημιουργήθηκε. Ο κόσμος -η Κύπρος- γινόταν ξανά, όπως ήταν πάντα, δικός μας∙ δικός μας, με τον καιρό, με την μακραίωνη ελληνική παρουσία εκεί, και με το χώμα, με τους τόσους και τόσους μόχθους των Ελλήνων που έχουν διαποτίσει το χώμα του νησιού με έργα, πράξεις και θυσίες.  

«Αρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά∙
κι όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ’ αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.»

Κι αμέσως μετά, όλα επανήλθαν στην πρότερη κατάστασή τους, καθώς οι αισθήσεις αποδεσμεύτηκαν απ’ τη μαγεία της θεϊκής μορφής κι άρχισαν να αντιλαμβάνονται τα πράγματα, όπως ήταν. Αρώματα από το μαστιχόδεντρο επιχείρησαν για μια στιγμή να ξυπνήσουν μνήμες παλιές, φέρνοντας στη σκέψη υγρά χείλη και κόρφους θελκτικούς∙ μα ό,τι κυριάρχησε περισσότερο απ’ όλα ήταν η αίσθηση πως στέγνωσαν όλα διαμιάς στον κάμπο. Η απόγνωση της εγκαταλελειμμένης στο κράτος του ήλιου πέτρας, η δύναμη κι η ζωντάνια του αρχαίου χώρου που εξαντλήθηκε πια, κι ο άδειος τόπος, με το λιγοστό του χορτάρι και τα αγκάθια του, συνέθεταν και πάλι το τοπίο που αντίκρισε ο ποιητής στην αρχή της επίσκεψής του.
Ο άδειος τόπος με το λιγοστό χορτάρι, όπου ξέγνοιαστο γλιστρά ένα φίδι, είναι ένας τόπος στον οποίο οι άνθρωποι ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν, καθώς πολύ προτού αφεθούν οριστικά στο έλεος του θανάτου, βιώνουν την παρακμή και την πτώση των δυνάμεών τους. Δύσκολα αποφεύγεται εδώ ο αρνητικός συσχετισμός του φιδιού με την προδοσία, όπως και το εν γένει δυσοίωνο κλείσιμο του ποιήματος που έρχεται σε αντίθεση με την αισιόδοξη εικόνα της απελευθερωμένης θεότητας. Ο Σεφέρης ελπίζει, βέβαια, πως το απρόσμενο είναι μια πιθανότητα, δεν παύει όμως να λαμβάνει υπόψη του τα πικρά μαθήματα της ιστορίας και να διατηρεί έτσι μια πιο απαισιόδοξη στάση απέναντι στα πράγματα.

Βιβλιογραφία:
Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος
Γιώργος Σεφέρης, «Μέρες ΣΤ΄» 20 Απρίλη 1951 – 4 Αυγούστου 1956, Ίκαρος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X