Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δύναμαι»

Naxart Studio 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δύναμαι»
 
Ενεστώτας
Οριστική
δύναμαι, δύνασαι, δύναται, δυνάμεθα, δύνασθε, δύνανται
Υποτακτική
δύνωμαι, δύνῃ, δύνηται, δυνώμεθα, δύνησθε, δύνωνται
Ευκτική
δυναίμην, δύναιο, δύναιτο, δυναίμεθα, δύναισθε, δύναιντο
Προστακτική
---, ---, δυνάσθω, ---, ----, δυνάσθωσαν
Απαρέμφατο
δύνασθαι
Μετοχή
δυνάμενος
δυναμένη
δυνάμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδυνάμην, ἐδύνω, ἐδύνατο, ἐδυνάμεθα, ἐδύνασθε, ἐδύναντο
 
ή ἠδυνάμην, ἠδύνω, ἠδύνατο, ἠδυνάμεθα, ἠδύνασθε, ἠδύναντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
δυνήσομαι, δυνήσῃ/δυνήσει, δυνήσεται, δυνησόμεθα, δυνήσεσθε, δυνήσονται
Ευκτική
δυνησοίμην, δυνήσοιο, δυνήσοιτο, δυνησοίμεθα, δυνήσοισθε, δυνήσοιντο
Απαρέμφατο
δυνήσεσθαι
Μετοχή
δυνησόμενος
δυνησομένη
δυνησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐδυνήθην, ἐδυνήθης, ἐδυνήθη, ἐδυνήθημεν, ἐδυνήθητε, ἐδυνήθησαν
ή ἠδυνήθην, ἠδυνήθης, ἠδυνήθη, ἠδυνήθημεν, ἠδυνήθητε, ἠδυνήθησαν
Υποτακτική
δυνηθῶ, δυνηθῇς, δυνηθῇ, δυνηθῶμεν, δυνηθῆτε, δυνηθῶσι(ν)
Ευκτική
δυνηθείην, δυνηθείης, δυνηθείη, δυνηθείημεν ή δυνηθεῖμεν, δυνηθείητε ή δυνηθεῖτε, δυνηθείησαν ή δυνηθεῖεν
Προστακτική
---, δυνήθητι, δυνηθήτω, ---, δυνήθητε, δυνηθέντων ή δυνηθήτωσαν
Απαρέμφατο
δυνηθῆναι
Μετοχή
δυνηθείς
δυνηθεῖσα
δυνηθέν
 
& Σπάνιος τύπος Παθητικού Αορίστου
ἐδυνάσθην, ἐδυνάσθης, ἐδυνάσθη, ἐδυνάσθημεν, ἐδυνάσθητε, ἐδυνάσθησαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδύνημαι, δεδύνησαι, δεδύνηται, δεδυνήμεθα, δεδύνησθε, δεδύνηνται
 
Υποτακτική
δεδυνημένος- δεδυνημένη-δεδυνημένον ὦ
δεδυνημένος- δεδυνημένη-δεδυνημένον ᾖς
δεδυνημένος- δεδυνημένη-δεδυνημένον ᾖ
δεδυνημένοι- δεδυνημέναι-δεδυνημένα ὦμεν
δεδυνημένοι- δεδυνημέναι-δεδυνημένα ἦτε
δεδυνημένοι- δεδυνημέναι-δεδυνημένα ὦσι
 
Ευκτική
δεδυνημένος- δεδυνημένη-δεδυνημένον εἴην
δεδυνημένος- δεδυνημένη-δεδυνημένον εἴης
δεδυνημένος- δεδυνημένη-δεδυνημένον εἴη
δεδυνημένοι- δεδυνημέναι-δεδυνημένα εἴημεν (εἶμεν)
δεδυνημένοι- δεδυνημέναι-δεδυνημένα εἴητε (εἶτε)
δεδυνημένοι- δεδυνημέναι-δεδυνημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, δεδύνησο, δεδυνήσθω, --- δεδύνησθε, δεδυνήσθων
 
Απαρέμφατο
δεδυνῆσθαι
Μετοχή
δεδυνημένος,
δεδυνημένη,
δεδυνημένον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου