Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δείκνυμι / δείκνυμαι»

Naxart Studio

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δείκνυμι / δείκνυμαι»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δείκνυμι, δείκνυς, δείκνυσι, δείκνυμεν, δείκνυτε, δεικνύασι(ν)
& δεικνύω, δεικνύεις, δεικνύει, δεικνύομεν, δεικνύετε, δεικνύουσι(ν)
Υποτακτική
δεικνύω, δεικνύῃς, δεικνύῃ, δεικνύωμεν, δεικνύητε, δεικνύωσι(ν)
Ευκτική
δεικνύοιμι, δεικνύοις, δεικνύοι, δεικνύοιμεν, δεικνύοιτε, δεικνύοιεν
Προστακτική
---, δείκνυ, δεικνύτω, ---, δείκνυτε, δεικνύντων (ή δεικνύτωσαν)
Απαρέμφατο
δεικνύναι
Μετοχή
δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνύν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδείκνυν, ἐδείκνυς, ἐδείκνυ, ἐδείκνυμεν, ἐδείκνυτε, ἐδείκνυσαν
 
Μέλλοντας
Οριστική
δείξω, δείξεις, δείξει, δείξομεν, δείξετε, δείξουσι(ν)
Ευκτική
δείξοιμι, δείξοις, δείξοι, δείξοιμεν, δείξοιτε, δείξοιεν
Απαρέμφατο
δείξειν
Μετοχή
δείξων, δείξουσα, δεῖξον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔδειξα, ἔδειξας, ἔδειξε(ν), ἐδείξαμεν, ἐδείξατε, ἔδειξαν
Υποτακτική
δείξω, δείξῃς, δείξῃ, δείξωμεν, δείξητε, δείξωσι(ν)
Ευκτική
δείξαιμι, δείξαις / δείξειας, δείξαι / δείξειε(ν), δείξαιμεν, δείξαιτε, δείξαιεν / δείξειαν 
Προστακτική
---, δεῖξον, δειξάτω, ---, δείξατε, δειξάντων (ή δειξάτωσαν)
Απαρέμφατο
δεῖξαι
Μετοχή
δείξας, δείξασα, δεῖξαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δέδειχα, δέδειχας, δέδειχε(ν), δεδείχαμεν, δεδείχατε, δεδείχασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός ὦ
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός ᾖς
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός ᾖ
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα ὦμεν
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα ἦτε
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα ὦσι
 
Ευκτική
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός εἴην
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός εἴης
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός εἴη
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα εἴημεν (εἶμεν)
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα εἴητε (εἶτε)
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός ἴσθι
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός ἔστω
---
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα ἔστε
δεδειχότες- δεδειχυῖαι- δεδειχότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
δεδειχέναι
Μετοχή
δεδειχώς- δεδειχυῖα- δεδειχός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδείχειν, ἐδεδείχεις, ἐδεδείχει, ἐδεδείχεμεν, ἐδεδείχετε, ἐδεδείχεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δείκνυμαι, δείκνυσαι, δείκνυται, δεικνύμεθα, δείκνυσθε, δείκνυνται
Υποτακτική
δεικνύωμαι, δεικνύῃ, δεικνύηται, δεικνυώμεθα, δεικνύησθε, δεικνύωνται
Ευκτική
δεικνυοίμην, δεικνύοιο, δεικνύοιτο, δεικνυοίμεθα, δεικνύοισθε, δεικνύοιντο
Προστακτική
---, δείκνυσο, δεικνύσθω, ---, δείκνυσθε, δεικνύσθων ή δεικνύσθωσαν
Απαρέμφατο
δείκνυσθαι
Μετοχή
δεικνύμενος
δεικνυμένη
δεικνύμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδεικνύμην, ἐδείκνυσο, ἐδείκνυτο, ἐδεικνύμεθα, ἐδείκνυσθε, ἐδείκνυντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
δείξομαι, δείξῃ/δείξει, δείξεται, δειξόμεθα, δείξεσθε, δείξονται
Ευκτική
δειξοίμην, δείξοιο, δείξοιτο, δειξοίμεθα, δείξοισθε, δείξοιντο
Απαρέμφατο
δείξεσθαι
Μετοχή
δειξόμενος
δειξομένη
δειξόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
δειχθήσομαι, δειχθήσῃ/δειχθήσει, δειχθήσεται, δειχθησόμεθα, δειχθήσεσθε, δειχθήσονται
Ευκτική
δειχθησοίμην, δειχθήσοιο, δειχθήσοιτο, δειχθησοίμεθα, δειχθήσοισθε, δειχθήσοιντο
Απαρέμφατο
δειχθήσεσθαι
Μετοχή
δειχθησόμενος
δειχθησομένη
δειχθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐδείχθην, ἐδείχθης, ἐδείχθη, ἐδείχθημεν, ἐδείχθητε, ἐδείχθησαν
Υποτακτική
δειχθῶ, δειχθῇς, δειχθῇ, δειχθῶμεν, δειχθῆτε, δειχθῶσι(ν)
Ευκτική
δειχθείην, δειχθείης, δειχθείη, δειχθείημεν ή δειχθεῖμεν, δειχθείητε ή δειχθεῖτε, δειχθείησαν ή δειχθεῖεν
Προστακτική
---, δείχθητι, δειχθήτω, ---, δείχθητε, δειχθέντων ή δειχθήτωσαν
Απαρέμφατο
δειχθῆναι
Μετοχή
δειχθείς
δειχθεῖσα
δειχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δέδειγμαι, δέδειξαι, δέδεικται, δεδείγμεθα, δέδειχθε, δεδειγμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
δεδειγμένος- δεδειγμένη-δεδειγμένον ὦ
δεδειγμένος- δεδειγμένη-δεδειγμένον ᾖς
δεδειγμένος- δεδειγμένη-δεδειγμένον ᾖ
δεδειγμένοι- δεδειγμέναι-δεδειγμένα ὦμεν
δεδειγμένοι- δεδειγμέναι-δεδειγμένα ἦτε
δεδειγμένοι- δεδειγμέναι-δεδειγμένα ὦσι
 
Ευκτική
δεδειγμένος- δεδειγμένη-δεδειγμένον εἴην
δεδειγμένος- δεδειγμένη-δεδειγμένον εἴης
δεδειγμένος- δεδειγμένη-δεδειγμένον εἴη
δεδειγμένοι- δεδειγμέναι-δεδειγμένα εἴημεν (εἶμεν)
δεδειγμένοι- δεδειγμέναι-δεδειγμένα εἴητε (εἶτε)
δεδειγμένοι- δεδειγμέναι-δεδειγμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, δέδειξο, δεδείχθω, --- δέδειχθε, δεδείχθων ή δεδείχθωσαν
 
Απαρέμφατο
δέδεῖχθαι
Μετοχή
δεδειγμένος,
δεδειγμένη,
δεδειγμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐδεδείγμην, ἐδέδειξο, ἐδέδεικτο, ἐδεδείγμεθα, ἐδέδειχθε, δεδειγμένοι ἦσαν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου