Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βούλομαι»

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βούλομαι»
 
Ενεστώτας
Οριστική
βούλομαι, βούλῃ/βούλει, βούλεται, βουλόμεθα, βούλεσθε, βούλονται
Υποτακτική
βούλωμαι, βούλῃ, βούληται, βουλώμεθα, βούλησθε, βούλωνται
Ευκτική
βουλοίμην, βούλοιο, βούλοιτο, βουλοίμεθα, βούλοισθε, βούλοιντο
Προστακτική
---, βούλου, βουλέσθω, ---, βούλεσθε, βουλέσθων ή βουλέσθωσαν
Απαρέμφατο
βούλεσθαι
Μετοχή
βουλόμενος
βουλομένη
βουλόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐβουλόμην, ἐβούλου, ἐβούλετο, ἐβουλόμεθα, ἐβούλεσθε, ἐβούλοντο
& ἠβουλόμην, ἠβούλου, ἠβούλετο, ἠβουλόμεθα, ἠβούλεσθε, ἠβούλοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
βουλήσομαι, βουλήσῃ/βουλήσει, βουλήσεται, βουλησόμεθα, βουλήσεσθε, βουλήσονται
Ευκτική
βουλησοίμην, βουλήσοιο, βουλήσοιτο, βουλησοίμεθα, βουλήσοισθε, βουλήσοιντο
Απαρέμφατο
βουλήσεσθαι
Μετοχή
βουλησόμενος
βουλησομένη
βουλησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐβουλήθην, ἐβουλήθης, ἐβουλήθη, ἐβουλήθημεν, ἐβουλήθητε, ἐβουλήθησαν
& ἠβουλήθην, ἠβουλήθης, ἠβουλήθη, ἠβουλήθημεν, ἠβουλήθητε, ἠβουλήθησαν
Υποτακτική
βουληθῶ, βουληθῇς, βουληθῇ, βουληθῶμεν, βουληθῆτε, βουληθῶσι(ν)
Ευκτική
βουληθείην, βουληθείης, βουληθείη, βουληθείημεν ή βουληθεῖμεν, βουληθείητε ή βουληθεῖτε, βουληθείησαν ή βουληθεῖεν
Προστακτική
---, βουλήθητι, βουληθήτω, ---, βουλήθητε, βουληθέντων ή βουληθήτωσαν
Απαρέμφατο
βουληθῆναι
Μετοχή
βουληθείς
βουληθεῖσα
βουληθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βεβούλημαι, βεβούλησαι, βεβούληται, βεβουλήμεθα, βεβούλησθε, βεβούληνται
 
Υποτακτική
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον ὦ
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον ᾖς
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον ᾖ
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα ὦμεν
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα ἦτε
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα ὦσι
 
Ευκτική
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον εἴην
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον εἴης
βεβουλημένος- βεβουλημένη-βεβουλημένον εἴη
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα εἴημεν (εἶμεν)
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα (εἶτε)
βεβουλημένοι- βεβουλημέναι-βεβουλημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, βεβούλησο, βεβουλήσθω, --- βεβούλησθε, βεβουλήσθων ή βεβουλήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
βεβουλῆσθαι
Μετοχή
βεβουλημένος,
βεβουλημένη,
βεβουλημένον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου