Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρημάτων: «αἱρῶ / αἱροῦμαι / ἁλίσκομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Roman Golubenko

 
Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρημάτων: «αρ / αρομαι / λίσκομαι»
 
Ενεργητική φωνή
ρέω/αρ = πιάνω, κυριεύω)
 
Ενεστώτας
Οριστική
αρ, αρες, αρε, αρομεν, αρετε, αροσι(ν)
Υποτακτική
αρ, αρς, αρ, αρμεν, αρτε, αρσι(ν)
Ευκτική
αρομι, αρος, αρο ή αροίην, αροίης, αροίη, αρομεν, αροτε, αροεν
Προστακτική
---, αρει, αρείτω, ---, αρετε, αρούντων ή αρείτωσαν
Απαρέμφατο
αρεν
Μετοχή
αρν, αροσα, αρον
 
Παρατατικός
ρουν, ρεις, ρει, ρομεν, ρετε, ρουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
αρήσω, αρήσεις, αρήσει, αρήσομεν, αρήσετε, αρήσουσι(ν)
Ευκτική
αρήσοιμι, αρήσοις, αρήσοι, αρήσοιμεν, αρήσοιτε, αρήσοιεν
Απαρέμφατο
αρήσειν
Μετοχή
αρήσων, αρήσουσα, αρήσον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ελον, ελες, ελε, ελομεν, ελετε, ελον
Υποτακτική
λω, λς, λ, λωμεν, λητε, λωσι(ν)
Ευκτική
λοιμι, λοις, λοι, λοιμεν, λοιτε, λοιεν
Προστακτική
---, λε, λέτω, ---, λετε, λόντων ή λέτωσαν
Απαρέμφατο
λεν
Μετοχή
λν, λοσα, λόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρηκα, ρηκας, ρηκε, ρήκαμεν, οράκατε, οράκασι(ν)
 
Υποτακτική
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός ς
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα μεν
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα τε
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα σι(ν)
 
Ευκτική
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός εην
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός εης
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός εη
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα εημεν/ εμεν
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα εητε/ ετε
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα εησαν/ εεν
 
Προστακτική
---
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός σθι
ρηκώς-ρηκυα-ρηκός στω
---
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα στε
ρηκότες-ρηκυαι-ρηκότα στων
 
Απαρέμφατο
ρηκέναι
 
Μετοχή
ρηκώς, ρηκυα, ρηκός
 
Υπερσυντέλικος
ρήκειν, ρήκεις, ρήκει, ρήκεμεν, ρήκετε, ρήκεσαν
 
Μέση φωνή
ρομαι = εκλέγω, προτιμώ)
 
Ενεστώτας
Οριστική
αρομαι, αρε / αρ, αρεται, αρούμεθα, αρεσθε, αρονται
Υποτακτική
αρμαι, αρ, αρται, αρώμεθα, αρσθε, αρνται
Ευκτική
αροίμην, αροο, αροτο, αροίμεθα, αροσθε, αροντο
Προστακτική
--- αρο, αρείσθω, --- αρεσθε, αρείσθων ή αρείσθωσαν
Απαρέμφατο
αρεσθαι
Μετοχή
αρούμενος, αρουμένη, αρούμενον
 
Παρατατικός
ρούμην, ρο, ρετο, ρούμεθα, ρεσθε, ροντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
αρήσομαι, αρήσ / αρήσει, αρήσεται, αρησόμεθα, αρήσεσθε, αρήσονται
Ευκτική
αρησοίμην, αρήσοιο, αρήσοιτο, αρησοίμεθα, αρήσοισθε, αρήσοιντο
Απαρέμφατο
αρήσεσθαι
Μετοχή
αρησόμενος
αρησομένη
αρησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
αρεθήσομαι, αρεθήσ / αρεθήσει, αρεθήσεται, αρεθησόμεθα, αρεθήσεσθε, αρεθήσονται
Ευκτική
αρεθησοίμην, αρεθήσοιο, αρεθήσοιτο, αρεθησοίμεθα, αρεθήσοισθε, αρεθήσοιντο
Απαρέμφατο
αρεθήσεσθαι
Μετοχή
αρεθησόμενος
αρεθησομένη
αρεθησόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ελόμην, ελου, ελετο, ελόμεθα, ελεσθε, ελοντο
Υποτακτική
λωμαι, λ, ληται, λώμεθα, λησθε, λωνται
Ευκτική
λοίμην, λοιο, λοιτο, λοίμεθα, λοισθε, λοιντο
Προστακτική
---, λο, λέσθω, ---, λεσθε, λέσθων ή λέσθωσαν
Απαρέμφατο
λέσθαι
Μετοχή
λόμενος, λομένη, λόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ρέθην, ρέθης, ρέθη, ρέθημεν, ρέθητε, ρέθησαν
Υποτακτική
αρεθ, αρεθς, αρεθ, αρεθμεν, αρεθτε, αρεθσι(ν)
Ευκτική
αρεθείην, αρεθείης, αρεθείη, αρεθείημεν / αρεθεμεν, αρεθείητε / αρεθετε, αρεθείησαν / αρεθεεν
Προστακτική
---, αρέθητι, αρεθήτω, ----, αρέθητε, αρεθέντων ή αρεθήτωσαν
Απαρέμφατο
αρεθναι
Μετοχή
αρεθείς, αρεθεσα, αρεθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρημαι, ρησαι, ρηται, ρήμεθα, ρησθε, ρηνται
 
Υποτακτική
ρημένος-ρημένη-ρημένον
ρημένος-ρημένη-ρημένον ς
ρημένος-ρημένη-ρημένον
ρημένοι-ρημέναι-ρημένα μεν
ρημένοι-ρημέναι-ρημένα τε
ρημένοι-ρημέναι-ρημένα σι(ν)
 
Ευκτική
ρημένος-ρημένη-ρημένον εην
ρημένος-ρημένη-ρημένον εης
ρημένος-ρημένη-ρημένον εη
ρημένοι-ρημέναι-ρημένα εημεν/ εμεν
ρημένοι-ρημέναι-ρημένα εητε/ ετε
ρημένοι-ρημέναι-ρημένα εησαν/ εεν
 
Προστακτική
---, ρησο, ρήσθω, ---, ρησθε, ρήσθων
 
Απαρέμφατο
ρσθαι
 
Μετοχή
ρημένος, ρημένη, ρημένον
 
Υπερσυντέλικος
ρήμην, ρησο, ρητο, ρήμεθα, ρησθε, ρηντο
 
Μέση φωνή
(λίσκομαι = πιάνομαι, κυριεύομαι –χρησιμοποιείται ως παθητικό του αρ)
 
Ενεστώτας
Οριστική
λίσκομαι, λίσκ/λίσκει, λίσκεται, λισκόμεθα, λίσκεσθε, λίσκονται
Υποτακτική
λίσκωμαι, λίσκ, λίσκηται, λισκώμεθα, λίσκησθε, λίσκωνται
Ευκτική
λισκοίμην, λίσκοιο, λίσκοιτο, λισκοίμεθα, λίσκοισθε, λίσκοιντο
Προστακτική
---, λίσκου, λισκέσθω, ---, λίσκεσθε, λισκέσθων ή λισκέσθωσαν
Απαρέμφατο
λίσκεσθαι
Μετοχή
λισκόμενος
λισκομένη
λισκόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
λισκόμην, λίσκου, λίσκετο, λισκόμεθα, λίσκεσθε, λίσκοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
λώσομαι, λώσ / λώσει, λώσεται, λωσόμεθα, λώσεσθε, λώσονται
Ευκτική
λωσοίμην, λώσοιο, λώσοιτο, λωσοίμεθα, λώσοισθε, λώσοιντο
Απαρέμφατο
λώσεσθαι
Μετοχή
λωσόμενος
λωσομένη
λωσόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
άλων, άλως, άλω, άλωμεν, άλωτε, άλωσαν
& (σπάνια) λων, λως, λω, λωμεν, λωτε, λωσαν
Υποτακτική
λ, λς, λ, λμεν, λτε, λσι(ν)
Ευκτική
λοίην, λοίης, λοίη, λομεν, λοτε, λοεν
Προστακτική
-------
Απαρέμφατο
λναι
Μετοχή
λούς, λοσα, λόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
άλωκα, άλωκας, άλωκε, αλώκαμεν, αλώκατε, αλώκασι(ν)
& (σπάνια) λωκα, λωκας, λωκε, λώκαμεν, λώκατε, λώκασι(ν)
 
Υποτακτική
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός ς
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα μεν
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα τε
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα σι
 
Ευκτική
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός εην
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός εης
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός εη
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα εημεν (εμεν)
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα εητε (ετε)
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός σθι
αλωκώς- αλωκυα- αλωκός στω
---
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα στε
αλωκότες- αλωκυαι- αλωκότα στων
 
Απαρέμφατο
αλωκέναι
Μετοχή
αλωκώς, αλωκυα, αλωκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
λώκειν, λώκεις, λώκει, λώκεμεν, λώκετε, λώκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...