Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τίκτω»

Paul Lovering
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τίκτω»
 
(τίκτω: γεννώ)
 
Ενεστώτας
Οριστική
τίκτω, τίκτεις, τίκτει, τίκτομεν, τίκτετε, τίκτουσι(ν)
Υποτακτική
τίκτω, τίκτῃς, τίκτῃ, τίκτωμεν, τίκτητε, τίκτωσι(ν)
Ευκτική
τίκτοιμι, τίκτοις, τίκτοι, τίκτοιμεν, τίκτοιτε, τίκτοιεν
Προστακτική
---, τίκτε, τικτέτω, ---, τίκτετε, τικτόντων (ή τικτέτωσαν)
Απαρέμφατο
τίκτειν
Μετοχή
τίκτων, τίκτουσα, τίκτον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔτικτον, ἔτικτες, ἔτικτε, ἐτίκτομεν, ἐτίκτετε, ἔτικτον
 
Μέλλοντας
Οριστική
τέξομαι, τέξῃ ή τέξει, τέξεται, τεξόμεθα, τέξεσθε, τέξονται
Ευκτική
τεξοίμην, τέξοιο, τέξοιτο, τεξοίμεθα, τέξοισθε, τέξοιντο
Απαρέμφατο
τέξεσθαι
Μετοχή
τεξόμενος
τεξομένη
τεξόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἔτεκον, ἔτεκες, ἔτεκε(ν), ἐτέκομεν, ἐτέκετε, ἔτεκον
Υποτακτική
τέκω, τέκῃς, τέκῃ, τέκωμεν, τέκητε, τέκωσι(ν)
Ευκτική
τέκοιμι, τέκοις, τέκοι, τέκοιμεν, τέκοιτε, τέκοιεν
Προστακτική
---, τέκε, τεκέτω, ---, τέκετε, τεκόντων (ή τεκέτωσαν)
Απαρέμφατο
τεκεῖν
Μετοχή
τεκών, τεκοῦσα, τεκόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τέτοκα, τέτοκας, τέτοκε, τετόκαμεν, τετόκατε, τετόκασι(ν)
 
Υποτακτική
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός ὦ
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός ᾖς
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός ᾖ
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα ὦμεν
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα ἦτε
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα ὦσι
 
Ευκτική
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός εἴην
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός εἴης
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός εἴη
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα εἴημεν (εἶμεν)
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα εἴητε (εἶτε)
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός ἴσθι
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός ἔστω
---
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα ἔστε
τετοκότες- τετοκυῖαι- τετοκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
τετοκέναι
Μετοχή
τετοκώς- τετοκυῖα- τετοκός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου