Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀποδημέω- ἀποδημῶ»


Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀποδημέω- ἀποδημῶ»
 
ἀποδημῶ = ταξιδεύω, λείπω από την πατρίδα, απουσιάζω
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀποδημῶ, ἀποδημεῖς, ἀποδημεῖ, ἀποδημοῦμεν, ἀποδημεῖτε, ἀποδημοῦσι(ν)
Υποτακτική
ἀποδημῶ, ἀποδημῇς, ἀποδημῇ, ἀποδημῶμεν, ἀποδημῆτε, ἀποδημῶσι(ν)
Ευκτική
ἀποδημοῖμι, ἀποδημοῖς, ἀποδημοῖ (ή ἀποδημοίην, ἀποδημοίης, ἀποδημοίη), ἀποδημοῖμεν, ἀποδημοῖτε, ἀποδημοῖεν
Προστακτική
---, ἀποδήμει, ἀποδημείτω, ---, ἀποδημεῖτε, ἀποδημούντων ή ἀποδημείτωσαν
Απαρέμφατο
ἀποδημεῖν
Μετοχή
ἀποδημῶν, ἀποδημοῦσα, ἀποδημοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἀπεδήμουν, ἀπεδήμεις, ἀπεδήμει, ἀπεδημοῦμεν, ἀπεδημεῖτε, ἀπεδήμουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀποδημήσω, ἀποδημήσεις, ἀποδημήσει, ἀποδημήσομεν, ἀποδημήσετε, ἀποδημήσουσι(ν)
Ευκτική
ἀποδημήσοιμι, ἀποδημήσοις, ἀποδημήσοι, ἀποδημήσοιμεν, ἀποδημήσοιτε, ἀποδημήσοιεν
Απαρέμφατο
ἀποδημήσειν
Μετοχή
ἀποδημήσων, ἀποδημήσουσα, ἀποδημῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἀπεδήμησα, ἀπεδήμησας, ἀπεδήμησε(ν), ἀπεδημήσαμεν, ἀπεδημήσατε, ἀπεδήμησαν
Υποτακτική
ἀποδημήσω, ἀποδημήσῃς, ἀποδημήσῃ, ἀποδημήσωμεν, ἀποδημήσητε, ἀποδημήσωσι(ν)
Ευκτική
ἀποδημήσαιμι, ἀποδημήσαις ή ἀποδημήσειας, ἀποδημήσαι ή ἀποδημήσειε(ν), ἀποδημήσαιμεν, ἀποδημήσαιτε, ἀποδημήσαιεν ή ἀποδημήσειαν
Προστακτική
---, ἀποδήμησον, ἀποδημησάτω, ---, ἀποδημήσατε, ἀποδημησάντων (ή ἀποδημησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀποδημῆσαι
Μετοχή
ἀποδημήσας, ἀποδημήσασα, ἀποδημῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀποδεδήμηκα, ἀποδεδήμηκας, ἀποδεδήμηκε, ἀποδεδημήκαμεν, ἀποδεδημήκατε, ἀποδεδημήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός ὦ
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός ᾖς
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός ᾖ
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα ὦμεν
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα ἦτε
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός εἴην
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός εἴης
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός εἴη
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα εἴητε (εἶτε)
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός ἴσθι
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός ἔστω
---
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα ἔστε
ἀποδεδημηκότες- ἀποδεδημηκυῖαι- ἀποδεδημηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἀποδεδημηκέναι
Μετοχή
ἀποδεδημηκώς- ἀποδεδημηκυῖα- ἀποδεδημηκός

Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἀποδεδημήκειν, ἀποδεδημήκεις, ἀποδεδημήκει, ἀποδεδημήκεμεν, ἀποδεδημήκετε, ἀποδεδημήκεσαν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου