Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κτείνω»

Bob Orsillo 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κτείνω»
 
(κτείνω = φονεύω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κτείνω, κτείνεις, κτείνει, κτείνομεν, κτείνετε, κτείνουσι(ν)
& ἀποκτείνω, ἀποκτείνεις, ἀποκτείνει, ἀποκτείνομεν, ἀποκτείνετε, ἀποκτείνουσι(ν)
& ἀποκτίννυμι, ἀποκτίννυς, ἀποκτίννυσι, ἀποκτίννυμεν, ἀποκτίννυτε, ἀποκτιννύασι(ν)
Υποτακτική
κτείνω, κτείνῃς, κτείνῃ, κτείνωμεν, κτείνητε, κτείνωσι(ν)
& κτιννύω, κτιννύῃς, κτιννύῃ, κτιννύωμεν, κτιννύητε, κτιννύωσι(ν)
Ευκτική
κτείνοιμι, κτείνοις, κτείνοι, κτείνοιμεν, κτείνοιτε, κτείνοιεν
& κτιννύοιμι, κτιννύοις, κτιννύοι, κτιννύοιμεν, κτιννύοιτε, κτιννύοιεν
Προστακτική
---, κτεῖνε, κτεινέτω, ---, κτείνετε, κτεινόντων (ή κτεινέτωσαν)
Απαρέμφατο
κτείνειν & κτιννύειν
Μετοχή
κτείνων, κτείνουσα, κτεῖνον & κτιννύς, κτιννῦσα, κτιννύν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔκτεινον, ἔκτεινες, ἔκτεινε, ἐκτείνομεν, ἐκτείνετε, ἔκτεινον
& ἐκτίννυν, ἐκτίννυς, ἐκτίννυ, ἐκτίννυμεν, ἐκτίννυτε, ἐκτίννυσαν
 
Μέλλοντας
Οριστική
κτενῶ, κτενεῖς, κτενεῖ, κτενοῦμεν, κτενεῖτε, κτενοῦσι(ν)
Ευκτική
κτενοῖμι, κτενοῖς, κτενοῖ, ή κτενοίην, κτενοίης, κτενοίη, κτενοῖμεν, κτενοῖτε, κτενοῖεν
Απαρέμφατο
κτενεῖν
Μετοχή
κτενῶν, κτενοῦσα, κτενοῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ἔκτεινα, ἔκτεινας, ἔκτεινε(ν), ἐκτείναμεν, ἐκτείνατε, ἔκτειναν
Υποτακτική
κτείνω, κτείνῃς, κτείνῃ, κτείνωμεν, κτείνητε, κτείνωσι(ν)
Ευκτική
κτείναιμι, κτείναις / κτείνειας, κτείναι / κτείνειε(ν), κτείναιμεν, κτείναιτε, κτείναιεν / κτείνειαν
Προστακτική
---, κτεῖνον, κτεινάτω, ---, κτείνατε, κτεινάντων (ή κτεινάτωσαν)
Απαρέμφατο
κτεῖναι
Μετοχή
κτείνας, κτείνασα, κτεῖναν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἔκτανον, ἔκτανες, ἔκτανε(ν), ἐκτάνομεν, ἐκτάνετε, ἔκτανον
Υποτακτική
κτάνω, κτάνῃς, κτάνῃ, κτάνωμεν, κτάνητε, κτάνωσι(ν)
Ευκτική
κτάνοιμι, κτάνοις, κτάνοι, κτάνοιμεν, κτάνοιτε, κτάνοιεν
Προστακτική
---
Απαρέμφατο
κτανεῖν
Μετοχή
κτανών, κτανοῦσα, κτανόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἔκτονα, ἔκτονας, ἔκτονε, ἐκτόναμεν, ἐκτόνατε, ἐκτόνασι(ν)
& ἀπέκτονα, ἀπέκτονας, ἀπέκτονε, ἀπεκτόναμεν, ἀπεκτόνατε, ἀπεκτόνασι(ν)
 
Υποτακτική
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός ὦ
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός ᾖς
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός ᾖ
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα ὦμεν
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα ἦτε
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα ὦσι
 
Ευκτική
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός εἴην
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός εἴης
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός εἴη
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα εἴημεν (εἶμεν)
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα εἴητε (εἶτε)
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός ἴσθι
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός ἔστω
---
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα ἔστε
ἐκτονότες- ἐκτονυῖαι- ἐκτονότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἐκτονέναι
Μετοχή
ἐκτονώς- ἐκτονυῖα- ἐκτονός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐκτόνειν, ἐκτόνεις, ἐκτόνει, ἐκτόνεμεν, ἐκτόνετε, ἐκτόνεσαν
& ἀπεκτόνειν, ἀπεκτόνεις, ἀπεκτόνει, ἀπεκτόνεμεν, ἀπεκτόνετε, ἀπεκτόνεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κτείνομαι, κτείνῃ/κτείνει, κτείνεται, κτεινόμεθα, κτείνεσθε, κτείνονται
Υποτακτική
κτείνωμαι, κτείνῃ, κτείνηται, κτεινώμεθα, κτείνησθε, κτείνωνται
Ευκτική
κτεινοίμην, κτείνοιο, κτείνοιτο, κτεινοίμεθα, κτείνοισθε, κτείνοιντο
Προστακτική
---, κτείνου, κτεινέσθω, ---, κτείνεσθε, κτεινέσθων ή κτεινέσθωσαν
Απαρέμφατο
κτείνεσθαι
Μετοχή
κτεινόμενος
κτεινομένη
κτεινόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκτεινόμην, ἐκτείνου, ἐκτείνετο, ἐκτεινόμεθα, ἐκτείνεσθε, ἐκτείνοντο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου