Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀξιόω- ἀξιῶ»

Sarah Stribbling
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀξιόω- ἀξιῶ»
 
(ἀξιῶ = θεωρώ κάποιον άξιο, απαιτώ)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀξιῶ, ἀξιοῖς, ἀξιοῖ, ἀξιοῦμεν, ἀξιοῦτε, ἀξιοῦσι(ν)
Υποτακτική
ἀξιῶ, ἀξιοῖς, ἀξιοῖ, ἀξιῶμεν, ἀξιῶτε, ἀξιῶσι(ν)
Ευκτική
ἀξιοῖμι, ἀξιοῖς, ἀξιοῖ, ή ἀξιοίην, ἀξιοίης, ἀξιοίη, ἀξιοῖμεν, ἀξιοῖτε, ἀξιοῖεν
Προστακτική
---, ἀξίου, ἀξιούτω, ---, ἀξιοῦτε, ἀξιούντων
Απαρέμφατο
ἀξιοῦν
Μετοχή
ἀξιῶν, ἀξιοῦσα, ἀξιοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠξίουν, ἠξίους, ἠξίου, ἠξιοῦμεν, ἠξιοῦτε, ἠξίουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀξιώσω, ἀξιώσεις, ἀξιώσει, ἀξιώσομεν, ἀξιώσετε, ἀξιώσουσι(ν)
Ευκτική
ἀξιώσοιμι, ἀξιώσοις, ἀξιώσοι, ἀξιώσοιμεν, ἀξιώσοιτε, ἀξιώσοιεν
Απαρέμφατο
ἀξιώσειν
Μετοχή
ἀξιώσων, ἀξιώσουσα, ἀξιῶσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠξίωσα, ἠξίωσας, ἠξίωσε(ν), ἠξιώσαμεν, ἠξιώσατε, ἠξίωσαν
Υποτακτική
ἀξιώσω, ἀξιώσῃς, ἀξιώσῃ, ἀξιώσωμεν, ἀξιώσητε, ἀξιώσωσι(ν)
Ευκτική
ἀξιώσαιμι, ἀξιώσαις ή ἀξιώσειας, ἀξιώσαι ή ἀξιώσαιε(ν) ἀξιώσαιμεν, ἀξιώσαιτε, ἀξιώσαιεν ή ἀξιώσειαν
Προστακτική
---, ἀξίωσον, ἀξιωσάτω, ---, ἀξιώσατε, ἀξιωσάντων (ή ἀξιωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀξιῶσαι
Μετοχή
ἀξιώσας, ἀξιώσασα, ἀξιῶσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἠξίωκα, ἠξίωκας, ἠξίωκε, ἠξιώκαμεν, ἠξιώκατε, ἠξιώκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός ὦ
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός ᾖς
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός ᾖ
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα ὦμεν
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα ἦτε
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός εἴην
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός εἴης
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός εἴη
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα εἴητε (εἶτε)
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός ἴσθι
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός ἔστω
---
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα ἔστε
ἠξιωκότες- ἠξιωκυῖαι- ἠξιωκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἠξιωκέναι
Μετοχή
ἠξιωκώς- ἠξιωκυῖα- ἠξιωκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠξιώκειν, ἠξιώκεις, ἠξιώκει, ἠξιώκεμεν, ἠξιώκετε, ἠξιώκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀξιοῦμαι, ἀξιοῖ, ἀξιοῦται, ἀξιούμεθα, ἀξιοῦσθε, ἀξιοῦνται
Υποτακτική
ἀξιῶμαι, ἀξιοῖ, ἀξιῶται, ἀξιώμεθα, ἀξιῶσθε, ἀξιῶνται
Ευκτική
ἀξιοίμην, ἀξιοῖο, ἀξιοῖτο, ἀξιοίμεθα, ἀξιοῖσθε, ἀξιοῖντο
Προστακτική
---,ἀξιοῦ, ἀξιούσθω, ---, ἀξιοῦσθε, ἀξιούσθων
Απαρέμφατο
ἀξιοῦσθαι
Μετοχή
ἀξιούμενος
ἀξιουμένη
ἀξιούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠξιούμην, ἠξιοῦ, ἠξιοῦτο, ἠξιούμεθα, ἠξιοῦσθε, ἠξιοῦντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀξιώσομαι, ἀξιώσῃ ή ἀξιώσει, ἀξιώσεται, ἀξιωσόμεθα, ἀξιώσεσθε, ἀξιώσονται
Ευκτική
ἀξιωσοίμην, ἀξιώσοιο, ἀξιώσοιτο, ἀξιωσοίμεθα, ἀξιώσοισθε, ἀξιώσοιντο
Απαρέμφατο
ἀξιώσεσθαι
Μετοχή
ἀξιωσόμενος
ἀξιωσομένη
ἀξιωσόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ἀξιωθήσομαι, ἀξιωθήσῃ ή ἀξιωθήσει, ἀξιωθήσεται, ἀξιωθησόμεθα, ἀξιωθήσεσθε, ἀξιωθήσονται
Ευκτική
ἀξιωθησοίμην, ἀξιωθήσοιο, ἀξιωθήσοιτο, ἀξιωθησοίμεθα, ἀξιωθήσοισθε, ἀξιωθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἀξιωθήσεσθαι
Μετοχή
ἀξιωθησόμενος
ἀξιωθησομένη
ἀξιωθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠξιωσάμην, ἠξιώσω, ἠξιώσατο, ἠξιωσάμεθα, ἠξιώσασθε, ἠξιώσαντο
Υποτακτική
ἀξιώσωμαι, ἀξιώσῃ, ἀξιώσηται, ἀξιωσώμεθα, ἀξιώσησθε, ἀξιώσωνται
Ευκτική
ἀξιωσαίμην, ἀξιώσαιο, ἀξιώσαιτο, ἀξιωσαίμεθα, ἀξιώσαισθε, ἀξιώσαιντο
Προστακτική
---, ἀξίωσαι, ἀξιωσάσθω, ---, ἀξιώσασθε, ἀξιωσάσθων ή ἀξιωσάσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀξιώσασθαι
Μετοχή
ἀξιωσάμενος
ἀξιωσαμένη
ἀξιωσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠξιώθην, ἠξιώθης, ἠξιώθη, ἠξιώθημεν, ἠξιώθητε, ἠξιώθησαν
Υποτακτική
ἀξιωθῶ, ἀξιωθῇς, ἀξιωθῇ, ἀξιωθῶμεν, ἀξιωθῆτε, ἀξιωθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀξιωθείην, ἀξιωθείης, ἀξιωθείη, ἀξιωθείημεν ή ἀξιωθεῖμεν, ἀξιωθείητε ή ἀξιωθεῖτε, ἀξιωθείησαν ή ἀξιωθεῖεν
Προστακτική
---, ἀξιώθητι, ἀξιωθήτω, ---, ἀξιώθητε, ἀξιωθέντων ή ἀξιωθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀξιωθῆναι
Μετοχή
ἀξιωθείς
ἀξιωθεῖσα
ἀξιωθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἠξίωμαι, ἠξίωσαι, ἠξίωται, ἠξιώμεθα, ἠξίωσθε, ἠξίωνται
 
Υποτακτική
ἠξιωμένος- ἠξιωμένη- ἠξιωμένον ὦ
ἠξιωμένος- ἠξιωμένη- ἠξιωμένον ᾖς
ἠξιωμένος- ἠξιωμένη- ἠξιωμένον ᾖ
ἠξιωμένοι- ἠξιωμέναι- ἠξιωμένα ὦμεν
ἠξιωμένοι- ἠξιωμέναι- ἠξιωμένα ἦτε
ἠξιωμένοι- ἠξιωμέναι- ἠξιωμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἠξιωμένος- ἠξιωμένη- ἠξιωμένον εἴην
ἠξιωμένος- ἠξιωμένη- ἠξιωμένον εἴης
ἠξιωμένος- ἠξιωμένη- ἠξιωμένον εἴη
ἠξιωμένοι- ἠξιωμέναι- ἠξιωμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἠξιωμένοι- ἠξιωμέναι- ἠξιωμένα εἴητε (εἶτε)
ἠξιωμένοι- ἠξιωμέναι- ἠξιωμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἠξίωσο, ἠξιέσθω, --- ἠξίεσθε, ἠξιέσθων ή ἠξιέσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἠξιῶσθαι
Μετοχή
ἠξιωμένος,
ἠξιωμένη,
ἠξιωμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἠξιώμην, ἠξίωσο, ἠξίωτο, ἠξιώμεθα, ἠξίωσθε, ἠξίωντο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου