Jane Davies
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ρωτάω – ρωτώ & ερωτώ»
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ρωτώ, ρωτάς, ρωτά, ρωτούμε, ρωτάτε, ρωτούν ή ρωτούνε
& ρωτάω, ρωτάς, ρωτάει, ρωτάμε, ρωτάτε,
ρωτάνε
& ερωτώ, ερωτάς, ερωτά, ερωτάμε, ερωτάτε, ερωτούν ή ερωτάνε
Υποτακτική
να ρωτώ, να ρωτάς, να ρωτά, να ρωτούμε, να ρωτάτε, να ρωτούν ή να ρωτούνε
& να ρωτάω, να ρωτάς, να ρωτάει, να ρωτάμε, να ρωτάτε, να ρωτάνε
& να ερωτώ, να ερωτάς, να ερωτά, να ερωτάμε, να ερωτάτε, να ερωτούν ή να ερωτάνε
Προστακτική
β΄ ενικό: ρώτα – β΄ πληθυντικό: ρωτάτε
Μετοχή
ρωτώντας / ερωτώντας
Παρατατικός
Οριστική
ρωτούσα, ρωτούσες, ρωτούσε, ρωτούσαμε, ρωτούσατε, ρωτούσαν (ή ρωτούσανε)
& ρώταγα, ρώταγες, ρώταγε, ρωτάγαμε, ρωτάγατε, ρώταγαν
(ή ρωτάγανε)
& ερωτούσα, ερωτούσες, ερωτούσε, ερωτούσαμε,
ερωτούσατε, ερωτούσαν
Αόριστος
Οριστική
ρώτησα, ρώτησες, ρώτησε, ρωτήσαμε, ρωτήσατε, ρώτησαν (ή ρωτήσανε)
& ερώτησα, ερώτησες, ερώτησε, ερωτήσαμε,
ερωτήσατε, ερώτησαν
Υποτακτική
να ρωτήσω, να ρωτήσεις, να ρωτήσει, να ρωτήσουμε, να ρωτήσετε, να ρωτήσουν (ή να ρωτήσουνε)
& να ερωτήσω, να ερωτήσεις, να ερωτήσει, να ερωτήσουμε, να ερωτήσετε, να ερωτήσουν ή να ερωτήσουνε
Προστακτική
β΄ ενικό: ρώτησε – β΄ πληθυντικό: ρωτήστε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτώ, θα ρωτάς, θα ρωτά, θα ρωτούμε, θα ρωτάτε, θα ρωτούν ή θα ρωτούνε
& θα ρωτάω, θα ρωτάς, θα ρωτάει, θα
ρωτάμε, θα ρωτάτε, θα ρωτάνε
& θα ερωτώ, θα ερωτάς, θα ερωτά, θα ερωτάμε, θα ερωτάτε, θα ερωτούν ή θα ερωτάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτήσω, θα ρωτήσεις, θα ρωτήσει, θα ρωτήσουμε, θα ρωτήσετε, θα ρωτήσουν (ή θα ρωτήσουνε)
& θα ερωτήσω, θα ερωτήσεις, θα ερωτήσει, θα
ερωτήσουμε, θα ερωτήσετε, θα ερωτήσουν ή θα ερωτήσουνε
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω ρωτήσει, θα έχεις ρωτήσει, θα έχει ρωτήσει, θα έχουμε ρωτήσει, θα έχετε ρωτήσει, θα έχουν(ε) ρωτήσει
& θα έχω ερωτήσει, θα έχεις ερωτήσει, θα έχει ερωτήσει,
θα έχουμε ερωτήσει, θα έχετε ερωτήσει, θα έχουν(ε) ερωτήσει
Παρακείμενος
Οριστική
έχω ρωτήσει, έχεις ρωτήσει, έχει ρωτήσει, έχουμε ρωτήσει, έχετε ρωτήσει, έχουν(ε) ρωτήσει
Υποτακτική
να έχω ρωτήσει, να έχεις ρωτήσει, να έχει ρωτήσει, να έχουμε ρωτήσει, να έχετε ρωτήσει, να έχουν(ε) ρωτήσει
Μετοχή
έχοντας ρωτήσει
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα ρωτήσει, είχες ρωτήσει, είχε ρωτήσει, είχαμε ρωτήσει, είχατε ρωτήσει, είχαν/είχανε ρωτήσει
Παθητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ρωτιέμαι, ρωτιέσαι, ρωτιέται, ρωτιόμαστε, ρωτιέστε, ρωτιούνται
& ερωτώμαι, ερωτάσαι, ερωτάται, ερωτώμεθα,
ερωτάσθε, ερωτώνται
Υποτακτική
να ρωτιέμαι, να ρωτιέσαι, να ρωτιέται, να ρωτιόμαστε, να ρωτιέστε, να ρωτιούνται
& να ερωτώμαι, να ερωτάσαι, να ερωτάται, να ερωτώμεθα, να ερωτάσθε, να ερωτώνται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: ρωτιέστε
Μετοχή
ερωτώμενος, ερωτώμενη, ερωτώμενο
Παρατατικός
Οριστική
ρωτιόμουν, ρωτιόσουν, ρωτιόταν, ρωτιόμαστε, ρωτιόσαστε, ρωτιόνταν ή ρωτιούνταν
& ρωτιόμουνα, ρωτιόσουνα, ρωτιότανε,
ρωτιόμασταν, ρωτιόσασταν, ρωτιόντουσαν
Αόριστος
Οριστική
ρωτήθηκα, ρωτήθηκες, ρωτήθηκε, ρωτηθήκαμε, ρωτηθήκατε, ρωτήθηκαν (ή ρωτηθήκανε)
& ερωτήθηκα, ερωτήθηκες, ερωτήθηκε, ερωτηθήκαμε, ερωτηθήκατε,
ερωτήθηκαν (ή ερωτηθήκανε)
Υποτακτική
να ρωτηθώ, να ρωτηθείς, να ρωτηθεί, να ρωτηθούμε, να ρωτηθείτε, να ρωτηθούν (ή να ρωτηθούνε)
& να ερωτηθώ, να ερωτηθείς, να ερωτηθεί, να ερωτηθούμε, να ερωτηθείτε, να ερωτηθούν (ή να ερωτηθούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: ρωτήσου / ερωτήσου – β΄ πληθυντικό: ρωτηθείτε / ερωτηθείτε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτιέμαι, θα ρωτιέσαι, θα ρωτιέται, θα ρωτιόμαστε, θα ρωτιέστε, θα ρωτιούνται
& θα ερωτώμαι, θα ερωτάσαι, θα ερωτάται, θα
ερωτώμεθα, θα ερωτάσθε, θα ερωτώνται
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτηθώ, θα ρωτηθείς, θα ρωτηθεί, θα ρωτηθούμε, θα ρωτηθείτε, θα ρωτηθούν (ή θα ρωτηθούνε)
& θα ερωτηθώ, θα ερωτηθείς, θα ερωτηθεί, θα
ερωτηθούμε, θα ερωτηθείτε, θα ερωτηθούν (ή θα ερωτηθούνε)
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω ρωτηθεί, θα έχεις ρωτηθεί, θα έχει ρωτηθεί, θα έχουμε ρωτηθεί, θα έχετε ρωτηθεί, θα έχουν(ε) ρωτηθεί
& θα έχω ερωτηθεί, θα έχεις ερωτηθεί, θα έχει ερωτηθεί,
θα έχουμε ερωτηθεί, θα έχετε ερωτηθεί, θα έχουν(ε) ερωτηθεί
Παρακείμενος
Οριστική
έχω ρωτηθεί, έχεις ρωτηθεί, έχει ρωτηθεί, έχουμε ρωτηθεί, έχετε ρωτηθεί, έχουν(ε) ρωτηθεί
& έχω ερωτηθεί, έχεις ερωτηθεί, έχει ερωτηθεί, έχουμε
ερωτηθεί, έχετε ερωτηθεί, έχουν(ε) ερωτηθεί
Υποτακτική
να έχω ρωτηθεί, να έχεις ρωτηθεί, να έχει ρωτηθεί, να έχουμε ρωτηθεί, να έχετε ρωτηθεί, να έχουν(ε) ρωτηθεί
& να έχω ερωτηθεί, να έχεις ερωτηθεί, να έχει ερωτηθεί, να έχουμε ερωτηθεί, να έχετε ερωτηθεί, να έχουν(ε) ερωτηθεί
Μετοχή
ρωτημένος, ρωτημένη, ρωτημένο
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα ρωτηθεί, είχες ρωτηθεί, είχε ρωτηθεί, είχαμε ρωτηθεί, είχατε ρωτηθεί, είχαν(ε) ρωτηθεί
& είχα ερωτηθεί, είχες ερωτηθεί, είχε ερωτηθεί, είχαμε ερωτηθεί, είχατε ερωτηθεί, είχαν(ε) ερωτηθεί
Σημείωση: ρωτώ – ρωτιέμαι. Ο μεσοπαθητικός
ενεστώτας ρωτιέμαι του ρήματος ρωτώ, το οποίο προέρχεται από τα αρχαία
συνηρημένα σε -άω > -ῶ,
σχηματίζεται σύμφωνα με το μεταπλασμένο κλιτικό σχήμα της β1 συζυγίας με τα
επιθήματα -ιέμαι, -ιέσαι, -ιέται, -ιόμαστε, -ιέστε, -ιούνται: ρωτιέμαι,
ρωτιέσαι, ρωτιέται, ρωτιόμαστε, ρωτιέστε, ρωτιούνται.
Ο αντίστοιχος λόγιος ενεστώτας ερωτώ, ο
οποίος συνηθίζεται σε επίσημο ύφος, σχηματίζει τον μεσοπαθητικό ενεστώτα
ερωτώμαι με τα επιθήματα της λόγιας κλίσης: ερωτώμαι, ερωτάσαι, ερωτάται,
ερωτώμεθα, ερωτάσθε, ερωτώνται. Πολύ συνηθισμένο είναι το γ΄ ενικό πρόσωπο
ερωτάται, προκειμένου να διατυπωθεί ερώτηση ή απορία: Ερωτάται ο υπουργός… - Ερωτάται
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή…
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ρωτάω – ρωτώ & ερωτώ»
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ρωτώ, ρωτάς, ρωτά, ρωτούμε, ρωτάτε, ρωτούν ή ρωτούνε
& ερωτώ, ερωτάς, ερωτά, ερωτάμε, ερωτάτε, ερωτούν ή ερωτάνε
Υποτακτική
να ρωτώ, να ρωτάς, να ρωτά, να ρωτούμε, να ρωτάτε, να ρωτούν ή να ρωτούνε
& να ρωτάω, να ρωτάς, να ρωτάει, να ρωτάμε, να ρωτάτε, να ρωτάνε
& να ερωτώ, να ερωτάς, να ερωτά, να ερωτάμε, να ερωτάτε, να ερωτούν ή να ερωτάνε
Προστακτική
β΄ ενικό: ρώτα – β΄ πληθυντικό: ρωτάτε
Μετοχή
ρωτώντας / ερωτώντας
Παρατατικός
Οριστική
ρωτούσα, ρωτούσες, ρωτούσε, ρωτούσαμε, ρωτούσατε, ρωτούσαν (ή ρωτούσανε)
Αόριστος
Οριστική
ρώτησα, ρώτησες, ρώτησε, ρωτήσαμε, ρωτήσατε, ρώτησαν (ή ρωτήσανε)
να ρωτήσω, να ρωτήσεις, να ρωτήσει, να ρωτήσουμε, να ρωτήσετε, να ρωτήσουν (ή να ρωτήσουνε)
& να ερωτήσω, να ερωτήσεις, να ερωτήσει, να ερωτήσουμε, να ερωτήσετε, να ερωτήσουν ή να ερωτήσουνε
Προστακτική
β΄ ενικό: ρώτησε – β΄ πληθυντικό: ρωτήστε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτώ, θα ρωτάς, θα ρωτά, θα ρωτούμε, θα ρωτάτε, θα ρωτούν ή θα ρωτούνε
& θα ερωτώ, θα ερωτάς, θα ερωτά, θα ερωτάμε, θα ερωτάτε, θα ερωτούν ή θα ερωτάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτήσω, θα ρωτήσεις, θα ρωτήσει, θα ρωτήσουμε, θα ρωτήσετε, θα ρωτήσουν (ή θα ρωτήσουνε)
Οριστική
θα έχω ρωτήσει, θα έχεις ρωτήσει, θα έχει ρωτήσει, θα έχουμε ρωτήσει, θα έχετε ρωτήσει, θα έχουν(ε) ρωτήσει
Παρακείμενος
Οριστική
έχω ρωτήσει, έχεις ρωτήσει, έχει ρωτήσει, έχουμε ρωτήσει, έχετε ρωτήσει, έχουν(ε) ρωτήσει
να έχω ρωτήσει, να έχεις ρωτήσει, να έχει ρωτήσει, να έχουμε ρωτήσει, να έχετε ρωτήσει, να έχουν(ε) ρωτήσει
Μετοχή
έχοντας ρωτήσει
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα ρωτήσει, είχες ρωτήσει, είχε ρωτήσει, είχαμε ρωτήσει, είχατε ρωτήσει, είχαν/είχανε ρωτήσει
Παθητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ρωτιέμαι, ρωτιέσαι, ρωτιέται, ρωτιόμαστε, ρωτιέστε, ρωτιούνται
να ρωτιέμαι, να ρωτιέσαι, να ρωτιέται, να ρωτιόμαστε, να ρωτιέστε, να ρωτιούνται
& να ερωτώμαι, να ερωτάσαι, να ερωτάται, να ερωτώμεθα, να ερωτάσθε, να ερωτώνται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: ρωτιέστε
Μετοχή
ερωτώμενος, ερωτώμενη, ερωτώμενο
Παρατατικός
Οριστική
ρωτιόμουν, ρωτιόσουν, ρωτιόταν, ρωτιόμαστε, ρωτιόσαστε, ρωτιόνταν ή ρωτιούνταν
Αόριστος
Οριστική
ρωτήθηκα, ρωτήθηκες, ρωτήθηκε, ρωτηθήκαμε, ρωτηθήκατε, ρωτήθηκαν (ή ρωτηθήκανε)
να ρωτηθώ, να ρωτηθείς, να ρωτηθεί, να ρωτηθούμε, να ρωτηθείτε, να ρωτηθούν (ή να ρωτηθούνε)
& να ερωτηθώ, να ερωτηθείς, να ερωτηθεί, να ερωτηθούμε, να ερωτηθείτε, να ερωτηθούν (ή να ερωτηθούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: ρωτήσου / ερωτήσου – β΄ πληθυντικό: ρωτηθείτε / ερωτηθείτε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτιέμαι, θα ρωτιέσαι, θα ρωτιέται, θα ρωτιόμαστε, θα ρωτιέστε, θα ρωτιούνται
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα ρωτηθώ, θα ρωτηθείς, θα ρωτηθεί, θα ρωτηθούμε, θα ρωτηθείτε, θα ρωτηθούν (ή θα ρωτηθούνε)
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω ρωτηθεί, θα έχεις ρωτηθεί, θα έχει ρωτηθεί, θα έχουμε ρωτηθεί, θα έχετε ρωτηθεί, θα έχουν(ε) ρωτηθεί
Παρακείμενος
Οριστική
έχω ρωτηθεί, έχεις ρωτηθεί, έχει ρωτηθεί, έχουμε ρωτηθεί, έχετε ρωτηθεί, έχουν(ε) ρωτηθεί
να έχω ρωτηθεί, να έχεις ρωτηθεί, να έχει ρωτηθεί, να έχουμε ρωτηθεί, να έχετε ρωτηθεί, να έχουν(ε) ρωτηθεί
& να έχω ερωτηθεί, να έχεις ερωτηθεί, να έχει ερωτηθεί, να έχουμε ερωτηθεί, να έχετε ερωτηθεί, να έχουν(ε) ερωτηθεί
Μετοχή
ρωτημένος, ρωτημένη, ρωτημένο
Οριστική
είχα ρωτηθεί, είχες ρωτηθεί, είχε ρωτηθεί, είχαμε ρωτηθεί, είχατε ρωτηθεί, είχαν(ε) ρωτηθεί
& είχα ερωτηθεί, είχες ερωτηθεί, είχε ερωτηθεί, είχαμε ερωτηθεί, είχατε ερωτηθεί, είχαν(ε) ερωτηθεί
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου