Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2025

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αμφιβάλλω»

Michelle Calkins

 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αμφιβάλλω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αμφιβάλλω, αμφιβάλλεις, αμφιβάλλει, αμφιβάλλουμε, αμφιβάλλετε, αμφιβάλλουν ή αμφιβάλλουνε
Υποτακτική
να αμφιβάλλω, να αμφιβάλλεις, να αμφιβάλλει, να αμφιβάλλουμε, να αμφιβάλλετε, να αμφιβάλλουν ή να αμφιβάλλουνε
Προστακτική
β΄ ενικό: αμφίβαλλε – β΄ πληθυντικό: αμφιβάλλετε 
Μετοχή
αμφιβάλλοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
αμφέβαλλα, αμφέβαλλες, αμφέβαλλε, αμφιβάλλαμε, αμφιβάλλατε, αμφέβαλλαν
 
Αόριστος
Οριστική
αμφέβαλα, αμφέβαλες, αμφέβαλε, αμφιβάλαμε, αμφιβάλατε, αμφέβαλαν
Υποτακτική
να αμφιβάλω, να αμφιβάλεις, να αμφιβάλει, να αμφιβάλουμε, να αμφιβάλετε, να αμφιβάλουν ή να αμφιβάλουνε
Προστακτική
β΄ ενικό: αμφίβαλε – β΄ πληθυντικό: αμφιβάλετε 
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αμφιβάλλω, θα αμφιβάλλεις, θα αμφιβάλλει, θα αμφιβάλλουμε, θα αμφιβάλλετε, θα αμφιβάλλουν ή θα αμφιβάλλουνε
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αμφιβάλω, θα αμφιβάλεις, θα αμφιβάλει, θα αμφιβάλουμε, θα αμφιβάλετε, θα αμφιβάλουν ή θα αμφιβάλουνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αμφιβάλει, θα έχεις αμφιβάλει, θα έχει αμφιβάλει, θα έχουμε αμφιβάλει, θα έχετε αμφιβάλει, θα έχουν(ε) αμφιβάλει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αμφιβάλει, έχεις αμφιβάλει, έχει αμφιβάλει, έχουμε αμφιβάλει, έχετε αμφιβάλει, έχουν(ε) αμφιβάλει
Υποτακτική
να έχω αμφιβάλει, να έχεις αμφιβάλει, να έχει αμφιβάλει, να έχουμε αμφιβάλει, να έχετε αμφιβάλει, να έχουν(ε) αμφιβάλει
Μετοχή
έχοντας αμφιβάλει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αμφιβάλει, είχες αμφιβάλει, είχε αμφιβάλει, είχαμε αμφιβάλει, είχατε αμφιβάλει, είχαν(ε) αμφιβάλει
 
Σημείωση: Η ορθογραφία του ρήματος αμφιβάλλω διέπεται από τον εξής απλό μνημονικό κανόνα: μία φορά = ένα λ, πολλές φορές = δύο λ. Ειδικότερα:
Το ρήμα αμφιβάλλω γράφεται με δύο -λ-, εφόσον δηλώνεται διάρκεια ή επανάληψη (δηλ. στον ενεστώτα, παρατατικό και μέλλοντα διαρκείας), π.χ. Αμφιβάλλω αν κατάλαβε τι του είπα – Αμφέβαλλα για την ειλικρίνειά του, αλλά είχα άδικο – Θα αμφιβάλλουν για την ορθότητα των ισχυρισμών του όσο δεν τους δίνονται τα στοιχεία για έλεγχο.
Με ένα -λ- γράφεται το ρήμα, εφόσον δηλώνεται στιγμιαία ή συντελεσμένη πράξη (δηλ. στην αόριστο, τον στιγμιαίο μέλλοντα και στους συντελικούς χρόνους), π.χ. Προς στιγμήν αμφέβαλα, αλλά γρήγορα πείστηκα ότι είχε καλές προθέσεις – Θα του μιλήσω ξεκάθαρα, δεν θα τον αφήσω να αμφιβάλει ούτε στιγμή για το τι εννοώ – Πολλές φορές έχω αμφιβάλει για το αν ήταν πραγματικές όλες αυτές οι ιστορίες.
Ρηματική αύξηση (παρατατικού και αορίστου). Το ρήμα αμφιβάλλω εμφανίζει στον ενεργητικό παρατατικό και αόριστο τη λεγόμενη εσωτερική συλλαβική αύξηση -ε-, η οποία διατηρείται όπου τονίζεται. Συνεπώς, οι δύο αυτοί χρόνοι σχηματίζονται ως εξής:
Παρατατικός: αμφέβαλλα, αμφέβαλλες, αμφέβαλλε – αμφιβάλλαμε, αμφιβάλλατε, αμφέβαλλαν
Αόριστος: αμφέβαλα, αμφέβαλες, αμφέβαλε – αμφιβάλαμε, αμφιβάλατε, αμφέβαλαν
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου