Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω»


Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω»
 
δημεύω: κάνω κάτι δημόσια περιουσία
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δημεύω, δημεύεις, δημεύει, δημεύομεν, δημεύετε, δημεύουσι(ν)
Υποτακτική
δημεύω, δημεύῃς, δημεύῃ, δημεύωμεν, δημεύητε, δημεύωσι(ν)
Ευκτική
δημεύοιμι, δημεύοις, δημεύοι, δημεύοιμεν, δημεύοιτε, δημεύοιεν
Προστακτική
---, δήμευε, δημευέτω, ---, δημεύετε, δημευόντων (ή δημευέτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεύειν
Μετοχή
δημεύων, δημεύουσα, δημεῦον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δημεύων, τοῦ δημεύοντος, τῷ δημεύοντι, τόν δημεύοντα, ὦ δημεύων
οἱ δημεύοντες, τῶν δημευόντων, τοῖς δημεύουσι, τούς δημεύοντας, ὦ δημεύοντες
 
Θηλυκό
ἡ δημεύουσα, τῆς δημευούσης, τῇ δημευούσῃ, τήν δημεύουσαν, ὦ δημεύουσα
αἱ δημεύουσαι, τῶν δημευουσῶν, ταῖς δημευούσαις, τάς δημευούσας, ὦ δημεύουσαι
 
Ουδέτερο
τό δημεῦον, τοῦ δημεύοντος, τῷ δημεύοντι, τό δημεῦον, ὦ δημεῦον
τά δημεύοντα, τῶν δημευόντων, τοῖς δημεύουσι, τά δημεύοντα, ὦ δημεύοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδήμευον, ἐδήμευες, ἐδήμευε, ἐδημεύομεν, ἐδημεύετε, ἐδήμευον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐδήμευσα, ἐδήμευσας, ἐδήμευσε(ν), ἐδημεύσαμεν, ἐδημεύσατε, ἐδήμευσαν
Υποτακτική
δημεύσω, δημεύσῃς, δημεύσῃ, δημεύσωμεν, δημεύσητε, δημεύσωσι(ν)
Ευκτική
δημεύσαιμι, δημεύσαις ή δημεύσειας, δημεύσαι ή δημεύσειε(ν), δημεύσαιμεν, δημεύσαιτε, δημεύσαιεν ή δημεύσειαν
Προστακτική
---, δήμευσον, δημευσάτω, ---, δημεύσατε, δημευσάντων (ή δημευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεῦσαι
Μετοχή
δημεύσας, δημεύσασα, δημεῦσαν
 
Κλίση  μετοχής
Αρσενικό
ὁ δημεύσας, τοῦ δημεύσαντος, τῷ δημεύσαντι, τόν δημεύσαντα, ὦ δημεύσας
οἱ δημεύσαντες, τῶν δημευσάντων, τοῖς δημεύσασι, τούς δημεύσαντας, ὦ δημεύσαντες
 
Θηλυκό
ἡ δημεύσασα, τῆς δημευσάσης, τῇ δημευσάσῃ, τήν δημεύσασαν, ὦ δημεύσασα
αἱ δημεύσασαι, τῶν δημευσασῶν, ταῖς δημευσάσαις, τάς δημευσάσας, ὦ δημεύσασαι
 
Ουδέτερο
τό δημεῦσαν, τοῦ δημεύσαντος, τῷ δημεύσαντι, τό δημεῦσαν, ὦ δημεῦσαν
τά δημεύσαντα, τῶν δημευσάντων, τοῖς δημεύσασι, τά δημεύσαντα, ὦ δημεύσαντα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δημεύομαι, δημεύῃ/δημεύει, δημεύεται, δημευόμεθα, δημεύεσθε, δημεύονται
Υποτακτική
δημεύωμαι, δημεύῃ, δημεύηται, δημευώμεθα, δημεύησθε, δημεύωνται
Ευκτική
δημευοίμην, δημεύοιο, δημεύοιτο, δημευοίμεθα, δημεύοισθε, δημεύοιντο
Προστακτική
---, δημεύου, δημευέσθω, ---, δημεύεσθε, δημευέσθων ή δημευέσθωσαν
Απαρέμφατο
δημεύεσθαι
Μετοχή
δημευόμενος
δημευομένη
δημευόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δημευόμενος, τοῦ δημευομένου, τῷ δημευομένῳ, τόν δημευόμενον, ὦ δημευόμενε
οἱ δημευόμενοι, τῶν δημευομένων, τοῖς δημευομένοις, τούς δημευομένους, ὦ δημευόμενοι
 
Θηλυκό
ἡ δημευομένη, τῆς δημευομένης, τῇ δημευομένῃ, τήν δημευομένην, ὦ δημευομένη
αἱ δημευόμεναι, τῶν δημευομένων, ταῖς δημευομέναις, τάς δημευομένας, ὦ δημευόμεναι
 
Ουδέτερο
τό δημευόμενον, τοῦ δημευομένου, τῷ δημευομένῳ, τό δημευόμενον, ὦ δημευόμενον
τά δημευόμενα, τῶν δημευομένων, τοῖς δημευομένοις, τά δημευόμενα, ὦ δημευόμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδημευόμην, ἐδημεύου, ἐδημεύετο, ἐδημευόμεθα, ἐδημεύεσθε, ἐδημεύοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐδημεύθην, ἐδημεύθης, ἐδημεύθη, ἐδημεύθημεν, ἐδημεύθητε, ἐδημεύθησαν
Υποτακτική
δημευθῶ, δημευθῇς, δημευθῇ, δημευθῶμεν, δημευθῆτε, δημευθῶσι(ν)
Ευκτική
δημευθείην, δημευθείης, δημευθείη, δημευθείημεν ή δημευθεῖμεν, δημευθείητε ή δημευθεῖτε, δημευθείησαν ή δημευθεῖεν
Προστακτική
---, δημεύθητι, δημευθήτω, ---, δημεύθητε, δημευθέντων ή δημευθήτωσαν
Απαρέμφατο
δημευθῆναι
Μετοχή
δημευθείς
δημευθεῖσα
δημευθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δημευθείς, τοῦ δημευθέντος, τῷ δημευθέντι, τόν δημευθέντα, ὦ δημευθείς
οἱ δημευθέντες, τῶν δημευθέντων, τοῖς δημευθεῖσι, τούς δημευθέντας, ὦ δημευθέντες
 
Θηλυκό
ἡ δημευθεῖσα, τῆς δημευθείσης, τῇ δημευθείσῃ, τήν δημευθεῖσαν, ὦ δημευθεῖσα
αἱ δημευθεῖσαι, τῶν δημευθεισῶν, ταῖς δημευθείσαις, τάς δημευθείσας, ὦ δημευθεῖσαι
 
Ουδέτερο
τό δημευθέν, τοῦ δημευθέντος, τῷ δημευθέντι, τό δημευθέν, ὦ δημευθέν
τά δημευθέντα, τῶν δημευθέντων, τοῖς δημευθεῖσι, τά δημευθέντα, ὦ δημευθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδήμευμαι, δεδήμευσαι, δεδήμευται, δεδημεύμεθα, δεδήμευσθε, δεδήμευνται
 
Υποτακτική
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον ὦ
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον ᾖς
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον ᾖ
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα ὦμεν
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα ἦτε
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα ὦσι
 
Ευκτική
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εἴην
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εἴης
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εἴη
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εἴημεν (εἶμεν)
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εἴητε (εἶτε)
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, δεδήμευσο, δεδημεύσθω, ---, δεδήμευσθε, δεδημεύσθων
 
Απαρέμφατο
δεδημεῦσθαι
Μετοχή
δεδημευμένος,
δεδημευμένη,
δεδημευμένον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ δεδημευμένος, τοῦ δεδημευμένου, τῷ δεδημευμένῳ, τόν δεδημευμένον, ὦ δεδημευμένε
οἱ δεδημευμένοι, τῶν δεδημευμένων, τοῖς δεδημευμένοις, τούς δεδημευμένους, ὦ δεδημευμένοι
 
Θηλυκό
ἡ δεδημευμένη, τῆς δεδημευμένης, τῇ δεδημευμένῃ, τήν δεδημευμένην, ὦ δεδημευμένη
αἱ δεδημευμέναι, τῶν δεδημευμένων, ταῖς δεδημευμέναις, τάς δεδημευμένας, ὦ δεδημευμέναι
 
Ουδέτερο
τό δεδημευμένον, τοῦ δεδημευμένου, τῷ δεδημευμένῳ, τό δεδημευμένον, ὦ δεδημευμένον
τά δεδημευμένα, τῶν δεδημευμένων, τοῖς δεδημευμένοις, τά δεδημευμένα, ὦ δεδημευμένα
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδημεύμην, ἐδεδήμευσο, ἐδεδήμευτο, ἐδεδημεύμεθα, ἐδεδήμευσθε, ἐδεδήμευντο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου