Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026

David Reynolds «Η διαίρεση και η επανένωση της Ευρώπης (1945-1995)»

 
David Reynolds «Η διαίρεση και η επανένωση της Ευρώπης (1945-1995)»
 
«ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ηλικία κάτω των πενήντα, μεγάλωσε ή γεννήθηκε σε έναν κόσμο ακινητοποιημένο στους πάγους του Ψυχρού Πολέμου», έγραφε το 1987 ο Βρετανός ιστορικός –και ενεργό μέλος του φιλειρηνικού κινήματος– Ε.Π. Τόμπσον (E.P. Thompson, 1924-1993). «Θα πρέπει να φαντάζει», συνέχισε, «σαν αναλλοίωτος όρος της γεωγραφίας το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται συνεχώς διαιρεμένη σε δύο στρατόπεδα ευρισκόμενα σε στάση “αποτροπής” στο διηνεκές». Και όμως, δύο χρόνια αργότερα το ανατολικό μπλοκ είχε διαλυθεί, μέχρι το τέλος του 1990 η Γερμανία είχε επανενωθεί και στις 31 Δεκεμβρίου 1991 η ίδια η Σοβιετική Ένωση έπαψε να υπάρχει. Γιατί το παραπέτασμα φαινόταν τόσο μόνιμο; Γιατί στο τέλος κατέρρευσε τόσο ραγδαία;
 
Η Ευρώπη εν μέσω των δύο υπερδυνάμεων
     Το καλοκαίρι του 1945 η γηραιά Ευρώπη βρισκόταν κυριολεκτικά σε συντρίμμια. Στο ερειπωμένο κτήριο της γερμανικής Καγκελαρίας, όπου σχεδόν μόνο οι τοίχοι έστεκαν όρθιοι, το γραφείο του Χίτλερ, με τη μαρμάρινη επιφάνειά του τσακισμένη, στεκόταν τριγυρισμένο από σωρούς σκουπιδιών ανάμεσα στα οποία Σιδηρένιοι Σταυροί και έγγραφα που κάποτε ήταν απόρρητα. Όπως το Βερολίνο, έτσι και οι πόλεις της Κολωνίας, του Αμβούργου και της Δρέσδης –στην πραγματικότητα τα περισσότερα αστικά κέντρα της Γερμανίας– είχαν ερειπωθεί από τους βομβαρδισμούς και τη φωτιά. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε σε όλες τις γωνιές της ηπείρου: το Παρίσι, η Ρώμη και η Πράγα είχαν ξεφύγει απ’ τον όλεθρο, αλλά αυτές ήταν εξαιρέσεις. Τα μεγάλα μνημεία της εποχής των Αψβούργων στη Βουδαπέστη και στη Βιέννη είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης· μια σειρά από εμπορικά λιμάνια, από το Ρότερνταμ μέχρι τον Πειραιά, είχαν μετατραπεί σε μπάζα, ενώ ζωτικές ποτάμιες αρτηρίες όπως ο Ρήνος και ο Δούναβης είχαν μπλοκαριστεί από τα βυθισμένα πλοία και τις κατεστραμμένες γέφυρες. Η καταστροφή έσπειρε στο πέρασμά της τις επιδημίες. Στη διάρκεια του πολέμου και της συμμαχικής κατοχής ένα εκατομμύριο κάτοικοι της Νάπολης προσβλήθηκαν από τύφο και αφροδίσια νοσήματα, καταστροφή ανάλογη σε διαστάσεις με τις μεγάλες επιδημίες της πανώλης τον 17ο αιώνα. Και το χειρότερο, η ανάκαμψη φαινόταν ότι θα προχωρούσε με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς. Η Γαλλία, της οποίας η «απελευθέρωση» ολοκληρώθηκε ταχύτατα το 1944, βρέθηκε αμέσως μετά την κατοχή με παραλυμένο το σιδηροδρομικό της δίκτυο, με κατεστραμμένες τις γέφυρες και την παραγωγή άνθρακα να έχει πέσει στο μισό των προπολεμικών της επιπέδων. Ακόμη και η Βρετανία, που είχε γλυτώσει από τη γερμανική κατοχή, έχασε το ένα τέταρτο του εθνικού της πλούτου και έγινε ο μεγαλύτερος χρεοφειλέτης στον κόσμο. Ο Χίτλερ απέτυχε να πραγματοποιήσει τους στόχους του αλλά, τηρώντας την υπόσχεσή του, πήρε μαζί του στον θάνατο την Ευρώπη.
Νικητές από αυτή την τρομερή σύγκρουση αναδείχθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση, οι δύο «υπερδυνάμεις» –όρος που πλάστηκε στο τέλος του πολέμου. Το τίμημα όμως της νίκης ήταν διαφορετικό για την καθεμία. Η Αμερική δεν είχε βομβαρδιστεί ούτε κατακτηθεί και είχε χάσει μόνο 300.000 νεκρούς (περίπου το 0,25% του πληθυσμού της). Αντίθετα, η άνθηση της πολεμικής της βιομηχανίας έβγαλε τη χώρα από την ύφεση· το 1945 οι Ηνωμένες Πολιτείες κάλυπταν το μισό της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής. Από άκρη σ’ άκρη στην Ευρώπη οι Αμερικανοί φαντάροι, μασώντας τσίχλες και οδηγώντας τα πανταχού παρόντα τζιπ τους, είχαν μετατραπεί σε σύμβολα του αμερικανικού πλούτου και της αμερικανικής τεχνολογίας. Τον Αύγουστο του 1945 τα πυρηνικά μανιτάρια πάνω από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι επιβεβαίωσαν με τον πιο δραματικό τρόπο την αμερικανική πρωτοκαθεδρία ως πρώτη (μέχρι το 1949 μόνο) πυρηνική δύναμη.
     Η Σοβιετική Ένωση, αντίθετα είχε αποτελέσει πεδίο μάχης επί μία τριετία και είχε σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος της μάχης εναντίον του γερμανικού στρατού. Οι νεότερες εκτιμήσεις των ειδικών ανεβάζουν σήμερα τον αριθμό των σοβιετικών νεκρών σε τουλάχιστον 28 εκατομμύρια –σε πάνω από το 14% του προπολεμικού της πληθυσμού. Ωστόσο το ακριβές μέγεθος των σοβιετικών απωλειών δεν ήταν γνωστό τότε. Αυτό που άφησε τότε άναυδο τον υπόλοιπο κόσμο ήταν οι εικόνες της σοβιετικής ισχύος: το σφυροδρέπανο να κρέμεται πάνω από το ερειπωμένο Ράιχσταγκ, το πρόσωπο του Στάλιν να φιγουράρει σε ένα τεράστιο ταμπλώ στην κεντρική λεωφόρο Υπό τας Φιλύρας (Unter den Linden) του Βερολίνου, και ο καταρράκτης από ναζιστικά λάβαρα και σημαίες που στρώθηκαν στα πόδια του Στάλιν κατά την Παρέλαση της Νίκης στην Ερυθρά Πλατεία (που αντέγραφε συνειδητά τον θρίαμβο του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄ για τη νίκη του επί του Ναπολέοντα). Ο Ερυθρός Στρατός είχε κατατροπώσει τη γερμανική Βέρμαχτ και είχε θέσει υπό την κατοχή του την Ανατολική Ευρώπη, κατά τον ίδιο τρόπο που η Αμερική και οι νεόκοποι σύμμαχοί της, η Βρετανία και η Γαλλία, είχαν εγκαταστήσει φρουρές στη Δύση.
     Για τις δύο υπερδυνάμεις φαινόταν ότι στον πόλεμο θριάμβευσαν όχι μόνο με τη δύναμή τους αλλά και με τις ιδέες τους. Ήταν η δεύτερη φορά μέσα σε τριάντα χρόνια που οι Μεγάλες Δυνάμεις και οι λεγόμενες «πολιτισμένες» χώρες της Ευρώπης πολέμησαν μεταξύ τους μέσα σε απαράμιλλη φρίκη και βαρβαρότητα. Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι νεκροί ήταν 8 εκατομμύρια, στον τωρινό 50 εκατομμύρια. Η τρέλα του εθνικισμού έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους Αμερικανούς, πολίτες μιας ομόσπονδης χώρας που το μέγεθός της ισοδυναμούσε με αυτό μιας ηπείρου. Μια απλή επίσκεψη στην Ευρώπη το 1945, με τις κατεστραμμένες πόλεις και τον εξαθλιωμένο πληθυσμό, αρκούσε για να πείσει Αμερικανούς γερουσιαστές αλλά και απλούς Αμερικανούς φαντάρους για την ηθική αλλά και στρατιωτική ανωτερότητα της χώρας τους. Αλλά οι εικόνες που προκάλεσαν το μεγαλύτερο συγκλονισμό το 1945 ήταν αυτές των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι ηγέτες των Συμμάχων και η κοινή γνώμη αγνοούσαν (ή παρέβλεπαν) σε όλες του τις διαστάσεις το φρικιαστικό αυτό έγκλημα όσο μαινόταν ο πόλεμος: μετά τον πόλεμο ήρθαν στην επιφάνεια τα συγκλονιστικά στοιχεία για τα σχέδια της συστηματικής γενοκτονίας που είχε απεργαστεί ο γερμανικός ρατσισμός. Σλάβοι, Αθίγγανοι, διανοητικά καθυστερημένοι και, πάνω απ’ όλους, οι Εβραίοι είχαν πέσει θύματα άγριας εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων και εκτελέσεων που είχαν οργανωθεί με αδίστακτη εφευρετικότητα. Ονόματα όπως το Μπέλσεν και το Άουσβιτς γύριζαν από στόμα σε στόμα και οι συγκλονισμένοι Αμερικανοί στρατηγοί ανάγκασαν τους ντόπιους Γερμανούς να επισκεφθούν τα στρατόπεδα και να δουν με τα ίδια τους τα μάτια το ανείπωτο κόστος σε ανθρώπινες ζωές της Αρίας φυλετικής καθαρότητας. Ουσιαστικά όλοι οι Εβραίοι της Ευρώπης, περίπου έξι εκατομμύρια ψυχές, είχαν εξοντωθεί. Τα στρατόπεδα εξόντωσης φαίνονταν να αποτελούν την πιο απτή απόδειξη της ηθικής χρεωκοπίας της Ευρώπης.
     Η μεταπολεμική Ευρώπη μετατράπηκε έτσι σε αρένα αντιμαχόμενων ιδεολογιών αλλά και δυνάμεων. Η γοητεία της αμερικανικής ελευθερίας και γενναιοδωρίας ήταν αναμφίβολα μεγάλη. Το 1945-46 η αμερικανική ανθρωπιστική βοήθεια είχε αρχίσει ήδη να αφήνει το αποτύπωμά της στη Γερμανία και στην Ιταλία. Η χρεοκοπία του φασισμού οδήγησε αρχικά σε μια εκτεταμένη πολιτική στροφή προς τα αριστερά. Κανένας δεν μπορεί να κατανοήσει την ισχύ και την αντοχή του κομμουνισμού στη μεταπολεμική Ευρώπη, αν δεν λάβει υπόψη του αυτόν τον παράγοντα. Η δυσπιστία για την αμερικανική πλουτοκρατία και την απουσία πνευματικής καλλιέργειας των Αμερικανών ήταν βαθιά ριζωμένες στις ευρωπαϊκές ελίτ, ιδίως στη Γαλλία, ενώ οι κομμουνιστές έδρεψαν πολλά πολιτικά και προπαγανδιστικά οφέλη, ιδίως στη Γαλλία και στην Ιταλία, από τον κυρίαρχο ρόλο τους στα αντιστασιακά κινήματα τον καιρό του πολέμου. Τη διετία 1945-46 οι κομμουνιστές στη Γαλλία, στην Ιταλία και στο Βέλγιο συμμετείχαν σε κυβερνήσεις συνασπισμού, ενώ στη Βρετανία και στις Σκανδιναβικές χώρες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις έθεταν σε εφαρμογή φιλόδοξα προγράμματα εθνικοποιήσεων και οικοδόμησης ενός κράτους πρόνοιας. Στην Ανατολική Ευρώπη επίσης, στα μέσα της δεκαετίας του 1940 σοσιαλιστές, κομμουνιστές και αγροτικά κόμματα σχημάτισαν συμμαχικές κυβερνήσεις και συμφώνησαν στην ανάγκη να εξαλειφθούν οι μεγάλες γαιοκτησίες και να περιέλθει η βαριά βιομηχανία υπό κρατικό έλεγχο, όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Ανατολική Γερμανία και στην Ουγγαρία.
     Ωστόσο το 1945 ο Ψυχρός Πόλεμος δεν είχε ακόμη πάρει μορφή στην Ευρώπη. Στη διάρκεια της προεδρίας του Ρούσβελτ και του Τρούμαν οι Αμερικανοί, παρά την αυξανόμενη καχυποψία τους, συνεργάστηκαν πολιτικά με τους Σοβιετικούς και υπήρχε μια ισχυρή τάση να απαγκιστρωθούν από την Ευρώπη. «Φέρτε πίσω τα παιδιά μας! Μη γίνεστε μαριονέτες! Μην αφήνετε να σας άγουν και να σας φέρουν!», έλεγε συνοψίζοντας το σφυγμό της κοινής γνώμης στα τέλη του 1945 ο υφυπουργός εξωτερικών Ντην Άτσεσον (Dean Acheson). Ο Στάλιν, από την πλευρά του, ήταν αποφασισμένος να εγγυηθεί την ασφάλεια της Ρωσίας και να επεκτείνει την επιρροή της, κατακτώντας ισχυρά ερείσματα στην Ανατολική και στην Κεντρική Ευρώπη. Δεν είχε όμως βάλει σκοπό να επεκτείνει επ' άπειρον την επιρροή του. Άφησε, για παράδειγμα, την Ελλάδα να επανέλθει υπό την αιγίδα της Βρετανίας, όπως συμφώνησε με τον Τσώρτσιλ το 1944, και σε καμία περίπτωση δεν επεδίωκε αντιπαράθεση με τη Δύση, η οποία ενδεχομένως θα διατάραζε τον πρωταρχικό του στόχο, την ανοικοδόμηση της χώρας του μετά τον πόλεμο. Είναι φυσιολογικό βέβαια δύο ισχυρές δυνάμεις που ανταγωνίζονται ποια θα καλύψει πρώτη ένα κενό ισχύος και ξεκινούν από αντίπαλες ιδεολογικές αφετηρίες να έρθουν τελικά σε σύγκρουση μεταξύ τους. Αυτό όμως που προκάλεσε τη ραγδαία επιδείνωση των μεταξύ τους σχέσεων ήταν η διαφωνία τους γύρω από τη διευθέτηση του μεταπολεμικού καθεστώτος. Το κύριο πρόβλημα δεν ήταν η Ανατολική Ευρώπη: οι Αμερικανοί, παρότι συνέχιζαν να καταδικάζουν την έλλειψη δημοκρατίας, το 1945 άφησαν την Πολωνία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία να περάσουν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Ο Ψυχρός Πόλεμος ξεκίνησε και διαμορφώθηκε γύρω από τον αγώνα για τον έλεγχο της Γερμανίας.
     Οι Ρώσοι πίστευαν ότι η ανασυγκρότηση της Γερμανίας θα τους έφερνε στο μέλλον ενώπιον μιας νέας στρατιωτικής απειλής, ενώ οι Αμερικανοί τη θεωρούσαν απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ευημερία της Ευρώπης στο μέλλον. Το 1945-46 οι Ρώσοι απογύμνωσαν τη Γερμανία από το βιομηχανικό εξοπλισμό της για να ξαναχτίσουν την οικονομία τους και απέκλειαν κάθε κίνηση για οικονομική ανάκαμψη, ενώ οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας βαρέθηκαν να ταΐζουν τη Γερμανία με έξοδα των Αμερικανών και των Βρετανών φορολογουμένων –«να πληρώνουν αποζημιώσεις στη Γερμανία», όπως το έθεσε χαρακτηριστικά ο Βρετανός υπουργός οικονομικών Χιού Ντάλτον (Hugh Dalton). Οι Αμερικανοί αποφάσισαν τελικά να αναλάβουν ξανά δράση, όταν η ευρωπαϊκή παραγωγή έπαθε καθίζηση στις αρχές του 1947, στη διάρκεια ενός πολύ σκληρού χειμώνα, και οι διαπραγματεύσεις των Δυτικών Συμμάχων με τους Σοβιετικούς στη Μόσχα έφθασαν ύστερα από ένα μήνα, τον Απρίλιο, σε πλήρες αδιέξοδο. Στις 5 Ιουνίου 1947 ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών Τζωρτζ Μάρσαλ (George C. Marshall) υποσχέθηκε αμερικανική βοήθεια για την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης, αν οι Ευρωπαίοι τούς παρουσίαζαν ένα συλλογικό πακέτο προτάσεων. Βρετανοί και Γάλλοι ηγέτες συγκάλεσαν αμέσως συναντήσεις στο Παρίσι και στη συνέχεια ξεδιάλυναν με τους Αμερικανούς τις λεπτομέρειες ενός σχεδίου· το Πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ανάκαμψης (που έμεινε γνωστό στην ιστορία ως Σχέδιο Μάρσαλ) ψηφίστηκε τελικά από το αμερικανικό Κογκρέσο τον Μάρτιο του 1948.
     Η σοβιετική ανταπόκριση ήταν εξίσου σημαντική. Οι Ρώσοι απέστειλαν στο Παρίσι μια οκταμελή αντιπροσωπία, ενώ ανατολικοευρωπαϊκές χώρες όπως η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία έδειξαν επίσης έντονο ενδιαφέρον. Ο Στάλιν όμως θεώρησε την αμερικανική πρόταση απειλή για τον χώρο επιρροής του. Έστειλε αυστηρή προειδοποίηση στους Τσέχους και τους υπόλοιπους να μη συμμετάσχουν και απέσυρε τη σοβιετική αντιπροσωπία. Το φθινόπωρο κήρυξε ιδεολογικό πόλεμο στις καπιταλιστικές χώρες της Δύσης, δημιουργώντας την Κομινφόρμ (το Κομμουνιστικό Γραφείο Πληροφοριών) για να συντονίζει τη δράση των ξένων κομμουνιστικών κομμάτων και αντικαθιστώντας τη στρατηγική της συμμαχικής συναίνεσης στη Γαλλία και στην Ιταλία με απεργίες που σκοπό είχαν να ρίξουν τις κυβερνήσεις. Στην Ανατολική Ευρώπη η σοβιετική επιρροή μετατράπηκε σε σοβιετική κυριαρχία. Μετά το πραξικόπημα στην Τσεχοσλοβακία τον Φεβρουάριο του 1948 (μια χώρα ως τότε ανεξάρτητη αλλά παράλληλα φιλική προς τη Σοβιετική Ένωση) ακολούθησε ο εκσταλινισμός του μεγαλύτερου μέρους των χωρών της περιοχής. Όλα τα πολιτικά κόμματα εκτός από τα κομμουνιστικά τέθηκαν εκτός νόμου· όσοι κομμουνιστές δεν υπάκουαν στη Μόσχα διαγράφτηκαν από το κόμμα· η γεωργία και η βαριά βιομηχανία τέθηκαν υπό κρατικό έλεγχο και οι αστικές και πολιτικές ελευθερίες σταδιακά καταργήθηκαν. Τον Μάρτιο του 1946 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ έκανε πρώτος λόγο για ένα «σιδηρούν παραπέτασμα» που κατέβαινε από τη Βαλτική ως την Αδριατική Θάλασσα, αλλά οι μπάρες έπεσαν πραγματικά το 1947-48 με το Σχέδιο Μάρσαλ και την αντίδραση του Στάλιν.
     Οι Αμερικανοί προχώρησαν με γοργά βήματα στην ανασυγκρότηση της Δυτικής Γερμανίας, καταστρώνοντας σχέδια για ένα νέο ομόσπονδο κράτος. Φοβούμενος μια τέτοια εξέλιξη, ο Στάλιν προσπάθησε τον Ιούνιο του 1948 να απομακρύνει τους Αμερικανούς και να συνετίσει τους Γερμανούς, επιβάλλοντας αποκλεισμό του Βερολίνου, της πρωτεύουσας πόλης όπου όλες οι συμμαχικές δυνάμεις διατηρούσαν ζώνες κατοχής, βαθιά μέσα σε μια επικράτεια ελεγχόμενη από τους Σοβιετικούς. Αντί να κάνουν πίσω, οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί κράτησαν στη ζωή τους Βερολινέζους στη διάρκεια του χειμώνα, στέλνοντάς τους τρόφιμα με μια επικίνδυνη αερογέφυρα, και τελικά υποχρέωσαν τον Στάλιν να εγκαταλείψει την προσπάθεια του τον Μάιο του 1948. Η αποτυχία αυτή ήταν μια μεγάλη πολιτική και προπαγανδιστική ήττα για τους Σοβιετικούς. Ο Στάλιν δεν είχε μόνο ντροπιαστεί σε μια επίδειξη δύναμης πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά είχε χάσει και την ηθική υπεροχή. Το πραξικόπημα στην Τσεχοσλοβακία και η κρίση του Βερολίνου συνέβαλαν πολύ στην αμαύρωση της εικόνας των Σοβιετικών στην Ευρώπη, ακόμη και στη Γαλλία, όπου το κομμουνιστικό κόμμα συνέχιζε να συγκεντρώνει στις εθνικές εκλογές το 1/4 περίπου των ψήφων. Εξίσου σημαντικό γεγονός ήταν το ότι η πολυδιαφημισμένη βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ κέρδιζε τις συμπάθειες των Ευρωπαίων. Μεταξύ 1948 και 1951 οι Ηνωμένες Πολιτείες τοποθέτησαν στην Ευρώπη περίπου 13 δισεκατομμύρια δολάρια· το ίδιο διάστημα οι Σοβιετικοί αφαίμαξαν περίπου το ίδιο ποσό από τη δική τους σφαίρα επιρροής στην Ευρώπη.
     Το φθινόπωρο του 1949 ιδρύθηκαν δύο νέα γερμανικά κράτη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στη Δύση και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας στα εδάφη της πρώην σοβιετικής ζώνης. Η στρατιωτική παρουσία των τεσσάρων δυνάμεων στο Βερολίνο εξακολουθούσε να αποτελεί ένα δυνητικό σημείο ανάφλεξης. Τα επόμενα χρόνια τα μπλοκ των δύο υπερδυνάμεων εξελίχθηκαν σταδιακά σε πάνοπλα στρατόπεδα. Για άλλη μια φορά, δεν επρόκειτο για προσχεδιασμένη εξέλιξη· ήταν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας δράσης και αντίδρασης και από τις δύο πλευρές. Τον Απρίλιο του 1949, ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και δέκα χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπέγραψαν το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Από τότε και στο εξής η επίθεση εναντίον ενός μέλους θα θεωρείτο από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη ως επίθεση εναντίον όλων. Ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες, που μέχρι πριν λίγα χρόνια ακολουθούσαν πολιτική απομονωτισμού, υπέγραφαν συμμαχία εν καιρώ ειρήνης. Ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές χαρακτήρισαν το γεγονός ως τη σύγχρονη Αμερικανική Επανάσταση. Ωστόσο, ο Οργανισμός του Βορειοατλαντικού Συμφώνου αρχικά ήταν ένα χαλαρό αμυντικό σύμφωνο και όχι μια στρατιωτική συμμαχία. Αυτό που έβαλε την τελευταία πινελιά στη φυσιογνωμία του ΝΑΤΟ (το «Ο» στον τίτλο του, σύμφωνα με το περίφημο σχόλιο που έκανε ο ισχυρός Αμερικανός διπλωμάτης Έιβερελ Χάριμαν [Averell Harriman]) ήταν το δεύτερο μεγάλο λάθος του Στάλιν στη μεταπολεμική περίοδο: ο πόλεμος της Κορέας.
     Όταν ο Στάλιν ενέκρινε την επίθεση των Βορειοκορεατών στη Νότια Κορέα τον Ιούνιο του 1950, θεωρούσε δεδομένο ότι η Αμερική θα παρέμενε αδιάφορη. Προκάλεσε έτσι μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας στο έδαφος της Κορέας, καθώς και έναν τεράστιο πολεμικό πανικό στην Ευρώπη. Οι Αμερικανοί έστειλαν τέσσερις αμερικανικές ετοιμοπόλεμες μεραρχίες για να σταθμεύσουν μόνιμα στην Ευρώπη –αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας ουσιαστικής αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας– και άσκησαν πιέσεις στα υπόλοιπα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να ενισχύσουν τις δικές τους συμβατικές δυνάμεις. Το σημαντικότερο ήταν ότι απαίτησαν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας για να ελαφρυνθούν οι δικές τους αυξημένες στρατιωτικές υποχρεώσεις. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να κατευνάσουν τους φόβους των συμμάχων τους, και ιδίως της Γαλλίας, και να αποσπάσουν την αποδοχή τους για μια τέτοια εξέλιξη. Τον Μάιο του 1955 η Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γερμανίας έγινε μέλος του ΝΑΤΟ και οι σοβιετικοί δορυφόροι οργανώθηκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Μια δεκαετία ακριβώς μετά τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας η διαίρεση της Ευρώπης είχε ολοκληρωθεί.
 
Η Ευρώπη της Αμερικής
     Η επισκίαση της καταρημαγμένης από τον πόλεμο Ευρώπης από την ιδεολογία και την ισχύ της Αμερικής και της Ρωσίας ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό τη διαίρεση της γηραιάς ηπείρου μια δεκαετία μετά το τέλος του πολέμου. Η αντοχή όμως αυτής της διαίρεσης στο χρόνο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι βόλευε τους Ευρωπαίους και τους υποβοηθούσε να επιλύσουν ορισμένα από τα προβλήματά τους.
     Κύρια αποστολή του ΝΑΤΟ ήταν να αποτρέψει με την απειλή της αμερικανικής πυρηνικής απάντησης μια πιθανή σοβιετική επίθεση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 η αποτρεπτική δύναμη είχε στη διάθεσή της όχι μόνο συμβατικά στρατεύματα αλλά και στρατηγικά πυρηνικά όπλα, βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, καθώς και πυρηνικές βόμβες εξαπολυόμενες από βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Το ΝΑΤΟ προστάτευε όλα τα μέλη του από κάθε είδους επίθεση, απ’ οπουδήποτε κι αν προερχόταν αυτή. Το πρόβλημα ήταν ότι πολλοί Ευρωπαίοι εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι η πραγματική απειλή προερχόταν από τη Γερμανία. Όπως έλεγε και το αστείο που κυκλοφορούσε εκείνο τον καιρό, ο ρόλος του ΝΑΤΟ ήταν να κρατά τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω.
     Η Γαλλία φοβόταν περισσότερο απ’ όλες τις δυτικές χώρες την αναγεννημένη Γερμανία. Οι ηγέτες της προσπάθησαν αρχικά να περιορίσουν την ανάκαμψη της Γερμανίας. Όταν οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί επέβαλαν τελικά την άποψή τους, οι Γάλλοι εφάρμοσαν το 1950 μιαν εναλλακτική στρατηγική την οποία είχε συλλάβει πρώτος ο (οικονομολόγος και οραματιστής της ενωμένης Ευρώπης) Ζαν Μονέ (Jean Monnet, 1888-1979): αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, συμμάχησε μαζί τους. Αυτή η στρατηγική φάνηκε ολοκάθαρα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), που ιδρύθηκε το 1952. Αυτοί οι δύο τομείς της οικονομίας ήταν ζωτικής σημασίας για την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης· ήταν όμως επίσης κρίσιμοι για τις δυνατότητες ενός κράτους να διεξάγει πόλεμο. Θέτοντάς τους υπό την επιτήρηση ενός διεθνούς οργανισμού, οι έξι χώρες-μέλη της ΕΚΑΧ (η Γαλλία, η Δυτική Γερμανία, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο) περιέστελλαν την εθνική τους κυριαρχία για χάρη των συμφερόντων της ευημερίας και της ασφάλειας. Κίνητρό τους ήταν επίσης η ισχυρή διάδοση της ομοσπονδιακής ιδέας εκείνη την εποχή, αφότου ο πόλεμος αποκάλυψε τις καταστροφικές συνέπειες των εθνικών ανταγωνισμών. Τα τρία μικρότερα κράτη-μέλη της ΕΚΑΧ είχαν μάλιστα συστήσει νωρίτερα τη δική τους τελωνειακή ένωση, την Μπενελούξ (από τα αρχικά της ονομασίας των τριών κρατών-μελών (Belgique, Nederlanden, Luxembourg) το 1948. Όπως και να ’χει, η ΕΚΑΧ ήταν ταυτόχρονα υλοποίηση όχι μόνο ενός διπλωματικού στρατηγήματος αλλά και ενός ιδεαλιστικού οράματος, με το «γερμανικό πρόβλημα» σφηνωμένο γερά στην καρδιά της. Αυτό μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη μετέπειτα πολυκύμαντη πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι χώρες της Μπενελούξ, ιδίως το Βέλγιο, ήταν οι θερμότεροι υποστηρικτές της φεντεραλιστικής ιδέας και ήταν αυτές που παρότρυναν και τα υπόλοιπα τρία μέλη της ΕΚΑΧ να προχωρήσουν στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ), η οποία ιδρύθηκε επίσημα την 1η Ιανουαρίου 1958. Για τη Γερμανία και την Ιταλία, τα κράτη παρίες της Ευρώπης, η ενοποίηση ήταν ένα μέσο για να επανακτήσουν τη διεθνή τους θέση και επιρροή. Η Γαλλία όμως ήταν η χώρα που κατόρθωσε με τη μεγαλύτερη επιτυχία να διαμορφώσει την ΕΟΚ σύμφωνα με τα εθνικά της συμφέροντα. Θέλοντας εναγωνίως να αποφύγουν μια επανάληψη της πολιτικής κρίσης λόγω των γαλλικών ενστάσεων για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, τα υπόλοιπα πέντε κράτη επιφύλαξαν στη Γαλλία προνομιακή μεταχείριση αναφορικά με τις αποικίες της και την Κοινή Αγροτική Πολιτική, η οποία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των καλλιεργητών των μικρών και αναποτελεσματικών αγροκτημάτων της χώρας –οι Γάλλοι αγρότες όμως αποτελούσαν υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Το 1963 ο Γάλλος πρόεδρος Σαρλ Ντε Γκωλ (Charles de Gaulle, 1958-69) πρόβαλε βέτο στην καθυστερημένη αίτηση της Βρετανίας να γίνει μέλος της ΕΟΚ, με την αιτιολογία ότι η φυσιογνωμία της χώρας δεν ήταν ακόμη καθαρά ευρωπαϊκή. Αυτό όμως που βάρυνε περισσότερο στην απόφαση του Γάλλου προέδρου, παρότι δεν εκφράστηκε επισήμως, ήταν ο φόβος ότι η Βρετανία θα αποδυνάμωνε την επιρροή της Γαλλίας· ήταν «καλύτερα να υπάρχει ένας μόνο κόκορας παρά δύο μέσα στο ίδιο κοτέτσι», όπως δήλωσε χαριτωμένα ένας σοβινιστής Γάλλος διπλωμάτης. Ο Ντε Γκωλ κατόρθωσε επίσης να αναπροσανατολίσει την ΕΟΚ από τους φεντεραλιστικούς στόχους του Μονέ. Το 1965 μπλόκαρε τη θέσπιση της λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία με το επιχείρημα ότι η ΕΟΚ έπρεπε να είναι μια «Ευρώπη των πατρίδων» (Europe des patries) και όχι ένα υπερεθνικό κράτος.
     Παρ’ όλ’ αυτά η ΕΟΚ υπήρξε μια αξιοσημείωτη επιτυχία. Μέσα στην πρώτη δεκαετία από την ίδρυσή της δημιουργήθηκε μια κοινή αγορά με την κατάργηση των εσωτερικών δασμών και τη θέσπιση ενός κοινού εξωτερικού δασμολογίου για τα εισαγόμενα προϊόντα από άλλες χώρες. Κεντρικός άξονας της νέας κοινότητας ήταν μια αξιοθαύμαστη «εγκάρδια συνεννόηση» ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία. Για τον Κόνραντ Αντενάουερ (Konrad Adenauer), ομοσπονδιακό καγκελάριο από το 1949 ως το 1963, η φιλία με τη Γαλλία είχε κεφαλαιώδη σημασία, όσο περίπου και η ανάσχεση του κομμουνισμού. Παρότι ο υπουργός οικονομικών της κυβέρνησής του, ο Λούντβιχ Έρχαρτ, τασσόταν υπέρ μιας λιγότερο προστατευτικής οικονομικής ομαδοποίησης –παρόμοιας με τη ζώνη ελευθέρου εμπορίου που είχε προτείνει η Βρετανία–, ο Αντενάουερ πίστευε ακράδαντα ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στην πολιτική παρά στην οικονομία. Η αποδοχή από τη Γερμανία των όρων που είχε θέσει η Γαλλία για την οργάνωση της ΕΟΚ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συμφιλίωση των δύο παλιών εχθρών. Ο Ντε Γκωλ και ο Αντενάουερ πήραν προσωπικά την απόφαση να κάνουν τα λόγια πράξη και τον Ιανουάριο του 1963 επισημοποίησαν τη νέα ειδική σχέση ανάμεσα στη Γαλλία και στη Γερμανία με την υπογραφή μιας συνθήκης φιλίας.
     Η ΕΟΚ ήταν λοιπόν εν μέρει μια απάντηση στο ενοχλητικό «γερμανικό πρόβλημα» της Ευρώπης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια συνεργασίας η οικονομική ισχύς της Γερμανία, που δεν αποτελούσε πλέον κίνδυνο, μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί προς όφελος των γειτόνων της. Τη δεκαετία του 1950 το οικονομικό θαύμα που συντελέστηκε στη Δυτική Γερμανία μεταμόρφωσε τη θέση της χώρας στην παγκόσμια οικονομία. Το 1960 η Γερμανία προμήθευε πλέον τη διεθνή αγορά με το 1/5 των βιομηχανικών προϊόντων, υπερακοντίζοντας οικονομικά τη Βρετανία και λειτουργώντας ως η ατμομηχανή ανάπτυξης για τους Έξι της ΕΟΚ.
     Αυτό που κατέστησε δυνατή και ισχυρή τη γερμανική ανάκαμψη, εκτός από τη διευθέτηση των πολιτικών προβλημάτων που συντελέστηκε μέσω της ΕΟΚ, ήταν επίσης το γεγονός ότι οι Αμερικανοί είχαν αναλάβει μεγάλο μέρος από το βάρος της δυτικοευρωπαϊκής άμυνας. Οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν απέναντι στους νατοϊκούς συμμάχους τους παρείχαν εγγυήσεις στη Γαλλία και τους γείτονές της απέναντι στη ρωσική (αλλά και τη γερμανική) απειλή. Επιπλέον, οι δεσμεύσεις τους σήμαιναν ότι ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας σε πλήρη κλίμακα, με όλα τα φοβικά σύνδρομα που θα ζωντάνευε στη μνήμη των Ευρωπαίων, δεν ήταν πλέον απαραίτητος. Στη Γερμανία επιτράπηκε να αποκτήσει μόνο συμβατικές δυνάμεις, οι οποίες θα υπάκουαν στο ΝΑΤΟ, και υποχρεώθηκε να αποκηρύξει τα πυρηνικά όπλα. Χωρίς τις αμερικανικές εγγυήσεις και με δεδομένο το μέγεθος της απειλής από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, η Γερμανία θα εξελισσόταν αναπόφευκτα σε πυρηνική δύναμη.
     Οι αμερικανικές δεσμεύσεις απέναντι στην Ευρώπη προσπόρισαν και άλλα οφέλη στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Απαλλάσσοντάς τες από την πρωταρχική ευθύνη για την ασφάλεια της Δύσης, έδωσαν τη δυνατότητα στη Γαλλία και στη Βρετανία να ξεκινήσουν μια μάχη οπισθοφυλακών για την υπεράσπιση των αποικιακών τους αυτοκρατοριών. Και οι δύο είχαν υποστεί απώλειες αποικιών εξαιτίας του πολέμου: η Γαλλία έχασε το Λίβανο και τη Συρία το 1946, ενώ οι Βρετανοί εγκατέλειψαν την Ινδία το 1947. Οι Γάλλοι όμως διεξήγαγαν μακροχρόνιο και σκληρό πόλεμο στην Ινδοκίνα για να την κρατήσουν υπό την κατοχή τους από το 1946 έως το 1954. Μόλις αυτή η περιπέτεια έλαβε άδοξο τέλος, ξεκίνησαν άλλο αγώνα για να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους την Αλγερία έναντι των εθνικιστών ανταρτών και των Γάλλων εποίκων, αγώνα που διήρκεσε μέχρι που ο Ντε Γκωλ παραχώρησε ανεξαρτησία το 1962. Επομένως, επί μιάμιση δεκαετία ο γαλλικός στρατός είχε εμπλακεί σε αποικιακούς πολέμους εκτός της Ευρώπης. Παρότι η απαγκίστρωση των Βρετανών από τις αυτοκρατορικές τους κτήσεις ήταν λιγότερο αιματηρή, το μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων δυνάμεων της χώρας ήταν εμπλεγμένο στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας σε όλη τη δεκαετία του 1950 και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν πήρε πολύ στα σοβαρά την υπόθεση της ΕΟΚ. Τα βρετανικά οικονομικά συμφέροντα σε χώρες όπως η Μαλαισία και η Αίγυπτος θεωρούνταν τόσο σημαντικά ώστε να διατηρούνται εκεί μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις για την υπεράσπισή τους. Η προσπάθεια να διατηρηθεί ο έλεγχος της διώρυγας του Σουέζ οδήγησε στην αποτυχημένη αγγλογαλλική επίθεση στην Αίγυπτο τον Οκτώβριο του 1956· η αποτυχία της απέδειξε στον κόσμο ότι οι δύο δυνάμεις είχαν ξεπεράσει τα όρια της ισχύος τους.
     Ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (Dwight D. Eisenhower), ο πρώτος ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ και κατοπινός πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (1953-61), ήλπιζε πάντα ότι οι αμερικανικές υποχρεώσεις απέναντι στο ΝΑΤΟ δεν θα ήταν παρά μια προσωρινή επιτακτική ανάγκη εωσότου μπορέσουν οι Ευρωπαίοι να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Στα τέλη όμως της δεκαετίας του 1950 το εφαλτήριο φαινόταν να έχει μετατραπεί σε δεκανίκι –και το δεκανίκι γινόταν όλο και πιο ακριβό για τους Αμερικανούς φορολογουμένους. Το 1945 οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως το ισχυρότερο οικονομικό κράτος στον κόσμο με τεράστια οικονομικά αποθέματα, μπορούσε να αντέξει το οικονομικό βάρος της ανάσχεσης του κομμουνισμού, πληρώνοντας για ανθρωπιστική βοήθεια και για στρατεύματα σε ευαίσθητες χώρες του εξωτερικού. Το 1960 όμως, με την ανάκαμψη της Γερμανίας και της Ιαπωνίας να έχει γίνει πραγματικότητα, η ισορροπία στην παγκόσμια οικονομία είχε επανέλθει. Το μερίδιο της Αμερικής στην παγκόσμια παραγωγή είχε συρρικνωθεί από το μισό στο ένα τέταρτο, ενώ το μερίδιό της στα παγκόσμια αποθέματα χρυσού από 70% σε 50%. Ο Αϊζενχάουερ και οι διάδοχοί του στην προεδρία Τζων Φ. Κέννεντυ (John F. Kennedy, 1961-63) και Λύντον Τζόνσον (Lyndon B. Johnson, 1963-69) πίεσαν τους Ευρωπαίους, και ιδίως τη Γερμανία, να συνεισφέρουν στις δαπάνες για τη δική τους άμυνα. Επίσης άρχισαν να βλέπουν την ΕΟΚ, που αρχικά ήταν ευπρόσδεκτη στην Ουάσιγκτον, σαν εμπορικό αντίπαλο.
     Στην ευρωπαϊκή όχθη του Ατλαντικού άρχισαν να διαισθάνονται ότι το αρχικό ατλαντικό συμβόλαιο είχε ξεπεραστεί. Ορισμένοι Γερμανοί, για παράδειγμα, άρχισαν να απεχθάνονται τη συνεχιζόμενη αμερικανική κατοχή. Η τεράστια και σκόπιμα απροκάλυπτη αμερικανική παρουσία σε μεγαλουπόλεις όπως η Χαϊδελβέργη και το Καϊζερσλάουτερν άρχισε να φαντάζει επιθετική. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μάλιστα είχε αρχίσει στη Γερμανία η συζήτηση να μπει η χώρα στην πυρηνική «λέσχη». Η Γαλλία όμως για άλλη μια φορά ξεπέρασε τους πάντες με τη γκρίνια της. Ο Ντε Γκωλ πίστευε ότι η συμμαχία είχε εξελιχθεί σε όργανο της αμερικανικής κυριαρχίας. Ένιωθε επίσης ότι επεισόδια όπως αυτό της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα το 1962 –όταν ο κόσμος περίμενε ανήμπορος, με την απειλή ενός πυρηνικού πολέμου να επικρεμάται πάνω του, τις υπερδυνάμεις να επιλύσουν την αντιπαράθεση–, έδειχναν το λάθος της Ευρώπης να βασίζεται στις ελαφρόμυαλες Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1960 η Γαλλία, όπως και η Βρετανία, είχαν γίνει πλέον πυρηνικές δυνάμεις και ο Ντε Γκωλ απέσυρε σταδιακά τη Γαλλία από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, κάνοντας έξωση στα αμερικανικά στρατεύματα και στρατηγεία το 1966.
     Η ρήξη όμως δεν ήταν ολική. Η Γαλλία παρέμεινε μέλος στο πολιτικό σκέλος της νατοϊκής συμμαχίας, δίνοντας λαβή σε κατηγορίες ότι απολάμβανε τα οφέλη του ΝΑΤΟ «α λα καρτ», χωρίς να πληρώνει το πλήρες μενού. Οι φόβοι ότι η Γαλλία θα ακολουθούσε στο εξής στάση ουδετερότητας ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση εξατμίστηκαν πλήρως με την παραίτηση του Ντε Γκωλ το 1969. Παρότι στα τέλη της δεκαετίας του 1960 το διατλαντικό συμβόλαιο δεχόταν όλο και περισσότερες πιέσεις τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, φαινόταν ακόμη αμοιβαία επωφελές.
 
Το σοβιετικό μπλοκ
     Ακόμη και στη μαντρωμένη Ανατολική Ευρώπη οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 χαρακτηρίστηκαν από κάποιο μετριασμό της ηγεμονίας της σοβιετικής υπερδύναμης. Το κύριο έναυσμα για την αλλαγή ήταν ο θάνατος του Στάλιν τον Μάρτιο του 1953. Οι ακραίες πολιτικές τακτικές του περιστάλησαν από τους διαδόχους του, ιδίως τον Νικήτα Χρουστσόφ, γενικό γραμματέα του ΚΚΣΕ από το 1953 έως το 1964, ο οποίος αποκήρυξε τον σταλινισμό και την προσωπολατρεία με μια συνταρακτική ομιλία του σε ολομέλεια του κόμματος το 1956. Στο εσωτερικό ο Χρουστσόφ έκανε ορισμένες φιλότιμες προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις στη γεωργία, για αύξηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών και για ενίσχυση του κράτους δικαίου μάλλον παρά της μυστικής αστυνομίας. Η διαδικασία όμως της αποσταλινοποίησης έφερε μεγαλύτερα αποτελέσματα στην Ανατολική Ευρώπη. Εκεί, η νέα γραμμή εκφράστηκε με το δόγμα ότι υπήρχαν πλέον «πολλοί δρόμοι προς το σοσιαλισμό».
     Το εντυπωσιακότερο παράδειγμα ήταν η Γιουγκοσλαβία. Αυτό το πολυεθνικό και πολύγλωσσο κράτος, δημιούργημα του σερβικού ιμπεριαλισμού την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, διατήρησε τη συνοχή του μετά το 1945 μέσα από ένα ομοσπονδιακό σύνταγμα και υπό την ηγεσία του Γιόζιπ Μπροζ Τίτο (μέχρι το θάνατό του το 1980), γιο ενός Κροάτη και μιας Σλοβένας. Ο Τίτο δεν χρωστούσε την επανάστασή του στον Ερυθρό Στρατό και μέχρι το τέλος του 1945 οι κομμουνιστές του είχαν κατορθώσει να θέσουν υπό τον πλήρη έλεγχό τους τη χώρα. Οι ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες του Τίτο στα Βαλκάνια οδήγησαν στον εξοστρακισμό του από την Μόσχα το 1948 και από τότε και στο εξής ακολούθησε τη δική του ξεχωριστή πορεία. Στην εξωτερική πολιτική ήταν ένας από τους πρωτεργάτες του «Κινήματος των Αδεσμεύτων», εκμεταλλευόμενος επιδέξια τις αντιθέσεις ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου. Στην εσωτερική πολιτική απαρνήθηκε τον σταλινισμό και προχώρησε πολύ μακρύτερα απ’ όλες τις άλλες χώρες του ανατολικού μπλοκ, ακολουθώντας το δρόμο της οικονομικής «αποκέντρωσης» και της «αυτοδιαχείρισης».
     Η Γιουγκοσλαβία ωστόσο είναι εξαιρετική περίπτωση. Τα υπόλοιπα δικτατορικά καθεστώτα της Βαλκανικής υιοθέτησαν μια ελαφρώς πιο ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, αλλά η εσωτερική τους πολιτική παρέμεινε αυστηρά σταλινική. Στην Αλβανία ο Εμβέρ Χότζα (Enver Hoxha, 1945-85) και το ευνοιοκρατούμενο κόμμα του κράτησαν αποστάσεις από τη Δύση αλλά δέχτηκαν βοήθεια από την Κίνα, όταν το Πεκίνο διέρρηξε τις σχέσεις του με τη Μόσχα στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η Ρουμανία, ιδίως την περίοδο του Νικολάε Τσαουσέσκου (1965-89), έπαιξε επιδέξια το ίδιο παιχνίδι, αποκαθιστώντας τις εμπορικές της σχέσεις με τη Δύση. Ο κύριος λόγος που οι δύο κομμουνιστές ηγέτες απομακρύνθηκαν από την ΕΣΣΔ ήταν η απόπειρα της Μόσχας να μετατρέψει τις χώρες τους σε οικονομικές αποικίες της. Ο Τσαουσέσκου όμως ήταν προσεκτικός και δεν έβγαλε τη Ρουμανία από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (όπως έκανε ο Χότζα το 1968), ενώ το κομμουνιστικό καθεστώς παρέμεινε και στις δύο χώρες αδιαμφισβήτητο και καταπιεστικό. Η Μόσχα λοιπόν δεν ένιωθε να απειλείται η εξουσία της, ιδιαίτερα από τη στιγμή που τα Βαλκάνια ήταν περιφερειακού ενδιαφέροντος.
     Ο κεντρικός άξονας του σοβιετικού μπλοκ βρισκόταν στην Ανατολική και την Κεντρική Ευρώπη, πάνω στον άξονα της γερμανικής επίθεσης του παρελθόντος που τώρα αποτελούσε το σύνορο με το Κεντρικό Μέτωπο του ΝΑΤΟ. Εδώ, οποιαδήποτε απόκλιση στην εξωτερική πολιτική δεν επρόκειτο να γίνει ανεκτή, όπως διαπίστωσαν οι Ούγγροι τον Οκτώβριο του 1956, όταν προσπάθησαν να αποχωρήσουν από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και η επανάστασή τους καταπνίγηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα. Από την άλλη, δεν μπορούσε να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι στην Κεντρική Ευρώπη βρίσκονταν ορισμένες από τις πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά περιοχές του σοβιετικού μπλοκ, ιδίως στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και στην Τσεχία, όπου οι πιέσεις για φιλελευθεροποίηση της οικονομίας ήταν ιδιαίτερα ισχυρές. Η συνταγή που ακολούθησαν σαν συνέπεια ήταν μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό και συμμόρφωση με τη διπλωματία της Μόσχας στο εξωτερικό (το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που έπραξαν η Ρουμανία και η Αλβανία). Ο Γιάνος Καντάρ (Janos Kadar), αφομοιώνοντας τα διδάγματα από την εξέγερση του 1956, οδήγησε την Ουγγαρία στο μονοπάτι που είχε χαράξει πρώτος ο Τίτο. Ο Καντάρ επέτρεψε την ίδρυση τοπικών ιδιωτικών επιχειρήσεων, εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο οικονομικό σχέδιο και αφήνοντάς τες ελεύθερες να ρυθμίζουν μόνες τους τους μισθούς και τις τιμές σύμφωνα με τα κέρδη. Στην Πολωνία, όπου επίσης σημειώθηκε εξέγερση το 1956, ο Βλάντισλαβ Γκομούλκα σταμάτησε τη διαδικασία κολεκτιβοποίησης της γεωργίας, αφήνοντας περίπου το 80% της καλλιεργήσιμης γης σε ιδιωτικά χέρια.
     Το σοβιετικό μπλοκ λοιπόν δεν ήταν τόσο μονολιθικό όσο νομίζουμε, αλλά προσαρμοζόταν στις τοπικές συνθήκες και περιστάσεις της κάθε χώρας. Σε μια βαθύτερη ανάλυση θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην κομμουνιστική διακυβέρνηση υπήρχε ένα στοιχείο συναίνεσης. Σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ο επαναστατικός πυρετός της πρώιμης μεταπολεμικής περιόδου δεν είχε σβήσει ακόμη ολότελα. Επιπλέον, η μεγάλη μάζα του πληθυσμού δεν έπεσε μοναχά θύμα αλλά αποκόμισε και οφέλη από τη «λαϊκή δημοκρατία». Η μαζική εκβιομηχάνιση και η κολεκτιβοποίηση της γεωργίας είχαν τεράστιες συνέπειες για την κοινωνία και το περιβάλλον, αλλά επίσης συνιστούσαν κοινωνική επανάσταση. Μέσα σε δύο δεκαετίες από το 1950 και μετά η πλειοψηφία των Ανατολικοευρωπαίων (εκτός των Βαλκανίων) μεταμορφώθηκε από αγρότες της υπαίθρου σε βιομηχανικούς εργάτες των πόλεων. Οι συνθήκες κατοικίας παρέμεναν αξιολύπητες και τα καταναλωτικά αγαθά σπάνιζαν, αλλά η παροχή δωρεάν εκπαίδευσης, στοιχειώδους υγειονομικής περίθαλψης και (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία) πλήρους απασχόλησης ήταν ενδείξεις ότι ο κομμουνισμός βελτίωσε σημαντικά το επίπεδο διαβίωσης του μέσου πολίτη. Αυτή η βελτίωση ενίσχυσε την κοινωνική συνοχή και την πολιτική συναίνεση στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.
     Παρ’ όλ’ αυτά, η αλήθεια είναι ότι τα κομμουνιστικά καθεστώτα στήριζαν τη εξουσία τους σε τελευταία ανάλυση στη δύναμη. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ανατολική Γερμανία, η οποία ήταν το πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικά κράτος του ανατολικού μπλοκ, με το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Το καθεστώς του Βάλτερ Ούλμπριχτ (Walter Ulbricht) αγωνίστηκε σκληρά να εμφυσήσει στους πολίτες του μια ανατολικογερμανική εθνική συνείδηση, χρησιμοποιώντας τον αθλητισμό ως ένα από τα κύρια όπλα του. Τεράστια χρηματικά ποσά (και αναβολικά) επενδύθηκαν στους αστέρες του αθλητισμού, με αποτέλεσμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) να κατακτήσει είκοσι χρυσά μετάλλια –τερματίζοντας τρίτη στην κατάταξη μετά τη Σοβιετική Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν έπαυε όμως να είναι ένα τεχνητό κράτος και η αίσθηση του θριάμβου δεν άντεξε στο χρόνο· η γοητεία που ασκούσε η ζωή στη γειτονική Δυτική Γερμανία ενισχυόταν από την «εισβολή» των προγραμμάτων της δυτικογερμανικής τηλεόρασης στα περισσότερα σπίτια της ΛΔΓ. Στερημένοι από τα δημοκρατικά δικαιώματά τους, οι Ανατολικογερμανοί πολίτες ψήφιζαν με τα πόδια τους. Τη δεκαετία του 1950 η ΛΔΓ ήταν το μόνο κράτος του σοβιετικού μπλοκ που ο πληθυσμός του μειωνόταν, από 19 σε 17 εκατομμύρια, καθώς οι πολίτες του γλιστρούσαν από τις αφύλακτες συνοριακές διαβάσεις στο Δυτικό Βερολίνο και από εκεί στη Δυτική Γερμανία.
     Αντιμέτωπος με αυτή την αιμορραγία σε ανθρώπινο δυναμικό (το περισσότερο από αυτό εξειδικευμένο), ο Ούλμπριχτ κατόρθωσε τελικά να πείσει τη Μόσχα να σφραγίσει το Ανατολικό Βερολίνο και να αρχίσει να χτίζει το Τείχος του Βερολίνου στις 13 Αυγούστου 1961. Έντεκα μέρες αργότερα ο 24χρονος Γκύντερ Λίτφιν (Günter Litfin) σκαρφάλωσε στο τείχος και διέσχισε κολυμπώντας τον ποταμό Σπρέε, αλλά σκοτώθηκε από τα πυρά των συνοριακών φρουρών προτού προλάβει ν’ ανέβει στην αντίπερα όχθη στο Δυτικό Βερολίνο. Ένα λιτό λίθινο μνημείο χτίστηκε για να θυμίζει «το πρώτο θύμα του Τείχους» και να υπενθυμίζει ότι η λέξη «ελευθερία», που είχε γίνει κλισέ στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, δεν ήταν απλά ένα σύνθημα χωρίς νόημα, αλλά κατακτιόταν με αίμα.
 
Συνύπαρξη και στασιμότητα, 1968-1981
     Το 1968, περίπου δύο δεκαετίες μετά τη διαίρεση της Ευρώπης, ο Ψυχρός Πόλεμος είχε χάσει μεγάλο μέρος από την ιδεολογική του ένταση. Η μεταπολεμική γενιά της Ευρώπης σε Ανατολή και Δύση είχε βιώσει στη διάρκεια της δικής της ζωής το ότι ο κομμουνισμός ή ο καπιταλισμός είχαν προσφέρει αφάνταστη ευημερία. Τα παιδιά της όμως δεν είχαν τέτοιου είδους εμπειρίες. Γι’ αυτά οι «-ισμοί» ήταν απλά συστήματα που παρουσιάζονταν όλο και περισσότερο καταθλιπτικά. Στην Ανατολή η αμφισβήτηση του συστήματος κορυφώθηκε με έναν αυξανόμενο πολιτικό κυνισμό απέναντι στη διαφθορά του κομματικού κατεστημένου. Στη Δύση οι φοιτητές διαδήλωναν ενάντια στον κομφορμισμό και τον καταναλωτισμό των μεγαλυτέρων, υιοθετώντας εκλαϊκευμένες μορφές του μαρξισμού και ήρωες όπως τον Τσε Γκεβάρα και τον Μάο Τσετούνγκ, αμφισβητώντας τόσο τον αμερικανικό καπιταλισμό όσο και τον σοβιετικό κομμουνισμό. Οι περισσότερες από αυτές τις διαμαρτυρίες δεν κράτησαν πολύ αλλά μέσα σ’ αυτές εκκολάφθηκαν ολιγομελείς μεν αλλά περιβόητες τρομοκρατικές ομάδες, κυρίως η «Φράξια του Ερυθρού Στρατού» στη Γερμανία και οι Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για μια σειρά από ληστείες και απαγωγές προτού εξαρθρωθούν περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Παρότι τελικά εκφυλίστηκαν και κατέληξαν στον μηδενισμό, οι τρομοκράτες αυτοί, όπως και τα φοιτητικά κινήματα από τα οποία ξεπήδησαν, αντιδρούσαν στον εξαμερικανισμένο καπιταλισμό της Ευρώπης της δεκαετίας του 1960.
     Το γεγονός όμως που αμαύρωσε περισσότερο απ’ όλα τη διεθνή εικόνα της Αμερικής ήταν ο πόλεμος του Βιετνάμ. Το θλιβερό θέαμα των αμέτρητων βομβαρδισμών του Βορείου Βιετνάμ, που αναμεταδιδόταν κάθε βράδυ στις οθόνες των τηλεοράσεων, ήταν η χειρότερη καταστροφή για τη δημόσια εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Βιετνάμ αποτέλεσε την επιτομή, το σύμβολο που συμπύκνωσε όλες τις ανισότητες που δημιουργούσε ο στρατιωτικο-βιομηχανικός καπιταλισμός, με πρώτο παράδειγμα τα γεγονότα του Μάη του 1968 στο Παρίσι, όπου η εξέγερση των φοιτητών εξελίχθηκε σε ένα μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας που παραλίγο να ανατρέψει την κυβέρνηση του Ντε Γκωλ. Το αντίστοιχο παράδειγμα στην Ανατολή ήταν η εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία τον Αύγουστο του 1968. Ο κομμουνισμός εκεί είχε παραμείνει ασφυκτικά συγκεντρωτικός, προκαλώντας έτσι ένα διογκούμενο αντιπολιτευτικό ρεύμα τόσο από την πλευρά των φιλελεύθερων όσο και της σλοβακικής μειονότητας. Η μεταρρυθμιστική κυβέρνηση του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ (ενός Σλοβάκου) εγκαινίασε τη λεγόμενη «Άνοιξη της Πράγας», προκαλώντας τεράστιες ανησυχίες σε όλο το σοβιετικό μπλοκ. Ο Ντούμπτσεκ επέτρεψε την ίδρυση και τη λειτουργία και άλλων κομμάτων και ξεκίνησε έρευνες για τα παλιά εγκλήματα του σταλινισμού. Κυκλοφορούσε μάλιστα η φήμη ότι η Τσεχοσλοβακία θα εγκατέλειπε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Στις 20 Αυγούστου 1968 τα σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία, αλλά χρειάστηκαν μήνες μέχρι να κατορθώσει η Μόσχα να σχηματίσει στην Πράγα μια νέα κυβέρνηση πιστή στα κελεύσματά της. Το δικαίωμα των Σοβιετικών να παρεμβαίνουν ως θεματοφύλακες του «σοσιαλιστικού διεθνισμού» διατυπώθηκε επίσημα στο λεγόμενο «Δόγμα Μπρέζνιεφ», που συνάντησε έντονους επικριτές στη Δύση.
     Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τα δύο στρατόπεδα φαίνονταν ιδιαίτερα συμπαγή και έδιναν την εντύπωση ότι θα διαρκούσαν αιώνια. Δεν υπήρχε πλέον ο κίνδυνος να εξελιχθεί ο Ψυχρός Πόλεμος σε θερμό· οι πάγοι του έμοιαζαν άθραυστοι. Η λέξη που περιέγραφε μονολεκτικά αυτήν την κατάσταση ήταν «ύφεση» (détente), μια χαλάρωση δηλαδή της έντασης στις διεθνείς σχέσεις. Ο κύριος λόγος που ανάγκασε τις υπερδυνάμεις να στραφούν στην ύφεση ήταν ο έλεγχος των εξοπλισμών, οι οποίοι όχι μόνο απορροφούσαν τεράστια κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά επίσης έφερναν τον κόσμο κοντά στο χείλος μιας πυρηνικής καταστροφής, όπως συνέβη στην Κούβα το 1962. Τον Μάιο του 1972 ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον πέταξε στη Μόσχα (ήταν η πρώτη επίσημη επίσκεψη εκεί Αμερικανού προέδρου) και υπέγραψε τη συμφωνία περιορισμού των πυρηνικών όπλων ΣΑΛΤ 1. Παρά το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή ήταν ένα περιορισμένο και προσωρινό μέτρο, μια νέα εποχή φάνηκε να ανατέλλει στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.
     Η détente βρήκε ανταπόκριση και στη Γερμανία. Ο Αντενάουερ και οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν εργαστεί σκληρά για την τελική επανένωση της Γερμανίας, αλλά οι σοσιαλιστές υπό τον Βίλλυ Μπραντ (Willy Brandt), πρώην δήμαρχο του Δυτικού Βερολίνου, πίστευαν ότι ήταν καιρός να αποδεχθούν την πραγματικότητα της διαίρεσης και να βρουν ένα τρόπο συνύπαρξης (modus vivendi) με την Ανατολική Γερμανία. Ο Μπραντ, που διετέλεσε καγκελάριος το διάστημα 1969-74, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον τελικό στόχο της επανένωσης –το σύνθημά του ήταν «δύο κράτη, ένα έθνος»–, αλλά στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του προωθήθηκε η ντε φάκτο αναγνώριση της ΛΔΓ και η αποδοχή των μεταπολεμικών συνόρων με την Πολωνία. Μια τετραμερής συνθήκη μεταξύ των πρώην τεσσάρων συμμαχικών δυνάμεων κατοχής για το Βερολίνο διευθέτησε την πρόσβαση των Δυτικών Συμμάχων σε αυτό το πρώην σημείο ανάφλεξης και παραχώρησε μεγαλύτερη ελευθερία μετακινήσεων στους Βερολινέζους από και προς την πόλη τους. Ο ακρογωνιαίος λίθος της ύφεσης όμως ήταν οι συμφωνίες του Ελσίνκι το 1975. Με αντάλλαγμα υποσχέσεις των χωρών του σοβιετικού μπλοκ για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Δύση αναγνώρισε τα μεταπολεμικά σύνορα της Ευρώπης ως «απαραβίαστα» και τάχθηκε κατά της μεταβολής τους με τη βία. Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Χίτλερ η διαίρεση της Ευρώπης φαινόταν αμετακίνητα παγιωμένη.
     Σε αντίθεση με το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, η ΕΟΚ ανέλαβε δυναμικότερες πρωτοβουλίες μετά την απομάκρυνση του Ντε Γκωλ από το προσκήνιο. Το νέο ξεκίνημα στη Σύνοδο Κορυφής της Χάγης τον Δεκέμβριο του 1969 οδήγησε στο στενότερο συντονισμό της εξωτερικής πολιτικής και μια δέσμευση για επίτευξη της νομισματικής ενοποίησης μέχρι το 1980. Η εμβάθυνση της διαδικασίας ενοποίησης τέθηκε ψηλά στην ατζέντα της Κοινότητας. Το επόμενο μεγάλο βήμα ήταν η διεύρυνση. Η ένταξη της Βρετανίας, που είχε ήδη καθυστερήσει πολύ, ήταν τώρα πλέον, μετά την αποχώρηση του Ντε Γκωλ από την πολιτική, δυνατή. Η Βρετανία, μαζί με τη Δανία και την Ιρλανδία, έγινε μέλος της Κοινότητας τον Ιανουάριο του 1973, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό των κρατών-μελών από έξι σε εννέα. Το 1977 η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία ξεκίνησαν σοβαρές ενταξιακές διαπραγματεύσεις.
     Τα κίνητρα γι’ αυτή, τη δεύτερη διεύρυνση υπογραμμίζουν για άλλη μια φορά το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ξεκίνησε μέσα στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου. Αυτές οι τρεις φτωχές μεσογειακές χώρες ήταν τελείως διαφορετικές από τον εκβιομηχανισμένο σκληρό πυρήνα της ΕΟΚ και αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα ενσωμάτωσης. Οι λόγοι που οδήγησαν στην ένταξή τους ήταν καθαρά πολιτικοί. Η Ισπανία και η Πορτογαλία είχαν βουλιάξει στο τέλμα των αυταρχικών δικτατορικών τους καθεστώτων ήδη πριν από τον πόλεμο. Η πορτογαλική όμως επανάσταση του Απριλίου του 1974 και ο θάνατος του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο τον Νοέμβριο του 1975 εγκαινίασαν στις χώρες αυτές μια νέα δημοκρατική περίοδο. Η Ελλάδα είχε ένα ημιδημοκρατικό καθεστώς μέχρι το 1967, αλλά έκτοτε μια τυραννική στρατιωτική χούντα παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τον Ιούλιο του 1974. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 λοιπόν και οι τρεις αυτές χώρες αγωνίζονταν να εγκαθιδρύσουν τη δημοκρατία και η αποδοχή τους στην ΕΟΚ είχε σκοπό να παγιώσει ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Η Ελλάδα εντάχθηκε το 1981, αλλά οι γαλλικοί φόβοι για τον ανταγωνισμό στη γεωργία καθυστέρησαν την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας μέχρι το 1986.
     Τη δεκαετία του 1980 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ανταγωνιζόταν τις δύο υπερδυνάμεις σε πληθυσμό και πόρους. Οι δύο όμως στόχοι, της εμβάθυνσης και της διεύρυνσης, φαινόταν όλο και πιο ξεκάθαρα ότι ήταν ασυμβίβαστοι. Αν εξαιρέσει κανείς τη νότια Ιταλία, οι αρχικοί Έξι είχαν πολλά κοινά σημεία και τους συνέδεαν ιστορικοί οικονομικοί και πολιτισμικοί δεσμοί. Η ενσωμάτωση της Βρετανίας, με το μικρό αγροτικό της τομέα και το διαρκές ενδιαφέρον της για το παγκόσμιο εμπόριο, αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη και στα επόμενα δέκα χρόνια μετά το 1973 ξοδεύτηκε πολύς χρόνος και φαιά ουσία στις συζητήσεις σχετικά με το μέγεθος της βρετανικής οικονομικής συνεισφοράς στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η απορρόφηση των καθυστερημένων μεσογειακών κρατών αποδείχθηκε εξίσου προβληματική, καθώς χρειάστηκε μια σεβαστή μεταβίβαση κεφαλαίων για να έρθουν σε επίπεδα ανάπτυξης πλησιέστερα με εκείνα της Βόρειας Ευρώπης. Εξαιτίας των δυσκολιών της ενσωμάτωσης, η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που πρόβλεπε η Σύνοδος της Χάγης το 1969 ήρθε σε δεύτερη μοίρα. Η συνεργασία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής ήταν σαφώς μεγαλύτερη, αλλά οι πρώτες δειλές προσπάθειες για συντονισμό των εθνικών νομισματικών συστημάτων κατέρρευσαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970.
     Η ρίζα των προβλημάτων της Ευρώπης βρισκόταν στο γεγονός ότι είχε περάσει ανεπιστρεπτί η μακρά μεταπολεμική περίοδος οικονομικής άνθησης. Επί δύο δεκαετίες μετά το τέλος της δεκαετίας του 1940 οι οικονομίες των χωρών της Δυτικής Ευρώπης παρουσίαζαν σταθερή ανάπτυξη σχεδόν χωρίς καθόλου αναταράξεις, φέροντας έτσι μια μακρά περίοδο ευημερίας άνευ προηγουμένου. Ο Ψυχρός Πόλεμος συνέβαλε σε αυτή τη διαδικασία μέσω της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας και της υψηλής κερδοφορίας του τομέα που έμεινε γνωστός ως το «στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα». Οι Ευρωπαίοι είχαν συνηθίσει στην ιδέα της ανάπτυξης· η κοινωνική σταθερότητα ήταν επακόλουθο των προσδοκιών τους για συνεχή άνοδο του βιοτικού επιπέδου και για γενναιόδωρες παροχές του κράτους στην πρόνοια και στην ιατρική περίθαλψη. Κατ’ αναλογία, η επιτυχία που σημείωσε η ΕΟΚ κατά την πρώτη της δεκαετία (ή και λίγο περισσότερο) οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη μεταπολεμική οικονομική έκρηξη· η απουσία ανάπτυξης ήταν φυσικό και επόμενο να περιπλέξει άσχημα τη διαδικασία της διεύρυνσης. Όπως κανείς δεν περίμενε μια τόσο μακρά περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, άλλο τόσο παράδοξο φαινόταν το μείγμα της οικονομικής στασιμότητας και του καλπάζοντος πληθωρισμού («στασιμοπληθωρισμού») που επακολούθησε. Η λανθάνουσα αιτία αυτής της σύγχυσης ήταν οι θεμελιώδεις αλλαγές που συντελούνταν στην παγκόσμια οικονομία, κυρίως εξαιτίας της υψηλής ανόδου των τιμών του πετρελαίου μετά τον Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο του 1973 και την ανάδυση νέων βιομηχανικών γιγάντων στην Ασία με επικεφαλής την Ιαπωνία.
     Η οικονομική κρίση επαπειλούσε τα θεμέλια της πολιτικής σταθερότητας. Η απειλή αυτή ήταν περισσότερο εμφανής στο ανατολικό μπλοκ. Στη δεκαετία του 1960 τα κέρδη από τον αναγκαστικό βιομηχανικό εκσυγχρονισμό είχαν αξιοποιηθεί, αλλά τα προβλήματα που είχε προκαλέσει δεν είχαν αντιμετωπιστεί. Ο σοβιετικού τύπου κομμουνισμός ήταν, σύμφωνα με τον ιστορικό Τσαρλς Μάγιερ (Charles Maier), μια ιδεολογία «βαρέων μετάλλων» (heavy-metal). Στο επίκεντρό της βρίσκονταν οι βαριές βιομηχανίες με τις μεγάλες τσιμινιέρες, υπό κρατική διεύθυνση. Η παραγωγή ήταν συντονισμένη με τους στόχους του κεντρικού σχεδιασμού· ελάχιστη προσοχή δινόταν στην κερδοφορία, τη βιωσιμότητα και την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων, ακόμη και σε πιο εκδυτικισμένες οικονομίες, όπως αυτή της Γιουγκοσλαβίας. Μια δεκαετία μετά, το 1970, οι βιομηχανικοί αυτοί κλάδοι ήταν στο μεγαλύτερο μέρος τους μη ανταγωνιστικοί στη διεθνή αγορά, ενώ η αχαλίνωτη ανάπτυξή τους είχε καταστροφικές συνέπειες για το φυσικό περιβάλλον. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις την επαύριο της «Άνοιξης της Πράγας» δεν ήταν παρά μπαλώματα και το καζάνι της αγανάκτησης των λαών έβραζε υπό τη διακυβέρνηση των διεφθαρμένων νεοσταλινικών ηγεσιών. Αυτό που παρέτεινε την επιβίωση του σοβιετικού μπλοκ ήταν, όσο κι αν ηχεί παράδοξο, η ύφεση (détente). Η δυνατότητα εμπορικών συναλλαγών και απορρόφησης πιστώσεων από τη Δύση ήταν ιδιαίτερα δελεαστική, ακόμη και για τους Σοβιετικούς. Τα δάνεια και τα προϊόντα από τη Δυτική Γερμανία απέκτησαν ζωτική σημασία για τις οικονομίες των ανατολικών γειτόνων της. Η détente όμως αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μόνο αιμοδότης αλλά και μικρόβιο που κατέτρωγε εσωτερικά το καθεστώς. Το τίμημα που πλήρωσαν οι Σοβιετικοί στο Ελσίνκι το 1975 ήταν να υποσχεθούν στη Δύση ότι θα σέβονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα και, επιπλέον, θα έστηναν μηχανισμούς για την παρακολούθηση αυτής της υπόθεσης. Προκειμένου να κατοχυρώσουν τα οικονομικά οφέλη της ύφεσης, τα κομμουνιστικά καθεστώτα αναγκάστηκαν να αποδεχθούν το πολιτικό τίμημα μιας μικρής έντασης φωνής διαμαρτυρίας στο εσωτερικό τους. Παρά τα προσκόμματα της αστυνομίας, ομάδες όπως η Χάρτα 77 στην Τσεχοσλοβακία και η Ευαγγελική Εκκλησία στη ΛΔΓ άρχισαν να ροκανίζουν τα θεμέλια νομιμότητας των καθεστώτων των χωρών τους και εξελίχθηκαν στο μέλλον σε πυρήνες γύρω από τους οποίους συσπειρώθηκε και οργανώθηκε πολιτικά η αντιπολίτευση προς το καθεστώς.
     Αλλά η χώρα στην οποία αποδείχθηκε περίτρανα πόσο δίκοπο μαχαίρι ήταν η ύφεση ήταν η Πολωνία. Υπό τον Έντουαρντ Γκέρεκ η Πολωνία είχε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο. Το «μικρό οικονομικό θαύμα» της όμως ήταν αποτέλεσμα μαζικών εισαγωγών βιομηχανικού εξοπλισμού από τη Δύση, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν όχι από τις πολωνικές εξαγωγές αλλά από δυτικές πιστώσεις. Η συνέπεια ήταν η χώρα να συσσωρεύσει το μεγαλύτερο εξωτερικό χρέος στην Ανατολική Ευρώπη, το οποίο μπορούσε να το εξυπηρετήσει μόνο μέσω της ανόδου των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών της και της συμπίεσης του επιπέδου διαβίωσης.
     Η ογκούμενη δυσφορία των Πολωνών βρήκε δυναμική θεσμική έκφραση μέσω της Εκκλησίας. Η πλειοψηφία του πληθυσμού της Πολωνίας, που ήταν η λιγότερο εκσταλινισμένη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, ήταν ρωμαιοκαθολικοί και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Πολωνίας αντλούσε μεγάλο μέρος της δύναμής της από τον ρόλο της ως πρωτεργάτη του πολωνικού εθνικισμού εναντίον της Ρωσίας αλλά και από την εκλογή ενός Πολωνού καρδιναλίου στο θρόνο της Ρώμης, του πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ το 1978. Επίσης διακρίθηκαν ιδιαίτερα με τους οργανωμένους αγώνες τους και οι εργάτες των ναυπηγείων της Βαλτικής θάλασσας. Τον Αύγουστο του 1980 απέσπασαν το δικαίωμα να δημιουργήσουν το δικό τους ανεξάρτητο συνδικάτο, την Αλληλεγγύη. Υπό την ηγεσία του Λεχ Βαλέσα η Αλληλεγγύη έγινε ισχυρή πολιτική δύναμη. Η παραίτηση του Γκέρεκ δεν εκτόνωσε την κρίση και τον Δεκέμβριο του 1981, όταν πλέον απειλείτο ανοικτά το κομμουνιστικό μονοπώλιο της εξουσίας και υπήρχαν φόβοι για στρατιωτική επέμβαση των Σοβιετικών, η πολωνική ηγεσία επέβαλε τον στρατιωτικό νόμο. Η Αλληλεγγύη διαλύθηκε, έγιναν εκκαθαρίσεις στο κόμμα και αποκαταστάθηκε οριακά η τάξη. Το 1981, όπως το 1956 και το 1968, αποδείχθηκε για άλλη μια φορά ότι αυτό που τελικά διατηρούσε τη συνοχή του ανατολικού μπλοκ ήταν η δύναμη των Σοβιετικών.
 
Από τον «Νέο Ψυχρό Πόλεμο» στην πτώση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, 1981-1989
     Η κρίση στην Πολωνία σήμανε το τέλος της ύφεσης. Η ύφεση ήδη δοκιμαζόταν σοβαρά για άλλους λόγους, κυρίως εξαιτίας της εισβολής των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν τον Δεκέμβριο του 1979. Η Δύση την αποκήρυξε τώρα ολωσδιόλου. Τα δάνεια σταμάτησαν, τα χρέη έφτασαν σε δυσθεώρητα ύψη και οι κοινωνικο-οικονομικές πιέσεις στην Ανατολική Ευρώπη διογκώθηκαν. Η Σοβιετική Ένωση αναγκάστηκε να αυξήσει την οικονομική βοήθεια προς την Πολωνία και τους γείτονές της, αυξάνοντας έτσι την πίεση στη δική της αποστεωμένη οικονομία.
     Εξίσου ανησυχητικός για τους Σοβιετικούς ήταν ο «Νέος Ψυχρός Πόλεμος» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο εκσυγχρονισμός των πυρηνικών όπλων του Συμφώνου της Βαρσοβίας τη δεκαετία του 1970 προκάλεσε την ανάπτυξη και εγκατάσταση από το ΝΑΤΟ των νέων πυραύλων μέσου βεληνεκούς Πέρσινγκ (Pershing) και Κρουζ (Cruise) στη Δυτική Ευρώπη. Βραχυπρόθεσμα αυτό οδήγησε σε μια αναγέννηση των αντιαμερικανικών ειρηνιστικών κινημάτων στη Βρετανία, στη Δυτική Γερμανία και στην Ολλανδία, ενώ οι Σοβιετικοί διέκοψαν όλες τις διαπραγματεύσεις για τον έλεγχο των εξοπλισμών το 1983. Παρ’ όλ’ αυτά το ΝΑΤΟ προχώρησε με επιτυχία στην εγκατάσταση των νέων πυραύλων, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκάλεσε στους Σοβιετικούς η εξαγγελία της Πρωτοβουλίας Στρατηγικής Άμυνας από τον Αμερικανό πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan). Η Σοβιετική Ένωση το μόνο που είχε κατορθώσει ήταν να εξασφαλίσει τον συνεχή εκσυγχρονισμό του στρατηγικού της οπλοστασίου δαπανώντας περίπου το 1/5 του ΑΕΠ της στην άμυνα· το αναπόφευκτο όμως τίμημα της συντήρησης του «στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος» ήταν η δραματική καθυστέρηση σε όλους τους άλλους τομείς της οικονομίας. Ο «Πόλεμος των Άστρων», όπως έμεινε γνωστή η Πρωτοβουλία Στρατηγικής Άμυνας της Ουάσιγκτον, απειλούσε τη Μόσχα με μια νέα, υψηλής τεχνολογίας εξέλιξη στον αγώνα δρόμου των εξοπλισμών, ο οποίος είχε ήδη βγει εκτός ελέγχου.
     Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπιζε σοβαρή κρίση. Ο διάδοχος του Χρουστσόφ από το 1964 Λεονίντ Μπρέζνιεφ, ο οποίος είχε αρχίσει να υποφέρει από γεροντική άνοια, κυβερνούσε σε μια περίοδο που έμεινε γνωστή ως «εποχή της αποτελμάτωσης». Ένα ρώσικο ανέκδοτο (με το χαρακτηριστικό μαύρο χιούμορ των Ρώσων) φανταζόταν τους πρόσφατους Σοβιετικούς ηγέτες να βρίσκονται μέσα σε ένα τρένο που έχει πάθει βλάβη και έχει σταματήσει μέσα στις στέπες. «Μαστίγωσε τον οδηγό», διατάζει ο Στάλιν. Κανένα αποτέλεσμα. «Αναμόρφωσε τον οδηγό», φωνάζει ο Χρουστσόφ, αλλά τίποτα δεν συμβαίνει. Τελικά ο κοντόχοντρος Μπρέζνιεφ σέρνει τις κουρτίνες του βαγονιού, σκάει ένα ξινισμένο χαμόγελο και λέει: «Ας προσποιηθούμε απλά ότι το τρένο κινείται».
     Μετά το θάνατο του Μπρέζνιεφ το 1982 το Σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα επέλεξε για ηγέτες του δύο επίσης ασθενικούς υπέργηρους (τον Γιούρι Αντρόποφ και τον Κωνσταντίν Τσερνιένκο), οι οποίοι διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλο παραμένοντας για πολύ λίγο στην εξουσία. Στη συνέχεια η σοβιετική ηγεσία έκανε ένα άλμα γενεών και τον Μάρτιο του 1985 διόρισε ως γενικό γραμματέα τον 54χρονο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Υπό τη δυναμική ηγεσία του η Σοβιετική Ένωση ξανάρχισε το διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλαξε ριζικά την πυρηνική της πολιτική. Τον Δεκέμβριο του 1987 Γκορμπατσόφ και Ρέιγκαν υπέγραψαν μια ιστορική συμφωνία για την απομάκρυνση όλων των πυρηνικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς όχι μόνο από την Ευρώπη αλλά και από ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η πρώτη φορά που οι δύο υπερδυνάμεις συμφώνησαν πραγματικά να μειώσουν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια. Ο «Γκόρμπυ» έγινε λαϊκός ήρωας στη Δύση.
     Ο Γκορμπατσόφ όμως ήταν μεταρρυθμιστής, όχι επαναστάτης. Ήταν ένας κομμουνιστής αξιωματούχος που προσπαθούσε να κάνει το σύστημα να δουλέψει με πιο ριζοσπαστικά μέσα. Προτεραιότητά του ήταν η οικονομία. Επιδίωξε να ελέγξει τον ξέφρενο αγώνα δρόμου των εξοπλισμών, ώστε να ελαφρύνει τη συνθλιπτική πίεση που ασκούσε στην οικονομία και να διευκολύνει τον οικονομικό εκσυγχρονισμό χάρη στη ροή της δυτικής βοήθειας. Ήταν πεπεισμένος ότι η πολιτική φιλελευθεροποίηση (στα ρωσικά «γκλάσνοστ», δηλαδή διαφάνεια) ήταν απαραίτητη για την επιτυχία της διαδικασίας ανοικοδόμησης («περεστρόικα»). Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η πρώτη πέτυχε, ενώ η δεύτερη κατέληξε σε αποτυχία. Καθώς η οικονομία κατέρρεε, η ελευθερία διαμαρτυρίας μεγάλωνε. Η ανοικοδόμηση κατάντησε αποδόμηση.
     Το αποτέλεσμα στην Ανατολική Ευρώπη ήταν η επανάσταση. Ο Γκορμπατσόφ ήλπιζε ότι η φιλελευθεροποίηση σε όλο το σοβιετικό μπλοκ θα δημιουργούσε ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας για την οικονομική συνεργασία, η οποία με τη σειρά της θα ενίσχυε τη ρωσική επιρροή. Η δημόσια όμως υποστήριξή του προς την «περεστρόικα» και την «γκλάσνοστ» στις χώρες-δορυφόρους των Σοβιετικών το μόνο που κατάφερε ήταν να σείσει τα θεμέλια των νεοσταλινικών καθεστώτων. Όταν ο ίδιος επισκέφθηκε την Πράγα τον Απρίλιο του 1987, ένας από τους στενούς συνεργάτες του, ο Γκεννάντι Γκερασίμοφ, ρωτήθηκε ποια ήταν η διαφορά ανάμεσα στον Γκορμπατσόφ και τον Ντούμπτσεκ. «Δεκαεννιά χρόνια» ήταν η απάντηση. Ακόμη και οι πολιτικές ελίτ παραδέχονταν στις ιδιαίτερες συζητήσεις τους την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις. Και πάντως δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν ωμή βία για να διατηρήσουν στη ζωή την παλαιά τάξη πραγμάτων.
     Το 1989 η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη. Στην Πολωνία και στην Ουγγαρία ο συνδυασμός της οικονομικής κρίσης με την πολιτική αντιπολίτευση ήταν ο πιο εκρηκτικός. Στην πρώτη, η Αλληλεγγύη νομιμοποιήθηκε και κέρδισε με τεράστια πλειοψηφία τις εκλογές τον Ιούνιο. Στην Ουγγαρία εγκαθιδρύθηκε επίσης ένα πολυκομματικό σύστημα και σταμάτησαν οι συνοριακοί έλεγχοι. Αυτό επέτρεψε μια νέα αιμορραγία ανθρώπων από τη ΛΔΓ, οι οποίοι κατέφευγαν μέσω της Ουγγαρίας στην Αυστρία και από εκεί στη Δυτική Γερμανία. Όταν ο Γκορμπατσόφ επισκέφθηκε το Βερολίνο τον Οκτώβριο του 1989, κατηγόρησε ανοικτά την κυβέρνηση του Έριχ Χόνεκερ (Erich Honecker) ότι απέτυχε στις μεταρρυθμίσεις. Ξεκαθάρισε επίσης ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη το 1968, η Σοβιετική Ένωση δεν είχε καμία πρόθεση να επέμβει με τα όπλα. Ο Γκερασίμοφ σχολίασε ότι το «Δόγμα Μπρέζνιεφ» είχε αντικατασταθεί από το «Δόγμα Σινάτρα». «Γνωρίζετε όλοι σας τους στίχους του τραγουδιού του Φρανκ Σινάτρα που λέει: "Τα κατάφερα μόνος μου" (I did it my way)»; ρώτησε. «Ε, λοιπόν, η Ουγγαρία και η Πολωνία τα καταφέρνουν μόνες τους».
     Τον Νοέμβριο του 1989 είχαν εμφανιστεί ισχυρές αντιπολιτευτικές ομάδες: στην Ανατολική Γερμανία το Νέο Φόρουμ και στην Τσεχοσλοβακία το Φόρουμ των Πολιτών. Μια νέα κυβέρνηση στη ΛΔΓ προσπάθησε να εφαρμόσει καθυστερημένα τη φιλελευθεροποίηση, αλλά η απόφασή της να καταργήσει τους συνοριακούς ελέγχους οδήγησε τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου σε ένα μαζικό κύμα φυγής πολιτών του Ανατολικού Βερολίνου προς τον δυτικό τομέα της πόλης. Μέσα σε λίγες μέρες το Τείχος –το φοβερότερο σύμβολο της διαίρεσης της Ευρώπης– είχε καταρρεύσει. Μέχρι το τέλος του χρόνου τα κομμουνιστικά καθεστώτα στη ΛΔΓ και στην Τσεχοσλοβακία είχαν επίσης καταρρεύσει. Οι εξελίξεις πήραν τη μορφή χιονοστιβάδας και έφθασαν ακόμη και στα Βαλκάνια, όπου ο σταλινισμός είχε βαθιές ρίζες. Τον Νοέμβριο παραιτήθηκε ο Βούλγαρος δικτάτορας Τοντόρ Ζίφκοφ, ο οποίος είχε παραμείνει 45 χρόνια στην εξουσία. Το χριστουγεννιάτικο δώρο για τη Ρουμανία ήταν η συνοπτική δίκη και εκτέλεση του Νικολάε Τσαουσέσκου και της γυναίκας τους.
     Το δραματικό θρίλερ της απελευθέρωσης παίχτηκε ολόκληρο από την αρχή μέχρι το τέλος στις οθόνες της τηλεόρασης της Ευρώπης αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Πολύ περισσότερο, οι εικόνες της τηλεόρασης ήταν από μόνες τους μέρος της επαναστατικής δύναμης εμπνέοντας στους λαούς την επιθυμία να μιμηθούν το παράδειγμα των άλλων. Χάρη κυρίως στον Γκορμπατσόφ ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει. Μαζί του είχε τελειώσει και το σοβιετικό μπλοκ. Το λιώσιμο των πάγων είχε μετατραπεί σε χιονοστιβάδα.
 
Η «Αναγέννηση της Ιστορίας»
     Το 1989 έχει την ίδια βαρυσήμαντη αξία για την ιστορία της Ευρώπης όπως το 1789. Όπως και οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές του παλαιού καθεστώτος στη Γαλλία, έτσι και ο Γκορμπατσόφ έσπειρε ανέμους και θέρισε θύελλες. Χωρίς τα ερμητικά κλειστά σύνορά της η Ανατολική Γερμανία δεν μπορούσε πια να κρατηθεί στη ζωή και στις 3 Οκτωβρίου 1990 η Γερμανία ενώθηκε και πάλι. Στη Σοβιετική Ένωση η αποτυχία της περεστρόικα και η επιτυχία της γκλάσνοστ υπονόμευσαν όχι μόνο τα θεμέλια της κομμουνιστικής εξουσίας στις επιμέρους δημοκρατίες αλλά και τον έλεγχο της Μόσχας σε αυτές. Δίνοντας μάχες οπισθοφυλακών σε δύο μέτωπα παράλληλα, ο Γκορμπατσόφ παρά λίγο να ανατραπεί από ένα συντηρητικό πραξικόπημα τον Αύγουστο του 1901, το οποίο καταρράκωσε ανεπανόρθωτα το κύρος του. Στο τέλος του 1901 η Σοβιετική Ένωση έπαψε επίσημα να υπάρχει και αντικαταστάθηκε από μια χαλαρή Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών, τα οποία δοκιμάζονταν άγρια από οικονομική κρίση και πολιτική σύγχυση.
     Ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε με την κατάρρευση των δύο μπλοκς και μιας από τις δυο υπερδυνάμεις. Καθώς κατακαθόταν ο κουρνιαχτός, μόνο δύο θεσμοί της ψυχροπολεμικής Δυτικής Ευρώπης βγήκαν λίγο έως πολύ αλώβητοι από την κρίση, το ΝΑΤΟ και η ΕΟΚ. Το ΝΑΤΟ είχε χάσει το νόημα της ύπαρξής του με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και η δύναμη των συμμαχικών δυνάμεων που στάθμευαν στη Δυτική Γερμανία μειώθηκε σημαντικά. Ωστόσο η διάρθρωση της Συμμαχίας και ιδιαίτερα ο ηγετικός ρόλος της Αμερικής συνέχιζαν να αποτελούν σημαντικό πυλώνα της σταθερότητας για το μέλλον. Όπως και το ΝΑΤΟ έτσι και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν ένας θεσμός με πολλά ελαττώματα και αδυναμίες, όπως έδειξε η κατάρρευση του Νομισματικού Συστήματος το 1992-3. Το 1993 όμως είχαν εκπληρωθεί τα κριτήρια της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης του 1985, ο οποία προέβλεπε την κατάργηση όλων των οικονομικών φραγμών μεταξύ των χωρών-μελών της Κοινότητας, ανάμεσα στα οποία και όσα αφορούσαν την κίνηση κεφαλαίων και εργαζομένων. Η μακρά λίστα των υποψηφίων προς ένταξη χωρών αποδείκνυε ότι η Κοινότητα θεωρείτο η καρδιά της Ευρώπης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Οι πιο προηγμένες οικονομικά από τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες –η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία– εντάχθηκαν τον Ιανουάριο του 1995. Οι Δώδεκα μετατράπηκαν έτσι σε Δεκαπέντε, περιλαμβάνοντας περίπου 370 εκατομμύρια ανθρώπους –περίπου τον ίδιο πληθυσμό με αυτόν των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας μαζί. Τα πρώην κομμουνιστικά κράτη άρχισαν να πιέζουν να γίνουν πλήρη ή συνδεδεμένα μέλη της ΕΟΚ, όπως ακριβώς έκαναν τα κράτη της Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής.
     Μετά το 1989 η έννοια της Ευρώπης ως ενιαίας οντότητας απέκτησε ξανά περιεχόμενο και σημασία. Οι έννοιες της πόλωσης (Ανατολή-Δύση) ήταν στην πραγματικότητα ανέκαθεν παραπλανητικές. Η Τουρκία, για παράδειγμα, ήταν μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά αυτή η καθυστερημένη και στην πλειοψηφία της ισλαμική χώρα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί δυτική με την έννοια που νοείται η Γαλλία ή η Γερμανία. Όσον αφορά την Ανατολική Ευρώπη, αυτές οι δύο έννοιες στοίβαζαν μαζί χώρες όπως η Βουλγαρία (μια χώρα σλαβική, με κυρίαρχη θρησκεία την ορθόδοξη χριστιανική και με ισχυρούς δεσμούς με τη Ρωσία) και την Ουγγαρία (που δεν είναι σλαβική χώρα, είναι κυρίως ρωμαιοκαθολική και θεωρεί τον εαυτό της «προμαχώνα» της Δύσης εναντίον των Ρώσων και των Τούρκων). Το σημαντικότερο όμως είναι ότι την Κεντρική Ευρώπη την είχε καταπιεί το διπολικό χάσμα, αποκρύπτοντας έτσι τους ιστορικούς δεσμούς που είχαν η Ουγγαρία και η Τσεχία με τη Γερμανία και αφήνοντας την Αυστρία παγερά ουδέτερη ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση.
     Το ιστορικό τέλος αυτών των τεχνητών μπλοκ δεν σήμανε και την ενότητα. Η Ανατολή θα έπαιρνε χρόνια για να ξεπεράσει την οικονομική καθυστέρηση και τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Οι οικονομικές συνέπειες της επανένωσης στη Γερμανία ήταν τεράστιες. Η δημιουργία μιας κοινωνίας πολιτών κατά το δυτικό μοντέλο ήταν επίσης δύσκολη σε πρώην αστυνομοκρατούμενα κράτη με ελάχιστη δημοκρατική παράδοση. Στα Βαλκάνια οι κομμουνιστές παρέμειναν ισχυροί και κατόρθωσαν να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους με μεταλλαγμένη μορφή. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη παρέμεινε διαιρεμένη, αν και με λιγότερο βάναυσο τρόπο εξαιτίας της ιστορίας της, και δυσκολευόταν πολύ να αποβάλει την κληρονομιά του κομμουνισμού. Όπως επίσης αποδεικνύει η περίπτωση των Βαλκανίων, οι παλιές διαμάχες βγήκαν ξανά στην επιφάνεια, όπως η διαμάχη ανάμεσα στην Καθολική και στην Ορθόδοξη Εκκλησία –οι ορθόδοξες χώρες ήταν περισσότερο καθυστερημένες οικονομικά– ή ακόμη ανάμεσα στη χριστιανική Ευρώπη και στις χώρες που βρίσκονται στις εσχατιές των Βαλκανίων, όπως η Αλβανία και η Βοσνία, όπου έχουν αφήσει βαθιά το αποτύπωμά τους η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Ισλάμ.
     Τέτοιες διακρίσεις δεν είναι βέβαια πολύ ακριβείς, αλλά αποτελούσαν ασφαλείς ενδείξεις γι' αυτό που ονομάστηκε «αναγέννηση της ιστορίας». Παλαιότερα κινήματα, που είχαν παγώσει κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, άρχισαν πάλι να κινούνται. Αυτό ήταν ιδιαίτερα ξεκάθαρο στην περίπτωση του εθνικισμού. Το αίτημα ότι διαφορετικά έθνη έπρεπε να αποτελούν ξεχωριστά κράτη είχε ήδη αποδειχθεί ως μια από τις ισχυρότερες πολεμικές ιαχές στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Στον 20ό αιώνα η απήχησή του ήταν παγκόσμια. Ο εθνικισμός όμως ήταν μια ιδέα γεμάτη προβλήματα. Μόνο σε ελάχιστες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, κυρίως στη Γαλλία, υπήρχε σύμπτωση του κράτους με το έθνος. Η Ανατολική Ευρώπη, μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, είχε μετατραπεί σε ένα παζλ από πολυεθνικά κράτη, όπου η κυρίαρχη πλειοψηφία (όπως για παράδειγμα οι Τσέχοι) κυριαρχούσε πάνω σε λίγο έως πολύ καταπιεσμένες μειονότητες.
     Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε γενικώς παγώσει αυτές τις εθνικές συγκρούσεις· μετά το λιώσιμο των πάγων όμως ο αγώνας ξανάρχισε. Στο τέλος του 1992 η Τσεχοσλοβακία κατάφερε να διχοτομηθεί με ειρηνικό τρόπο. Η διάσπαση όμως της Γιουγκοσλαβίας αποδείχθηκε φρικτά αιματηρή.
     Στα πρώτα χρόνια του Τίτο η ομοσπονδιακή δομή της Γιουγκοσλαβίας (έξι ομόσπονδες δημοκρατίες και δύο αυτόνομες επαρχίες) είχε ρυθμιστεί κατάλληλα με τέτοιο τρόπο ώστε να τιθασεύει τους Σέρβους και να κρατά τις ισορροπίες με τις υπόλοιπες εθνικές ομάδες. Η οικονομική όμως αποκέντρωση και η πολιτική φιλελευθεροποίηση είχαν σταδιακά εξασθενήσει την κεντρική εξουσία. Το σύνταγμα του 1974 επιβεβαίωσε απλά το αποτέλεσμα, αυτό που ο βετεράνος Γιουγκοσλάβος κομμουνιστής Μίλοβαν Τζίλας (Milovan Djilas) είχε αποκαλέσει «οκτώ μικρά κομματικά κράτη με οκτώ μικρές οικονομίες ανταγωνιζόμενες η μία την άλλη». Έτσι, νωρίτερα κι απ’ τον θάνατό του το 1980, ο Τίτο ήταν υπεύθυνος για την καταστροφή του δημιουργήματός του. Οι διάδοχοί του ενδιαφέρονταν μόνο να ενισχύσουν τη δύναμή τους μέσα στις ομόσπονδες δημοκρατίες τους, καλλιεργώντας τα εθνικιστικά αισθήματα του πληθυσμού. Ο διασημότερος απ’ όλους ήταν ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ο πρόεδρος της Σερβίας από το 1987· ο εθνικισμός που υποδαυλίστηκε από αυτόν προκάλεσε την έντονη αντίδραση των άλλων εθνικών ομάδων. Σε αυτή τη νέα πάλη η ιστορία δεν αναγεννήθηκε τόσο όσο ανακατασκευάστηκε. Το 1989 οι Σέρβοι εστίασαν την προσοχή τους στο Κοσσυφοπέδιο, περιοχή όπου έλαβε χώρα η φημισμένη μάχη με τους Τούρκους πριν 600 χρόνια, τώρα κυριαρχούμενη από Αλβανούς μουσουλμάνους. Κατά παρόμοιο τρόπο η ανάδυση του κροατικού εθνικισμού ξύπνησε στους Σέρβους μνήμες των ωμοτήτων που είχαν διαπραχθεί εναντίον τους από τους Κροάτες φασίστες, τους Ουστάσι, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς η ομοσπονδία κατέρρεε, η ιστορία χρησιμοποιήθηκε επιδέξια ως εργαλείο στα χέρια εθνικιστών πολιτικών. Η απόσχιση της Σλοβενίας το 1991 έγινε με σχετικά αναίμακτο τρόπο, καθώς η δημοκρατία αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό εθνικά ομοιογενής. Το 1992 όμως, όταν η Κροατία απέκτησε την ανεξαρτησία της, οι Σέρβοι ήλεγχαν το ένα τρίτο του εδάφους της. Στη Βοσνία –όπου οι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 44% του πληθυσμού, οι Σέρβοι το 31% και οι Κροάτες το 17%– η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τον Μάρτιο του 1992 οδήγησε σε έναν καταστρεπτικό πόλεμο από τον οποίο οι Μουσουλμάνοι βγήκαν οι πραγματικοί χαμένοι, ενώ οι άλλες δύο εθνικές ομάδες καρπώθηκαν τη μερίδα του λέοντος από τα εδάφη της.
     Ακόμη και στις πιο εθνικά ομοιογενείς χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ο εθνικισμός παρέμενε ισχυρός. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν εν μέρει μια προσπάθεια να τεθεί υπό έλεγχο και να διοχετευθεί αλλού ο γερμανικός εθνικισμός. Τα φεντεραλιστικά συνθήματα, παρότι είχαν μεγάλη απήχηση, χρησιμοποιούνταν συχνά ως εργαλείο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία του Ντε Γκωλ. Ορισμένες χώρες, όπως η Βρετανία και η Δανία, προσχώρησαν στην Κοινότητα κυρίως για οικονομικούς λόγους και δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το ευρύτερο σχέδιο της πολιτικής ολοκλήρωσης. Επιπλέον, μέσα στα επιμέρους εθνικά κράτη, οι τάσεις ενίσχυσης του χαρακτήρα των περιφερειών διάβρωναν την εξουσία του κεντρικού κράτους. Στην Ιταλία, χώρα που ενοποιήθηκε σε εθνικό κράτος τη δεκαετία του 1860, οι πολιτικές δομές του κράτους είχαν περιορισμένη νομιμότητα. Στην Ισπανία, ο Νότος έφερε ακόμη τα σημάδια της μακρόχρονης μουσουλμανικής κατοχής, ενώ στο βορρά η Καταλωνία και ιδίως η Χώρα των Βάσκων απολάμβαναν πολιτικό καθεστώς διευρυμένης αυτονομίας. Ένα φαινομενικά παλαιό εθνικό κράτος, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, θυμήθηκε ότι είναι κι αυτό μια ασταθής ιστορική συγκόλληση, με τη Βόρεια Ιρλανδία να αγωνίζεται να γεφυρώσει τις εθνοθρησκευτικές διαιρέσεις της και τη Σκωτία να υψώνει τη φωνή της και να ζητά αποκέντρωση ή ακόμη και ανεξαρτησία. Τον Νοέμβριο του 1993 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση, παρέμενε όμως κατακερματισμένη, τόσο ανάμεσα στα κράτη-μέλη όσο και στο εσωτερικό των ίδιων των κρατών-μελών. Η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέμβει αποτελεσματικά στη Γιουγκοσλαβία ή να τηρήσει ενιαία πολιτική στάση αποδείκνυε ότι είχε να διανύσει ακόμη μεγάλη απόσταση μέχρι να αποτελέσει έναν οργανισμό ασφαλείας.
     Ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ήταν επομένως αρκετά περίπλοκος, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε και χαοτικός· θα έπαιρνε πολλά χρόνια να ξεπεραστούν οι πολλαπλές κληρονομιές που άφησε πίσω της η κυριαρχία του κομμουνισμού στην Ανατολή, οι οποίες εκτείνονταν από το έλλειμμα δημοκρατίας μέχρι τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Παρότι μεγάλοι υπερεθνικοί οργανισμοί όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόσφεραν κάποιες εγγυήσεις για τη διατήρηση της σταθερότητας, οι εσωτερικές τους αντιπαλότητες περιόριζαν την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις δυνάμεις του εθνικισμού και των κεντρόφυγων τάσεων των περιφερειών, οι οποίες απειλούσαν την Ευρώπη με νέα διάσπαση, ιδίως στα Βαλκάνια και στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Η διαίρεση της Ευρώπης στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν μια πηγή σταθερότητας αλλά και καταπίεσης· μετά το 1989 η γερμανική επανένωση και η ευρωπαϊκή ενοποίηση έφεραν όχι μόνο την απελευθέρωση αλλά και τη σύγχυση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 η Ευρώπη ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή γεωγραφική έκφραση, σε βαθμό που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Βίσμαρκ. Όμως, όπως ακριβώς και στις μέρες του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και του Χίτλερ, η ευρωπαϊκή ενότητα ήταν περισσότερο μια ιδέα παρά μια πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι κι αυτή παράγωγο της ιστορίας.
 
Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Ιστορία της Σύγχρονης Ευρώπης, T. C. W. Blanning, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥΡΙΚΗ
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου