Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀνιάω / ἀνιῶ»

Jacky Gerritsen 
 
Αρχαία Ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀνιάω / ἀνιῶ»
 
[ἀνιῶ = λυπώ, στενοχωρώ]
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀνιῶ, ἀνιᾷς, ἀνιᾷ, ἀνιῶμεν, ἀνιᾶτε, ἀνιῶσι(ν)
Υποτακτική
ἀνιῶ, ἀνιᾷς, ἀνιᾷ, ἀνιῶμεν, ἀνιᾶτε, ἀνιῶσι(ν)
Ευκτική
ἀνιῷμι, ἀνιῷς, ἀνιῷ ή ἀνιῴην, ἀνιῴης, ἀνιῴη, ἀνιῷμεν, ἀνιῷτε, ἀνιῷεν
Προστακτική
---, ἀνία, ἀνιάτω, ---, ἀνιᾶτε, ἀνιώντων ή ἀνιάτωσαν
Απαρέμφατο
ἀνιᾶν
Μετοχή
ἀνιῶν, ἀνιῶσα, ἀνιῶν
 
Παρατατικός
ἠνίων, ἠνίας, ἠνία, ἠνιῶμεν, ἠνιιᾶτε, ἠνίων
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀνιάσω, ἀνιάσεις, ἀνιάσει, ἀνιάσομεν, ἀνιάσετε, ἀνιάσουσι(ν)
Ευκτική
ἀνιάσοιμι, ἀνιάσοις, ἀνιάσοι, ἀνιάσοιμεν, ἀνιάσοιτε, ἀνιάσοιεν
Απαρέμφατο
ἀνιάσειν
Μετοχή
ἀνιάσων, ἀνιάσουσα, ἀνιᾶσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠνίασα, ἠνίασας, ἠνίασε(ν), ἠνιάσαμεν, ἠνιάσατε, ἠνίασαν
Υποτακτική
ἀνιάσω, ἀνιάσῃς, ἀνιάσῃ, ἀνιάσωμεν, ἀνιάσητε, ἀνιάσωσι(ν)
Ευκτική
ἀνιάσαιμι, ἀνιάσαις ή ἀνιάσειας, ἀνιάσαι ή ἀνιάσειε(ν), ἀνιάσαιμεν, ἀνιάσαιτε, ἀνιάσαιεν ή ἀνιάσειαν
Προστακτική
---, ἀνίασον, ἀνιασάτω, ---, ἀνιάσατε, ἀνιασάντων (ή ἀνιασάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀνιᾶσαι
Μετοχή
ἀνιάσας, ἀνιάσασα, ἀνιᾶσαν
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀνιῶμαι, ἀνιᾷ, ἀνιᾶται, ἀνιώμεθα, ἀνιᾶσθε, ἀνιῶνται
Υποτακτική
ἀνιῶμαι, ἀνιᾷ, ἀνιᾶται, ἀνιώμεθα, ἀνιᾶσθε, ἀνιῶνται
Ευκτική
ἀνιῴμην, ἀνιῷο, ἀνιῷτο, ἀνιῴμεθα, ἀνιῷσθε, ἀνιῷντο
Προστακτική
--- ἀνιῶ, ἀνιάσθω, --- ἀνιᾶσθε, ἀνιάσθων ή ἀνιάσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀνιᾶσθαι
Μετοχή
ἀνιώμενος, ἀνιωμένη, ἀνιώμενον
 
Παρατατικός
ἠνιώμην, ἠνιῶ, ἠνιᾶτο, ἠνιώμεθα, ἠνιᾶσθε, ἠνιῶντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀνιάσομαι, ἀνιάσῃ ή ἀνιάσει, ἀνιάσεται, ἀνιασόμεθα, ἀνιάσεσθε, ἀνιάσονται
Ευκτική
ἀνιασοίμην, ἀνιάσοιο, ἀνιάσοιτο, ἀνιασοίμεθα, ἀνιάσοισθε, ἀνιάσοιντο
Απαρέμφατο
ἀνιάσεσθαι
Μετοχή
ἀνιασόμενος
ἀνιασομένη
ἀνιασόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠνιάθην, ἠνιάθης, ἠνιάθη, ἠνιάθημεν, ἠνιάθητε, ἠνιάθησαν
Υποτακτική
ἀνιαθῶ, ἀνιαθῇς, ἀνιαθῇ, ἀνιαθῶμεν, ἀνιαθῆτε, ἀνιαθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀνιαθείην, ἀνιαθείης, ἀνιαθείη, ἀνιαθείημεν ή ἀνιαθεῖμεν, ἀνιαθείητε ή ἀνιαθεῖτε, ἀνιαθείησαν ή ἀνιαθεῖεν
Προστακτική
---, ἀνιάθητι, ἀνιαθήτω, ---, ἀνιάθητε, ἀνιαθέντων ή ἀνιαθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀνιαθῆναι
Μετοχή
ἀνιαθείς
ἀνιαθεῖσα
ἀνιαθέν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου