Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φενακίζω»


Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φενακίζω»
 
φενακίζω = εξαπατώ
- Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
φενακίζω, φενακίζεις, φενακίζει, φενακίζομεν, φενακίζετε, φενακίζουσι(ν)
Υποτακτική
φενακίζω, φενακίζῃς, φενακίζῃ, φενακίζωμεν, φενακίζητε, φενακίζωσι(ν)
Ευκτική
φενακίζοιμι, φενακίζοις, φενακίζοι, φενακίζοιμεν, φενακίζοιτε, φενακίζοιεν
Προστακτική
---, φενκάκιζε, φενακιζέτω, ---, φενακίζετε, φενακιζόντων (ή φενακιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
φενακίζειν
Μετοχή
φενακίζων, φενακίζουσα, φενακίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐφενάκιζον, ἐφενάκιζες, ἐφενάκιζε, ἐφενακίζομεν, ἐφενακίζετε, ἐφενακιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
φενακιῶ, φενακιεῖς, φενακιεῖ, φενακιοῦμεν, φενακιεῖτε, φενακιοῦσι(ν)
Ευκτική
φενακιοῖμι, φενακιοῖς, φενακιοῖ, ή φενακιοίην, φενακιοίης, φενακιοίη, φενακιοῖμεν, φενακιοῖτε, φενακιοῖεν
Απαρέμφατο
φενακιεῖν
Μετοχή
φενακιῶν, φενακιοῦσα, φενακιοῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ἐφενάκισα, ἐφενάκισας, ἐφενάκισε(ν), ἐφενακίσαμεν, ἐφενακίσατε, ἐφενάκισαν
Υποτακτική
φενακίσω, φενακίσῃς, φενακίσῃ, φενακίσωμεν, φενακίσητε, φενακίσωσι(ν)
Ευκτική
φενακίσαιμι, φενακίσαις ή φενακίσειας, φενακίσαι ή φενακίσειε(ν), φενακίσαιμεν, φενακίσαιτε, φενακίσαιεν ή φενακίσειαν
Προστακτική
---, φενάκισον, φενακισάτω, ---, φενακίσατε, φενακισάντων (ή φενακισάτωσαν)
Απαρέμφατο
φενακίσαι
Μετοχή
φενακίσας, φενακίσασα, φενακίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πεφενάκικα, πεφενάκικας, πεφενάκικε, πεφενακίκαμεν, πεφενακίκατε, πεφενακίκασι(ν)
 
Υποτακτική
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός ὦ
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός ᾖς
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός ᾖ
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα ὦμεν
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα ἦτε
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα ὦσι
 
Ευκτική
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός εἴην
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός εἴης
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός εἴη
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα εἴημεν (εἶμεν)
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα εἴητε (εἶτε)
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός ἴσθι
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός ἔστω
---
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα ἔστε
πεφενακικότες- πεφενακικυῖαι- πεφενακικότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
πεφενακικέναι
Μετοχή
πεφενακικώς- πεφενακικυῖα- πεφενακικός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐπεφενακίκειν, ἐπεφενακίκεις, ἐπεφενακίκει, ἐπεφενακίκεμεν, ἐπεφενακίκετε, ἐπεφενακίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
φενακίζομαι, φενακίζῃ ή φενακίζει, φενακίζεται, φενακιζόμεθα, φενακίζεσθε, φενακίζονται
Υποτακτική
φενακίζωμαι, φενακίζῃ, φενακίζηται, φενακιζώμεθα, φενακίζησθε, φενακίζωνται
Ευκτική
φενακιζοίμην, φενακίζοιο, φενακίζοιτο, φενακιζοίμεθα, φενακίζοισθε, φενακίζοιντο
Προστακτική
---, φενακίζου, φενακιζέσθω, ---, φενακίζεσθε, φενακιζέσθων ή φενακιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
φενακίζεσθαι
Μετοχή
φενακιζόμενος
φενακιζομένη
φενακιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐφενακιζόμην, ἐφενακίζου, ἐφενακίζετο, ἐφενακιζόμεθα, ἐφενακίζεσθε, ἐφενακίζοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
φενακισθήσομαι, φενακισθήσῃ ή φενακισθήσει, φενακισθήσεται, φενακισθησόμεθα, φενακισθήσεσθε, φενακισθήσονται
Ευκτική
φενακισθησοίμην, φενακισθήσοιο, φενακισθήσοιτο, φενακισθησοίμεθα, φενακισθήσοισθε, φενακισθήσοιντο
Απαρέμφατο
φενακισθήσεσθαι
Μετοχή
φενακισθησόμενος
φενακισθησομένη
φενακισθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐφενακίσθην, ἐφενακίσθης, ἐφενακίσθη, ἐφενακίσθημεν, ἐφενακίσθητε, ἐφενακίσθησαν
Υποτακτική
φενκισθῶ, φενακισθῇς, φενακισθῇ, φενακισθῶμεν, φενακισθῆτε, φενακισθῶσι(ν)
Ευκτική
φενακισθείην, φενακισθείης, φενακισθείη, φενακισθείημεν ή φενακισθεῖμεν, φενακισθείητε ή φενακισθεῖτε, φενακισθείησαν ή φενακισθεῖεν
Προστακτική
---, φενακίσθητι, φενακισθήτω, ---, φενακίσθητε, φενακισθέντων ή φενακισθήτωσαν
Απαρέμφατο
φενακισθῆναι
Μετοχή
φενακισθείς
φενακισθεῖσα
φενακισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πεφενάκισμαι, πεφενάκισαι, πεφενάκισται, πεφενακίσμεθα, πεφενάκισθε, πεφενακισμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
πεφενακισμένος- πεφενακισμένη- πεφενακισμένον ὦ
πεφενακισμένος- πεφενακισμένη- πεφενακισμένον ᾖς
πεφενακισμένος- πεφενακισμένη- πεφενακισμένον ᾖ
πεφενακισμένοι- πεφενακισμέναι- πεφενακισμένα ὦμεν
πεφενακισμένοι- πεφενακισμέναι- πεφενακισμένα ἦτε
πεφενακισμένοι- πεφενακισμέναι- πεφενακισμένα ὦσι
 
Ευκτική
πεφενακισμένος- πεφενακισμένη- πεφενακισμένον εἴην
πεφενακισμένος- πεφενακισμένη- πεφενακισμένον εἴης
πεφενακισμένος- πεφενακισμένη- πεφενακισμένον εἴη
πεφενακισμένοι- πεφενακισμέναι- πεφενακισμένα εἴημεν (εἶμεν)
πεφενακισμένοι- πεφενακισμέναι- πεφενακισμένα εἴητε (εἶτε)
πεφενακισμένοι- πεφενακισμέναι- πεφενακισμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, πεφενάκισο, πεφενακίσθω, --- πεφενάκισθε, πεφενακίσθων ή πεφενακίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
πεφενακίσθαι
Μετοχή
πεφενακισμένος,
πεφενακισμένη,
πεφενακισμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐπεφενακίσμην, ἐπεφενάκισο, ἐπεφενάκιστο, ἐπεφενακίσμεθα, ἐπεφενάκισθε, πεφενακισμένοι ἦσαν 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου