Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀπιστέω - ἀπιστῶ»

Zachar Rise
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀπιστέω - ἀπιστῶ»
 
(ἀπιστῶ = δυσπιστώ, αμφιβάλλω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀπιστῶ, ἀπιστεῖς, ἀπιστεῖ, ἀπιστοῦμεν, ἀπιστεῖτε, ἀπιστοῦσι(ν)
Υποτακτική
ἀπιστῶ, ἀπιστῇς, ἀπιστῇ, ἀπιστῶμεν, ἀπιστῆτε, ἀπιστῶσι(ν)
Ευκτική
ἀπιστοῖμι, ἀπιστοῖς, ἀπιστοῖ (ή ἀπιστοίην, ἀπιστοίης, ἀπιστοίη), ἀπιστοῖμεν, ἀπιστοῖτε, ἀπιστοῖεν
Προστακτική
---, ἀπίστει, ἀπιστείτω, ---, ἀπιστεῖτε, ἀπιστούντων
Απαρέμφατο
ἀπιστεῖν
Μετοχή
ἀπιστῶν, ἀπιστοῦσα, ἀπιστοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠπίστουν, ἠπίστεις, ἠπίστει, ἠπιστοῦμεν, ἠπιστεῖτε, ἠπίστουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀπιστήσω, ἀπιστήσεις, ἀπιστήσει, ἀπιστήσομεν, ἀπιστήσετε, ἀπιστήσουσι(ν)
Ευκτική
ἀπιστήσοιμι, ἀπιστήσοις, ἀπιστήσοι, ἀπιστήσοιμεν, ἀπιστήσοιτε, ἀπιστήσοιεν
Απαρέμφατο
ἀπιστήσειν
Μετοχή
ἀπιστήσων, ἀπιστήσουσα, ἀπιστῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠπίστησα, ἠπίστησας, ἠπίστησε(ν), ἠπιστήσαμεν, ἠπιστήσατε, ἠπίστησαν
Υποτακτική
ἀπιστήσω, ἀπιστήσῃς, ἀπιστήσῃ, ἀπιστήσωμεν, ἀπιστήσητε, ἀπιστήσωσι(ν)
Ευκτική
ἀπιστήσαιμι, ἀπιστήσαις ή ἀπιστήσειας, ἀπιστήσαι ή ἀπιστήσειε(ν), ἀπιστήσαιμεν, ἀπιστήσαιτε, ἀπιστήσαιεν ή ἀπιστήσειαν
Προστακτική
---, ἀπίστησον, ἀπιστησάτω, ---, ἀπιστήσατε, ἀπιστησάντων (ή ἀπιστησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀπιστῆσαι
Μετοχή
ἀπιστήσας, ἀπιστήσασα, ἀπιστῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἠπίστηκα, ἠπίστηκας, ἠπίστηκε, ἠπιστήκαμεν, ἠπιστήκατε, ἠπιστήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός ὦ
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός ᾖς
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός ᾖ
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα ὦμεν
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα ἦτε
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός εἴην
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός εἴης
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός εἴη
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα εἴητε (εἶτε)
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός ἴσθι
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός ἔστω
---
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα ἔστε
ἠπιστηκότες- ἠπιστηκυῖαι- ἠπιστηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἠπιστηκέναι
Μετοχή
ἠπιστηκώς- ἠπιστηκυῖα- ἠπιστηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠπιστήκειν, ἠπιστήκεις, ἠπιστήκει, ἠπιστήκεμεν, ἠπιστήκετε, ἠπιστήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀπιστοῦμαι, ἀπιστῇ ή ἀπιστεῖ, ἀπιστεῖται, ἀπιστούμεθα, ἀπιστεῖσθε, ἀπιστοῦνται
Υποτακτική
ἀπιστῶμαι, ἀπιστῇ, ἀπιστῆται, ἀπιστώμεθα, ἀπιστῆσθε, ἀπιστῶνται
Ευκτική
ἀπιστοῖμην, ἀπιστοῖο, ἀπιστοῖτο, ἀπιστοίμεθα, ἀπιστοῖσθε, ἀπιστοῖντο
Προστακτική
---, ἀπιστοῦ, ἀπιστείσθω, ---, ἀπιστεῖσθε, ἀπιστείσθων ή ἀπιστείσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀπιστεῖσθαι
Μετοχή
ἀπιστούμενος
ἀπιστουμένη
ἀπιστούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠπιστούμην, ἠπιστοῦ, ἠπιστεῖτο, ἠπιστούμεθα, ἠπιστεῖσθε, ἠπιστοῦντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀπιστήσομαι, ἀπιστήσῃ ή ἀπιστήσει, ἀπιστήσεται, ἀπιστησόμεθα, ἀπιστήσεσθε, ἀπιστήσονται
Ευκτική
ἀπιστησοίμην, ἀπιστήσοιο, ἀπιστήσοιτο, ἀπιστησοίμεθα, ἀπιστήσοισθε, ἀπιστήσοιντο
Απαρέμφατο
ἀπιστήσεσθαι
Μετοχή
ἀπιστησόμενος
ἀπιστησομένη
ἀπιστησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠπιστήθην, ἠπιστήθης, ἠπιστήθη, ἠπιστήθημεν, ἠπιστήθητε, ἠπιστήθησαν
Υποτακτική
ἀπιστηθῶ, ἀπιστηθῇς, ἀπιστηθῇ, ἀπιστηθῶμεν, ἀπιστηθῆτε, ἀπιστηθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀπιστηθείην, ἀπιστηθείης, ἀπιστηθείη, ἀπιστηθείημεν ή ἀπιστηθεῖμεν, ἀπιστηθείητε ή ἀπιστηθεῖτε, ἀπιστηθείησαν ή ἀπιστηθεῖεν
Προστακτική
---, ἀπιστήθητι, ἀπιστηθήτω, ---, ἀπιστήθητε, ἀπιστηθέντων ή ἀπιστηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀπιστηθῆναι
Μετοχή
ἀπιστηθείς
ἀπιστηθεῖσα
ἀπιστηθέν
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου