Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἁρμόττω / ἁρμόζω»


Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἁρμόττω / ἁρμόζω»
 
(ἁρμόττω = συνενώνω, εφαρμόζω)  
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἁρμόττω, ἁρμόττεις, ἁρμόττει, ἁρμόττομεν, ἁρμόττετε, ἁρμόττουσι(ν)
(& ἁρμόζω, ἁρμόζεις, ἁρμόζει, ἁρμόζομεν, ἁρμόζετε, ἁρμόζουσι(ν))
Υποτακτική
ἁρμόττω, ἁρμόττῃς, ἁρμόττῃ, ἁρμόττωμεν, ἁρμόττητε, ἁρμόττωσι(ν)
Ευκτική
ἁρμόττοιμι, ἁρμόττοις, ἁρμόττοι, ἁρμόττοιμεν, ἁρμόττοιτε, ἁρμόττοιεν
Προστακτική
---, ἅρμοττε, ἁρμοττέτω, ---, ἁρμόττετε, ἁρμοττόντων (ή ἁρμοττέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἁρμόττειν
Μετοχή
ἁρμόττων, ἁρμόττουσα, ἁρμόττον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἥρμοττον, ἥρμοττες, ἥρμοττε, ἡρμόττομεν, ἡρμόττετε, ἥρμοττον
(& ἥρμοζον, ἥρμοζες, ἥρμοζε, ἡρμόζομεν, ἡρμόζετε, ἥρμοζον)
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἁρμόσω, ἁρμόσεις, ἁρμόσει, ἁρμόσομεν, ἁρμόσετε, ἁρμόσουσι(ν)
Ευκτική
ἁρμόσοιμι, ἁρμόσοις, ἁρμόσοι, ἁρμόσοιμεν, ἁρμόσοιτε, ἁρμόσοιεν
Απαρέμφατο
ἁρμόσειν
Μετοχή
ἁρμόσων, ἁρμόσουσα, ἁρμόσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἥρμοσα, ἥρμοσας, ἥρμοσε(ν), ἡρμόσαμεν, ἡρμόσατε, ἥρμοσαν
Υποτακτική
ἁρμόσω, ἁρμόσῃς, ἁρμόσῃ, ἁρμόσωμεν, ἁρμόσητε, ἁρμόσωσι(ν)
Ευκτική
ἁρμόσαιμι, ἁρμόσαις ή ἁρμόσειας, ἁρμόσαι ή ἁρμόσειε(ν), ἁρμόσαιμεν, ἁρμόσαιτε, ἁρμόσαιεν ή ἁρμόσειαν
Προστακτική
---, ἅρμοσον, ἁρμοσάτω, ---, ἁρμόσατε, ἁρμοσάντων (ή ἁρμοσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἁρμόσαι
Μετοχή
ἁρμόσας, ἁρμόσασα, ἁρμόσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἥρμοκα, ἥρμοκας, ἥρμοκε, ἡρμόκαμεν, ἡρμόκατε, ἡρμόκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός ὦ
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός ᾖς
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός ᾖ
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα ὦμεν
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα ἦτε
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός εἴην
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός εἴης
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός εἴη
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα εἴητε (εἶτε)
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός ἴσθι
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός ἔστω
---
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα ἔστε
ἡρμοκότες- ἡρμοκυῖαι- ἡρμοκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἡρμοκέναι
Μετοχή
ἡρμοκώς- ἡρμοκυῖα- ἡρμοκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἡρμόκειν, ἡρμόκεις, ἡρμόκει, ἡρμόκεμεν, ἡρμόκετε, ἡρμόκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἁρμόττομαι, ἁρμόττῃ ή ἁρμόττει, ἁρμόττεται, ἁρμοττόμεθα, ἁρμόττεσθε, ἁρμόττονται
Υποτακτική
ἁρμόττωμαι, ἁρμόττῃ, ἁρμόττηται, ἁρμοττώμεθα, ἁρμόττησθε, ἁρμόττωνται
Ευκτική
ἁρμοττοίμην, ἁρμόττοιο, ἁρμόττοιτο, ἁρμοττοίμεθα, ἁρμόττοισθε, ἁρμόττοιντο
Προστακτική
---, ἁρμόττου, ἁρμοττέσθω, ---, ἁρμόττεσθε, ἁρμοττέσθων ή ἁρμοττέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἁρμόττεσθαι
Μετοχή
ἁρμοττόμενος
ἁρμοττομένη
ἁρμοττόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἡρμοττόμην, ἡρμόττου, ἡρμόττετο, ἡρμοττόμεθα, ἡρμόττεσθε, ἡρμόττοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἁρμόσομαι, ἁρμόσῃ ή ἁρμόσει, ἁρμόσεται, ἁρμοσόμεθα, ἁρμόσεσθε, ἁρμόσονται
Ευκτική
ἁρμοσοίμην, ἁρμόσοιο, ἁρμόσοιτο, ἁρμοσοίμεθα, ἁρμόσοισθε, ἁρμόσοιντο
Απαρέμφατο
ἁρμόσεσθαι
Μετοχή
ἁρμοσόμενος
ἁρμοσομένη
ἁρμοσόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας Α΄
Οριστική
ἁρμοσθήσομαι, ἁρμοσθήσῃ ή ἁρμοσθήσει, ἁρμοσθήσεται, ἁρμοσθησόμεθα, ἁρμοσθήσεσθε, ἁρμοσθήσονται
Ευκτική
ἁρμοσθησοίμην, ἁρμοσθήσοιο, ἁρμοσθήσοιτο, ἁρμοσθησοίμεθα, ἁρμοσθήσοισθε, ἁρμοσθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἁρμοσθήσεσθαι
Μετοχή
ἁρμοσθησόμενος
ἁρμοσθησομένη
ἁρμοσθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἡρμοσάμην, ἡρμόσω, ἡρμόσατο, ἡρμοσάμεθα, ἡρμόσασθε, ἡρμόσαντο
Υποτακτική
ἁρμόσωμαι, ἁρμόσῃ, ἁρμόσηται, ἁρμοσώμεθα, ἁρμόσησθε, ἁρμόσωνται
Ευκτική
ἁρμοσαίμην, ἁρμόσαιο, ἁρμόσαιτο, ἁρμοσαίμεθα, ἁρμόσαισθε, ἁρμόσαιντο
Προστακτική
---, ἅρμοσαι, ἁρμοσάσθω, ---, ἁρμόσασθε, ἁρμοσάσθων ή ἁρμοσάσθωσαν
Απαρέμφατο
ἁρμόσασθαι
Μετοχή
ἁρμοσάμενος
ἁρμοσαμένη
ἁρμοσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἡρμόσθην, ἡρμόσθης, ἡρμόσθη, ἡρμόσθημεν, ἡρμόσθητε, ἡρμόσθησαν
Υποτακτική
ἁρμοσθῶ, ἁρμοσθῇς, ἁρμοσθῇ, ἁρμοσθῶμεν, ἁρμοσθῆτε, ἁρμοσθῶσι(ν)
Ευκτική
ἁρμοσθείην, ἁρμοσθείης, ἁρμοσθείη, ἁρμοσθείημεν ή ἁρμοσθεῖμεν, ἁρμοσθείητε ή ἁρμοσθεῖτε, ἁρμοσθείησαν ή ἁρμοσθεῖεν
Προστακτική
---, ἁρμόσθητι, ἁρμοσθήτω, ---, ἁρμόσθητε, ἁρμοσθέντων ή ἁρμοσθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἁρμοσθῆναι
Μετοχή
ἁρμοσθείς
ἁρμοσθεῖσα
ἁρμοσθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἥρμοσμαι, ἥρμοσαι, ἥρμοσται, ἡρμόσμεθα, ἥρμοσθε, ἡρμοσμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἡρμοσμένος- ἡρμοσμένη- ἡρμοσμένον ὦ
ἡρμοσμένος- ἡρμοσμένη- ἡρμοσμένον ᾖς
ἡρμοσμένος- ἡρμοσμένη- ἡρμοσμένον ᾖ
ἡρμοσμένοι- ἡρμοσμέναι- ἡρμοσμένα ὦμεν
ἡρμοσμένοι- ἡρμοσμέναι- ἡρμοσμένα ἦτε
ἡρμοσμένοι- ἡρμοσμέναι- ἡρμοσμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἡρμοσμένος- ἡρμοσμένη- ἡρμοσμένον εἴην
ἡρμοσμένος- ἡρμοσμένη- ἡρμοσμένον εἴης
ἡρμοσμένος- ἡρμοσμένη- ἡρμοσμένον εἴη
ἡρμοσμένοι- ἡρμοσμέναι- ἡρμοσμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἡρμοσμένοι- ἡρμοσμέναι- ἡρμοσμένα εἴητε (εἶτε)
ἡρμοσμένοι- ἡρμοσμέναι- ἡρμοσμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἥρμοσο, ἡρμόσθω, --- ἥρμοσθε, ἡρμόσθων ή ἡρμόσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἡρμόσθαι
Μετοχή
ἡρμοσμένος,
ἡρμοσμένη,
ἡρμοσμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἡρμόσμην, ἥρμοσο, ἥρμοστο, ἡρμόσμεθα, ἥρμοσθε, ἡρμοσμένοι ἦσαν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου