Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2025

Κωνσταντίνος Καβάφης «Στα Φῶτα»

 
Κωνσταντίνος Καβάφης «Στα Φτα»
 
ταν στά Φτα τοίμασαν τά δια πάλι
που εχαν κάμει τα Χριστούγεννα,
ταν ξανάφεραν την κανάγια τους·
σκοπεύοντες κ νέου να παρακινήσουν
στον δμο το παιδί (λοίμονο
τον Γιάννη το καλο κύρ ᾿Ανδρονίκου
που πρεπε ατή κι γιός της να τον χουν),
 
ταν στα Φτα τοίμασαν τα δια πάλι·
το χλου πάλι τες χυδαες βρισιές
και τους χρείους παινιγμούς γι᾿ ατήν·
δεν βάσταξε την γωνία για δεύτερη φορά
και μες στην παληοκάμαρη πο ταν φυλακισμένη
ξεψύχησε Καντακουζηνή.
 
Την τελευτή τς Καντακουζηνς, την τόσο οκτρά,
πρα πό την στορία το Νικηφόρου Γρηγορ.
Στο στορικόν ργον το βασιλέως
ωάννη Καντακουζηνο κάπως λλέως
γράφεται· λλά χι λιγότερο λυπητερά.
 
Κ. Π. Καβάφης, Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini, Εκδόσεις Ίκαρος
 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης τηρεί σταθερά θετική στάση απέναντι στον Ιωάννη Καντακουζηνό, παρά το γεγονός ότι ενεπλάκη σε έναν ιδιαιτέρως επιζήμιο εμφύλιο πόλεμο, καθώς θεωρεί πως δικαίως αντιστάθηκε ο Καντακουζηνός σε εκείνους που θέλησαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον ανήλικο διάδοχο του Ανδρόνικου Γ΄. Η ευνοϊκή στάση του ποιητή απέναντι στον Καντακουζηνό γίνεται αντιληπτή και στο συγκεκριμένο ποίημα, στο οποίο παρουσιάζει με συγκίνηση το θλιβερό θάνατο της μητέρας του, της Θεοδώρας. Ο Καβάφης βλέπει στο πρόσωπο της Θεοδώρας το αθώο θύμα ενός χυδαίου ανταγωνισμού για την εξουσία.
 
ταν στά Φτα τοίμασαν τά δια πάλι
που εχαν κάμει τα Χριστούγεννα,
ταν ξανάφεραν την κανάγια τους·
σκοπεύοντες κ νέου να παρακινήσουν
στον δμο το παιδί (λοίμονο
τον Γιάννη το καλο κύρ ᾿Ανδρονίκου
που πρεπε ατή κι γιός της να τον χουν),
 
Οι ανταγωνιστές του Ιωάννη Καντακουζηνού, ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας και ο κρατικοδίαιτος Αλέξιος Απόκαυκος, θέλοντας να κερδίσουν την εύνοια των πολιτών είχαν ξεκινήσει μια εκστρατεία δυσφήμησης εις βάρος του, χωρίς να δείχνουν σεβασμό ούτε καν στη μητέρα του, την οποία κακολογούσαν με άσχημο και μειωτικό τρόπο. Ήδη τα Χριστούγεννα του 1341 είχαν παρουσιάσει στους πολίτες τον ανήλικο Ιωάννη, γιο του Ανδρόνικου Γ΄, σε μια εκδήλωση που είχε λάβει τον χαρακτήρα δημόσιας εξύβρισης του Ιωάννη Καντακουζηνού και των οικείων του. Ατυχώς, η Θεοδώρα, που ήταν φυλακισμένη από τους εχθρούς του γιου της, βρισκόταν σε χώρο από τον οποίο μπορούσε να ακούσει όλα τα άσεμνα υπονοούμενα εις βάρος της και όλες τις αισχρότητες του όχλου για εκείνη και τον γιο της, γεγονός που την είχε πληγώσει βαθύτατα. Η συγκέντρωση αυτή, ωστόσο, δεν επρόκειτο να είναι η μοναδική, καθώς την ημέρα των Φώτων (6 Ιανουαρίου 1342), ο Καλέκας και ο Απόκαυκος σκόπευαν να επαναλάβουν την προσβλητική αυτή διαδικασία («τοίμασαν τά δια πάλι»), έχοντας μαζέψει πάλι τον όχλο που τους υποστήριζε («ξανάφεραν την κανάγια τους»).
Οι κακόβουλοι αυτοί συνωμότες επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν εκ νέου το γεγονός ότι είχαν στα χέρια τους τον ανήλικο Ιωάννη, για να στήσουν ακόμη μια προπαγανδιστική παράσταση, ώστε να περάσουν το μήνυμα στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης πως έχουν την υποστήριξη των πολιτών. Επρόκειτο, έτσι, να επαναλάβουν τη χυδαία εξύβριση της Θεοδώρας και του γιου της, παρακινώντας τον όχλο να εκφράσει όλη του την εχθρότητα για τους ισχυρούς της Πόλης.
Στους παρενθετικούς στίχους ο Καβάφης παραθέτει τις σκέψεις της Θεοδώρας, η οποία, εύλογα, πίστευε πως ο ανήλικος Ιωάννης έπρεπε να βρίσκεται υπό την προστασία εκείνης και του γιού της, διότι εκείνοι νοιάζονταν πραγματικά για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του στον θρόνο και δεν θα τον αντιμετώπιζαν ως «θέαμα» για τον όχλο. Ο Καβάφης υπενθυμίζει με τον τρόπο αυτό αφενός την αφοσίωση του Ιωάννη Καντακουζηνού στον Ανδρόνικο Γ΄ και αφετέρου το γεγονός πως η εμφύλια αυτή σύγκρουση βαρύνει τους συνωμότες, οι οποίοι κινούμενοι από την επιθυμία τους για την εξουσία δεν είχαν κανέναν ηθικό φραγμό. Ήταν διατεθειμένοι να εκμεταλλευτούν ένα ανήλικο παιδί, να εξυβρίσουν μια ηλικιωμένη γυναίκα, αλλά και να παρασύρουν την αυτοκρατορία σε μια εμφύλια διαμάχη μόνο και μόνο για να εκπληρώσουν τα ιδιοτελή σχέδιά τους.  
 
ταν στα Φτα τοίμασαν τα δια πάλι·
το χλου πάλι τες χυδαες βρισιές
και τους χρείους παινιγμούς γι᾿ ατήν·
δεν βάσταξε την γωνία για δεύτερη φορά
και μες στην παληοκάμαρη πο ταν φυλακισμένη
ξεψύχησε Καντακουζηνή.
 
Με την επανάληψη του πρώτου στίχου «όταν στα Φώτα ετοίμασαν τα ίδια πάλι», με την επανάληψη του επιρρήματος πάλι «του όχλου πάλι τες χυδαίες βρισιές», καθώς και με τη χρήση επιθέτων που φανερώνουν την ψυχολογική βία των συγκεντρώσεων αυτών («χυδαίες βρισιές», «αχρείους υπαινιγμούς») ο ποιητής παρουσιάζει εμφατικά το κλίμα έντασης που επικρατούσε στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να αιτιολογηθεί ο δριμύς αντίκτυπος αυτής της κατάστασης («δεν βάσταξε την αγωνία για δεύτερη φορά»). Η Θεοδώρα, έχοντας περάσει τη ζωή της σε ένα πλαίσιο αξιοπρέπειας και σεβασμού, δεν μπορεί να διαχειριστεί τον κλιμακούμενο εξευτελισμό της. Φυλακισμένη, μακριά από τον γιο της, χωρίς κανένα ίχνος από το κύρος του παρελθόντος, δεν είναι σε θέση να ακούσει για ακόμη μια φορά τις χυδαιότητες και τις βρισιές του όχλου εις βάρος της. Ο πόνος και η εσωτερική αγωνία καταβάλουν την περήφανη γυναίκα, η οποία ξεψυχά προτού βιώσει εκ νέου το μαρτύριο των προσβολών και της πλήρους ασέβειας απέναντί της.
 
Την τελευτή τς Καντακουζηνς, την τόσο οκτρά,
πρα πό την στορία το Νικηφόρου Γρηγορ.
Στο στορικόν ργον το βασιλέως
ωάννη Καντακουζηνο κάπως λλέως
γράφεται· λλά χι λιγότερο λυπητερά.
 
Ο Καβάφης δηλώνει πως έχει αξιοποιήσει στο ποίημά του την εκδοχή του θανάτου της Θεοδώρας από την Ιστορία του Νικηφόρου Γρηγορά, κι όχι την εκδοχή του Ιωάννη Καντακουζηνού, ο οποίος είχε αποδώσει τον θάνατο της μητέρας του στην απουσία ιατρικής φροντίδας. Ακόμη, άλλωστε, κι αν είχε δίκιο ο Καντακουζηνός, δεν παύει να αποτελεί μια θλιβερή κατάληξη για τη Θεοδώρα, εφόσον εγκαταλείφθηκε χωρίς καμία μέριμνα σε ένα μικρό κελί από ανθρώπους που κάποτε είχαν ευνοηθεί από τον γιο της και του χρωστούσαν σε μεγάλο βαθμό τη θέση τους.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως η ποιητική μέθοδος του Καβάφη, με την αξιοποίηση τεκμηρίων για τη σύνθεση των ποιημάτων του, συνιστά σαφή ένδειξη της κοινωνικής διάστασης του έργου. Συστηματικός μελετητής της ιστορίας ο Καβάφης, εντοπίζει γεγονότα και ιστορικά στιγμιότυπα, τα οποία προσφέρονται για να αναδείξουν είτε τη θετική όψη της ανθρώπινης δράσης είτε -συνηθέστερα- την αρνητική όψη. Με αναφορές σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε υποθετικές καταστάσεις, ο Καβάφης κατορθώνει να φανερώσει πως συχνά ό,τι υποκινεί τους ανθρώπους είναι η απληστία, ο εγωισμός και η επιθυμία για περισσότερη δύναμη και περισσότερο πλούτο, έστω κι αν με τη δράση τους αυτή βλάπτουν την κοινωνία και το κράτος στο οποίο ανήκουν.
Παρά το γεγονός ότι ο Καβάφης θα μπορούσε να εστιάζει το ενδιαφέρον του στα προσωπικά του συναισθήματα και βιώματα, θέτοντας τον εαυτό του στο επίκεντρο της ποίησής του, εκείνος επιλέγει συνειδητά να αξιοποιήσει την ποίηση ως «διδακτικό» μέσο, για να παρακινήσει τους συγκαιρινούς του να αντικρίσουν την αλήθεια της ανθρώπινης φύσης και να μην επιτρέψουν τη επανάληψη του παρελθόντος.
 
Διευκρινιστικές σημειώσεις της Renata Lavagnini:
Ο Παπαρρηγόπουλος (Ε', σ. 261-262) αναφέρει με συντομία το θάνατο της Θεοδώρας Παλαιολογίνας Καντακουζηνής, μητέρας του Ιωάννη Καντακουζηνού, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη στις 6 Ιανουαρίου 1342, όταν πια ο γιος της είχε ανακηρυχθεί βασιλιάς στο Διδυμότειχο (26 Οκτωβρίου 1341), και όχι, όπως φαίνεται να πιστεύει ο Παπαρρηγόπουλος, κατά τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος του Αποκαύκου και της βασίλισσας Άννας. Παραθέτω την αφήγηση του Νικηφόρου Γρηγορά (ΙΙ, σ. 616-617):
 
Κατά μέντοι την το Δεκεμβρίου τετάρτην και εκοστήν, περί δείλην ψίαν, πότε την γενέθλιον πανήγυριν ορτάζομεν το Σωτρος Χριστο, [ πατριάρχης] νεβίβασε τοτον [τον μικρόν ωάννη Παλαιολόγο], κν τ το παλατίου Αθερί οκίσκ· θεν και ο προ ατο βασιλες εώθεισαν την τοιαύτην μέραν προκύπτειν θροιζομένου το πλήθους τν Βυζαντίων, και παντός το στρατο, και νυμνούντων ατούς εχας τε και εφημίαις παντοίαις κάτωθεν, κατ᾿ εκόνα το πάλαι θριάμβου ωμαίων. ν δε νν το δήμου κάτωθεν ξηχούμενος κρότος και θόρυβος οκ εφημίαν χων το βασιλέως κήρατόν τε και μιγ· λλά συνεκέκρατο και τας κατά το Καντακουζηνο και μα τας τς μητρός ατο λοιδορίαις, λίαν οσαις ασχρας και ο πάνυ τοι σώφρονος κος ξίαις, ποκάοντος το ᾿Αποκαύκου και ναφλέγοντος δωρεας δροτέραις και ποσχέσεσι την τοιαύτην το πλήθους ρμήν.
Και ν ατήκοος τούτων πάντων το Καντακουζηνο μήτηρ, δεσμωτήριον οκοσα μεταξύ τς βασιλείου αλς, νθα το θροισμα το δήμου κατά ποταμούς συνέρρει και συνεκροτετο. Και μέντοι και την καρδίαν σφόδρα πλήττετο, και στεναγμούς κ βάθους νέπεμπεν, σπερ καπνούς θολερούς τε και μιχλώδεις, και πολλήν την νδον τς ψυχς πικρίαν τος παρακαθημένοις γγέλλοντας. Μεριζομένη γαρ την ψυχήν πρός τε την φόρητον κείνην τν λοιδοριν κοήν και ναλογιζομένη προς τίνων τατα δραματουργεται, χθες καί πρότριτα δούλου μοραν χόντων προς ατήν, και μα την μνήμην ναφέρουσα ς τας κ βρέφους τύχας και το τς λικιώτιδος εδαιμονίας νθος χρι γήρως παραμεναν κήρατον και κμάζον, και παρατιθεσα κενα πάντως τος νν ντιπάλοις και δοκήτοις το χρόνου φορας, φέρειν οκ εχεν· λλά πληγεσης σφοδρς την καρδίαν, ες νόσον τράπη το σμα βαρεαν και πισχνουμένην σεσθαί ο το βίου το πέρας οκ ες μακράν.
᾿Επιστάσης τοιγαρον και τς τν Φώτων πανηγύρεως μετά δύο και δέκα μέρας, και το μεν βασιλέως μοίως αθις προκύπτοντος νωθεν, το δε δήμου κάτωθεν τας μοίας εφημίας και λοιδορίας αθις πικροτούντων, κειτο Καντακουζηνή νεκρά προς το δεσμωτήριον ρριμμένη και πιλελησμένη, και πάνυ τοι σφοδρς πκισμένη τς πάλαι εδαιμονίας και δόξης κείνης. φθη γαρ μικρόν προ τς τν σαλπίγγων χος το ζν ποῤῥήξασα. Δείσασα γαρ ομαι ψυχή, μη προς την τν μοίων αθις μπέσ λοιδοριν τρικυμίαν, συνεστάλη τε προς αυτήν και προαπεῤῥάγη το σώματος. Το δ᾿ πως συγκεχώρηκε τατα γενέσθαι Θεός, προϊόντες ρομεν πλατύτερον, στοχαζόμενοι καθόσον μν φικτόν.
 
Για τις βρισιές και τις κραυγές των δήμων της Κωνσταντινούπολης εναντίον του Καντακουζηνού και της οικογένειάς του μιλάει και ο Ιωάννης Καντακουζηνός στις Ιστορίες του (ΙΙ, σ. 188), αλλά όχι σε σχέση με το περιστατικό του θανάτου της μητέρας του· και ενώ περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες τις ηθικές και σωματικές κακουχίες που αναγκάστηκε να υποστεί η ηλικιωμένη γυναίκα, ενώ βρισκόταν στη φυλακή, θεωρεί άμεση αιτία του θανάτου της την έλλειψη κατάλληλης ιατρικής φροντίδας (ΙΙ, σ. 219-222). Ο Καβάφης παρουσιάζει τα γεγονότα από τη σκοπιά ενός παρατηρητή στενά δεμένου με την οικογένεια των Καντακουζηνών: αυτό δείχνει ο συγκινημένος τόνος της αφήγησης, που εκφράζεται με την άφθονη χρήση των επιθέτων, τις συχνές επαναλήψεις, την περίπλοκη συντακτική δομή.
 
Απόδοση στα νέα ελληνικά της αφήγησης του Νικηφόρου Γρηγορά:
     Κατά την εικοστή τετάρτη Δεκεμβρίου μάλιστα, αργά το απόγευμα, τότε που γιορτάζουμε τη γενέθλια πανήγυρη του Σωτήρος Χριστού, [ο πατριάρχης] ανέβασε αυτόν [τον μικρό Ιωάννη Παλαιολόγο] στον οικίσκο «Αιθέριο» του παλατιού· από όπου και οι προκάτοχοί του βασιλείς είχαν τη συνήθεια τέτοια μέρα να παρουσιάζονται, καθώς συγκεντρωνόταν από κάτω το πλήθος των Βυζαντινών και όλος ο στρατός, ανυμνώντας τους με κάθε λογής ευχές και επευφημίες, κατά το πρότυπο του παλαιού θριάμβου των Ρωμαίων. Όμως τώρα, ο κρότος και ο θόρυβος του δήμου που αντηχούσε από κάτω δεν περιείχε μια καθαρή και ανόθευτη επευφημία για τον βασιλιά· αντίθετα, ήταν αναμεμειγμένος με ύβρεις εναντίον του Καντακουζηνού και συγχρόνως εναντίον της μητέρας του, ύβρεις υπερβολικά αισχρές και καθόλου άξιες να τις ακούει άνθρωπος μυαλωμένος, καθώς ο Απόκαυκος υποδαύλιζε και αναζωπύρωνε αυτή την ορμή του πλήθους με πλούσια δώρα και υποσχέσεις.
     Και ήταν αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών η μητέρα του Καντακουζηνού, η οποία ζούσε φυλακισμένη ανάμεσα στην βασιλική αυλή, εκεί όπου το πλήθος του δήμου εισέρρεε σαν ποτάμι και συγκεντρωνόταν. Και πράγματι, η καρδιά της πληγώθηκε βαθύτατα και έβγαζε στεναγμούς από τα βάθη της ψυχής της, σαν σκοτεινούς και ομιχλώδεις καπνούς, που φανέρωναν τη μεγάλη εσωτερική πίκρα της ψυχής της σε όσους κάθονταν δίπλα της. Γιατί η ψυχή της ήταν μοιρασμένη: από τη μία άκουγε εκείνες τις ανυπόφορες ύβρεις και αναλογιζόταν από ποιους οργανώνονταν όλα αυτά —από ανθρώπους δηλαδή που χθες και προχθές είχαν θέση δούλου απέναντί της— και από την άλλη έφερνε στη μνήμη της την τύχη της από τα παιδικά της χρόνια και το άνθος της ευτυχίας που τη συνόδευε από την ίδια της την ηλικία, το οποίο είχε παραμείνει αλώβητο και ακμαίο μέχρι τα γηρατειά της· και καθώς συνέκρινε όλα εκείνα με τις τωρινές αντιξοότητες και τις απροσδόκητες τροπές του χρόνου, δεν άντεχε να το υποφέρει. Έτσι, επειδή πληγώθηκε βαριά η καρδιά της, το σώμα της έπεσε σε ασθένεια βαριά, η οποία προμήνυε ότι το τέλος της ζωής της δεν θα αργούσε.
     Όταν λοιπόν έφτασε και η γιορτή των Φώτων μετά από δώδεκα ημέρες, και ενώ ο βασιλιάς παρουσιάστηκε και πάλι με τον ίδιο τρόπο από ψηλά, και ο δήμος από κάτω χειροκροτούσε ξεσπώντας ξανά στις ίδιες επευφημίες και ύβρεις, η Καντακουζηνή κοιτόταν νεκρή, παραπεταμένη και ξεχασμένη μέσα στη φυλακή, στερημένη εντελώς και με τον πιο σκληρό τρόπο από εκείνη την παλιά της ευτυχία και δόξα. Διότι πρόλαβε και άφησε την τελευταία της πνοή λίγο πριν από τον ήχο των σαλπίγγων. Επειδή φοβήθηκε, νομίζω, η ψυχή της μήπως πέσει ξανά στην τρικυμία των ίδιων ύβρεων, μαζεύτηκε στον εαυτό της και αποχωρίστηκε πρόωρα από το σώμα. Το πώς όμως επέτρεψε ο Θεός να γίνουν αυτά, θα το αναπτύξουμε εκτενέστερα στη συνέχεια, κάνοντας υποθέσεις όσο μάς είναι δυνατόν.
 
Ο εμφύλιος πόλεμος της περιόδου 1341-1347
     Ο Ανδρόνικος Γ΄ πέθανε χωρίς να έχει αφήσει γενικά αναγνωρισμένο διάδοχο· ο γιος του Ιωάννης ήταν εννέα μόλις χρονών, και δεν είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτωρ. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός, στενός φίλος και συνεργάτης του Ανδρονίκου, αμέσως μετά τον θάνατο του αυτοκράτορος ανέλαβε τα καθήκοντα αντιβασιλέως χωρίς όμως να πάρει τον τίτλο. Συγχρόνως, την αντιβασιλεία εποφθαλμιούσε ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας, ισχυριζόμενος ότι ήταν δίκαιο να βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο η βασιλεία και η Εκκλησία: «δίκαιον γαρ έφασκεν είναι... καθάπερ σώματι ψυχήν, ούτω τη βασιλεία την εκκλησίαν συνήφθαι». Ο πατριάρχης επηρέαζε και τη βασιλομήτορα Άννα της Σαβοΐας, όπως άλλωστε και ο Αλέξιος Απόκαυκος. Ο Απόκαυκος, αντίθετα από τον Καντακουζηνό, προερχόταν από φτωχή και άσημη οικογένεια: «άσημος εκ φαύλων φύς», γράφει ο Καντακουζηνός, ενώ ο Γρηγοράς τον περιγράφει έτσι: «γένους γαρ των αδόξων υπαρχών εκ νέου και πενία συντεθραμμένος νυν μεν τούτω, νυν δ εκείνω μισθού διακονούμενος διετέλει τον χρόνον». Ο Απόκαυκος είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία από δημόσιες προσόδους· αρχικά είχε την εκμετάλλευση των αλυκών, από όπου κυρίως πλούτισε· αργότερα έγινε «ταμίας των βασιλικών χρημάτων» και τέλος διορίστηκε από τον Ανδρόνικο Γ΄ μέγας δούξ, δηλαδή τέθηκε επί κεφαλής του στόλου. Πρέπει να θεωρηθεί ως εκπρόσωπος της μικρής πια τάξεως ανθρώπων, που είχαν τη δυνατότητα να πλουτίσουν και να αποκτήσουν αξιώματα υπηρετώντας το κράτος. Πάντως, δεν ανήκε στην τάξη των πλούσιων γαιοκτημόνων και οι μετέπειτα πράξεις του δείχνουν ότι αντλούσε τη δύναμή του από το εμπορικό και ναυτικό στοιχείο της αυτοκρατορίας.
     Ο Απόκαυκος αρχικά πίεζε τον Ιωάννη Καντακουζηνό να αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτωρ, όταν όμως ο Καντακουζηνός πήγε στη Θράκη τον Ιούλιο του 1341 για στρατιωτικές επιχειρήσεις, άρχισε να διαμορφώνεται στην Κωνσταντινούπολη μια ομάδα, η οποία υπό την ηγεσία του Απόκαυκου και του Καλέκα προσπάθησε να αποδυναμώσει τον Καντακουζηνό. Αφού ανακηρύχθηκε επίσημη αντιβασιλεία με επί κεφαλής τον Καλέκα, ο Απόκαυκος προχώρησε στην πρώτη εχθρική πράξη. Ήταν ήδη, όπως φαίνεται, σε θέση να ασκεί επίδραση στον πληθυσμό της πρωτεύουσας. Αφαίρεσε από τον Καντακουζηνό τα αξιώματά του και ξεσήκωσε εναντίον του τον λαό («τον δήμον») της Κωνσταντινουπόλεως, που λεηλάτησε το σπίτι του Καντακουζηνού. Τότε έφυγαν από την πόλη 42 ευγενείς και κατέφυγαν στο Διδυμότειχο όπου βρισκόταν ο Καντακουζηνός· εκεί οι συγκλητικοί και οι αρχηγοί του στρατού τον προέτρεψαν να ανακηρυχθεί αυτοκράτωρ, όπως και πράγματι έκανε στις 26 Οκτωβρίου 1341. Έτσι, υπήρχαν πλέον δύο εξουσίες, μια στην Κωνσταντινούπολη και μια στο Διδυμότειχο, και ο εμφύλιος πόλεμος άρχισε.
     Οι προσωπικές φιλοδοξίες των διαφόρων ηγετών του πολέμου, στις οποίες οι πηγές επιμένουν, έπαιξαν, οπωσδήποτε, σημαντικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια των έξι ετών του πολέμου. Ο πόλεμος του 1347 άρχισε και συνεχίσθηκε ως διαμάχη των εκπροσώπων της άρχουσας τάξεως για την εξουσία. Όμως, λόγω της συνθέσεως της βυζαντινής κοινωνίας, οι δύο αντίπαλες ομάδες αντλούσαν τη δύναμή τους από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Ενώ η διάσπαση της πολιτικής εξουσίας, που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 1341, επέτρεψε την έκφραση της βαθιάς εχθρότητας των κατοίκων της πόλεως και της υπαίθρου κατά της αριστοκρατίας, με μορφές που πιθανότατα οι πρωτεργάτες του εμφυλίου πολέμου δεν είχαν ούτε προβλέψει ούτε θελήσει.
     Αυτός ο εμφύλιος πόλεμος διαφάνηκε πολύ νωρίς, με τη συσπείρωση των αριστοκρατών γύρω από τον Καντακουζηνό και τη δήμευση των περιουσιών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η τελευταία αυτή πράξη είχε διπλή σημασία: η δήμευση της περιουσίας αποτελεί πράξη πολιτική, και μέρος από αυτά τα χρήματα χρησιμοποίησε ο Απόκαυκος για να δημιουργήσει στόλο. Η δήμευση όμως έγινε δυνατή επειδή ήδη υπήρχε έντονη εχθρότητα εκ μέρους των Κωνσταντινοπολιτών. Όσο για τους πρωτεργάτες της εξεγέρσεως του «δήμου» το 1341 κατά του Καντακουζηνού, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διαφωνία στις δύο κύριες πηγές. Ο Καντακουζηνός αναφέρει ότι ο Απόκαυκος χρησιμοποίησε τα φτωχότερα στοιχεία του πληθυσμού («απόρους τινάς και λάλους... ετοίμως έχοντας υπό πενίας και των δεινοτάτων κατατολμάν»), ενώ ο Γρηγοράς, κάπως περισσότερο αξιόπιστος, γράφει ότι ο Απόκαυκος και ο πατριάρχης χρησιμοποίησαν τους «δημάρχους», δηλαδή οπωσδήποτε όχι τους φτωχότερους, αλλά κάποιου είδους συγκροτημένους αρχηγούς. […]
 
     Η μεταμόρφωση της δυναστικής έριδας σε εμφύλιο πόλεμο με κοινωνικές προεκτάσεις επήλθε πολύ γρήγορα στις πόλεις της Θράκης. Ο Καντακουζηνός, προτού ανακηρυχθεί αυτοκράτωρ, έστειλε επιστολές στους «δυνατούς των πόλεων και τους παρ’ εκάστοις στρατιώτας», επιζητώντας να τους προσεταιρισθεί. Στις 27 Οκτωβρίου, στην Ανδριανούπολη, οι «δυνατοί» διάβασαν την επιστολή σε συνάθροιση του λαού, όπου αμέσως εκδηλώθηκε αντίσταση προς τον Καντακουζηνό. Την ίδια νύχτα τρεις Ανδριανουπολίτες ξεσήκωσαν τους κατοίκους, οι οποίοι επιτέθηκαν κατά των δυνατών, άρπαξαν τις περιουσίες τους και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Καντακουζηνού κατέστρεψαν τα σπίτια τους. […]
 
     Το 1341 όλες σχεδόν οι πόλεις της Θράκης εκδίωξαν τους αριστοκράτες και τάχθηκαν με το μέρος της αντιβασιλείας· λίγους μήνες μετά, ανάλογη κατάσταση παρατηρήθηκε στις περισσότερες πόλεις της Μακεδονίας. Η πολιτική όψη του εμφυλίου πολέμου διαμορφώθηκε με κάποια καθαρότητα μέσα στο 1342. Ο πόλεμος εντοπίστηκε στις πόλεις, και η πάλη μεταξύ του Καντακουζηνού και της αντιβασιλείας διεξήχθη, κυρίως, για την κατάληψη των πόλεων. Αυτό δείχνει ακόμη μια φορά τη σημασία της υστεροβυζαντινής πόλεως που, οχυρωμένη και με φρουρά στρατιωτική, δέσποζε στον γύρω χώρο και οικονομικά και πολιτικά. Στη διάρκεια του πολέμου, οι πληθυσμοί των χωριών, τουλάχιστον όσων από αυτά δεν ήταν οχυρωμένα, υποφέροντας από τις συνεχείς λεηλασίες του στρατού του Καντακουζηνού και, αργότερα, των Σέρβων και των Τούρκων, εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και ζήτησαν καταφύγιο στις πόλεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τεράστια κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα (εφόσον η καλλιέργεια γινόταν σποραδικά και τα γεννήματα συχνά γίνονταν λεία των στρατών). Στην πρώτη αυτή φάση του πολέμου η αντιβασιλεία κυριαρχούσε στις περισσότερες πόλεις της Θράκης, με σημαντική εξαίρεση το Διδυμότειχο, που από την αρχή είχε ισχυρή φρουρά από ανθρώπους του Καντακουζηνού. Μέσα στο 1342 σημειώθηκαν τρία καθοριστικά πολιτικά γεγονότα.
     Τον Μάρτιο του 1342 ο Καντακουζηνός έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, ο κυβερνήτης της οποίας Θεόδωρος Συνναδηνός, μέλος μιας από τις μεγαλύτερες βυζαντινές οικογένειες, είχε ταχθεί με το μέρος του και προσφέρθηκε να του παραδώσει την πόλη, οπότε θα διευκολυνόταν κατά πολύ η κατάληψη και της υπόλοιπης Μακεδονίας από τον Καντακουζηνό. Όμως οι Ζηλωτές και οι άλλοι κάτοικοι της πόλεως ξεσηκώθηκαν, έδωσαν μάχη κατά των δυνατών και σκότωσαν μερικούς, ενώ 1.000 περίπου βρήκαν καταφύγιο στη στρατιά του Καντακουζηνού. Τα σπίτια των δυνατών καταστράφηκαν και οι περιουσίες τους περιήλθαν στα χέρια των Ζηλωτών, οι οποίοι, κατά τις πηγές, από φτωχοί έγιναν πλούσιοι. Αναμφισβήτητα, πολλά από τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την άμυνα και τη συντήρηση της πόλεως που, όπως και οι άλλες πόλεις της Θράκης και Μακεδονίας στη διάρκεια του πολέμου, δεν είχε άλλους πόρους· εξ άλλου, η γη έμεινε ακαλλιέργητη στη διάρκεια του πολέμου, και είναι πιθανό ότι οι πόλεις αναγκάζονταν να αγοράσουν τρόφιμα από άλλες περιοχές.
 
     Το δεύτερο σημαντικό γεγονός είναι ότι, ακριβώς την ίδια εποχή, ο Απόκαυκος, χρησιμοποιώντας τα δημευθέντα χρήματα του Καντακουζηνού, αύξησε τις ναυτικές του δυνάμεις, και με 70 τριήρεις περιήλθε τα νησιά του Αιγαίου μέχρι και την Εύβοια, και έφθασε στη Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει τους κατοίκους της. Διαμορφώθηκε έτσι ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία του πολέμου: η δύναμη του Απόκαυκου στηριζόταν στον στόλο, στις παράκτιες πόλεις και, μέσα στις πόλεις, στους ναύτες και εμπόρους, ενώ οι δυνάμεις του Καντακουζηνού ήταν μέρος του στρατού της ηπειρωτικής Μακεδονίας και Θράκης. Πολύ αργότερα, το 1345, όταν ήδη ο Καντακουζηνός είχε αρχίσει να υποδουλώνει τις πόλεις της Θράκης και Μακεδονίας, μαζί με τους Τούρκους και Σέρβους συμμάχους του, ο Απόκαυκος στράφηκε προς τις παράκτιες πόλεις. Δήμευσε τις περιουσίες των υπόλοιπων πλουσίων της Κωνσταντινουπόλεως και επέβαλε νέους φόρους και δασμούς, με σκοπό, όπως γράφει ο Καντακουζηνός, να αποκτήσει ισχυρότατο ναυτικό και να δημιουργήσει κράτος, «τυραννίδα» (το οποίο θα συνίστατο από νησιά και τις παράκτιες πόλεις), και να μεταβάλει την Κωνσταντινούπολη σε καθαρά ναυτική και εμπορική πόλη.
 
     Το τρίτο σημαντικό γεγονός είναι ότι το 1342 ο Καντακουζηνός, έχοντας περιέλθει σε σχεδόν απελπιστική θέση, αποφάσισε να μεταβεί στα Σκόπια και να ζητήσει τη βοήθεια του Στεφάνου Δουσάν. Λίγο αργότερα (το 1343) ο Καντακουζηνός κάλεσε στη Θεσσαλονίκη, και μετά στη Θράκη, τον εμίρη του Αϊδινίου Ουμούρ, ο οποίος με τον στόλο του βοήθησε βέβαια τον Καντακουζηνό, αλλά με τις λεηλασίες κατέστρεψε την οικονομία της περιοχής. Όπως γράφει ο Γρηγοράς, οι Τούρκοι λεηλάτησαν τη Θράκη την εποχή του θερισμού και αιχμαλώτισαν τους κατοίκους «ως αοίκητόν τε και αγεώργητον εντεύθεν καταλειφθήναι την γην». Έτσι, το 1342, ο Καντακουζηνός είχε με το μέρος του τους Σέρβους, τους Τούρκους, μεγάλο μέρος της αριστοκρατίας, καθώς και την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, δύο περιοχές που προσχώρησαν σ’ αυτόν το 1342 και στις οποίες η φεουδαρχοποίηση της κοινωνίας ήταν προχωρημένη. Μάλιστα, το χρυσόβουλλο που τότε παραχώρησε ο Καντακουζηνός στον Ιωάννη Άγγελο, κυβερνήτη της Θεσσαλίας, αποτελεί βασικό κείμενο για την πολιτική όψη της βυζαντινής φεουδαρχίας.
    
    Τα πολιτικά γεγονότα που αναφέρθηκαν είναι στενά συνδεμένα με κοινωνικές διαμάχες που, ακριβώς, εξηγούν την κυριαρχία των δυνάμεων της αντιβασιλείας σ’ αυτή την πρώτη φάση. Όλες οι πηγές μαρτυρούν ότι στις πόλεις ο «δήμος» ξεσηκώθηκε, έδιωξε ή καθυπέταξε τους δυνατούς και έφερε τις πόλεις με το μέρος της αντιβασιλείας. Οι δυνατοί της Θεσσαλονίκης, της Κωνσταντινουπόλεως, του Διδυμοτείχου, της Ανδριανουπόλεως υποστήριξαν τον Καντακουζηνό, τον οποίο, όπως λέει ο ίδιος, «της στρατιάς... το πλείστον και οι άλλοι των Ρωμαίων άριστοι» επίσης υποστήριξαν. Όλες οι πηγές επίσης, περιγράφοντας την κοινωνική αυτή αναταραχή ή επανάσταση, χωρίζουν τους κατοίκους των πόλεων σε δύο κυρίως μέρη, στα οποία αποδίδουν και ηθικά χαρακτηριστικά. Όπως αναφέρει ο Γρηγοράς, η αυτοκρατορία διαιρέθηκε ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς, συνετούς και ασύνετους, παιδευμένους και μη, «έμφρον και τεταγμένον» και «άφρον και ασύνετον». Όμως η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική.
 
     Κατ’ αρχήν είναι γεγονός ότι αρκετοί από τους πλούσιους και δυνατούς αριστοκράτες παρέμειναν στις πόλεις και, για προσωπικούς λόγους, έμειναν πιστοί στην κυβέρνηση της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά δεύτερο και σημαντικό λόγο μέρος του στρατού δεν υποστήριζε τον Καντακουζηνό. Αυτό συμπεραίνει κανείς από τη μακρόχρονη αντίσταση πόλεων, όπως η Ανδριανούπολη, η Θεσσαλονίκη και η Βιζύη. Στις πόλεις αυτές, οι δυνατοί ή είχαν εκδιωχθεί ή είχαν περιέλθει σε πολιτική αδυναμία· άρα, δεν είναι δυνατό να υποθέσουμε ότι ο στρατός απλώς ακολούθησε την αντι-καντακουζηνική μερίδα της αριστοκρατίας, αλλά πρέπει να δεχθούμε μια μερική, τουλάχιστον, σύμπτωση συμφερόντων μεταξύ του στρατού και των επαναστατών.
     Όσο για την κοινωνική σύνθεση, την πολιτεία και την ιδεολογία των επαναστατών το θέμα είναι ακανθώδες, εφόσον οι πηγές είναι εχθρικά διακείμενες και πιθανώς μεταχειρίζονται και κοινολογίες για να περιγράψουν την κατάσταση. Είναι πάντως δυνατό να απομονωθούν ορισμένα στοιχεία που θα υποβοηθήσουν την ανάλυση. Είναι βέβαιο ότι, όποιοι και αν ήταν οι πρωτεργάτες, ο «δήμος» των πόλεων, αλλού σταδιακά και αλλού αμέσως, στράφηκε κατά των πλουσίων. Στη Θεσσαλονίκη, π.χ., ήδη από το καλοκαίρι του 1342 ο «δήμος» φρουρούσε, οπλισμένος, τα τείχη, ενώ στις Σέρρες οι κάτοικοι αμύνθηκαν με πέτρες και βέλη όταν ο Καντακουζηνός πολιόρκησε την πόλη, το 1342.
 
     Διαφαίνεται επίσης, σε ένα βαθμό, η κοινωνική σύνθεση των ανθρώπων που πρωτοστάτησαν στην επανάσταση στις διάφορες πόλεις. Στις πόλεις της δυτικής Μακεδονίας, που δεν είχαν σοβαρό εμπορικό στοιχείο, οι πρωτεργάτες ήταν συνήθως μέλη της αριστοκρατίας, όπως ο Γκυ ντε Λουζινιάν (de Lusignan), κυβερνήτης των Σερρών, που στην αρχή έπαιξε πολύ ενεργό ρόλο. Στις περιπτώσεις αυτές ο «δήμος» των πόλεων πήρε μέρος στην αντι-καντακουζηνική στάση, δεν είχε όμως πρωτοβουλίες. Εδώ ο εμφύλιος πόλεμος ήταν καθαρά διένεξη ανάμεσα στις δυο μερίδες της αριστοκρατίας. Γι’ αυτό άλλωστε, οι πόλεις αυτές δεν αμύνθηκαν για πολύ, και γρήγορα παραδόθηκαν ή στους Σέρβους ή στον Καντακουζηνό.
     Στις πόλεις με ενεργό εμπορικό στοιχείο η κατάσταση ήταν διαφορετική. Στην Κωνσταντινούπολη, η αντιβασιλεία στηριζόταν κυρίως στους γασμούλους, τους ναύτες, ενώ επισημαίνεται σταθερή προσπάθεια του Απόκαυκου να προστατεύσει το εμπόριο, πιθανότατα για να διατηρήσει την υποστήριξη των εμπόρων της πόλεως. Άλλωστε, οι έμποροι και οι τραπεζίτες της Κωνσταντινουπόλεως παρέμειναν εχθρικοί προς τον Καντακουζηνό ως το 1348. Στη Θεσσαλονίκη πρωτεργάτες κάθε επαναστατικής πράξεως, από το 1342 ως το 1350, ήταν οι Ζηλωτές. […]
 
     Στην Κωνσταντινούπολη, σε ορισμένες πόλεις της Θράκης και στη Θεσσαλονίκη, ηγετικά στοιχεία του εμφυλίου πολέμου ήταν οι ναύτες, οι έμποροι, σε ένα βαθμό οι τραπεζίτες και οι Ζηλωτές. Στο Διδυμότειχο, που κατεχόταν χωρίς διακοπή από τον στρατό του Καντακουζηνού, οι «μέσοι», η «δεύτερη μοίρα» του Φιλοθέου, τα αστικά στοιχεία δηλαδή, διάκεινταν επίσης εχθρικά προς τον Καντακουζηνό. Στη Θεσσαλονίκη, όπου η επανάσταση πήρε την πιο ακραία μορφή, οι «μέσοι» πιθανώς διχάστηκαν. Χαρακτηριστικά το 1343, όταν την πόλη πολιορκούσαν ο Καντακουζηνός με τον στρατό και ο Ουμούρ με τον στόλο, οι Ζηλωτές εκτέλεσαν δύο άτομα, έναν Παλαιολόγο, εκπρόσωπο της αριστοκρατίας, και ένα Γαβαλά, εκπρόσωπο των «μέσων». Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι σε ορισμένες πόλεις ο εμφύλιος πόλεμος εξελίχθηκε με τρόπο που ξεπερνούσε τις επιθυμίες της αντιβασιλείας. Έτσι, ενώ ο Απόκαυκος στην Κωνσταντινούπολη διατηρούσε καλές σχέσεις, ως το 1345, με μια μερίδα της αριστοκρατίας, στη Θεσσαλονίκη και στην Ανδριανούπολη οι σχέσεις με την αριστοκρατία ήταν πολύ τεταμένες. Χαρακτηριστικά, επίσης, οι κυβερνήτες της Ανδριανούπολης και της Θεσσαλονίκης, ο Μανουήλ και ο Ιωάννης Απόκαυκος αντίστοιχα, ήλθαν σε διάσταση με τους κατοίκους των δύο πόλεων όταν προσπάθησαν χωρίς επιτυχία το 1344 και 1345 να τις παραδώσουν στον Καντακουζηνό. […]
 
     Ο εμφύλιος αυτός πόλεμος δεν έχει να επιδείξει μεγάλες και καθοριστικές μάχες. Ήταν πόλεμος για επικράτηση στις πόλεις. Και η επικράτηση του Καντακουζηνού επιτεύχθηκε, όχι τόσο με τις δικές του δυνάμεις, όσο με τα στρατεύματα των συμμάχων του Τούρκων και Σέρβων, που αποψίλωσαν την ύπαιθρο από ανθρώπους και γεννήματα και ανάγκασαν έτσι τις πόλεις να παραδοθούν για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Από τον Ιούλιο ακόμα του 1342, ο Ιω. Καντακουζηνός συνήψε, όπως αναφέρθηκε, συμμαχία με τον Στέφανο Δουσάν, τον οποίο επίσης προσπάθησε να προσεταιρισθεί η Άννα της Σαβοΐας.
     Στο τέλος του 1342, ενώ ο στρατός του Καντακουζηνού στο Διδυμότειχο βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση, έφθασε ο Ουμούρ του Αϊδινίου με 380 πλοία και 29.000 στρατιώτες σε βοήθεια του συμμάχου του. Το 1343 ο στόλος του Ουμούρ έφθασε στη Θεσσαλονίκη· τα τουρκικά στρατεύματα υποστήριξαν την προσπάθεια του Καντακουζηνού να εδραιώσει την εξουσία του στη Βέροια που είχε καταλάβει πριν λίγο και, διασχίζοντας τη Θράκη, να φύγει στο Διδυμότειχο. Η αντίσταση των πόλεων της Θράκης έδωσε αφορμή στους Τούρκους να λεηλατήσουν την περιοχή, καταστρέφοντας γαίες και γεωργικά προϊόντα και προκαλώντας λιμό στην Κωνσταντινούπολη και στις πόλεις της Θράκης. Στα τέλη 1344/45 μια σειρά από επιθέσεις από τους Τούρκους μισθοφόρους του Καντακουζηνού κατέληξε στην υποταγή πολλών πόλεων της Θράκης, ενώ με την πίεση που εξάσκησαν οι Τούρκοι του Ορχάν υπέκυψαν και οι υπόλοιπες πόλεις της Θράκης. Οι παράκτιες πόλεις Βιζύη, Αίνος, Εξαμίλιο, Καλλίπολη και Ανδριανούπολη προσχώρησαν τελευταίες. Ο Δημ. Κυδώνης έγραφε, το καλοκαίρι του 1345, ότι με την υποταγή τους οι πόλεις εξασφάλισαν την ησυχία τους, ότι σταμάτησαν οι τουρκικές επιδρομές και οι κάτοικοι μπόρεσαν πάλι να καλλιεργήσουν τα κτήματά τους. Όμως ο Γρηγοράς αναφέρει ότι οι Τούρκοι συχνά δρούσαν αυτόνομα και ότι εξακολούθησε η δήωση της περιοχής. Στο μεταξύ ο Στέφανος Δουσάν είχε καταλάβει μια σειρά από πόλεις, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονταν η Βέροια και οι Σέρρες.
     Το καλοκαίρι του 1345 ήλθε η τελευταία σημαντική καμπή του εμφυλίου πολέμου. Στις 11 Ιουνίου ο Αλέξιος Απόκαυκος δολοφονήθηκε από μερικούς αριστοκράτες που είχε φυλακίσει. Αμέσως μετά, ο φίλος του Τζεφραίτης (Geoffroi) ξεσήκωσε τους ναύτες, που επιτέθηκαν κατά των φυλακισμένων δυνατών και σκότωσαν πολλούς από αυτούς. Με τον θάνατο του Απόκαυκου και καθώς η Κωνσταντινούπολη ήταν αποκλεισμένη από τον στρατό του Καντακουζηνού και του Ορχάν, το τέλος του πολέμου ήταν πια κοντά. Τη νύχτα της 2 Φεβρουαρίου 1346 ο Καντακουζηνός εισήλθε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη όπου τον υποδέχθηκαν, όπως λέει ο ίδιος, οι ευφημίες του δήμου. Στις 8 Φεβρουαρίου συμφωνήθηκε να κυβερνά ο Καντακουζηνός μαζί με τον Ιωάννη Ε΄, ενώ, λίγο αργότερα, καθαιρέθηκε ο Ιω. Καλέκας και αντικαταστάθηκε από τον πατριάρχη Ισίδωρο Α΄. Στη Θεσσαλονίκη η δολοφονία του Απόκαυκου προκάλεσε μια σειρά από εξελίξεις. Ο γιος του Ιωάννης, κυβερνήτης της πόλεως, από καιρό δυσανασχετούσε για το ότι την πραγματική εξουσία στη Θεσσαλονίκη ασκούσαν οι Ζηλωτές, με τον εκπρόσωπό τους Μιχαήλ Παλαιολόγο. Ο Ιωάννης είχε προσεταιρισθεί την αριστοκρατία της πόλεως και ήλπιζε με τη βοήθειά της να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στον Καντακουζηνό, χωρίς όμως να έχει ακόμη αποτολμήσει μια τέτοια πράξη. Στο μεταξύ, παρέσυρε σε ενέδρα και δολοφόνησε τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, χωρίς ο κόσμος να επαναστατήσει, επειδή, γράφει ο Καντακουζηνός, είχαν ήδη αρχίσει να απεχθάνονται τους Ζηλωτές. Οι κυριότεροι από τους Ζηλωτές φυλακίστηκαν, άλλοι εκτοπίστηκαν, ενώ ο Απόκαυκος με τον στρατό κλείστηκε στην ακρόπολη. Όταν έμαθε τον θάνατο του πατέρα του, κάλεσε τους πιο σημαντικούς αριστοκράτες, στρατιώτες και άλλους, και όλοι μαζί αποφάσισαν να παραδώσουν την πόλη στον Καντακουζηνό, ζητώντας σε αντάλλαγμα «τιμάς και προσόδους» για τους πιο σπουδαίους και ανάλογες προσόδους για τον στρατό. Ο Μανουήλ Καντακουζηνός, γιος του Ιωάννη, στον οποίο πήγε η πρεσβεία, δέχθηκε τα αιτήματα.
     Στο μεταξύ όμως, ο Ανδρέας Παλαιολόγος, αρχηγός της συντεχνίας των ναυτών, κατά τον Καντακουζηνό, συνάθροισε τους ναύτες και όσους Ζηλωτές βρήκε, έμεινε κοντά στη θαλάσσια πύλη και κάλεσε τον λαό με σάλπιγγες. Πραγματικά όλος ο λαός της Θεσσαλονίκης πήγε με το μέρος των Ζηλωτών, ενώ η στρατιά, κλεισμένη στην ακρόπολη, αρνήθηκε να πολεμήσει κατά των συμπολιτών της. Ο λαός τότε έβαλε φωτιά στις πύλες της ακρόπολεως και οι Ζηλωτές μπόρεσαν να μπουν μέσα. Την άλλη ημέρα οι Ζηλωτές γκρέμισαν από τα τείχη όσους από τους πλούσιους ήταν κλεισμένοι εκεί, ενώ αργότερα σκότωσαν και άλλους που ήταν κρυμμένοι στην πόλη. Αυτή η πράξη ήταν η πιο αιματηρή και η πιο ριζοσπαστική του εμφυλίου πολέμου. Πρόκειται για μια πραγματική ανατροπή της καταστάσεως, η οποία είχε διαμορφωθεί στις βυζαντινές πόλεις, εφόσον, για πρώτη και τελευταία φορά, η πόλη έχασε σχεδόν το σύνολο της άρχουσας τάξης και η εξουσία ασκήθηκε από τους ανθρώπους που εκπροσωπούσαν τα λαϊκότερα στρώματα. Την ανατροπή αυτή περιγράφει με αποτροπιασμό ο Κυδώνης, λέγοντας ότι «δούλος μέν, τον δεσπότην ωθεί· τον δε πριάμενον, το ανδράποδον· τον δε στρατηγόν, ο αγροίκος· και τον στρατιώτην ο γεωργός».
     Δυστυχώς συγκεκριμένες πληροφορίες για τη διακυβέρνηση της Θεσσαλονίκης στα 1347-1349 δεν έχουμε· γνωρίζουμε ότι η πόλη, απομονωμένη στη Μακεδονία όπου κυριαρχούσε ο Καντακουζηνός και οι Σέρβοι – από τους οποίους ζήτησαν βοήθεια οι Ζηλωτές – δεν είχε επαφή με την Κωνσταντινούπολη και η κυβέρνησή της ήταν ανεξάρτητη· γνωρίζουμε ακόμη ότι ως το τέλος του 14ου αι. ο πληθυσμός της ήταν ιδιαίτερα εχθρικός προς τους πλούσιους και τους αριστοκράτες, πράγμα που ίσως δείχνει ότι είχε μείνει ζωντανή η ανάμνηση της εποχής του εμφυλίου πολέμου. Μόλις το 1350 ο κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης Αλέξιος Μετοχίτης κάλεσε τον Καντακουζηνό σε βοήθεια· ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ενώ πρώτα έκαψε τα σπίτια των ναυτών και του Ανδρέα Παλαιολόγου, μετά φαίνεται ότι στράφηκε για μια ακόμη φορά κατά των δυνατών, διατυπώθηκε μάλιστα και η άποψη ότι θα ήταν προτιμότερο να παραδοθεί η πόλη στους Σέρβους για να πάψουν τα δεινά της. Το φθινόπωρο του 1350 όμως, έφθασε στρατός υπό την ηγεσία του Ματθαίου Καντακουζηνού, ενώ ο Ιωάννης ΣΤ΄ μαζί με τον νεαρό αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ έφθανε διά θαλάσσης. Τελικά η πόλη παραδόθηκε από προδοσία. Ο Ιωάννης ΣΤ΄, αφού κάλεσε όλο τον λαό («εκκλησίαν πάνδημον εκ των Θεσσαλονικέων συναθροίσας»), κατηγόρησε τους Ζηλωτές ότι πρόδωσαν την αυτοκρατορία και την πόλη από φιλοχρηματία· τους σημαντικότερους από αυτούς έστειλε δέσμιους στην Κωνσταντινούπολη, ενώ οι υπόλοιποι εξορίστηκαν. Μετά τη νίκη του ο Ιωάννης ΣΤ΄ ξαναγύρισε στην Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας στη Θεσσαλονίκη τον Ιωάννη Ε΄.
     Ο εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει και, φαινομενικά, ο λαός των πόλεων, μαζί και της Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινουπόλεως, είχε υποδεχθεί με ενθουσιασμό τον Καντακουζηνό. Το πόσο εικονική ήταν αυτή η ειρήνη φαίνεται από το ότι, όταν, το 1354, ο Ιωάννης Παλαιολόγος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να διεκδικήσει την εξουσία, οι πόλεις της Θράκης του παραδόθηκαν αμέσως, ενώ στην πρωτεύουσα έγινε αναταραχή και στάση· ο κόσμος κατέστρεψε τα σπίτια του Καντακουζηνού και των φίλων του, ενώ οι συγκλητικοί ακόμη μια φορά υποστήριζαν τον Καντακουζηνό.
     Είναι αναμφισβήτητο ότι ο εμφύλιος, που τελείωσε το 1354, είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή και των κρατικών προσόδων και των παραγωγικών δυνάμεων, ενώ πολλοί από τους πλούσιους γαιοκτήμονες έχασαν τις γαίες τους και μεγάλο μέρος από την οικονομική τους δύναμη. Η εδραίωση της παρουσίας των Σέρβων και των Τούρκων στη Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία και Θράκη είναι από τα σπουδαιότερα αποτελέσματα του πολέμου.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Θ΄, Εκδοτική Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου