Κωνσταντίνος Καβάφης [Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς]
Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.
Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του
περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός
μια επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.
πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.
που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,
παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.
«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,
«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.
Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.
Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του
περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός
μια επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.
Πρωταγωνιστής του αφηγηματικού στιγμιότυπου είναι ένας «νέος αλεξανδρινός», κάτι που συνιστά εύλογη επιλογή, αν λάβουμε υπόψη πως ο Καβάφης είναι και ο ίδιος αλεξανδρινός. Είναι, μάλιστα, ευκατάστατος, εφόσον βρίσκεται στο πατρικό μέγαρο, γεγονός που υποδηλώνει πως έχει λάβει ευρεία μόρφωση και είναι, ως εκ τούτου, σε θέση να κατανοήσει και να αξιολογήσει με επάρκεια τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Ιουλιανού.
πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.
που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,
παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.
«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,
«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
Ως προς την παραίνεση του Ιουλιανού, η οποία προφανώς δίνεται με ειρωνικό τρόπο, ο νέος αλεξανδρινός -και μέσω αυτού ο ίδιος ο Καβάφης- δεν έχει καμία αντίρρηση, εφόσον είναι απολύτως λογικό οι Χριστιανοί να μελετούν τα Ευαγγέλια. Έτσι, ο νεαρός ήρωας εκφράζει αβίαστα τη συναίνεσή του «Βεβαίως, πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.
Η πρόθεση του Ιουλιανού να ασκήσει πίεση στους Χριστιανούς, στερώντας του τη δυνατότητα να λάβουν ποιοτική εκπαίδευση, με το να μην έχουν πρόσβαση στα σχολεία είχε, σαφώς, ουσιαστική βάση, καθώς, αν εφαρμοζόταν για μεγάλο διάστημα -και όχι για δύο χρόνια, όπως συνέβη-, θα είχε τεράστιο αντίκτυπο. Δοθέντος, όμως, πως το μέτρο αυτό υπήρξε βραχύβιο, ο νέος αλεξανδρινός -και, άρα, ο Καβάφης- δεν αξιολογεί την πραγματική δυναμική του νομοθετικού διατάγματος, αλλά μόνο τη σαθρή «αιτιολόγηση» που παρουσίασε ο Ιουλιανός.
Μια από τις πρώτες ενέργειες του Ιουλιανού υπήρξε και το διάταγμα για την καθιέρωση της θρησκευτικής ανοχής. Μερικές φορές μάλιστα, όταν οι Χριστιανοί άρχιζαν να φιλονικούν μπροστά στον Αυτοκράτορα, εκείνος τους μιλούσε χρησιμοποιώντας τα λόγια του Μάρκου Αυρηλίου: «Ακούστε εμένα, τον οποίο πρόσεξαν οι Γερμανοί και οι Φράγκοι». Αμέσως δε μετά την άνοδο του στον θρόνο ο Ιουλιανός ανακάλεσε πίσω από την εξορία όλους τους επισκόπους που είχαν εξορισθεί από τον Κωνστάντιο και τους επέστρεψε τις περιουσίες τους χωρίς να λάβει υπόψιν του τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.
Επειδή όμως οι θρησκευτικοί αυτοί ηγέτες, που γύρισαν από την εξορία, ανήκαν σε διαφορετικές θρησκευτικές τάσεις, ενώ συγχρόνως είχαν διαμορφώσει σταθερές και αγεφύρωτες πεποιθήσεις, δεν μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά και γρήγορα ενεπλάκησαν σε σοβαρές έριδες. Ο Ιουλιανός είχε προφανώς υπολογίσει σε μια τέτοια εξέλιξη.
Αν και φαινομενικά είχε παραχωρήσει θρησκευτικές ελευθερίες σε όλους, ξέροντας καλά την ψυχολογία των Χριστιανών, γνώριζε ότι θα ξεσπούσε ανάμεσά τους διχόνοια και ότι μια διηρημένη Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι επικίνδυνη για τους ειδωλολάτρες. Συγχρόνως ο Αυτοκράτορας έδινε πολλά προνόμια σε όλους όσοι αποφάσιζαν ν’ απαρνηθούν τον Χριστιανισμό, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να σημειωθούν πολλές περιπτώσεις αποστασίας. Ο Άγιος Ιερώνυμος ονόμαζε αυτή την τακτική του Ιουλιανού «ευγενικό διωγμό, ο οποίος έλκυε — παρά εξανάγκαζε — τον λαό να συμμετάσχει στην προσφορά των θυσιών».
Συγχρόνως οι Χριστιανοί αντικαταστάθηκαν με ειδωλολάτρες στις πολιτικές και στρατιωτικές θέσεις που κατείχαν πριν. Το φημισμένο λάβαρο του Κωνσταντίνου, που χρησίμευε για σημαία του στρατού, καταργήθηκε και οι λαμπεροί σταυροί που ήταν χαραγμένοι στις ασπίδες των στρατιωτών, αντικαταστάθηκαν με ειδωλολατρικά σύμβολα.
Αλλά το πιο σοβαρό χτύπημα εναντίον του Χριστιανισμού υπήρξε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το πρώτο διάταγμα ήταν σχετικό με τον διορισμό καθηγητών στις κυριότερες πόλεις της Αυτοκρατορίας. Οι υποψήφιοι έπρεπε να εκλεγούν από τις πόλεις, αλλά κάθε εκλογή έπρεπε να εγκριθεί, τελικά, από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, ο οποίος μπορούσε να μην επικυρώσει την εκλογή των καθηγητών που του ήταν ανεπιθύμητοι, ενώ προηγουμένως ο διορισμός των καθηγητών ήταν υπόθεση που αφορούσε μόνο την πόλη. Αλλά ακόμη πιο σημαντικό υπήρξε ένα δεύτερο διάταγμα, το οποίο σώζεται στις επιστολές του Ιουλιανού. Το διάταγμα αυτό όριζε ότι «όλοι όσοι διδάσκουν τους άλλους, πρέπει να είναι άνθρωποι έντιμοι και να μην κρύβουν μέσα τους σκέψεις αντίθετες προς το πνεύμα του Κράτους». Με τη φράση δε «πνεύμα του Κράτους», το διάταγμα εννοούσε τις προσωπικές ειδωλολατρικές τάσεις του Αυτοκράτορα. Γενικά, δηλαδή, ο Ιουλιανός θεωρούσε παράλογο άνθρωποι που ερμήνευαν τα έργα του Ομήρου, του Ησιόδου, του Δημοσθένους, του Ηροδότου και άλλων κλασικών συγγραφέων, να μην τιμούν τους θεούς που οι συγγραφείς αυτοί τίμησαν.
Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, φίλος και σύντροφος του Ιουλιανού στις εκστρατείες του, εξηγεί το διάταγμα αυτό ως εξής: «Ο Ιουλιανός απαγόρευσε στους Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν μέχρι ότου προσφέρουν λατρεία στους θεούς», μέχρι δηλαδή να γίνουν ειδωλολάτρες. Βάσει ορισμένων παρατηρήσεων συγχρόνων του Ιουλιανού Χριστιανών συγγραφέων, μερικοί υποθέτουν ότι ο Αυτοκράτορας εξέδωσε και δεύτερο διάταγμα, με το οποίο απαγόρευσε στους Χριστιανούς όχι μόνο να διδάσκουν αλλά και να παρακολουθούν μαθήματα στα δημόσια σχολεία. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει σχετικά: «Και μήπως ο Ιουλιανός δεν καταδίωξε την Εκκλησία, απαγορεύοντας στους Χριστιανούς να διδάσκουν και να μελετούν τις ελευθέριες τέχνες (liberales litteras);». Το κείμενο όμως του δεύτερου διατάγματος δεν έχει διασωθεί, αν και είναι πιθανόν τέτοιο διάταγμα να μην εκδόθηκε ποτέ, εφόσον και το πρώτο διάταγμα ακόμη, το οποίο απαγόρευε στους Χριστιανούς να διδάσκουν, είχε ως έμμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό των σπουδών. Μετά τη δημοσίευση του διατάγματος, οι Χριστιανοί μπορούσαν να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία όπου υπήρχε μόνον ειδωλολατρική διδασκαλία, πράγμα που ανάγκασε τους περισσότερους να μην στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, από φόβο μήπως αυτά, μετά από μία ή δύο γενεές, επιστρέψουν στην ειδωλολατρία. Αφ’ ετέρου όμως, τα παιδιά των Χριστιανών, μη παίρνοντας μια γενική αγωγή, ήταν, από πλευράς μόρφωσης, κατώτερα των ειδωλολατρών. Το διάταγμα του Ιουλιανού λοιπόν — έστω και ένα — είχε μεγάλη σημασία για τους Χριστιανούς, γιατί εγκυμονούσε έναν μεγάλο κίνδυνο για το μέλλον της Χριστιανοσύνης. Δίκαια ο Γίββων παρατηρεί ότι «ενώ είχε απαγορευθεί επισήμως στους Χριστιανούς να διδάσκουν, τους είχε απαγορευθεί επίσης, ανεπισήμως, και η μόρφωση, εφόσον (για λόγους ηθικής τάξεως) δεν μπορούσαν να πηγαίνουν στα ειδωλολατρικά σχολεία».
Οι περισσότεροι από τους Χριστιανούς δασκάλους προτίμησαν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους παρά να γυρίσουν πίσω στην ειδωλολατρία. Και ανάμεσα στους ειδωλολάτρες ακόμη υπήρξε μια ποικιλία απόψεων σχετικά με το διάταγμα του Ιουλιανού. Ο ειδωλολάτρης συγγραφέας Αμμιανός Μαρκελλίνος π.χ. γράφει σχετικά ότι: «Η απαγόρευση στους Χριστιανούς καθηγητές να διδάσκουν τη ρητορική υπήρξε μια πράξη σκληρή, που αξίζει να ταφεί μέσα στην αιώνια σιωπή».
Ενδιαφέρον είναι να σημειώσουμε πώς αντέδρασαν στο διάταγμα οι Χριστιανοί. Μερικοί, με αφέλεια, χάρηκαν γιατί ο Αυτοκράτορας έκανε πιο δύσκολη τη σπουδή, εκ μέρους των Χριστιανών, των ειδωλολατρών συγγραφέων. Για να αντικαταστήσουν την απαγορευμένη παγανιστική φιλολογία, οι Χριστιανοί συγγραφείς της περιόδου αυτής — κυρίως δε ο Απολλινάριος ο πρεσβύτερος και ο γιος του Απολλινάριος ο νεότερος — σκέφτηκαν να δημιουργήσουν νέα, δικής τους εμπνεύσεως, φιλολογία για σχολική χρήση. Για τον σκοπό αυτό μετέφρασαν τους ψαλμούς σε μορφή όμοια με των ωδών του Πινδάρου, απέδωσαν την Πεντάτευχο του Μωυσή με εξάμετρο και έγραψαν τα Ευαγγέλια στο ύφος των διαλόγων του Πλάτωνος. Από αυτή την παραγωγή, που ασφαλώς δεν θα είχε να επιδείξει καλλιτεχνική αξία, δεν έχει τίποτα διασωθεί. Χάθηκε μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, όταν το διάταγμα του είχε χάσει την ισχύ του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου