Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2025

Κωνσταντίνος Καβάφης [Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς]


Κωνσταντίνος Καβάφης [Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς]
 
Είχαν περάσει δέκα πέντε χρόνια.
Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.
Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του
περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός
μια επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.
 
Για να περνάει πιο εύκολα ο καιρός
πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.
 
Ήτανε σοφιστού πολύ οργίλου,
που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,
παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.
«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,
«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
 
Για τ’ άλλα, όμως, τα ελαφρά του Ιουλιανού,
Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.
 
Κ. Π. Καβάφης, Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini, Εκδόσεις Ίκαρος
 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης αντιμετωπίζει με ειρωνεία την προσπάθεια του Ιουλιανού να ανακόψει τη δυναμική του χριστιανισμού και να επαναφέρει τη λατρεία των αρχαιοελληνικών θεών. Η αδυναμία του Ιουλιανού να προσαρμοστεί με τα δεδομένα της εποχής του και να αντιληφθεί πως δεν είναι εφικτή η επιστροφή στο παρελθόν συνιστά για τον Καβάφη ένα ουσιώδες ανθρώπινο ελάττωμα, γι’ αυτό και στηλιτεύεται στην ποίησή του.
 
Είχαν περάσει δέκα πέντε χρόνια.
Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.
Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του
περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός
μια επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.
 
Το αφηγηματικό πλαίσιο του ποιήματος βασίζεται στη διαμόρφωση ενός πλασματικού στιγμιότυπου, ώστε να αποδοθεί μέσω αυτού το πόσο αφελής φαίνεται εκ των υστέρων η απόπειρα του Ιουλιανού να απαγορεύσει στους Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ο ποιητής τοποθετεί χρονικά το στιγμιότυπο που αφηγείται το 379 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν πλέον ο Θεοδόσιος Α΄, και είχαν περάσει δεκαέξι χρόνια από τον θάνατο του Ιουλιανού (363 μ.Χ.) και δεκαεπτά χρόνια από το διάταγμά του σχετικά με το ποιοι μπορούσαν να διδάσκουν αρχαιοελληνικά κείμενα (362 μ.Χ.). Ο Καβάφης αναφέρει πως είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια, υπαινισσόμενος το έτος 364 μ.Χ., όταν ο διάδοχος του Ιουλιανού, Ιοβιανός, ακύρωσε τα διατάγματα του Ιουλιανού που στρέφονταν κατά του χριστιανισμού.
Πρωταγωνιστής του αφηγηματικού στιγμιότυπου είναι ένας «νέος αλεξανδρινός», κάτι που συνιστά εύλογη επιλογή, αν λάβουμε υπόψη πως ο Καβάφης είναι και ο ίδιος αλεξανδρινός. Είναι, μάλιστα, ευκατάστατος, εφόσον βρίσκεται στο πατρικό μέγαρο, γεγονός που υποδηλώνει πως έχει λάβει ευρεία μόρφωση και είναι, ως εκ τούτου, σε θέση να κατανοήσει και να αξιολογήσει με επάρκεια τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Ιουλιανού.
 
Για να περνάει πιο εύκολα ο καιρός
πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.
 
Ο νέος αλεξανδρινός περιμένει να έρθει ένας αγαπημένος φίλος του και θέλοντας να διασκεδάσει την πλήξη του παίρνει στην τύχη ένα βιβλίο, για να διαβάσει. Το βιβλίο αυτό -ως λογοτεχνικό εύρημα- αποτελεί την αφορμή για να τεθεί το κύριο θέμα του ποιήματος, το μάταιο διάταγμα του Ιουλιανού και η ανούσια προσπάθειά του να απομακρύνει τους Χριστιανούς από τα κείμενα των κορυφαίων Ελλήνων λογοτεχνών της αρχαιοελληνικής γραμματείας.
 
Ήτανε σοφιστού πολύ οργίλου,
που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,
παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.
«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,
«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
 
Το βιβλίο ήταν πιθανά του Λιβάνιου, ο οποίος υποστήριζε με φανατισμό την όλη προσπάθεια του Ιουλιανού. Σε αυτό, μάλιστα, παρέθετε την περιβόητη φράση του Ιουλιανού: «Εάν εν τούτοις πιστεύουν ότι οι συγγραφείς αυτοί έχουν λάθος στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, τότε ας καταφύγουν στις εκκλησίες για να εξηγήσουν τον Ματθαίο και τον Λουκά». Επρόκειτο για το επιχείρημα του Ιουλιανού, ότι οι Χριστιανοί δεν έπρεπε να διδάσκουν αρχαία ελληνικά κείμενα, εφόσον δεν ασπάζονταν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Παρακινούσε, έτσι, τους Χριστιανούς, αντί να ασχολούνται με συγγραφείς, των οποίων δεν σέβονταν τα πιστεύω, να ασχολούνται με τους ευαγγελιστές Ματθαίο και Λουκά, των οποίων τις απόψεις προφανώς εκτιμούσαν και υιοθετούσαν.
Ως προς την παραίνεση του Ιουλιανού, η οποία προφανώς δίνεται με ειρωνικό τρόπο, ο νέος αλεξανδρινός -και μέσω αυτού ο ίδιος ο Καβάφης- δεν έχει καμία αντίρρηση, εφόσον είναι απολύτως λογικό οι Χριστιανοί να μελετούν τα Ευαγγέλια. Έτσι, ο νεαρός ήρωας εκφράζει αβίαστα τη συναίνεσή του «Βεβαίως, πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
 
Για τ’ άλλα, όμως, τα ελαφρά του Ιουλιανού,
Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.
 
Ως προς το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος, ωστόσο, ο νεαρός ήρωας χαμογελάει απλώς, δηλώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την αποδοκιμασία του για την ελαφρότητα -για την ανοησία- του Ιουλιανού. Ο ισχυρισμός πως οι Χριστιανοί δεν μπορούν να μελετούν Όμηρο και Ησίοδο, επειδή δεν έχουν τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις με τους συγγραφείς αυτούς, είναι εντελώς αβάσιμος και σχεδόν αστείος, εφόσον η εκτίμηση ενός λογοτεχνικού έργου δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση πλήρη ταύτιση απόψεων μεταξύ αναγνώστη και δημιουργού.
Η πρόθεση του Ιουλιανού να ασκήσει πίεση στους Χριστιανούς, στερώντας του τη δυνατότητα να λάβουν ποιοτική εκπαίδευση, με το να μην έχουν πρόσβαση στα σχολεία είχε, σαφώς, ουσιαστική βάση, καθώς, αν εφαρμοζόταν για μεγάλο διάστημα -και όχι για δύο χρόνια, όπως συνέβη-, θα είχε τεράστιο αντίκτυπο. Δοθέντος, όμως, πως το μέτρο αυτό υπήρξε βραχύβιο, ο νέος αλεξανδρινός -και, άρα, ο Καβάφης- δεν αξιολογεί την πραγματική δυναμική του νομοθετικού διατάγματος, αλλά μόνο τη σαθρή «αιτιολόγηση» που παρουσίασε ο Ιουλιανός.
 
Διευκρινιστικές σημειώσεις της Renata Lavagnini:
Το πρώτο έτος του Θεοδοσίου είναι το 379 μ.Χ., δεκαέξι χρόνια μετά το θάνατο του Ιουλιανού του Αποστάτη (363 μ.Χ.). Η σκηνή είναι φανταστική· ο πρωταγωνιστής διαβάζει το βιβλίο ενός σοφιστή (η σκέψη μας πάει στον ρήτορα Λιβάνιο, φανατικό υποστηρικτή του Ιουλιανού), στο οποίο γίνεται μνεία του διατάγματος του Αποστάτη (17 Ιουνίου 362), που απαγόρευε στους Χριστιανούς να διδάσκουν στα σχολεία τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Οι Χριστιανοί, κατά τον Ιουλιανό, δεν έπρεπε να διδάσκουν τον Όμηρο και τον Ησίοδο, αφού τους κατηγορούσαν για ασέβεια (Ιουλ. Επιστ. 61c, 423d Bidez: «ε δ τους τιμιωτάτους πολαμβάνουσι πεπλανσθαι, βαδιζόντων ες τας τν Γαλιλαίων κκλησίας, ξηγησόμενοι Ματθαον κα Λουκν»). («Αν όμως θεωρούν ότι οι πιο σεβαστοί [από τους αρχαίους συγγραφείς] βρίσκονται σε πλάνη, ας πηγαίνουν στις εκκλησίες των Γαλιλαίων [των Χριστιανών], για να ερμηνεύουν τον Ματθαίο και τον Λουκά»). Στην εποχή του Θεοδοσίου το διάταγμα είχε καταργηθεί· αυτό δικαιολογεί το ειρωνικό γέλιο του «νέου λεξανδρινο».
 
Ιστορικό πλαίσιο
Μια από τις πρώτες ενέργειες του Ιουλιανού υπήρξε και το διάταγμα για την καθιέρωση της θρησκευτικής ανοχής. Μερικές φορές μάλιστα, όταν οι Χριστιανοί άρχιζαν να φιλονικούν μπροστά στον Αυτοκράτορα, εκείνος τους μιλούσε χρησιμοποιώντας τα λόγια του Μάρκου Αυρηλίου: «Ακούστε εμένα, τον οποίο πρόσεξαν οι Γερμανοί και οι Φράγκοι». Αμέσως δε μετά την άνοδο του στον θρόνο ο Ιουλιανός ανακάλεσε πίσω από την εξορία όλους τους επισκόπους που είχαν εξορισθεί από τον Κωνστάντιο και τους επέστρεψε τις περιουσίες τους χωρίς να λάβει υπόψιν του τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.
Επειδή όμως οι θρησκευτικοί αυτοί ηγέτες, που γύρισαν από την εξορία, ανήκαν σε διαφορετικές θρησκευτικές τάσεις, ενώ συγχρόνως είχαν διαμορφώσει σταθερές και αγεφύρωτες πεποιθήσεις, δεν μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά και γρήγορα ενεπλάκησαν σε σοβαρές έριδες. Ο Ιουλιανός είχε προφανώς υπολογίσει σε μια τέτοια εξέλιξη.
Αν και φαινομενικά είχε παραχωρήσει θρησκευτικές ελευθερίες σε όλους, ξέροντας καλά την ψυχολογία των Χριστιανών, γνώριζε ότι θα ξεσπούσε ανάμεσά τους διχόνοια και ότι μια διηρημένη Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι επικίνδυνη για τους ειδωλολάτρες. Συγχρόνως ο Αυτοκράτορας έδινε πολλά προνόμια σε όλους όσοι αποφάσιζαν ν’ απαρνηθούν τον Χριστιανισμό, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να σημειωθούν πολλές περιπτώσεις αποστασίας. Ο Άγιος Ιερώνυμος ονόμαζε αυτή την τακτική του Ιουλιανού «ευγενικό διωγμό, ο οποίος έλκυε — παρά εξανάγκαζε — τον λαό να συμμετάσχει στην προσφορά των θυσιών».
Συγχρόνως οι Χριστιανοί αντικαταστάθηκαν με ειδωλολάτρες στις πολιτικές και στρατιωτικές θέσεις που κατείχαν πριν. Το φημισμένο λάβαρο του Κωνσταντίνου, που χρησίμευε για σημαία του στρατού, καταργήθηκε και οι λαμπεροί σταυροί που ήταν χαραγμένοι στις ασπίδες των στρατιωτών, αντικαταστάθηκαν με ειδωλολατρικά σύμβολα.
Αλλά το πιο σοβαρό χτύπημα εναντίον του Χριστιανισμού υπήρξε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το πρώτο διάταγμα ήταν σχετικό με τον διορισμό καθηγητών στις κυριότερες πόλεις της Αυτοκρατορίας. Οι υποψήφιοι έπρεπε να εκλεγούν από τις πόλεις, αλλά κάθε εκλογή έπρεπε να εγκριθεί, τελικά, από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, ο οποίος μπορούσε να μην επικυρώσει την εκλογή των καθηγητών που του ήταν ανεπιθύμητοι, ενώ προηγουμένως ο διορισμός των καθηγητών ήταν υπόθεση που αφορούσε μόνο την πόλη. Αλλά ακόμη πιο σημαντικό υπήρξε ένα δεύτερο διάταγμα, το οποίο σώζεται στις επιστολές του Ιουλιανού. Το διάταγμα αυτό όριζε ότι «όλοι όσοι διδάσκουν τους άλλους, πρέπει να είναι άνθρωποι έντιμοι και να μην κρύβουν μέσα τους σκέψεις αντίθετες προς το πνεύμα του Κράτους». Με τη φράση δε «πνεύμα του Κράτους», το διάταγμα εννοούσε τις προσωπικές ειδωλολατρικές τάσεις του Αυτοκράτορα. Γενικά, δηλαδή, ο Ιουλιανός θεωρούσε παράλογο άνθρωποι που ερμήνευαν τα έργα του Ομήρου, του Ησιόδου, του Δημοσθένους, του Ηροδότου και άλλων κλασικών συγγραφέων, να μην τιμούν τους θεούς που οι συγγραφείς αυτοί τίμησαν.
«Δίνω εις αυτούς (τους καθηγητές) — έγραφε ο Ιουλιανός — το δικαίωμα εκλογής ή να μην διδάσκουν εκείνο το οποίο δεν θεωρούν θαυμάσιο ή — αν θέλουν να διδάσκουν — να πείθουν τους μαθητές τους ότι ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος ή άλλοι από τους συγγραφείς που ερμηνεύουν, είναι — όπως τους έχουν παρουσιάσει — ασεβείς, μωροί και πλανημένοι στα θρησκευτικά ζητήματα. Γιατί, εφόσον ζουν και πληρώνονται χάρη στο έργο αυτών των συγγραφέων, κατηγορώντας τους, ομολογούν ότι είναι αδιάντροποι πλεονέκτες, που για λίγες δραχμές μπορούν να ανεχθούν το καθετί. Είναι αλήθεια ότι μέχρι τώρα πολλοί μπορούσαν να συγχωρεθούν γιατί δεν πήγαιναν στους ναούς, εφόσον ο φόβος ανάγκαζε τους ανθρώπους να κρύβουν τις αληθινές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αλλά τώρα που ο Θεός μάς χάρισε την ελευθερία, μου φαίνεται παράλογο να υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι διδάσκουν κάτι, το οποίο δεν πιστεύουν. Αν όμως πιστεύουν ότι αυτοί τους οποίους ερμηνεύουν και χάρη στους οποίους έχουν τη θέση που έχουν, ήταν σοφοί άνθρωποι, ας τους μιμηθούν πρώτοι, δείχνοντας την ευσέβειά τους προς τους θεούς. Εάν εν τούτοις πιστεύουν ότι οι συγγραφείς αυτοί έχουν λάθος στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, τότε ας καταφύγουν στις εκκλησίες για να εξηγήσουν τον Ματθαίο και τον Λουκά... Αυτή είναι η γενική εντολή για τους διδασκάλους των θρησκευτικών και των άλλων μαθημάτων... Αν και καλύτερα θα ήταν να τους θεραπεύσουμε, παρά τη θέλησή τους, όπως κανείς θεραπεύει έναν τρελό, με τη διαφορά ότι θα δείχναμε κάποια επιείκεια για το είδος αυτό της ασθενείας. Γιατί θα πρέπει, νομίζω, να διδάξουμε και όχι να τιμωρήσουμε τους παράφρονες».
Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, φίλος και σύντροφος του Ιουλιανού στις εκστρατείες του, εξηγεί το διάταγμα αυτό ως εξής: «Ο Ιουλιανός απαγόρευσε στους Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν μέχρι ότου προσφέρουν λατρεία στους θεούς», μέχρι δηλαδή να γίνουν ειδωλολάτρες. Βάσει ορισμένων παρατηρήσεων συγχρόνων του Ιουλιανού Χριστιανών συγγραφέων, μερικοί υποθέτουν ότι ο Αυτοκράτορας εξέδωσε και δεύτερο διάταγμα, με το οποίο απαγόρευσε στους Χριστιανούς όχι μόνο να διδάσκουν αλλά και να παρακολουθούν μαθήματα στα δημόσια σχολεία. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει σχετικά: «Και μήπως ο Ιουλιανός δεν καταδίωξε την Εκκλησία, απαγορεύοντας στους Χριστιανούς να διδάσκουν και να μελετούν τις ελευθέριες τέχνες (liberales litteras);». Το κείμενο όμως του δεύτερου διατάγματος δεν έχει διασωθεί, αν και είναι πιθανόν τέτοιο διάταγμα να μην εκδόθηκε ποτέ, εφόσον και το πρώτο διάταγμα ακόμη, το οποίο απαγόρευε στους Χριστιανούς να διδάσκουν, είχε ως έμμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό των σπουδών. Μετά τη δημοσίευση του διατάγματος, οι Χριστιανοί μπορούσαν να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία όπου υπήρχε μόνον ειδωλολατρική διδασκαλία, πράγμα που ανάγκασε τους περισσότερους να μην στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, από φόβο μήπως αυτά, μετά από μία ή δύο γενεές, επιστρέψουν στην ειδωλολατρία. Αφ’ ετέρου όμως, τα παιδιά των Χριστιανών, μη παίρνοντας μια γενική αγωγή, ήταν, από πλευράς μόρφωσης, κατώτερα των ειδωλολατρών. Το διάταγμα του Ιουλιανού λοιπόν — έστω και ένα — είχε μεγάλη σημασία για τους Χριστιανούς, γιατί εγκυμονούσε έναν μεγάλο κίνδυνο για το μέλλον της Χριστιανοσύνης. Δίκαια ο Γίββων παρατηρεί ότι «ενώ είχε απαγορευθεί επισήμως στους Χριστιανούς να διδάσκουν, τους είχε απαγορευθεί επίσης, ανεπισήμως, και η μόρφωση, εφόσον (για λόγους ηθικής τάξεως) δεν μπορούσαν να πηγαίνουν στα ειδωλολατρικά σχολεία».
Οι περισσότεροι από τους Χριστιανούς δασκάλους προτίμησαν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους παρά να γυρίσουν πίσω στην ειδωλολατρία. Και ανάμεσα στους ειδωλολάτρες ακόμη υπήρξε μια ποικιλία απόψεων σχετικά με το διάταγμα του Ιουλιανού. Ο ειδωλολάτρης συγγραφέας Αμμιανός Μαρκελλίνος π.χ. γράφει σχετικά ότι: «Η απαγόρευση στους Χριστιανούς καθηγητές να διδάσκουν τη ρητορική υπήρξε μια πράξη σκληρή, που αξίζει να ταφεί μέσα στην αιώνια σιωπή».
Ενδιαφέρον είναι να σημειώσουμε πώς αντέδρασαν στο διάταγμα οι Χριστιανοί. Μερικοί, με αφέλεια, χάρηκαν γιατί ο Αυτοκράτορας έκανε πιο δύσκολη τη σπουδή, εκ μέρους των Χριστιανών, των ειδωλολατρών συγγραφέων. Για να αντικαταστήσουν την απαγορευμένη παγανιστική φιλολογία, οι Χριστιανοί συγγραφείς της περιόδου αυτής — κυρίως δε ο Απολλινάριος ο πρεσβύτερος και ο γιος του Απολλινάριος ο νεότερος — σκέφτηκαν να δημιουργήσουν νέα, δικής τους εμπνεύσεως, φιλολογία για σχολική χρήση. Για τον σκοπό αυτό μετέφρασαν τους ψαλμούς σε μορφή όμοια με των ωδών του Πινδάρου, απέδωσαν την Πεντάτευχο του Μωυσή με εξάμετρο και έγραψαν τα Ευαγγέλια στο ύφος των διαλόγων του Πλάτωνος. Από αυτή την παραγωγή, που ασφαλώς δεν θα είχε να επιδείξει καλλιτεχνική αξία, δεν έχει τίποτα διασωθεί. Χάθηκε μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, όταν το διάταγμα του είχε χάσει την ισχύ του.
 
Α. Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453), Εκδόσεις Πάπυρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου