Εξεταστεα Υλη & Τροπος αξιολογησης 2026-2027

▼
▼

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δυστυχέω - δυστυχῶ»

Mario Sanchez Nevado

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δυστυχέω - δυστυχῶ»
 
δυστυχῶ = είμαι δυστυχής, αποτυγχάνω  
 
Ενεστώτας
Οριστική
δυστυχῶ, δυστυχεῖς, δυστυχεῖ, δυστυχοῦμεν, δυστυχεῖτε, δυστυχοῦσι(ν)
Υποτακτική
δυστυχῶ, δυστυχῇς, δυστυχῇ, δυστυχῶμεν, δυστυχῆτε, δυστυχῶσι(ν)
Ευκτική
δυστυχοῖμι, δυστυχοῖς, δυστυχοῖ (ή δυστυχοίην, δυστυχοίης, δυστυχοίη), δυστυχοῖμεν, δυστυχοῖτε, δυστυχοῖεν
Προστακτική
---, δυστύχει, δυστυχείτω, ---, δυστυχεῖτε, δυστυχούντων
Απαρέμφατο
δυστυχεῖν
Μετοχή
δυστυχῶν, δυστυχοῦσα, δυστυχοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδυστύχουν, ἐδυστύχεις, ἐδυστύχει, ἐδυστυχοῦμεν, ἐδυστυχεῖτε, ἐδυστύχουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
δυστυχήσω, δυστυχήσεις, δυστυχήσει, δυστυχήσομεν, δυστυχήσετε, δυστυχήσουσι(ν)
Ευκτική
δυστυχήσοιμι, δυστυχήσοις, δυστυχήσοι, δυστυχήσοιμεν, δυστυχήσοιτε, δυστυχήσοιεν
Απαρέμφατο
δυστυχήσειν
Μετοχή
δυστυχήσων, δυστυχήσουσα, δυστυχῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐδυστύχησα, ἐδυστύχησας, ἐδυστύχησε(ν), ἐδυστυχήσαμεν, ἐδυστυχήσατε, ἐδυστύχησαν
Υποτακτική
δυστυχήσω, δυστυχήσῃς, δυστυχήσῃ, δυστυχήσωμεν, δυστυχήσητε, δυστυχήσωσι(ν)
Ευκτική
δυστυχήσαιμι, δυστυχήσαις ή δυστυχήσειας, δυστυχήσαι ή δυστυχήσειε(ν), δυστυχήσαιμεν, δυστυχήσαιτε, δυστυχήσαιεν ή δυστυχήσειαν
Προστακτική
---, δυστύχησον, δυστυχησάτω, ---, δυστυχήσατε, δυστυχησάντων (ή δυστυχησάτωσαν)
Απαρέμφατο
δυστυχῆσαι
Μετοχή
δυστυχήσας, δυστυχήσασα, δυστυχῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδυστύχηκα, δεδυστύχηκας, δεδυστύχηκε, δεδυστυχήκαμεν, δεδυστυχήκατε, δεδυστυχήκασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός ὦ
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός ᾖς
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός ᾖ
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα ὦμεν
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα ἦτε
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα ὦσι
 
Ευκτική
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός εἴην
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός εἴης
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός εἴη
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα εἴημεν (εἶμεν)
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα εἴητε (εἶτε)
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός ἴσθι
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός ἔστω
---
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα ἔστε
δεδυστυχηκότες- δεδυστυχηκυῖαι- δεδυστυχηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
δεδυστυχηκέναι
Μετοχή
δεδυστυχηκώς- δεδυστυχηκυῖα- δεδυστυχηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδυστυχήκειν, ἐδεδυστυχήκεις, ἐδεδυστυχήκει, ἐδεδυστυχήκεμεν, ἐδεδυστυχήκετε, ἐδεδυστυχήκεσαν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου