Γεώργιος Αθάνας «Ο τέταρτος άντρας» [Τράπεζα Θεμάτων]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Jon Jacobsen 

Γεώργιος Αθάνας «Ο τέταρτος άντρας»

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία
Τάξη: Α΄ Ημερήσιου ΓΕΛ
Ενότητα: «Τα φύλα στη Λογοτεχνία»
ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣ (1893-1987)

Ο τέταρτος άντρας (απόσπασμα)

Η αδελφή των Κοντραίων έπεσε σε βαρύ σφάλμα. Αγάπησε με όλη την τρέλα των εικοσιδυό της χρόνων τον Κωστάκη Ντούφη και του παραδόθηκε […]. Όταν αισθάνθηκε το σφάλμα της αξίωσε απ’ τον Κωστάκη μέσα σε οχτώ μέρες να την ζητήσει απ’ τ’ αδέλφια της. Κι όταν είδε πως οι οχτώ μέρες πέρασαν χωρίς να κάμει έτσι, μα και πως την απόφευγε συστηματικά, τότε δε δίστασε καθόλου να τα μαρτυρήσει όλα στη μάνα της για να πάρει το ζήτημα μια λύση. Τ’ αδέρφια της έγιναν έξω φρενών. Ζήτησαν να τη σκοτώσουν αμέσως. Και θα τη σκότωναν. Μα η μάνα πρόβλεψε και την έδιωξε στην αδερφή της.
«Να μην ξαναπατήσει στο σπίτι η άτιμη θα τη σφάξω ανάποδα!»
«Στο σουβλί θα την περάσω!»
«Θα την μαδήσω ζωντανή!» κάθε αδερφός κι απόναν σκληρό θάνατο της απειλούσε. Μόνον ο πιο μικρός, ο τέταρτος, δε μιλούσε, παρά, καθώς αντίκριζε την πρωτόφανη άγρια τρικυμία του σπιτιού του, έτρεμε σύγκορμος κι έκλαιγε μαζεμένος σε μια άκρη. Ήταν παιδί δεκάξι χρονών και κανείς δεν πρόσεχε σε δαύτο, ούτε περίμενε απ’ αυτό άλλη βοήθεια περισσότερη απ’ τα φοβητσιάρικα δάκρυά του.
Αποφασίστηκε, ο Σωτήρης, ο μεγαλύτερος, να πιάσει τον Κωστάκη και να του απαιτήσει ορθά κοφτά σε τρεις μέρες μέσα ν’ αρραβωνιάσει την προσβλημένη αδελφή τους.
Αν αρνιόταν, τότε θα λάβαιναν άλλην απόφαση. Ο Κωστάκης ορφανό πλουσιόπαιδο, μονάκριβος γιος μιας διαβολεμένης χήρας, που κρατούσε την περιουσία  του άντρα της καλύτερα κι απ’ όταν ζούσε ο ίδιος, δεν είχε δική του γνώμη και θέληση. Αν και πάτησε τώρα πια τα είκοσι πέντε, δεν έλεγε και δεν έκανε παρά ό,τι κανοναρχούσε η μητέρα του. Γλεντούσε όταν, όπου κι όπως ήθελε εκείνη. Πήγαινε με τους φίλους που του διάλεγε. Ζούσε τη ζωή που του είχε κανονίσει. Τα είχε όλα στο χέρι, για τίποτα δε φρόντιζε, κι όσο για την περιουσία του, ήταν ένας απλός υπάλληλος της μητέρας του. Η πρώτη λεύτερη, αυτόβουλη και μυστική απ’ τη μητέρα του πράξη, ήταν ο έρωτάς του με τη Φωτεινή. Αυτός σπάζει πάντα τις αλυσίδες και των σκλαβωμένων κοριτσιών και των υποταγμένων αγοριών. Ήταν φυσικό κι επόμενο στο πρώτο απόχτημα της λευτεριάς του να μη λογαριάσει τίποτα, να μην κρατηθεί πουθενά. […]
Τη μέρα που τον φώναξε ιδιαίτερα ο Σωτήρης το προαίσθημά του έγινε βαρύτερο. Κάτι του απάντησε, ούτε ναι ούτε όχι, δεν ξέρει τίποτα, όμως τη θέλει την αδερφή του μα πρέπει να θελήσει κι η μητέρα του, αλλιώς πώς να το κάνει.
― Αυτές δεν είναι αντρίκιες κουβέντες!... Εκείνο που μας έκανες όμως είναι  αντρίκιο και πολύ αντρίκιο μάλιστα… Δεν έχω να κάμω με τη μητέρα σου τίποτα. Έχω μ’ εσένα… Σε τρεις μέρες περιμένουμε τον αρρεβώνα της αδερφής μας. Αλλιώς  είμαστε τρεις… μπορεί να λείψει ο ένας. Μα κι εσύ δε χωράς άλλο στον απάνω κόσμο!...
― Με φοβερίζεις;…
― Κάθε άλλο. Σε τέτοια ζητήματα δεν πάνε φοβέρες!... Σ’ αφήνω στην καλή σου διάθεση και σε προειδοποιώ…
― Δεν παραδέχομαι τίποτα απ’ όσα μου λες…
― Τότε μας κοροϊδεύει η αδερφή μας και πρέπει να σφάξουμε αυτήν πρώτα…
― Όχι! Όχι! Αν η μητέρα μου παραδεχτεί… την αδερφή σου εγώ θα την πάρω.
― Η μητέρα σου;… Δεν ξέρω!... Σε τρεις μέρες περιμένουμε τον αρρεβώνα. Τίποτ’ άλλο!...
Σε τρεις μέρες. Δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να το πει της μητέρας του.
― Ξέρεις μητέρα θέλω να παντρευτώ!
― Μακάρι κι απόψε παιδί μου.
― Πρέπει να βρω νύφη…
― Σου ‘χω διαλέξει την καλύτερη…
― Μα τώρα που διάλεξα κι εγώ;…
― Πες μου. Μπορεί να ‘ναι κι η ίδια…
― Η Φωτεινή του Κόντρα…
― Σε καλό σου!... Πιο κάτω δεν κατέβαινες;… Δεν έχουμε αρχοντοπούλες στον τόπο μας όμορφες, πλούσιες και καλές;…
― Αυτήν αγαπώ!
― Μωρέ σόι κι άνθρωπο που διάλεξες!...[…]
Το βράδυ στο σπίτι ξανάγινε η ίδια σκηνή. Όταν μαζεύτηκαν και τα τρία παιδιά, η μάνα, συδαυλίζοντας τη φωτιά στο τζάκι, ρώτησε χωρίς να τους κοιτάζει.
― Τι θα κάνουμε;
― Να βάλουμε απόψε κλήρο… είπε κάποιος.
― Τι κλήρο και ξεκλήρο! είπε ο άλλος. Να πάει ένας από μας… όποιος!...
― Δεν ξέρω… είστε τρεις άντρες! ξαναείπε μηχανικά στερεότυπα η μάνα.
― Φκιάστε τρεις κλήρους! είπε ο μεγαλύτερος!
Μπήκε ο Λευτέρης με το δίκαννο. Τους κοίταξε περιφρονητικά, ακούγοντας το στερνό λόγο.
― Οι κλήροι ήταν τέσσεροι!..., τους είπε. Και βγήκε ο δικός μου.
Η μάνα τινάχτηκε απ’ το παραγώνι μ’ ένα δαυλί στο χέρι. Οι τρεις αδερφοί πισωπάτησαν αποσβολωμένοι.
― Πώς είπες;
― Τον σκότωσα με το δίκαννο την ώρα που γύριζε απ’ το κτήμα… «Μάνα μου… Φωτεινή μου!», φώναξε καθώς έπεφτε απ’ τ’ άλογο…
― Εσύ!
Η μάνα πέταξε το δαυλί στο τζάκι, χύμηξε, αγκάλιασε το Λευτέρη και τον φίλησε σφιχτά.
― Όλους θα μας πιάσουν τώρα… είπε ο μεγαλύτερος. Θα πούνε πως εμείς σε  βάλαμε!...

(Ανθολογία Νεοελληνικού διηγήματος, τ. Α΄, Αναγέννηση-Φιλολογική)

κανοναρχούσε: υπαγόρευε, του έλεγε τι να κάνει
συδαυλίζω και συνδαυλίζω: ανακινώ τα ξύλα για να δυναμώσει η φλόγα
παραγώνι: ο χώρος μπροστά στο τζάκι

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α1. Να κατονομάσετε τα πρόσωπα της ιστορίας και να προσδιορίσετε τις μεταξύ τους σχέσεις.

Στο πλαίσιο της ιστορίας παρουσιάζονται δύο κεντρικές οικογένειες, απ’ τις οποίες απουσιάζει χαρακτηριστικά η μορφή του πατέρα. Έχουμε, έτσι, την οικογένεια των Κοντραίων, που αποτελείται από τη μητέρα και τα πέντε παιδιά της, εκ των οποίων μόνο το ένα είναι κορίτσι, η Φωτεινή. Ενώ, από τα τέσσερα αγόρια της οικογένειας πληροφορούμαστε για το όνομα μόνο του μεγαλύτερου, του Σωτήρη, και του νεότερου, του Λευτέρη, ο οποίος είναι μόλις δεκαέξι χρονών. Στην οικογένεια των Κοντραίων μπορούμε να συνυπολογίσουμε και την αδερφή της μητέρας, στην οποία και στέλνει τη Φωτεινή η μητέρα, μόλις διαπιστώνει την πρόθεση των γιων της να τη σκοτώσουν για την ατιμία που προκάλεσε στην οικογένειά τους.
Η δεύτερη οικογένεια της ιστορίας αποτελείται από μόλις δύο άτομα, την αυταρχική μητέρα, το όνομα της οποίας δεν μας δίνεται, και τον εικοσιπεντάχρονο γιο της, τον Κωστάκη Ντούφη. Η δεύτερη αυτή οικογένεια είναι πλούσια, αφού η χήρα μητέρα διαχειρίζεται με εξαιρετική αποτελεσματικότητα τη μεγάλη κληρονομιά που της άφησε ο σύζυγός της.
Οι δύο οικογένειες έρχονται σ’ επαφή λόγω της ερωτικής σχέσης που δημιουργείται ανάμεσα στη Φωτεινή του Κόντρα και τον Κωστάκη Ντούφη.

α2. Να εντοπίσετε δύο (2) αναφορές στο χώρο και να τις συνδέσετε με τα πρόσωπα της ιστορίας.

«Το βράδυ στο σπίτι ξανάγινε η ίδια σκηνή. Όταν μαζεύτηκαν και τα τρία παιδιά, η μάνα, συδαυλίζοντας τη φωτιά στο τζάκι, ρώτησε χωρίς να τους κοιτάζει.»

Η αναφορά στο τζάκι του σπιτιού μας παραπέμπει στην ύπαρξη ενός κεντρικού χώρου στο σπίτι, ο οποίος αποτελεί επί της ουσίας το κέντρο της κοινής οικογενειακής ζωής, καθώς σε αυτό το χώρο συγκεντρώνονται και κάθονται όλα μαζί τα μέλη της οικογένειας. Εκεί διαδραματίζονται όλες οι σημαντικές συζητήσεις της οικογένειας των Κοντραίων κι εκεί λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με τη μοίρα της Φωτεινής.

«Τον σκότωσα με το δίκαννο την ώρα που γύριζε απ’ το κτήμα… «Μάνα μου… Φωτεινή μου!», φώναξε καθώς έπεφτε απ’ τ’ άλογο…»

Η αναφορά στο κτήμα του Κωστάκη μας παραπέμπει στην πηγή πλούτου της οικογένειάς του, και κατ’ επέκταση μας δίνει ένα στοιχείο για τις ασχολίες των προσώπων της ιστορίας. Πρόκειται, λοιπόν, για μια περιοχή με αγροτική παραγωγή, όπου η οικογένεια του Ντούφη εντάσσεται στους ιδιοκτήτες ή μεγαλοϊδιοκτήτες γης.

β1. Να περιγράψετε το πρόβλημα, το οποίο έχει προκύψει για την οικογένεια των Κοντραίων.

Το κορίτσι της οικογένειας των Κοντραίων, η Φωτεινή, ερωτεύεται και συνάπτει σχέση με τον Κωστάκη Ντούφη, χωρίς να έχει διασφαλίσει τη βεβαίωση πως θα την παντρευτεί και χωρίς να έχει λάβει έγκριση από την οικογένειά της. Έτσι, σύντομα η νεαρή κοπέλα αντιλαμβάνεται πως ο αγαπημένος της δεν είναι διατεθειμένος να προχωρήσει στη νομιμοποίηση της μεταξύ τους σχέσης, καθώς ο ίδιος δεν είναι παρά ένα άβουλο υποχείριο της αυταρχικής του μητέρας. Το γεγονός, μάλιστα, ότι η οικογένεια της Φωτεινής βρίσκεται οικονομικά σε υποδεέστερη θέση από την οικογένεια του Κωστάκη, δημιουργεί σημαντική δυσκολία, καθώς η Φωτεινή δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόλογη επιλογή για έναν ευκατάστατο νέο.
Μόλις η Φωτεινή συνειδητοποιεί πως ο Κωστάκης, όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στο αίτημά της να την παντρευτεί, αλλά την αποφεύγει κιόλας, αναγκάζεται να ενημερώσει τη μητέρα της για το σφάλμα της, με αποτέλεσμα να γίνει γνωστό και στα αδέρφια της πως η οικογένειά τους έχει εκτεθεί. Η άμεση αντίδραση των αδερφών της κοπέλας είναι να θελήσουν να τη σκοτώσουν, αφού τόλμησε να ατιμάσει κατά τέτοιο τρόπο τους ίδιους και το όνομα της οικογένειάς τους. Η μητέρα, ωστόσο, απομακρύνει την κόρη απ’ τους οργισμένους γιους της και αξιώνει από αυτούς να εξαναγκάσουν τον Κωστάκη να αποκαταστήσει την τιμή της κοπέλας, με το να την παντρευτεί.
Εντούτοις, παρά τις απειλές του μεγαλύτερου αδερφού της Φωτεινής στον Κωστάκη, εκείνος δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί, καθώς η μητέρα του δεν καταδέχεται να δώσει τον γιο της σε μια κοπέλα κατώτερης οικογένειας.  

β2. Να σχολιάσετε την αντίδραση του μικρού γιου σε αυτό το πρόβλημα.

«Μόνον ο πιο μικρός, ο τέταρτος, δε μιλούσε, παρά, καθώς αντίκριζε την πρωτόφανη άγρια τρικυμία του σπιτιού του, έτρεμε σύγκορμος κι έκλαιγε μαζεμένος σε μια άκρη. Ήταν παιδί δεκάξι χρονών και κανείς δεν πρόσεχε σε δαύτο, ούτε περίμενε απ’ αυτό άλλη βοήθεια περισσότερη απ’ τα φοβητσιάρικα δάκρυά του.»

Ο μικρότερος γιος της οικογένειας των Κοντραίων, ο Λευτέρης, μόλις γίνεται γνωστή η ατιμία της αδερφής του, παρακολουθεί συγκλονισμένος την οργή των μεγαλύτερων αδερφών του, οι οποίοι διακηρύττουν πως θέλουν να σκοτώσουν τη Φωτεινή, και να επιλύσουν έτσι το ντρόπιασμα της οικογένειάς τους. Ο νεαρός μοιάζει να φοβάται τις προθέσεις των αδερφών του και απομένει σε μια γωνιά να κλαίει, χωρίς να συμμετέχει στο δικό τους ξέσπασμα.
Τα δάκρυα του Λευτέρη γίνονται αντιληπτά από τους άλλους ως ένδειξη φόβου, αφού θεωρούν πως από ένα δεκαεξάχρονο παιδί δεν μπορεί κανείς να περιμένει τίποτε περισσότερο. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη μας την κατοπινή αποφασιστική του παρέμβαση, ίσως θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε διαφορετικά την αρχική του αυτή αντίδραση. Δεν είναι απίθανο, δηλαδή, ο λόγος για τον οποίο ο νεαρός κλαίει και παρακολουθεί τρέμοντας τους αδερφούς του, να είναι η αγανάκτησή του για την επιλογή τους να στρέψουν την οργή τους στη Φωτεινή και όχι εξαρχής στον Κωστάκη. Ίσως ο νεαρός να θεωρεί άδικη τη στάση των αδερφών του και να εκδηλώνει κατά αυτό τον τρόπο τη δική του οργή, που έχει όμως ως αποδέκτη τον πλούσιο Κωστάκη, ο οποίος τόσο προφανώς παραπλάνησε τη Φωτεινή.
Βέβαια, ακόμη κι αν η αρχική αντίδραση του νεαρού υποδηλώνει πως λύγισε μπροστά στην ένταση και τη συναισθηματική φόρτιση των περιστάσεων, στη συνέχεια αποδεικνύει πως κρύβει μέσα του πολύ μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και πυγμή απ’ όση τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Είναι, άλλωστε, εκείνος που θα σκοτώσει τον Κωστάκη, δίνοντας μια σαφή απάντηση στην προσβολή που γίνεται στην αδερφή του απ’ την πλούσια οικογένεια του Ντούφη.

β3. Να αναφέρετε τον τρόπο που λύθηκε το οικογενειακό αυτό δράμα.

Παρά τις προσπάθειες των μεγαλύτερων αδερφών της οικογένειας να πείσουν τον Κωστάκη Ντούφη να παντρευτεί τη Φωτεινή και παρά τους πολλούς δισταγμούς τους για το πώς να αντιμετωπίσουν την απροθυμία του, τη λύση δίνει τελείως απρόσμενα ο νεότερος γιος. Ο δεκαεξάχρονος Λευτέρης, δίχως να ενημερώσει τα υπόλοιπα αδέρφια του, στήνει καρτέρι στον Κωστάκη και την ώρα που επέστρεφε έφιππος από το οικογενειακό του κτήμα, τον σκοτώνει με το δίκαννο.
Την ώρα, μάλιστα, που ο Λευτέρης γυρίζει στο σπίτι, έχοντας πια δολοφονήσει τον αναποφάσιστο και δειλό Κωστάκη, βρίσκει τα αδέρφια του να ετοιμάζουν τρεις κλήρους για να επιλεγεί τυχαία ποιος από τους τρεις άντρες του σπιτιού θα ξεκαθάριζε την κατάσταση με τον Κωστάκη. Τους υπενθυμίζει, λοιπόν, πως στο σπίτι υπάρχουν τέσσερεις άντρες, και πως ο κλήρος έτυχε ήδη στον τέταρτο άντρα της οικογένειας, σ’ αυτόν τον ίδιο δηλαδή, ο οποίος και φρόντισε να ξεπλύνει την ντροπή που βάραινε τη φτωχή του οικογένεια.  

β4. Να κατονομάσετε με απλή αναφορά στο κείμενο ποιος είναι ο τέταρτος άντρας του τίτλου.

― Τον σκότωσα με το δίκαννο την ώρα που γύριζε απ’ το κτήμα… «Μάνα μου… Φωτεινή μου!», φώναξε καθώς έπεφτε απ’ τ’ άλογο…
― Εσύ!
Η μάνα πέταξε το δαυλί στο τζάκι, χύμηξε, αγκάλιασε το Λευτέρη και τον φίλησε σφιχτά.

Ο τέταρτος άντρας του τίτλου είναι ο μικρότερος γιος της οικογένειας των Κοντραίων, ο δεκαεξάχρονος Λευτέρης, ο οποίος μη ανεχόμενος την προσβολή που έχει γίνει στην αδερφή του, λαμβάνει την πρωτοβουλία και σκοτώνει τον Κωστάκη.

Ο έφηβος Λευτέρης, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αντιμετωπιζόταν σαν δειλό παιδί από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ανδρώνεται αίφνης και περνά στην ενηλικίωση με τη βίαιη, αλλά αποφασιστική, παρέμβασή του. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X