Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πράττω / πράττομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πράττω / πράττομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πράττω / πράττομαι»   
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πράττω, πράττεις, πράττει, πράττομεν, πράττετε, πράττουσι(ν)
Υποτακτική
πράττω, πράττῃς, πράττῃ, πράττωμεν, πράττητε, πράττωσι(ν)
Ευκτική
πράττοιμι, πράττοις, πράττοι, πράττοιμεν, πράττοιτε, πράττοιεν
Προστακτική
---, πρᾶττε, πραττέτω, ---, πράττετε, πραττόντων (ή πραττέτωσαν)
Απαρέμφατο
πράττειν
Μετοχή
πράττων, πράττουσα, πρᾶττον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔπραττον, ἔπραττες, ἔπραττε, ἐπράττομεν, ἐπράττετε, ἔπραττον
 
Μέλλοντας
Οριστική
πράξω, πράξεις, πράξει, πράξομεν, πράξετε, πράξουσι(ν)
Ευκτική
πράξοιμι, πράξοις, πράξοι, πράξοιμεν, πράξοιτε, πράξοιεν
Απαρέμφατο
πράξειν
Μετοχή
πράξων, πράξουσα, πρᾶξον
 
ΑΟΡΙΣΤΟΣ 
Οριστική
ἔπραξα, ἔπραξας, ἔπραξε(ν), ἐπράξαμεν, ἐπράξατε, ἔπραξαν        
Υποτακτική
πράξω, πράξῃς, πράξῃ, πράξωμεν, πράξητε, πράξωσι(ν)
Ευκτική
πράξαιμι, πράξαις / πράξειας, πράξαι / πράξειε(ν), πράξαιμεν, πράξαιτε, πράξαιεν / πράξειαν 
Προστακτική
---, πρᾶξον, πραξάτω, ---, πράξατε, πραξάντων (ή πραξάτωσαν)
Απαρέμφατο
πρᾶξαι
Μετοχή
πράξας, πράξασα, πρᾶξαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πέπραχα, πέπραχας, πέπραχε, πεπράχαμεν, πεπράχατε, πεπράχασι(ν)

Υποτακτική
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ὦ  
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ᾖς
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ᾖ
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ὦμεν
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ἦτε
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ὦσι

Ευκτική
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός εἴην 
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός εἴης
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός εἴη
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα εἴημεν (εἶμεν)
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα εἴητε (εἶτε)
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα εἴησαν (εἶεν)

Προστακτική
---
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἴσθι
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἔστω
---
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ἔστε
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ἔστων

Απαρέμφατο
πεπραχέναι
Μετοχή
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐπεπράχειν, ἐπεπράχεις, ἐπεπράχει, ἐπεπράχεμεν, ἐπεπράχετε, ἐπεπράχεσαν
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἔσομαι 
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἔσῃ (ἔσει)
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἔσται
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ἐσόμεθα
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ἔσεσθε
πεπραχότες- πεπραχυῖαι- πεπραχότα ἔσονται

Ευκτική
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἐσοίμην 
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἔσοιο
πεπραχώς- πεπραχυῖα- πεπραχός ἔσοιτο
πεπραχότες- πεπραχυῖαι - πεπραχότα ἐσοίμεθα
πεπραχότες- πεπραχυῖαι - πεπραχότα ἔσοισθε
πεπραχότες- πεπραχυῖαι - πεπραχότα ἔσοιντο

Απαρέμφατο
πεπραχώς ἔσεσθαι
Μετοχή
πεπραχώς ἐσόμενος
πεπραχυῖα ἐσομένη
πεπραχός ἐσόμενον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πράττομαι, πράττῃ/πράττει, πράττεται, πραττόμεθα, πράττεσθε, πράττονται
Υποτακτική
πράττωμαι, πράττῃ, πράττηται, πραττώμεθα, πράττησθε, πράττωνται
Ευκτική
πραττοίμην, πράττοιο, πράττοιτο, πραττοίμεθα, πράττοισθε, πράττοιντο
Προστακτική
---, πράττου, πραττέσθω, ---, πράττεσθε, πραττέσθων ή πραττέσθωσαν
Απαρέμφατο
πράττεσθαι
Μετοχή
πραττόμενος
πραττομένη
πραττόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐπραττόμην, ἐπράττου, ἐπράττετο, ἐπραττόμεθα, ἐπράττεσθε, ἐπράττοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
πράξομαι, πράξῃ/πράξει, πράξεται, πραξόμεθα, πράξεσθε, πράξονται
Ευκτική
πραξοίμην, πράξοιο, πράξοιτο, πραξοίμεθα, πράξοισθε, πράξοιντο
Απαρέμφατο
πράξεσθαι
Μετοχή
πραξόμενος
πραξομένη
πραξόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
πραχθήσομαι, πραχθήσῃ πραχθήσει, πραχθήσεται, πραχθησόμεθα, πραχθήσεσθε, πραχθήσονται
Ευκτική
πραχθησοίμην, πραχθήσοιο, πραχθήσοιτο, πραχθησοίμεθα, πραχθήσοισθε, πραχθήσοιντο
Απαρέμφατο
πραχθήσεσθαι
Μετοχή
πραχθησόμενος
πραχθησομένη
πραχθησόμενον
 
Αόριστος 
Οριστική
ἐπραξάμην, ἐπράξω, ἐπράξατο, ἐπραξάμεθα, ἐπράξασθε, ἐπράξαντο
Υποτακτική
πράξωμαι, πράξῃ, πράξηται, πραξώμεθα, πράξησθε, πράξωνται
Ευκτική
πραξαίμην, πράξαιο, πράξαιτο, πραξαίμεθα, πράξαισθε, πράξαιντο
Προστακτική
---, πρᾶξαι, πραξάσθω, ---, πράξασθε, πραξάσθων
Απαρέμφατο
πράξασθαι
Μετοχή
πραξάμενος
πραξαμένη
πραξάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐπράχθην, ἐπράχθης, ἐπράχθη, ἐπράχθημεν, ἐπράχθητε, ἐπράχθησαν
Υποτακτική
πραχθῶ, πραχθῇς, πραχθῇ, πραχθῶμεν, πραχθῆτε, πραχθῶσι(ν)
Ευκτική
πραχθείην, πραχθείης, πραχθείη, πραχθείημεν ή πραχθεῖμεν, πραχθείητε ή πραχθεῖτε, πραχθείησαν ή πραχθεῖεν
Προστακτική
---, πράχθητι, πραχθήτω, ---, πράχθητε, πραχθέντων ή πραχθήτωσαν
Απαρέμφατο
πραχθῆναι
Μετοχή
πραχθείς
πραχθεῖσα
πραχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πέπραγμαι, πέπραξαι, πέπρακται, πεπράγμεθα, πέπραχθε, πεπραγμένοι εἰσί(ν) 

Υποτακτική
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ὦ
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ᾖς
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ᾖ
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ὦμεν
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ἦτε
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ὦσι

Ευκτική
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον εἴην
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον εἴης
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον εἴη
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα εἴημεν (εἶμεν)
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα εἴητε (εἶτε)
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα εἴησαν (εἶεν)

Προστακτική
---, πέπραξο, πεπράχθω, --- πέπραχθε, πεπράχθων ή πεπράχθωσαν

Απαρέμφατο
πεπρᾶχθαι
Μετοχή
πεπραγμένος,
πεπραγμένη,
πεπραγμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐπεπράγμην, ἐπέπραξο, ἐπέπρακτο, ἐπεπράγμεθα, ἐπέπραχθε, πεπραγμένοι ἦσαν
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ἔσομαι
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ἔσῃ (ἔσει)
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ἔσται
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ἐσόμεθα
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ἔσεσθε
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ἔσονται

Ευκτική
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ἐσοίμην
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ἔσοιο
πεπραγμένος- πεπραγμένη-πεπραγμένον ἔσοιτο
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ἐσοίμεθα
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ἔσοισθε
πεπραγμένοι- πεπραγμέναι-πεπραγμένα ἔσοιντο

Απαρέμφατο
πεπραγμένος ἔσεσθαι
Μετοχή
πεπραγμένος ἐσόμενος
πεπραγμένη ἐσομένη
πεπραγμένον ἐσόμενον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου