Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λέγω / λέγομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λέγω / λέγομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Rachel Caldwell
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λέγω / λέγομαι» 
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λέγω, λέγεις, λέγει, λέγομεν, λέγετε, λέγουσι(ν)
Υποτακτική
λέγω, λέγς, λέγ, λέγωμεν, λέγητε, λέγωσι(ν)
Ευκτική
λέγοιμι, λέγοις, λέγοι, λέγοιμεν, λέγοιτε, λέγοιεν
Προστακτική
---, λέγε, λεγέτω, ---, λέγετε, λεγόντων (ή λεγέτωσαν)
Απαρέμφατο
λέγειν
Μετοχή
λέγων, λέγουσα, λέγον
 
Παρατατικός
Οριστική
λεγον, λεγες, λεγε, λέγομεν, λέγετε, λεγον
 
Μέλλοντας
Οριστική
λέξω, λέξεις, λέξει, λέξομεν, λέξετε, λέξουσι(ν)
Ευκτική
λέξοιμι, λέξοις, λέξοι, λέξοιμεν, λέξοιτε, λέξοιεν
Απαρέμφατο
λέξειν
Μετοχή
λέξων, λέξουσα, λέξον
 
Μέλλοντας συνηρημένος
Οριστική
ρ, ρες, ρε, ρομεν, ρετε, ροσι(ν)
Ευκτική
ρομι ή ροίην, ρος ή ροίης, ρο ή ροίη, ρομεν, ροτε, ροεν
Απαρέμφατο
ρεν
Μετοχή
ρν, ροσα, ρον
 
Αόριστος
Οριστική
λεξα, λεξας, λεξε(ν), λέξαμεν, λέξατε, λεξαν
Υποτακτική
λέξω, λέξς, λέξ, λέξωμεν, λέξητε, λέξωσι(ν)
Ευκτική
λέξαιμι, λέξαις / λέξειας, λέξαι / λέξειε(ν), λέξαιμεν, λέξαιτε, λέξαιεν ή λέξειαν
Προστακτική
---, λέξον, λεξάτω, ---, λέξατε, λεξάντων (ή λεξάτωσαν)
Απαρέμφατο
λέξαι
Μετοχή
λέξας, λέξασα, λέξαν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
επον, επες, επε, επομεν, επετε, επον
Υποτακτική
επω, επς, επ, επωμεν, επητε, επωσι(ν)
Ευκτική
εποιμι, εποις, εποι, εποιμεν, εποιτε, εποιεν
Προστακτική
---, επέ, επέτω, ---, επετε, επόντων ή επέτωσαν
Απαρέμφατο
επεν
Μετοχή
επών, εποσα, επόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ερηκα, ερηκας, ερηκε, ερήκαμεν, ερήκατε, ερήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός ς
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα μεν
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα τε
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα σι
 
Ευκτική
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός εην
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός εης
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός εη
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα εημεν (εμεν)
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα εητε (ετε)
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός σθι
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός στω
---
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα στε
ερηκότες- ερηκυαι- ερηκότα στων
 
Απαρέμφατο
ερηκέναι
Μετοχή
ερηκώς- ερηκυα- ερηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ερήκειν, ερήκεις, ερήκει, ερήκεμεν, ερήκετε, ερήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λέγομαι, λέγ/λέγει, λέγεται, λεγόμεθα, λέγεσθε, λέγονται
Υποτακτική
λέγωμαι, λέγ, λέγηται, λεγώμεθα, λέγησθε, λέγωνται
Ευκτική
λεγοίμην, λέγοιο, λέγοιτο, λεγοίμεθα, λέγοισθε, λέγοιντο
Προστακτική
---, λέγου, λεγέσθω, ---, λέγεσθε, λεγέσθων ή λεγέσθωσαν
Απαρέμφατο
λέγεσθαι
Μετοχή
λεγόμενος
λεγομένη
λεγόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
λεγόμην, λέγου, λέγετο, λεγόμεθα, λέγεσθε, λέγοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ηθήσομαι, ηθήσ/ηθήσει, ηθήσεται, ηθησόμεθα, ηθήσεσθε, ηθήσονται
Ευκτική
ηθησοίμην, ηθήσοιο, ηθήσοιτο, ηθησοίμεθα, ηθήσοισθε, ηθήσοιντο
Απαρέμφατο
ηθήσεσθαι
Μετοχή
ηθησόμενος
ηθησομένη
ηθησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
λεχθήσομαι, λεχθήσ/λεχθήσει, λεχθήσεται, λεχθησόμεθα, λεχθήσεσθε, λεχθήσονται
Ευκτική
λεχθησοίμην, λεχθήσοιο, λεχθήσοιτο, λεχθησοίμεθα, λεχθήσοισθε, λεχθήσοιντο
Απαρέμφατο
λεχθήσεσθαι
Μετοχή
λεχθησόμενος
λεχθησομένη
λεχθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ρρήθην, ρρήθης, ρρήθη, ρρήθημεν, ρρήθητε, ρρήθησαν
Υποτακτική
ηθ, ηθς, ηθ, ηθμεν, ηθτε, ηθσι(ν)
Ευκτική
ηθείην, ηθείης, ηθείη, ηθείημεν ή ηθεμεν, ηθείητε ή ηθετε, ηθείησαν ή ηθεεν
Προστακτική
---, ήθητι, ηθήτω, ---, ήθητε, ηθέντων ή ηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ηθναι
Μετοχή
ηθείς
ηθεσα
ηθέν
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
λέχθην, λέχθης, λέχθη, λέχθημεν, λέχθητε, λέχθησαν
Υποτακτική
λεχθ, λεχθς, λεχθ, λεχθμεν, λεχθτε, λεχθσι(ν)
Ευκτική
λεχθείην, λεχθείης, λεχθείη, λεχθείημεν ή λεχθεμεν, λεχθείητε ή λεχθετε, λεχθείησαν ή λεχθεεν
Προστακτική
---, λέχθητι, λεχθήτω, ---, λέχθητε, λεχθέντων ή λεχθήτωσαν
Απαρέμφατο
λεχθναι
Μετοχή
λεχθείς
λεχθεσα
λεχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ερημαι, ερησαι, ερηται, ερήμεθα, ερησθε, ερηνται
 
Υποτακτική
ερημένος- ερημένη-ερημένον
ερημένος- ερημένη-ερημένον ς
ερημένος- ερημένη-ερημένον
ερημένοι- ερημέναι-ερημένα μεν
ερημένοι- ερημέναι-ερημένα τε
ερημένοι- ερημέναι-ερημένα σι
 
Ευκτική
ερημένος- ερημένη-ερημένον εην
ερημένος- ερημένη-ερημένον εης
ερημένος- ερημένη-ερημένον εη
ερημένοι- ερημέναι-ερημένα εημεν (εμεν)
ερημένοι- ερημέναι-ερημένα εητε (ετε)
ερημένοι- ερημέναι-ερημένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, ερησο, ερήσθω, --- ερησθε, ερήσθων ή ερήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ερσθαι
Μετοχή
ερημένος,
ερημένη,
ερημένον
 
Υπερσυντέλικος
ερήμην, ερησο, ερητο, ερήμεθα, ερησθε, ερηντο
 
 

2 σχόλια:

Chatzo είπε...

Πολύ χρήσιμη ιστοσελίδα!
Με βοήθησε σε μεγάλο βαθμό!

Simos είπε...

Κι εμένα, ευχαριστούμε κύριε Μάντη!

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...