Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λύω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λύω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λύω»
 
(λύω = λύνω, απελευθερώνω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λύω, λύεις, λύει, λύομεν, λύετε, λύουσι(ν)
Υποτακτική
λύω, λύῃς, λύῃ, λύωμεν, λύητε, λύωσι(ν)
Ευκτική
λύοιμι, λύοις, λύοι, λύοιμεν, λύοιτε, λύοιεν
Προστακτική
---, λῦε, λυέτω, ---, λύετε, λυόντων (ή λυέτωσαν)
Απαρέμφατο
λύειν
Μετοχή
λύων, λύουσα, λῦον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔλυον, ἔλυες, ἔλυε, ἐλύομεν, ἐλύετε, ἔλυον
 
Μέλλοντας
Οριστική
λύσω, λύσεις, λύσει, λύσομεν, λύσετε, λύσουσι(ν)
Ευκτική
λύσοιμι, λύσοις, λύσοι, λύσοιμεν, λύσοιτε, λύσοιεν
Απαρέμφατο
λύσειν
Μετοχή
λύσων, λύσουσα, λῦσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔλυσα, ἔλυσας, ἔλυσε(ν), ἐλύσαμεν, ἐλύσατε, ἔλυσαν
Υποτακτική
λύσω, λύσῃς, λύσῃ, λύσωμεν, λύσητε, λύσωσι(ν)
Ευκτική
λύσαιμι, λύσαις ή λύσειας, λύσαι ή λύσειε(ν), λύσαιμεν, λύσαιτε, λύσαιεν ή λύσειαν
Προστακτική
---, λῦσον, λυσάτω, ---, λύσατε, λυσάντων (ή λυσάτωσαν)
Απαρέμφατο
λῦσαι
Μετοχή
λύσας, λύσασα, λῦσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λέλυκα, λέλυκας, λέλυκε, λελύκαμεν, λελύκατε, λελύκασι(ν)
 
Υποτακτική
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός ὦ
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός ᾖς
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός ᾖ
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα ὦμεν
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα ἦτε
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα ὦσι
 
Ευκτική
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός εἴην
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός εἴης
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός εἴη
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα εἴημεν (εἶμεν)
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα εἴητε (εἶτε)
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός ἴσθι
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός ἔστω
---
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα ἔστε
λελυκότες- λελυκυῖαι- λελυκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
λελυκέναι
Μετοχή
λελυκώς- λελυκυῖα- λελυκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐλελύκειν, ἐλελύκεις, ἐλελύκει, ἐλελύκεμεν, ἐλελύκετε, ἐλελύκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λύομαι, λύῃ ή λύει, λύεται, λυόμεθα, λύεσθε, λύονται
Υποτακτική
λύωμαι, λύῃ, λύηται, λυώμεθα, λύησθε, λύωνται
Ευκτική
λυοίμην, λύοιο, λύοιτο, λυοίμεθα, λύοισθε, λύοιντο
Προστακτική
---, λύου, λυέσθω, ---, λύεσθε, λυέσθων ή λυέσθωσαν
Απαρέμφατο
λύεσθαι
Μετοχή
λυόμενος
λυομένη
λυόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐλυόμην, ἐλύου, ἐλύετο, ἐλυόμεθα, ἐλύεσθε, ἐλύοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
λύσομαι, λύσῃ ή λύσει, λύσεται, λυσόμεθα, λύσεσθε, λύσονται
Ευκτική
λυσοίμην, λύσοιο, λύσοιτο, λυσοίμεθα, λύσοισθε, λύσοιντο
Απαρέμφατο
λύσεσθαι
Μετοχή
λυσόμενος
λυσομένη
λυσόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
λυθήσομαι, λυθήσῃ ή λυθήσει, λυθήσεται, λυθησόμεθα, λυθήσεσθε, λυθήσονται
Ευκτική
λυθησοίμην, λυθήσοιο, λυθήσοιτο, λυθησοίμεθα, λυθήσοισθε, λυθήσοιντο
Απαρέμφατο
λυθήσεσθαι
Μετοχή
λυθησόμενος
λυθησομένη
λυθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐλυσάμην, ἐλύσω, ἐλύσατο, ἐλυσάμεθα, ἐλύσασθε, ἐλύσαντο
Υποτακτική
λύσωμαι, λύσῃ, λύσηται, λυσώμεθα, λύσησθε, λύσωνται
Ευκτική
λυσαίμην, λύσαιο, λύσαιτο, λυσαίμεθα, λύσαισθε, λύσαιντο
Προστακτική
---, λῦσαι, λυσάσθω, ---, λύσασθε, λυσάσθων ή λυσάσθωσαν
Απαρέμφατο
λύσασθαι
Μετοχή
λυσάμενος
λυσαμένη
λυσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐλύθην, ἐλύθης, ἐλύθη, ἐλύθημεν, ἐλύθητε, ἐλύθησαν
Υποτακτική
λυθῶ, λυθῇς, λυθῇ, λυθῶμεν, λυθῆτε, λυθῶσι(ν)
Ευκτική
λυθείην, λυθείης, λυθείη, λυθείημεν ή λυθεῖμεν, λυθείητε ή λυθεῖτε, λυθείησαν ή λυθεῖεν
Προστακτική
---, λύθητι, λυθήτω, ---, λύθητε, λυθέντων ή λυθήτωσαν
Απαρέμφατο
λυθῆναι
Μετοχή
λυθείς
λυθεῖσα
λυθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λέλυμαι, λέλυσαι, λέλυται, λελύμεθα, λέλυσθε, λέλυνται
 
Υποτακτική
λελυμένος- λελυμένη- λελυμένον ὦ
λελυμένος- λελυμένη- λελυμένον ᾖς
λελυμένος- λελυμένη- λελυμένον ᾖ
λελυμένοι- λελυμέναι- λελυμένα ὦμεν
λελυμένοι- λελυμέναι- λελυμένα ἦτε
λελυμένοι- λελυμέναι- λελυμένα ὦσι
 
Ευκτική
λελυμένος- λελυμένη- λελυμένον εἴην
λελυμένος- λελυμένη- λελυμένον εἴης
λελυμένος- λελυμένη- λελυμένον εἴη
λελυμένοι- λελυμέναι- λελυμένα εἴημεν (εἶμεν)
λελυμένοι- λελυμέναι- λελυμένα εἴητε (εἶτε)
λελυμένοι- λελυμέναι- λελυμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, λέλυσο, λελύσθω, --- λέλυσθε, λελύσθων ή λελύσθωσαν
 
Απαρέμφατο
λελύσθαι
Μετοχή
λελυμένος,
λελυμένη,
λελυμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐλελύμην, ἐλέλυσο, ἐλέλυτο, ἐλελύμεθα, ἐλέλυσθε, ἐλέλυντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου