Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Πατριάρχης»
που αν ήταν πατριάρχης το χρωστούσε
στην καλωσύνη που του είχε δείξει
ο κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός
(ο άξιος άνθρωπος που είχε η φυλή μας τότε,
σοφός, επιεικής, φιλόπατρης, ανδρείος, ικανός),
τον έξυπνον τάχα έκαμεν ο ασυνείδητος
ο πατριάρχης, κ’ είπε πως θα μεριμνήσει,
για να μη ξαναγίνει το άδικο
του Ιωάννη Λάσκαρη (μη νοιώθοντας
ο ελαφρός, τις προσβολή μεγάλη
ήταν τα λόγια του για την αρχή των Παλαιολόγων).
Εγνώριζεν βεβαίως ο άθλιος που κίνδυνον,
από τον τίμιον, τον εύορκον, τον αφιλοκερδή
κυρ Ιωάννη Καντακουζηνό,
δεν διέτρεχεν κανένα του κυρ Ανδρόνικου το παιδί.
Το ‘ξερε ο άθλιος, ο αισχρότατος, μα γύρευε
με κάθε τρόπο να δημοκοπεί.
Ο Καβάφης δεν υιοθετεί την κριτική που ασκεί ο Παπαρρηγόπουλος στον Καντακουζηνό, διότι θεωρεί πως υπήρξε προφανής η διάθεση του Καντακουζηνού να προφυλάξει τον θρόνο για τον ανήλικο Ιωάννη Παλαιολόγο, όταν πέθανε ο πατέρας του, Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος. (Για το ιστορικό πλαίσιο της εμφύλιας σύγκρουσης που προέκυψε, καθώς ο Ιωάννης Καντακουζηνός επιχειρούσε να διαφυλάξει τα δικαιώματα του Ιωάννη Παλαιολόγου, δείτε το ποίημα «Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει».)
που αν ήταν πατριάρχης το χρωστούσε
στην καλωσύνη που του είχε δείξει
ο κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός
(ο άξιος άνθρωπος που είχε η φυλή μας τότε,
σοφός, επιεικής, φιλόπατρης, ανδρείος, ικανός)
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον αχάριστο Καλέκα, ο οποίος λόγω των φιλοδοξιών του στράφηκε ενάντια σε εκείνον που τον είχε στηρίξει και τον είχε αναδείξει, ο Καντακουζηνός εμφανίζεται απόλυτα αφοσιωμένος στον συνεργάτη και φίλο του Ανδρόνικο, καθώς μόνη του πρόθεση είναι να προφυλάξει τον ανήλικο γιο του. Η αφοσίωση, άλλωστε, του Καντακουζηνού έγινε αντιληπτή και εκ του αποτελέσματος, αφού μόλις ενηλικιώθηκε ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, εκείνος αποσύρθηκε από τα πολιτικά πράγματα της αυτοκρατορίας και έγινε μοναχός. Το πλήθος, επομένως, των θετικών επιθέτων που αξιοποιεί ο ποιητής για να επαινέσει το άμεμπτο του χαρακτήρα του μοιάζουν δικαιολογημένα. Ενδιαφέρον έχει η χρήση της κτητικής αντωνυμίας «η φυλή μας», μέσω της οποίας διαφαίνεται η πρόθεση του Καβάφη να δηλώσει την ελληνικότητά του, αλλά και την αγάπη που είχε για την ιδιαίτερη αυτή ιστορική περίοδο του ελληνικού έθνους.
ο πατριάρχης, κ’ είπε πως θα μεριμνήσει,
για να μη ξαναγίνει το άδικο
του Ιωάννη Λάσκαρη (μη νοιώθοντας
ο ελαφρός, τις προσβολή μεγάλη
ήταν τα λόγια του για την αρχή των Παλαιολόγων).
Ο πατριάρχης, μη έχοντας κάποια ουσιαστική απόδειξη ή έστω ένδειξη για να υπονομεύσει το κύρος του Καντακουζηνού και να δημιουργήσει υποψίες εις βάρος του, θεώρησε συνετό να στραφεί στο παρελθόν, για να αντλήσει ένα παράδειγμα κακομεταχείρισης ανήλικου διαδόχου. Το παράδειγμα αυτό, ωστόσο, απέδειξε την ανοησία του -την ελαφρότητά του-, εφόσον αφορούσε την ίδια την οικογένεια των Παλαιολόγων, την οποία υποτίθεται πως ήθελε να προφυλάξει από τον τάχα φιλόδοξο Καντακουζηνό.
από τον τίμιον, τον εύορκον, τον αφιλοκερδή
κυρ Ιωάννη Καντακουζηνό,
δεν διέτρεχεν κανένα του κυρ Ανδρόνικου το παιδί.
Το ‘ξερε ο άθλιος, ο αισχρότατος, μα γύρευε
με κάθε τρόπο να δημοκοπεί.
Ο «άθλιος», ο «αισχρότατος» πατριάρχης γνώριζε πως ο Καντακουζηνός είχε αγαθές προθέσεις, γνώριζε όμως και τη δύναμη της δημαγωγίας, έστω κι αν μέσω αυτής επρόκειτο να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στο βυζαντινό κράτος. Δεν τον ένοιαζε, άλλωστε, τον «ασυνείδητο» το πόσο θα έβλαπτε το κράτος, αρκεί να εξυπηρετούσε τα ιδιοτελή του συμφέροντα.

