Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Κατεύθυνσης: Πηγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία Κατεύθυνσης: Πηγές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ιστορία Προσανατολισμού: Ρωσικό κόμμα (Πηγές Πανελλαδικών 2020)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ιστορία Προσανατολισμού: Ρωσικό κόμμα (Πηγές Πανελλαδικών 2020)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. τις θέσεις που εξέφραζε το ρωσικό κόμμα σε πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο (μονάδες 19) και
β. τις κοινωνικές ομάδες που συμπαρατάχθηκαν με το ρωσικό κόμμα.
(μονάδες 6)
Μονάδες 25
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Το «ρωσικό» κόμμα [...] υποστήριζε τη συμφιλίωση με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης (μέσα στο πλαίσιο του αυτοκέφαλου), μεγαλύτερες εξουσίες για την Εκκλησία μέσα στο κράτος, και ορθόδοξη μοναρχία. Σε άλλα ζητήματα η θέση του «ρωσικού» κόμματος ήταν συνήθως συγκεχυμένη ή ασυνεπής. Μέσα στην ενδεκάχρονη αυτή περίοδο διένυσε όλο το φάσμα από την υποστήριξη της απολυταρχίας ως την υποστήριξη της πιο φιλελεύθερης μορφής συνταγματισμού, δεδομένου ότι η θέση του σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή εξαρτιόταν από το βαθμό της εύνοιας που του έδειχνε ο βασιλιάς.
 
John A. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), τόμος Β ́, Αθήνα 1985: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης , σ. 632.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Το ρωσικόν κόμμα προέβαλλε την ομόδοξον δύναμιν του Βορρά, «την προστάτιδα των καταπιεζομένων ορθοδόξων χριστιανών», ως τον αληθή φίλον της Ελλάδος, ο οποίος υποστηρίζει αποτελεσματικώς και αφιλοκερδώς την ικανοποίησιν των εθνικών δικαίων. Η εφημερίς «Αιών», όργανον του ρωσικού κόμματος, έγραφε μεταξύ άλλων: «Ρωσικόν κόμμα ουδέποτε υπήρξεν, ούτε υπάρχει. Υπήρξε και υπάρχει το μέγα εθνικόν κόμμα, το αφοσιωμένον εις την πίστιν των πατέρων αυτού και απεκδεχόμενον παρά της Ρωσίας τον θρίαμβον της Ορθοδοξίας και το μεγαλείον του Ελληνικού Έθνους εν τω μέλλοντι».
Οι ρωσόφρονες διεκήρυττον ότι η Ρωσία θα εκδιώξη βιαίως τους τούρκους από τα ελληνικά εδάφη και γενικώς από την Βαλκανικήν και την Ανατολήν. Το ρωσικόν κόμμα εθεωρείτο ως εμφορούμενον από συντηρητικάς αρχάς. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο αρχηγός του κόμματος, εξεδήλωσε τας σκέψεις του κατά της παροχής συντάγματος. Εθεώρει πολιτικώς ανώριμον τον ελληνικόν λαόν.
 
Χαρίτων Κοριζής, Η πολιτική ζωή εις την Ελλάδα 1821-1910, Αθήνα 1974: Αυτοέκδοση, σσ. 56-57.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
Από καιρό οι Έλληνες είχαν ζωντανή την ελπίδα ότι ο τσάρος θα τους απελευθέρωνε μια μέρα. [...]
Τους Έλληνες συνέδεαν με τους Ρώσους ακόμη κοινές αναμνήσεις από την εκστρατεία του ρωσικού στόλου υπό τον στρατηγό Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου [...]. Η ειρήνη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί (1774) είχε χαρίσει, πρώτον, στην ορθόδοξη Εκκλησία μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το πλεονέκτημα της ρωσικής προστασίας και, δεύτερον, στους Έλληνες εμπόρους τη δυνατότητα γρήγορου πλουτισμού με το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας, που θεμελίωσε στις Σπέτσες, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου, τον πολιτικό προσανατολισμό κυρίως προς το Ρωσικό Κόμμα και έδωσε την ώθηση για τη δημιουργία μιας σημαντικής ελληνικής παροικίας στο νέο εμπορικό λιμάνι της Οδησσού.
 
Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμος Α ́, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004, σσ. 221-222.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Δ
Βαθιά θρησκευόμενες, υπερβάλλοντας τους κινδύνους για την Ορθοδοξία, εξαιτίας της διαλύσεως των μοναστηριών, παρακινούμενες και από τον κατώτερο κλήρο που ανοιχτά αντιστρατευόταν τα κυβερνητικά μέτρα, οι λαϊκές τάξεις, κοσμικοί και κληρικοί, έβρισκαν ως μόνο καταφύγιο το «ρωσικό» κόμμα, δεμένο ακατάλυτα με τους δεσμούς της Ορθοδοξίας. Παρά το γεγονός ότι το κόμμα είχε στα χρόνια αυτά χτυπηθεί σκληρά, η λαϊκή του βάση, αντί να μειώνεται, διευρυνόταν.
 
Ιω. Πετρόπουλος , Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος Βασιλείας του Όθωνος 1833-1862» στο Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ ́, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σ. 73.
 
Ενδεικτική απάντηση
α. Σε αντίθεση με τις σχετικά ασαφείς θέσεις και τη συγκεχυμένη ιδεολογία του γαλλικού κόμματος, το ρωσικό χαρακτηριζόταν από σταθερές πολιτικές θέσεις. Ωστόσο, ο Ιωάννης Πετρόπουλος (Κείμενο Α) διαφοροποιείται από αυτή την εκτίμηση ως προς τη σταθερότητα των πολιτικών του θέσεων. Επισημαίνει ότι, πέρα από τα εκκλησιαστικά ζητήματα, οι απόψεις του ρωσικού κόμματος συχνά δεν είχαν σαφήνεια ούτε συνέπεια. Κατά την περίοδο 1833-1843, το κόμμα άλλοτε τασσόταν υπέρ της απόλυτης μοναρχίας και άλλοτε υποστήριζε ακόμη και ιδιαίτερα φιλελεύθερες συνταγματικές λύσεις. Κατά τον ιστορικό, οι μετατοπίσεις αυτές συνδέονταν με το πόσο ευνοϊκή ήταν κάθε φορά η στάση του βασιλιά απέναντί του. Η ομοιότητα με τα δύο άλλα κόμματα βρισκόταν στο γεγονός ότι στη Μεγάλη Δύναμη, στην οποία στήριζαν τις ελπίδες τους για την εξωτερική πολιτική, αναγνώριζαν και ένα πρότυπο για την εσωτερική οργάνωση της χώρας. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και συμπληρώνει, ως προς το ρωσικό κόμμα, ο Χαρίτων Κοριζής (Κείμενο Β). Σύμφωνα με τον ιστορικό, οι οπαδοί του παρουσίαζαν τη Ρωσία ως ανιδιοτελή σύμμαχο της Ελλάδας, ικανό να προασπίσει τους ορθόδοξους πληθυσμούς που υφίσταντο καταπίεση και να συμβάλει ουσιαστικά στην εκπλήρωση των εθνικών διεκδικήσεων. Προσδοκούσαν μάλιστα ότι η ρωσική επέμβαση θα απομάκρυνε την οθωμανική εξουσία όχι μόνο από τα ελληνικά εδάφη αλλά και από τα Βαλκάνια και την Ανατολή. Αντίστοιχα, η εφημερίδα «Αιών», που εξέφραζε τις θέσεις του κόμματος, απέρριπτε τον χαρακτηρισμό «ρωσικό» και το παρουσίαζε ως εθνική πολιτική παράταξη, προσηλωμένη στην πατροπαράδοτη πίστη, η οποία συνέδεε τη μελλοντική ενίσχυση της Ορθοδοξίας και την εθνική ακμή με τη βοήθεια της Ρωσίας. Πίστευαν ότι κάποιοι ικανοί πολιτικοί γνώριζαν τα προβλήματα του λαού καλύτερα από τον ίδιο, κι αυτοί θα έπρεπε να κυβερνήσουν. Ήταν κατά κύριο λόγο αντισυνταγματικοί, υπέρ ενός συγκεντρωτικού συστήματος διακυβέρνησης και κατά της πολυφωνίας, μολονότι σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να συνεργάστηκαν στην ψήφιση συνταγμάτων. Την αντισυνταγματική αυτή στάση επιβεβαιώνει η πληροφορία του Χαρίτωνα Κοριζή στο Κείμενο Β ότι ο αρχηγός του κόμματος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δεν υποστήριζε την παραχώρηση συντάγματος, καθώς έκρινε ότι ο ελληνικός λαός δεν ήταν ακόμη πολιτικά ώριμος.
     Χαρακτηριστικό του ρωσικού κόμματος ήταν η άκρως συντηρητική στάση σε όλες τις επιλογές του. Τον προσανατολισμό αυτό επιβεβαιώνει ο Χαρίτων Κοριζής στο Κείμενο Β, επισημαίνοντας ότι το ρωσικό κόμμα θεωρούνταν πολιτική παράταξη που καθοδηγούνταν από τις αρχές του συντηρητισμού. Το θεμέλιο της κοινωνικής τάξης ήταν γι’ αυτό η θρησκεία. Σ’ αυτήν βασιζόταν και η νομιμότητα της εξουσίας. Έβλεπε την Εκκλησία σε διαρκή κίνδυνο και καταπολεμούσε τον κοσμοπολιτισμό και την οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τις παραδόσεις. Η ξενοφοβία, όπως επίσης η άρνηση του διαφωτισμού και της δυτικής παιδείας αποτελούσαν κυρίαρχες αντιλήψεις των μελών του. Η απόρριψη των δυτικών επιρροών δεν απέκλειε, ωστόσο, τον προσανατολισμό προς τη Ρωσία, ο οποίος εξηγείται από τους ιδιαίτερους δεσμούς που παρουσιάζει ο Gunnar Hering στο Κείμενο Γ. Όπως αναφέρει ο ιστορικός, οι Έλληνες προσδοκούσαν από παλιά την απελευθέρωσή τους με τη βοήθεια του τσάρου, ενώ διατηρούσαν την ανάμνηση της παρουσίας του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο, υπό τον Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ, κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Επιπλέον, η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί, το 1774, έθεσε την ορθόδοξη Εκκλησία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό ρωσική προστασία και επέτρεψε στους Έλληνες εμπόρους να αυξήσουν γρήγορα τον πλούτο τους μέσω των συναλλαγών στη Μαύρη Θάλασσα. Τα εμπορικά αυτά οφέλη συνέβαλαν στην κυρίως φιλορωσική πολιτική κατεύθυνση των Σπετσών, σημαντικού εμπορικού κέντρου της Μεσογείου, και στην ανάπτυξη αξιόλογης ελληνικής παροικίας στην Οδησσό, το νέο εμπορικό λιμάνι. Έτσι, η σύνδεση με τη Ρωσία στηριζόταν τόσο στις απελευθερωτικές προσδοκίες και τη θρησκευτική προστασία όσο και στους οικονομικούς δεσμούς. Προκειμένου να προσεγγίσει ευρύτερα στρώματα το ρωσικό κόμμα, απευθυνόταν συχνά στο θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων.
     Οι υποστηρικτές του ρωσικού κόμματος απαιτούσαν την ίδρυση ενός ισχυρού κράτους, το οποίο, σε συνεργασία με τη Ρωσία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, θα φρόντιζε για την καθαρότητα της πίστης και θα αναγνώριζε στην Εκκλησία κυρίαρχη θέση. Η Ρωσία μπορούσε να βρει αποδοχή από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, επειδή ήταν η μοναδική Μεγάλη Δύναμη με ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.
Το ιδιαίτερο πρόβλημα που έβλεπε το κόμμα των «ναπαίων» (όπως αλλιώς ονομαζόταν), στην περίοδο της βαυαροκρατίας, δεν ήταν ο αυταρχισμός του καθεστώτος, αλλά οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν η πίστη και η Εκκλησία από τα μέτρα που ψήφισε η αντιβασιλεία, π.χ. το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας, η οποία έως τότε υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Θεωρούσαν ότι η υποταγή της Εκκλησίας της Ελλάδας στο Πατριαρχείο επέτρεπε στη Ρωσία να επεμβαίνει για την προστασία των ορθοδόξων. Στην απόφαση για το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας οι ναπαίοι άσκησαν έντονη αντιπολίτευση. Ο Ιωάννης Πετρόπουλος στο Κείμενο Α συμπληρώνει την εικόνα αυτή, διευκρινίζοντας ότι το ρωσικό κόμμα επιδίωκε να αποκατασταθούν οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, χωρίς να καταργηθεί το αυτοκέφαλό της. Παράλληλα, υποστήριζε τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Εκκλησίας στο ελληνικό κράτος, ώστε να ενισχυθεί η εξουσία της.
 
β. Με το κόμμα αυτό συμπαρατάχθηκαν, ιδίως κατά την εποχή της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια, όσοι είχαν υποφέρει ιδιαίτερα κατά την εποχή της Επανάστασης και κατά τους εμφύλιους πολέμους: οι ακτήμονες, οι μικροϊδιοκτήτες γης, αγωνιστές και χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, μοναχοί, και δημόσιοι υπάλληλοι που διορίστηκαν από τον Καποδίστρια και μετά τη δολοφονία του απολύθηκαν. Η συμπαράταξη λαϊκών στρωμάτων και ανθρώπων της Εκκλησίας με το ρωσικό κόμμα επιβεβαιώνεται και συμπληρώνεται από τον Ιωάννη Πετρόπουλο (Κείμενο Δ), σύμφωνα με τον οποίο η στενή σύνδεση του ρωσικού κόμματος με την ορθόδοξη πίστη το καθιστούσε τη μοναδική πολιτική διέξοδο για τα λαϊκά στρώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν άνθρωποι εκτός του κλήρου αλλά και κληρικοί με έντονο θρησκευτικό αίσθημα. Η κατάργηση των μοναστηριών ενίσχυε την ανησυχία τους για την Ορθοδοξία, οδηγώντας τους σε υπερβολικές εκτιμήσεις για το μέγεθος της απειλής. Τη στάση τους επηρέαζαν επίσης οι κατώτεροι κληρικοί, που εκδήλωναν δημόσια την αντίθεσή τους στην κυβερνητική πολιτική. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι σοβαρές δοκιμασίες που αντιμετώπιζε τότε το κόμμα δεν περιόρισαν την απήχησή του στον λαό· αντίθετα, ο αριθμός των υποστηρικτών του αυξανόταν.

Ιστορία Προσανατολισμού: Τα «τσιφλίκια» της Θεσσαλίας [Πηγή]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ιστορία Προσανατολισμού: Τα «τσιφλίκια» της Θεσσαλίας [Πηγή]
 
Αντλώντας πληροφορίες από το παρακάτω κείμενο και βασιζόμενοι στις γνώσεις σας:
α. να περιγράψετε κριτικά τα χαρακτηριστικά των ιδιοκτητών των «τσιφλικιών» της Θεσσαλίας κατά τον 19ο – αρχές 20ού αιώνα και τις επιδιώξεις τους                                                                                                              
β. να παρουσιάσετε τα αποτελέσματα που προκάλεσαν οι πρακτικές τους στον θεσσαλικό αγροτικό κόσμο.                                                                                                           
 
ΚΕΙΜΕΝΟ
Οι περίφημοι πλουτοκράτες των παροικιών, που ο λαός αποκαλούσε χρυσοκάνθαρους, αντί να αναπτύξουν παραγωγικά τη χώρα, αντί να κάνουν επενδύσεις […] στρέφονται και αυτοί πάλι στη μονοπώληση ευκαιριών που τους παρέχει η εξουσία […] και το χειρότερο, μεταβάλλονται σε τσιφλικάδες γαιοκτήμονες στη Θεσσαλία. […] Είναι […] αυτά τα περίφημα αστικά μας στοιχεία τα οποία δημιουργούν το καθεστώς των τσιφλικιών στη Θεσσαλία. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η Θεσσαλία θα προσαρτηθεί στην Ελλάδα, εξασφαλίζουν με το πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης το δικαίωμα να δημιουργήσουν γαιοκτησίες, οι οποίες είναι βασισμένες στο σύστημα της κολιγίας. Γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι εκρήξεις οι επαναστατικές […] ξεκινούν από τη Θεσσαλία, τη Θεσσαλία όπου η μεγάλη γαιοκτησία ήταν ασύγκριτα πιο χαμηλή στην περίοδο της έκρηξης της Ελληνικής επανάστασης, από ό, τι στην Πελοπόννησο. Με την είσοδο αυτών των στοιχείων και την ανάπτυξη των γαιοκτησιών στη Θεσσαλία, έχουμε ακριβώς τη δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων για την εκμετάλλευση της αγροτιάς που οδήγησαν στο αδιέξοδο, και τελικά μας έφεραν στο Κιλελέρ.
 
Φίλιας, Β., «Κοινωνικές δομές στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», στο Δ.Τ. Τσαούση (επιμ.), Όψεις της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1984, σ. 19.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Τα «τσιφλίκια» της Θεσσαλίας, με την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος το 1881, αγοράστηκαν από πλούσιους Έλληνες του εξωτερικού. Όπως, μάλιστα, σχολιάζει ο Β. Φίλιας, οι πλουτοκράτες αυτοί των παροικιών, που αποκαλούνταν από τους πολίτες «χρυσοκάνθαροι», δεν συνέβαλαν στην παραγωγική ανάπτυξη της χώρας ούτε έκαναν επενδύσεις σε αυτή, εκμεταλλεύτηκαν πρωτίστως τις ευκαιρίες που τους παρείχε η εξουσία και, μεταξύ άλλων, έγιναν «τσιφλικάδες» στη νεοαποκτηθείσα Θεσσαλία. Αποτελούν, ειδικότερα, το τμήμα εκείνο της αστικής τάξης που θα αποκτήσει μεγάλες γαιοκτησίες στη Θεσσαλία, με ξεχωριστά προνόμια, εφόσον γνώριζαν από νωρίς πως επρόκειτο να συντελεστεί η προσάρτησής της και φρόντισαν να λάβουν μέσω του πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης όχι μόνο τη δυνατότητα απόκτησης μεγάλων γαιοκτησιών, αλλά και την παράταση του συστήματος της «κολιγίας». Οι Έλληνες, λοιπόν, του εξωτερικού, πέρα από το γεγονός ότι διατήρησαν τον αναχρονιστικό θεσμό των κολίγων, άσκησαν πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις για να κερδοσκοπήσουν από την παραγωγή του σιταριού. Επιδίωξαν δηλαδή την επιβολή υψηλών δασμών στο εισαγόμενο από τη Ρωσία σιτάρι, ώστε να μπορούν να καθορίζουν όσο το δυνατόν υψηλότερες τιμές για το εγχώριο, προκαλώντας μάλιστα μερικές φορές και τεχνητές ελλείψεις.
 
β. Οι πρακτικές αυτές δημιούργησαν εντάσεις. Όπως, άλλωστε, επισημαίνει ο Β. Φίλιας, επρόκειτο για μια εύλογη εξέλιξη, εφόσον στη Θεσσαλία δεν ήταν συνηθισμένες τέτοιου είδους πρακτικές, καθώς ήδη από τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης η Θεσσαλία είχε ελάχιστους μεγαλογαιοκτήμονες σε σχέση με την Πελοπόννησο. Ως εκ τούτου, ο ερχομός των Ελλήνων του εξωτερικού, η δημιουργία μεγάλων γαιοκτησιών στη Θεσσαλία και η διαμόρφωση των απαιτούμενων προϋποθέσεων που διευκόλυναν την εκμετάλλευση των αγροτών, έφεραν την εκεί κατάσταση σε αδιέξοδο και οδήγησαν στην ψήφιση νόμων το 1907, οι οποίοι επέτρεπαν στην εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση να απαλλοτριώνει μεγάλες ιδιοκτησίες, ώστε να μπορεί να τις διανέμει σε ακτήμονες. Η εφαρμογή τους, όμως, αποδείχθηκε δύσκολη υπόθεση και οι τριβές που προκλήθηκαν προκάλεσαν συγκρούσεις, η πιο σημαντική από τις οποίες έγινε στο χωριό Κιλελέρ (1910). Οι εξελίξεις προχώρησαν αργά μέχρι το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1913), οπότε το ζήτημα έγινε πιο περίπλοκο, καθώς μέσα στα νέα όρια της χώρας υπήρχαν πλέον και μουσουλμάνοι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων.
 

Ιστορία Προσανατολισμού: Αιτίες διαμάχης αυτοχθόνων και ετεροχθόνων (Πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Αιτίες διαμάχης αυτοχθόνων και ετεροχθόνων (Πηγή)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις απαραίτητες πληροφορίες από τις ιστορικές πηγές που σας δίνονται να αναφερθείτε:
α. στις αιτίες διαμάχης αυτοχθόνων και ετεροχθόνων κατά τα πρώτα χρόνια της οθωνικής περιόδου και κατά τις συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης του 1843
β. στην κύρια κρίση τον Ιανουάριο του 1844 ειδικά για το άρθρο που καθόριζε τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ A
Η παλαιά αντιπάθεια που είχε τις καταβολές της στα χρόνια του Αγώνα είχε πάρει κατά την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις επειδή το στέμμα έδειχνε την προτίμησή του στους νεοφερμένους για την επάνδρωση του κρατικού μηχανισμού παραμερίζοντας τους ντόπιους. […] Η οικονομική άνοδος των ετεροχθόνων τους κατέστησε περισσότερο αντιπαθείς, καθώς ο πλουτισμός του οφειλόταν από το ένα μέρος στις εμπορικές τους δραστηριότητες και από το άλλο στην υπηρεσία τους στον κρατικό μηχανισμό. Η φοροδιαφυγή, η προτεραιότητα στην αγορά εθνικών γαιών και άλλης περιουσίας και η εξασφάλιση άτοκων κρατικών δανείων ήταν τα μέσα πλουτισμού που είχε στη διάθεσή του ο ετερόχθων κρατικός υπάλληλος.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ΄, Αθήνα, 1980, σελ. 110-111
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Η αντίδραση των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων εκδηλώθηκε όταν στις 11 Ιανουαρίου 1844 άρχισε η συζήτηση για το άρθρο 3 περί ελληνικής ιθαγένειας […]. Ο Μαυροκορδάτος πέτυχε σε συνεργασία με τον Κωλέττη να διευρύνει τον προσδιορισμό της έννοιας του αυτόχθονος. Στους αυτόχθονες τελικά συμπεριλαμβάνονταν όλοι όσοι είχαν λάβει μέρος σε επαναστατικές ενέργειες σε οποιαδήποτε μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα ως το 1827. […] Τέλος, από εκείνους που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα ανάμεσα στα 1827-1833 μπορούσαν να διορισθούν σε δημόσια υπηρεσία μετά από τρία χρόνια, ενώ όσοι είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα ανάμεσα στα 1833-1837 μπορούσαν να διορισθούν σε δημόσια υπηρεσία μετά από τέσσερα χρόνια.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ΄, Αθήνα, 1980, σελ. 111
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Οι προσπάθειες αποκατάστασης του προσφυγικού στοιχείου κατά τα πρώτα χρόνια της οθωνικής περιόδου προκάλεσαν αντιδράσεις. Η παρουσία μορφωμένων προσφύγων σε δημόσιες θέσεις και η διάκρισή τους στην πολιτική ζωή προκάλεσαν μεγάλη δυσφορία στους άλλους Έλληνες. Κατηγορούσαν τους ομογενείς πρόσφυγες γενικά, επειδή διαπίστωναν ότι, ενώ αυτοί είχαν αγωνιστεί για να απελευθερώσουν τη χώρα, παραγκωνίζονταν τώρα από τους νεοφερμένους.
Η στάση αυτή υποδήλωνε την ύπαρξη ενός βαθύτερου ανταγωνισμού, τον οποίο προκαλούσε η συνύπαρξη του ντόπιου ελληνικού στοιχείου (αυτόχθονες) και του προσφυγικού, αλλά ομογενούς (ετερόχθονες). Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Α), όπου επισημαίνεται πως η μεταξύ τους αντιπαλότητα που είχε ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, είχε ενταθεί στα χρόνια της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα, καθώς ο βασιλιάς έδειχνε σαφή προτίμηση στους ετερόχθονες για τη στελέχωση των κρατικών υπηρεσιών, παραγκωνίζοντας τους αυτόχθονες. Γεγονός που είχε προσδώσει στον σχετικό ανταγωνισμό όχι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό χαρακτήρα. Όσο, μάλιστα, οι ετερόχθονες γίνονταν πλουσιότεροι τόσο περισσότερο τους αντιπαθούσαν οι αυτόχθονες. Η οικονομική άνοδος, άλλωστε, των ετεροχθόνων βασιζόταν αφενός στην ενασχόλησή τους με το εμπόριο και αφετέρου μέσω της εργασίας τους στον κρατικό μηχανισμό. Οι ετερόχθονες, ως υπάλληλοι του κράτους, αποκτούσαν σημαντικά οικονομικά οφέλη είτε μέσω της φοροδιαφυγής είτε διασφαλίζοντας προτεραιότητα στην εξαγορά εθνικών γαιών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων είτε, τέλος. με το να λαμβάνουν άτοκα δάνεια από το κράτος. Το θέμα των σχέσεων αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, που δίχασε την κοινή γνώμη, παρουσιάστηκε στο πολιτικό πεδίο ως διαμάχη στις θυελλώδεις συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης που συνήλθε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.
 
β. Η κύρια κρίση ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1844 με την έναρξη της συζήτησης για το δημόσιο δίκαιο των Ελλήνων και ειδικά για το άρθρο που καθόριζε τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη. Όπως ειδικότερα επισημαίνεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), η εκδήλωση της κρίσης έγινε στις 11 Ιανουαρίου 1844, όταν ξεκίνησε η συζήτηση για το άρθρο 3 του Συντάγματος, το οποίο αφορούσε την ελληνική ιθαγένεια. Αφορμή ήταν πρόταση που υποβλήθηκε στην Εθνοσυνέλευση και η οποία ζητούσε την απομάκρυνση από δημόσιες θέσεις όλων αυτών που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση, περιορίζοντας τις θέσεις απασχόλησης για τους αγωνιστές και τις οικογένειές τους. Στη συζήτηση που ακολούθησε, άλλοι πληρεξούσιοι απαίτησαν συνταγματική απαγόρευση της κατάληψης δημόσιων θέσεων από τους ετερόχθονες (συνεπώς και την απόλυση όσων ήδη κατείχαν δημόσιες θέσεις), ενώ άλλοι εναντιώθηκαν με οργή σε κάθε συνταγματική ρύθμιση που θα καθιέρωνε διακρίσεις μεταξύ Ελλήνων. Τελικά, το πρόβλημα δεν λύθηκε με συνταγματική ρύθμιση, αποφασίστηκε όμως να υπάρξει στο μέλλον σχετική νομοθετική πράξη. Το θέμα της στελέχωσης του δημοσίου -τα προσόντα δηλαδή του δημοσίου υπαλλήλου- ρυθμίστηκε με το Β΄ ψήφισμα, που όριζε ότι δημόσιοι υπάλληλοι μπορεί να είναι: α) οι αυτόχθονες της ελληνικής επικράτειας και όσοι αγωνίσθηκαν σε αυτή μέχρι το τέλος του 1827 ή ήρθαν και εγκαταστάθηκαν κατά την ίδια περίοδο, β) όσοι αποδεδειγμένα συμμετείχαν σε πολεμικά γεγονότα της Επανάστασης μέχρι το 1829. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), όπου αναφέρεται πως η διεύρυνση του προσδιορισμού της έννοιας του αυτόχθονα υπήρξε έργο του Μαυροκορδάτου και του Κωλέττη. Έτσι, μεταξύ άλλων, αυτόχθονες θεωρούνταν όσοι είχαν συμμετάσχει σε επαναστατικές ενέργειες σε οποιοδήποτε σημείο της οθωμανικής αυτοκρατορίας και είχαν ακολούθως εγκατασταθεί στην Ελλάδα μέχρι το 1827. Παραλλήλως, οι δύο πολιτικοί κατόρθωσαν να μειώσουν τον αντίκτυπο στην εργασιακή αποκατάσταση των ετεροχθόνων, εφόσον όσοι είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα κατά το διάστημα 1827-1833 θα είχαν τη δυνατότητα να προσληφθούν ως δημόσιοι υπάλληλοι μετά από τρία χρόνια, ενώ εκείνοι που εγκαταστάθηκαν κατά το διάστημα 1833-1837 θα αποκτούσαν το δικαίωμα αυτό μετά από τέσσερα χρόνια.
 
«Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Τράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση https://www.iep.edu.gr/trapeza-thematon-arxiki-selida/».

Ιστορία Προσανατολισμού: Ο εξωτερικός δανεισμός κατά τη δεκαετία του 1880 (Πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Ο εξωτερικός δανεισμός κατά τη δεκαετία του 1880 (Πηγή)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με στοιχεία που αντλείτε από το ακόλουθο παράθεμα να εξηγήσετε:
α. κάτω από ποιες συνθήκες αυξήθηκε ο εξωτερικός δανεισμός κατά τη δεκαετία του 1880 και πώς επηρέασε τα δημόσια οικονομικά;
β. πού διατέθηκαν τα χρήματα από τα δάνεια του 1880 και ποια θεωρείται η σημαντικότερη αιτία της υπερχρέωσης της χώρας;
 
ΚΕΙΜΕΝΟ
Έπειτα από 50 χρόνια αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, το 1878 οι ελληνικές κυβερνήσεις απέκτησαν ξαφνικά τη δυνατότητα να δανειστούν ποσά πρωτοφανή για την Ελλάδα· και αυτό σε μια αγορά κεφαλαίων που ήταν πλέον ευρύτατη και παγκόσμια. Δυστυχώς, ορισμένοι από τους κυβερνώντες αγνοούσαν τους όρους της αγοράς. Άλλοι πάλι προτιμούσαν να τους αγνοούν προκειμένου να δανείζονται για να χρηματοδοτούν τις απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους. Επιπλέον, χρηματοδοτούσαν έτσι και τους εξοπλισμούς που αναδείκνυαν τον αδιαπραγμάτευτο πατριωτισμό τους. Ο υπερδανεισμός οδήγησε στην υπερχρέωση. Έως το 1884 το χρέος είχε σχεδόν διπλασιαστεί· το 1887 είχε τετραπλασιαστεί· και πριν την πτώχευση του 1893 είχε σχεδόν επταπλασιαστεί, υπερβαίνοντας το 175% του ΑΕΠ. Η συνήθης στη βιβλιογραφία και εσφαλμένη εξήγηση της υπερχρέωσης είναι οι μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές που δεν είχαν άμεση απόδοση, π.χ. σε σιδηροδρόμους. […] Το επιχείρημα ήταν εσφαλμένο, επειδή ήταν υστερόβουλα υπερβολικό. Το κύριο αίτιο της υπερχρέωσης ήταν, όπως πάντα, οι στρατιωτικές δαπάνες. Ήδη από τη δεκαετία του 1880 ο εθνικιστής δημαγωγός Θεόδωρος Δηλιγιάννης τις ωθεί στα ύψη, είτε αυξάνοντάς τις ως πρωθυπουργός είτε πιέζοντας για αυξήσεις ως αρχηγός της αντιπολίτευσης.
 
Δερτιλής, Γ. Β., Επτά πόλεμοι, Τέσσερις εμφύλιοι, Επτά πτωχεύσεις. 1821-2016, Πόλις, Αθήνα 2016, σ. 59-60.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Η αλλαγή των ρυθμών ανάπτυξης από τη δεκαετία του 1860 και μετά, οδήγησε αναγκαστικά σε νέο δανεισμό. Όπως, πιο συγκεκριμένα διευκρινίζει ο Γ. Δερτιλής, η δυνατότητα δανεισμού ξεκίνησε για το ελληνικό κράτος το 1878, ύστερα από πενήντα χρόνια συνεχούς αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές. Οι περιορισμένοι πόροι της χώρας, σε συνδυασμό με τα έκτακτα έξοδα που επέβαλαν οι διαρκείς εθνικές κρίσεις, καθιστούσαν αδύνατη την εξοικονόμηση κεφαλαίων για δημόσιες επενδύσεις. Ο εξωτερικός δανεισμός διογκώθηκε κατά τη δεκαετία του 1880, και μέσα σε λίγα μόλις χρόνια η χώρα βρέθηκε να οφείλει ποσά πολλαπλάσια του ετήσιου προϋπολογισμού της. Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τον Γ. Δερτιλή, υπήρξε αποτέλεσμα του γεγονότος πως η Ελλάδα κατόρθωσε μετά την πρόσβασή της στις αγορές να δανειστεί ποσά πρωτόγνωρα για τα δεδομένα της, στο πλαίσιο, μάλιστα, μιας εξαιρετικά διευρυμένης διεθνούς αγοράς κεφαλαίων. Οι Έλληνες κυβερνώντες, ωστόσο, δεν ήταν όλοι τους εξοικειωμένοι με τους όρους της αγοράς, γεγονός που εύλογα μετέτρεψε τα υπερβολικά δάνεια σε υπέρμετρες χρεώσεις. Ως εκ τούτου, μόλις το 1884 το ελληνικό χρέος είχε σχεδόν διπλασιαστεί, το 1887 είχε τετραπλασιαστεί και λίγο καιρό προτού η χώρα πτωχεύσει, το 1893, υπερέβαινε το 175% του ΑΕΠ της χώρας, έχοντας σχεδόν επταπλασιαστεί.
 
β. Το μεγαλύτερο μέρος των δανείων αυτών χρησίμευσε για την κάλυψη των τρεχόντων ελλειμμάτων των εθνικών προϋπολογισμών, καθώς και των δαπανών των στρατιωτικών κινητοποιήσεων (του 1877-1880 και του 1885-1886) και των εξοπλισμών (26.000.000 δραχμές από τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για τη ναυπήγηση τριών θωρηκτών το 1889). Όπως σχολιάζει ο Γ. Δερτιλής, η έμφαση στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς συνιστούσε για τους Έλληνες πολιτικούς έναν σαφή τρόπο να αναδείξουν το ακλόνητο πατριωτισμό τους. Ο ιστορικός, μάλιστα, επισημαίνει πως παρά τη συνήθη εξήγηση που δίνεται πως μεγαλύτερη ευθύνη για τη διεύρυνση του χρέους φέρουν οι σημαντικέ επενδύσεις σε κρατικές υποδομές, οι οποίες δεν απέδιδαν αμέσως κέρδος, όπως ο σιδηρόδρομος, αυτό δεν είναι αληθές. Η απόδοση της ευθύνης στις δημόσιες επενδύσεις δεν ευσταθεί, καθώς αποτέλεσε μια εκ των υστέρων σκόπιμη στρέβλωση της πραγματικότητας. Επί της ουσίας η βασικότερη αιτία για τη υπερχρέωση της χώρας υπήρξαν εξαρχής οι στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες ήδη από τη δεκαετία του 1880 ήταν εξαιρετικά αυξημένες. Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, για παράδειγμα, όντας ένας εθνικιστής πολιτικός δημαγωγικών τακτικών πίεζε για την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών είτε από τη θέση του πρωθυπουργού είτε από τη θέση του αρχηγού της αντιπολίτευσης. Παραλλήλως, κάποιοι πολιτικοί εκείνης της περιόδους επέλεγαν να εθελοτυφλούν απέναντι στο κόστος του δανεισμού, καθώς ήθελαν να διασφαλίζουν οικονομικό περιθώριο για να ικανοποιούν τις απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους. Επίσης μεγάλα ποσά διατέθηκαν για την αποπληρωμή παλαιότερων δανείων. Μικρό μέρος απέμενε για παραγωγικές επενδύσεις και δημόσια έργα, ποσό όμως απαραίτητο, χωρίς το οποίο τα έργα αυτά δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν.
 
«Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Τράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση https://www.iep.edu.gr/trapeza-thematon-arxiki-selida/».
 

Ιστορία Προσανατολισμού: Οι βασιλικές εξουσίες σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1844 (Πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Οι βασιλικές εξουσίες σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1844 (Πηγή)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις απαραίτητες πληροφορίες από τις ιστορικές πηγές που σας δίνονται:
α. να παρουσιάσετε το περιεχόμενο του Συντάγματος του 1844 όσον αφορά τον καθορισμό των βασιλικών εξουσιών, την κατοχύρωση του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας και την ύπαρξη γερουσίας
β. να αναφερθείτε στην πρόβλεψη του Συντάγματος του 1844 για τα κόμματα.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Φυσικά το κυριώτερο πρόβλημα που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Εθνοσυνέλευση ήταν ο καταρτισμός του νέου συντάγματος. Πρότυπο στον καταρτισμό του υπήρξε το γαλλικό σύνταγμα του 1830. […] Σύμφωνα λοιπόν με το αντιδραστικό γαλλικό υπόδειγμα, το σύνταγμα που ψηφίστηκε από την Α΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων […] καθιέρωνε την άμεση εκλογή βουλευτών για μια τριετία από ένα εκλογικό σώμα ψηφοφόρων που είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και κατείχαν «ιδιοκτησίαν τινά εντός της επαρχίας όπου έχουν την πολιτικήν διαμονήν των ή εξασκούν εν αυτή οιονδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα». Έτσι αφαιρούσαν το δικαίωμα του εκλέγειν από όσους είχαν εξάρτηση υπαλληλική ή ήταν απλοί εργάτες. Οι γερουσιαστές, κατ’ ελάχιστο όριο 25, διορίζονταν απ’ ευθείας από το βασιλέα. Ο βασιλεύς επίσης είχε το δικαίωμα να αυξήσει τον αριθμό των γερουσιαστών ως το μισό του συνολικού τους αριθμού. Σύμφωνα με το νέο σύνταγμα και πάλι ο μονάρχης μένει το κυριαρχικό πρόσωπο στο τριαδικό δόγμα της εξουσίας, την εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική και μόνο ένα μέρος της κυρίαρχης τάξης συμμετέχει στη διαχείριση των κοινών.
 
Βουρνάς, Τ., Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας, τ. Α΄, σ. 291-292.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Η έννοια του κόμματος δεν υπήρχε ούτε στο σύνταγμα ούτε στον εκλογικό νόμο. Ο κανονισμός της βουλής όριζε ότι η σύνθεση των κοινοβουλευτικών επιτροπών θα αποφασιζόταν με κλήρο (άρθρο 56), και έτσι δεν εξασφαλιζόταν η αναλογική εκπροσώπηση των κοινοβουλευτικών ομάδων. Τουλάχιστον προβλεπόταν ένας εισηγητής από την πλειοψηφία και ένας από τη μειοψηφία της επιτροπής (άρθρο 36). Μόνο σε ψηφοφορίες στην ολομέλεια λαμβάνονταν υπόψη οι ομάδες, αφού οι καταμετρητές έπρεπε να επιλέγονται από τους «βουλευτές της αντίπαλης πλευράς» (άρθρο 77-78).
 
Hering, G. Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004, τ. Α', σ. 264.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Στο σύνταγμα καθορίστηκαν και οι βασιλικές εξουσίες. Μεταξύ των σπουδαιότερων ήταν η συμμετοχή του βασιλιά στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και η αρχηγία του κράτους και του στρατού. Όμως, καμία πράξη του δεν είχε ισχύ χωρίς την προσυπογραφή του αρμόδιου υπουργού. Με άλλες διατάξεις:
α) Κατοχυρωνόταν, με ελάχιστους περιορισμούς, το δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας για τους άνδρες, ρύθμιση που αποτελούσε παγκόσμια πρωτοπορία. Σύμφωνα, πάντως, με τον Τ. Βουρνά (Κείμενο Α), το ελληνικό Σύνταγμα καταρτίστηκε έχοντας ως πρότυπο το γαλλικό που είχε ψηφιστεί το 1830 και το οποίο θεωρούνταν «αντιδραστικό» για την εποχή του. Το ελληνικό Σύνταγμα προέβλεπε την εκλογή βουλευτών για μια τριετία με άμεση εκλογή από τους ψηφοφόρους. Οι ψηφοφόροι έπρεπε να έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και να κατέχουν κάποια μορφή ιδιοκτησίας εντός των ορίων της επαρχίας στην οποία είχαν την «πολιτική διαμονή» τους, στην οποία, δηλαδή, ασκούσαν το εκλογικό τους δικαίωμα. Αν δεν είχαν κάποια ιδιοκτησία, αρκούσε το να ασκούν στην περιφέρεια αυτή ένα οποιοδήποτε επάγγελμα ή κάποια ανεξάρτητη εργασιακή ενασχόληση. Η προϋπόθεση αυτή, βέβαια, στερούσε το εκλογικό δικαίωμα από εκείνους που ήταν απλοί εργάτες ή είχαν υπαλληλική εξάρτηση από τον εργοδότη τους, όπως, για παράδειγμα, οι οικόσιτοι υπηρέτες ή οι μαθητευόμενοι τεχνίτες, δοθέντος πως ήταν πιθανό να ψηφίσουν ό,τι θα τους υποδείκνυαν τα «αφεντικά» τους.  
β) Οριζόταν η εκλογική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία οι εκλογείς μπορούσαν να δώσουν θετική ψήφο σε όσους υποψηφίους ήθελαν, συμπληρώνοντας ψηφοδέλτια, ακόμη και διαφορετικών Συνδυασμών,
γ) Προβλεπόταν η ύπαρξη Βουλής και Γερουσίας. Οι γερουσιαστές θα διορίζονταν από τον βασιλιά και θα διατηρούσαν το αξίωμά τους ισόβια. Όπως, μάλιστα, διευκρινίζει ο Τάσος Βουρνάς (Κείμενο Α), οι γερουσιαστές θα ήταν το λιγότερο είκοσι πέντε, αλλά ο βασιλιά διατηρούσε το δικαίωμα να αυξήσει τον αριθμό τους μέχρι το μισό του συνολικού τους αριθμού. Γινόταν, έτσι, αντιληπτό πως ο βασιλιάς παρέμενε το πρόσωπο με τη μεγαλύτερη εξουσία στο πλαίσιο των τριών εξουσιών -νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής- με ένα μικρό μόνο μέρος της κυρίαρχης αστικής τάξης να συμμετέχει στη διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων.  
 
β. Συνταγματική πρόβλεψη για τα κόμματα δεν υπήρξε. Ο κανονισμός της Βουλής προέβλεπε ότι η σύνθεση των κοινοβουλευτικών επιτροπών θα γινόταν με κλήρωση. Αυτό αναγκαστικά οδηγούσε τις παρατάξεις σε διαβουλεύσεις και, ορισμένες φορές, σε συναίνεση. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από τον G. Hering (Κείμενο Β), ο οποίος διευκρινίζει πως η έννοια του κόμματος δεν υπήρχε όχι μόνο στο Σύνταγμα, αλλά ούτε καν στο εκλογικό νόμο. Ως εκ τούτου, και δοθέντος πως οι κοινοβουλευτικές επιτροπές αποφασίζονταν με κλήρο, όπως προέβλεπε το άρθρο 56 του Συντάγματος, δεν διασφαλιζόταν σε αυτές η αναλογική εκπροσώπηση των κοινοβουλευτικών ομάδων. Το άρθρο 36, πάντως, προέβλεπε πως στις κοινοβουλευτικές επιτροπές θα έπρεπε να υπάρχει ένας εισηγητής από την πλειοψηφούσα ομάδα και ένας από τη μειοψηφούσα. Αντιστοίχως, στο άρθρο 77-78, φαίνεται πως λαμβάνεται υπόψη η έννοια των «κοινοβουλευτικών ομάδων», εφόσον προέβλεπε πως στις ψηφοφορίες που γίνονταν στην ολομέλεια της Βουλής, οι καταμετρητές θα έπρεπε να επιλέγονται από τους βουλευτές της «αντίπαλης πλευράς».
 
«Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Τράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση https://www.iep.edu.gr/trapeza-thematon-arxiki-selida/».

Ιστορία Προσανατολισμού: Καταστροφή των Κυδωνιών τον Ιούνιο του 1821 (Πηγές)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Καταστροφή των Κυδωνιών τον Ιούνιο του 1821 (Πηγές)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. τον αντίκτυπο που είχε το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης στο ελληνικό στοιχείο των μικρασιατικών παραλίων και ιδίως στην πόλη των Κυδωνιών
β. τα προσφυγικά ρεύματα από τη Σμύρνη, το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, την Κωνσταντινούπολη και την Κύπρο.
                                                                                                                         
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Αγριώτατους διωγμούς υπέστη τότε ο χριστιανικός πληθυσμός της Σμύρνης. «Επίσημος και αρχαία πόλις», όπως γράφει ο Φιλήμων, «ως και επίνειον της Ιωνίας… η Σμύρνη κατωκείτο επί της εποχής ταύτης υπό τριάκοντα και εκατόν χιλιάδον, των πλείστων Ελλήνων. Εντεύθεν επωνομάζετο παρά των Τούρκων «Γκιαούρ Ισμίρι» (Απίστων Σμύρνη). […]
Ο τουρκικός πληθυσμός της πόλεως ήταν αφοπλισμένος εξαιτίας μεγάλων αταξιών που είχε διαπράξει κατά το άμεσο παρελθόν. Από τις 23 Μαρτίου του 1821 όμως οπλίσθηκε πάλι, ύστερα από το διάταγμα του σουλτάνου για τον γενικό εξοπλισμό των πιστών. Υπήρχε έτσι έτοιμο και πρόθυμο όργανο για την εξαπόλυση διωγμών. […] Στις 31 Μαρτίου, ύστερα από ψεύτικη διάδοση ότι κηρύχθηκε ρωσοτουρκικός πόλεμος, θανατώθηκαν από τον τουρκικό όχλο 22 χριστιανοί. Στις 6 Απριλίου, όταν έφτασε η είδηση για την επανάσταση της Πελοποννήσου, σφαγιάστηκαν στην αγορά περισσότεροι από 60 Έλληνες και απειλήθηκε γενική σφαγή τους. Στις 10 Απριλίου έγιναν πολλοί νέοι φόνοι Ελλήνων, ύστερα από ψεύτικη είδηση ότι οι Έλληνες επαναστάτες άλειφαν με ρετσίνι και έκαιγαν όσους Τούρκους έπιαναν στη θάλασσα. Προκλήθηκε τότε πανικός στις ελληνικές συνοικίες και αθρόα φυγή των κατοίκων τους προς την παραλία, όπου εκτυλίχτηκαν σκηνές αλλοφροσύνης. Άνδρες, παιδιά, γυναίκες με νήπια έπεφταν στη θάλασσα για να φτάσουν στα πλοία και να σωθούν από τους γενίτσαρους. […]
Διωγμοί έγιναν και σε άλλες πόλεις και περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον μήνα Μάιο, όπως στην Κύπρο, στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Στην Κύπρο έγιναν διωγμοί στις 3 Μαΐου με πρόσχημα την έρευνα για όπλα.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Ο ελληνικός στόλος έπλεε ανάμεσα στη Μυτιλήνη και τα Μοσχονήσια, νησιωτικό σύμπλεγμα πολύ κοντά στις Κυδωνίες, επιτηρώντας τα παράλια για να ματαιώσει ενδεχόμενες επιβιβάσεις τουρκικού στρατού σε πλοία, με προορισμό τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδος. Ένα από τα ελληνικά πλοία ανήγγειλε τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι Έλληνες των Κυδωνιών και έτσι, στις 2 Ιουνίου, ο ελληνικός στόλος εισέπλευσε στα Μοσχονήσια εμπρός από τις Κυδωνίες. […]
Αμέσως έφθασαν λέμβοι, μερικές με κανόνια, και άρχισε η παραλαβή των κατοίκων συνοδευμένη από σκηνές αλλοφροσύνης, επειδή οι Τούρκοι εμπόδιζαν την επιβίβαση και πυροβολούσαν εναντίον του πληθυσμού και των λέμβων και οι Έλληνες ναύτες ανταπέδιδαν τα πυρά με τα κανόνια τους. Πολλοί από τους κατοίκους διασώθηκαν έτσι, ενώ πολλοί άλλοι δεν διέφυγαν τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό.
Σύμφωνα με την περιγραφή του Φιλήμωνος, «… η πόλις ανάστατος γίνεται δια της σφαγής και της αιχμαλωσίας, δια του πυρός και της λεηλασίας. […] Το τραγικώτατον αυτό δράμα διήρκεσεν επί πέντε περίπου ώρας. Ούτω κατεστράφη τη 3 Ιουνίου, ημέρα Παρασκευή, η πόλις των Κυδωνιών, σφαγείσα και αιχμαλωτισθείσα κατά το εν τρίτον, λεηλατηθείσα κατά το όλον και αποτεφρωθείσα κατά κράτος».
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Μετά την εξέγερση των ναυτικών νησιών και της Σάμου, οι Τούρκοι φοβήθηκαν ότι το πυκνό ελληνικό στοιχείο των δυτικών μικρασιατικών παραλίων δεν θα παρέμενε αδρανές. Ο αναβρασμός που επικρατούσε στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, οι παράτολμες επιδρομές Σαμίων και Ψαριανών στις μικρασιατικές ακτές και η εμφάνιση ελληνικών πλοίων κοντά στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) και τη Σμύρνη εξώθησαν τους Τούρκους σε μέτρα τρομοκράτησης των ελληνικών πληθυσμών. Οι βιαιοπραγίες των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη λειτούργησαν ως σήμα κινδύνου για αρκετούς εύπορους Έλληνες των Κυδωνιών, οι οποίοι προτίμησαν για ασφάλεια να διαπεραιωθούν εσπευσμένα στην απέναντι Λέσβο. Ακολούθησε η καταστροφή της πόλης των Κυδωνιών από τουρκικά στρατεύματα στις αρχές Ιουνίου του 1821, που οδήγησε τους έντρομους κατοίκους της σε άτακτη φυγή στα Ψαρά, ενώ πλήθος φυγάδων από τα λεηλατημένα χωριά γύρω από τις Κυδωνιές κατέφυγε στη Λέσβο. Τα γεγονότα της καταστροφής των Κυδωνιών παρουσιάζονται αναλυτικότερα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), όπου καταγράφεται ότι στις 2 Ιουνίου 1821 ελληνικά πλοία κινούνταν στην περιοχή μεταξύ Μυτιλήνης και Μοσχονησίων -τα οποία αποτελούν ένα νησιωτικό σύμπλεγμα κοντινό στις Κυδωνίες- προκειμένου να εμποδίσουν τυχόν μετακινήσεις τουρκικών πλοίων που προορίζονταν για τις επαναστατημένες περιοχές του ελληνικού χώρου. Τη μέρα εκείνη ένα εκ των ελληνικών πλοίων διαπίστωσε πως οι Έλληνες των Κυδωνιών βρίσκονταν σε κίνδυνο λόγω των τουρκικών ενεργειών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα όλος ο εκεί ευρισκόμενος ελληνικός στόλος να πλεύσει στις Κυδωνίες. Από τα ελληνικά πλοία μετακινήθηκαν βάρκες, κάποιες εκ των οποίων με κανόνια, προκειμένου να επιτευχθεί η απομάκρυνση του ελληνικού πληθυσμού από τις ακτές. Η προσπάθεια μετακίνησής τους, ωστόσο, έλαβε στοιχεία έξαλλου πανικού, διότι οι Τούρκοι επιχειρούσαν να παρεμποδίσουν τη διαδικασία πυροβολώντας τόσο τις βάρκες όσο και τους μεταφερόμενους Έλληνες, με αποτέλεσμα να ανταποδίδουν οι Έλληνες ναύτες με κανονιοβολισμούς. Σημαντικό μέρος των κατοίκων κατάφερε να γλιτώσει, αλλά πολλοί ήταν κι εκείνοι που είτε σφαγιάστηκαν είτε αιχμαλωτίστηκαν. Στη δική του περιγραφή, ο Φιλήμων, αναφέρει πως η κατάσταση κατέληξε σε μαζική σφαγή του πληθυσμού, λεηλασία και πυρπόληση της πόλης. Επρόκειτο για γεγονός εξαιρετικά τραγικό, το οποίο κράτησε πέντε ώρας και είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των Κυδωνιών στις 3 Ιουνίου 1821, ημέρα Παρασκευή. Η πόλη λεηλατήθηκε στο σύνολό της και κάηκε ολοσχερώς, ενώ το ένα τρίτο των πολιτών είτε αιχμαλωτίστηκε είτε σφαγιάσθηκε.  
 
β. Νοτιότερα, στη Σμύρνη, όταν οι κάτοικοι πληροφορήθηκαν την τραγική τύχη των Κυδωνιών, επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και διασκορπίστηκαν σε διάφορα νησιά του Αιγαίου πελάγους και την Πελοπόννησο. Σύμφωνα, πάντως, με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Α), απόπειρες φυγής από τη Σμύρνη σημειώθηκαν και πριν από την καταστροφή των Κυδωνιών εξαιτίας των διωγμών που υπέστησαν οι εκεί Έλληνες. Όπως επισημαίνει ο Φιλήμων, η Σμύρνη, λιμάνι της Ιωνίας και σημαντική πόλη από την αρχαιότητα, κατοικούνταν την εποχή εκείνη από εκατόν τριάντα χιλιάδες κατοίκους, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν Έλληνες, γι’ αυτό και η Τούρκοι την αποκαλούσαν «Απίστων Σμύρνη» (Γκιαούρ Ισμίρ). Την περίοδο που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση οι Τούρκοι της Σμύρνης ήταν αφοπλισμένοι, διότι λίγο καιρό πριν είχαν επιδείξει εγκληματική συμπεριφορά. Από τις 23 Μαρτίου του 1821, εντούτοις, έλαβαν εκ νέου όπλα, καθώς ο σουλτάνος εξέδωσε διαταγή που προέβλεπε τον εξοπλισμό όλων των Μουσουλμάνων. Κατ’ αυτό τον τρόπο η εκκίνηση διωγμών εις βάρος των χριστιανών διευκολυνόταν, εφόσον υπήρχαν ετοιμοπόλεμοι Τούρκοι. Πράγματι, στις 31 Μαρτίου με αφορμή μια ψευδή είδηση πως είχε κηρυχθεί ρωσουτουρκικός πόλεμος, ένοπλοι Τούρκοι δολοφόνησαν 22 Χριστιανούς. Ενώ, στις 6 Απριλίου, όταν έγινε γνωστό πως είχε ξεκινήσει επανάσταση στην Πελοπόννησο, σφαγιάστηκαν στην αγορά της Σμύρνης περισσότεροι από 60 Έλληνες και υπήρξε κίνδυνος να γενικευτεί η σφαγή. Λίγες μέρες μετά, στις 10 Απριλίου 1821, ψευδείς διαδόσεις, ότι τάχα οι επαναστατημένοι Έλληνες έκαιγαν ζωντανούς τους Τούρκους που αιχμαλώτιζαν στη θάλασσα, αφού πρώτα τους άλειφαν με ρετσίνι, είχαν ως αποτέλεσμα να σημειωθεί νέο σημαντικό κύμα δολοφονιών και να προκληθεί πανικός στις ελληνικές συνοικίες της πόλης με τους κατοίκους να επιχειρούν μαζικά να καταφύγουν στην παραλία, σε μια προσπάθεια να απομακρυνθούν με τη βοήθεια πλοίων. Εκεί, όμως, τους καταδίωκαν γενίτσαροι και η απεγνωσμένη κίνηση γυναικόπαιδων και ανδρών να βουτούν στη θάλασσα για να σωθούν διαμόρφωσε κατάσταση χάους.  
Στα Ψαρά και τη Σάμο κατέφυγαν και οι διωκόμενοι από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, επιχειρώντας να γλιτώσουν από τις διώξεις και τις επιθέσεις των ατάκτων.
Στο προσφυγικό ρεύμα της ίδιας περιόδου μπορούν να συμπεριληφθούν και οι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη και την Κύπρο. Οι πρώτοι, κυρίως Φαναριώτες, ήδη πριν από τις ταραχές στην Πόλη, άρχισαν να συρρέουν στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου πολύ γρήγορα διακρίθηκαν στην πολιτική οργάνωση του επαναστατημένου έθνους. Πολλοί Κύπριοι, για να αποφύγουν τις διώξεις των Τούρκων, κατέφυγαν στα Προξενεία των Μεγάλων Δυνάμεων και κατόπιν μεταφέρθηκαν με ξένα πλοία σε λιμάνια της Ιταλίας και της Γαλλίας. Όπως, μάλιστα, επισημαίνει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Α), στην Κύπρο έγιναν διώξεις τον Μάη του 1821 και ειδικότερα στις 3 Μαΐου με την πρόφαση πως οι τουρκικές αρχές έκαναν έλεγχο για να διαπιστωθεί αν κατείχαν όπλα απλοί πολίτες.

Ιστορία Προσανατολισμού: Συνδυαστική πηγή για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Συνδυαστική πηγή για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας
 
ΘΕΜΑ Δ1
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. την ανάπτυξη των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1870 έως και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα
β. τον αντίκτυπο που είχε η άφιξη των προσφύγων στη βιομηχανία της χώρας.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Είναι γεγονός πως καθ’ όλη την περίοδο που ερευνούμε -αλλά και πριν- οι τράπεζες είναι ιδιαιτέρως συντηρητικές ως προς το δανεισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όχι με δική τους μόνον ευθύνη, αλλά και των επαγγελματιών (οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν τηρούσαν καν εμπορικά βιβλία), με αποτέλεσμα να προτιμούν ενυπόθηκα δάνεια ή επενδύσεις σε ακίνητα. Ο Ζολώτας περιγράφει: «Αι εν Ελλάδι τράπεζαι και δη η Εθνική Τράπεζα κατείχοντο υπό προλήψεως ότι η Ελλάς δεν είναι χώρα κατάλληλος δια βιομηχανική ανάπττυξιν…[και] δεν επιδεικνύουν ουδεμίαν προθυμίαν εις την παροχήν πιστώσεων δια βιομηχανικάς επιχειρήσεις».
 
Ιωάννης Παναγιώτου, Οικονομική Σκέψη σε Καιρούς Κρίσης, Ελλάδα (1880-1910)
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Στην αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων γυναικών στη βιομηχανία, ή και αλλού, συμβάλλει επίσης σημαντικά και η μικρασιατική καταστροφή, που οδηγεί πολλές γυναίκες – πρόσφυγες συχνά, αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών, να ενταχθούν στην Αγορά Εργασίας, ακολουθώντας επαγγέλματα - προεκτάσεις του κοινωνικού τους φύλου, όπως είναι, μεταξύ αυτών και της εργάτριας στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία.
 
Μ. Κανταράκη, Γυναίκες και εργασιακές σχέσεις στη βιομηχανική υφαντουργία
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
Από το 1869 και μετά ιδρύονται στην Ελλάδα 29 μεταλλευτικές εταιρείες. Το ονομαστικό κεφάλαιο αυτών των 29 επιχειρήσεων ήταν 50.829.000 δρχ., αρκετά ικανοποιητικό για την εποχή. Δύο από αυτές τις επιχειρήσεις είχαν ιδρυθεί το 1869 και 1870 και οι άλλες το 1872 και 1873. Από αυτές που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διαλύθηκαν και παρέμειναν 18 των οποίων το ονομαστικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 35.945.000 δρχ.
 
Παπαδάκη –Λάππα Ελευθερία, Ιστορία και πολιτική των επιχειρήσεων της Λαυρεωτικής 19ος -20ος αιώνας
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Δ
Σε όλη την περίοδο 1923-1938 η ελληνική βιομηχανία παρουσίασε εντυπωσιακούς ρυθμούς αναπτύξεως. Οι λόγοι που συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα ήταν δύο ειδών: η μαζική άφιξη των προσφύγων και η διεθνής ύφεση. […]
Μεταξύ 1928 και 1938, η συνολική βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 68%, ενώ οι βιομηχανικές εξαγωγές μόνο κατά 16%. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι το βασικό κίνητρο για την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής δεν ήταν η εξαγωγή, αλλά η εγχώρια αγορά. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο ίδιο διάστημα οι εισαγωγές βιομηχανικών πρώτων υλών δεν αυξήθηκαν ανάλογα με το προϊόν της βιομηχανίας, αλλά μόνο κατά 20%. Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές σύστημα έπαιξε ιδιαίτερα μειωμένο ρόλο στην ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας, τόσο από την άποψη των αγορών της ελληνικής βιομηχανίας, όσο και από την άποψη των προμηθειών. Και από τις δύο αυτές απόψεις, τον βασικό ρόλο έπαιξε η εγχώρια αγορά.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ΄
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Επιβεβαιωτικά λειτουργούν τα στοιχεία που παραθέτει η Ε. Παπαδάκη-Λάππα (Κείμενο Γ) αναφερόμενη στην ίδρυση μεταλλευτικών εταιρειών εκείνη την περίοδο. Ειδικότερα, όπως επισημαίνει, από το 1869 και εξής πραγματοποιείται η ίδρυση είκοσι εννέα μεταλλευτικών εταιρειών στην Ελλάδα, το ονομαστικό κεφάλαιο των οποίων ήταν 50.829.000 δραχμές, ποσό επαρκώς υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Από τις επιχειρήσεις αυτές δύο είχαν ιδρυθεί το 1869 και το 1860, ενώ οι υπόλοιπες κατά την περίοδο 1872-1873. Από εκείνες που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διέκοψαν τη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα να παραμείνουν σε λειτουργία δεκαοκτώ μεταλλευτικές εταιρείες με ονομαστικό κεφάλαιο 35.945.000 δραχμών. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα. Ένα αίτιο της στασιμότητας αυτής καταγράφεται από τον Ιωάννη Παναγιώτου (Κείμενο Α), ο οποίος αναφερόμενος στην περίοδο 1880-1910 επισημαίνει τη διστακτικότητα των τραπεζών της εποχής να δανείζουν σε επιχειρήσεις. Επρόκειτο για μια κατάσταση, για την οποία δεν ευθύνονταν μόνο οι τράπεζες αλλά και οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, καθώς πολλοί από αυτούς δεν διατηρούσαν ούτε εμπορικά βιβλία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προτιμούν οι τράπεζες να δίνουν ενυπόθηκα δάνεια ή να επενδύουν σε ακίνητα. Όπως, άλλωστε, είχε επισημάνει ο Ζολώτας, οι ελληνικές τράπεζες και κυρίως η Εθνική, είχαν διαμορφώσει την πεποίθηση πως η Ελλάδα δεν ήταν κατάλληλη για την ανάπτυξη βιομηχανίας, γι’ αυτό και δεν ήταν καθόλου πρόθυμες να παρέχουν δάνεια στις βιομηχανικές επιχειρήσεις. Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται μόλις στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και, κυρίως, στα πρώτα χρόνια του 20ού. Τότε δημιουργήθηκε ένα βιομηχανικό δυναμικό σχετικά σταθερό, πολυδιάστατο, με τάσεις ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, της ναυπηγικής και της τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του νέου αιώνα.
 
β. Η άφιξη των προσφύγων αναζωογόνησε και τη βιομηχανία με νέο, ειδικευμένο και φθηνό εργατικό δυναμικό, με τη διεύρυνση της καταναλωτικής αγοράς και με τη δράση ανθρώπων με επιχειρηματικές ικανότητες. Στη δεκαετία 1922-1932, διπλασιάστηκε ο αριθμός των βιομηχανικών μονάδων. Η ανάπτυξη αυτή επιβεβαιώνεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Δ), στην οποία τονίζεται πως οι λόγοι που κατέστησαν εφικτή την αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης ήταν αφενός η διεθνής οικονομική ύφεση και αφετέρου η μαζική άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους εστιάζει ειδικότερα στην περίοδο 1928-1932, κατά την οποία η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε άνοδο 68% τη στιγμή που οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν μόνο κατά 16%. Ως εκ τούτου, γίνεται σαφές πως η ενισχυμένη βιομηχανική παραγωγή είχε ως στόχο της την εγχώρια αγορά και όχι την εξαγωγή προϊόντων. Η εστίαση, άλλωστε, στην εγχώρια αγορά γίνεται εμφανής από το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη οι εισαγωγές πρώτων υλών για τη βιομηχανία αυξήθηκαν μόνο κατά 20% χωρίς να συμβαδίζουν με την πολύ μεγαλύτερη αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής. Γίνεται, επομένως, αντιληπτό πως οι διεθνείς αγορές διαδραμάτισαν πολύ μικρό ρόλο στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, εφόσον δεν υπήρξε άνοδος των εξαγωγών, αλλά ούτε και άνοδος στην εισαγωγή πρώτων υλών. Η πρόοδος όμως της ελληνικής βιομηχανίας δεν ήταν σημαντική, εξαιτίας κυρίως της διατήρησης των παραδοσιακών δομών λειτουργίας τους.
Η συμμετοχή των προσφύγων (ως κεφαλαιούχων και ως εργατών) ήταν μεγαλύτερη στην κλωστοϋφαντουργία, την ταπητουργία, τη μεταξουργία, την αλευροβιομηχανία και την παραγωγή οικοδομικών υλικών. Αρκετοί ήταν οι πρόσφυγες που αναδείχθηκαν ως επιχειρηματίες, βιομήχανοι ή μεγαλέμποροι. Οι Έλληνες που προέρχονταν από τα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας και την Κωνσταντινούπολη υπερείχαν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες σε επιχειρηματικό πνεύμα, εκπαίδευση, κατάρτιση και προοδευτικές αντιλήψεις. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της ζωής τους, η γνώση ξένων γλωσσών, οι επαφές που είχαν αναπτύξει με την Ευρώπη και η πείρα που διέθεταν τους βοήθησαν, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, να οργανώσουν δικές τους επιχειρήσεις ή να στελεχώσουν επιχειρήσεις άλλων, προσφύγων ή γηγενών.
Η άφιξη των προσφύγων επέδρασε και στην ένταξη των γυναικών στον ενεργό πληθυσμό. Το 1930 οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειονότητα των εργατών στην κλωστοϋφαντουργία, την καπνοβιομηχανία και τη βιομηχανία ετοίμων ενδυμάτων. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από τη Μ. Κανταράκη (Κείμενο Β), η οποία επισημαίνει πως λόγω της μικρασιατικής καταστροφής πολλές γυναίκες -κυρίως πρόσφυγες- που είχαν χάσει τον σύζυγό τους και ήταν πλέον αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών αναγκάστηκαν να εργαστούν, επιλέγοντας πρωτίστως επαγγέλματα που ανταποκρίνονταν στο φύλο τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, πολλές γυναίκες επέλεξαν να εργαστούν στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία.