Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λαμβάνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λαμβάνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Studio Grafiikka
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λαμβάνω»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λαμβάνω, λαμβάνεις, λαμβάνει, λαμβάνομεν, λαμβάνετε, λαμβάνουσι(ν)
Υποτακτική
λαμβάνω, λαμβάνῃς, λαμβάνῃ, λαμβάνωμεν, λαμβάνητε, λαμβάνωσι(ν)
Ευκτική
λαμβάνοιμι, λαμβάνοις, λαμβάνοι, λαμβάνοιμεν, λαμβάνοιτε, λαμβάνοιεν
Προστακτική
---, λάμβανε, λαμβανέτω, ---, λαμβάνετε, λαμβανόντων (ή λαμβανέτωσαν)
Απαρέμφατο
λαμβάνειν
Μετοχή
λαμβάνων, λαμβάνουσα, λαμβάνον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐλάμβανον, ἐλάμβανες, ἐλάμβανε, ἐλαμβάνομεν, ἐλαμβάνετε, ἐλάμβανον
 
Μέλλοντας
Οριστική
λήψομαι, λήψῃ /λήψει, λήψεται, ληψόμεθα, λήψεσθε, λήψονται
Ευκτική
ληψοίμην, λήψοιο, λήψοιτο, ληψοίμεθα, λήψοισθε, λήψοιντο
Απαρέμφατο
λήψεσθαι
Μετοχή
ληψόμενος, ληψομένη, ληψόμενον
 
ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β
Οριστική
ἔλαβον, ἔλαβες, ἔλαβε(ν), ἐλάβομεν, ἐλάβετε, ἔλαβον
Υποτακτική
λάβω, λάβῃς, λάβῃ, λάβωμεν, λάβητε, λάβωσι(ν)
Ευκτική
λάβοιμι, λάβοις, λάβοι, λάβοιμεν, λάβοιτε, λάβοιεν
Προστακτική
---, λαβέ, λαβέτω, ---, λάβετε, λαβόντων (ή λαβέτωσαν)
Απαρέμφατο
λαβεῖν
Μετοχή
λαβών, λαβοῦσα, λαβόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εἴληφα, εἴληφας, εἴληφε, εἰλήφαμεν, εἰλήφατε, εἰλήφασι(ν)
 
Υποτακτική
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ὦ
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ᾖς
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ᾖ
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ὦμεν
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἦτε
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ὦσι
 
Ευκτική
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός εἴην
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός εἴης
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός εἴη
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα εἴημεν (εἶμεν)
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα εἴητε (εἶτε)
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἴσθι
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἔστω
---
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἔστε
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
εἰληφέναι
Μετοχή
εἰληφώς, εἰληφυῖα, εἰληφός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εἰλήφειν, εἰλήφεις, εἰλήφει, εἰλήφεμεν, εἰλήφετε, εἰλήφεσαν
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἔσομαι
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἔσῃ (ἔσει)
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἔσται
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἐσόμεθα
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἔσεσθε
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἔσονται
 
Ευκτική
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἐσοίμην
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἔσοιο
εἰληφώς- εἰληφυῖα- εἰληφός ἔσοιτο
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἐσοίμεθα
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἔσοισθε
εἰληφότες- εἰληφυῖαι- εἰληφότα ἔσοιντο
 
Απαρέμφατο
εἰληφώς ἔσεσθαι
Μετοχή
εἰληφώς ἐσόμενος
εἰληφυῖα ἐσομένη
εἰληφός ἐσόμενον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λαμβάνομαι, λαμβάνῃ/λαμβάνει, λαμβάνεται, λαμβανόμεθα, λαμβάνεσθε, λαμβάνονται
Υποτακτική
λαμβάνωμαι, λαμβάνῃ, λαμβάνηται, λαμβανώμεθα, λαμβάνησθε, λαμβάνωνται
Ευκτική
λαμβανοίμην, λαμβάνοιο, λαμβάνοιτο, λαμβανοίμεθα, λαμβάνοισθε,
λαμβάνοιντο
Προστακτική
---, λαμβάνου, λαμβανέσθω, ---, λαμβάνεσθε, λαμβανέσθων ή λαμβανέσθωσαν
Απαρέμφατο
λαμβάνεσθαι
Μετοχή
λαμβανόμενος
λαμβανομένη
λαμβανόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐλαμβανόμην, ἐλαμβάνου, ἐλαμβάνετο, ἐλαμβανόμεθα, ἐλαμβάνεσθε, ἐλαμβάνοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ληφθήσομαι, ληφθήσῃ/ληφθήσει, ληφθήσεται, ληφθησόμεθα, ληφθήσεσθε, ληφθήσονται
Ευκτική
ληφθησοίμην, ληφθήσοιο, ληφθήσοιτο, ληφθησοίμεθα, ληφθήσοισθε, ληφθήσοιντο
Απαρέμφατο
ληφθήσεσθαι
Μετοχή
ληφθησόμενος
ληφθησομένη
ληφθησόμενον
 
Αόριστος Β ́
Οριστική
ἐλαβόμην, ἐλάβου, ἐλάβετο, ἐλαβόμεθα, ἐλάβεσθε, ἐλάβοντο
Υποτακτική
λάβωμαι, λάβῃ, λάβηται, λαβώμεθα, λάβησθε, λάβωνται
Ευκτική
λαβοίμην, λάβοιο, λάβοιτο, λαβοίμεθα, λάβοισθε, λάβοιντο
Προστακτική
---, λαβοῦ, λαβέσθω, ---, λάβεσθε, λαβέσθων
Απαρέμφατο
λαβέσθαι
Μετοχή
λαβόμενος
λαβομένη
λαβόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐλήφθην, ἐλήφθης, ἐλήφθη, ἐλήφθημεν, ἐλήφθητε, ἐλήφθησαν
Υποτακτική
ληφθῶ, ληφθῇς, ληφθῇ, ληφθῶμεν, ληφθῆτε, ληφθῶσι(ν)
Ευκτική
ληφθείην, ληφθείης, ληφθείη, ληφθείημεν ή ληφθεῖμεν, ληφθείητε ή ληφθεῖτε, ληφθείησαν ή ληφθεῖεν
Προστακτική
---, λήφθητι, ληφθήτω, ---, λήφθητε, ληφθέντων ή ληφθήτωσαν
Απαρέμφατο
ληφθῆναι
Μετοχή
ληφθείς
ληφθεῖσα
ληφθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εἴλημμαι, εἴληψαι, εἴληπται, εἰλήμμεθα, εἴληφθε, εἰλημμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ὦ
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ᾖς
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ᾖ
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ὦμεν
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ἦτε
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ὦσι
 
Ευκτική
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον εἴην
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον εἴης
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον εἴη
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα εἴημεν (εἶμεν)
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα εἴητε (εἶτε)
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, εἴληψο, εἰλήφθω, --- εἴληφθε, εἰλήφθων ή εἰλήφθωσαν
 
Απαρέμφατο
εἰλῆφθαι
Μετοχή
εἰλημμένος
εἰλημμένη
εἰλημμένον
 
Υπερσυντέλικος
εἰλήμμην, εἴληψο, εἴληπτο, εἰλήμμεθα, εἴληφθε, εἰλημμένοι ἦσαν
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ἔσομαι
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ἔσῃ (ἔσει)
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ἔσται
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ἐσόμεθα
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ἔσεσθε
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ἔσονται
 
Ευκτική
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ἐσοίμην
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ἔσοιο
εἰλημμένος- εἰλημμένη-εἰλημμένον ἔσοιτο
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ἐσοίμεθα
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ἔσοισθε
εἰλημμένοι- εἰλημμέναι-εἰλημμένα ἔσοιντο
 
Απαρέμφατο
εἰλημμένος ἔσεσθαι
 
Μετοχή
εἰλημμένος ἐσόμενος
εἰλημμένη ἐσομένη
εἰλημμένον ἐσόμενον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου