Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Πατριάρχης»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Πατριάρχης»
 
Ο αυθάδης κι ο αχάριστος Ιωάννης,
που αν ήταν πατριάρχης το χρωστούσε
στην καλωσύνη που του είχε δείξει
ο κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός
(ο άξιος άνθρωπος που είχε η φυλή μας τότε,
σοφός, επιεικής, φιλόπατρης, ανδρείος, ικανός),
τον έξυπνον τάχα έκαμεν ο ασυνείδητος
ο πατριάρχης, κ’ είπε πως θα μεριμνήσει,
για να μη ξαναγίνει το άδικο
του Ιωάννη Λάσκαρη (μη νοιώθοντας
ο ελαφρός, τις προσβολή μεγάλη
ήταν τα λόγια του για την αρχή των Παλαιολόγων).
Εγνώριζεν βεβαίως ο άθλιος που κίνδυνον,
από τον τίμιον, τον εύορκον, τον αφιλοκερδή
κυρ Ιωάννη Καντακουζηνό,
δεν διέτρεχεν κανένα του κυρ Ανδρόνικου το παιδί.
Το ‘ξερε ο άθλιος, ο αισχρότατος, μα γύρευε
με κάθε τρόπο να δημοκοπεί.
 
Κ. Π. Καβάφης, Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini, Εκδόσεις Ίκαρος
 
Ο Καβάφης συνθέτει το ιστορικό αυτό ποίημα αφενός για να τονίσει την αφοσίωση του Ιωάννη Καντακουζηνού στους Παλαιολόγους και αφετέρου για να στηλιτεύσει την αχαριστία του πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα, ο οποίος παρά το γεγονός ότι κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο με προσωπική παρέμβαση του Καντακουζηνού δεν δίστασε στη συνέχεια να στραφεί εναντίον του, διαβάλλοντάς τον, προκειμένου να λάβει ο ίδιος μέρος της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Ο Καβάφης δεν υιοθετεί την κριτική που ασκεί ο Παπαρρηγόπουλος στον Καντακουζηνό, διότι θεωρεί πως υπήρξε προφανής η διάθεση του Καντακουζηνού να προφυλάξει τον θρόνο για τον ανήλικο Ιωάννη Παλαιολόγο, όταν πέθανε ο πατέρας του, Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος. (Για το ιστορικό πλαίσιο της εμφύλιας σύγκρουσης που προέκυψε, καθώς ο Ιωάννης Καντακουζηνός επιχειρούσε να διαφυλάξει τα δικαιώματα του Ιωάννη Παλαιολόγου, δείτε το ποίημα «Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει».)
 
Ο αυθάδης κι ο αχάριστος Ιωάννης,
που αν ήταν πατριάρχης το χρωστούσε
στην καλωσύνη που του είχε δείξει
ο κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός
(ο άξιος άνθρωπος που είχε η φυλή μας τότε,
σοφός, επιεικής, φιλόπατρης, ανδρείος, ικανός)
 
Ο Καβάφης αντιπαραβάλλει τον αγνώμονα και φίλαρχο πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα με τον σταθερά αφοσιωμένο Καντακουζηνό, προκειμένου να αναδείξει τις σπάνιες ποιότητες του Ιωάννη Καντακουζηνού. Παρά τη δυνατότητα, άλλωστε, που είχε ο Καντακουζηνός να ανακηρυχθεί αυτοκράτορας, μόλις πέθανε ο Ανδρόνικος, εκείνος δεν επιδίωξε κάτι τέτοιο, αφού στη δική του σκέψη ο ρόλος του ήταν ξεκάθαρος: να περιφρουρήσει τον αυτοκρατορικό θρόνο για τον ανήλικο γιο του Ανδρόνικου. Η στάση του αυτή, ωστόσο, άλλαξε εξ ανάγκης, όταν διαπίστωσε πως στο περιβάλλον του ανήλικου Παλαιολόγου υπήρχαν πολλοί που επιθυμούσαν να υφαρπάξουν τον έλεγχο της αυτοκρατορίας. Ένας εξ αυτών ήταν ο πατριάρχης Καλέκας, ο οποίος δεν έκρυβε την πρόθεσή του να οικειοποιηθεί τον αυτοκρατορικό θρόνο.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον αχάριστο Καλέκα, ο οποίος λόγω των φιλοδοξιών του στράφηκε ενάντια σε εκείνον που τον είχε στηρίξει και τον είχε αναδείξει, ο Καντακουζηνός εμφανίζεται απόλυτα αφοσιωμένος στον συνεργάτη και φίλο του Ανδρόνικο, καθώς μόνη του πρόθεση είναι να προφυλάξει τον ανήλικο γιο του. Η αφοσίωση, άλλωστε, του Καντακουζηνού έγινε αντιληπτή και εκ του αποτελέσματος, αφού μόλις ενηλικιώθηκε ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, εκείνος αποσύρθηκε από τα πολιτικά πράγματα της αυτοκρατορίας και έγινε μοναχός. Το πλήθος, επομένως, των θετικών επιθέτων που αξιοποιεί ο ποιητής για να επαινέσει το άμεμπτο του χαρακτήρα του μοιάζουν δικαιολογημένα. Ενδιαφέρον έχει η χρήση της κτητικής αντωνυμίας «η φυλή μας», μέσω της οποίας διαφαίνεται η πρόθεση του Καβάφη να δηλώσει την ελληνικότητά του, αλλά και την αγάπη που είχε για την ιδιαίτερη αυτή ιστορική περίοδο του ελληνικού έθνους.
 
τον έξυπνον τάχα έκαμεν ο ασυνείδητος
ο πατριάρχης, κ’ είπε πως θα μεριμνήσει,
για να μη ξαναγίνει το άδικο
του Ιωάννη Λάσκαρη (μη νοιώθοντας
ο ελαφρός, τις προσβολή μεγάλη
ήταν τα λόγια του για την αρχή των Παλαιολόγων).
 
Ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας, προκειμένου να δικαιολογήσει την πολεμική που ασκούσε στον Καντακουζηνό υπέπεσε σε ένα σημαντικό σφάλμα, εφόσον ισχυρίστηκε πως το μόνο που ήθελε ήταν να μην επιτρέψει να αδικηθεί ο ανήλικος Ιωάννης Παλαιολόγος, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν με τον ανήλικο Ιωάννη Λάσκαρη. Η αναφορά αυτή, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά προσβλητική για τον οίκο των Παλαιολόγων, εφόσον ακριβώς μέσω της φυλάκισης -και της βίαιης τύφλωσης- του ανήλικου Ιωάννη Λάσκαρη, από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, είχαν κατορθώσει οι Παλαιολόγοι να διεκδικήσουν τον έλεγχο της αυτοκρατορίας.
Ο πατριάρχης, μη έχοντας κάποια ουσιαστική απόδειξη ή έστω ένδειξη για να υπονομεύσει το κύρος του Καντακουζηνού και να δημιουργήσει υποψίες εις βάρος του, θεώρησε συνετό να στραφεί στο παρελθόν, για να αντλήσει ένα παράδειγμα κακομεταχείρισης ανήλικου διαδόχου. Το παράδειγμα αυτό, ωστόσο, απέδειξε την ανοησία του -την ελαφρότητά του-, εφόσον αφορούσε την ίδια την οικογένεια των Παλαιολόγων, την οποία υποτίθεται πως ήθελε να προφυλάξει από τον τάχα φιλόδοξο Καντακουζηνό.  
 
Εγνώριζεν βεβαίως ο άθλιος που κίνδυνον,
από τον τίμιον, τον εύορκον, τον αφιλοκερδή
κυρ Ιωάννη Καντακουζηνό,
δεν διέτρεχεν κανένα του κυρ Ανδρόνικου το παιδί.
Το ‘ξερε ο άθλιος, ο αισχρότατος, μα γύρευε
με κάθε τρόπο να δημοκοπεί.
 
Ο Καβάφης χρησιμοποιεί πλήθος επιθέτων για να τονίσει τη φθονερή φύση του πατριάρχη Καλέκα και την απληστία του σε σύγκριση με τον τίμιο και αφιλοκερδή Ιωάννη Καντακουζηνό. Ο πατριάρχης γνώριζε σαφώς ότι ο ανήλικος Παλαιολόγος δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο από τον Καντακουζηνό, που ήταν απόλυτα δοσμένος στον στόχο του να προφυλάξει τον ανήλικο διάδοχο του θρόνου. Το ήξερε καλά, αλλά, παρακινημένος από τη δική του ακόρεστη επιθυμία για πολιτική ισχύ ήθελε με κάθε τρόπο να τον διαβάλει και να του αφαιρέσει κάθε μορφή εξουσίας. Έτσι, με προφανή ψεύδη και με αβάσιμες κατηγορίες ο πατριάρχης επιδόθηκε σε μια συστηματική δημοκοπία, μέχρι να κατορθώσει να στρέψει τους πολίτες εναντίον του.
Ο «άθλιος», ο «αισχρότατος» πατριάρχης γνώριζε πως ο Καντακουζηνός είχε αγαθές προθέσεις, γνώριζε όμως και τη δύναμη της δημαγωγίας, έστω κι αν μέσω αυτής επρόκειτο να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στο βυζαντινό κράτος. Δεν τον ένοιαζε, άλλωστε, τον «ασυνείδητο» το πόσο θα έβλαπτε το κράτος, αρκεί να εξυπηρετούσε τα ιδιοτελή του συμφέροντα.
 
Με τον απρόοπτο θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου, στις 15 Ιουνίου 1341, άρχιζε για το Βυζάντιο ένας νέος, αιματηρός εμφύλιος πόλεμος. Ιδού πώς διηγείται τα γεγονότα ο Παπαρρηγόπουλος (Ε΄, σ. 259-262):
 
Και μετά τον θάνατον το νδρονίκου τα πράγματα, ντί να βελτιωθσιν, χειροτέρευσαν π’ ναντίας. Ο δύο υοί το ποθανόντος βασιλέως, ωάννης και Μανουήλ, σαν νήλικοι μλλον παδες, διότι πρεσβύτερος ωάννης το μόλις νναέτης κατά την ποχήν ταύτην. ντεθεν νοεται ποον στάδιον νεχθη ες τν φιλαρχίαν το Καντακουζηνο, στις και ζντος τι το νδρονίκου Γ΄ λογίζετο ς κύριος το κράτους κυβερνήτης, καίτοι ρκειτο ες το ξίωμα το μεγάλου δομεστίκου. Καντακουζηνς δεν στερετο, ς ξεύρομεν, ρετν τινων· λλά παρακμ ες ν περιλθεν μεσαιωνική κοινωνία το τοιαύτη στε και αταί α ρεταί τας ποίας κ διαλειμμάτων παργεν τι, δεν δύναντο εμή να ναι μετριώταται. νήρ πέδειξε πολλάκις τι το προσωπικς νδρεος και τι εχε νον πρακτικόν· ντί μως να μεταχειρισθ τα προτερήματα τατα ες το να διοργανώσ δυνάμεις θαγενες κανάς να καταβάλωσι μεν τους σωτερικούς ατο ντιπάλους, να περιστείλωσι δε τους ξωτερικούς πολεμίους, γωνίσθη πάντοτε να ποστηριχθ δια αδιουργιν και συμμαχιν λεθρίων. πέδειξε πολλάκις, τι δεν το αμοβόρος, λλά δια την περβάλλουσαν πιείκειάν του κατήντησε να δ και ατόν τον διον υόν παρεμβάλλοντα ατ προσκόμματα. πέδειξε πολλάκις τι γάπα την ρχήν· και μως φο να ποκτήσ ατήν ηξησε πολυειδς και πολυτρόπως την κοινήν μηχανίαν, πειτα, ντί ν’ νταγωνισθ καρτερικς προς την μηχανίαν ταύτην, παρητήθη τν πραγμάτων ν κμ τς λικίας και γενόμενος μοναχός σχολήθη πί 30 περίπου τη ες το να συγγράφ στορίας, να διδάξ τους μεταγενεστέρους, τι ατός και μόνος το ξιος τς ρχς, λησμονν τι καλλιτέρα τούτου πόδειξις θελεν εναι ν διατηρήσας ατήν σωζε το κράτος.
Τοιοτος το νθρωπος ες ν περιλθον φυσικ τ λόγ τα πράγματα μετά τον θάνατον το νδρονίκου Γ΄. Καντακουζηνός προσελθών προς την χηρεύουσαν βασιλίδα νναν, διεβεβαίωσεν ατήν, τι εναι πρόθυμος να προνοήσ περί τς σωτηρίας τν νηλίκων βασιλοπαίδων· και τόντι διέταξεν μέσως, τ συναινέσει ατς, τα δέοντα περί τούτου, τέλεσεν πειτα δί δαπάν πολυτελεστάτην κηδείαν το ποβιώσαντος φίλου του, και συγχρόνως ξέδωκε τας ναγκαίας διαταγάς προς παντας τους στρατιωτικούς, διοικητικούς και οκονομικούς παλλήλους το κράτους. λλά μετ’ λίγον ρχισεν ν ατ τ Κωνσταντινουπόλει πόκωφος κατ’ ατο ντιπολίτευσις, προ πάντων παρά το πατριάρχου ωάννου ΙΔ΄ το Καλέκα, πιλεγομένου και πρηνο (ξ πρω, πόλεως σιανς ξ ς κατήγετο). πατριάρχης βεβαίου τι δεν θέλει μιμηθ την δυναμίαν το ρσενίου το πιτρέψαντος ν’ ποβληθ τς βασιλείας τελευταος τν Λασκάρεων, μη ννον τι δια τοιούτων λόγων προσέβαλλε καιρίως τα δικαιώματα τν Παλαιολόγων τους ποίους ξίου να προστατεύσ, τε ναμιμνήσκων τι και ατο δι’ ρπαγς εχον καταλάβει την ρχήν. πειδή δε και βασίλισσα ατή μα συνελθοσα λίγον π τς θλίψεως ν συνησθάνθη δια τον θάνατον το συζύγου της, δεν πεδείκνυε πολύν πέρ το Καντακουζηνο ζλον, οτος θέλησε, καθά στορε, να παραιτηθ τν δημοσίων πραγμάτων και δεν μετεπείσθη εμή νδίδων, καθά πάντοτε ατός στορε, ες τας παρακλήσεις τς βασιλίδος και ατο το πατριάρχου.
συνδιαλλαγή μως ατη δεν το δυνατόν εμή να ναι πρόσκαιρος, διότι φ’ νός ο μεν πολλοί φθόνουν το ξίωμα το Καντακουζηνο, φ’ τέρου δε ο φίλοι του προσδοκντες παρ’ ατο μεγάλας μοιβάς άν βασιλεύσ, σαν νυπόμονοι να δωσιν ατόν περιβαλλόμενον την περτάτην ρχήν. θεν μετ’ ο πολύ, μα μέγας Δομέστικος ναγκάσθη πό τν ποικίλων το κράτους περισπασμν να ξέλθ τς πρωτευούσης, να ναλάβ την το στρατο γεμονίαν, ο ντίπαλοι το νδρός σπευσαν να διενεργήσωσι την καθαίρεσιν ατο. Τς συνωμοσίας ταύτης προϊσταντο μέγας δούξ πόκαυχος, τον ποον ξελεγχθέντα προ μικρο μελ περί την κπλήρωσιν το καθήκοντος εχεν ποβάλει τς πηρεσίας Καντακουζηνός, πατριάρχης, ατός πενθερός το Καντακουζηνο, νδρόνικος σάν, στις εχε φαίνεται φορμάς τινας δυσαρεσκείας κατά το γαμβρο του, τεροί τινες κ τν τς βασιλικς οκογενείας, και προσέτι μέγας δρουγγάριος Γαβαλς και μέγας στρατοπεδάρχης Χομνος. βασιλίς, τις δυσπίστει σημέραι πλειότερον προς τον Καντακουζηνόν, συννεσεν ες τα παρασκευαζόμενα και προεχειρίσατο τον πόκαυχον παρχον Κωνσταντινουπόλεως. δευτερότοκος το Καντακουζηνο υός νδρόνικος και μήτηρ το μεγάλου δομεστίκου φυλακίσθησαν, δε γηραιά και σεβασμία ατη γυνή πεβίωσε μάλιστα κατ’ κείνας τας μέρας, ντρομος δια τας ντηχούσας πανταχόθεν κατά το υο της κατακραυγάς.
 
Όπως και άλλες φορές, ο Καβάφης εμπνεύστηκε από τον Έλληνα ιστορικό· είναι φανερές οι αναλογίες ανάμεσα στο σχεδίασμα του φ2 και τις σελίδες του Παπαρρηγόπουλου, με λεκτικές αντιστοιχίες, π.χ. στα επίθετα που χαρακτηρίζουν τον Καντακουζηνό και κυρίως στο περιεχόμενο, όπως στην υπογράμμιση της άστοχης ενέργειας του πατριάρχη. Αλλά ο Καβάφης αντλεί και άμεσα από το ιστορικό έργο του Νικηφόρου Γρηγορά. Ο Γρηγοράς (ΙΙ, σ. 755) παραθέτει την επιστολή του Καντακουζηνού, που υπενθύμιζε στον πατριάρχη πόσο τον είχε βοηθήσει, όταν ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο, το 1334, και αναφέρει τα λόγια του Ιωάννη Καλέκα, που διεκδικούσε για τον εαυτό του την προστασία του μικρού Ιωάννη Παλαιολόγου (ΙΙ, σ. 579: η περικοπή που αντέγραψε ο Καβάφης). Ο πατριάρχης ήθελε να αποφύγει, έλεγε, να επαναληφθούν τα γεγονότα του 1258/9, όταν ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος διαδέχθηκε, με τη συναίνεση του πατριάρχη Αρσενίου, τον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρι στη θέση του ανήλικου κληρονόμου του Ιωάννη, και λίγο έπειτα, με την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, το 1261, έδιωξε από το θρόνο και ετύφλωσε τον νόμιμο κληρονόμο, εγκαινιάζοντας με τον αιματηρό αυτό τρόπο τη δυναστεία των Παλαιολόγων. Στο ποίημα, ο Καβάφης αντιπαραθέτει τους δύο πρωταγωνιστές, τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, και παραμερίζοντας, θα λέγαμε θεληματικά, τις επιφυλάξεις του Παπαρρηγόπουλου, εξαίρει με αφθονία επιθέτων τον Καντακουζηνό, ενώ αντίθετα υποβιβάζει και γελοιοποιεί το πρόσωπο του πατριάρχη. Σ’ αυτό φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη του Gibbon (XI, σ. 383 κ.ε.), που μιλάει διεξοδικά για τις αρετές του Καντακουζηνού.