Ο ολοκληρωτισμός στην κομμουνιστική Ρωσία
Σύντομα μετά την Επανάσταση του 1917, η Ρωσία άρχισε να υποκύπτει στην ολοκληρωτική διακυβέρνηση. Η απελπιστική κατάσταση της χώρας – αποτέλεσμα των καταστροφών του πολέμου και της κρατικής διαφθοράς και κακοδιοίκησης– ανάγκασε τους Μπολσεβίκους ηγέτες να συγκεντρώσουν την εξουσία στα χέρια λίγων. Κατά τη διάρκεια αυτού του μετασχηματισμού, ο Λένιν ανέλαβε τον απόλυτο έλεγχο του κράτους. Είχε όλες τις ιδιότητες που του χρειάζονταν για να επιτύχει ως επαναστατική ηγετική φυσιογνωμία· ήταν ικανός πολιτικός και εξαιρετικά αποτελεσματικός ρήτορας. Πεπεισμένος απόλυτα για το δίκαιο του σκοπού του, μπορούσε να συντρίψει τους αντιπάλους του με το ζήλο και την αγριότητα ενός Ροβεσπιέρου. Από την άλλη, δεν ενδιαφερόταν καθόλου για πολυτέλεια, πλούτη ή προσωπική δόξα. Ζούσε σε δύο δωμάτια στο Κρεμλίνο και ντυνόταν λίγο καλύτερα από έναν συνηθισμένο εργάτη.
Η πιο εξέχουσα φυσιογνωμία ανάμεσα στους υπαρχηγούς του Λένιν ήταν ο λαμπρός, αλλά ασταθής Λέων Τρότσκι (1879-1940). Το πραγματικό του όνομα ήταν Λεφ Μπρόνσταϊν και γεννήθηκε από αστούς Εβραίους γονείς στην Ουκρανία. Υπήρξε θυελλώδης επαναστάτης αγκιτάτορας στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ζωής του. Πριν από την επανάσταση είχε αρνηθεί να ταυτιστεί με οποιαδήποτε φατρία του κόμματος, προτιμώντας να παραμείνει ανεξάρτητος μαρξιστής. Για τη συμμετοχή του στο επαναστατικό κίνημα του 1905 εξορίστηκε στη Σιβηρία· δραπέτευσε όμως και για μερικά χρόνια περιπλανήθηκε σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Απελάθηκε από τη Γαλλία το 1916 για ειρηνιστικές ενέργειες και κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μόλις έμαθε για την ανατροπή του τσάρου, αποπειράθηκε να επιστρέψει στη Ρωσία. Συνελήφθη όμως από Βρετανούς πράκτορες στο Χάλιφαξ της Νέας Σκωτίας του Καναδά, αλλά τελικά αφέθηκε ελεύθερος με παρέμβαση του Κερένσκι. Έφτασε στη Ρωσία τον Απρίλιο του 1917 και αμέσως άρχισε να συνωμοτεί για την ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης και, κατόπιν, του ίδιου του Κερένσκι. Έγινε Υπουργός των Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Λένιν και, αργότερα, Υπουργός (κομισάριος) των Στρατιωτικών.
Προτού καλά καλά έρθουν οι Μπολσεβίκοι στην εξουσία, προχώρησαν στην επιβολή δραστικών μετασχηματισμών στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Στις 8 Νοεμβρίου 1917 (με το νέο ημερολόγιο) ο Λένιν εξέδωσε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο η γη εθνικοποιείτο και παρεχόταν στους αγρότες το αποκλειστικό δικαίωμα καλλιέργειάς της. Στις 29 Νοεμβρίου, ο έλεγχος των εργοστασίων δόθηκε στους εργάτες και, ένα μήνα αργότερα, αναγγέλθηκε ότι όλες, εκτός από τις μικρότερες οικονομικές μονάδες, θα περιέρχονταν στον έλεγχο του κράτους. Επίσης εθνικοποιήθηκαν οι τράπεζες, αμέσως μετά τη νίκη των Μπολσεβίκων. Πριν να τερματίσουν όμως οι Μπολσεβίκοι τον πόλεμο εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν σκληρό εμφύλιο πόλεμο στο εσωτερικό. Οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες δεν ανέχθηκαν την απώλεια της ιδιοκτησίας τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας παρατεταμένος εμφύλιος και αιματηρός πόλεμος μεταξύ των Ερυθρών (των Μπολσεβίκων) και των Λευκών, που δεν περιλάμβαναν μόνο αντιδραστικούς τσαρικούς αλλά και απογοητευμένους Φιλελεύθερους, Σοσιαλεπαναστάτες, Μενσεβίκους και μερικούς αγρότες. Οι Λευκοί δέχτηκαν βοήθεια για ένα διάστημα από εκστρατευτικά σώματα Βρετανών, Γάλλων και Ιαπώνων, που ήλπιζαν να νικήσουν τους Μπολσεβίκους προκειμένου να επαναφέρουν τη Ρωσία στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας, και, αργότερα, από τις δυνάμεις της νεότευκτης δημοκρατίας της Πολωνίας. Κάτω από την ηγεσία του Τρότσκι, που έκανε έκκληση προς τον ρωσικό λαό, τόσο στο όνομα της επανάστασης, όσο και της πατρίδας, ο Ερυθρός Στρατός κινητοποιήθηκε σε βαθμό που του επέτρεψε ν’ αντιμετωπίσει τους ξένους εισβολείς, όσο και τους Ρώσους αντεπαναστάτες. Το 1922 οι Ρώσοι κατάφεραν να σταθεροποιήσουν τα σύνορά τους, αν και είχαν αναγκαστεί να παραχωρήσουν ρωσικά εδάφη στους Φινλανδούς, στα βαλτικά κράτη της Λετονίας και της Εσθονίας, στην Πολωνία και στη Ρουμανία. Εσωτερικά, οι Μπολσεβίκοι αντέδρασαν στη Λευκή αντεπανάσταση θεσμοθετώντας μια τρομοκρατία πολύ πιο εκτεταμένη από την αντίστοιχη της Γαλλικής Επανάστασης. Η μυστική αστυνομική δύναμη σκότωσε χιλιάδες ως υπόπτους ή και απλώς ως ομήρους. Ο τσάρος, η τσαρίνα και τα παιδιά τους εκτελέστηκαν από τοπικούς Μπολσεβίκους τον Ιούλιο του 1918, καθώς οι δυνάμεις των Λευκών προήλαυναν προς τον τόπο αιχμαλωσίας (Ekaterinburg) της βασιλικής οικογένειας. Την ίδια χρονιά μια Σοσιαλεπαναστάτρια αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Λένιν ό,τι επακολούθησε, μόνο ως σφαγή μπορεί να χαρακτηριστεί. Η τρομοκρατία υποχώρησε όταν το καθεστώς είχε ήδη ικανοποιηθεί με τον αφανισμό της εσωτερικής αντιπολίτευσης.
Ο εμφύλιος πόλεμος συνοδεύτηκε από μια τρομερή οικονομική κατάρρευση. Το 1920, η συνολική βιομηχανική παραγωγή ανερχόταν μόλις στα 13% εκείνης του 1913. Για την κάλυψη της έλλειψης τροφίμων, η κυβέρνηση κατάργησε την πληρωμή ημερομισθίων σε χρήμα και την αντικατέστησε με τη διανομή αγαθών στους εργάτες των πόλεων, ανάλογα με τις βασικές τους ανάγκες. Το ιδιωτικό εμπόριο απαγορεύτηκε εντελώς και το σύνολο της παραγωγής των αγροτών που ξεπερνούσε το όριο κορεσμού της πείνας τους, δημευόταν από το κράτος. Το σύστημα αυτό αποσκοπούσε στο να συντρίψει την αστική τάξη και να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερα τρόφιμα για τους στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Εγκαταλείφθηκε όμως σύντομα αφού τέλειωσε ο πόλεμος. Το 1921 υποκαταστάθηκε από τη Νέα Οικονομική Πολιτική, την οποία ο Λένιν χαρακτήρισε ως «ένα βήμα πίσω προκειμένου να γίνουν δύο μπροστά». Η πολιτική αυτή επέτρεψε την ιδιωτική βιομηχανία και το εμπόριο σε μικρή κλίμακα, επανεισήγαγε το ημερομίσθιο σε χρήμα και επέτρεψε στους αγρότες την πώληση σιταριού στην ελεύθερη αγορά. Το 1924 υιοθετήθηκε ένα σύνταγμα της νέας πολιτικής ενότητας, που αντικαθιστούσε την Αυτοκρατορική Ρωσία με την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Η Ένωση αυτή αντιπροσώπευε μια απόπειρα ενοποίησης των διάφορων εθνοτήτων και περιοχών που αποτελούσαν την παλαιά αυτοκρατορία. Κάθε ομόσπονδη δημοκρατία απέκτησε, θεωρητικά, ορισμένα δικαιώματα που κατοχύρωναν την αυτονομία της. Στην πράξη, ωστόσο, το κράτος παρέμεινε συγκεντρωμένο στα χέρια λίγων ηγετών. Επιπλέον, την κεντρική εξουσία ασκούσε το μοναδικό νόμιμο πολιτικό κόμμα –το Κομμουνιστικό– του οποίου η Κεντρική Επιτροπή ήταν η κατευθυντήρια δύναμη τόσο της πολιτικής, όσο και του κράτους, και του οποίου ο οργανωτικός μηχανισμός έφτανε σε όλες τις περιοχές της απέραντης χώρας.
Η φιλοσοφία του μπολσεβικισμού, τώρα γενικά γνωστότερου ως «κομμουνισμού», αναπτύχθηκε πρωταρχικά από τον Λένιν στη διάρκεια των χρόνων αυτών. Παρουσιάστηκε, όχι ως ένα νέο σύστημα σκέψης, αλλά ως μια αυστηρή ερμηνεία των κειμένων του Μαρξ. Ωστόσο, υπήρξαν από την αρχή ακόμα διάφορες αποκλίσεις από τη διδασκαλία του Μαρξ. Οι αλλαγές αυτές ήταν το αναγκαίο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο Μαρξ περίμενε την πραγματοποίηση της επανάστασης των εργατών πρώτα στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, ενώ αυτή ξέσπασε και πέτυχε σε μία από τις λιγότερο εκβιομηχανισμένες χώρες της Ευρώπης. Ο Μαρξ είχε υποθέσει ότι ένα καπιταλιστικό στάδιο ήταν αναγκαίο για να προετοιμάσει τον δρόμο για το σοσιαλισμό. Ο Λένιν αρνήθηκε ότι αυτό ήταν αναγκαίο και υποστήριξε ότι η Ρωσία μπορούσε να κάνει το άλμα από μια ημιφεουδαλική σε μια σοσιαλιστική οικονομία.
Κατά δεύτερο λόγο, ο Λένιν υπογράμμισε τον επαναστατικό χαρακτήρα του σοσιαλισμού πολύ περισσότερο από όσο ο ιδρυτής του. Ο Μαρξ πίστευε πραγματικά ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η επανάσταση θα ήταν αναγκαία. Έτεινε όμως να διεκτραγωδεί το γεγονός παρά να το εκθειάζει. Επιπλέον, είχε δηλώσει ότι «υπάρχουν ορισμένες χώρες, όπως η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι εργάτες θα μπορούσαν να ελπίζουν στην πραγματοποίηση των στόχων τους με ειρηνικά μέσα». Τέλος, ο μπολσεβικισμός διέφερε από τον αρχικό μαρξισμό ως προς την αντίληψη για την κυριαρχία του προλεταριάτου. Δεν υπάρχει τίποτε που να υπονοεί ότι ο Μαρξ οραματίστηκε ποτέ ένα ολοκληρωτικό κράτος. Είναι αλήθεια βέβαια ότι αναφέρθηκε στη «δικτατορία του προλεταριάτου», αλλά με την έννοια μιας δικτατορίας του συνόλου της εργατικής τάξης επάνω στα υπολείμματα της αστικής τάξης. Στους κόλπους της εργατικής τάξης θα επικρατούσαν οι δημοκρατικές διαδικασίες. Ο Λένιν, αντίθετα, πρότεινε το ιδεώδες της δικτατορίας μιας εκλεκτής μειοψηφίας, που θ’ ασκούσε την εξουσία όχι μόνο επάνω στην αστική τάξη, αλλά και στον κύριο όγκο των ίδιων των προλεταρίων. Στη Ρωσία, αυτή η εκλεκτή μειοψηφία παρέμεινε το Κομμουνιστικό Κόμμα, που ο αριθμός των μελών του κυμάνθηκε από 1.500.000 μέχρι 15.700.000.
Ο θάνατος του Λένιν τον Ιανουάριο του 1924 προκάλεσε μια τιτάνια σύγκρουση μεταξύ δύο υπαρχηγών του για την κληρονομιά του μανδύα της εξουσίας. Έξω από τη Ρωσία, η γενική εντύπωση ήταν ότι ο Τρότσκι θα ήταν ο διάδοχος του νεκρού αρχηγού του. Ο φλογερός όμως διοικητής του Ερυθρού Στρατού είχε ένα φοβερό αντίπαλο στο πρόσωπο του σκληρού και μυστηριώδους Ιωσήφ Στάλιν (1879-1953). Γιος ενός χωρικού υποδηματοποιού της Γεωργίας, ο Στάλιν πραγματοποίησε μέρος της εκπαίδευσης του σε θεολογική σχολή. Αφού αποβλήθηκε σε ηλικία δεκαεφτά χρονών για έλλειψη «θρησκευτικής πίστης», αφοσιώθηκε στο εξής στην επαναστατική δραστηριότητα. Το 1917 έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, θέση μέσω της οποίας μπόρεσε να οικοδομήσει έναν πολιτικό μηχανισμό. Η μάχη ανάμεσα στον Στάλιν και τον Τρότσκι δεν ήταν απλώς σύγκρουση για προσωπική εξουσία· αφορούσε επίσης θεμελιακά ζητήματα πολιτικής. Ο Τρότσκι υποστήριζε ότι ο σοσιαλισμός στη Ρωσία δεν μπορούσε ποτέ να επιτύχει ολοκληρωτικά, προτού ο καπιταλισμός ανατραπεί στις χώρες που την περιέβαλλαν. Κατά συνέπεια, υποστήριζε την εξαπόλυση συνεχούς σταυροφορίας με στόχο την παγκόσμια επανάσταση. Ο Στάλιν, αντίθετα, ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει το στόχο της παγκόσμιας επανάστασης για την ώρα, προκειμένου να συγκεντρωθεί στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία και μόνο. Η στρατηγική του για το άμεσο μέλλον ήταν βασικά εθνικιστική. Η έκβαση της μονομαχίας ήταν ο πλήρης θρίαμβος του Στάλιν. Το 1927 ο Τρότσκι διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα και δύο χρόνια αργότερα εκδιώχτηκε από τη χώρα. Το 1940 δολοφονήθηκε στην πόλη του Μεξικού από σταλινικούς πράκτορες. Ο Λένιν δεν είχε ούτε τον Στάλιν ούτε τον Τρότσκι σε μεγάλη εκτίμηση. Σε μια «διαθήκη» που γράφηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, επέκρινε τον Τρότσκι για «υπερβολική αυτοπεποίθηση» και υπερβολική ενασχόληση με τις διοικητικές λεπτομέρειες. Έγραψε όμως με πολύ λιγότερη αβρότητα για τον Στάλιν, καταδικάζοντας τον ως «υπερβολικά βάναυσο» και «ιδιότροπο» και παροτρύνοντας τους συντρόφους του να «βρουν έναν τρόπο» να τον απομακρύνουν από τη θέση του επικεφαλής του κόμματος.
Στον αγώνα του με τον Τρότσκι, ο Στάλιν υποστήριζε ότι η κύρια προτεραιότητα της Ρωσίας ήταν η επίτευξη της οικονομικής ευμάρειας. Σε εφαρμογή αυτής της αρχής ένα από τα βασικά μέτρα του Στάλιν ήταν η εισαγωγή του λεγόμενου Πενταετούς Σχεδίου. Βασισμένο στην πεποίθηση ότι η Σοβιετική Ένωση όφειλε να λάβει δραστικά μέτρα για την εκβιομηχάνιση, έτσι ώστε να επιτύχει οικονομική ισοδυναμία με τα άλλα βιομηχανικά έθνη του κόσμου, το σχέδιο εγκαθίδρυσε ένα επιτηδευμένο σύστημα εθνικών προτεραιοτήτων. Καθόρισε την ποσότητα του κάθε κύριου βιομηχανικού και αγροτικού αγαθού που έπρεπε να παράγει το έθνος, το ύψος του ημερομισθίου που έπρεπε να παίρνουν οι εργάτες, καθώς και τις τιμές που έπρεπε να επιβληθούν για όλα τα προϊόντα που πωλούνταν στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Το πρώτο σχέδιο, που εγκαινιάστηκε το 1928, ακολούθησαν άλλα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Σε μερικούς τομείς οι στόχοι επιτεύχθηκαν, σε άλλους ξεπεράστηκαν, σε μερικούς δεν επιτεύχθηκαν. Ένα από τα κύρια αποτελέσματα του Πενταετούς Σχεδίου ήταν η δημιουργία μιας εκτεταμένης κρατικής γραφειοκρατίας, επιφορτισμένης με το έργο της οργάνωσης και της επιτήρησης σε όλα τα επίπεδα.
Στο πρώτο Σχέδιο συμπεριλαμβανόταν ένα πρόγραμμα αγροτικής κολλεκτιβοποίησης. Το σχέδιο αποσκοπούσε στο να συνενώσει αγροτικές εκμεταλλεύσεις σε μεγαλύτερες μονάδες αρκετών χιλιάδων στρεμμάτων, κάτω από τη συλλογική ιδιοκτησία των αγροτών. Μόνο με αυτόν τον τρόπο αναδιοργάνωσης, διακήρυσσαν οι ηγέτες της Ρωσίας, μπορούσαν να εισαχθούν οι νέες και δαπανηρές μέθοδοι της εκμηχάνισης και, κατά συνέπεια, ν’ αυξηθεί η αγροτική παραγωγή της χώρας. Η επιχειρηματολογία αυτή, όπως ήταν επόμενο, απέτυχε να κερδίσει την υποστήριξη των πιο εύπορων αγροτών –των Κουλάκων– στους οποίους είχε επιτραπεί να διατηρήσουν την ιδιοκτησία της γης τους παρά την επανάσταση. Η αντιπολίτευση τους οδήγησε σε μια άλλη τρομοκρατία, που έγινε ακόμα πιο θανατηφόρα από την πείνα που ενέσκηψε στη νοτιοανατολική Ρωσία το 1932. Οι Κουλάκοι εκκαθαρίστηκαν –είτε σκοτώθηκαν είτε μεταφέρθηκαν σε απομακρυσμένα στρατόπεδα εργασίας–, δηλαδή η αγροτική μεσαία τάξη εξαλείφθηκε, για να αντικατασταθεί από ένα αγροτικό προλεταριάτο. Η κολλεκτιβοποίηση ήταν τετελεσμένο γεγονός το 1939. Για έναν τεράστιο αριθμό Ρώσων, αντιπροσώπευε μια επανάσταση πολύ πιο άμεση από εκείνη του 1917. Είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι αποσπάστηκαν από τη γη, η οποία, εφόσον είχε αναδιοργανωθεί σε μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες, απαιτούσε λιγότερα εργατικά χέρια. Οι άνθρωποι αυτοί στάλθηκαν στις πόλεις, όπου οι περισσότεροι πήγαν να εργαστούν σε εργοστάσια. Η αγροτική παραγωγή δεν αυξήθηκε στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της κολλεκτιβοποίησης. Παρ’ όλ’ αυτά, το σχέδιο αυτό ήταν ευνοϊκό για την ισχύ του κράτους. Με τον έλεγχο της παραγωγής, η κεντρική γραφειοκρατία ήταν σε θέση να ελέγχει τη διανομή των αγροτικών προϊόντων, έχοντας τη δυνατότητα να τα διαθέτει για εξαγωγή, όποτε ήταν αναγκαίο, για να πληρώνει τις εισαγωγές πολύτιμου εργοστασιακού εξοπλισμού.
Κατά την εκστρατεία του Στάλιν να θέσει τα συμφέροντα της Ρωσίας πάνω από εκείνα του διεθνούς κομμουνισμού, το μπολσεβικικό καθεστώς υιοθέτησε μια νέα και συντηρητικότερη εξωτερική πολιτική στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Οι διεθνείς στόχοι της ήταν αντίθετοι προς τον μαχητικό σοσιαλιστικό διεθνισμό της δεκαετίας του 1920. Ο Λένιν είχε υποστηρίξει επαναστατικά κινήματα της Αριστεράς στην Ευρώπη, στέλνοντας χρήματα και παρέχοντας ηθική υποστήριξη στους ριζοσπάστες Γερμανούς μαρξιστές Κάρολο Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ το 1919, καθώς και στο βραχύβιο σοβιετικό καθεστώς του Μπολσεβίκου Μπέλα Κουν στην Ουγγαρία την ίδια χρονιά. Σύντομα επίσης σχηματίστηκε η Τρίτη Διεθνής, που ονομάστηκε αργότερα Κομμουνιστική Διεθνής (Κομιντέρν). Η Τρίτη Διεθνής κήρυξε την υποταγή της στον διεθνή κομμουνισμό. Η πολιτική της ήταν η αντίθεση στη συνεργασία ή συμπαράταξη με τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις της Δύσης και ο αγώνας για την ανατροπή τους.
Με τον εξοστρακισμό, όμως, από μέρους του Στάλιν, του διεθνισμού που είχαν υποστηρίξει ο Λένιν και ο Τρότσκι επήλθε αλλαγή τακτικής και αναζωογόνηση του μιλιταρισμού, ή του εθνικισμού, και του ενδιαφέροντος για το παιχνίδι της πολιτικής ισχύος. Ο σοβιετικός στρατός υπερδιπλασιάστηκε σε αριθμητική δύναμη και αναδιοργανώθηκε σύμφωνα με το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο. Ο πατριωτισμός, τον οποίο οι παλαιότεροι δογματικοί μαρξιστές απεχθάνονταν ως μορφή καπιταλιστικής προπαγάνδας, εκθειάστηκε ως σοβιετική αρετή. Όταν η Γερμανία, για άλλη μια φορά, φάνηκε ν’ απειλεί την ασφάλεια της χώρας κατά τη δεκαετία του 1930, οι ηγέτες του Κρεμλίνου έκριναν ότι η Σοβιετική Ένωση είχε ανάγκη από φίλους. Παράλληλα με τις προσπάθειές τους για την οικοδόμηση ενός μεγάλου στρατού και για την επίτευξη της αυτάρκειας της χώρας τους, υιοθέτησαν πολιτική συνεργασίας με τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις· το 1934 μπήκαν στην Κοινωνία των Εθνών και την ίδια χρονιά επικύρωσαν συνθήκη στρατιωτικής συμμαχίας με τη Γαλλία.
Το 1936 οι ηγέτες της κομμουνιστικής Ρωσίας συνέταξαν νέο σύνταγμα, το οποίο κλήθηκε να εγκρίνει ο λαός με την ψήφο του και το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 1938. Συνέχιζε να προβλέπει μια ένωση έντεκα (αργότερα δεκαπέντε) σοβιετικών δημοκρατιών, που υποτίθεται ότι ήταν αυτόνομες και ελεύθερες ν’ αποχωρήσουν από την ένωση, αν ήθελαν. Το σύνταγμα καθιέρωνε την καθολική μυστική ψηφοφορία για όλους τους πολίτες που είχαν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους. Οι ψηφοφόροι θα ψήφιζαν στο εξής, όχι μόνο για την εκλογή των τοπικών σοβιέτ, αλλά και για την εκλογή ενός εθνικού κοινοβουλίου. Ανώτερο όργανο κρατικής εξουσίας ανακηρύχθηκε το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, που αποτελείτο από δύο βουλές, με ίσες νομοθετικές εξουσίες. Για να εκπροσωπείται όποτε δεν συνεδρίαζε, το Ανώτατο Σοβιέτ θα εξέλεγε μια επιτροπή τριάντα εφτά μελών, γνωστή ως Προεδρείο. Το όργανο αυτό θα είχε επίσης την εξουσία της έκδοσης διαταγμάτων, της κήρυξης πολέμου και της ακύρωσης πράξεων διοικητικών αξιωματούχων που δεν συμφωνούσαν με τον νόμο. Το ανώτατο εκτελεστικό και διοικητικό όργανο επρόκειτο να είναι το Υπουργικό Συμβούλιο, που επίσης θα εκλεγόταν από το Ανώτατο Σοβιέτ. Το σύνταγμα περιείχε μια διακήρυξη δικαιωμάτων: παρείχε στους πολίτες την εγγύηση του δικαιώματος της εργασίας, του ελεύθερου χρόνου, της σύνταξης λόγω γήρατος ή ανικανότητας για εργασία, ακόμα και των παραδοσιακών δικαιωμάτων της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, του συνέρχεσθαι· διακηρυσσόταν ακόμα και η θρησκευτική ελευθερία. Το σύνταγμα του 1936, ωστόσο, ήταν περισσότερο ευχή παρά πραγματικότητα. Οι εγγυήσεις του για την καθολική ψηφοφορία, τη μυστική ψήφο και για τα πολιτικά δικαιώματα, ελάχιστη σημασία είχαν. Η πραγματική εξουσία στη Σοβιετική Ένωση παρέμεινε στα χέρια του Κομμουνιστικού Κόμματος, του μόνου κόμματος που είχε νόμιμη ύπαρξη. Τα κυβερνητικά όργανα δεν ήταν παρά οι φωνητικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων το κόμμα εξέφραζε τη θέλησή του.
Είναι αξιοσημείωτο ότι, την ίδια περίοδο που εφαρμοζόταν το σύνταγμα, ο κόσμος παρέστη μάρτυρας μαζικών συλλήψεων και εκτελέσεων ατόμων που χαρακτηρίζονταν ως «τροτσκιστές, κατάσκοποι και καταστροφείς». Η κολλεκτιβοποίηση και η εκβιομηχάνιση δεν επιτεύχθηκαν χωρίς σκληρές διαφωνίες στους κόλπους της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας. Επικριτές από τα αριστερά και τα δεξιά, είχαν θορυβηθεί τόσο από τα μέσα, όσο και από τους σκοπούς των προγραμμάτων του Στάλιν, καθώς και από τη φανερή δίψα του για προσωπική εξουσία. Προτού όμως μπορέσουν οι επικριτές του να τον χτυπήσουν, τους χτύπησε ο ίδιος. Την περίοδο 1936-1938, περισσότεροι από είκοσι επιφανείς παλαιοί Μπολσεβίκοι δικάστηκαν, ομολόγησαν δημόσια τη συμμετοχή τους σε συνωμοσίες εναντίον του κράτους, καταδικάστηκαν, είτε ως τροτσκιστές είτε ως συνεργάτες των αστών αντεπαναστατών, και εκτελέστηκαν. Οι ομολογίες τους, που κατέπληξαν τον κόσμο της εποχής, είχαν αποσπαστεί, όπως έγινε αργότερα γνωστό, με σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια. Κάπου εννέα εκατομμύρια επιπλέον θύματα των εκκαθαρίσεων αυτών συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν ή στάλθηκαν στη Σιβηρία. Εκκαθαρίζοντας τη χώρα από την αντιπολίτευση, ο Στάλιν απέτρεψε μια νέα επανάσταση —πιθανότητα όχι μικρή, αν ληφθεί υπόψη η δυσαρέσκεια απέναντι στην πολιτική του— και εδραίωσε τη θέση του ως ουσιαστικού δικτάτορα της Σοβιετικής Ένωσης.
Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, το σοβιετικό καθεστώς είχε αναμφισβήτητα επιτεύγματα στο ενεργητικό του, κυριότερα από τα οποία ήταν: 1) η ελάττωση του αναλφαβητισμού από 50% τουλάχιστο σε λιγότερο από 20%· 2) αξιοσημείωτη επέκταση της εκβιομηχάνισης· 3) εγκαθίδρυση μιας σχεδιασμένης οικονομίας, που λειτουργούσε με αρκετή επιτυχία, έτσι ώστε να εξασφαλίζει πλήρη απασχόληση· 4) διάνοιξη εκπαιδευτικών και πολιτιστικών ευκαιριών σε μεγαλύτερο αριθμό κοινών ανθρώπων· 5) καθιέρωση συστήματος κρατικών παροχών στις εργαζόμενες μητέρες και στα παιδιά τους, καθώς και δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για τους περισσότερους πολίτες.
Τα επιτεύγματα αυτά ωστόσο πληρώθηκαν με υψηλό τίμημα· τα προγράμματα κρατικοποίησης και εκβιομηχάνισης επιταχύνθηκαν με τόσο ξέφρενους ρυθμούς, ώστε να μην παίρνουν υπόψη τους το καλό του κάθε πολίτη. Το σταλινικό καθεστώς αλυσόδεσε τη Ρωσία σε μια τυραννία τόσο ακραία, όσο και η τσαρική· μάλιστα, ο αριθμός των καταδίκων σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, που υπολογίζεται σε είκοσι εκατομμύρια, πιθανώς υπερβαίνει τον αριθμό των καταδίκων που είχαν εξορίσει οι τσάροι στη Σιβηρία.


