Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Η προσάρτηση των Ιόνιων νησιών στην Ελλάδα

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Η προσάρτηση των Ιόνιων νησιών στην Ελλάδα
 
Προς την ένωση με την Ελλάδα
 
     Μετά τη λήξη της αποστολής του Gladstone, αρμοστής διορίστηκε ο σερ Ερρίκος Storks, που υπήρξε και ο τελευταίος Βρετανός αρμοστής στα Ιόνια νησιά. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, επιτροπή από βουλευτές με επικεφαλής τον πρόεδρο της Βουλής του ανακοίνωσε, ότι το σώμα δεν είχε αποδεχτεί τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και ότι τα Ιόνια νησιά είχαν την ελπίδα ότι δε θα αργούσε να λυθεί το εθνικό τους ζήτημα. Αλλά ο αρμοστής, αφού εξέφρασε τη λύπη του για την απόρριψη των μεταρρυθμίσεων, δήλωσε ότι το ζήτημα που υπονοούσαν είχε κλείσει οριστικά. Ήταν φανερό, ότι ανάμεσα στο νέο αρμοστή και στο Κοινοβούλιο δε θα υπήρχαν πολλά περιθώρια για συνεννόηση. Πραγματικά, το Κοινοβούλιο κατά τη δεύτερη σύνοδό του και με αφορμή τον εναρκτήριο λόγο του Storks (17 Φεβρουαρίου / 1 Μαρτίου 1859) αμφισβήτησε στον αρμοστή το δικαίωμα να κηρύσσει την έναρξη των συνόδων του σώματος, όπως είχε επικρατήσει από την εποχή της αρμοστείας του Maitland, και δήλωσε ότι το δικαίωμα αυτό το αναγνώριζε μονάχα στον πρόεδρο της Πολιτείας, εννοώντας τον πρόεδρο της Γερουσίας. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του αρμοστή, που τελικά ανέστειλε για έξι μήνες τις εργασίες του Κοινοβουλίου (26 Φεβρουαρίου / 10 Μαρτίου 1859). Κατά την τρίτη σύνοδο του ΙΑ' Κοινοβουλίου, που άρχισε στις 17 Φεβρουαρίου / 1 Μαρτίου 1861, προτάθηκε να κληθεί ο επτανησιακός λαός να εκφράσει με δημοψήφισμα τη θέλησή του για την ένωση των νησιών με το ελληνικό κράτος, ενώ ο Κωνσταντίνος Λομβάρδος πρότεινε να απευθύνει το Κοινοβούλιο έκκληση προς τους αντιπροσώπους των λαών, τις κυβερνήσεις και τους ανθρωπιστές της χριστιανικής Ευρώπης για να συμβάλουν στην πραγματοποίηση του εθνικού πόθου των Επτανησίων. Τις προτάσεις αυτές ο αρμοστής τις χαρακτήρισε σαν αντισυνταγματικές και απαγόρευσε να συζητηθούν. Όμως το Κοινοβούλιο δεν ήταν πρόθυμο να υποταχθεί και γι’ αυτό ο Storks ανέστειλε και πάλι τις εργασίες του σώματος για ένα εξάμηνο (28 Φεβρουαρίου / 12 Μαρτίου 1861). Το γεγονός αυτό έδωσε την αφορμή να τεθεί και να συζητηθεί στις δύο αγγλικές Βουλές το επτανησιακό ζήτημα. Στη Βουλή των Λόρδων εκτέθηκαν απόψεις χαρακτηριστικές των νέων αντιλήψεων των Βρετανών πολιτικών. Ο λόρδος Gray δε δίστασε να πει ότι η κατάσταση που επικρατούσε στα Ιόνια νησιά δεν αποτελούσε τιμή για τους Άγγλους και ότι η Προστασία ήταν ασύμφορη για την Αγγλία και έπρεπε να τερματιστεί. Αλλά και στη Βουλή των Κοινοτήτων (Μάιος 1861) ο βουλευτής Maguire υποστήριξε το δίκαιο του αιτήματος των Επτανησίων να απαλλαγούν από την Προστασία και να ενωθούν με το ελληνικό κράτος, πρότεινε την κατάργηση της Προστασίας και κάλεσε τα μέλη του βρετανικού Κοινοβουλίου να μην καταπνίγουν την ελεύθερη φωνή ενός λαού που με συνθήκη ήταν υποχρεωμένοι να προστατεύουν. Απαντώντας σ’ αυτά ο Gladstone εξέθεσε τα σχετικά με την αποστολή του στα νησιά, ανέπτυξε τους λόγους που ωθούσαν τους Επτανησίους να ζητούν την εθνική τους αποκατάσταση και διευκρίνισε ότι στην πραγματικότητα η Αγγλία δεν είχε ουσιαστικό όφελος από τη διατήρηση της Προστασίας. Υπήρχε μόνο μια υποχρέωση που η Αγγλία είχε αναλάβει απέναντι στην Ευρώπη και για το συμφέρον της Ευρώπης. Αλλά η ένωση των νησιών με την ελεύθερη Ελλάδα ήταν, κατά τον ομιλητή, πολύ σοβαρό ζήτημα. Ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος ότι το ελληνικό κράτος επιθυμούσε πολύ αυτή την ένωση και θεωρούσε ότι η ελληνική κοινή γνώμη ήταν διχασμένη σχετικά με το ζήτημα. Από την άλλη μεριά, οι διαφορές που υπήρχαν στους θεσμούς και στα έθιμα ανάμεσα στην Ελλάδα και στα Ιόνια νησιά δε συνηγορούσαν για την ένωση. Η πολιτική κατάσταση του ελληνικού κράτους δεν είχε τη σταθερότητα, ούτε οι νόμοι και οι θεσμοί του την ωριμότητα, που θα τους επέτρεπαν να γίνει το κέντρο για την ένωση όλων των Ελλήνων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες θεωρούσε ότι η ένωση των νησιών με την ελεύθερη Ελλάδα θα ήταν έγκλημα εναντίον της ασφάλειας της Ευρώπης. Σχετικά με τα εσωτερικά ζητήματα του Ιονίου κράτους ο Gladstone δήλωσε απερίφραστα ότι, αντίθετα με ό,τι πίστευε η αγγλική κοινή γνώμη, ούτε η κυβέρνηση, ούτε η βουλή του ήταν πραγματικά ελεύθερες, ενώ η εξουσία της Υψηλής Αστυνομίας ήταν αφάνταστα καταπιεστική. Οπωσδήποτε η Προστασία είχε βοηθήσει σημαντικά τους Επτανήσιους, αλλά είχε χρέος να τους παραχωρήσει και φιλελεύθερη νομοθεσία. Σ’ αυτό απέβλεπαν οι μεταρρυθμίσεις που είχε παρουσιάσει στο Ιόνιο Κοινοβούλιο ο Gladstone. Η απόρριψή τους οφειλόταν στην αντίδραση προσώπων, που ήταν δημιουργήματα της αγγλικής πολιτικής και που ενεργούσαν ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα. Έπειτα μίλησαν άλλοι βουλευτές και τελικά ο πρωθυπουργός Palmerston, ο οποίος δήλωσε ότι η κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα έπειθε, ότι για το συμφέρον των νησιών η βρετανική κυβέρνηση θεώρησε σωστό να αντιταχθεί στη θέληση του επτανησιακού λαού να ενωθεί με το ελληνικό κράτος. Ο ίδιος είχε τη βεβαιότητα ότι οι Επτανήσιοι θα συνεργάζονταν με τη βρετανική κυβέρνηση για τη βελτίωση των εσωτερικών πραγμάτων των νησιών. Αλλά οι ισχυρισμοί του Palmerston, ότι η επιθυμία των Επτανησίων για την ένωση ήταν αποτέλεσμα της δημαγωγίας ορισμένων βουλευτών στο Ιόνιο Κοινοβούλιο, προκάλεσε την αντίδραση πολλών Επτανήσιων βουλευτών, μεταρρυθμιστών και ριζοσπαστών, που διαμαρτυρήθηκαν με έγγραφο προς το Βρετανό υπουργό των Αποικιών και πρότειναν να διενεργηθεί για το θέμα αυτό δημοψήφισμα. Από την άλλη μεριά, οι ριζοσπάστες βουλευτές της Ζακύνθου Κ. Λομβάρδος και Γ. Βερύκιος φρόντισαν να τεθεί το ζήτημα και στο ελληνικό Κοινοβούλιο, όπου διευκρινίστηκε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε ποτέ ερωτηθεί από τη βρετανική αν θα ήθελε την ένωση και ότι η ίδια ήταν πρόθυμη να την αποδεχτεί. Αυτό μάλιστα διακοινώθηκε και προς το βρετανικό Κοινοβούλιο.
     Το Νοέμβριο του 1861 διαλύθηκε το ΙΑ΄ Ιόνιο Κοινοβούλιο και έπειτα από νέες εκλογές συγκροτήθηκε το Φεβρουάριο του 1862 το ΙΒ΄ Κοινοβούλιο. Σ’ αυτό μετείχαν άνδρες που είχαν διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή των νησιών και ανάμεσα σ’ αυτούς ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και ο Ιωσήφ Μομφερράτος. Αλλά οι δύο ριζοσπάστες θεώρησαν χρέος τους να παραιτηθούν από το βουλευτικό αξίωμα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το διορισμό του αντιδραστικού Δ. Καρούσου στο αξίωμα του προέδρου της Γερουσίας. Το γεγονός δεν άφησε ασυγκίνητη τη Βουλή. Ο μεταρρυθμιστής αλλά προοδευτικός βουλευτής της Κέρκυρας Σ. Κουρής, υπενθυμίζοντας τους αγώνες και τα δεινοπαθήματα των δύο ανδρών που, όπως είπε, δίκαια είχαν ονομαστεί «εθνομάρτυρες», τόνισε ότι έπρεπε η Βουλή να δικαιώσει «διά του Ζερβού και του Μομφερράτου άπαντας τους αναξιοπαθούντας και υποστάντας τας εξορίας, τους καταδιωγμούς και τας στερήσεις» και να ικανοποιήσει «την Επτάνησον και την πολυπαθή Κεφαλληνίαν». Πρότεινε λοιπόν, σαν «έντιμον και αξιοπρεπή» διαμαρτυρία του σώματος «κατά της Προστασίας και της νεοσυστηθείσης κυβερνήσεως», να εκλεγεί ο Ζερβός πρόεδρος του Κοινοβουλίου. Ομόφωνα οι βουλευτές εξέλεξαν πρόεδρο της Βουλής το Ζερβό και αντιπρόεδρο το Μομφερράτο. Οι δύο ριζοσπάστες αγωνιστές, κατανοώντας τη σημασία της εκλογής τους, αποδέχτηκαν το αξίωμα.
     Με απερίγραπτο ενθουσιασμό και συγκίνηση Βουλή και λαός χαιρέτισαν το γεγονός και γιορταστικές εκδηλώσεις οργανώθηκαν στην Κέρκυρα και στην Κεφαλλονιά. Κατά τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 1862 ο Ζερβός, εκθέτοντας τις απόψεις του πάνω στο σχέδιο της απαντήσεως στον εναρκτήριο λόγο του αρμοστή, υποστήριξε ότι τόσο οι ειρηνικές διαθέσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, όσο και η «αξιοδάκρυτος» κατάσταση των ελληνικών πραγμάτων, έπρεπε να προβληματίσουν τους Επτανήσιους σχετικά με τις συνέπειες που θα είχε μια πρόωρη ενέργεια για το εθνικό τους ζήτημα. Οι φιλελληνικές εκδηλώσεις των Ευρωπαίων δεν έπρεπε να παρασύρουν τους Επτανήσιους, γιατί δεν αποκλειόταν εκτός από τους φίλους να υπήρχαν και εχθροί, που «γινώσκοντες το ευερέθιστον και ενθουσιώδες του Ελληνικού αισθήματος» να εξωθούσαν «εις βήματα άωρα και καταστρεπτικά». Ο ίδιος πίστευε ότι για την κατάσταση στην Ελλάδα ευθύνονταν οι ξένοι. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Ζερβός, που πρώτος είχε θέσει το ζήτημα της ενώσεως, συνιστούσε να αναβληθεί προσωρινά κάθε σχετική ενέργεια. Άλλωστε η διαβεβαίωση που είχε από ορισμένους βουλευτές, ότι ο ίδιος ο αρμοστής θα βοηθούσε τώρα τις προσπάθειες των Επτανησίων για την ένωση, του ενίσχυσε τους φόβους του για την ύπαρξη ξένων σχεδίων που απειλούσαν το Έθνος. Ο λόγος του Ζερβού προκάλεσε κατάπληξη στους βουλευτές, γιατί έβλεπαν ότι αναθεωρούσε τη γραμμή του Ριζοσπαστικού κόμματος και τις θέσεις που γι’ αυτές είχε αγωνιστεί και είχε υποστεί τόσους κατατρεγμούς.
     Χαρακτηριστική υπήρξε η εντύπωση που σχημάτισε ο Λευκαδίτης ποιητής και βουλευτής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: «Ήμην προκατειλημμένος υπό της ιδέας ότι υπερφυσικόν τι και απίστευτον φαινόμενον ετελείτο προ των οφθαλμών μου... Επεθύμουν ν’ ακούσω εκ του στόματος αυτού άλλου κόσμου διηγήματα. Αλλ’ ούτε βρονταί ούτε κεραυνοί αντήχησαν εις τας ακοάς μου!...». Αντίθετα ο Κ. Λομβάρδος, περιγράφοντας με μελανά χρώματα την κατάσταση που επικρατούσε στα Ιόνια νησιά, πρότεινε να επαναλάβει το Κοινοβούλιο ότι ο επτανησιακός λαός είχε χάσει από την Προστασία κάθε ελπίδα για καλυτέρευση, ότι όσο έμενε χωρισμένος από την ελεύθερη Ελλάδα θα ατένιζε πάντα προς αυτή σε όποια κατάσταση και αν βρισκόταν και ότι το Κοινοβούλιο θα επιδίωκε με όλα τα θεμιτά και τα νόμιμα μέσα την εθνική αποκατάσταση των Επτανησίων με την πεποίθηση ότι και η χριστιανική Ευρώπη θα συνεργούσε για τον ίδιο σκοπό.
     Η Βουλή υιοθέτησε τις απόψεις του Λομβάρδου και υπέβαλε την απάντησή της στον αρμοστή, που την αντέκρουσε και συνέστησε στο σώμα να ασχοληθεί με τα πραγματικά του καθήκοντα, φροντίζοντας να ψηφιστούν νομοθετήματα ευεργετικά για τον τόπο. Αλλά το Κοινοβούλιο δεν παρέλειψε κατά τις συνεδριάσεις του να συζητεί το εθνικό ζήτημα. Ακολουθώντας τις απόψεις των ενωτικών το Κοινοβούλιο καταδίκασε σαν αντεθνική κάθε προσπάθεια που απέβλεπε στη μεταρρύθμιση του Συντάγματος με την αιτιολογία ότι αποτελούσε εμπόδιο για την ένωση και συντελούσε στην παράταση της Προστασίας.
     Επίσης το Κοινοβούλιο διαμαρτυρήθηκε για την κατεδάφιση φρουρίων της Κέρκυρας και την ανέγερση άλλων χωρίς την εξουσιοδότηση του σώματος – διαμαρτυρία που αρνήθηκε να δεχτεί ο αρμοστής –, εξέδωσε ψήφισμα ευγνωμοσύνης προς όσους υπερασπίστηκαν την εθνική υπόθεση των Επτανησίων και ψήφισε νόμο για την πολιτογράφηση των Ελλήνων που θα πήγαιναν να εγκατασταθούν στα Ιόνια νησιά από το ελεύθερο ελληνικό κράτος ή από τα υπόδουλα ελληνικά μέρη. Ακόμα, έπειτα από εισήγηση του Ζακυνθινού βουλευτή Ανδρέα Κοκκίνη, αποφάσισε να κάμει έκκληση προς την προστάτιδα βασίλισσα και τις δυνάμεις της Μεγάλης Βρετανίας, της Ρωσίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Πρωσσίας και της Ιταλίας για να συνεργήσουν να πραγματοποιηθεί η θέληση του επτανησιακού λαού για ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα, σύμφωνα με τη διακήρυξη του ΙΑ' Κοινοβουλίου (15 Ιανουαρίου 1859). Στο διάβημα αυτό αντιτάχθηκε ο Ιωσήφ Μομφερράτος, τονίζοντας ότι ο ίδιος υποστήριξε πάντα το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως της Επτανήσου με βάση τα κυριαρχικά και απαράγραπτα δικαιώματα του επτανησιακού λαού και όχι με αναφορές, ικεσίες ή άλλες παρόμοιες παραστάσεις. «...Επιμένων δε εις τας αρχάς και τας πεποιθήσεις μου, ως και εις την ανέκαθεν τηρηθείσαν πορείαν μου, και μόνον επί του κυριαρχικού δικαίου και της σταθεράς θελήσεως του επτανησιακού λαού εννοών στηριζόμενον το εθνικόν ζήτημα,... δεν δύναμαι ειμή, προς το συμφέρον αυτό του ζητήματος, να διαμαρτυρηθώ κατά πάσης διαπραγματεύσεως αυτού δι' αναφορών, ικετηρίων, ή άλλων τοιαύτης φύσεως παραστάσεων, ως είναι τα προτεινόμενα κατά την στιγμήν ταύτην έγγραφα, διότι θεωρώ τα τοιαύτα μέσα ως καταβιβάζοντα το εθνικόν ζήτημα και διαστρέφοντα αυτό».
     Με ανάλογο πνεύμα αντιμετώπισε το ζήτημα και ο Ηλίας Ζερβός. Τελικά, ο αρμοστής αρνήθηκε να διαβιβάσει το σχετικό έγγραφο στη βασίλισσα και το επέστρεψε στο Κοινοβούλιο, που έπειτα από πρόταση του Στ. Πάδοβα αποφάσισε να καταγγείλει τον αρμοστή με δημοσίευμα στον ευρωπαϊκό τύπο και να διεθνοποιήσει με την ενέργεια αυτή το επτανησιακό ζήτημα. Πραγματικά ο ευρωπαϊκός και ιδιαίτερα ο γαλλικός τύπος ασχολήθηκε με τα επτανησιακά πράγματα και υπερασπίστηκε τα δίκαια του επτανησιακού λαού, ενώ οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας αντάλλαζαν απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό.
     Η βρετανική πολιτική, προσηλωμένη στο δόγμα της ακεραιότητας της Τουρκίας από την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έβλεπε με ιδιαίτερη ανησυχία τις επεκτατικές διαθέσεις του ελληνικού βασιλείου που εξέφραζε ο μεγαλοϊδεατισμός του Όθωνος. Η αντίθεση της Αγγλίας προς την εξωτερική πολιτική του Όθωνος αποτελούσε ισχυρό εμπόδιο για την παραχώρηση της Επτανήσου στην Ελλάδα. Και δεν πρέπει να θεωρηθεί ξένο προς την αγγλική διπλωματία το σχέδιο που παρουσίασαν αγγλόφιλοι κύκλοι στα Επτάνησα για την ίδρυση Επτανησιακής Ηγεμονίας που θα περιλάμβανε τα Ιόνια νησιά, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία με ηγεμόνα τον δευτερότοκο γιο της βασίλισσας Βικτωρίας Αλφρέδο. Η ηγεμονία αυτή θα αποτελούσε το νέο εθνικό κέντρο που θα ένωνε τους υπόδουλους Έλληνες, έχοντας την υποστήριξη της Αγγλίας. Το σχέδιο ήταν παραλλαγή της Μεγάλης Ιδέας, όπως την υπαγόρευαν τα αγγλικά συμφέροντα, και απέβλεπε στον περιορισμό της ρωσικής επιρροής στη χερσόνησο του Αίμου. Αλλά η επανάσταση του Οκτωβρίου του 1862 και η έξωση του Όθωνος δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής απέναντι στο επτανησιακό ζήτημα.
     Στις αρχές Νοεμβρίου του 1862 ο Βρετανός πρωθυπουργός λόρδος Palmerston δήλωσε στο Χαρίλαο Τρικούπη, επιτετραμμένο της Ελλάδος στο Λονδίνο, ότι η Αγγλία δε μπορούσε να παραχωρήσει τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα όσο βασίλευε ο Όθων, αλλά αφού έπαυσε να υπάρχει αυτό το εμπόδιο θα έδινε τη συγκατάθεσή της για την ένωση των νησιών με την Ελλάδα κρατώντας μόνο την Κέρκυρα. Ένα μήνα αργότερα, στις 10 Δεκεμβρίου, έπειτα από επίσημη ανακοίνωση του υπουργού των Εξωτερικών της Αγγλίας λόρδου Russell, ο Τρικούπης ειδοποίησε την ελληνική κυβέρνηση ότι η βασίλισσα της Αγγλίας δεχόταν να προτείνει στις Δυνάμεις, που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του 1815, την ένωση των νησιών με την Ελλάδα, με τον όρο ότι το ελληνικό πολίτευμα θα ήταν σύμφωνο με τις αρχές που είχε διακηρύξει η Προσωρινή Κυβέρνηση και θα εκλεγόταν βασιλιάς αρεστός σ’ αυτή. Ήταν φανερή η πρόθεση της Μεγάλης Βρετανίας να εξασφαλίσει την επιρροή της στην Ελλάδα και μαζί να επιτύχει εγγυήσεις για την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτό άλλωστε το δήλωσε απερίφραστα ο λόρδος Russel προς τον πρεσβευτή της Αυστρίας. 
     Με το ίδιο πνεύμα είχε συνταχθεί και το υπόμνημα που υπέβαλε στην ελληνική κυβέρνηση ο έκτακτος απεσταλμένος της βρετανικής κυβερνήσεως στην Αθήνα σερ Ερρίκος Elliot (Δεκέμβριος 1862). Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν ρητά, ότι η βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας για να ενισχύσει την ελληνική μοναρχία ήταν πρόθυμη να αναγγείλει στη Γερουσία και στη Βουλή της Επτανήσου ότι επιθυμούσε την ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Σε περίπτωση που εκδήλωνε την ίδια επιθυμία και το Ιόνιο Κοινοβούλιο θα ζητούσε από τις Δυνάμεις που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη του 1815 τη σχετική συγκατάθεση. Αλλά, αν εκλεγόταν ηγεμόνας που έδινε υπόνοιες ότι θα προκαλούσε επαναστάσεις ή θα ακολουθούσε επιθετική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, θα εμποδιζόταν να παραιτηθεί από την Προστασία της Επτανήσου. 
     Βέβαια το ζήτημα της παραχωρήσεως των νησιών στην Ελλάδα προκάλεσε αντιδράσεις στη Βουλή των Λόρδων (Derby, Carnarvon) και στη Βουλή των Κοινοτήτων (Disraeli κ.ά.), αλλά η κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα Ιόνια νησιά δεν αποτελούσαν αγγλική χώρα, αλλά κράτος ανεξάρτητο που είχε τεθεί κάτω από την προστασία της Αγγλίας και αν επιθυμία των Επτανησίων ήταν η ένωση με την Ελλάδα, η Αγγλία έπρεπε να φροντίσει για την πραγματοποίησή της.
 
Η ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
 
     Εξαιρετικά σπουδαίο για το Έθνος γεγονός κατά τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του Γεωργίου Α΄ ήταν η ένωση των Ιόνιων νησιών με την Ελλάδα. Οι πολύχρονες συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, πρωτόκολλα και συνθήκες επισφραγίσθηκαν με την παράδοσή τους από τον αρμοστή Ερρίκο Storks στον έκτακτο απεσταλμένο της ελληνικής κυβερνήσεως Θρασύβουλο Ζαΐμη στις 21 Μαΐου 1864. Σύμφωνα με το τέταρτο άρθρο της συνθήκης της 13ης Ιουλίου 1863, τα όρια της ελληνικής επικράτειας, που είχαν ορισθεί με τη σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως της 21 Ιουλίου 1832, θα επεκτείνονταν με την προσάρτηση των Ιόνιων νησιών στο ελληνικό βασίλειο, αν, για την προσάρτηση αυτή, που προτάθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, συμφωνούσε το Ιόνιο Κοινοβούλιο και έδιναν τη συγκατάθεσή τους οι Αυλές της Αυστρίας, της Γαλλίας, της Πρωσσίας και της Ρωσίας. 
     Την 1η Αυγούστου 1863 πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο συνδιάσκεψη του Βρετανού υπουργού των Εξωτερικών με τους πρεσβευτές Αυστρίας, Γαλλίας, Πρωσσίας και Ρωσίας. Με την υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου οι τέσσερις Δυνάμεις αναγνώριζαν στη Μεγάλη Βρετανία το δικαίωμα να παραιτηθεί από την προστασία των νησιών, δήλωναν ότι θα έδιναν τη συγκατάθεσή τους και θα συντελούσαν στην ένωσή τους με την Ελλάδα, εφόσον θα είχαν τη διαβεβαίωση ότι το Ιόνιο Κοινοβούλιο δεχόταν αυτό το σχέδιο, οπότε και θα ήταν έτοιμες να διαπραγματευθούν με τη Μεγάλη Βρετανία τους όρους της σχετικής συνθήκης. 
     Στις 25 Ιουλίου / 6 Αυγούστου 1863 ο αρμοστής Storks σύμφωνα με εντολή του στέμματος διέλυσε το ΙΒ΄ Ιόνιο Κοινοβούλιο με σκοπό τη διενέργεια εκλογών για τη συγκρότηση νέου, που θα εξέφραζε επίσημα τη θέληση του επτανησιακού λαού σχετικά με το ζήτημα της ενώσεως των νησιών με την Ελλάδα. Οι εκλογές ορίσθηκαν για τις 9/21 και 10/22 Σεπτεμβρίου. Στις εκλογές αυτές ο Ηλίας Ζερβός και ο Ιωσήφ Μομφερράτος δε δέχτηκαν να εκθέσουν υποψηφιότητα, επειδή η πρόθεση των Άγγλων να παραχωρήσουν τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα τους έβαζε σε σοβαρές υποψίες, όπως εξάλλου και άλλους ακραιφνείς Ριζοσπάστες, που είχαν οραματισθεί την ένωση των νησιών με μια Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη και δημοκρατική. Με τον τρόπο όμως που πραγματοποιόταν η ένωση, δεν ήταν το επιστέγασμα των αγώνων του επτανησιακού λαού, αλλά έργο της ξένης διπλωματίας. Παραχωρώντας τώρα οι Άγγλοι τα Ιόνια νησιά παρέσυραν ολόκληρη την Ελλάδα στη σφαίρα της δικής τους επιρροής. 
 
     Με το σύνθημα «ένωσις άνευ όρων» έγιναν οι εκλογές και στις 19 Σεπτεμβρίου / 1 Οκτωβρίου συγκλήθηκε το ΙΓ΄ Ιόνιο Κοινοβούλιο, που εξέλεξε πρόεδρο το Στέφανο Παδοβά. Με τον εναρκτήριο λόγο του ο αρμοστής κάλεσε το Κοινοβούλιο να τον πληροφορήσει αν ο επτανησιακός λαός επιθυμούσε την ένωση και αναφέρθηκε στα σχετικά με αυτή ζητήματα. Κατά τη συνεδρίαση της 23 Σεπτεμβρίου / 5 Οκτωβρίου, αφού ο μητροπολίτης της Κέρκυρας Αθανάσιος, που είχε προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον αγώνα για την ένωση, ευλόγησε τις εργασίες του σώματος, ο Στέφανος Παδοβάς έχοντας δίπλα στην προεδρική έδρα ελληνική σημαία διάβασε το ακόλουθο ψήφισμα: 
 
ΨΗΦΙΣΜΑ
Η ΒΟΥΛΗ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ
Εκλεχθείσα συνεπεία προσκλήσεως της Προστάτιδος Δυνάμεως και συνελθούσα όπως οριστικώς αποφανθή περί της Εθνικής αποκαταστάσεως του Ιονίου λαού· πιστώς δε εκδηλούσα τον διάπυρον πόθον και την ανέκαθεν σταθεράν αυτού θέλησιν, και συμφώνως προς τας προηγηθείσας ευχάς και διακηρύξεις των ελευθέρων Ιονίων Βουλών
 
ΨΗΦΙΖΕΙ
Αι Νήσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Λευκάς, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί και τα εξαρτήματα αυτών ενούνται μετά του Βασιλείου της Ελλάδος, όπως εσαεί αποτελώσιν αναπόσπαστον αυτού μέρος εν μια και αδιαιρέτω πολιτεία υπό το Συνταγματικόν Σκήπτρον της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Α΄, και των διαδόχων Αυτού.
Εγένετο εν τω Βουλευτηρίω. Κερκύρα τη κγ΄ Σεπτεμβρίου του Σωτηρίου Έτους ,αωξγ΄.
 
     Με εκδηλώσεις γενικού ενθουσιασμού έγινε δεκτό το ψήφισμα αυτό από τους βουλευτές και το συγκεντρωμένο λαό. Για να τιμηθεί η μέρα της υπογραφής του, το Κοινοβούλιο όρισε τριήμερο εορτασμό σε όλα τα νησιά. Στην Κέρκυρα τελέσθηκε με ιδιαίτερη λαμπρότητα επίσημη δοξολογία στο μητροπολιτικό ναό και μνημόσυνο στον τάφο του Ιωάννη Καποδίστρια στη μονή της Πλατυτέρας. Ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου με επιτροπή από βουλευτές επισκέφθηκε τον αρμοστή και του ανακοίνωσε την απόφαση του επτανησιακού λαού να καταργηθεί η Προστασία και να ενωθούν τα Ιόνια νησιά με το Βασίλειο της Ελλάδος, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη των Επτανησίων προς τη βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας και προς τις άλλες προστάτιδες Δυνάμεις και διατύπωσε την ελπίδα ότι η χριστιανική Ευρώπη θα βοηθούσε το ελληνικό έθνος να ολοκληρώσει την αποκατάστασή του.
     Στις 14 Νοεμβρίου 1863 οι εκπρόσωποι των πέντε Δυνάμεων υπέγραψαν στο Λονδίνο συνθήκη με την οποία γινόταν αποδεκτή η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από την Προστασία του Ιόνιου κράτους και αναγνωριζόταν η ένωσή του με το ελληνικό βασίλειο, αλλά υπό καθεστώς ουδετερότητας· καμιά στρατιωτική ή ναυτική δύναμη δε θα είχε δικαίωμα να συγκεντρωθεί ή να σταθμεύσει στο έδαφος ή στα ύδατα τους, εκτός από εκείνη που ήταν απαραίτητη για την τήρηση της τάξεως. Για τον ίδιο λόγο θα κατεδαφίζονταν τα φρούρια της Κέρκυρας πριν από την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων. Η ένωση των νησιών με την Ελλάδα δε θα μετέβαλλε το ναυτιλιακό και το εμπορικό καθεστώς που είχε δημιουργηθεί με την υπογραφή συνθηκών και συμβάσεων ανάμεσα σε ξένες δυνάμεις και στην κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας ως προστάτιδας δυνάμεως των νησιών. Επίσης θα παρέμενε αμετάβλητο το θρησκευτικό καθεστώς που είχε αναγνωρισθεί από το Σύνταγμα του Ιόνιου κράτους. Οι υπήκοοι που ανήκαν στο δυτικό δόγμα θα είχαν την ίδια ελευθερία λατρείας με εκείνη που είχε αναγνωρισθεί στους ομοδόξους τους στην Ελλάδα με το πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830. Ακόμη θα εφαρμοζόταν στα Ιόνια νησιά η αρχή της αστικής και της πολιτικής ισότητας ανάμεσα σε υπηκόους διαφορετικών δογμάτων, που είχε καθιερωθεί στην Ελλάδα με το ίδιο πρωτόκολλο. Η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία ως εγγυήτριες δυνάμεις του ελληνικού βασιλείου επιφυλάσσονταν να συνομολογήσουν με την ελληνική κυβέρνηση συνθήκη για τις συμφωνίες που θα έκανε αναγκαίες η ένωση των νησιών. Οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα αποχωρούσαν από τα Ιόνια νησιά μέσα σε τρεις μήνες το αργότερο από την επικύρωση της συνθήκης. Οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις είχαν την υποχρέωση να κοινοποιήσουν στην Αυστρία και στην Πρωσσία τη συνθήκη που θα έκαναν με την ελληνική κυβέρνηση. Τέλος με την εφαρμογή της συνθήκης του 1863 έπαυαν να ισχύουν οι διατάξεις της συνθήκης του Παρισιού της 5ης Νοεμβρίου 1815, εκτός από τον όρο ότι η Αυστρία, η Πρωσσία και η Ρωσία δε θα είχαν αξιώσεις πάνω στα νησιά, όρος που ανανεωνόταν και επικυρωνόταν με τη νέα συνθήκη.
     Το καθεστώς όμως της ουδετερότητας των νησιών περιόριζε τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού κράτους και για το ζήτημα αυτό ο Χαρίλαος Τρικούπης ως πληρεξούσιος της ελληνικής κυβερνήσεως έκανε έντονα διαβήματα στο Λονδίνο. Τελικά χάρη και στη συμπαράσταση της γαλλικής κυβερνήσεως συνομολογήθηκε το πρωτόκολλο της 25ης Ιανουαρίου 1864, που καταργούσε τον περιορισμό του αριθμού των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων που μπορούσε να διατηρεί η Ελλάς στα νησιά και περιόριζε την ουδετερότητα στην Κέρκυρα και στους Παξούς. Στις 17 / 29 Μαρτίου 1864 η Ελλάς και οι εγγυήτριες Δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία υπέγραψαν στο Λονδίνο συνθήκη, που επικύρωνε τους όρους της συνθήκης της 14ης Νοεμβρίου 1863 όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο της 25ης Ιανουαρίου 1864, και ρύθμιζε άλλα ζητήματα που προέκυπταν από την ένωση. Συγκεκριμένα καθοριζόταν ότι τα Ιόνια νησιά θα συνέβαλλαν με το ετήσιο ποσό των 10.000 λιρών στερλινών στην αύξηση της χορηγίας του βασιλιά των Ελλήνων, εκτός αν το ποσό αυτό θα λαμβανόταν από τα εισοδήματα του βασιλείου. Επίσης οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις συμφωνούσαν να παραιτηθούν από το ποσό των 4.000 λιρών στερλινών, που κατά τη συμφωνία του 1860 ήταν υποχρεωμένο το ελληνικό δημόσιο να καταβάλλει σ’ αυτές κάθε χρόνο και το σύνολο των ποσών αυτών προσφερόταν προσωπικά στο βασιλιά των Ελλήνων. Ο τελευταίος αναδεχόταν όλες τις υποχρεώσεις και τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί ανάμεσα στο Ιόνιο κράτος ή την προστάτιδα Δύναμη και ξένες κυβερνήσεις ή εταιρίες ή ιδιώτες, όπως το δημόσιο χρέος των Ιόνιων νησιών και τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στην Ιόνιο Τράπεζα, στη ναυτιλιακή εταιρία «Αυστριακό Λόυδ», σύμφωνα με την ταχυδρομική σύμβαση της 1ης Δεκεμβρίου 1853, και στην εταιρία αεριόφωτος Μάλτας και Μεσογείου. Τέλος ο βασιλιάς των Ελλήνων αναλάμβανε να καταβάλλει τις συντάξεις που χορηγούσε το Ιόνιο κράτος σε Βρετανούς υπηκόους, τις αποζημιώσεις που οφείλονταν σε πρόσωπα που είχαν διατελέσει υπάλληλοι στο Ιόνιο κράτος και που με την ένωση έχαναν αναγκαστικά τη θέση τους καθώς και τις συντάξεις που δίνονταν σε Ιόνιους υπηκόους για υπηρεσίες που είχαν προσφέρει προς το κράτος. Τα καθέκαστα ρυθμίζονταν με ειδική σύμβαση που συνομολογήθηκε την ίδια μέρα (29 Μαρτίου 1864) ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Μεγάλη Βρετανία.
     Στις 21 Μαΐου / 2 Ιουνίου 1864 ο αρμοστής Ερρίκος Storks παρέδωσε, όπως αναφέρθηκε ήδη, τα Ιόνια νησιά στον έκτακτο απεσταλμένο της ελληνικής κυβερνήσεως Θρασύβουλο Ζαΐμη. Στα φρούριά τους υψώθηκε η ελληνική σημαία. Η περίοδος της βρετανικής προστασίας είχε λήξει. Όπως σημειώνει ανώνυμος Ζακυνθινός χρονογράφος «οί Άγγλοι εκάθισαν εις την Επτάνησον χρόνους 54, μήνες 8 και ημέρες μία». Ο Βρετανός αρμοστής από την Κέρκυρα κατευθύνθηκε στο Κατάκωλο, όπου συνάντησε το Γεώργιο Α' και του παρέδωσε τη μεγάλη σημαία του Ιόνιου κράτους. Στις 29 Ιουνίου ο βασιλιάς των Ελλήνων μαζί με τους πρεσβευτές των εγγυητριών Δυνάμεων αποβιβάσθηκε στην Κέρκυρα και έπειτα περιόδευσε στα άλλα νησιά.
     Το ΙΓ΄ Ιόνιο Κοινοβούλιο είχε διαλυθεί με προκήρυξη της βασίλισσας Βικτωρίας της 7ης Απριλίου 1864 και σύμφωνα με το νόμο που ψήφισε η ελληνική Εθνοσυνέλευση (14 Απριλίου) εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα στις 24 Απριλίου 1864 για την εκλογή των Επτανησίων πληρεξουσίων που θα έπαιρναν μέρος στην ελληνική Εθνοσυνέλευση. Οι εκλογές διεξήχθησαν με καθολική και μυστική ψηφοφορία. Στις 14/ 26 Ιουλίου οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου συγκεντρώθηκαν στη Ζάκυνθο, από όπου έπειτα από δύο ημέρες αναχώρησαν με επισημότητα για την Αθήνα. Στις 22 Ιουλίου / 3 Αυγούστου 1864 οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου έγιναν δεκτοί σε πανηγυρική συνεδρίαση της Εθνοσυνελεύσεως και άρχισαν να παίρνουν μέρος στις εργασίες της.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών

Η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα
 
     Η συνειδητοποίηση της αδυναμίας των Δυνάμεων να επιβάλουν τις απόψεις τους στην Τουρκία ώθησε τον Τρικούπη να προβεί σε απειλητικές στρατιωτικές κινητοποιήσεις. Ελπίζοντας να εκβιάσει μια ταχεία επέμβαση των Δυνάμεων στην Πύλη, κήρυξε επιστράτευση στις 24 Ιουλίου. Η Πύλη απάντησε με συγκέντρωση στρατευμάτων στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία. Μπροστά στον κίνδυνο ελληνοτουρκικής αναμετρήσεως, οι Δυνάμεις προτίμησαν να ασκήσουν πίεση στον ασθενέστερο από τους δύο αντιπάλους, και προειδοποίησαν την ελληνική κυβέρνηση ότι μια πολεμική εμπλοκή θα είχε δυσμενή επακόλουθα για την Ελλάδα.
     Ενώ οι Δυνάμεις συνέχιζαν τις άκαρπες διαβουλεύσεις, στην Ελλάδα σημειώθηκε νέα κυβερνητική αλλαγή. Ο Τρικούπης ηττήθηκε στη βουλή και ο βασιλιάς, που επέστρεψε από το εξωτερικό, ανέθεσε στις 2 Οκτωβρίου στον Κουμουνδούρο το σχηματισμό νέας κυβερνήσεως. Τη φορά αυτή ο Μεσσήνιος ηγέτης διατήρησε και το υπουργείο Εξωτερικών. Από την πρώτη στιγμή, όπως τον Ιανουάριο του 1878, άφησε να γίνει γνωστό ότι πρόθεσή του ήταν να προκαλέσει γενικό ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο βασίλειο μεριμνούσε για τον εξοπλισμό όλων των ανδρών που ήταν σε θέση να φέρουν όπλα. Ενώ όμως μικρές ανταρτικές ομάδες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, η πίεση των Δυνάμεων στην Αθήνα εξουδετέρωσε κάθε δυνατότητα δυναμικής εμπλοκής.
     Μέσα σε αφόρητη ένταση διέρρευσαν τέσσερις περίπου μήνες με άκαρπες διαπραγματεύσεις μεταξύ των Δυνάμεων, που είχαν απαυδήσει με το ελληνικό ζήτημα, αφού καμιά τους δεν είχε ιδιαίτερα συμφέροντα να προωθήσει την επίλυση του θέματος αυτού. Γι’ αυτό όταν η Πύλη ανανέωσε την πρότασή της για διαπραγματεύσεις με τους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, η πρόταση έγινε δεκτή, παρόλο που σήμαινε την ανατροπή των αποφάσεων της διασκέψεως του Βερολίνου, τουλάχιστον ως προς την Ήπειρο.
 
Η συνθήκη για την εκχώρηση της Θεσσαλίας και η προσάρτησή της
 
     Η νέα αυτή διαπραγμάτευση — τέταρτη στη σειρά μετά το συνέδριο του 1878 — άρχισε στην οθωμανική πρωτεύουσα το Μάρτιο του 1881. Σε σύγκριση με τη διάσκεψη του Βερολίνου, το κλίμα τώρα ήταν δυσμενές για τους Έλληνες. Μόνο ο Άγγλος πρεσβευτής Goschen, έχοντας ως ένα σημείο και τη συμπαράσταση του Γερμανού συναδέλφου του, αγωνιζόταν ακόμα για να πετύχει την καλύτερη δυνατή λύση για την Ελλάδα. Το αγγλογερμανικό σχέδιο που υποβλήθηκε στη διάσκεψη επιδίωκε, ως αντάλλαγμα για τη μη εκχώρηση της Ηπείρου, την προσάρτηση της Κρήτης. Την ιδέα της παραχωρήσεως της Κρήτης δεν την απέκλειε η Πύλη, αλλά ζητούσε τα χερσαία σύνορα του ελληνικού βασιλείου να μην επεκταθούν βορειότερα από τις πόλεις Βόλο και Πρέβεζα, οι οποίες θα παρέμεναν στην Τουρκία. Οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν από τους αντιπροσώπους των Δυνάμεων. Όταν όμως οι Τούρκοι έκαναν, για πρώτη φορά, μια ουσιαστική παραχώρηση στη Θεσσαλία, τοποθετώντας τη νέα οροθετική γραμμή τέσσερα χιλιόμετρα νότια του Πλαταμώνα, η πρόταση έγινε με ανακούφιση δεκτή, παρόλο που εγκατέλειπε στην Τουρκία ολόκληρη σχεδόν την Ήπειρο (εκτός από την επαρχία Άρτας) και από τη Θεσσαλία την επαρχία Ελασσόνας.
     Ήταν φανερό ότι η νέα τουρκική πρόταση είχε εξουδετερώσει και τις τελευταίες δυνατότητες συλλογικής ενέργειας προς την Πύλη. Παρά τις επιφυλάξεις της Αγγλίας και την συνειδητοποίηση από μέρους όλων ότι η αποδοχή των τουρκικών όρων — που σημαντικά υστερούσαν σε σχέση με τις αποφάσεις της διασκέψεως του Βερολίνου — αποτελούσε μείωση για την Ευρώπη, όλες οι κυβερνήσεις συμφώνησαν ότι δεν υπήρχε άλλη εκλογή. Με κοινή διακοίνωσή τους, στις 26 Μαρτίου/7 Απριλίου 1881, ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση να δεχθεί τη νέα οροθεσία δηλώνοντας ότι θα την βοηθούσαν για την απρόσκοπτη μεταβίβαση της κυριαρχίας στα νέα εδάφη. Αν όμως η προσφορά τους απορριπτόταν, η Ελλάς θα παρέμενε απομονωμένη και το μέλλον των γειτονικών επαρχιών αβέβαιο.
     Τη στιγμή εκείνη, ενώ σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητούσε τη βίαιη κατάληψη από τον ελληνικό στρατό της γραμμής της διασκέψεως του Βερολίνου, ο Κουμουνδούρος διατήρησε την ψυχραιμία του. Οι δυνατότητες εκλογής ήταν περιορισμένες. Από τη μια πλευρά οι Δυνάμεις παρουσίαζαν αρραγές μέτωπο και ζητούσαν, κατά τελεσιγραφικό τρόπο, την αποδοχή ή απόρριψη της λύσεως που είχαν συμφωνήσει με τους Τούρκους. Ακόμα και η Αγγλία, που δυσφορούσε για τις ανεπαρκείς, όπως τις χαρακτήριζε, παραχωρήσεις, δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να προκαλέσει αναθεώρηση της αποφάσεως των Δυνάμεων. Κατά συνέπεια, ήταν φανερό ότι αν ο Κουμουνδούρος υιοθετούσε τις ιδέες της αντιπολιτεύσεως για την αποστολή του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, θα ερχόταν αντιμέτωπος όχι μόνο με την οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και με όλες τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Από την άλλη μεριά, όπως του ανέφεραν οι διπλωματικοί του πράκτορες από τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη, οι Βούλγαροι προπαρασκευάζονταν για βίαιη προσάρτηση της ανατολικής Ρωμυλίας μόλις ξεσπούσε ελληνοτουρκικός πόλεμος. Παραμερίζοντας, λοιπόν, τη γενική κατακραυγή και τις βίαιες προσωπικές επιθέσεις, ακόμα και από πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, ο Κουμουνδούρος, με τη συναίνεση του Γεωργίου, έδωσε τελικά καταφατική απάντηση στο κοινό διάβημα των Δυνάμεων. Στην έκκλησή του να δοθούν ειδικές διασφαλίσεις στους Ηπειρώτες, που θα εγκαταλείπονταν στο έλεος της τουρκικής διοικήσεως, οι πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Αθήνα περιορίσθηκαν σε κοινή προφορική διαβεβαίωση ότι οι κυβερνήσεις τους θα επιδείκνυαν ενδιαφέρον για τους χριστιανικούς πληθυσμούς που θα παρέμεναν έξω από τη νέα ελληνοτουρκική μεθοριακή γραμμή.
     Από το σημείο αυτό οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες. Μέσα στο Μάιο διεξήχθησαν σύντονες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Πύλη και στους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, για την κατάρτιση συμβάσεως που θα παραχωρούσε τις νέες επαρχίες στο ελληνικό βασίλειο. Στην αρχή οι Τούρκοι πρόβαλαν ορισμένα άσχετα αιτήματα, αλλά οι Δυνάμεις τα απέρριψαν και στις 12/24 Μαΐου πέτυχαν την υπογραφή της συμφωνίας. Το κείμενο αυτό έγινε δεκτό από την ελληνική πλευρά, και στις 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881 ο πρεσβευτής της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέας Κουντουριώτης και ο πρωθυπουργός Μαχμούτ Σερβέρ πασάς υπέγραψαν την ελληνοτουρκική συνθήκη με την οποία η Θεσσαλία και η επαρχία Άρτας παραχωρούνταν στην Ελλάδα.
     Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως αυτής η νέα οροθεσία άρχιζε τέσσερα χιλιόμετρα νοτίως του Πλαταμώνα και ακολουθούσε την κορυφογραμμή του κάτω Ολύμπου μέχρι το όρος Γοδαμάν, και ως το ύψος της Ελασσόνας. Στη συνέχεια, ακολουθώντας ελλειπτική γραμμή προς τα νοτιοδυτικά, αφαιρούσε ολόκληρη την επαρχία Ελασσόνας από τη νέα οροθεσία του ελληνικού κράτους, στο οποίο όμως περιέρχονταν ο Τύρναβος, η Λάρισα, τα Τρίκαλα και η Καλαμπάκα. Το νοτιότερο σημείο της μεθορίου συναντούσε την κορυφογραμμή του όρους Ζάρκου. Στη συνέχεια η νέα χάραξη ταυτιζόταν περίπου με τα σημερινά ανατολικά όρια της επαρχίας Τρικάλων ως ένα σημείο δεκαοκτώ χιλιόμετρα από τη Δημηνίτσα, όπου η γραμμή έπαιρνε δυτική κατεύθυνση, ως την κορυφή του όρους Κρατσόβου. Από εκεί στρεφόταν προς νότο, περνούσε από την κορυφογραμμή Ζυγού - Περιστερίου (σημ. όρος Λάκμος) και, αφού άφηνε στην Τουρκία το Μέτσοβο και τα Ιωάννινα, συναντούσε τα χωριά Καλαρρύτες και Μιχαλήτσι και στη συνέχεια τον Άραχθο, που τον ακολουθούσε μέχρι τις εκβολές του στον Αμβρακικό κόλπο. Η Άρτα, με ελάχιστη παράμετρο στα δυτικά της, περιερχόταν στην Ελλάδα, ενώ στην αντίπερα ακτή του Αμβρακικού οι Τούρκοι έχαναν και την Πούντα (Άκτιο) με την περιοχή της. Με άλλη διάταξη, όλες οι οχυρώσεις στην είσοδο του Αμβρακικού τόσο από την πλευρά της Πρέβεζας, όσο και της Πούντας καταργούνταν και η ναυσιπλοΐα στο διαφιλονικούμενο από την εποχή της Ανεξαρτησίας κόλπο θα ήταν πλέον ελεύθερη.
     Σε αντάλλαγμα για τις εδαφικές αυτές παραχωρήσεις η Ελλάς αναλάμβανε την υποχρέωση να σέβεται τη ζωή, την τιμή και την περιουσία όλων των κατοίκων που παρέμεναν στις περιοχές που περιέρχονταν στο ελληνικό κράτος (άρθρο 3). Ιδιαίτερα διασφαλίζονταν τα δικαιώματα των μουσουλμάνων και συγκεκριμένα η αυτονομία και η οργάνωση των μουσουλμανικών κοινοτήτων, καθώς και η διοίκηση των περιουσιακών τους στοιχείων. Τα τοπικά θρησκευτικά δικαστήρια θα διατηρούσαν την αρμοδιότητά τους σε καθαρά θρησκευτικά θέματα (άρθρο 8). 
     Πιο σημαντικές, ιδιαίτερα για τη μελλοντική διάρθρωση της αγροτικής οικονομίας της Θεσσαλίας, υπήρξαν οι διατάξεις που αφορούσαν την ιδιοκτησία της γης. Με το άρθρο 4 αναγνωρίζονταν οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και κατοχυρώνονταν τα δικαιώματα ιδιωτών και κοινοτήτων επί της ιδιοκτησίας τσιφλικιών, βοσκοτόπων, δασών κλπ. Με την ίδια διάταξη διασφαλίζονταν τα περιουσιακά στοιχεία των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (βακούφια), ενώ με το άρθρο 5, ο σουλτάνος μπορούσε να διαθέσει, κατά τη βούλησή του, τις «αυτοκρατορικές γαίες», των οποίων τα έσοδα καταβάλλονταν στο βασιλικό του ταμείο. Η πιο ουσιαστική όμως δέσμευση για το ελληνικό κράτος περιλαμβανόταν στο άρθρο 6, που δεν επέτρεπε την απαλλοτρίωση των μεγάλων τσιφλικιών της Θεσσαλίας, παρά μόνο με γενικό νόμο του κράτους που θα ίσχυε για ολόκληρη την επικράτεια. Ειδική παράγραφος που απαγόρευε τον εξαναγκασμό των μεγαλοκτηματιών να πωλούν ή να εκχωρούν κτήματά τους στους καλλιεργητές της γης ή σε τρίτους. Ακόμα απαγόρευε τη θέσπιση νέων διατάξεων που θα τροποποιούσαν το καθεστώς της θέσεως των κολλήγων στα τσιφλίκια.
     Με μια σειρά άλλες διατάξεις η Ελλάς αναλάμβανε την υποχρέωση να επαναφέρει την ισχύ της συνθήκης του 1856 για την καταδίωξη της ληστείας (άρθρο 12)· να καλύψει ένα μέρος του δημόσιου οθωμανικού χρέους με βάση τις προσόδους των εκχωρουμένων νέων επαρχιών (άρθρο 10)· να μην προβεί στον αφοπλισμό μεμονωμένα των μουσουλμάνων κατοίκων (άρθρο 11) και να χορηγήσει γενική αμνηστία (όπως και η Τουρκία) για πράξεις που είχαν διαπραχθεί υπέρ ή κατά της εκχωρήσεως της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (άρθρο 17). Τέλος ρυθμίζονταν θέματα ιθαγενείας (άρθρο 13), ενώ με ειδική προσθήκη στη συνθήκη καθοριζόταν η σταδιακή παράδοση των νέων επαρχιών στην Ελλάδα.
     Η κατάληψη των νέων εδαφών, με εξαίρεση ορισμένα μικροεπεισόδια, διεξήχθη ομαλά. Στις 23 Ιουνίου/5 Ιουλίου 1881, πρώτη η Άρτα υποδέχθηκε με ξέφρενο ενθουσιασμό τον ελληνικό στρατό. Διαδοχικά η κατάληψη όλων των επαρχιών ολοκληρώθηκε και στις 21 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου υψωνόταν η ελληνική σημαία στο Βόλο, την τελευταία πόλη που, βάσει της συμφωνίας, είχαν εκκενώσει από την προηγούμενη τα τουρκικά στρατεύματα. Καθώς ο βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος άρχιζαν την περιοδεία θριάμβου στις απελευθερωμένες πόλεις και στα χωριά της Θεσσαλίας, οι λαϊκοί πανηγυρισμοί που τους συνόδευαν αποτελούσαν ξέσπασμα χαράς για την ελευθερία ύστερα από τις αγωνίες, τις περιπέτειες και τις εναλλασσόμενες μεταπτώσεις μιας ολόκληρης πενταετίας. 
     Για τον Κουμουνδούρο ήταν η στιγμή της δίκαιης αναγνωρίσεως της προσφοράς του. Η κρίσιμη για τον Ελληνισμό περίοδος 1875-1881 φέρει ουσιαστικά τη σφραγίδα του. Κατηγορήθηκε ως όργανο ξένων συμφερόντων, προπηλακίσθηκε, είδε το σπίτι του να λιθοβολείται, τον τύπο να τον αποκαλεί προδότη και να αμφισβητεί την εντιμότητά του. Και ήταν τυχερός που δεν μπορούσε να διαβάσει όσα του καταμαρτυρούσαν στις εμπιστευτικές τους εκθέσεις οι ξένοι πρεσβευτές. Παρόλα αυτά, ο Μεσσήνιος πολιτικός, που είχε ξεκινήσει την πολιτική του καριέρα ως επαναστάτης στην Κρήτη, δεν κάμφθηκε. Πίσω από μια καλοπροαίρετη αγαθότητα στους τρόπους, έκρυβε μια εκπληκτική ευστροφία — που οι αντίπαλοί του ξένοι διπλωμάτες την αποκαλούσαν πανουργία — και μια σταθερή προσήλωση στον αγώνα για την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων, χωρίς ανεδαφικούς ρομαντισμούς. Η ευστροφία του, εμπλουτισμένη με την πείρα της ηλικίας, του επέτρεψε να ελιχθεί με επιτυχία, ακόμα και στις πιο απελπιστικές για τη χώρα του καταστάσεις, ώσπου στο τέλος ριψοκινδυνεύοντας το πολιτικό του μέλλον πέτυχε να πείσει το Γεώργιο να αποδεχθεί τις τελικές αποφάσεις των Δυνάμεων, που οδήγησαν στην προσάρτηση της Θεσσαλίας.
     Ένας μακρύς και αγχώδης διπλωματικός αγώνας που διεξήχθη με τεράστιες οικονομικές θυσίες του μικρού ελληνικού κράτους είχε αχθεί στο τέρμα του. Με την προσάρτηση των νέων επαρχιών, η έκταση του ελληνικού βασιλείου, 63.606 τ. χιλ., αυξανόταν κατά 13.395 τ. χιλ. Στον πληθυσμό των 1.679.470 (στατιστική 1879) προστέθηκαν 300.000 περίπου νέοι κάτοικοι, ώστε, μετά μία δεκαετία, η στατιστική του 1889 να εμφανίσει αύξηση μισού εκατομμυρίου περίπου κατοίκων (2.187.208).
     Η σημασία όμως της προσαρτήσεως της Θεσσαλίας και της επαρχίας Άρτας στο ελληνικό βασίλειο δεν μπορεί να αποτιμηθεί με αριθμούς μόνο. Πιο πολύ και από την προσάρτηση των εύφορων πεδιάδων της Θεσσαλίας και την απελευθέρωση 300.000 περίπου υπόδουλων Ελλήνων βάραινε το γεγονός ότι, για πρώτη φορά από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας προσαρτούνταν στο ελεύθερο τμήμα του Ελληνισμού.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών

Λατινικά Γ΄ Λυκείου: Κείμενο 20 (XX) [Συντακτικές μετατροπές]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Design Turnpike
 
Λατινικά Γ΄ Λυκείου: Κείμενο 20 (XX) [Συντακτικές μετατροπές]
 
Claudius quinquagesimo anno aetātis suae imperium cēpit mirabili quodam casu. Exclūsus ab insidiatōribus Caligulae, recesserat in diaetam, cui nomen est Hermaeum. Paulo post rumōre caedis exterritus prorepsit ad solarium proximum et inter vela praetenta foribus se abdidit. Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit. Hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur. Postero die Claudius imperātor factus est.
 
Συντακτικές μετατροπές
 
Μετατροπή ενεργητικής σύνταξης σε παθητική
 
Claudius quinquagesimo anno aetātis suae imperium cēpit mirabili quodam casu = Imperium quinquagesimo anno aetātis eius a Claudio captum est mirabili quodam casu.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος (imperium) μετατράπηκε σε υποκείμενο σε πτώση ονομαστική. Το ρήμα μεταφέρθηκε στον ίδιο χρόνο και έγκλιση της παθητικής φωνής (captum est), συμφωνώντας με το νέο υποκείμενο. Το αρχικό υποκείμενο (Claudius) μετατράπηκε σε ποιητικό αίτιο με την πρόθεση a/ab + αφαιρετική (a Claudio), καθώς πρόκειται για έμψυχο. Η αντωνυμία suae τράπηκε σε eius, ώστε να δηλωθεί κτήση χωρίς αυτοπάθεια.
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit = Pedes eius a discurrente milite animadversi sunt.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο (pedes) μετατράπηκε σε ονομαστική ως νέο υποκείμενο, διατηρώντας τον προσδιορισμό του (eius). Το ρήμα τράπηκε σε παθητικό (animadversi sunt). Το υποκείμενο (discurrens miles), μαζί με τον ομοιόπτωτο προσδιορισμό του (συνημμένη μετοχή), μεταφέρθηκε σε πτώση αφαιρετική ως ποιητικό αίτιο (a discurrente milite) (a discurrenti σε περίπτωση που η μετοχή εκληφθεί ως επιθετική).
 
[Miles] eum latentem adgnōvit = Is latens ab eo (ή a milite) adgnitus est.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο (eum) και η συνημμένη μετοχή που το προσδιορίζει (latentem) μεταφέρθηκαν σε πτώση ονομαστική (is latens). Το ρήμα μετατράπηκε σε παθητικό (adgnitus est) και το εννοούμενο υποκείμενο προστέθηκε ως ποιητικό αίτιο (ab eo).
 
[Miles] extractum imperatōrem eum salutāvit = Extractus is imperator ab eo (ή a milite) salutatus est.
Διευκρινίσεις: Επειδή το ρήμα συντάσσεται με δύο αιτιατικές (η μία αντικείμενο και η άλλη κατηγορούμενό του), μεταφέρθηκαν και οι δύο σε πτώση ονομαστική: το αντικείμενο (eum) ως υποκείμενο (is) και το κατηγορούμενο του αντικειμένου (imperatorem) ως κατηγορούμενο του υποκειμένου (imperator). Η μετοχή (extractum) ακολούθησε επίσης την ονομαστική. Το ρήμα έγινε παθητικό.
 
Hinc ad commilitōnes suos [miles] eum adduxit = Hinc ad commilitōnes eius is ab eo adductus est.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο (eum) έγινε υποκείμενο (is), το ρήμα τράπηκε σε παθητικό (adductus est) και το υποκείμενο του ενεργητικού ρήματος έγινε ποιητικό αίτιο (ab eo). Η αντωνυμία suos τράπηκε σε eius, ώστε να δηλωθεί κτήση χωρίς αυτοπάθεια.
 
Μετατροπή παθητικής σύνταξης σε ενεργητική
 
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus = Hi in castra eum tristem et trepidum detulerunt.
Διευκρινίσεις: Το ποιητικό αίτιο (ab his) έγινε υποκείμενο του ενεργητικού ρήματος σε ονομαστική (Hi). Το ρήμα μεταφέρθηκε στην ενεργητική φωνή (detulerunt) συμφωνώντας με το νέο υποκείμενο. Το εννοούμενο υποκείμενο (is) μαζί με τους ομοιόπτωτους προσδιορισμούς του (tristis et trepidus) μεταφέρθηκαν στην πτώση του αντικειμένου, δηλαδή την αιτιατική (eum tristem et trepidum).
 
Postero die Claudius imperātor factus est = Postero die [milites] Claudium imperatōrem fecerunt.
Διευκρινίσεις: Στην παθητική αυτή πρόταση λείπει το ποιητικό αίτιο, το οποίο όμως εννοείται (a militibus). Αυτό μετατρέπεται σε υποκείμενο (milites) και το ρήμα σε ενεργητικό (fecerunt). Το υποκείμενο (Claudius) και το κατηγορούμενό του (imperator) γίνονται αντίστοιχα αντικείμενο και κατηγορούμενο του αντικειμένου σε αιτιατική πτώση (Claudium imperatorem).
 
Ανάλυση μετοχών σε δευτερεύουσες προτάσεις
 
Exclusus: Χρονική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν.
= postquam/ut Claudius exclusus est/erat
cum Claudius exclusus esset (ιστορικός-διηγηματικός cum)
 
exterritus: Aιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν.
= quod Claudius exterritus erat (αντικειμενική αιτιολογία)
quod Claudius exterritus esset (υποκειμενική αιτιολογία)
cum Claudius exterritus esset (αποτέλεσμα εσωτερικής λογικής διεργασίας)
 
discurrens: Χρονική Μετοχή, Ενεστώτα, που δηλώνει το σύγχρονο
=
dum discurrit (dum + Οριστική Ενεστώτα. Μια συνεχιζόμενη πράξη, στη διάρκεια της οποίας συμβαίνει μια άλλη.)
Cum miles discurreret (Ιστορικός διηγηματικός cum + Υποτ. Παρατατικού)
Miles, qui discurrebat [ανάλυση της μετοχής σε αναφορική πρόταση, εάν εκληφθεί ως επιθετική]
 
inter vela praetenta foribus se abdidit: Επιθετική μετοχή ως επιθετικός προσδιορισμός στο vela, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν
= inter vela, quae foribus praetenta erant, se abdidit.
Διευκρινίσεις: Η μετοχή praetenta είναι επιθετική. Οι επιθετικές μετοχές αναλύονται σε αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με την αντωνυμία qui, quae, quod στην ονομαστική πτώση, προσαρμοσμένη στο γένος και τον αριθμό του ουσιαστικού που προσδιορίζουν (εδώ quae, ουδέτερο πληθυντικού, για το vela), και εκφέρονται με οριστική έγκλιση. Η μετοχή παρακειμένου δηλώνει το προτερόχρονο. Δεδομένου ότι εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου (abdidit), το ρήμα της αναλυμένης πρότασης πρέπει να τεθεί σε υπερσυντέλικο.
 
extractum: Χρονική μετοχή, συνημμένη στο αντικείμενο του ρήματος, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν
= postquam / ut miles extraxit (ή extraxerat) eum
cum miles extraxisset eum
Διευκρινίσεις: Ως χρονική μετοχή παρακειμένου, δηλώνει προτερόχρονο. Επειδή εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου (salutavit), μπορεί να αναλυθεί είτε με τους συνδέσμους postquam / ut και οριστική παρακειμένου (ή υπερσυντελίκου), είτε με τον ιστορικό cum και υποτακτική υπερσυντελίκου. Η θεωρία τονίζει πως, παρά το ότι γενικά διατηρούμε τη φωνή του ρήματος, σε αυτήν τη συγκεκριμένη συνημμένη μετοχή θεωρείται πιο σωστό να τραπεί η παθητική σύνταξη σε ενεργητική, προσθέτοντας το υποκείμενο της πράξης (miles).
Αν, ωστόσο, δεν γίνει η μετατροπή της σύνταξης σε ενεργητική, αποδεκτές είναι και ακόλουθες επιλογές: postquam/ut is extractus est/erat
cum is extractus esset
 
dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur: Αιτιολογική μετοχή (λόγω του ρ. ψυχικού πάθους miseratur) υποκειμενικής αιτιολογίας (λόγω του quasi), συνημμένη στο αντικείμενο του ρήματος, δηλώνει το υστερόχρονο στο παρελθόν.
= dum obvia turba eum miseratur, quod is moriturus esset.
Διευκρινίσεις: Χαρακτηρίζεται ως μετοχή υποκειμενικής αιτιολογίας και αναλύεται με τον αιτιολογικό σύνδεσμο quod. Επειδή πρόκειται για υποκειμενική αιτιολογία, η πρόταση εκφέρεται με υποτακτική έγκλιση. Καθώς η μετοχή είναι μέλλοντα (υστερόχρονο) και εντάσσεται σε περιβάλλον ιστορικού χρόνου, το ρήμα της πρότασης τίθεται σε υποτακτική παρατατικού της ενεργητικής περιφραστικής συζυγίας (moriturus esset) και το υποκείμενο (is) δεν πρέπει να παραλειφθεί.
 
Μετατροπή ευθέος λόγου σε πλάγιο
 
Claudius quinquagesimo anno aetātis suae imperium cēpit mirabili quodam casu. = Scriptor dicit Claudium quinquagesimo anno aetātis suae imperium cepisse mirabili quodam casu.
Διευκρινίσεις: Οι κύριες προτάσεις κρίσεως που εκφέρονται με Οριστική τρέπονται στον πλάγιο λόγο σε ειδικό απαρέμφατο.
- Η Οριστική Παρακειμένου του ευθέος λόγου (cēpit) μετατρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (cepisse).
- Το υποκείμενο του ειδικού απαρεμφάτου τίθεται αναγκαστικά σε πτώση αιτιατική (Claudius = Claudium).
 
Exclūsus ab insidiatōribus Caligulae, recesserat in diaetam, cui nomen est Hermaeum. = Scriptor dicit eum, exclusum ab insidiatōribus Caligulae, in diaetam recessisse, cui nomen sit Hermaeum.
Διευκρινίσεις:
- Η Οριστική Υπερσυντελίκου της κύριας πρότασης (recesserat) μετατρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (recessisse).
- Το εννοούμενο υποκείμενο της κύριας πρότασης (is) και ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός του (η συνημμένη μετοχή exclusus) μπαίνουν σε αιτιατική πτώση (eum, exclusum).
- Οι δευτερεύουσες προτάσεις που εκφέρονται με Οριστική (est), στον πλάγιο λόγο τρέπονται σε Υποτακτική. Επειδή το ρήμα εξάρτησης είναι αρκτικού χρόνου (dicit), η Οριστική Ενεστώτα της αναφορικής πρότασης γίνεται Υποτακτική Ενεστώτα (sit) διατηρώντας τη χρονική βαθμίδα του σύγχρονου.
 
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur. = Scriptor dixit eum ab his in castra delatum esse tristem et trepidum, dum obvia turba quasi moritūrum eum misereretur.
Διευκρινίσεις:
- Η Οριστική Παρακειμένου (delātus est) τρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (delatum esse).
- Το εννοούμενο υποκείμενο και οι επιρρηματικοί προσδιορισμοί του τρόπου (τα επίθετα tristis et trepidus) τίθενται σε αιτιατική (eum... tristem et trepidum).
- Η δευτερεύουσα πρόταση (χρονική με το dum), επειδή πλέον βρίσκεται σε πλάγιο λόγο, πρέπει να τραπεί από Οριστική σε Υποτακτική. Επειδή το ρήμα εξάρτησης είναι ιστορικού χρόνου (dixit), η Οριστική Ενεστώτα (miserātur) μετατρέπεται σε Υποτακτική Παρατατικού (misereretur), σύμφωνα με τους κανόνες της ακολουθίας των χρόνων.
 
Paulo post rumōre caedis exterritus prorepsit ad solarium proximum et inter vela praetenta foribus se abdidit. = Scriptor dicit eum paulo post rumōre caedis exterritum prorepsisse ad solarium proximum et inter vela praetenta foribus se abdidisse.
Διευκρινίσεις:
- Οι δύο κύριες προτάσεις κρίσεως εκφέρονται με Οριστική και τρέπονται σε ειδικά απαρέμφατα.
- Τα ρήματα prorepsit και abdidit που βρίσκονται σε Οριστική Παρακειμένου μετατρέπονται στα αντίστοιχα ειδικά απαρέμφατα Παρακειμένου (prorepsisse, abdidisse).
- Το εννοούμενο υποκείμενο της πρότασης (is = ο Κλαύδιος) πρέπει να τεθεί σε πτώση αιτιατική (eum).
- Ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός του υποκειμένου, δηλαδή η συνημμένη μετοχή exterritus (ονομαστική ενικού), ακολουθεί το υποκείμενο και τίθεται επίσης σε αιτιατική (exterritum).
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit. = Scriptor dicit discurrentem militem pedes eius animadvertisse; eum latentem adgnovisse; extractum imperatōrem eum salutavisse.
Διευκρινίσεις:
- Και οι τρεις κύριες προτάσεις κρίσεως τρέπονται σε ειδικά απαρέμφατα.
- Τα ρήματα animadvertit, adgnōvit, salutāvit (Οριστική Παρακειμένου) τρέπονται σε απαρέμφατα Παρακειμένου (animadvertisse, adgnovisse, salutavisse).
- Το υποκείμενο της πρώτης πρότασης Discurrens miles (ονομαστική) τρέπεται υποχρεωτικά σε αιτιατική (discurrentem militem). Στις επόμενες δύο προτάσεις το υποκείμενο εννοείται, αλλά λογίζεται στην ίδια πτώση (αιτιατική).
- Τα αντικείμενα και οι προσδιορισμοί που βρίσκονταν ήδη σε αιτιατική (pedes eius, eum latentem, extractum imperatōrem eum) παραμένουν αμετάβλητα.
 
Hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. = Scriptor dicit eum hinc ad commilitōnes suos eum adduxisse. (Σημείωση: το πρώτο eum είναι το υποκείμενο-στρατιώτης, το δεύτερο το αντικείμενο-Κλαύδιος)
Διευκρινίσεις: Το ρήμα της κύριας πρότασης κρίσεως adduxit (Οριστική Παρακειμένου) μετατρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (adduxisse). Το εννοούμενο υποκείμενο του στρατιώτη (is) τίθεται σε αιτιατική (eum ή militem για μεγαλύτερη σαφήνεια).
 
Postero die Claudius imperātor factus est. = Scriptor dicit postero die Claudium imperatorem factum esse.
Διευκρινίσεις:
- Η κύρια πρόταση κρίσεως τρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο. Το ρήμα factus est (Οριστική Παρακειμένου) τρέπεται στο παθητικό ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (factum esse).
- Το υποκείμενο Claudius τρέπεται σε αιτιατική (Claudium).
- Το κατηγορούμενο του υποκειμένου imperātor (ονομαστική) τρέπεται και αυτό, ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός, σε αιτιατική (imperatorem) ώστε να συμφωνεί με το υποκείμενο.
- Ο χρονικός προσδιορισμός postero die παραμένει αμετάβλητος (βάσει της θεωρίας, το χρονικό επίρρημα cras του ευθέος τρέπεται σε postero die στον πλάγιο, επομένως το ήδη υπάρχον postero die διατηρείται ως έχει).
 
Σύμπτυξη προτάσεων σε μετοχές
 
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur. =
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, obviā turbā quasi moritūrum eum miserante.
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα της πρότασης, miserātur (αποθετικό ρήμα), βρίσκεται σε χρόνο Ενεστώτα. Σύμφωνα με τη θεωρία, ο ενεστώτας αποθετικού ρήματος δηλώνει ταυτόχρονη πράξη και μετατρέπεται σε μετοχή ενεργητικού ενεστώτα (miserans, miserantis).
- Βρίσκουμε το υποκείμενο του ρήματος που θα αποτελέσει το υποκείμενο της μετοχής, το οποίο είναι η λέξη turba. Ελέγχουμε αν το turba αποτελεί όρο της πρότασης στην οποία θα ενταχθεί η μετοχή. Επειδή στην κύρια πρόταση το υποκείμενο είναι ο Κλαύδιος (εννοείται) και η turba δεν αποτελεί κάποιον όρο της, η μετοχή και το υποκείμενό της δεν μπορούν να είναι συνημμένα, αλλά θα γίνουν απόλυτα σε πτώση αφαιρετική (αφαιρετική απόλυτη).
- Ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός obvia ακολουθεί την πτώση του υποκειμένου (στην αφαιρετική). Το αντικείμενο eum και οι υπόλοιποι προσδιορισμοί (quasi moriturum) παραμένουν ως έχουν.
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; = Discurrens miles, pedibus eius animadversis, eum latentem adgnōvit.
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα animadvertit βρίσκεται σε χρόνο ενεργητικό παρακείμενο. Επειδή στην ενεργητική φωνή δεν υπάρχει μετοχή για το προτερόχρονο, η θεωρία υπαγορεύει να τρέψουμε τη σύνταξη σε παθητική, δηλαδή σε μετοχή παθητικού παρακειμένου (animadversus, -a, -um).
- Το άμεσο αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος, το οποίο είναι η λέξη pedes, θα αποτελέσει το υποκείμενο της παθητικής μετοχής. Επειδή η λέξη pedes δεν αποτελεί όρο της επόμενης πρότασης (eum latentem adgnōvit), δημιουργούμε αφαιρετική απόλυτη μετοχή παθητικού παρακειμένου και βάζουμε το υποκείμενο στην ίδια πτώση (αφαιρετική: pedibus... animadversis).
- Το αρχικό υποκείμενο της ενεργητικής πρότασης (Discurrens miles) δεν μετατρέπεται σε ποιητικό αίτιο, διότι αποτελεί το (εννοούμενο) υποκείμενο της πρότασης στην οποία ενσωματώνεται η μετοχική φράση.
 
eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit.
= Discurrens miles… eum latentem adgnitum, extractum imperatōrem salutāvit.
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα adgnōvit είναι σε ενεργητικό παρακείμενο. Όπως και πριν, τρέπουμε τη σύνταξη σε παθητική δημιουργώντας μετοχή παθητικού παρακειμένου (adgnitus, -a, -um).
- Βρίσκουμε το άμεσο αντικείμενο της πρότασης που θα συμπτυχθεί, το οποίο είναι η λέξη eum (ο Κλαύδιος), και το οποίο θα αποτελέσει το υποκείμενο της παθητικής μετοχής. Στη συνέχεια, εξετάζουμε αν το eum αποτελεί όρο της πρότασης μέσα στην οποία θα ενταχθεί (στην "extractum imperatōrem eum salutāvit"). Καθώς το eum υπάρχει ως άμεσο αντικείμενο στη δεύτερη πρόταση, η μετοχή παθητικού παρακειμένου που θα δημιουργηθεί θα γίνει συνημμένη στην πτώση αυτή (αιτιατική: adgnitum).
 
Μετατροπή κύριας πρότασης σε χρονική
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; = Cum discurrens miles pedes eius animadvertisset, eum latentem adgnōvit. (ιστορικός-διηγηματικός cum).
Διευκρινίσεις: Σύμφωνα με τη θεωρία, στις διηγήσεις του παρελθόντος χρησιμοποιείται πολύ συχνά ο ιστορικός ή διηγηματικός cum, ο οποίος εκφέρεται με Υποτακτική, καθώς «υπογραμμίζει τη βαθύτερη σχέση της δευτερεύουσας με την κύρια πρόταση» και «δημιουργεί μια σχέση αιτίου και αιτιατού ανάμεσά τους» (τον αναγνώρισε επειδή / ως αποτέλεσμα του ότι είδε τα πόδια του). Επειδή η πράξη της χρονικής πρότασης (παρατήρησε) είναι προτερόχρονη της κύριας (αναγνώρισε) στο παρελθόν, χρησιμοποιούμε Υποτακτική Υπερσυντελίκου (animadvertisset).
 
eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit. = Postquam (ή ubi / ut) eum latentem adgnōvit, extractum imperatōrem eum salutāvit. (καθαρά χρονική σχέση)
Διευκρινίσεις: Σύμφωνα με τη θεωρία, όταν θέλουμε να εκφράσουμε «κάτι το προτερόχρονο» και η πράξη μας ενδιαφέρει «καθαρά από χρονική άποψη» (μόνο το χρόνο και τίποτα άλλο), χρησιμοποιούμε τους συνδέσμους postquam, ubi, ut κ.λπ. Η έγκλιση με την οποία εκφέρονται είναι η Οριστική, και μάλιστα για γεγονότα του παρελθόντος είναι συνήθως η Οριστική του Παρακειμένου. Έτσι, το ρήμα adgnōvit διατηρείται ως έχει στην Οριστική Παρακειμένου.
 
inter vela praetenta foribus se abdidit. Discurrens miles pedes eius animadvertit; = (Vix) inter vela praetenta foribus se abdiderat, cum repente discurrens miles pedes eius animadvertit. (αντίστροφος cum)
Διευκρινίσεις: Σύμφωνα με τη θεωρία, ο cum με Οριστική Παρακειμένου, συχνά μαζί με το επίρρημα repente, δηλώνει αιφνίδιο γεγονός (αντίστροφος cum), και το κύριο νόημα βρίσκεται στη δευτερεύουσα πρόταση (που σε σχέση με την κύρια δηλώνει το υστερόχρονο στο παρελθόν). Για να εφαρμοστεί σωστά αυτή η δομή με βάση τους κανόνες, το ρήμα της νέας «κύριας» πρότασης πρέπει να τεθεί σε Οριστική Υπερσυντελίκου (abdiderat αντί για abdidit) και μπορούμε να προσθέσουμε το μόριο vix (μόλις), ενώ η χρονική πρόταση εισάγεται με το cum (repente) και διατηρεί την Οριστική Παρακειμένου (animadvertit).
 
extractum imperatōrem eum salutāvit. Hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. = Cum miles extractum imperatōrem eum salutavisset, hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. (ιστορικός-διηγηματικός cum)
Διευκρινίσεις: Ο ιστορικός/διηγηματικός cum χρησιμοποιείται στις διηγήσεις του παρελθόντος για να υπογραμμίσει τη βαθύτερη σχέση μεταξύ δύο γεγονότων (σχέση αιτίου και αιτιατού). Ο στρατιώτης τον οδηγεί στους άλλους ως αποτέλεσμα της αναγνώρισης και της αναγόρευσής του. Σύμφωνα με τον κανόνα, ο ιστορικός cum εκφέρεται υποχρεωτικά με Υποτακτική έγκλιση. Καθώς η πράξη του χαιρετισμού είναι προτερόχρονη της επόμενης πράξης στο παρελθόν, το ρήμα πρέπει να τεθεί σε Υποτακτική Υπερσυντελίκου (salutavisset).
 
Ανάλυση ομοιόπτωτων προσδιορισμών σε προτάσεις
 
imperium cēpit mirabili quodam casu. = imperium cēpit casu quodam, qui mirabilis erat.
Διευκρινίσεις: Το ουσιαστικό που προσδιορίζεται (casu) είναι αρσενικού γένους και ενικού αριθμού, επομένως η αναφορική αντωνυμία τίθεται στην ονομαστική του ιδίου γένους και αριθμού (qui). Ο επιθετικός προσδιορισμός μετατρέπεται σε ονομαστική πτώση (mirabilis) για να λειτουργήσει ως κατηγορούμενο. Το ρήμα της κύριας πρότασης (cepit) είναι ιστορικού χρόνου (Παρακείμενος), οπότε το ρήμα sum τίθεται σε χρόνο Παρατατικό (erat).
 
prorepsit ad solarium proximum... = prorepsit ad solarium, quod proximum erat...
Διευκρινίσεις: Το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό (solarium) είναι ουδέτερο ενικού, άρα η αναφορική αντωνυμία πρέπει να είναι quod. Το επίθετο τίθεται σε ονομαστική ουδετέρου (proximum) ως κατηγορούμενο. Επειδή το ρήμα εξάρτησης (prorepsit) είναι ιστορικού χρόνου (Παρακείμενος), το βοηθητικό ρήμα sum μπαίνει σε Παρατατικό (erat).