Κωνσταντίνος
Καβάφης «Ο Πατριάρχης» Ο αυθάδης κι ο
αχάριστος Ιωάννης, που αν ήταν
πατριάρχης το χρωστούσε στην καλωσύνη που
του είχε δείξει ο κυρ Ιωάννης
Καντακουζηνός (ο άξιος άνθρωπος
που είχε η φυλή μας τότε, σοφός, επιεικής,
φιλόπατρης, ανδρείος, ικανός), τον έξυπνον τάχα έκαμεν
ο ασυνείδητος ο πατριάρχης, κ’
είπε πως θα μεριμνήσει, για να μη
ξαναγίνει το άδικο του Ιωάννη Λάσκαρη
(μη νοιώθοντας ο ελαφρός, τις προσβολή
μεγάλη ήταν τα λόγια του
για την αρχή των Παλαιολόγων). Εγνώριζεν βεβαίως
ο άθλιος που κίνδυνον, από τον τίμιον,
τον εύορκον, τον αφιλοκερδή κυρ Ιωάννη
Καντακουζηνό, δεν διέτρεχεν
κανένα του κυρ Ανδρόνικου το παιδί. Το ‘ξερε ο άθλιος,
ο αισχρότατος, μα γύρευε με κάθε τρόπο να
δημοκοπεί. Κ. Π. Καβάφης,
Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια RenataLavagnini, Εκδόσεις Ίκαρος Ο Καβάφης συνθέτει
το ιστορικό αυτό ποίημα αφενός για να τονίσει την αφοσίωση του Ιωάννη Καντακουζηνού
στους Παλαιολόγους και αφετέρου για να στηλιτεύσει την αχαριστία του πατριάρχη
Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα, ο οποίος παρά το γεγονός ότι κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο
με προσωπική παρέμβαση του Καντακουζηνού δεν δίστασε στη συνέχεια να στραφεί
εναντίον του, διαβάλλοντάς τον, προκειμένου να λάβει ο ίδιος μέρος της αυτοκρατορικής
εξουσίας. Ο Καβάφης δεν
υιοθετεί την κριτική που ασκεί ο Παπαρρηγόπουλος στον Καντακουζηνό, διότι
θεωρεί πως υπήρξε προφανής η διάθεση του Καντακουζηνού να προφυλάξει τον θρόνο
για τον ανήλικο Ιωάννη Παλαιολόγο, όταν πέθανε ο πατέρας του, Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος.
(Για το ιστορικό πλαίσιο της εμφύλιας σύγκρουσης που προέκυψε, καθώς ο Ιωάννης
Καντακουζηνός επιχειρούσε να διαφυλάξει τα δικαιώματα του Ιωάννη Παλαιολόγου,
δείτε το ποίημα «Ο Ιωάννης
Καντακουζηνός υπερισχύει».) Ο αυθάδης κι ο
αχάριστος Ιωάννης, που αν ήταν
πατριάρχης το χρωστούσε στην καλωσύνη που
του είχε δείξει ο κυρ Ιωάννης
Καντακουζηνός (ο άξιος άνθρωπος
που είχε η φυλή μας τότε, σοφός, επιεικής,
φιλόπατρης, ανδρείος, ικανός) Ο Καβάφης
αντιπαραβάλλει τον αγνώμονα και φίλαρχο πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα με τον σταθερά
αφοσιωμένο Καντακουζηνό, προκειμένου να αναδείξει τις σπάνιες ποιότητες του
Ιωάννη Καντακουζηνού. Παρά τη δυνατότητα, άλλωστε, που είχε ο Καντακουζηνός να
ανακηρυχθεί αυτοκράτορας, μόλις πέθανε ο Ανδρόνικος, εκείνος δεν επιδίωξε κάτι
τέτοιο, αφού στη δική του σκέψη ο ρόλος του ήταν ξεκάθαρος: να περιφρουρήσει
τον αυτοκρατορικό θρόνο για τον ανήλικο γιο του Ανδρόνικου. Η στάση του αυτή,
ωστόσο, άλλαξε εξ ανάγκης, όταν διαπίστωσε πως στο περιβάλλον του ανήλικου
Παλαιολόγου υπήρχαν πολλοί που επιθυμούσαν να υφαρπάξουν τον έλεγχο της αυτοκρατορίας.
Ένας εξ αυτών ήταν ο πατριάρχης Καλέκας, ο οποίος δεν έκρυβε την πρόθεσή του να
οικειοποιηθεί τον αυτοκρατορικό θρόνο. Σε αντίθεση, λοιπόν,
με τον αχάριστο Καλέκα, ο οποίος λόγω των φιλοδοξιών του στράφηκε ενάντια σε
εκείνον που τον είχε στηρίξει και τον είχε αναδείξει, ο Καντακουζηνός
εμφανίζεται απόλυτα αφοσιωμένος στον συνεργάτη και φίλο του Ανδρόνικο, καθώς
μόνη του πρόθεση είναι να προφυλάξει τον ανήλικο γιο του. Η αφοσίωση, άλλωστε,
του Καντακουζηνού έγινε αντιληπτή και εκ του αποτελέσματος, αφού μόλις
ενηλικιώθηκε ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, εκείνος αποσύρθηκε από τα πολιτικά
πράγματα της αυτοκρατορίας και έγινε μοναχός. Το πλήθος, επομένως, των θετικών
επιθέτων που αξιοποιεί ο ποιητής για να επαινέσει το άμεμπτο του χαρακτήρα του
μοιάζουν δικαιολογημένα. Ενδιαφέρον έχει η χρήση της κτητικής αντωνυμίας «η
φυλή μας», μέσω της οποίας διαφαίνεται η πρόθεση του Καβάφη να δηλώσει την
ελληνικότητά του, αλλά και την αγάπη που είχε για την ιδιαίτερη αυτή ιστορική
περίοδο του ελληνικού έθνους. τον έξυπνον τάχα
έκαμεν ο ασυνείδητος ο πατριάρχης, κ’
είπε πως θα μεριμνήσει, για να μη
ξαναγίνει το άδικο του Ιωάννη Λάσκαρη
(μη νοιώθοντας ο ελαφρός, τις
προσβολή μεγάλη ήταν τα λόγια του
για την αρχή των Παλαιολόγων). Ο πατριάρχης
Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας, προκειμένου να δικαιολογήσει την πολεμική που ασκούσε στον
Καντακουζηνό υπέπεσε σε ένα σημαντικό σφάλμα, εφόσον ισχυρίστηκε πως το μόνο
που ήθελε ήταν να μην επιτρέψει να αδικηθεί ο ανήλικος Ιωάννης Παλαιολόγος, όπως
είχε συμβεί στο παρελθόν με τον ανήλικο Ιωάννη Λάσκαρη. Η αναφορά αυτή, ωστόσο,
ήταν εξαιρετικά προσβλητική για τον οίκο των Παλαιολόγων, εφόσον ακριβώς μέσω της
φυλάκισης -και της βίαιης τύφλωσης- του ανήλικου Ιωάννη Λάσκαρη, από τον Μιχαήλ
Παλαιολόγο, είχαν κατορθώσει οι Παλαιολόγοι να διεκδικήσουν τον έλεγχο της αυτοκρατορίας. Ο πατριάρχης, μη
έχοντας κάποια ουσιαστική απόδειξη ή έστω ένδειξη για να υπονομεύσει το κύρος
του Καντακουζηνού και να δημιουργήσει υποψίες εις βάρος του, θεώρησε συνετό να
στραφεί στο παρελθόν, για να αντλήσει ένα παράδειγμα κακομεταχείρισης ανήλικου
διαδόχου. Το παράδειγμα αυτό, ωστόσο, απέδειξε την ανοησία του -την ελαφρότητά
του-, εφόσον αφορούσε την ίδια την οικογένεια των Παλαιολόγων, την οποία υποτίθεται
πως ήθελε να προφυλάξει από τον τάχα φιλόδοξο Καντακουζηνό. Εγνώριζεν βεβαίως
ο άθλιος που κίνδυνον, από τον τίμιον,
τον εύορκον, τον αφιλοκερδή κυρ Ιωάννη
Καντακουζηνό, δεν διέτρεχεν
κανένα του κυρ Ανδρόνικου το παιδί. Το ‘ξερε ο άθλιος,
ο αισχρότατος, μα γύρευε με κάθε τρόπο να
δημοκοπεί. Ο Καβάφης
χρησιμοποιεί πλήθος επιθέτων για να τονίσει τη φθονερή φύση του πατριάρχη Καλέκα
και την απληστία του σε σύγκριση με τον τίμιο και αφιλοκερδή Ιωάννη Καντακουζηνό.
Ο πατριάρχης γνώριζε σαφώς ότι ο ανήλικος Παλαιολόγος δεν διέτρεχε κανέναν
κίνδυνο από τον Καντακουζηνό, που ήταν απόλυτα δοσμένος στον στόχο του να
προφυλάξει τον ανήλικο διάδοχο του θρόνου. Το ήξερε καλά, αλλά, παρακινημένος
από τη δική του ακόρεστη επιθυμία για πολιτική ισχύ ήθελε με κάθε τρόπο να τον
διαβάλει και να του αφαιρέσει κάθε μορφή εξουσίας. Έτσι, με προφανή ψεύδη και
με αβάσιμες κατηγορίες ο πατριάρχης επιδόθηκε σε μια συστηματική δημοκοπία,
μέχρι να κατορθώσει να στρέψει τους πολίτες εναντίον του. Ο «άθλιος», ο «αισχρότατος»
πατριάρχης γνώριζε πως ο Καντακουζηνός είχε αγαθές προθέσεις, γνώριζε όμως και
τη δύναμη της δημαγωγίας, έστω κι αν μέσω αυτής επρόκειτο να δημιουργήσει
σημαντικά προβλήματα στο βυζαντινό κράτος. Δεν τον ένοιαζε, άλλωστε, τον «ασυνείδητο»
το πόσο θα έβλαπτε το κράτος, αρκεί να εξυπηρετούσε τα ιδιοτελή του συμφέροντα. Με τον απρόοπτο
θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου, στις 15 Ιουνίου 1341, άρχιζε
για το Βυζάντιο ένας νέος, αιματηρός εμφύλιος πόλεμος. Ιδού πώς διηγείται τα
γεγονότα ο Παπαρρηγόπουλος (Ε΄, σ. 259-262): Και μετά τον
θάνατον τοῦἈνδρονίκου τα
πράγματα, ἀντί να βελτιωθῶσιν, ἐχειροτέρευσαν ἀπ’ ἐναντίας. Οἱ δύο υἱοί τοῦἀποθανόντος βασιλέως, Ἰωάννης και
Μανουήλ, ἦσαν ἀνήλικοι ἢ μᾶλλον παῖδες, διότι ὁ πρεσβύτερος Ἰωάννης ἦτο μόλις ἐνναέτης κατά την ἐποχήν ταύτην. Ἐντεῦθεν ἔνοεῖται ὁποῖον στάδιον ἀνεῴχθη εἰς τὴν φιλαρχίαν τοῦ Καντακουζηνοῦ, ὅστις και ζῶντος ἔτι τοῦἈνδρονίκου Γ΄ ἐλογίζετο ὡς ὁ κύριος τοῦ κράτους κυβερνήτης, καίτοι ἤρκειτο εἰς το ἀξίωμα τοῦ μεγάλου δομεστίκου. Ὁ Καντακουζηνὸς δεν ἐστερεῖτο, ὡς ἠξεύρομεν, ἀρετῶν τινων· ἀλλά ἡ παρακμὴ εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ μεσαιωνική
κοινωνία ἦτο τοιαύτη ὥστε και αὐταί αἱἀρεταί τας ὁποίας ἐκ διαλειμμάτων παρῆγεν ἔτι, δεν ἠδύναντο εἰμή να ἦναι μετριώταται. Ὁἀνήρ ἀπέδειξε πολλάκις ὅτι ἦτο προσωπικῶς ἀνδρεῖος και ὅτι εἶχε νοῦν πρακτικόν· ἀντί ὅμως να μεταχειρισθῇ τα προτερήματα ταῦτα εἰς το να διοργανώσῃ δυνάμεις ἰθαγενεῖς ἱκανάς να
καταβάλωσι μεν τους ἐσωτερικούς αὐτοῦἀντιπάλους, να περιστείλωσι δε τους ἐξωτερικούς
πολεμίους, ἠγωνίσθη πάντοτε να ὑποστηριχθῇ δια ῥαδιουργιῶν και συμμαχιῶν ὀλεθρίων. Ἀπέδειξε πολλάκις, ὅτι δεν ἦτο αἱμοβόρος, ἀλλά δια την ὑπερβάλλουσαν ἐπιείκειάν του κατήντησε να ἴδῃ και αὐτόν τον ἴδιον υἱόν παρεμβάλλοντα αὐτῷ προσκόμματα. Ἀπέδειξε πολλάκις ὅτι ἠγάπα την ἀρχήν· και ὅμως ἀφοῦἵνα ἀποκτήσῃ αὐτήν ηὔξησε πολυειδῶς και πολυτρόπως την
κοινήν ἀμηχανίαν, ἔπειτα, ἀντί ν’ ἀνταγωνισθῇ καρτερικῶς προς την ἀμηχανίαν ταύτην, παρητήθη τῶν πραγμάτων ἐν ἀκμῇ τῆς ἡλικίας και γενόμενος μοναχός ἠσχολήθη ἐπί 30 περίπου ἔτη εἰς το να συγγράφῃἱστορίας, ἵνα διδάξῃ τους
μεταγενεστέρους, ὅτι αὐτός και μόνος ἦτο ἄξιος τῆς ἀρχῆς, λησμονῶν ὅτι ἡ καλλιτέρα τούτου ἀπόδειξις ἤθελεν εἶναι ἂν διατηρήσας αὐτήν ἔσωζε το κράτος. Τοιοῦτος ἦτο ὁἄνθρωπος εἰς ὃν περιῆλθον φυσικῷ τῷ λόγῳ τα πράγματα μετά τον θάνατον τοῦἈνδρονίκου Γ΄. Ὁ Καντακουζηνός
προσελθών προς την χηρεύουσαν βασιλίδα Ἄνναν, διεβεβαίωσεν
αὐτήν, ὅτι εἶναι πρόθυμος να
προνοήσῃ περί τῆς σωτηρίας τῶν ἀνηλίκων βασιλοπαίδων· και τῷόντι διέταξεν ἀμέσως, τῇ συναινέσει αὐτῆς, τα δέοντα περί τούτου, ἐτέλεσεν ἔπειτα ἰδίᾳ δαπάνῃ πολυτελεστάτην κηδείαν τοῦἀποβιώσαντος φίλου του, και συγχρόνως ἐξέδωκε τας ἀναγκαίας διαταγάς προς ἅπαντας τους
στρατιωτικούς, διοικητικούς και οἰκονομικούς ὑπαλλήλους τοῦ κράτους. Ἀλλά μετ’ ὀλίγον ἤρχισεν ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει ὑπόκωφος κατ’ αὐτοῦἀντιπολίτευσις, προ πάντων παρά τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου ΙΔ΄ τοῦ Καλέκα, ἐπιλεγομένου και Ἀπρηνοῦ (ἐξ Ἄπρω, πόλεως ἀσιανῆς ἐξ ἧς κατήγετο). Ὁ πατριάρχης ἐβεβαίου ὅτι δεν θέλει μιμηθῇ την ἀδυναμίαν τοῦἈρσενίου τοῦἐπιτρέψαντος ν’ ἀποβληθῇ τῆς βασιλείας ὁ τελευταῖος τῶν Λασκάρεων, μη ἐννοῶν ὅτι δια τοιούτων λόγων προσέβαλλε καιρίως τα δικαιώματα τῶν Παλαιολόγων τους ὁποίους ἠξίου να προστατεύσῃ, ἅτε ἀναμιμνήσκων ὅτι και αὐτοὶ δι’ ἁρπαγῆς εἶχον καταλάβει την ἀρχήν. Ἐπειδή δε και ἡ βασίλισσα αὐτή ἅμα συνελθοῦσα ὀλίγον ἀπὸ τῆς θλίψεως ἣν συνησθάνθη δια τον θάνατον τοῦ συζύγου της, δεν ἐπεδείκνυε πολύν ὑπέρ τοῦ Καντακουζηνοῦ ζῆλον, οὗτος ἠθέλησε, καθά ἱστορεῖ, να παραιτηθῇ τῶν δημοσίων πραγμάτων και δεν μετεπείσθη εἰμή ἐνδίδων, καθά πάντοτε αὐτός ἱστορεῖ, εἰς τας παρακλήσεις
τῆς βασιλίδος και αὐτοῦ τοῦ πατριάρχου. Ἡ συνδιαλλαγή ὅμως αὕτη δεν ἦτο δυνατόν εἰμή να ἦναι πρόσκαιρος, διότι ἀφ’ ἑνός οἱ μεν πολλοί ἐφθόνουν το ἀξίωμα τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δε οἱ φίλοι του προσδοκῶντες παρ’ αὐτοῦ μεγάλας ἀμοιβάς ἐάν βασιλεύσῃ, ἦσαν ἀνυπόμονοι να ἴδωσιν αὐτόν περιβαλλόμενον την ὑπερτάτην ἀρχήν. Ὅθεν μετ’ οὐ πολύ, ἅμα ὁ μέγας Δομέστικος ἠναγκάσθη ὑπό τῶν ποικίλων τοῦ κράτους περισπασμῶν να ἐξέλθῃ τῆς πρωτευούσης, ἵνα ἀναλάβῃ την τοῦ στρατοῦἡγεμονίαν, οἱἀντίπαλοι τοῦἀνδρός ἔσπευσαν να διενεργήσωσι την καθαίρεσιν αὐτοῦ. Τῆς συνωμοσίας ταύτης προϊσταντο ὁ μέγας δούξ Ἀπόκαυχος, τον ὁποῖον ἐξελεγχθέντα προ μικροῦἀμελῆ περί την ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος εἶχεν ἀποβάλει τῆς ὑπηρεσίας ὁ Καντακουζηνός, ὁ πατριάρχης, αὐτός ὁ πενθερός τοῦ Καντακουζηνοῦ, Ἀνδρόνικος Ἀσάν, ὅστις εἶχε φαίνεται ἀφορμάς τινας
δυσαρεσκείας κατά τοῦ γαμβροῦ του, ἕτεροί τινες ἐκ τῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, και
προσέτι ὁ μέγας δρουγγάριος Γαβαλᾶς και ὁ μέγας στρατοπεδάρχης Χοῦμνος. Ἡ βασιλίς, ἥτις ἐδυσπίστει ὁσημέραι πλειότερον προς τον Καντακουζηνόν, συνῄνεσεν εἰς τα παρασκευαζόμενα και προεχειρίσατο τον Ἀπόκαυχον ἔπαρχον Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ δευτερότοκος τοῦ Καντακουζηνοῦ υἱός Ἀνδρόνικος και ἡ μήτηρ τοῦ μεγάλου δομεστίκου ἐφυλακίσθησαν, ἡ δε γηραιά και σεβασμία αὕτη γυνή ἀπεβίωσε μάλιστα κατ’ ἐκείνας τας ἡμέρας, ἔντρομος δια τας ἀντηχούσας
πανταχόθεν κατά τοῦ υἱοῦ της κατακραυγάς. Όπως και άλλες
φορές, ο Καβάφης εμπνεύστηκε από τον Έλληνα ιστορικό· είναι φανερές οι
αναλογίες ανάμεσα στο σχεδίασμα του φ2 και τις σελίδες του Παπαρρηγόπουλου, με
λεκτικές αντιστοιχίες, π.χ. στα επίθετα που χαρακτηρίζουν τον Καντακουζηνό και
κυρίως στο περιεχόμενο, όπως στην υπογράμμιση της άστοχης ενέργειας του
πατριάρχη. Αλλά ο Καβάφης αντλεί και άμεσα από το ιστορικό έργο του Νικηφόρου
Γρηγορά. Ο Γρηγοράς (ΙΙ, σ. 755) παραθέτει την επιστολή του Καντακουζηνού, που
υπενθύμιζε στον πατριάρχη πόσο τον είχε βοηθήσει, όταν ανέβηκε στον πατριαρχικό
θρόνο, το 1334, και αναφέρει τα λόγια του Ιωάννη Καλέκα, που διεκδικούσε για
τον εαυτό του την προστασία του μικρού Ιωάννη Παλαιολόγου (ΙΙ, σ. 579: η
περικοπή που αντέγραψε ο Καβάφης). Ο πατριάρχης ήθελε να αποφύγει, έλεγε, να
επαναληφθούν τα γεγονότα του 1258/9, όταν ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος διαδέχθηκε,
με τη συναίνεση του πατριάρχη Αρσενίου, τον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρι στη θέση του
ανήλικου κληρονόμου του Ιωάννη, και λίγο έπειτα, με την επανάκτηση της
Κωνσταντινούπολης, το 1261, έδιωξε από το θρόνο και ετύφλωσε τον νόμιμο
κληρονόμο, εγκαινιάζοντας με τον αιματηρό αυτό τρόπο τη δυναστεία των
Παλαιολόγων. Στο ποίημα, ο Καβάφης αντιπαραθέτει τους δύο πρωταγωνιστές, τον
αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, και παραμερίζοντας, θα λέγαμε θεληματικά, τις
επιφυλάξεις του Παπαρρηγόπουλου, εξαίρει με αφθονία επιθέτων τον Καντακουζηνό,
ενώ αντίθετα υποβιβάζει και γελοιοποιεί το πρόσωπο του πατριάρχη. Σ’ αυτό
φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη του Gibbon (XI, σ. 383 κ.ε.),
που μιλάει διεξοδικά για τις αρετές του Καντακουζηνού.