Ιστορία Προσανατολισμού: Το Κρητικό Ζήτημα μετά την έλευση της Διεθνούς Επιτροπής (1906)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ιστορία Προσανατολισμού: Το Κρητικό Ζήτημα μετά την έλευση της Διεθνούς Επιτροπής (1906)
 
Αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το ακόλουθο κείμενο να αναφερθείτε στην εξέλιξη του Κρητικού Ζητήματος από την έλευση της Διεθνούς Επιτροπής στην Κρήτη (Φεβρουάριος 1906) μέχρι και την παραίτηση του Ύπατου Αρμοστή Γεώργιου (12 Σεπτεμβρίου 1906).
 
Κείμενο
Ύστερα από τα πορίσματα της Διεθνούς Επιτροπής ακολούθησε νέος κύκλος διαπραγματεύσεων με αποτέλεσμα να συνταχθεί κοινή διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων στον πρίγκιπα Γεώργιο, στις 10/23 Ιουλίου 1906, και την επομένη στην πατέρα του. Η διακοίνωση αυτή περιείχε τις ακόλουθες προτάσεις: μεταρρυθμιστικά μέτρα για τη χωροφυλακή˙ δημιουργία πολιτοφυλακής με τη συνεργασία Ελλήνων αξιωματικών (όχι από τα ενεργά στελέχη)˙ υπαγωγή και των δύο οργανώσεων στις διαταγές του ύπατου αρμοστή˙ δάνειο 9.300.000 φράγκων υπό τον έλεγχο της δημοσιονομικής επιτροπής της Αθήνας˙ πλήρη ισότητα μωαμεθανών και χριστιανών˙ και τέλος το διορισμό μεικτής επιτροπής για την αντιμετώπιση θρησκευτικών διοικητικών προβλημάτων. Η διακοίνωση όμως δεν ικανοποίησε ούτε την Κρητική Συνέλευση ούτε το βασιλιά και την κυβέρνηση της Ελλάδας. Ο βασιλιάς συμβούλεψε τον πρίγκιπα Γεώργιο να την απορρίψει.
Ο Βενιζέλος όμως είδε ότι, όπως παρουσιαζόταν η διεθνής κατάσταση, ο προτεινόμενος διακανονισμός αποτελούσε ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει προς το παρόν. Έβλεπε επίσης ότι, εφόσον η Μεγάλη Βρετανία εξακολουθούσε να παρέχει την υποστήριξή της, η Κρήτη θα κέρδιζε τελικά την ένωση με την Ελλάδα. […] Ο βασιλιάς Γεώργιος συμβούλεψε τελικά τον γιο του να παραιτηθεί από το αξίωμά του. Ο πρίγκιπας δέχτηκε απρόθυμα για το καλό της πατρίδας του και για χάρη του νησιού, που το είχε αγαπήσει και δεν ήθελε να το εγκαταλείψει. Ο βασιλιάς Γεώργιος διόρισε αντικαταστάτη του τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας, που έφτασε στην Κρήτη στις 18 Σεπτεμβρίου 1906.
 
Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1793, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Το κίνημα του Θερίσου δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους του, αλλά έδωσε νέα ισχυρή ώθηση στο Κρητικό Ζήτημα και προκάλεσε θετικές εξελίξεις. Διεθνής Επιτροπή που ήλθε στην Κρήτη το Φεβρουάριο 1906, ανέλαβε να εξετάσει την κατάσταση και τους όρους λειτουργίας του αρμοστειακού καθεστώτος και να υποβάλει σχετική έκθεση. Όπως επισημαίνει ο Douglas Dakin, με βάση τα συμπεράσματα τις Διεθνούς Επιτροπής ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στη σύνταξη διακοίνωσης από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η οποία κοινοποιήθηκε στον πρίγκιπα Γεώργιο (10/23 Ιουλίου 1906) και την επόμενη μέρα στον πατέρα του, βασιλιά Γεώργιο. Οι προτάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων δεν ικανοποίησαν ούτε την Κρητική Συνέλευση, αλλά ούτε την ελληνική κυβέρνηση και τον βασιλιά, ο οποίος, μάλιστα, συμβούλεψε τον γιο του να τις απορρίψει. Στον αντίποδα, πάντως, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, λαμβάνοντας υπόψη του τις διεθνείς συνθήκες, αντιλήφθηκε πως οι προτάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων αποτελούσαν τη δεδομένη στιγμή την καλύτερη δυνατή επιλογή. Θεωρούσε, άλλωστε, ότι χάρη στη συνεχιζόμενη στήριξη της Μεγάλης Βρετανίας η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα θα συνέβαινε οπωσδήποτε. Έπειτα, έτσι, από μακρότατες και επίπονες διαβουλεύσεις με τον Ελ. Βενιζέλο και με την Ελληνική Κυβέρνηση, οι Μεγάλες Δυνάμεις κατέληξαν σε μια νέα ρύθμιση του Κρητικού Ζητήματος. Το οριστικό κείμενο των μεταρρυθμίσεων προέβλεπε την οργάνωση Κρητικής Χωροφυλακής με εντελώς νέο σχήμα, την ίδρυση Κρητικής Πολιτοφυλακής, με Έλληνες αξιωματικούς που προηγουμένως θα παραιτούνταν από τον ελληνικό στρατό, και την ανάκληση των ξένων στρατευμάτων, μετά την αποκατάσταση της εσωτερικής γαλήνης στην Κρήτη. Όπως, μάλιστα, αναφέρει ο Douglas Dakin, στο πλαίσιο των προτάσεων που είχαν γίνει, περιλαμβάνονταν επίσης, οι ακόλουθες ρυθμίσεις: ένταξη υπό τον έλεγχο του ύπατου αρμοστή των σωμάτων της Χωροφυλακής και της Πολιτοφυλακής, παροχή δανείου 9.300.00 φράγκων το οποίο θα το είχε υπό τον έλεγχό της η δημοσιονομική επιτροπή της ελληνικής πρωτεύουσας, απόλυτη ισοτιμία μεταξύ χριστιανών και μωαμεθανών, καθώς και διορισμό μιας μικτής επιτροπής, η οποία θα φρόντιζε για την αντιμετώπιση τυχόν θρησκευτικών ή διοικητικών ζητημάτων.
Η πολιτική του Βενιζέλου είχε θριαμβεύσει. Αμέσως έπειτα συγκροτήθηκε η Β΄ Συντακτική Συνέλευση, για την εκπόνηση νέου συντάγματος, και η πρώτη πράξη της ήταν η έκδοση ενωτικού ψηφίσματος, μέσα σε ατμόσφαιρα συμφιλίωσης και εθνικής έξαρσης. Με νέα απόφασή τους οι Δυνάμεις παραχωρούσαν στο βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο Α΄ το δικαίωμα να διορίζει εκείνος τον Ύπατο Αρμοστή της Κρήτης (14 Αυγούστου 1906). Το νησί είχε ουσιαστικά καταστεί μια ιδιότυπη ελληνική επαρχία.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, ο Πρίγκιπας Γεώργιος δεν μπορούσε πια να παραμένει στην Αρμοστεία της Κρήτης. Παρά τις επίμονες παρακλήσεις των αντιβενιζελικών φίλων του, εκείνος υπέβαλε την παραίτησή του (12 Σεπτεμβρίου 1906) και αναχώρησε από την Κρήτη. Όπως, μάλιστα, αναφέρει ο Douglas Dakin, ο Γεώργιος έλαβε τη σχετική συμβουλή από τον πατέρα του, και την αποδέχτηκε χωρίς πραγματικά να το θέλει, καθώς είχε αγαπήσει την Κρήτη και δεν ήθελε να την εγκαταλείψει. Κατανοούσε, ωστόσο, πως η παραίτησή του θα ήταν επωφελής για την εξέλιξη του Κρητικού Ζητήματος. Ο βασιλιάς της Ελλάδας Γεώργιος Α΄ υπέδειξε ως νέο Ύπατο Αρμοστή τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, οποίος ήταν πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας και κατέφτασε στην Κρήτη στις 18 Σεπτεμβρίου του 1906, όπως συμπληρώνει ο Douglas Dakin. Το Κρητικό Ζήτημα είχε πλέον εισέλθει στη φάση της οριστικής του επίλυσης.

Ιστορία Προσανατολισμού: Νομοθετικό έργο πρώτης κυβέρνησης Βενιζέλου

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ιστορία Προσανατολισμού: Νομοθετικό έργο πρώτης κυβέρνησης Βενιζέλου
 
Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το κείμενο που σας δίνεται, να αναφερθείτε: α) στις τροποποιήσεις του Συντάγματος, και β) στους νόμους που ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την επικράτησή του στις εκλογές του Νοεμβρίου 1910.
 
Κείμενο
Ο νέος καταστατικός χάρτης της χώρας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνιο του 1911, προέβλεπε τη σημαντική διεύρυνση των ατομικών δικαιωμάτων, βελτιώνοντας ταυτόχρονα το πλαίσιο προστασίας του πολίτη απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία (στο πλαίσιο αυτό εντασσόταν, για παράδειγμα, η πρόνοια για την επανίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας). Την ίδια στιγμή προνοούσε για την αποτελεσματικότερη διάκριση των εξουσιών (νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής) και την αύξηση της αποτελεσματικότητας των εργασιών του Κοινοβουλίου. Οι βασιλικές αρμοδιότητες διευρύνθηκαν, καθώς στον ανώτατο άρχοντα αναγνωριζόταν μεταξύ άλλων αποφασιστικός ρόλος στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Τέλος, στοχεύοντας στην καταπολέμηση του φαινομένου της ευνοιοκρατίας και στην εμπέδωση του αισθήματος δικαίου, θεσπίστηκε για πρώτη φορά η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών.
Η συνταγματική αναθεώρηση συμπληρώθηκε από ένα εντυπωσιακό νομοθετικό έργο. Το βάρος ρίχτηκε πρώτα απ’ όλα στη βελτίωση της ποιότητας και στον εξορθολογισμό της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, και ειδικότερα των οικονομικών υπηρεσιών, της δικαιοσύνης και της χωροφυλακής, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Συνεχίζοντας τον αγώνα για την καταπολέμηση της ρουσφετολογίας, η κυβέρνηση Βενιζέλου επέβαλε τη διεξαγωγή εξετάσεων ως κριτήριο για την πρόσληψη των δημοσίων υπαλλήλων. Αποσκοπώντας στον προσεταιρισμό όσο το δυνατό ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων αλλά και στην άμβλυνση των ταξικών συγκρούσεων, ο Βενιζέλος εφάρμοσε μια σειρά μετριοπαθών μέτρων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, με σημαντικότερες τη θέσπιση κανονισμών για τις συνθήκες εργασίας στις βιομηχανίες, την αναγνώριση των εργατικών σωματείων, τον ορισμό της Κυριακής ως ημέρας αργίας και την καθιέρωση κατώτατων ορίων μισθών για τις εργαζόμενες γυναίκες και τα παιδιά. 
 
Αντώνης Κλάψης, Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, 2019
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Το πρώτο εξάμηνο του 1911 ψηφίστηκαν από τη Βουλή 53 τροποποιήσεις μη θεμελιωδών διατάξεων του συντάγματος. Όπως επισημαίνει ο Α. Κλάψης, το νέο αυτό Σύνταγμα άρχισε να ισχύει από τον Ιούνιο του 1911. Δεν έγιναν ριζικές αλλαγές, αλλά αντίθετα, ενισχύθηκε η θέση της μοναρχίας και επετράπη στον βασιλιά, παρά τη συνταγματική απαγόρευση, να συμμετάσχει στη διαδικασία της αναθεώρησης. Η πληροφορία αυτή επιβεβαιώνεται από τον Αντώνη Κλάψη, ο οποίος επιπροσθέτως επισημαίνει πως στο Σύνταγμα υπήρχε πρόβλεψη προκειμένου να ενισχυθούν σημαντικά τα ατομικά δικαιώματα, με παράλληλη ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου της κρατικής αυθαιρεσίας εις βάρος των πολιτών. Η επανίδρυση, για παράδειγμα, του Συμβουλίου της Επικρατείας, στόχευε ακριβώς στην προστασία των πολιτών. Ένας ακόμη στόχος των τροποποιήσεων ήταν η βελτίωση της απόδοσης των κοινοβουλευτικών εργασιών. Οι σπουδαιότερες τροποποιήσεις αφορούσαν τη διασφάλιση της διάκρισης των εξουσιών, το ασυμβίβαστο μεταξύ στρατιωτικής και δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας αφ’ ενός και βουλευτικού αξιώματος αφ’ ετέρου, και τη μονιμότητα των δικαστικών και των δημοσίων υπαλλήλων. Όπως επισημαίνει ο Α. Κλάψης, η απόφαση σχετικά με τη μονιμότητα αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση του φαινομένου της ευνοιοκρατίας προκειμένου να εμπεδωθεί στην κοινωνία η αίσθηση πως γίνεται σεβαστό το δίκαιο. 
Η κυβέρνηση Βενιζέλου ψήφισε επίσης 337 νέους νόμους, οι οποίοι εισήγαγαν μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν όλο το φάσμα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου: π.χ. διορισμός δημοσίων υπαλλήλων με δημόσιους διαγωνισμούς, προκειμένου να καμφθεί η ρουσφετολογία, όπως αναφέρει ο Α. Κλάψης, καθιέρωση κανονισμών εργασίας σε βιοτεχνίες και βιομηχανίες, οι οποίοι αποσκοπούσαν στο να μειωθούν οι ταξικές και κοινωνικές συγκρούσεις, καθώς και στο να διευρυνθεί η απήχηση της κυβέρνησης στα λαϊκά στρώματα, όπως επισημαίνει ο Α. Κλάψης, γι’ αυτό, άλλωστε, υιοθετήθηκαν κι άλλα μέτρα, όπως η αναγνώριση των εργατικών σωματείων, η καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας, αλλά και ο προσδιορισμός κατώτατων μισθολογικών ορίων για τις γυναίκες και τα παιδιά που εργάζονταν. Με άλλες μεταρρυθμίσεις προβλεπόταν:  διανομή γης στη Θεσσαλία, αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, βελτίωση της διαδικασίας απονομής της δικαιοσύνης, αναθεώρηση του κανονισμού της Βουλής με σκοπό να διαθέτουν οι υπουργοί περισσότερο χρόνο για κοινοβουλευτικές συζητήσεις κ.λπ. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από τον Αντώνη Κλάψη, ο οποίος επισημαίνει πως κύριος στόχος των νέων νόμων ήταν η αρτιότερη οργάνωση και ποιοτική ενίσχυση της δημόσιας διοίκησης, με έμφαση στις οικονομικές υπηρεσίες, καθώς και στη χωροφυλακή.

Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Ομιλία για τα δικαιώματα των γυναικών

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Khanh Phan
 
Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου: Ομιλία για τα δικαιώματα των γυναικών
 
Κείμενο 1
Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου μίλησε στη Βουλή των Ελλήνων, στην ειδική συνεδρίαση με θέμα «Οι αγώνες για τη θεμελίωση των δικαιωμάτων των Γυναικών»:
 
     «Μια μέρα σαν τη σημερινή, μέρα τιμής για τις γυναίκες όλου του κόσμου που αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο, έχουμε στην καρδιά και στο μυαλό μας τις γυναίκες της Ουκρανίας. Εκείνες που έμειναν να πολεμήσουν για την πατρίδα τους, που αντιμετωπίζουν άοπλες τα ρωσικά τανκς, που αφουγκράζονται το βουητό του πολέμου κλεισμένες στα υπόγεια των σπιτιών τους ή στις στοές του μετρό σφίγγοντας στην αγκαλιά τους τα μωρά τους, ή τα φέρνουν στον κόσμο ενώ γύρω τους πέφτουν οι βόμβες. Και, φυσικά, όλες αυτές που πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς κρατώντας απ’ το χέρι τα παιδιά τους, υποβαστάζοντας τους γέροντες γονείς τους, περπατώντας χιλιόμετρα για να ξεφύγουν από τον όλεθρο.
     Μα ό,τι κι αν μεταφέρουν τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, όποιες εικόνες κι αν αποτυπώσουν τη δοκιμασία αυτών των γυναικών, όσο κι αν θαυμάζουμε τον ηρωισμό τους και μας συγκλονίζουν τα δεινά τους, μας ξεπερνά ο πόνος και η οργή, η απελπισία και το σθένος που τις συνοδεύουν όταν πολεμούν, όταν συντρέχουν τους τραυματίες, όταν βαδίζουν μέσα στο κρύο και την ομίχλη αναζητώντας καταφύγιο. Μια λιτανεία από ξεριζωμένες μητέρες, κόρες, αδελφές, διασχίζει σήμερα την Ανατολική Ευρώπη, φτάνει στις πύλες εισόδου της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχίας, της Σλοβακίας, της Μολδαβίας, ζητά βοήθεια. Και αναμοχλεύει οδυνηρές μνήμες της δικής μας ιστορίας, της δικής μας προσφυγιάς. Την τραγωδία του 1922, το δράμα της Κύπρου. Φέτος, εκατό χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή, οι εικόνες των γυναικών της Ουκρανίας θυμίζουν εκείνες που έφτασαν από τη γη της Ιωνίας στην Ελλάδα, έχοντας χάσει τα πάντα, αλλά κρατώντας μέσα τους ζωντανή την ελπίδα και το κουράγιο για μια καινούργια αρχή.
     Αν ανατρέξουμε στην πρόσφατη ιστορία μας, στις ηρωικές εξεγέρσεις μας, στις εθνικές διεκδικήσεις μας, στους θριάμβους και τις ήττες μας, θα συναντήσουμε πολλές μορφές γενναίων Ελληνίδων, που τις κρίσιμες στιγμές του εθνικού μας βίου πέρασαν στο προσκήνιο της ιστορίας και της δημόσιας ζωής, αγωνίστηκαν, θυσιάστηκαν, εργάστηκαν σκληρά και συνέβαλαν τα μέγιστα στην οικοδόμηση του νέου ελληνικού κράτους. Φέτος, στρέφουμε το βλέμμα στις γυναίκες της Μικράς Ασίας, γυναίκες κάθε κοινωνικής τάξης και κάθε μορφωτικού επιπέδου, που ξανάστησαν από το τίποτε τις εστίες τους στην Ελλάδα, μεταμορφώνοντας τη χώρα, σφραγίζοντας τον υλικό μας πολιτισμό, εισάγοντας νέα πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, τα οποία λειτούργησαν ως καταλύτης για την πρόοδο του γυναικείου κινήματος. Είναι οι ίδιες που συγκρότησαν συλλόγους, συνδέσμους, σωματεία και οργανώσεις με εθνοπολιτικό προσανατολισμό την κρίσιμη περίοδο πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή, οι ίδιες που ανέλαβαν συλλογική δράση υπέρ των Ελλήνων στρατιωτών το 1922, διευρύνοντας έτσι τον βιοτικό τους χώρο και αντισταθμίζοντας τον αποκλεισμό τους από το πολιτικό προσκήνιο.
     Μιλώντας, όμως, για το παρελθόν, μιλάμε για το μέλλον· μιλώντας για το σήμερα, φωτίζουμε το αύριο. Στη δύσκολη αυτή καμπή της παγκόσμιας ιστορίας, όπου τα πάντα είναι ρευστά, ο πόλεμος είναι παρών, οι κοινωνίες μας βιώνουν μια πολυδιάστατη κρίση με άδηλη έκβαση, η θέση της γυναίκας, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει για την πλήρη και ίση άσκηση των δικαιωμάτων της, συχνά ολισθαίνει προς τα πίσω. Η έξαρση της έμφυλης βίας, η επιμονή των στερεοτύπων, οι εργασιακές δυσκολίες, η διάχυτη και πολύμορφη ανασφάλεια, την εξουθενώνουν. Οι γυναικοκτονίες αυξάνονται, ρίχνοντας βαριά σκιά στον κοινωνικό μας βίο. Πλάι, ωστόσο, σε όλα αυτά, ή μάλλον σε πείσμα όλων αυτών, οι γυναίκες της πατρίδας μας αγωνίζονται καθημερινά για να ανταποκριθούν στους πολλαπλούς τους ρόλους, να ανατρέψουν τις διακρίσεις και τις ανισότητες, να αναπτυχθούν με ελευθερία και αυτονομία. Σημειώνουν επιτυχίες στους επαγγελματικούς χώρους, στους οποίους δραστηριοποιούνται, αξιοποιούν τις πολλές δυνατότητές τους. Διεκδικούν τη συμμετοχή τους στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, την προώθησή τους σε θέσεις ευθύνης. Δημιουργούν. Επιμένουν.
 
Τρίτη, 8 Μαρτίου 2022, Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας
 
Κείμενο 2: Παρ-ομοίωση
 
Έφυγε θυμωμένος, ήρθε αρνί.
 
Μόλις με δέκα χρόνια ξενιτιάς, επικυρώθηκε.
 
Τον κλάδεψαν. Τον τέντωσαν. Τον σκάλισαν.
Τον τύπωσαν. Τον σφράγισαν.
Τον έβαλαν στο διαμέρισμα
σαν κουρασμένο ποίημα σε αναγνωστικό, επίτηδες βαρύ,
κομμένο από προκρούστη.
 
Και τι να βρεις
σε αναγνώσεις στρογγυλές
χωρίς γωνιές για μοναξιές, πόνους συλλογισμούς,
όταν
 
η δίψα σου είναι έτοιμη να πιει από τη λάσπη;
 
Γιάννης Πλαχούρης
 
ΘΕΜΑ Α
Να αποδώσετε συνοπτικά (70-80 λέξεις) το περιεχόμενο της τελευταίας παραγράφου του κειμένου.
Μονάδες 15
 
Η ομιλήτρια επισημαίνει πως στο πλαίσιο της κρίσιμης ιστορικής περιόδου που διανύουμε σημειώνονται οπισθοδρομήσεις στο ζήτημα της ισότητας των δύο φύλων στη χώρα μας. Φαινόμενα, όπως η έμφυλη βία και η διαιώνιση στερεοτυπικών αντιλήψεων, θέτουν εμπόδια στις γυναίκες. Εκείνες, ωστόσο, συνεχίζουν την επίμονη προσπάθειά τους για την εξάλειψη των ανισοτήτων και για την προσωπική τους εξέλιξη. Με την επιτυχή παρουσία τους σε κάθε τομέα δραστηριοποίησής τους, επιζητούν την ενεργό εμπλοκή τους σε καίριες θέσεις ευθύνης και στους φορείς που λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις.  
 
ΘΕΜΑ Β
Β1. Σε μία παράγραφο (60-70 λέξεων) να παρουσιάσετε το νόημα της ακόλουθης διαπίστωσης: «Διεκδικούν τη συμμετοχή τους στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, την προώθησή τους σε θέσεις ευθύνης. Δημιουργούν. Επιμένουν.» 
Μονάδες 10
 
Σημαντική επιδίωξη των γυναικών στη χώρα μας παραμένει η ευρύτερη εκπροσώπησή τους στον χώρο της πολιτικής, όπως και σε υψηλόβαθμες θέσεις ευθύνης τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Συνιστά μια απογοητευτική διαπίστωση, άλλωστε, το γεγονός πως παρά τη δυναμική παρουσία τους σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, συναντούν ακόμη εμπόδια όταν επιδιώκουν την ανέλιξή τους στα υψηλότερα επίπεδα της ιεραρχίας. Έχουν -και αυτό είναι σαφές- τις ικανότητες, αντιμετωπίζονται όμως ακόμη με δυσπιστία.
 
Β2.α. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, η ομιλήτρια επισημαίνει την ομοιότητα ανάμεσα στο δράμα των γυναικών της Ουκρανίας με ανάλογες περιπτώσεις προσφυγιάς των Ελλήνων;
(μονάδες 6)
 
Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιχειρεί να υπενθυμίσει στους αποδέκτες της ομιλίας της πως οι δύσκολες καταστάσεις που βιώνουν οι γυναίκες στην Ουκρανία δεν αποτελούν κάτι ξένο για τη δική μας χώρα. Ο ελληνικός λαός έχει γνωρίσει καλά τον πόλεμο, την προσφυγιά και τη βαθιά αγωνία που προκαλούν τα χτυπήματα ενός ισχυρού επίδοξου κατακτητή. Υπ’ αυτό το πρίσμα η στάση των Ελλήνων απέναντι στους πολίτες της Ουκρανίας οφείλει να χαρακτηρίζεται από αισθήματα κατανόησης και συμπόνοιας, όπως κι από διάθεση αλληλεγγύης. Πρόθεση, ως εκ τούτου, της Προέδρου είναι να ευαισθητοποιήσει τους ακροατές τόσο απέναντι στην τωρινή επώδυνη εμπειρία της Ουκρανίας όσο και γενικότερα απέναντι στις απεχθείς συνέπειες των πολεμικών ενεργειών.
 
β. Στο πλαίσιο της τελευταίας παραγράφου, α) να αιτιολογήσετε την κυρίαρχη χρήση της οριστικής έγκλισης, β) να εντοπίσετε και να αιτιολογήσετε τη χρήση ενός ασύνδετου σχήματος, και γ) να εντοπίσετε έναν τρόπο οργάνωσης της παραγράφου και να εξηγήσετε πώς υπηρετεί το νόημα του κειμένου. (μονάδες 9)  
Μονάδες 15  
 
α) Η ομιλήτρια αξιοποιεί κυρίως την οριστική έγκλιση, διότι αναφέρεται σε γεγονότα και καταστάσεις της πραγματικότητας. Ενισχύει, έτσι, την αίσθηση βεβαιότητας που διέπει τον λόγο της και προσδίδει στα όσα αναφέρει αντικειμενικότητα. Τόσο η ρευστότητα που διακρίνει την τρέχουσα ιστορική περίοδο, όσο και οι δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι γυναίκες στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν την ισοτιμία τους συνιστούν αληθή δεδομένα.
β) «Η έξαρση της έμφυλης βίας, η επιμονή των στερεοτύπων, οι εργασιακές δυσκολίες, η διάχυτη και πολύμορφη ανασφάλεια, την εξουθενώνουν.» Με τη χρήση του συγκεκριμένου ασύνδετου σχήματος η ομιλήτρια πυκνώνει τον λόγο της και μεταφέρει με ιδιαίτερα δραστικό τρόπο τις αρνητικές εις βάρος των γυναικών πτυχές της πραγματικότητας, μεταδίδοντας πιο αποτελεσματικά στον ακροατή τα αισθήματα συναισθηματικής κόπωσης και εξάντλησης που όλα αυτά προκαλούν σε κάθε γυναίκα της εποχής μας.
γ) Στο πλαίσιο της τελευταίας παραγράφου αξιοποιείται, μεταξύ άλλων, η μέθοδος της αιτιολόγησης, καθώς η διαπίστωση της ομιλήτριας πως συχνά «η θέση της γυναίκας… ολισθαίνει προς τα πίσω» απαιτεί κάποιου είδους τεκμηρίωση προκειμένου να γίνει κατανοητή, αλλά και αποδεκτή από τους ακροατές. Αναφέρει, έτσι, η ομιλήτρια μια σειρά από καταστάσεις της εποχής μας, οι οποίες αιτιολογούν την πεποίθησή της πως παρατηρείται οπισθοχώρηση σε ό,τι αφορά τη θέση της γυναίκας. Η έξαρση της έμφυλης βίας, η επιμονή των στερεοτύπων, όπως και οι γυναικοκτονίες, συνιστούν φαινόμενα που αιτιολογούν με επάρκεια τη διαπίστωση της ομιλήτριας.
 
Β3. Με ποιες γλωσσικές επιλογές/εκφραστικά μέσα επιχειρεί η ομιλήτρια να ευαισθητοποιήσει τους ακροατές της για τη δεινή θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι γυναίκες της Ουκρανίας. Να εντοπίσετε τέσσερα σχετικά στοιχεία στο πλαίσιο της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου και να εξηγήσετε πώς υπηρετεί το καθένα την πρόθεση της ομιλήτριας.  
Μονάδες 15
 
Η ομιλήτρια προκειμένου να ευαισθητοποιήσει τους ακροατές της αξιοποιεί, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες γλωσσικές επιλογές και εκφραστικά μέσα. Μεταφορική χρήση του λόγου «έχουμε στην καρδιά… τις γυναίκες της Ουκρανίας», μέσω της οποίας επιδιώκει να αναδείξει πόσο έντονα μας συγκινεί -ή οφείλει να μας συγκινεί- η δεινή θέση των γυναικών της Ουκρανίας. Τις «έχουμε στην καρδιά μας», καθώς νιώθουμε τον πόνο τους και αγωνιούμε για εκείνες. Αξιοποίηση περιγραφής «αφουγκράζονται το βουητό του πολέμου κλεισμένες στα υπόγεια των σπιτιών τους ή στις στοές του μετρό σφίγγοντας στην αγκαλιά τους τα μωρά τους», μέσω της οποίας γίνονται εναργέστερα αντιληπτές οι στιγμές αγωνίας, φόβου και απόγνωσης των γυναικών αυτών. Αξιοποίηση ασύνδετου σχήματος «όταν πολεμούν, όταν συντρέχουν τους τραυματίες, όταν βαδίζουν μέσα στο κρύο και την ομίχλη αναζητώντας καταφύγιο», μέσω του οποίου η ομιλήτρια αναδεικνύει παραστατικά όλες εκείνες τις στιγμές κατά τις οποίες οι γυναίκες της Ουκρανίας επιδεικνύουν εξαιρετικό ψυχικό σθένος, αλλά και κινητοποιούνται από τον πόνο και την οργή που αισθάνονται για τα όσα τις έχουν εξαναγκάσει οι εχθρικές δυνάμεις να αντιμετωπίσουν. Αξιοποίηση επανάληψης «οδυνηρές μνήμες της δικής μας ιστορίας, της δικής μας προσφυγιάς», μέσω της οποίας η ομιλήτρια τονίζει εμφατικά πως παρόμοιες εμπειρίες έχουν βιώσει και οι Έλληνες. Υπόμνηση, βέβαια, που αποσκοπεί στο να υποδείξει τη δέουσα στάση απέναντι στο δράμα των πολιτών της Ουκρανίας.
 
ΘΕΜΑ Γ
Πώς αντιλαμβάνεστε τη διαδικασία μεταστροφής που βιώνει ο ήρωας του ποιήματος; Να τεκμηριώσετε την ερμηνευτική σας πρόταση αξιοποιώντας τουλάχιστον τρεις κειμενικούς δείκτες. (150-200 λέξεις)
Μονάδες 15
 
Η διαδικασία, πνευματικής κυρίως, μεταστροφής του ήρωα δεν συνιστά αποτέλεσμα δικής του θελήσεως, αλλά μιας έξωθεν επιβεβλημένης προσπάθειας προκειμένου να εξομοιωθεί με τους άλλους ανθρώπους, όπως διαφαίνεται κι από το δεύτερο συνθετικό του τίτλου «-ομοίωση». Ο ήρωας αποβάλλει τα συναισθήματα θυμού που τον χαρακτήριζαν, όπως αυτό τονίζεται μέσω της αντίθεσης «Έφυγε θυμωμένος, ήρθε αρνί». Ενός θυμού που πιθανώς να πήγαζε από τη διαφωνία του με την επικρατούσα στη χώρα του κοινωνική, πολιτική ή οικονομική κατάσταση. Τα δέκα χρόνια παραμονής του στην ξενιτιά επαρκούν, ώστε να «επικυρωθεί», να αποκτήσει, δηλαδή, τον κοινωνικά αποδεκτό χαρακτήρα. Η μεταστροφή του, ωστόσο, προκύπτει μέσα από μια διαδικασία συστηματικής και έντονης παρέμβασης στα στοιχεία της προσωπικότητάς του, όπως προκύπτει από τις αλλεπάλληλες σύντομες κύριες προτάσεις με τα ρήματα δράσης («Τον κλάδεψαν. Τον τέντωσαν. Τον σκάλισαν. Τον τύπωσαν. Τον σφράγισαν.»). Μόλις ολοκληρώνουν την παρέμβασή τους τον αφήνουν «σαν ποίημα κουρασμένο» σ’ ένα αναγνωστικό «κομμένο από προκρούστη». Σ’ ένα αναγνωστικό τα περιεχόμενα του οποίου έχουν εξομοιωθεί, με μια «προκρούστεια» τακτική, ώστε τίποτε να μη διαφοροποιείται. Το «ποίημα», όμως, που προκύπτει από τη διαδικασία αυτή -ο άνθρωπος/ποίημα, στο πλαίσιο της παρομοίωσης-  δεν έχει τίποτε το αληθινό και ανθρώπινο να παρουσιάσει, αφού στις «στρογγυλές» αναγνώσεις δεν υπάρχει πια χώρος για τη μοναξιά ή τους επώδυνους συλλογισμούς.
Η τάση των κοινωνιών να μην αποδέχονται εύκολα εκείνους που έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης ή εκείνους που εναντιώνονται σε ορισμένες πτυχές τους καθιστά εμφανή τη δυσκολία ύπαρξης μιας απόλυτα δημοκρατικής κοινωνίας. Θεωρούν ευκολότερο να εξομοιώσουν τον τρόπο σκέψης των πολιτών, παρά να αποδεχτούν τη γονιμότητα της αντιπαράθεσης μεταξύ διαφορετικών θεάσεων της πραγματικότητας. 
 
ΘΕΜΑ Δ
Σε ομιλία σας στη Βουλή των Εφήβων να αναφερθείτε σε καταστάσεις που οδηγούν σε οπισθοδρόμηση τη θέση της γυναίκας στις μέρες μας, καθώς και στο παράδειγμα μιας γυναίκας από το άμεσο περιβάλλον σας, η οποία έχει κερδίσει το θαυμασμό σας. Να αναφέρετε, συνάμα, τα διδάγματα που έχετε λάβει από τη ζωή εκείνης. (350-400 λέξεις) Μονάδες 30
 
Αξιότιμοι έφηβοι βουλευτές,
 
     Έχουμε συχνά την τάση να εκλαμβάνουμε ορισμένα δικαιώματα της εποχής μας ως δεδομένα, παραγνωρίζοντας πως χωρίς συνεχή επαγρύπνηση κάθε ένα από αυτά μπορεί να υπονομευτεί. Η δημοκρατία, η ελευθερία, η ισότητα μεταξύ των φύλων συνιστούν δικαιώματα που κατακτήθηκαν σταδιακά και με συνεχείς αγώνες. Η διατήρησή τους, ωστόσο, δεν είναι δεδομένη, αν εμείς οι ίδιοι δεν τα περιφρουρούμε ενεργά.
     Οι συνεχείς δυσκολίες των τελευταίων χρόνων που προέκυψαν τόσο λόγω της οικονομικής κρίσης όσο και λόγω της πανδημίας κλόνισαν ως ένα βαθμό πτυχές των δικαιωμάτων αυτών. Η ισότιμη θέση της γυναίκας και ο οφειλόμενος απέναντί της σεβασμός τέθηκαν υπό δοκιμασία και σε αρκετές περιπτώσεις έγιναν αντιληπτά σημάδια οπισθοδρόμησης. Λόγω της παρατεταμένης συνύπαρξης των ζευγαριών, για παράδειγμα, εξαιτίας των περιορισμών στις μετακινήσεις των πολιτών, παρατηρήθηκε αύξηση στα περιστατικά έμφυλης βίας, ακόμη και στις πιο ακραίες μορφές της. Οι γυναίκες αποτέλεσαν αίφνης τον αποδέκτη της οργής ή των όποιων αρνητικών συναισθημάτων βίωναν οι σύντροφοί τους. Ο εγκλεισμός και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης έφεραν τις γυναίκες σε δυσμενέστερη θέση.
     Προβλήματα, βέβαια, υπήρχαν και προτού γνωρίσει ο κόσμος τη δυναμική της πανδημίας. Οι γυναίκες αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες σε ό,τι αφορά την επαγγελματική τους αποκατάσταση, ιδίως όταν οι θέσεις που διεκδικούν βρίσκονται ψηλά στην ιεραρχία. Τις ακολουθούν ακόμη ορισμένα επιζήμια στερεότυπα, κρατώντας τες μακριά από θέσεις ευθύνης ή ακόμη και πολιτικής εξουσίας. Παρά την αποδεδειγμένα υψηλή απόδοσή τους σε ακαδημαϊκό επίπεδο και παρά την επιτυχή από μέρους τους διαχείριση των πολλαπλών τους ρόλων, συνεχίζει να υπάρχει δυσπιστία απέναντί τους.
     Προσωπικά δυσκολεύομαι να κατανοήσω γιατί τα στερεότυπα απέναντι στις γυναίκες εμφανίζονται τόσο ανθεκτικά. Είναι, όπως υποθέτω ότι το έχει αντιληφθεί κι εσείς, ικανότατες σε κάθε πιθανό τομέα και δεν τις διαφοροποιεί τίποτε επί της ουσίας από τους άνδρες. Στο οικογενειακό μου περιβάλλον, μάλιστα, υπάρχει μια νέας ηλικίας μητέρα, η οποία, έχοντας χάσει τον σύζυγό της, κλήθηκε να αναλάβει μόνη της την ανατροφή των παιδιών της, καθώς και τις σχετικές οικονομικές υποχρεώσεις. Μια δύσκολη ευθύνη, την οποία εκπληρώνει με αξιοθαύμαστο σθένος, χωρίς ποτέ να λυγίσει υπό το βάρος των πολλαπλών υποχρεώσεων και χωρίς ποτέ να μεταφέρει στα παιδιά της την αίσθηση πως την καταβάλει το δύσκολο έργο της.      
     Μια τέτοια στάση απέναντι στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής συνιστά ουσιώδες παράδειγμα της ψυχικής δύναμης και των δυνατοτήτων που έχει μια γυναίκα –ή καλύτερα ένας άνθρωπος. Φέρνω συχνά στη σκέψη μου την αξιοπρέπεια, την αφοσίωση και την αγάπη που διακρίνουν κάθε πράξη της, έστω κι αν εργάζεται αδιάκοπα, έστω κι αν βρίσκεται πέρα από τα όρια της ψυχικής και σωματικής εξάντλησης. Τη θεωρώ πρότυπο δυναμισμού και αντιλαμβάνομαι χάρη σε εκείνη πόσα μπορεί να επιτύχει κάποιος, αν το επιθυμεί πραγματικά και αφοσιωθεί σε αυτό που επιδιώκει.
     Αγαπητοί, συνάδελφοι, είναι δική μας υποχρέωση να αλλάξουμε άρδην την οπτική και τις αντιλήψεις της κοινωνίας μας. Οφείλουμε να αντισταθούμε απέναντι σε οποιαδήποτε διάκριση και σε οποιοδήποτε στερεότυπο εις βάρος των γυναικών, διότι όλα αυτά αποτελούν εντελώς παρωχημένες και ανούσιες πρακτικές του παρελθόντος.
 
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.      

Ιστορία Γ΄ Λυκείου: Στεγαστική αποκατάσταση αστών προσφύγων του 1922 (πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που σας δίνονται παρακάτω, να απαντήσετε στο ακόλουθο ερώτημα:
Ποιες πρακτικές υιοθετήθηκαν για τη στεγαστική αποκατάσταση των αστών προσφύγων του 1922 στα αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας;
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Το πρόβλημα, συνεπώς, της άμεσης στεγάσεως των άστεγων και κακά στεγασμένων προσφύγων, απαιτούσε άμεση λύση.
Και προς την κατεύθυνση αυτή, οι αυτοσχεδιασμοί και οι βιαστικές λύσεις δεν έλειψαν, δικαιολογημένες κατά ένα μέρος από την επείγουσα ανάγκη.
Η στέγαση όμως των προσφυγικών οικογενειών μέσα ή γύρω από τα αστικά κέντρα, που ο αριθμός αυτών των οικογενειών υπολογίζονταν σε 350.000, δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί μέσα στις μικρές, πολεοδομικά αναρχούμενες πόλεις, με τα στενά και τα σοκάκια, με τα οδικά αδιέξοδα και τα μνημειακά εμπόδια, όπως ήταν κυρίως η περιοχή των Αθηνών.
Για το λόγο αυτό, προκρίθηκε η δημιουργία οικισμών γύρω από τα αστικά κέντρα, σε εκτάσεις του Δημοσίου, ή σε ιδιωτικά οικόπεδα, που απαλλοτριώνονταν αμέσως.

Γιώργος Λαμψίδης, Οι πρόσφυγες του 1922, 3η έκδοση, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 165.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Αμέσως μετά το 1922 η Αθήνα και ο Πειραιάς περιτριγυρίστηκαν από προσφυγικούς συνοικισμούς και σταδιακά συνενώθηκαν σε ενιαίο πολεοδομικό συγκρότημα. [...] H πολιτική των φορέων που είχαν αναλάβει την αστική αποκατάσταση συνέτεινε στο διαχωρισμό των προσφύγων σε πλούσιους και φτωχούς, αφού ο τρόπος απόκτησης κατοικίας εξαρτήθηκε από την οικονομική τους δυνατότητα. Οι πρώτοι αποκτούσαν ακίνητα σε δημοπρασίες ή ενισχύονταν για να κτίσουν κατοικίες σε κεντρικές αστικές περιοχές, ενώ οι δεύτεροι, στην καλύτερη περίπτωση, στεγάζονταν από τις κρατικές υπηρεσίες στους προσφυγικούς συνοικισμούς. Εκτός αυτών, υπήρχαν και εκείνοι που δεν είχαν ακόμη επωφεληθεί από το πρόγραμμα κοινωνικής στέγης και διέμεναν σε κάθε είδους πρόχειρα καταλύματα. [...] Ένα σημαντικό μέρος των προσφυγικών οικογενειών στις πόλεις (περίπου το 29%) ζούσε σε ακατάλληλες κατοικίες, όπως «στρατώνες, στρατιωτικά παραπήγματα, εργαστήρια, τζαμιά, σκηνές και τρώγλες κάθε είδους».

Γιώργος Γιαννακόπουλος, «Η Ελλάδα με τους πρόσφυγες», στο: Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμ. 7, εκδ. Τα Νέα-Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 92-93.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
Ο πίνακας που ακολουθεί αναφέρεται στην «εκτός σχεδίου πόλεως» περιοχή του Δήμου Πειραιά.
 
Απογραφή 1928
 
                              Σύνολο απογραφής   Κάτοικοι πριν
                               1928                              από τον Σεπτέμβριο
                                                                      1922

Βούρλα

3.184

750

Δραπετσώνα

17.652

2.080

Νέα Καλλίπολις

4.691

3.180

Νέα Καμίνια

8.040

6.626

Νέα Κοκκινιά

33.201

2.900

Παλαιά Κοκκινιά

14.225

6.854

 
Πηγή: Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας/Γ.Σ.Υ.Ε., Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Ελλάδος της 15ης-16ης Μαΐου 1928, Αθήνα 1933, σ. 32· παρατίθεται στο: Ελένη Κυραμαργιού, Δραπετσώνα 1922-1967, εκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2019, σ. 65.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Την αστική αποκατάσταση ανέλαβε περισσότερο το κράτος και λιγότερο η ΕΑΠ, η οποία πρόσφερε οικονομική βοήθεια σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, οικοτεχνικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων (όπως η ταπητουργία). Σε αντίθεση με την αγροτική αποκατάσταση, η αστική περιλάμβανε μόνο στέγαση και όχι πρόνοια για εύρεση εργασίας. Η αστική στέγαση συνάντησε περισσότερα εμπόδια από την αγροτική. Ο αριθμός των προσφύγων ήταν μεγάλος, τα ανταλλάξιμα (μουσουλμανικά) σπίτια στις πόλεις ήταν λίγα και τα οικιστικά προγράμματα του κράτους καθυστερούσαν, λόγω των πολιτικών ανωμαλιών και της κακής οικονομικής κατάστασης κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930.
Πρόβλημα επίσης αποτελούσε η περιπλάνηση των αστών προσφύγων από πόλη σε πόλη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι περισσότεροι πρόσφυγες στις πόλεις τα πρώτα χρόνια εργάζονταν περιστασιακά, είτε κάνοντας «μεροκάματα» στις οικοδομές, σε εργοστάσια και βιοτεχνίες, είτε ως πλανόδιοι μικροπωλητές και μικροκαταστηματάρχες. Άλλοι δούλεψαν ως ναυτεργάτες και εργάτες σε δημόσια έργα στις πόλεις ή στην ύπαιθρο (αρδευτικά και αποστραγγιστικά έργα, διάνοιξη δρόμων, κατασκευή ή επέκταση λιμανιών κ.ά.).
Η αστική στέγαση ξεκίνησε από την Αθήνα με τη δημιουργία τεσσάρων συνοικισμών: της Καισαριανής, του Βύρωνα, της Νέας Ιωνίας στην Αθήνα και της Κοκκινιάς στον Πειραιά. Για τη στέγαση των αστών προσφύγων υιοθετήθηκε η δημιουργία συνοικισμών με επέκταση των πόλεων στις οποίες αυτοί ήταν προσωρινά εγκατεστημένοι. Όπως προκύπτει από τον πίνακα με τα στατιστικά αποτελέσματα της Απογραφής του 1928 (Κείμενο Γ), οι συνοικισμοί που προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως του Πειραιά, γνώρισαν γοργή πληθυσμιακή ανάπτυξη. Η Νέα Κοκκινιά, για παράδειγμα, από 2.900 κατοίκους το 1922 έφτασε τους 33.201 σε μόλις έξι χρόνια, ενώ εξίσου σημαντική ήταν και η αύξηση στη Δραπετσώνα που είχε 2.080 το 1922 και έφτασε τους 17.652 το 1928. Η Παλαιά Κοκκινιά, κατά το ίδιο διάστημα διπλασίασε τον αριθμό των κατοίκων της, από 6.845 σε 14.225 και τα Βούρλα από 750 κατοίκους έφτασαν τους 3.184. Μικρότερη ανάπτυξη γνώρισαν περιοχές όπως τα Νέα Καμίνια. Η επιλογή της επέκτασης των πόλεων, όπως διευκρινίζει ο Γιώργος Λαμψίδης (Κείμενο Α), θεωρήθηκε απαραίτητη, διότι ο μεγάλος αριθμός των οικογενειών που χρειάζονταν στέγαση (350.000 περίπου) δεν μπορούσε να αποκατασταθεί στις μικρές πόλεις, χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η απουσία πολεοδομικού σχεδιασμού, οι στενοί ή αδιέξοδοι δρόμοι και τα σοκάκια, αλλά και η αδυναμία δόμησης λόγω ύπαρξης μνημείων, όπως συνέβαινε στην περιοχή της Αθήνας. Επεκτάθηκαν, ως εκ τούτου, τα αστικά κέντρα, με την αξιοποίηση εκτάσεων που ανήκαν στο Δημόσιο ή ακόμη και σε οικόπεδα ιδιωτών, τα οποία και απαλλοτριώνονταν κατά τρόπο άμεσο. Λόγω, άλλωστε, της επέκτασης αυτής, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Γιαννακόπουλος (Κείμενο Β), η Αθήνα και ο Πειραιάς κατέληξαν σταδιακά να ενωθούν σε ένα ενιαίο πολεοδομικό συγκρότημα, αφού γύρω τους είχαν δημιουργηθεί πολλοί προσφυγικοί συνοικισμοί.  
Προκρίθηκε -εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις- το σύστημα της ανέγερσης μικρών κατοικιών, μονοκατοικιών/ διπλοκατοικιών/ τετρακατοικιών, μονοώροφων ή διώροφων, με ένα ή δύο δωμάτια, κουζίνα και τους αναγκαίους βοηθητικούς χώρους. Το κράτος ή η ΕΑΠ ανέθεταν την ανέγερση των συνοικισμών σε εργολάβους ή φρόντιζαν να εφοδιάζουν τους πρόσφυγες με τα απαραίτητα μέσα για να κατασκευάσουν οι ίδιοι τα σπίτια τους. Η οικοδόμηση των συνοικισμών, ελλείψει χρόνου και χρημάτων, συχνά δεν συνδυαζόταν με έργα υποδομής (ύδρευση, αποχετευτικό σύστημα, οδικό δίκτυο, χώροι πράσινου κ.ά.). Όπως, άλλωστε, επισημαίνει ο Γιώργος Λαμψίδης (Κείμενο Α), η επείγουσα ανάγκη να αντιμετωπιστεί η στέγαση, ιδίως όσων ήταν άστεγοι ή πλημμελώς στεγασμένοι, οδήγησε εκ των πραγμάτων σε λύσεις ελλιπώς μελετημένες και σε αυτοσχεδιασμούς. Παρά την ομοιομορφία που επικρατούσε, υπήρχε ελαφρά διαφοροποίηση των κατοικιών του ενός συνοικισμού από τις κατοικίες του άλλου, ως προς το εμβαδόν, την ποιότητα κατασκευής και τη λειτουργικότητα. Ιδρύθηκαν ακόμη προσφυγικοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί και χορηγήθηκαν άτοκα δάνεια σε προσφυγικές οικογένειες για τη στέγασή τους.
Όπως αναφέρει ο Γιώργος Γιαννακόπουλος (Κείμενο Β), οι φορείς που ανέλαβαν την αστική αποκατάσταση ακολουθούσαν πολιτική που οδηγούσε στο διαχωρισμό των προσφύγων σε εύπορους και φτωχούς, μιας και ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση διαφοροποιούταν ο τρόπος διασφάλισης κατοικίας. Οι εύποροι πρόσφυγες, είχαν την οικονομική δυνατότητα να φροντίσουν μόνοι τους για τη στέγασή τους. Αυτοί στην αρχή ήταν σε θέση να νοικιάσουν ή να αγοράσουν κατοικίες μέσα στις πόλεις και έτσι να αναμειχθούν με τους γηγενείς. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Γιώργο Γιαννακόπουλο, οι εύποροι πρόσφυγες είχαν την ευκαιρία να αγοράσουν ακίνητα σε δημοπρασίες ή λάμβαναν ενίσχυση προκειμένου να χτίσουν σπίτια σε κεντρικές περιοχές των πόλεων. Αργότερα ανέλαβαν οι ίδιοι πρωτοβουλίες για την ίδρυση οικισμών. Η διαδικασία ήταν η ακόλουθη: ίδρυαν έναν οικοδομικό συνεταιρισμό, αγόραζαν μία έκταση σε προνομιούχο περιοχή και οικοδομούσαν αστικές κατοικίες καλής ποιότητας. Τέτοιοι οικισμοί ήταν η Νέα Σμύρνη στην Αθήνα και η Καλλίπολη στον Πειραιά. Όπως προκύπτει από τον πίνακα με τα στατιστικά αποτελέσματα της Απογραφής του 1928 (Κείμενο Γ), η Νέα Καλλίπολη είχε 3.180 κατοίκους το 1922, οι οποίοι αυξήθηκαν στους 4.691 το 1928. Στο αντίθετο άκρο βρίσκονταν οι άποροι πρόσφυγες που δεν είχαν κατορθώσει να αποκατασταθούν ακόμη. Εγκαταστάθηκαν σε καλύβες, χαμόσπιτα και άλλες πρόχειρες κατασκευές στις παρυφές παλαιών οικισμών, ή δημιούργησαν παραγκουπόλεις γύρω από τους προσφυγικούς συνοικισμούς. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον Γιώργο Γιαννακόπουλο (Κείμενο Β), ο οποίος αναφέρει πως πέρα από τους φτωχούς πρόσφυγες που μέσω των κρατικών υπηρεσιών αποκαταστάθηκαν σε προσφυγικούς συνοικισμούς το 29% περίπου των άπορων προσφύγων που διέμεναν σε αστικά κέντρα ήταν αναγκασμένο να ζει σε χώρους που δεν ήταν κατάλληλοι για διαβίωση, όπως ήταν τρώγλες, σκηνές, στρατιωτικά παραπήγματα, καθώς και στρατώνες και τζαμιά. Έτσι, σε άθλιες συνθήκες, επρόκειτο να ζήσουν για πολλά χρόνια.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...