AM FineArtPrints
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁπλίζω»
Οριστική
ὁπλίζω, ὁπλίζεις, ὁπλίζει, ὁπλίζομεν, ὁπλίζετε, ὁπλίζουσι(ν)
ὁπλίζω, ὁπλίζῃς, ὁπλίζῃ, ὁπλίζωμεν, ὁπλίζητε, ὁπλίζωσι(ν)
ὁπλίζοιμι, ὁπλίζοις, ὁπλίζοι, ὁπλίζοιμεν, ὁπλίζοιτε, ὁπλίζοιεν
---, ὅπλιζε, ὁπλιζέτω, ---, ὁπλίζετε, ὁπλιζόντων (ή ὁπλιζέτωσαν)
ὁπλίζειν
ὁπλίζων, ὁπλίζουσα, ὁπλίζον
Αρσενικό
ὁ ὁπλίζων, τοῦ ὁπλίζοντος, τῷ ὁπλίζοντι, τόν ὁπλίζοντα, ὦ ὁπλίζων
ἡ ὁπλίζουσα, τῆς ὁπλιζούσης, τῇ ὁπλιζούσῃ, τήν ὁπλίζουσαν, ὦ ὁπλίζουσα
τό ὁπλῖζον, τοῦ ὁπλίζοντος, τῷ ὁπλίζοντι, τό ὁπλῖζον, ὦ ὁπλῖζον
Οριστική
ὥπλιζον, ὥπλιζες, ὥπλιζε, ὡπλίζομεν, ὡπλίζετε, ὥπλιζον
Οριστική
ὥπλισα, ὥπλισας, ὥπλισε(ν), ὡπλίσαμεν, ὡπλίσατε, ὥπλισαν
ὁπλίσω, ὁπλίσῃς, ὁπλίσῃ, ὁπλίσωμεν, ὁπλίσητε, ὁπλίσωσι(ν)
ὁπλίσαιμι, ὁπλίσαις ή ὁπλίσειας, ὁπλίσαι ή ὁπλίσειε(ν), ὁπλίσαιμεν, ὁπλίσαιτε, ὁπλίσαιεν ή ὁπλίσειαν
---, ὅπλισον, ὁπλισάτω, ---, ὁπλίσατε, ὁπλισάντων (ή ὁπλισάτωσαν)
ὁπλίσαι
ὁπλίσας, ὁπλίσασα, ὁπλίσαν
Οριστική
ὥπλικα, ὥπλικας, ὥπλικε, ὡπλίκαμεν, ὡπλίκατε, ὡπλίκασι(ν)
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ὦ
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ᾖς
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα ὦμεν
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός εἴην
---
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός ἴσθι
ὡπλικότες- ὡπλικυῖαι- ὡπλικότα ἔστε
ὡπλικέναι
ὡπλικώς- ὡπλικυῖα- ὡπλικός
Οριστική
ὡπλίκειν, ὡπλίκεις, ὡπλίκει, ὡπλίκεμεν, ὡπλίκετε, ὡπλίκεσαν
Οριστική
ὁπλίζομαι, ὁπλίζῃ ή ὁπλίζει, ὁπλίζεται, ὁπλιζόμεθα, ὁπλίζεσθε, ὁπλίζονται
ὁπλίζωμαι, ὁπλίζῃ, ὁπλίζηται, ὁπλιζώμεθα, ὁπλίζησθε, ὁπλίζωνται
ὁπλιζοίμην, ὁπλίζοιο, ὁπλίζοιτο, ὁπλιζοίμεθα, ὁπλίζοισθε, ὁπλίζοιντο
---, ὁπλίζου, ὁπλιζέσθω, ---, ὁπλίζεσθε, ὁπλιζέσθων ή ὁπλιζέσθωσαν
ὁπλίζεσθαι
ὁπλιζόμενος
Οριστική
ὡπλιζόμην, ὡπλίζου, ὡπλίζετο, ὡπλιζόμεθα, ὡπλίζεσθε, ὡπλίζοντο
Οριστική
ὁπλιοῦμαι, ὁπλιῇ ή ὁπλιεῖ, ὁπλιεῖται, ὁπλιούμεθα, ὁπλιεῖσθε, ὁπλιοῦνται
ὁπλιοίμην, ὁπλιοῖο, ὁπλιοῖτο, ὁπλιοίμεθα, ὁπλιοῖσθε, ὁπλιοῖντο
ὁπλιεῖσθαι (και ὁπλίσεσθαι)
ὁπλιούμενος, ὁπλιουμένη, ὁπλιούμενον
Οριστική
ὡπλισάμην, ὡπλίσω, ὡπλίσατο, ὡπλισάμεθα, ὡπλίσασθε, ὡπλίσαντο
ὁπλίσωμαι, ὁπλίσῃ, ὁπλίσηται, ὁπλισώμεθα, ὁπλίσησθε, ὁπλίσωνται
ὁπλισαίμην, ὁπλίσαιο, ὁπλίσαιτο, ὁπλισαίμεθα, ὁπλίσαισθε, ὁπλίσαιντο
---, ὅπλισαι, ὁπλισάσθω, ---, ὁπλίσασθε, ὁπλισάσθων ή ὁπλισάσθωσαν
ὁπλίσασθαι
ὁπλισάμενος
Οριστική
ὡπλίσθην, ὡπλίσθης, ὡπλίσθη, ὡπλίσθημεν, ὡπλίσθητε, ὡπλίσθησαν
ὁπλισθῶ, ὁπλισθῇς, ὁπλισθῇ, ὁπλισθῶμεν, ὁπλισθῆτε, ὁπλισθῶσι(ν)
ὁπλισθείην, ὁπλισθείης, ὁπλισθείη, ὁπλισθεῖμεν ή ὁπλισθείημεν, ὁπλισθεῖτε ή ὁπλισθείητε, ὁπλισθεῖεν ή ὁπλισθείησαν
---, ὁπλίσθητι, ὁπλισθήτω, ---, ὁπλίσθητε, ὁπλισθέντων ή ὁπλισθήτωσαν
ὁπλισθῆναι
ὁπλισθείς
Οριστική
ὥπλισμαι, ὥπλισαι, ὥπλισται, ὡπλίσμεθα, ὥπλισθε, ὡπλισμένοι εἰσί(ν)
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον ὦ
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον ᾖς
ὡπλισμένοι- ὡπλισμέναι- ὡπλισμένα ὦμεν
ὡπλισμένος- ὡπλισμένη- ὡπλισμένον εἴην
---, ὥπλισο, ὡπλίσθω, ---, ὥπλισθε, ὡπλίσθων ή ὡπλίσθωσαν
ὡπλίσθαι
ὡπλισμένος,
Οριστική
ὡπλίσμην, ὥπλισο, ὥπλιστο, ὡπλίσμεθα, ὥπλισθε, ὡπλισμένοι ἦσαν

