Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ιστορία Προσανατολισμού: Καταστροφή των Κυδωνιών τον Ιούνιο του 1821 (Πηγές)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Καταστροφή των Κυδωνιών τον Ιούνιο του 1821 (Πηγές)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. τον αντίκτυπο που είχε το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης στο ελληνικό στοιχείο των μικρασιατικών παραλίων και ιδίως στην πόλη των Κυδωνιών
β. τα προσφυγικά ρεύματα από τη Σμύρνη, το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, την Κωνσταντινούπολη και την Κύπρο.
                                                                                                                         
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Αγριώτατους διωγμούς υπέστη τότε ο χριστιανικός πληθυσμός της Σμύρνης. «Επίσημος και αρχαία πόλις», όπως γράφει ο Φιλήμων, «ως και επίνειον της Ιωνίας… η Σμύρνη κατωκείτο επί της εποχής ταύτης υπό τριάκοντα και εκατόν χιλιάδον, των πλείστων Ελλήνων. Εντεύθεν επωνομάζετο παρά των Τούρκων «Γκιαούρ Ισμίρι» (Απίστων Σμύρνη). […]
Ο τουρκικός πληθυσμός της πόλεως ήταν αφοπλισμένος εξαιτίας μεγάλων αταξιών που είχε διαπράξει κατά το άμεσο παρελθόν. Από τις 23 Μαρτίου του 1821 όμως οπλίσθηκε πάλι, ύστερα από το διάταγμα του σουλτάνου για τον γενικό εξοπλισμό των πιστών. Υπήρχε έτσι έτοιμο και πρόθυμο όργανο για την εξαπόλυση διωγμών. […] Στις 31 Μαρτίου, ύστερα από ψεύτικη διάδοση ότι κηρύχθηκε ρωσοτουρκικός πόλεμος, θανατώθηκαν από τον τουρκικό όχλο 22 χριστιανοί. Στις 6 Απριλίου, όταν έφτασε η είδηση για την επανάσταση της Πελοποννήσου, σφαγιάστηκαν στην αγορά περισσότεροι από 60 Έλληνες και απειλήθηκε γενική σφαγή τους. Στις 10 Απριλίου έγιναν πολλοί νέοι φόνοι Ελλήνων, ύστερα από ψεύτικη είδηση ότι οι Έλληνες επαναστάτες άλειφαν με ρετσίνι και έκαιγαν όσους Τούρκους έπιαναν στη θάλασσα. Προκλήθηκε τότε πανικός στις ελληνικές συνοικίες και αθρόα φυγή των κατοίκων τους προς την παραλία, όπου εκτυλίχτηκαν σκηνές αλλοφροσύνης. Άνδρες, παιδιά, γυναίκες με νήπια έπεφταν στη θάλασσα για να φτάσουν στα πλοία και να σωθούν από τους γενίτσαρους. […]
Διωγμοί έγιναν και σε άλλες πόλεις και περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον μήνα Μάιο, όπως στην Κύπρο, στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Στην Κύπρο έγιναν διωγμοί στις 3 Μαΐου με πρόσχημα την έρευνα για όπλα.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Ο ελληνικός στόλος έπλεε ανάμεσα στη Μυτιλήνη και τα Μοσχονήσια, νησιωτικό σύμπλεγμα πολύ κοντά στις Κυδωνίες, επιτηρώντας τα παράλια για να ματαιώσει ενδεχόμενες επιβιβάσεις τουρκικού στρατού σε πλοία, με προορισμό τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδος. Ένα από τα ελληνικά πλοία ανήγγειλε τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι Έλληνες των Κυδωνιών και έτσι, στις 2 Ιουνίου, ο ελληνικός στόλος εισέπλευσε στα Μοσχονήσια εμπρός από τις Κυδωνίες. […]
Αμέσως έφθασαν λέμβοι, μερικές με κανόνια, και άρχισε η παραλαβή των κατοίκων συνοδευμένη από σκηνές αλλοφροσύνης, επειδή οι Τούρκοι εμπόδιζαν την επιβίβαση και πυροβολούσαν εναντίον του πληθυσμού και των λέμβων και οι Έλληνες ναύτες ανταπέδιδαν τα πυρά με τα κανόνια τους. Πολλοί από τους κατοίκους διασώθηκαν έτσι, ενώ πολλοί άλλοι δεν διέφυγαν τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό.
Σύμφωνα με την περιγραφή του Φιλήμωνος, «… η πόλις ανάστατος γίνεται δια της σφαγής και της αιχμαλωσίας, δια του πυρός και της λεηλασίας. […] Το τραγικώτατον αυτό δράμα διήρκεσεν επί πέντε περίπου ώρας. Ούτω κατεστράφη τη 3 Ιουνίου, ημέρα Παρασκευή, η πόλις των Κυδωνιών, σφαγείσα και αιχμαλωτισθείσα κατά το εν τρίτον, λεηλατηθείσα κατά το όλον και αποτεφρωθείσα κατά κράτος».
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Μετά την εξέγερση των ναυτικών νησιών και της Σάμου, οι Τούρκοι φοβήθηκαν ότι το πυκνό ελληνικό στοιχείο των δυτικών μικρασιατικών παραλίων δεν θα παρέμενε αδρανές. Ο αναβρασμός που επικρατούσε στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, οι παράτολμες επιδρομές Σαμίων και Ψαριανών στις μικρασιατικές ακτές και η εμφάνιση ελληνικών πλοίων κοντά στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) και τη Σμύρνη εξώθησαν τους Τούρκους σε μέτρα τρομοκράτησης των ελληνικών πληθυσμών. Οι βιαιοπραγίες των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη λειτούργησαν ως σήμα κινδύνου για αρκετούς εύπορους Έλληνες των Κυδωνιών, οι οποίοι προτίμησαν για ασφάλεια να διαπεραιωθούν εσπευσμένα στην απέναντι Λέσβο. Ακολούθησε η καταστροφή της πόλης των Κυδωνιών από τουρκικά στρατεύματα στις αρχές Ιουνίου του 1821, που οδήγησε τους έντρομους κατοίκους της σε άτακτη φυγή στα Ψαρά, ενώ πλήθος φυγάδων από τα λεηλατημένα χωριά γύρω από τις Κυδωνιές κατέφυγε στη Λέσβο. Τα γεγονότα της καταστροφής των Κυδωνιών παρουσιάζονται αναλυτικότερα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), όπου καταγράφεται ότι στις 2 Ιουνίου 1821 ελληνικά πλοία κινούνταν στην περιοχή μεταξύ Μυτιλήνης και Μοσχονησίων -τα οποία αποτελούν ένα νησιωτικό σύμπλεγμα κοντινό στις Κυδωνίες- προκειμένου να εμποδίσουν τυχόν μετακινήσεις τουρκικών πλοίων που προορίζονταν για τις επαναστατημένες περιοχές του ελληνικού χώρου. Τη μέρα εκείνη ένα εκ των ελληνικών πλοίων διαπίστωσε πως οι Έλληνες των Κυδωνιών βρίσκονταν σε κίνδυνο λόγω των τουρκικών ενεργειών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα όλος ο εκεί ευρισκόμενος ελληνικός στόλος να πλεύσει στις Κυδωνίες. Από τα ελληνικά πλοία μετακινήθηκαν βάρκες, κάποιες εκ των οποίων με κανόνια, προκειμένου να επιτευχθεί η απομάκρυνση του ελληνικού πληθυσμού από τις ακτές. Η προσπάθεια μετακίνησής τους, ωστόσο, έλαβε στοιχεία έξαλλου πανικού, διότι οι Τούρκοι επιχειρούσαν να παρεμποδίσουν τη διαδικασία πυροβολώντας τόσο τις βάρκες όσο και τους μεταφερόμενους Έλληνες, με αποτέλεσμα να ανταποδίδουν οι Έλληνες ναύτες με κανονιοβολισμούς. Σημαντικό μέρος των κατοίκων κατάφερε να γλιτώσει, αλλά πολλοί ήταν κι εκείνοι που είτε σφαγιάστηκαν είτε αιχμαλωτίστηκαν. Στη δική του περιγραφή, ο Φιλήμων, αναφέρει πως η κατάσταση κατέληξε σε μαζική σφαγή του πληθυσμού, λεηλασία και πυρπόληση της πόλης. Επρόκειτο για γεγονός εξαιρετικά τραγικό, το οποίο κράτησε πέντε ώρας και είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των Κυδωνιών στις 3 Ιουνίου 1821, ημέρα Παρασκευή. Η πόλη λεηλατήθηκε στο σύνολό της και κάηκε ολοσχερώς, ενώ το ένα τρίτο των πολιτών είτε αιχμαλωτίστηκε είτε σφαγιάσθηκε.  
 
β. Νοτιότερα, στη Σμύρνη, όταν οι κάτοικοι πληροφορήθηκαν την τραγική τύχη των Κυδωνιών, επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και διασκορπίστηκαν σε διάφορα νησιά του Αιγαίου πελάγους και την Πελοπόννησο. Σύμφωνα, πάντως, με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Α), απόπειρες φυγής από τη Σμύρνη σημειώθηκαν και πριν από την καταστροφή των Κυδωνιών εξαιτίας των διωγμών που υπέστησαν οι εκεί Έλληνες. Όπως επισημαίνει ο Φιλήμων, η Σμύρνη, λιμάνι της Ιωνίας και σημαντική πόλη από την αρχαιότητα, κατοικούνταν την εποχή εκείνη από εκατόν τριάντα χιλιάδες κατοίκους, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν Έλληνες, γι’ αυτό και η Τούρκοι την αποκαλούσαν «Απίστων Σμύρνη» (Γκιαούρ Ισμίρ). Την περίοδο που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση οι Τούρκοι της Σμύρνης ήταν αφοπλισμένοι, διότι λίγο καιρό πριν είχαν επιδείξει εγκληματική συμπεριφορά. Από τις 23 Μαρτίου του 1821, εντούτοις, έλαβαν εκ νέου όπλα, καθώς ο σουλτάνος εξέδωσε διαταγή που προέβλεπε τον εξοπλισμό όλων των Μουσουλμάνων. Κατ’ αυτό τον τρόπο η εκκίνηση διωγμών εις βάρος των χριστιανών διευκολυνόταν, εφόσον υπήρχαν ετοιμοπόλεμοι Τούρκοι. Πράγματι, στις 31 Μαρτίου με αφορμή μια ψευδή είδηση πως είχε κηρυχθεί ρωσουτουρκικός πόλεμος, ένοπλοι Τούρκοι δολοφόνησαν 22 Χριστιανούς. Ενώ, στις 6 Απριλίου, όταν έγινε γνωστό πως είχε ξεκινήσει επανάσταση στην Πελοπόννησο, σφαγιάστηκαν στην αγορά της Σμύρνης περισσότεροι από 60 Έλληνες και υπήρξε κίνδυνος να γενικευτεί η σφαγή. Λίγες μέρες μετά, στις 10 Απριλίου 1821, ψευδείς διαδόσεις, ότι τάχα οι επαναστατημένοι Έλληνες έκαιγαν ζωντανούς τους Τούρκους που αιχμαλώτιζαν στη θάλασσα, αφού πρώτα τους άλειφαν με ρετσίνι, είχαν ως αποτέλεσμα να σημειωθεί νέο σημαντικό κύμα δολοφονιών και να προκληθεί πανικός στις ελληνικές συνοικίες της πόλης με τους κατοίκους να επιχειρούν μαζικά να καταφύγουν στην παραλία, σε μια προσπάθεια να απομακρυνθούν με τη βοήθεια πλοίων. Εκεί, όμως, τους καταδίωκαν γενίτσαροι και η απεγνωσμένη κίνηση γυναικόπαιδων και ανδρών να βουτούν στη θάλασσα για να σωθούν διαμόρφωσε κατάσταση χάους.  
Στα Ψαρά και τη Σάμο κατέφυγαν και οι διωκόμενοι από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, επιχειρώντας να γλιτώσουν από τις διώξεις και τις επιθέσεις των ατάκτων.
Στο προσφυγικό ρεύμα της ίδιας περιόδου μπορούν να συμπεριληφθούν και οι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη και την Κύπρο. Οι πρώτοι, κυρίως Φαναριώτες, ήδη πριν από τις ταραχές στην Πόλη, άρχισαν να συρρέουν στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου πολύ γρήγορα διακρίθηκαν στην πολιτική οργάνωση του επαναστατημένου έθνους. Πολλοί Κύπριοι, για να αποφύγουν τις διώξεις των Τούρκων, κατέφυγαν στα Προξενεία των Μεγάλων Δυνάμεων και κατόπιν μεταφέρθηκαν με ξένα πλοία σε λιμάνια της Ιταλίας και της Γαλλίας. Όπως, μάλιστα, επισημαίνει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Α), στην Κύπρο έγιναν διώξεις τον Μάη του 1821 και ειδικότερα στις 3 Μαΐου με την πρόφαση πως οι τουρκικές αρχές έκαναν έλεγχο για να διαπιστωθεί αν κατείχαν όπλα απλοί πολίτες.

Ιστορία Προσανατολισμού: Συνδυαστική πηγή για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Συνδυαστική πηγή για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας
 
ΘΕΜΑ Δ1
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. την ανάπτυξη των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1870 έως και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα
β. τον αντίκτυπο που είχε η άφιξη των προσφύγων στη βιομηχανία της χώρας.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Είναι γεγονός πως καθ’ όλη την περίοδο που ερευνούμε -αλλά και πριν- οι τράπεζες είναι ιδιαιτέρως συντηρητικές ως προς το δανεισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όχι με δική τους μόνον ευθύνη, αλλά και των επαγγελματιών (οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν τηρούσαν καν εμπορικά βιβλία), με αποτέλεσμα να προτιμούν ενυπόθηκα δάνεια ή επενδύσεις σε ακίνητα. Ο Ζολώτας περιγράφει: «Αι εν Ελλάδι τράπεζαι και δη η Εθνική Τράπεζα κατείχοντο υπό προλήψεως ότι η Ελλάς δεν είναι χώρα κατάλληλος δια βιομηχανική ανάπττυξιν…[και] δεν επιδεικνύουν ουδεμίαν προθυμίαν εις την παροχήν πιστώσεων δια βιομηχανικάς επιχειρήσεις».
 
Ιωάννης Παναγιώτου, Οικονομική Σκέψη σε Καιρούς Κρίσης, Ελλάδα (1880-1910)
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Στην αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων γυναικών στη βιομηχανία, ή και αλλού, συμβάλλει επίσης σημαντικά και η μικρασιατική καταστροφή, που οδηγεί πολλές γυναίκες – πρόσφυγες συχνά, αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών, να ενταχθούν στην Αγορά Εργασίας, ακολουθώντας επαγγέλματα - προεκτάσεις του κοινωνικού τους φύλου, όπως είναι, μεταξύ αυτών και της εργάτριας στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία.
 
Μ. Κανταράκη, Γυναίκες και εργασιακές σχέσεις στη βιομηχανική υφαντουργία
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
Από το 1869 και μετά ιδρύονται στην Ελλάδα 29 μεταλλευτικές εταιρείες. Το ονομαστικό κεφάλαιο αυτών των 29 επιχειρήσεων ήταν 50.829.000 δρχ., αρκετά ικανοποιητικό για την εποχή. Δύο από αυτές τις επιχειρήσεις είχαν ιδρυθεί το 1869 και 1870 και οι άλλες το 1872 και 1873. Από αυτές που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διαλύθηκαν και παρέμειναν 18 των οποίων το ονομαστικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 35.945.000 δρχ.
 
Παπαδάκη –Λάππα Ελευθερία, Ιστορία και πολιτική των επιχειρήσεων της Λαυρεωτικής 19ος -20ος αιώνας
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Δ
Σε όλη την περίοδο 1923-1938 η ελληνική βιομηχανία παρουσίασε εντυπωσιακούς ρυθμούς αναπτύξεως. Οι λόγοι που συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα ήταν δύο ειδών: η μαζική άφιξη των προσφύγων και η διεθνής ύφεση. […]
Μεταξύ 1928 και 1938, η συνολική βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 68%, ενώ οι βιομηχανικές εξαγωγές μόνο κατά 16%. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι το βασικό κίνητρο για την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής δεν ήταν η εξαγωγή, αλλά η εγχώρια αγορά. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο ίδιο διάστημα οι εισαγωγές βιομηχανικών πρώτων υλών δεν αυξήθηκαν ανάλογα με το προϊόν της βιομηχανίας, αλλά μόνο κατά 20%. Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές σύστημα έπαιξε ιδιαίτερα μειωμένο ρόλο στην ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας, τόσο από την άποψη των αγορών της ελληνικής βιομηχανίας, όσο και από την άποψη των προμηθειών. Και από τις δύο αυτές απόψεις, τον βασικό ρόλο έπαιξε η εγχώρια αγορά.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ΄
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Επιβεβαιωτικά λειτουργούν τα στοιχεία που παραθέτει η Ε. Παπαδάκη-Λάππα (Κείμενο Γ) αναφερόμενη στην ίδρυση μεταλλευτικών εταιρειών εκείνη την περίοδο. Ειδικότερα, όπως επισημαίνει, από το 1869 και εξής πραγματοποιείται η ίδρυση είκοσι εννέα μεταλλευτικών εταιρειών στην Ελλάδα, το ονομαστικό κεφάλαιο των οποίων ήταν 50.829.000 δραχμές, ποσό επαρκώς υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Από τις επιχειρήσεις αυτές δύο είχαν ιδρυθεί το 1869 και το 1860, ενώ οι υπόλοιπες κατά την περίοδο 1872-1873. Από εκείνες που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διέκοψαν τη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα να παραμείνουν σε λειτουργία δεκαοκτώ μεταλλευτικές εταιρείες με ονομαστικό κεφάλαιο 35.945.000 δραχμών. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα. Ένα αίτιο της στασιμότητας αυτής καταγράφεται από τον Ιωάννη Παναγιώτου (Κείμενο Α), ο οποίος αναφερόμενος στην περίοδο 1880-1910 επισημαίνει τη διστακτικότητα των τραπεζών της εποχής να δανείζουν σε επιχειρήσεις. Επρόκειτο για μια κατάσταση, για την οποία δεν ευθύνονταν μόνο οι τράπεζες αλλά και οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, καθώς πολλοί από αυτούς δεν διατηρούσαν ούτε εμπορικά βιβλία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προτιμούν οι τράπεζες να δίνουν ενυπόθηκα δάνεια ή να επενδύουν σε ακίνητα. Όπως, άλλωστε, είχε επισημάνει ο Ζολώτας, οι ελληνικές τράπεζες και κυρίως η Εθνική, είχαν διαμορφώσει την πεποίθηση πως η Ελλάδα δεν ήταν κατάλληλη για την ανάπτυξη βιομηχανίας, γι’ αυτό και δεν ήταν καθόλου πρόθυμες να παρέχουν δάνεια στις βιομηχανικές επιχειρήσεις. Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται μόλις στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και, κυρίως, στα πρώτα χρόνια του 20ού. Τότε δημιουργήθηκε ένα βιομηχανικό δυναμικό σχετικά σταθερό, πολυδιάστατο, με τάσεις ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, της ναυπηγικής και της τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του νέου αιώνα.
 
β. Η άφιξη των προσφύγων αναζωογόνησε και τη βιομηχανία με νέο, ειδικευμένο και φθηνό εργατικό δυναμικό, με τη διεύρυνση της καταναλωτικής αγοράς και με τη δράση ανθρώπων με επιχειρηματικές ικανότητες. Στη δεκαετία 1922-1932, διπλασιάστηκε ο αριθμός των βιομηχανικών μονάδων. Η ανάπτυξη αυτή επιβεβαιώνεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Δ), στην οποία τονίζεται πως οι λόγοι που κατέστησαν εφικτή την αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης ήταν αφενός η διεθνής οικονομική ύφεση και αφετέρου η μαζική άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους εστιάζει ειδικότερα στην περίοδο 1928-1932, κατά την οποία η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε άνοδο 68% τη στιγμή που οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν μόνο κατά 16%. Ως εκ τούτου, γίνεται σαφές πως η ενισχυμένη βιομηχανική παραγωγή είχε ως στόχο της την εγχώρια αγορά και όχι την εξαγωγή προϊόντων. Η εστίαση, άλλωστε, στην εγχώρια αγορά γίνεται εμφανής από το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη οι εισαγωγές πρώτων υλών για τη βιομηχανία αυξήθηκαν μόνο κατά 20% χωρίς να συμβαδίζουν με την πολύ μεγαλύτερη αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής. Γίνεται, επομένως, αντιληπτό πως οι διεθνείς αγορές διαδραμάτισαν πολύ μικρό ρόλο στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, εφόσον δεν υπήρξε άνοδος των εξαγωγών, αλλά ούτε και άνοδος στην εισαγωγή πρώτων υλών. Η πρόοδος όμως της ελληνικής βιομηχανίας δεν ήταν σημαντική, εξαιτίας κυρίως της διατήρησης των παραδοσιακών δομών λειτουργίας τους.
Η συμμετοχή των προσφύγων (ως κεφαλαιούχων και ως εργατών) ήταν μεγαλύτερη στην κλωστοϋφαντουργία, την ταπητουργία, τη μεταξουργία, την αλευροβιομηχανία και την παραγωγή οικοδομικών υλικών. Αρκετοί ήταν οι πρόσφυγες που αναδείχθηκαν ως επιχειρηματίες, βιομήχανοι ή μεγαλέμποροι. Οι Έλληνες που προέρχονταν από τα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας και την Κωνσταντινούπολη υπερείχαν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες σε επιχειρηματικό πνεύμα, εκπαίδευση, κατάρτιση και προοδευτικές αντιλήψεις. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της ζωής τους, η γνώση ξένων γλωσσών, οι επαφές που είχαν αναπτύξει με την Ευρώπη και η πείρα που διέθεταν τους βοήθησαν, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, να οργανώσουν δικές τους επιχειρήσεις ή να στελεχώσουν επιχειρήσεις άλλων, προσφύγων ή γηγενών.
Η άφιξη των προσφύγων επέδρασε και στην ένταξη των γυναικών στον ενεργό πληθυσμό. Το 1930 οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειονότητα των εργατών στην κλωστοϋφαντουργία, την καπνοβιομηχανία και τη βιομηχανία ετοίμων ενδυμάτων. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από τη Μ. Κανταράκη (Κείμενο Β), η οποία επισημαίνει πως λόγω της μικρασιατικής καταστροφής πολλές γυναίκες -κυρίως πρόσφυγες- που είχαν χάσει τον σύζυγό τους και ήταν πλέον αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών αναγκάστηκαν να εργαστούν, επιλέγοντας πρωτίστως επαγγέλματα που ανταποκρίνονταν στο φύλο τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, πολλές γυναίκες επέλεξαν να εργαστούν στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία.

Ιστορία Προσανατολισμού: Ο εθνικός διχασμός [Επεξεργασία Πηγών]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Ο εθνικός διχασμός [Επεξεργασία Πηγών]
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. τη διαφορά απόψεων που προκάλεσε το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλου, μέχρι και την παραίτηση του δεύτερου
β. το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά την άρνηση συμμετοχής των Φιλελευθέρων στις εκλογές μέχρι και την παράταση της θητείας της Βουλής.
                                                                                                                         
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Προβλέποντας την επικείμενη κατάρρευση της Σερβίας, ο Βενιζέλος αύξησε την πίεση που ασκούσε στον βασιλιά. Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε πεισματικά ουδετερόφιλος αρχικά δέχθηκε απλώς να κηρυχθεί επιστράτευση ως απάντηση στην επιστράτευση της Βουλγαρίας.
Ο Βενιζέλος επεσήμανε στον βασιλιά ότι η συστηματική άρνησή του να συνταχθεί με τη βούληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας συνιστούσε παραβίαση του Συντάγματος. Προσπάθησε επίσης να τον πείσει ότι η στάση της Ελλάδας δεν ήταν απλή ουδετερότητα αλλά «ευμενής ουδετερότης» υπέρ της Γερμανίας και στρεφόταν πλέον σαφώς κατά της Entente, η οποία θεωρούσε την Ελλάδα κατ’ ουσίαν σύμμαχο της Γερμανίας. Πράγματι, η Entente θα είχε ήδη κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα αν δεν υπήρχε η διεθνώς πασίγνωστη διαφωνία των δύο ανδρών και οι διπλωματικές προσπάθειες του Βενιζέλου να διατηρήσει ανοιχτές τις διαπραγματεύσεις με τη βρετανική κυβέρνηση.
Παρ’ όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος παρέμεινε αμετάπειστος και ο Βενιζέλος παραιτήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1915, καταγγέλλοντας ως αντισυνταγματική τη στάση του βασιλιά. 
 
Γιώργος Δερτιλής, Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις 1821-2016
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Στις 18 Νοεμβρίου 1916, συμμαχικά αγήματα (Γάλλων, Άγγλων και Ιταλών) επρόκειτο να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας ως «ειρηνική επίδειξη», χωρίς να περιμένουν αντίσταση, μετά από τις προσωπικές συνεννοήσεις του Κωνσταντίνου με τον Γάλλο ναύαρχο Φουρνέ. Αιφνιδιάστηκαν, όμως, και αποκρούστηκαν, με πολλές απώλειες (62 νεκρούς και 170 τραυματίες), από πολλαπλάσιες δυνάμεις τακτικού στρατού και Επιστράτων. Το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορούσε βέβαια να ανατρέψει ο σύντομος βομβαρδισμός της πρωτεύουσας από τον συμμαχικό στόλο.
Μετά την πλασματική αλλά μεθυστική νίκη κατά των ξένων, οι Επίστρατοι επιδόθηκαν από τις 19 Νοεμβρίου σε ένα έξαλλο «πογκρόμ» κατά των «προδοτών», δολοφονώντας άγνωστο αριθμό, διαπομπεύοντας, κακοποιώντας, ληστεύοντας και φυλακίζοντας εκατοντάδες επώνυμους και ανώνυμους Φιλελευθέρους (κατά προτίμηση Μικρασιάτες πρόσφυγες και Κρητικούς), με τη συνεργασία των αρχών.
Τότε εφευρέθηκαν και οι πρώτες «δηλώσεις μετανοίας», που εκβιάζονταν να υπογράψουν τα θύματα, αποκηρύσσοντας τον «προδότη» και «στασιαστή» Βενιζέλο.
 
Γιώργος Μαυρογορδάτος, 1915, ο Εθνικός Διχασμός
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Με αφορμή τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, εκφράστηκαν διαφορετικές απόψεις ως προς τη σκοπιμότητα ή μη της συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο. Οι Φιλελεύθεροι τάσσονταν υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, επειδή προσδοκούσαν ότι με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα είχε εδαφικά οφέλη. Ο βασιλιάς και το Γενικό Επιτελείο είχαν διαφορετική εκτίμηση. Θεωρούσαν ανεύθυνη τη θέση των Φιλελευθέρων, εκτιμώντας ότι η έκβαση του πολέμου ήταν αβέβαιη και θα μπορούσαν να νικήσουν οι Κεντρικές δυνάμεις. Δεδομένης της κυριαρχίας της Αγγλίας στην ανατολική Μεσόγειο, και παρά τους δεσμούς του με τη Γερμανία, ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να ζητήσει συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, γι’ αυτό έλαβε θέση υπέρ της ουδετερότητας της Ελλάδας. Όπως επισημαίνεται από τον Γ. Δερτιλή (Κείμενο Α), ακόμη κι όταν ο Βενιζέλος πίεσε εντονότερα τον βασιλιά επικαλούμενος την επικείμενη συντριπτική ήττα της Σερβίας από τη Βουλγαρία, ο Κωνσταντίνος παρέμεινε ανένδοτος. Η μόνη παραχώρησή του ήταν να δεχτεί την κήρυξη επιστράτευσης ως αντίδραση στην επιστράτευση της Βουλγαρίας. Η εμμονή, μάλιστα, του Κωνσταντίνου στη θέση του για την ουδετερότητα, τον οδήγησε να δράσει με τρόπο που υπέσκαπτε τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος. Ο βασιλιάς, ανέπτυξε μυστική διπλωματία εν αγνοία της κυβέρνησης, καταφεύγοντας ακόμη και σε παράνομα μέσα (π.χ. παράδοση απόρρητων διπλωματικών εγγράφων στους Γερμανούς.) Το 1915 προκάλεσε δύο φορές την παραίτηση της κυβέρνησης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον Γ. Δερτιλή (Κείμενο Α), ο οποίος αναφέρει τις ποικίλες προσπάθειες του Βενιζέλου να μεταπείσει τον Κωνσταντίνο. Ο πρωθυπουργός τόνιζε στον βασιλιά πως η επίμονη άρνησή του να αποδεχτεί την επιθυμία του κόμματος που είχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποτελούσε παραβίαση του Συντάγματος. Παραλλήλως, ο πρωθυπουργός επιχειρούσε να του εξηγήσει πως η τηρούμενη από την Ελλάδα ουδετερότητα δεν γινόταν αντιληπτή από τα μέλη της Αντάντ απλώς ως μη συμμετοχή στον πόλεμο, αλλά ως «ευμενής ουδετερότητα» προς όφελος της Γερμανίας, και, άρα, ως εχθρική στάση απέναντι στην Αντάντ. Η Ελλάδα, δηλαδή, δημιουργούσε την εντύπωση πως είχε συμμαχήσει με τη Γερμανία, κάτι που θα μπορούσε, όπως σχολιάζει ο ιστορικός, να οδηγήσει την Αντάντ στο να της κηρύξει τον πόλεμο. Το γεγονός, ωστόσο, πως η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο ήταν γνωστή διεθνώς, είχε αποτρέψει την εξέλιξη αυτή. Λαμβάνονταν, άλλωστε, υπόψη οι διπλωματικές προσπάθειες του Βενιζέλου να παραμένει σε συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Βρετανίας. Ο Βενιζέλος, εντούτοις, διαπιστώνοντας ότι ο Κωνσταντίνος δεν άλλαζε άποψη δήλωσε την παραίτησή του στις 5 Οκτωβρίου του 1915, καταγγέλλοντας την αντισυνταγματική στάση του βασιλιά.
 
β. Στις εκλογές που προκηρύχθηκαν μετά τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου, δεν συμμετείχαν οι Φιλελεύθεροι, καθώς θεωρούσαν την ενέργεια του βασιλιά ως παραβίαση του συντάγματος. Εκδηλώσεις βίας και φανατισμού δημιούργησαν χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις και κυριάρχησε το μίσος. Όποιος ήταν κατά του πολέμου, κινούσε αμέσως την υποψία στους Βενιζελικούς, ότι ήταν κατά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κατά των εθνικών συμφερόντων. Οι Αντιβενιζελικοί έβλεπαν στο πρόσωπο των Βενιζελικών βίαιους πράκτορες της Αντάντ, που μάχονταν τον βασιλιά, κατέστρεφαν την ενότητα του έθνους και έθεταν σε κίνδυνο το κράτος. Τα δύο κόμματα διέφεραν όλο και λιγότερο μεταξύ τους στην πολιτική πρακτική και την προπαγάνδα, παράλληλα όμως όλο και περισσότερο ενισχυόταν ο διπολισμός. Στα μέσα του 1916 το Κοινοβούλιο χάθηκε ουσιαστικά από το προσκήνιο. Το κλίμα της εποχής επέτρεψε να συμμετάσχουν στη διαμάχη και στρατιωτικοί, οι οποίοι δημιούργησαν δύο οργανώσεις αντίθετες μεταξύ τους, ανάλογα με το αν τα συμφέροντα κάθε ομάδας εξυπηρετούνταν από τον πόλεμο ή την ουδετερότητα. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1916 ο Βενιζέλος συγκρότησε δική του κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη.
Οι συγκρούσεις πήραν σταδιακά διαστάσεις εμφυλίου πολέμου. Ενδεικτικά του κλίματος της εποχής είναι τα όσα καταγράφει ο Γ. Μαυρογορδάτος (Κείμενο Β) σχετικά με τη στάση των υποστηρικτών του βασιλιά. Στις 18 Νοεμβρίου 1916 μικρές στρατιωτικές ομάδες των συμμάχων (Γαλλίας, Αγγλίας και Ιταλίας) σκόπευαν να καταλάβουν με συμβολικό τρόπο συγκεκριμένα σημεία στρατηγικής σημασίας στην πρωτεύουσα στο πλαίσιο μιας «ειρηνικής επίδειξης». Η όλη διαδικασία επρόκειτο να γίνει ύστερα από συνεννοήσεις ανάμεσα στον βασιλιά και τον Φουρνέ, ναύαρχο της Γαλλίας, οπότε δεν αναμενόταν καμία αντίδραση από τη μεριά των Ελλήνων. Ωστόσο, σημαντικές δυνάμεις του τακτικού ελληνικού στρατού, καθώς και Επίστρατοι, αιφνιδίασαν τους συμμάχους, σκοτώνοντας 72 από τους στρατιώτες τους και τραυματίζοντας 170, γεγονός που δεν μπορούσε να ανατραπεί από τον εκ των υστέρων σύντομο βομβαρδισμό της Αθήνας από τα συμμαχικά πλοία. Δημιουργήθηκε, έτσι, η εσφαλμένη εντύπωση στους υποστηρικτές του Κωνσταντίνου ότι είχαν πετύχει μια «σημαντική» νίκη εις βάρος των συμμάχων, κάτι που τους οδήγησε στο να πιστεύουν πως έχουν τον έλεγχο της κατάστασης. Από την επόμενη κιόλας μέρα (19 Νοεμβρίου 1916) ξεκίνησαν ανεξέλεγκτες διώξεις κατά των υποστηρικτών του Βενιζέλου, τους «προδότες», όπως τους θεωρούσαν, σκοτώνοντας αδιευκρίνιστο αριθμό. Πολλοί, άλλωστε, βενιζελικοί έπεσαν θύματα ληστείας, κακοποίησης, δημόσιας διαπόμπευσης, αλλά και φυλάκισης, καθώς οι υποστηρικτές του βασιλιά δίωκαν επώνυμους, αλλά και ανώνυμους Φιλελεύθερους, επιλέγοντας πρωτίστως όσους ήταν Κρητικοί ή πρόσφυγες Μικρασιάτες. Στις διώξεις αυτές, μάλιστα, είχαν τη στήριξη και των κρατικών αρχών. Παραλλήλως, μάλιστα, τότε επινόησαν και τις «δηλώσεις μετανοίας» τις οποίες εξανάγκαζαν τα θύματά τους να τις υπογράψουν, δηλώνοντας ότι αποκηρύσσουν τον Βενιζέλο, ο οποίος χαρακτηριζόταν «προδότης» και «στασιαστής». Οι Αντιβενιζελικοί, λοιπόν, άσκησαν τρομοκρατία στους αντιπάλους, ενώ ο Βενιζέλος κήρυξε έκπτωτο το βασιλιά, ο οποίος υπό την πίεση της Αντάντ εγκατέλειψε το θρόνο και τη χώρα. Οι Φιλελεύθεροι ανέλαβαν στην Αθήνα τη διακυβέρνηση και κήρυξαν τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Ο εθνικός διχασμός εξαπλώθηκε στο στράτευμα, καθώς ευνοήθηκαν οι αξιωματικοί της οργάνωσης «Εθνική Άμυνα» εις βάρος άλλων. Η κυβέρνηση παρέτεινε τη θητεία της Βουλής, παρά την πίεση που ασκούσαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ιστορία Προσανατολισμού: Η οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος (πρωτογενείς πηγές)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Φρούριο Φιρκά
 

Ιστορία Προσανατολισμού: Η οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος (πρωτογενείς πηγές)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε στην οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος.
 
Κείμενο Α
Ο κ. Δραγούμης Γενικός Διοικητής Εν Κρήτη
Ο υπουργός των Εξωτερικών κ. Κορομηλάς επί του διορισμού του κ. Δραγούμη ως Γενικού Διοικητού εν Κρήτη προέβη εις τους ξένους δημοσιογράφους εις τας εξής περίπου δηλώσεις.
Ο κ. Κορομηλάς είπεν, ότι ο διορισμός τούτου υπήρξε σύμφωνος προς την πολιτικήν της Κυβερνήσεως και προς τας δηλώσεις του κ. Πρωθυπουργού εν τη Βουλή. Ο Γενικός Διοικητής έχει εντολήν να παγιώση την τάξιν και να προβή εις την ενέργειαν εκλογών συμφώνως τω Ελληνικώ Συντάγματι. Η τοποθέτησις του κ. Δραγούμη σημαίνει αφομοίωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος.
Ο κ. Κορομηλάς εν τέλει είπεν, ότι η τάξις εν Κρήτη ουδέποτε διασαλεύθη, έφερε δε ως παράδειγμα το προχθεσινόν διάβημα των εν Κρήτη Μουσουλμάνων, οίτινες ετέλεσαν δοξολογίαν υπέρ κατισχύσεως των Τουρκικών όπλων, καθ’ ην στιγμήν ταύτα στρέφονται απανθρώπως όχι απλώς κατά των αντιμετώπων Ελλήνων αλλά κατ’ αόπλων ανδρών και γυναικοπαίδων.
 
Εφημερίδα Σκριπ, Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 1913
 
Κείμενο Β
Η επίστεψις των αγώνων των Κρητών
Ολοκλήρων αιώνων πόθους και όνειρα εθνικά επλήρωσε χθες η παρουσία του Στρατηλάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου του Νικητού εν Κρήτη υψούντος δια των χειρών γηραιών ηρωικών αγωνιστών επί του φρουρίου Φιρκά την Ελληνικήν σημαίαν, ως σύμβολον εθνικής Νίκης και Δόξης και ως επισφράγισιν αρρήκτου ενωτικού δεσμού της Κρήτης μετά της Ελλάδος.
[…]
Υπερήφανη δια την επιβράβευσιν προαιωνίων αγώνων των οι ηρωικοί της Κρήτης αγωνισταί δικαίως πανηγυρίζουσι σήμερον την νίκην των και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος παραδώσας εις τον γηραιόν αγωνιστήν Μάντακαν την Ελληνικήν σημαίαν, ίνα αυτός την υψώση επί του φρουρίου της Κρήτης, του το ηθέλησε είπει ότι η ελευθερία της Κρήτης και η συντελεσθείας χθες ένωσις αυτής μετά της Ελλάδος είναι έργον αυτών των Κρητών, οφειλόμενον εις την εθνικήν των πίστιν, εις την επιμονήν των, εις την γενναιοψυχίαν των, εις τον ηρωισμόν των. Και δια την κατάκτησιν της ελευθερίας των και της μετά της μητρός Ελλάδος ενώσεώς των είνε και πρέπει να είνε υπερήφανοι.
 
Εφημερίδα Σκριπ, Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 1913  
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Εκείνο που δεν είχε κατορθώσει να λύσει η διπλωματία, το έλυσε ο πόλεμος. Ευθύς μετά την έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων (Οκτώβριος 1912) οι πύλες του ελληνικού Κοινοβουλίου άνοιξαν για τους Κρήτες βουλευτές, που έγιναν δεκτοί με εκδηλώσεις απερίγραπτου πατριωτικού ενθουσιασμού. Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων ανέγνωσε Ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο «η Ελλάς αποδέχεται όπως του λοιπού ενυπάρχη κοινόν Κοινοβούλιον δια το ελεύθερον Βασίλειον και διά την νήσον Κρήτην». Αλλά ο Βενιζέλος δεν προχώρησε περισσότερο, για να μη διαταράξει τις σχέσεις του με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις, εν όψει και του πολέμου που είχε αρχίσει. Αρκέστηκε να αποστείλει στην Κρήτη ως Γενικό Διοικητή το φίλο του Στέφανο Δραγούμη, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 12 Οκτωβρίου 1912. Πρόσθετα στοιχεία για τον διορισμό του Στέφανου Δραγούμη παρέχει το άρθρο της Εφημερίδας Σκριπ, το οποίο συνιστά πρωτογενή πηγή. Σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, Κορομηλά, η επιλογή του Δραγούμη ήταν σύμφωνη με την ακολουθούμενη πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς και με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου στην ελληνική Βουλή. Ο Στέφανος Δραγούμης, ως Γενικός Διοικητής, είχε λάβει συγκεκριμένες εντολές από τον πρωθυπουργό. Ειδικότερα, όφειλε να προχωρήσει στη διενέργεια εκλογών στην Κρήτη ακολουθώντας τις αρχές του ελληνικού Συντάγματος, κάτι που πιστοποιούσε την ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα. Έπρεπε, συνάμα, να παγιώσει την τάξη στη νήσο, παρ’ όλο που σύμφωνα με τον Κορομηλά αυτή δεν είχε ποτέ διαταραχθεί. Όπως επεξηγούσε, μάλιστα, ο υπουργός Εξωτερικών, οι Μουσουλμάνοι της νήσου δρούσαν απολύτως ελεύθερα, κάτι που γινόταν αντιληπτό από την πρωτοβουλία τους, λίγες μόλις μέρες πριν, να τελέσουν δοξολογία για την επικράτηση του τουρκικού στρατού στον Βαλκανικό πόλεμο, τη στιγμή που τα όπλα των Τούρκων στρέφονταν εντελώς απάνθρωπα όχι μόνο κατά των Ελλήνων στρατιωτών, αλλά κατά του άμαχου πληθυσμού.    
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα, καθώς ήταν πλέον ορατή η ήττα της Τουρκίας. Στην πράξη η ένωση είχε συντελεστεί και απλώς έμενε η επικύρωσή της με την υπογραφή μιας διεθνούς συνθήκης. Στις 14 Φεβρουαρίου 1913 αφαιρέθηκαν από το φρούριο της Σούδας οι σημαίες των Μ. Δυνάμεων και της Τουρκίας. Όλα τα σύμβολα της τουρκικής επικυριαρχίας, αλλά και της κηδεμονίας των Μ. Δυνάμεων, είχαν πλέον εξαφανιστεί από την Κρήτη.
Η ευτυχής για την Ελλάδα έκβαση των Βαλκανικών πολέμων έδωσε και στο Κρητικό Ζήτημα την οριστική λύση του. Με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματά του στην Κρήτη, την οποία παραχωρούσε στις Μ. Δυνάμεις της Ευρώπης. Με ιδιαίτερη συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας (14 Νοεμβρίου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμά του στην Κρήτη, η οποία έτσι εντάχθηκε στην ελληνική επικράτεια ως οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της. Οι Μ. Δυνάμεις αποδέχθηκαν σιωπηρά τη λύση αυτή, δηλώνοντας απλώς ότι έλαβαν γνώση των ενεργειών της ελληνικής κυβέρνησης.
Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1913, κηρύχθηκε και επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, με την παρουσία τού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Την αμέσως επόμενη ημέρα, η Εφημερίδα Σκριπ, παρουσίαζε σε άρθρο της λεπτομέρειες από την επίσημη τελετή. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, τον οποίο η εφημερίδα χαρακτήριζε «Νικητή» και «Στρατηλάτη», δήλωσε πως τόσο η ελευθερία της Κρήτης όσο και η ένωσή της με την Ελλάδα αποτέλεσε έργο των ίδιων των Κρητικών, το οποίο οφειλόταν στην εθνική τους πίστη, στην επιμονή, στη γενναιότητα και στον ηρωισμό τους. Έπρεπε, ως εκ τούτου, να είναι περήφανοι. Οι πανηγυρισμοί, άλλωστε, των αγωνιστών της Κρήτης ήταν απολύτως δικαιολογημένοι, εφόσον με τη δράση και τις νίκες τους επιτεύχθηκαν όνειρα και πόθοι αιώνων για τους Κρητικούς. Η κίνηση, επομένως, του βασιλιά Κωνσταντίνου να παραδώσει την Ελληνική σημαία στον ηλικιωμένο αγωνιστή Μάντακα, για να την υψώσει στο φρούριο της Κρήτης, αποτελούσε συμβολισμό της νίκης και της δόξας, αλλά και επισφράγιση της άρρηκτης ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Η ελληνική σημαία, λοιπόν, υψώθηκε στο ιστορικό φρούριο του Φιρκά και, στη θέση, όπου άλλοτε κυμάτιζε η τουρκική σημαία, στήθηκε μαρμάρινη επιγραφή, που έγραφε:
 
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΡΗΤΗ
1669-1913
ΗΤΟΙ, 267 ΕΤΗ, 7 ΜΗΝΕΣ, 7 ΗΜΕΡΑΙ
ΕΤΗ ΑΓΩΝΙΑΣ