Γιατί είναι μαύρα
τα βουνά Το
δημοτικό αυτό τραγούδι ανήκει στα τραγούδια του Κάτω Κόσμου, γνωστά και ως
τραγούδια του Χάροντα. Γιατί είναι μαύρα
τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα; Μην άνεμος τα
πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει; Κι ούδ’ άνεμος τα
πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει, μόνε διαβαίνει ο
Χάροντας με τους αποθαμένους. Σέρνει τους νιους
από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,5 τα τρυφερά
παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα. Παρακαλούν οι
γέροντες, κι οι νέοι γονατίζουν, και τα μικρά
παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα: «Χάρε μου, διάβ’
από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση, να πιουν οι
γέροντες νερό, κι οι νιοι να λιθαρίσουν,10 και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν. - Ανεί διαβώ ναπό
χωριό, αν από κρύα βρύση, έρχονται οι μάνες
για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους, γνωρίζονται τ’
αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν. *να λιθαρίσουν:
να ρίξουν το λιθάρι (ν’ αγωνιστούν ποιος θα ρίξει την πέτρα πιο μακριά. Το
αγώνισμα συνήθως γινόταν στο λιθόρεμα). *ανεί: αν. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 1. Το τραγούδι
αρχίζει μ’ ένα κοινό μοτίβο (πώς ονομάζεται;). Τι εκφράζει εδώ αυτό το
μοτίβο; Το
τραγούδι αρχίζει με το μοτίβο των άστοχων ερωτημάτων, ένα συνηθισμένο
εκφραστικό σχήμα της δημοτικής ποίησης. Αρχικά διατυπώνεται η απορία γιατί τα
βουνά είναι «μαύρα» και «βουρκωμένα» και στη συνέχεια προτείνονται, με
ερωτηματική μορφή, δύο πιθανές εξηγήσεις: μήπως τα πολεμά ο άνεμος ή τα δέρνει
η βροχή. Οι εξηγήσεις αυτές απορρίπτονται ρητά στον τρίτο στίχο («Κι ούδ’
άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει»), για να αποκαλυφθεί στον τέταρτο η
πραγματική αιτία: «μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους». Τα ερωτήματα
ονομάζονται άστοχα επειδή οι αιτίες που υποθέτουν δεν εξηγούν τελικά την εικόνα
των βουνών. Εδώ το
μοτίβο εκφράζει το πένθος της φύσης για τον θάνατο των ανθρώπων. Τα
βουνά προσωποποιούνται: παρουσιάζονται μαυροφορεμένα και βουρκωμένα, σαν
άνθρωποι που θρηνούν. Η σκοτεινή τους όψη δεν οφείλεται σε καιρικά φαινόμενα,
αλλά στο πέρασμα του Χάροντα και της συνοδείας των νεκρών. Έτσι, η φύση
συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο και η θλίψη για τον θάνατο αποκτά καθολική
διάσταση, καθώς στη συνοδεία περιλαμβάνονται νέοι, γέροντες και παιδιά.
Παράλληλα, η διαδοχή της απορίας, των λανθασμένων εξηγήσεων και της τελικής
αποκάλυψης δημιουργεί αναμονή, τονίζει την πραγματική αιτία του πένθους και
εισάγει με δραματικό τρόπο το κύριο θέμα του τραγουδιού: την οδυνηρή
απομάκρυνση των ανθρώπων από τη ζωή και τους αγαπημένους τους. 2. Να μελετήσετε
τους στίχους που μιλούν για το Χάροντα και τη συνοδεία του· από ποια εμπειρία
προέρχεται η εικόνα; Η εικόνα
του Χάροντα και της συνοδείας του προέρχεται από την εμπειρία του πολέμου
και της αιχμαλωσίας: θυμίζει έναν έφιππο πολεμιστή ή δεσμοφύλακα που οδηγεί
μαζί του ανθρώπους αιχμαλωτισμένους σε μια επιδρομή. Αυτό φαίνεται κυρίως στους
στίχους 5–6: «Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι, / τα τρυφερά
παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα». Η αναφορά στη «σέλα» υποδηλώνει ότι ο
Χάροντας είναι έφιππος, ενώ το ρήμα «σέρνει» δηλώνει την αναγκαστική μετακίνηση
των νεκρών και την απόλυτη εξουσία του πάνω τους. Οι νέοι και οι γέροντες
οδηγούνται πεζοί, μπροστά και πίσω του αντίστοιχα, ενώ τα μικρά παιδιά
μεταφέρονται πάνω στο άλογό του. Έτσι σχηματίζεται μια θλιβερή πομπή, στην
οποία ο Χάροντας κυριαρχεί και οι νεκροί ακολουθούν χωρίς δυνατότητα να ορίσουν
την πορεία τους. Η
εντύπωση της αιχμαλωσίας ενισχύεται στους στίχους 7–8: οι γέροντες παρακαλούν,
οι νέοι γονατίζουν και τα παιδιά έχουν τα χέρια σταυρωμένα σε στάση ικεσίας.
Όλοι απευθύνονται στον Χάροντα σαν αιχμάλωτοι που ζητούν από τον φρουρό τους
μια στάση και λίγη ανακούφιση. Και η απάντησή του στους τελευταίους στίχους
φανερώνει ότι ελέγχει τη διαδρομή και δεν επιτρέπει την επανένωσή τους με τους
αγαπημένους τους. Η συνοδεία του περιλαμβάνει ανθρώπους από όλες τις ηλικιακές
ομάδες· επομένως, η εικόνα υπογραμμίζει ότι κανείς δεν εξαιρείται από τον
θάνατο, ούτε ακόμη και τα «τρυφερά παιδόπουλα», των οποίων η παρουσία κάνει
τη σκηνή ιδιαίτερα συγκινητική. Ο λαϊκός
ποιητής, λοιπόν, αποδίδει το άγνωστο και φοβερό πέρασμα στον Κάτω Κόσμο με μια
οικεία εικόνα από την ανθρώπινη πραγματικότητα: τη βίαιη απομάκρυνση των
αιχμαλώτων από τον τόπο και τους δικούς τους. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως
αιχμαλωσία και οριστικός αποχωρισμός από τη ζωή, ενώ ο Χάροντας ως
αμείλικτος εξουσιαστής. Δεν πρόκειται για περιγραφή ενός συγκεκριμένου
ιστορικού περιστατικού, αλλά για ποιητική αξιοποίηση αυτής της εμπειρίας, ώστε
να γίνουν παραστατικές η αδυναμία των ανθρώπων απέναντι στον θάνατο και η οδύνη
του χωρισμού. 3. Τι νόημα έχει
η παράκληση για τους νεκρούς; Η
παράκληση των νεκρών προς τον Χάροντα εκφράζει τη λαχτάρα τους για τη ζωή
και την επιθυμία να ξαναβρεθούν, έστω για λίγο, στον κόσμο των ζωντανών.
Στους στίχους 9–11 του ζητούν να περάσει από ένα χωριό και να σταματήσει σε μια
κρύα βρύση, ώστε οι γέροντες να πιουν νερό, οι νέοι να αγωνιστούν στο λιθάρι
και τα παιδιά να μαζέψουν λουλούδια. Φαινομενικά ζητούν μια στάση για ξεκούραση
και αναψυχή· ουσιαστικά, όμως, ποθούν να γευτούν ξανά τις απλές χαρές της
καθημερινής ζωής, από την οποία έχουν αποκοπεί. Κάθε
επιθυμία αντιστοιχεί σε μια διαφορετική όψη της ζωής: το δροσερό νερό προσφέρει
στους γέροντες ανακούφιση, το αγώνισμα του λιθαριού συνδέεται με τη δύναμη και
τη ζωντάνια των νέων, ενώ το μάζεμα των λουλουδιών με το παιχνίδι των παιδιών
και την επαφή τους με τη φύση. Οι νεκροί παρουσιάζονται έτσι να διατηρούν τις
ανάγκες, τις συνήθειες και τις επιθυμίες που είχαν όσο ζούσαν. Δεν ζητούν κάτι
μεγάλο ή εξαιρετικό, αλλά όσα άλλοτε θεωρούσαν αυτονόητα και τώρα στερούνται.
Αυτή η απλότητα κάνει την παράκλησή τους ιδιαίτερα συγκινητική και αναδεικνύει
την αξία της ζωής μέσα από τις μικρές καθημερινές απολαύσεις της. Η
απάντηση του Χάροντα στους στίχους 12–14 αποκαλύπτει και μια βαθύτερη διάσταση
του αιτήματος: την επιθυμία για επανένωση με τους αγαπημένους τους. Το
χωριό και η βρύση είναι χώροι της καθημερινής ζωής και της συνάντησης των
ανθρώπων. Εκεί οι μητέρες θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τα παιδιά τους και οι
σύζυγοι να ξανασυναντηθούν. Ο Χάροντας δεν δέχεται το αίτημα, επειδή μια τέτοια
αναγνώριση θα οδηγούσε σε επανένωση και οι αγαπημένοι δεν θα αποχωρίζονταν πια
ο ένας τον άλλον («γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν»). Η άρνησή
του υπογραμμίζει, επομένως, τον οριστικό χαρακτήρα του θανάτου και τη
σκληρότητα του αποχωρισμού. Συνολικά, η παράκληση δεν αφορά απλώς μια ανάπαυλα
στη διαδρομή: εκφράζει τον πόθο των νεκρών να ξαναζήσουν και να ξανασμίξουν με
τους δικούς τους, καθώς οι χαρές της ζωής και οι δεσμοί της αγάπης εξακολουθούν
να τους συγκινούν. 4. Να
εντοπίσετε τρία διαφορετικά σχήματα λόγου και να εξηγήσετε πώς υπηρετούν το
νόημα του κειμένου. α)
Προσωποποίηση. Στον πρώτο στίχο («Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και
στέκουν βουρκωμένα;») τα βουνά αποκτούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά:
παρουσιάζονται σαν να πενθούν και να δακρύζουν. Η εικόνα τους παραπέμπει σε
ανθρώπους μαυροφορεμένους και βουρκωμένους, ενώ ο τέταρτος στίχος αποκαλύπτει
την αιτία της θλίψης τους: το πέρασμα του Χάροντα με τους νεκρούς. Η
προσωποποίηση κάνει τη φύση συμμέτοχη στον ανθρώπινο πόνο και προσδίδει στο
πένθος καθολική διάσταση· ο θάνατος δεν συγκλονίζει μόνο τους ανθρώπους, αλλά
και τον κόσμο που τους περιβάλλει. Επιπλέον, δημιουργεί από την αρχή τη θλιβερή
ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εκτυλίσσεται η σκηνή. β)
Επανάληψη. Οι φράσεις «άνεμος τα πολεμά» και «βροχή τα δέρνει»
επαναλαμβάνονται στον δεύτερο και στον τρίτο στίχο. Στον δεύτερο διατυπώνονται
ως πιθανές αιτίες της σκοτεινής όψης των βουνών, ενώ στον τρίτο επανέρχονται με
άρνηση («Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει»). Η επανάληψη
συνδέει στενά την ερώτηση με την απάντηση, τονίζει την απόρριψη των φυσικών
εξηγήσεων και προετοιμάζει την αποκάλυψη της πραγματικής αιτίας στον τέταρτο
στίχο. Έτσι υπηρετεί το μοτίβο των άστοχων ερωτημάτων, ενισχύει τον ρυθμό και
στρέφει την προσοχή στο πέρασμα του Χάροντα ως αιτία του πένθους. γ) Σχήμα
των τριών (τριμερής διάταξη). Στους στίχους 5–6 η συνοδεία του
Χάροντα παρουσιάζεται σε τρεις ομάδες: νέοι, γέροντες και παιδιά. Η ίδια
τριμερής οργάνωση επανέρχεται στους στίχους 7–8, με τις στάσεις ικεσίας των
γερόντων, των νέων και των παιδιών, και στους στίχους 10–11, με τις αντίστοιχες
επιθυμίες τους: να πιουν νερό, να αγωνιστούν στο λιθάρι και να μαζέψουν
λουλούδια. Η διάταξη αυτή δίνει συνοχή και ρυθμό στην περιγραφή, ενώ
παρουσιάζει αντιπροσωπευτικά ολόκληρο το ηλικιακό φάσμα και υπογραμμίζει ότι ο
θάνατος δεν εξαιρεί καμία ηλικία. Παράλληλα, επιτρέπει να προβληθεί χωριστά η
επιθυμία κάθε ομάδας για τη ζωή. Η παρουσία των παιδιών στο τέλος κάθε τριάδας
εντείνει τη συγκίνηση, καθώς η τρυφερότητα και οι απλές χαρές τους
αντιπαραβάλλονται με τη σκληρότητα του θανάτου. Συνολικά, τα τρία σχήματα
αναδεικνύουν το καθολικό πένθος, την αδυσώπητη δύναμη του Χάροντα και τη
λαχτάρα των ανθρώπων για τη ζωή.
Αρχαία Γ΄ Λυκείου:
Ξενοφών Ἀπομνημονεύματα
1.2.19-21⋅23 [Κείμενο αυτενέργειας] Στο απόσπασμα ο
Ξενοφών προσπαθεί να αντικρούσει τους κατηγόρους του Σωκράτη που τον θεωρούσαν
υπεύθυνο για τη φαύλη πολιτική συμπεριφορά των μαθητών του, Κριτία και
Αλκιβιάδη· επικαλείται τη σημασία της επιμέλειας και της συνέπειας στην άσκηση
και τη διατήρηση της αρετής. Ἴσως οὖν εἴποιεν ἄν πολλοί τῶν φασκόντων φιλοσοφεῖν ὅτι οὐκ ἄν ποτε ὁ δίκαιος ἄδικος γένοιτο, οὐδέ ὁ σώφρων ὑβριστής, οὐδέ ἄλλο οὐδέν ὧν μάθησίς ἐστιν ὁ μαθών ἀνεπιστήμων ἄν ποτε γένοιτο. ἐγώ δέ περί τούτων
οὐχ οὕτω γιγνώσκω· ὁρῶ γάρ ὥσπερ τά τοῦ σώματος ἔργα τούς μή τά σώματα ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους ποιεῖν, οὕτω καί τά τῆς ψυχῆς ἔργα τούς μή την ψυχήν ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους· οὔτε γάρ ἅ δεῖ πράττειν οὔτε ὧν δεῖἀπέχεσθαι δύνανται. Δι’ ὅ καί τούς υἱεῖς οἱ πατέρες, κἄν ὦσι σώφρονες, ὅμως ἀπό τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων εἴργουσιν, ὡς τήν μέν τῶν χρηστῶν ὁμιλίαν ἄσκησιν οὖσαν τῆς ἀρετῆς, τήν δέ τῶν πονηρῶν κατάλυσιν. Μαρτυρεῖ δέ καί τῶν ποιητῶν ὅ τε λέγων· Ἐσθλῶν μέν γάρ ἄπ’ ἐσθλά διδάξεαι· ἤν δέ κακοῖσι συμμίσγῃς, ἀπολεῖς καί τόν ἐόντα νόον, και ὁ λέγων· Αὐτάρ ἀνήρ ἀγαθός τοτέ μέν κακός, ἄλλοτε δ’ ἐσθλός. Κἀγώ δέ μαρτυρῶ τούτοις· ὁρῶ γάρ ὥσπερ τῶν ἐν μέτρῳ πεποιημένων ἐπῶν τούς μή μελετῶντας ἐπιλανθανομένους, οὕτω καί τῶν διδασκαλικῶν λόγων τοῖς ἀμελοῦσι λήθην ἐγγιγνομένην. Ὅταν δέ τῶν νουθετικῶν λόγων ἐπιλάθηταί τις, ἐπιλέλησται καί ὧν ἡ ψυχή πάσχουσα τῆς σωφροσύνης ἐπεθύμει· τούτων δ’ ἐπιλαθόμενον οὐδέν θαυμαστόν καί τῆς σωφροσύνης ἐπιλαθέσθαι. […] Πῶς οὖν οὐκ ἐνδέχεται σωφρονήσαντα πρόσθεν αὖθις μή σωφρονεῖν καί, δίκαια δυνηθέντα πράττειν αὖθις ἀδυνατεῖν; Πάντα μέν οὖν ἔμοιγε δοκεῖ τά καλά καί τἀγαθά ἀσκητά εἶναι, οὐχ ἥκιστα δέ σωφροσύνη. Ἐν γάρ τῷ αὐτῷ σώματι συμπεφυτευμέναι τῇ ψυχῇ αἱἡδοναί πείθουσιν αὐτήν μή σωφρονεῖν, ἀλλά τήν ταχίστην ἑαυταῖς τε καί τῷ σώματι χαρίζεσθαι. Οι πρώτοι στίχοι
είναι του Θέογνι (περ. 530 π.Χ.), που ο Σωκράτης χρησιμοποιεί και αλλού
(Πλάτων, Μένων 95d και Ξενοφών, Συμπόσιον, 2.4), και ο άλλος στίχος είναι
άγνωστου ποιητή. Μετάφραση Ίσως λοιπόν πολλοί
από όσους ισχυρίζονται ότι ασχολούνται με τη φιλοσοφία να έλεγαν ότι ο δίκαιος
δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει άδικος ούτε ο συνετός αλαζόνας και ότι όποιος
έμαθε κάτι από όσα μπορούν να διδαχθούν δεν θα μπορούσε ποτέ να χάσει τη γνώση
του γι’ αυτό. Εγώ όμως δεν έχω την ίδια γνώμη γι’ αυτά. Γιατί βλέπω ότι, όπως
όσοι δεν ασκούν το σώμα τους δεν μπορούν να εκτελούν τις σωματικές
δραστηριότητες, έτσι και όσοι δεν ασκούν την ψυχή τους δεν μπορούν να εκτελούν
τις δραστηριότητες της ψυχής· γιατί δεν μπορούν ούτε να κάνουν όσα πρέπει ούτε
να απέχουν από όσα πρέπει να αποφεύγουν.Γι’ αυτό και οι πατέρες κρατούν τους γιους τους μακριά
από τους κακούς ανθρώπους, ακόμη κι αν οι γιοι τους είναι συνετοί, επειδή
θεωρούν ότι η συναναστροφή με τους ενάρετους αποτελεί άσκηση της αρετής, ενώ η
συναναστροφή με τους κακούς την καταστρέφει. Αυτό το επιβεβαιώνει και εκείνος
από τους ποιητές που λέει: «Από τους καλούς
θα μάθεις καλά πράγματα· αν όμως με κακούς συναναστρέφεσαι, θα χάσεις και τη
σύνεση που ήδη έχεις», καθώς και εκείνος
που λέει: «Ο καλός άνθρωπος
άλλοτε είναι κακός και άλλοτε καλός». Κι εγώ επιβεβαιώνω
αυτά που λένε. Γιατί βλέπω ότι, όπως όσοι δεν μελετούν τους στίχους που έχουν
συντεθεί με μέτρο τούς ξεχνούν, έτσι και όσοι παραμελούν τις διδαχές τις
λησμονούν. Και όταν κάποιος ξεχάσει τις συμβουλές που τον νουθετούσαν, έχει
ξεχάσει και όσα, όταν τα βίωνε η ψυχή του, την έκαναν να επιθυμεί τη σωφροσύνη·
κι αφού τα ξεχάσει αυτά, δεν είναι καθόλου παράξενο να ξεχάσει και τη
σωφροσύνη. […] Πώς λοιπόν δεν
είναι δυνατόν κάποιος που προηγουμένως ήταν συνετός να πάψει αργότερα να είναι
συνετός και κάποιος που μπορούσε να πράττει δίκαια να μην μπορεί πια; Επομένως,
κατά τη γνώμη μου, όλα τα καλά και αγαθά χρειάζονται άσκηση, και ιδιαίτερα η
σωφροσύνη. Γιατί οι ηδονές, που είναι συνυφασμένες με την ψυχή μέσα στο ίδιο
σώμα, την πείθουν να μη δείχνει σωφροσύνη, αλλά να ικανοποιεί όσο το δυνατόν
γρηγορότερα τις ίδιες και το σώμα. Ενδεικτικές Δραστηριότητες 1. Με ποια άποψη διαφωνεί ο Ξενοφών και ποιο είναι
το αντεπιχείρημά του; Ο Ξενοφών διαφωνεί με την
άποψη πολλών από όσους ισχυρίζονται ότι φιλοσοφούν, σύμφωνα με την οποία η
αρετή και η γνώση, όταν αποκτηθούν, δεν χάνονται ποτέ: ο δίκαιος δεν μπορεί να
γίνει άδικος, ο σώφρων δεν μπορεί να γίνει αλαζόνας και όποιος έχει μάθει κάτι
δεν μπορεί να το ξεχάσει. Ως αντεπιχείρημα προβάλλει την ανάγκη διαρκούς
άσκησης για τη διατήρηση της αρετής. Με αναλογία ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή
υποστηρίζει ότι, όπως όσοι δεν γυμνάζουν το σώμα τους χάνουν την ικανότητα να
εκτελούν σωματικές δραστηριότητες, έτσι και όσοι δεν ασκούν την ψυχή τους
αδυνατούν να πράττουν όσα πρέπει και να απέχουν από όσα πρέπει να αποφεύγουν («ὥσπερ τά
τοῦ σώματος ἔργα […] οὕτω καί τά
τῆς ψυχῆς ἔργα»).
Ενισχύει τη θέση του επισημαίνοντας ότι η παραμέληση των διδαχών οδηγεί στη
λήθη τους και, κατ’ επέκταση, στην απώλεια της σωφροσύνης. Επομένως, η αρετή
δεν αποτελεί μόνιμο και αναφαίρετο κτήμα, αλλά απαιτεί συνεχή καλλιέργεια και
άσκηση («τά καλά καί τἀγαθά ἀσκητά εἶναι»). 2. Να εντοπίσετε με πόσους τρόπους πειθούς προσπαθεί
ο συγγραφέας να στηρίξει τη θέση του. Ο συγγραφέας στηρίζει τη
θέση του με δύο βασικούς τρόπους πειθούς: την επίκληση στη λογική και την
επίκληση στην αυθεντία. α)
Επίκληση στη λογική: Χρησιμοποιεί επιχειρήματα, αναλογίες και
παραδείγματα από την εμπειρία. Αρχικά παραλληλίζει την άσκηση του σώματος με
την άσκηση της ψυχής: όπως η έλλειψη σωματικής άσκησης περιορίζει τις σωματικές
ικανότητες, έτσι και η έλλειψη ψυχικής άσκησης εμποδίζει τον άνθρωπο να πράττει
το σωστό και να αποφεύγει το κακό («ὥσπερ τά
τοῦ σώματος ἔργα […] οὕτω καί τά
τῆς ψυχῆς ἔργα»).
Έπειτα αναφέρει τη στάση των πατέρων, οι οποίοι απομακρύνουν τους γιους τους
από κακές συναναστροφές, επειδή αυτές καταστρέφουν την αρετή, ενώ οι καλές την
καλλιεργούν. Προσθέτει την αναλογία ανάμεσα στη λήθη των ποιητικών στίχων που
δεν μελετώνται και στη λήθη των διδαχών που παραμελούνται· έτσι εξηγεί ότι η
παραμέληση των συμβουλών μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια της σωφροσύνης. Τέλος,
με το ρητορικό ερώτημα «Πῶς οὖν οὐκ ἐνδέχεται
[…]» αναδεικνύει το συμπέρασμα ότι η αρετή μπορεί να χαθεί και ενισχύει την
ανάγκη συνεχούς άσκησης, επισημαίνοντας την επίδραση των ηδονών στην ψυχή. β)
Επίκληση στην αυθεντία: Παραθέτει ποιητικούς στίχους («Μαρτυρεῖ δέ καί τῶν ποιητῶν»),
αξιοποιώντας το κύρος των ποιητών ως ενίσχυση της θέσης του. Οι στίχοι του
Θέογνι τονίζουν ότι οι καλές συναναστροφές διδάσκουν το καλό, ενώ οι κακές
καταστρέφουν ακόμη και την υπάρχουσα σύνεση. Ο στίχος του άγνωστου ποιητή
επιβεβαιώνει ότι ο ίδιος άνθρωπος μπορεί άλλοτε να είναι καλός και άλλοτε
κακός. Επομένως, και οι δύο ποιητικές αναφορές στηρίζουν την άποψη ότι η αρετή
δεν είναι αμετάβλητο κτήμα. 3. Να εντοπίσετε την εναλλαγή των εγκλίσεων. Σε ποια
περίπτωση ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη δυνητική ευκτική και σε ποια την
οριστική; Επίσης να προσέξετε ότι στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου
κυριαρχούν οι τύποι του ενεστώτα. Τι πετυχαίνει με αυτές τις γλωσσικές
επιλογές ο συγγραφέας; α)
Δυνητική ευκτική: Στην αρχή του αποσπάσματος ο συγγραφέας
χρησιμοποιεί τη δυνητική ευκτική «εἴποιεν ἄν», με το
«ἴσως», για
να παρουσιάσει ως πιθανή την αντίρρηση όσων ισχυρίζονται ότι φιλοσοφούν. Στην
άποψη που τους αποδίδει εμφανίζονται επίσης οι δυνητικές ευκτικές «οὐκ ἄν ποτε
[…] γένοιτο» και «ἀνεπιστήμων ἄν ποτε
γένοιτο»: εκφράζουν, με άρνηση, ότι κατά τη γνώμη τους δεν θα μπορούσε ποτέ ο
δίκαιος να γίνει άδικος, ο σώφρων υβριστής ή ο γνώστης να χάσει τη γνώση του.
Έτσι ο Ξενοφών εισάγει μια ενδεχόμενη αντίθετη θέση, χωρίς να την υιοθετεί. β)
Οριστική: Όταν διατυπώνει τη δική του θέση και την τεκμηριώνει,
χρησιμοποιεί κυρίως οριστική: «οὐχ οὕτω
γιγνώσκω», «ὁρῶ»,
«δύνανται», «εἴργουσιν», «μαρτυρεῖ»,
«μαρτυρῶ», «δοκεῖ»,
«πείθουσιν». Παρουσιάζει έτσι τις παρατηρήσεις και τις διαπιστώσεις του ως
πραγματικές και βέβαιες. Η μετάβαση από τη δυνητική ευκτική στην οριστική
τονίζει την αντίθεση ανάμεσα στην πιθανή ένσταση των άλλων και στη δική του,
εμπειρικά θεμελιωμένη θέση. γ)
Κυριαρχία του ενεστώτα: Οι τύποι του ενεστώτα εκφράζουν κυρίως
καταστάσεις και συμπεριφορές με διάρκεια ή επανάληψη και προσδίδουν στις
διαπιστώσεις γενική, διαχρονική ισχύ. Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται μόνο σε ένα
μεμονωμένο περιστατικό, αλλά στη σταθερή ανάγκη άσκησης της ψυχής, στην
επίδραση των συναναστροφών και στη διαρκή πίεση των ηδονών. Παράλληλα, ο
ενεστώτας δίνει αμεσότητα και ζωντάνια στον λόγο και ενισχύει το βασικό
συμπέρασμα ότι η διατήρηση της αρετής απαιτεί συνεχή προσπάθεια. 4. Για την επανάληψή σας σχετικά με τις μετοχές και
τα απαρέμφατα: α) να καταγράψετε τα είδη των μετοχών καιβ)
να εντοπίσετε τα απαρέμφατα και τον συντακτικό τους ρόλο. α) Είδη των μετοχών Επιθετικές μετοχές: «τῶν φασκόντων»
(ουσιαστικοποιημένη, γενική διαιρετική στο «πολλοί»), «ὁ μαθών» (υποκείμενο του
«γένοιτο»), «τούς μή […] ἀσκοῦντας» και «τούς μή τήν ψυχήν ἀσκοῦντας» (υποκείμενα των
κατηγορηματικών μετοχών «οὐ δυναμένους» και αντικείμενα του «ὁρῶ»), «ὅ […] λέγων» και «ὁ λέγων» (υποκείμενα του
«μαρτυρεῖ»), «τῶν […] πεποιημένων»
(προσδιορίζει το «ἐπῶν»), «τούς μή μελετῶντας» (αντικείμενο του «ὁρῶ» και υποκείμενο του «ἐπιλανθανομένους»), «τοῖς ἀμελοῦσι» (δοτική προσωπική στο «ἐγγιγνομένην»), «τόν ἐόντα» (προσδιορίζει το «νόον»). Κατηγορηματικές μετοχές: «οὐ δυναμένους» (δύο φορές), «ἐπιλανθανομένους» και «ἐγγιγνομένην». Εξαρτώνται από το αισθητικό ρήμα «ὁρῶ» και αναφέρονται αντίστοιχα
στα αντικείμενά του «τούς […] ἀσκοῦντας», «τούς μή μελετῶντας» και «λήθην». Επιρρηματικές μετοχές: «ὡς […] οὖσαν»: αιτιολογική, με
υποκειμενική αιτιολογία, στο «ὁμιλίαν»· το «οὖσαν» εννοείται και για τη συναναστροφή με τους πονηρούς.
«πάσχουσα»: χρονική, στο «ἡ ψυχή» («όταν βίωνε»). «ἐπιλαθόμενον»: αιτιολογική, στο εννοούμενο υποκείμενο του
«ἐπιλαθέσθαι» («επειδή τα έχει
ξεχάσει»). «σωφρονήσαντα» και «δυνηθέντα»: εναντιωματικές, στο εννοούμενο
υποκείμενο των «μή σωφρονεῖν» και «ἀδυνατεῖν» («αν και προηγουμένως είχε δείξει σωφροσύνη / είχε
μπορέσει»), με χρονική απόχρωση του προτερόχρονου. «συμπεφυτευμέναι»:
αιτιολογική, στο «αἱἡδοναί» («επειδή είναι συνυφασμένες με την ψυχή μέσα στο
ίδιο σώμα»). Οι επιρρηματικές μετοχές είναι συνημμένες, όχι απόλυτες. β) Απαρέμφατα και συντακτικός ρόλος 1. «φιλοσοφεῖν»: ειδικό απαρέμφατο,
αντικείμενο της μετοχής «φασκόντων»· ταυτοπροσωπία. 2. «ποιεῖν»: τελικό απαρέμφατο,
συμπλήρωμα (αντικείμενο) του «οὐ δυναμένους»· ταυτοπροσωπία. 3. «πράττειν» (στο «ἅ δεῖ πράττειν»): τελικό απαρέμφατο, υποκείμενο του απρόσωπου
«δεῖ»· ετεροπροσωπία, με
εννοούμενο υποκείμενο τους ανθρώπους που δεν ασκούν την ψυχή τους. 4. «ἀπέχεσθαι»: τελικό
απαρέμφατο, υποκείμενο του δεύτερου «δεῖ»· ετεροπροσωπία, με το ίδιο εννοούμενο υποκείμενο. Τα
«πράττειν» και «ἀπέχεσθαι», μαζί με τις αναφορικές προτάσεις στις οποίες
ανήκουν, συμπληρώνουν νοηματικά και το «δύνανται». 5. «ἐπιλαθέσθαι»: τελικό
απαρέμφατο, υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης «οὐδέν θαυμαστόν [ἐστι]»· ετεροπροσωπία, με εννοούμενο υποκείμενο τον
άνθρωπο που ξέχασε τις νουθεσίες. 6. «μή σωφρονεῖν» (μετά το
«πρόσθεν αὖθις»):
τελικό απαρέμφατο, υποκείμενο του απρόσωπου «ἐνδέχεται»· ετεροπροσωπία. Στο εννοούμενο υποκείμενό του
αναφέρεται η μετοχή «σωφρονήσαντα». 7. «πράττειν» (στο «δίκαια δυνηθέντα πράττειν»):
τελικό απαρέμφατο, συμπλήρωμα (αντικείμενο) της μετοχής «δυνηθέντα»·
ταυτοπροσωπία. 8. «ἀδυνατεῖν»: τελικό απαρέμφατο,
υποκείμενο του «ἐνδέχεται», συνδεδεμένο με το «μή σωφρονεῖν»· ετεροπροσωπία. Στο
εννοούμενο υποκείμενό του αναφέρεται η μετοχή «δυνηθέντα». 9. «εἶναι»: ειδικό απαρέμφατο,
υποκείμενο του απρόσωπου «δοκεῖ»· ετεροπροσωπία. Υποκείμενό του είναι «τά καλά καί τἀγαθά» και κατηγορούμενο το «ἀσκητά». 10. «μή σωφρονεῖν» (μετά το
«πείθουσιν αὐτήν»):
τελικό απαρέμφατο, συμπλήρωμα (αντικείμενο) του «πείθουσιν»· ετεροπροσωπία, με
υποκείμενο το «αὐτήν», δηλαδή την ψυχή. 11. «χαρίζεσθαι»: τελικό απαρέμφατο, επίσης
συμπλήρωμα (αντικείμενο) του «πείθουσιν», σε αντιθετική σύνδεση με το
προηγούμενο απαρέμφατο· ετεροπροσωπία, με υποκείμενο το «αὐτήν». Συνολικά εντοπίζονται έντεκα ρητά απαρέμφατα: δύο ειδικά
και εννέα τελικά. 5. Να μεταφράσετε το απόσπασμα: Πῶς οὖν οὐκ ἐνδέχεται […] καὶ τῷ σώματι χαρίζεσθαι. Πώς λοιπόν δεν είναι
δυνατόν κάποιος που προηγουμένως ήταν συνετός να πάψει αργότερα να είναι
συνετός και κάποιος που μπορούσε να πράττει δίκαια να μην μπορεί πια; Επομένως,
κατά τη γνώμη μου, όλα τα καλά και αγαθά χρειάζονται άσκηση, και ιδιαίτερα η
σωφροσύνη. Γιατί οι ηδονές, που είναι συνυφασμένες με την ψυχή μέσα στο ίδιο
σώμα, την πείθουν να μη δείχνει σωφροσύνη, αλλά να ικανοποιεί όσο το δυνατόν
γρηγορότερα τις ίδιες και το σώμα. Αναλυτική σύνταξη «Ἴσως οὖν εἴποιεν ἄν πολλοί
τῶν
φασκόντων φιλοσοφεῖν» εἴποιεν ἄν: ρήμα της
κύριας πρότασης· δυνητική ευκτική αορίστου, γ΄ πληθυντικό, του «λέγω». Εκφράζει
κάτι που θα μπορούσε να συμβεί («θα μπορούσαν να πουν»). πολλοί:
υποκείμενο του «εἴποιεν», ουσιαστικοποιημένο
επίθετο σε ονομαστική πληθυντικού. τῶν
φασκόντων: έναρθρη επιθετική μετοχή ενεστώτα, ουσιαστικοποιημένη· γενική
διαιρετική στο «πολλοί» («πολλοί από όσους ισχυρίζονται»). φιλοσοφεῖν: ειδικό
απαρέμφατο ενεστώτα, αντικείμενο της μετοχής «φασκόντων». Έχουμε ταυτοπροσωπία:
αυτοί που ισχυρίζονται είναι και αυτοί που φιλοσοφούν· υποκείμενο του
απαρεμφάτου είναι το υποκείμενο της μετοχής. Ἴσως:
επιρρηματικός προσδιορισμός πιθανότητας στο «εἴποιεν ἄν». οὖν:
συμπερασματικός παρατακτικός σύνδεσμος, που συνδέει την περίοδο με τα
προηγούμενα. Οι ειδικές προτάσεις που
ακολουθούν αποτελούν το αντικείμενο του «εἴποιεν»
και αποδίδουν το περιεχόμενο της πιθανής δήλωσης. «ὅτι οὐκ ἄν ποτε ὁ δίκαιος ἄδικος
γένοιτο» Δευτερεύουσα
ονοματική ειδική πρόταση, αντικείμενο του «εἴποιεν».
Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο «ὅτι» και
εκφέρεται με δυνητική ευκτική, η οποία διατηρεί τη δυνητική σημασία της· δεν
είναι απλώς ευκτική του πλαγίου λόγου. γένοιτο ἄν:
συνδετικό ρήμα, δυνητική ευκτική αορίστου β΄, γ΄ ενικό, του «γίγνομαι». ὁ δίκαιος:
υποκείμενο του «γένοιτο», ουσιαστικοποιημένο επίθετο. ἄδικος:
κατηγορούμενο στο «ὁ δίκαιος», μέσω του συνδετικού
«γένοιτο». οὐκ: άρνηση
της δυνητικής ευκτικής. ποτε: επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου στο
«γένοιτο»· μαζί με την άρνηση αποδίδει το «ποτέ». «οὐδέ ὁ σώφρων ὑβριστής» Ελλειπτική
ειδική πρόταση, παρατακτικά συνδεδεμένη με την πρώτη μέσω του
αποφατικού συμπλεκτικού συνδέσμου «οὐδέ».
Εννοείται «ἄν ποτε γένοιτο» και ο
κοινός ειδικός σύνδεσμος «ὅτι». ὁ σώφρων:
υποκείμενο του εννοούμενου «γένοιτο», ουσιαστικοποιημένο επίθετο. ὑβριστής:
κατηγορούμενο στο «ὁ σώφρων», μέσω του εννοούμενου
συνδετικού ρήματος. οὐδέ: συνδέει
αρνητικά τις δύο ειδικές προτάσεις («ούτε»). «οὐδέ ἄλλο οὐδέν ὧν μάθησίς
ἐστιν ὁ μαθών ἀνεπιστήμων
ἄν ποτε
γένοιτο» Ειδική
πρόταση, επίσης αντικείμενο του «εἴποιεν»,
που συνδέεται παρατακτικά με τις προηγούμενες μέσω του «οὐδέ». Ο
σύνδεσμος «ὅτι» είναι κοινός και δεν επαναλαμβάνεται. Στο
εσωτερικό της παρεμβάλλεται η αναφορική πρόταση «ὧν μάθησίς
ἐστιν». γένοιτο ἄν:
συνδετικό ρήμα, δυνητική ευκτική αορίστου β΄, γ΄ ενικό. ὁ μαθών:
υποκείμενο του «γένοιτο»· έναρθρη επιθετική μετοχή αορίστου β΄ του «μανθάνω»,
ουσιαστικοποιημένη («αυτός που έμαθε»). ἄλλο οὐδέν:
αντικείμενο της μετοχής «μαθών», σε αιτιατική ουδετέρου ενικού («κανένα άλλο
πράγμα»). Το «οὐδέν» είναι ουσιαστικοποιημένη
αρνητική αντωνυμία και το «ἄλλο» επιθετικός προσδιορισμός σε
αυτήν. Η αιτιατική δεν προσδιορίζει το συνδετικό «γένοιτο». ἀνεπιστήμων:κατηγορούμενο
στο «ὁ μαθών»,
μέσω του «γένοιτο». ποτε: επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου στο
«γένοιτο». οὐδέ:
αποφατικός συμπλεκτικός σύνδεσμος· συνδέει την τρίτη ειδική πρόταση με τις
προηγούμενες. «ὧν μάθησίς
ἐστιν» Δευτερεύουσα
αναφορική προσδιοριστική πρόταση, που περιορίζει το περιεχόμενο του «ἄλλο οὐδέν»:
πρόκειται για πράγματα τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μάθησης.
Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία «ὧν» και
εκφέρεται με οριστική ενεστώτα, επειδή εκφράζει κάτι πραγματικό, γενικής
ισχύος. ἐστιν: ρήμα της
αναφορικής πρότασης, οριστική ενεστώτα, γ΄ ενικό· εδώ έχει υπαρκτική σημασία
(«υπάρχει»). μάθησις: υποκείμενο του «ἐστιν». ὧν:
αναφορική αντωνυμία σε γενική πληθυντικού· γενική αντικειμενική στο «μάθησις»
(«μάθηση αυτών των πραγμάτων»). Δεν είναι υποκείμενο του «ἐστιν». «ἐγώ δέ περί τούτων οὐχ
οὕτω γιγνώσκω·» Κύρια πρόταση κρίσεως,
αρνητική, η οποία εκφέρεται με οριστική ενεστώτα, επειδή ο
συγγραφέας παρουσιάζει τη θέση του ως πραγματική και βέβαιη. γιγνώσκω: ρήμα της
πρότασης, α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «γιγνώσκω».
Εδώ σημαίνει «έχω τη γνώμη», «κρίνω», «θεωρώ», όχι απλώς «γνωρίζω». ἐγώ:
προσωπική αντωνυμία α΄ προσώπου, σε ονομαστική ενικού· υποκείμενο του
«γιγνώσκω». Η ρητή παρουσία της, παρότι το πρόσωπο δηλώνεται ήδη από το ρήμα,
τονίζει την αντίθεση της προσωπικής θέσης του συγγραφέα προς την άποψη των
προηγουμένως αναφερόμενων φιλοσοφούντων. δέ: αντιθετικός παρατακτικός
σύνδεσμος· συνδέει την πρόταση με τα προηγούμενα και δηλώνει την αντίθεση: «εγώ
όμως». περί τούτων: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός αναφοράς στο
«γιγνώσκω»: «σχετικά με αυτά», «ως προς αυτά». Η πρόθεση «περί» συντάσσεται εδώ
με γενική. οὐχ: αρνητικό
μόριο· άρνηση του «γιγνώσκω». Σε συνδυασμό με το «οὕτω»
δηλώνει ότι ο συγγραφέας δεν έχει αυτή τη γνώμη. οὕτω: δεικτικό
επίρρημα· επιρρηματικός προσδιορισμός τρόπου στο «γιγνώσκω». Παραπέμπει στον
τρόπο με τον οποίο κρίνουν το ζήτημα οι προηγουμένως αναφερόμενοι: «έτσι», «με
αυτόν τον τρόπο». «ὁρῶ γάρ ὥσπερ τά τοῦ σώματος ἔργα τούς μή τά σώματα ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους ποιεῖν,
οὕτω καί τά τῆς ψυχῆς ἔργα τούς μή την
ψυχήν ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους·» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική ως προς το «ὁρῶ», που
εκφέρεται με οριστική ενεστώτα και αιτιολογεί την προηγούμενη θέση του
συγγραφέα. Το «ὥσπερ» εισάγει το συγκριτικό
σκέλος, με εννοούμενο από τα συμφραζόμενα το «ὁρῶ»· δεν
υπάρχει στο σκέλος αυτό άλλο ρητά εκφρασμένο προσωπικό ρήμα. ὁρῶ: ρήμα της
κύριας πρότασης, α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ὁράω-ὁρῶ».
Υποκείμενό του είναι το εννοούμενο «ἐγώ». Ως
ρήμα αισθήσεως συντάσσεται με αιτιατική και κατηγορηματική μετοχή: «βλέπω ότι
…». γάρ:
αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει την περίοδο με την προηγούμενη και
εισάγει την αιτιολόγηση της διαφωνίας του συγγραφέα. Δεν εισάγει δευτερεύουσα
αιτιολογική πρόταση. ὥσπερ:
παραβολικός σύνδεσμος, σε συσχέτιση με το «οὕτω»·
εισάγει το πρώτο σκέλος της σύγκρισης («όπως ακριβώς»). τά ἔργα:αντικείμενο
του απαρεμφάτου «ποιεῖν», σε αιτιατική πληθυντικού
ουδετέρου. τοῦ σώματος:γενική
κτητική στο «ἔργα»· δηλώνει τις δραστηριότητες
που ανήκουν στο σώμα, τις σωματικές δραστηριότητες. Η γενική τοποθετείται
ανάμεσα στο άρθρο και το ουσιαστικό. τούς μή ἀσκοῦντας: έναρθρη
επιθετική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ἀσκέω-ἀσκῶ»,
ουσιαστικοποιημένη, σε αιτιατική πληθυντικού αρσενικού («όσους δεν ασκούν τα
σώματά τους»). Είναι αντικείμενο του «ὁρῶ» και
υποκείμενο της κατηγορηματικής μετοχής «οὐ
δυναμένους». τά
σώματα:αντικείμενο της μετοχής «ἀσκοῦντας», σε
αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου. οὐ
δυναμένους: κατηγορηματική μετοχή ενεστώτα του «δύναμαι», σε
αιτιατική πληθυντικού αρσενικού, εξαρτώμενη από το αισθητικό ρήμα «ὁρῶ».
Αναφέρεται στο αντικείμενό του «τούς … ἀσκοῦντας», με
το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση. Αποδίδει το περιεχόμενο της
αντίληψης: «βλέπω ότι δεν μπορούν». οὐ: άρνηση
της κατηγορηματικής μετοχής «δυναμένους». ποιεῖν: τελικό
απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ποιέω-ποιῶ», αντικείμενο
της μετοχής «δυναμένους». Έχουμε ταυτοπροσωπία: υποκείμενο της μετοχής και
του απαρεμφάτου είναι οι ίδιοι άνθρωποι, «τούς… ἀσκοῦντας». οὕτω: δεικτικό
επίρρημα· επιρρηματικός προσδιορισμός τρόπου, σε παραβολική συσχέτιση με το «ὥσπερ».
Εισάγει το δεύτερο σκέλος της αναλογίας («έτσι»). τά ἔργα:
αντικείμενο του εννοούμενου απαρεμφάτου «ποιεῖν», σε
αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου. τῆς ψυχῆς:γενική
κτητική στο «ἔργα»· δηλώνει τις δραστηριότητες
που ανήκουν στην ψυχή, τις ψυχικές δραστηριότητες. τούς μή ἀσκοῦντας: έναρθρη
επιθετική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής, ουσιαστικοποιημένη, σε αιτιατική
πληθυντικού αρσενικού. Είναι αντικείμενο του «ὁρῶ» και
υποκείμενο του δεύτερου «οὐ
δυναμένους». μή: άρνηση της επιθετικής μετοχής «ἀσκοῦντας». την
ψυχήν: αντικείμενο της μετοχής «ἀσκοῦντας», σε
αιτιατική ενικού θηλυκού. οὐ
δυναμένους: κατηγορηματική μετοχή ενεστώτα, εξαρτώμενη από το
«ὁρῶ» και
αναφερόμενη στο «τούς μή την ψυχήν ἀσκοῦντας». Το
«οὐ»
αποτελεί την άρνησή της. [ποιεῖν]:
εννοούμενο τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο του δεύτερου «δυναμένους», με
αντικείμενο το «τά τῆς ψυχῆς ἔργα».
Έχουμε πάλι ταυτοπροσωπία. «οὔτε γάρ δύνανται.» κύρια πρόταση δύνανται: ρήμα της
κύριας πρότασης, γ΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του «δύναμαι».
Υποκείμενό του είναι το εννοούμενο «οἱ μὴ τὴν ψυχὴν ἀσκοῦντες», δηλαδή οι άνθρωποι που δεν ασκούν την ψυχή τους,
όπως προκύπτει από την προηγούμενη περίοδο. γάρ: αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει την περίοδο με την
προηγούμενη και εξηγεί σε τι συνίσταται η αδυναμία εκτέλεσης των έργων της
ψυχής. Δεν εισάγει δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση. γάρ: αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει την περίοδο με την
προηγούμενη και εξηγεί σε τι συνίσταται η αδυναμία εκτέλεσης των έργων της
ψυχής. Δεν εισάγει δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση. οὔτε… οὔτε: αποφατικοί συμπλεκτικοί
σύνδεσμοι· συνδέουν αρνητικά τα δύο παράλληλα σκέλη που εξαρτώνται από το
«δύνανται»: ούτε μπορούν να πράττουν όσα πρέπει ούτε μπορούν να απέχουν από όσα
πρέπει. [πράττειν] και [ἀπέχεσθαι]:εννοούμενα
τελικά απαρέμφατα, αντικείμενα του «δύνανται». Έχουν το ίδιο υποκείμενο με
το ρήμα εξάρτησής τους· επομένως έχουμε ταυτοπροσωπία. Ολόκληρη η αναφορική
πρόταση «ἅ δεῖ πράττειν» αποτελεί
αντικείμενο του εννοούμενου «πράττειν», ενώ η «ὧν δεῖἀπέχεσθαι» αποτελεί αντικείμενο, σε γενική, του
εννοούμενου «ἀπέχεσθαι». «ἅ δεῖ πράττειν» Δευτερεύουσα αναφορική ονοματική πρόταση, χωρίς ρητά εκφρασμένο όρο αναφοράς («όσα πρέπει να
πράττουν»). Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία «ἅ» και εκφέρεται με οριστική
ενεστώτα («δεῖ»),
επειδή εκφράζει κάτι πραγματικό, γενικής ισχύος. δεῖ: απρόσωπο ρήμα, γ΄ ενικό
πρόσωπο οριστικής ενεστώτα· σημαίνει «πρέπει». πράττειν: τελικό
απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «πράττω», υποκείμενο του απρόσωπου
«δεῖ». Υποκείμενο του
απαρεμφάτου είναι το εννοούμενο «αὐτούς», δηλαδή οι άνθρωποι που δεν ασκούν την ψυχή τους.
Με το απρόσωπο «δεῖ» έχουμε ετεροπροσωπία. ἅ: αναφορική
αντωνυμία, αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου· αντικείμενο του ρητά εκφρασμένου
απαρεμφάτου «πράττειν» μέσα στην αναφορική πρόταση. Δεν είναι υποκείμενο του
«δεῖ». Διακρίνεται η λειτουργία
της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική από τη λειτουργία ολόκληρης της αναφορικής
ως αντικειμένου του εννοούμενου «πράττειν» της κύριας. «ὧν δεῖἀπέχεσθαι» Δευτερεύουσα αναφορική ονοματική πρόταση, χωρίς ρητά εκφρασμένο όρο αναφοράς («από όσα πρέπει να
απέχουν»). Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία «ὧν» και εκφέρεται με οριστική ενεστώτα («δεῖ»), επειδή δηλώνει κάτι
πραγματικό, γενικής ισχύος. Αποτελεί το δεύτερο παράλληλο σκέλος της περιόδου. δεῖ: απρόσωπο ρήμα, γ΄ ενικό
πρόσωπο οριστικής ενεστώτα. ἀπέχεσθαι: τελικό
απαρέμφατο ενεστώτα μέσης φωνής του «ἀπέχομαι», υποκείμενο του δεύτερου «δεῖ». Υποκείμενό του είναι πάλι το εννοούμενο «αὐτούς»· έχουμε ετεροπροσωπία
ως προς το απρόσωπο ρήμα. ὧν: αναφορική αντωνυμία,
γενική πληθυντικού ουδετέρου· αντικείμενο του ρητά εκφρασμένου απαρεμφάτου «ἀπέχεσθαι», επειδή το «ἀπέχομαι» συντάσσεται με
γενική. Δεν είναι γενική αντικειμενική σε ουσιαστικό ούτε υποκείμενο του «δεῖ». Ολόκληρη η αναφορική
πρόταση συμπληρώνει, ως αντικείμενο σε γενική, το εννοούμενο «ἀπέχεσθαι» που εξαρτάται από
το «δύνανται». «Δι’ ὅ καί τούς
υἱεῖς οἱ πατέρες
[…] ὅμως ἀπό τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων εἴργουσιν, ὡς τήν μέν
τῶν χρηστῶν ὁμιλίαν ἄσκησιν οὖσαν τῆς ἀρετῆς, τήν δέ
τῶν πονηρῶν
κατάλυσιν» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική· εκφέρεται με οριστική ενεστώτα και
δηλώνει πραγματική, επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά των πατέρων. εἴργουσιν: ρήμα της
κύριας, γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «εἴργω»
(«κρατούν μακριά», «απομακρύνουν»). οἱ πατέρες:υποκείμενο
του «εἴργουσιν»,
σε ονομαστική πληθυντικού. τούς υἱεῖς:αντικείμενο
του «εἴργουσιν»,
σε αιτιατική πληθυντικού. Δεν είναι υποκείμενο του ρήματος της κύριας· στους
γιους αναφέρεται, όμως, το εννοούμενο υποκείμενο της παραχωρητικής πρότασης. Δι’
ὅ:εμπρόθετος
επιρρηματικός προσδιορισμός αιτίας στο «εἴργουσιν»
(«γι’ αυτόν τον λόγο»). Το «διά» συντάσσεται με αιτιατική· το «ὅ» είναι
αναφορική αντωνυμία, αιτιατική ενικού ουδετέρου, και αναφέρεται στο προηγούμενο
νόημα. Η φράση συνδέει αναφορικά την περίοδο με τα προηγούμενα· δεν εισάγει εδώ
ξεχωριστή δευτερεύουσα πρόταση.ἀπό τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων:εμπρόθετος
επιρρηματικός προσδιορισμός απομάκρυνσης στο «εἴργουσιν».
Το «ἀπό»
συντάσσεται με γενική· το «πονηρῶν» είναι
επιθετικός προσδιορισμός στο «ἀνθρώπων». καί: προσθετικό
μόριο («και οι πατέρες»), που συνδέει την πρακτική τους με όσα προηγήθηκαν. ὅμως:
επιρρηματικός προσδιορισμός εναντίωσης στο «εἴργουσιν»
(«παρ’ όλα αυτά»), σε συσχετισμό με την παραχώρηση «κἄν ὦσι
σώφρονες». Ανήκει στην κύρια, όχι στην παραχωρητική. ὡς:
αιτιολογικό μόριο που συνοδεύει τη μετοχή και δηλώνει υποκειμενική αιτιολογία,
δηλαδή αιτία όπως την αντιλαμβάνονται οι πατέρες. Δεν εισάγει εδώ ειδική ή
τελική πρόταση. οὖσαν:αιτιολογική
επιρρηματική μετοχή ενεστώτα του «εἰμί», σε
αιτιατική ενικού θηλυκού. Είναι απόλυτη σε αιτιατική, με υποκείμενο το «τήν ὁμιλίαν»,
το οποίο δεν έχει άλλο συντακτικό ρόλο στην κύρια. Η προσωπική αυτή μετοχή
τίθεται σε αιτιατική απόλυτη με το «ὡς»· δεν
είναι συνημμένη στο «τούς υἱεῖς». τήν
ὁμιλίαν:
υποκείμενο της μετοχής «οὖσαν», σε αιτιατική ενικού
θηλυκού· δεν είναι αντικείμενο του «εἴργουσιν».
τῶν χρηστῶν:
ουσιαστικοποιημένο επίθετο σε γενική πληθυντικού αρσενικού («των ενάρετων
ανθρώπων»), γενική αντικειμενική στο «ὁμιλίαν»: δηλώνει
εκείνους με τους οποίους γίνεται η συναναστροφή. ἄσκησιν:
κατηγορούμενο στο «τήν ὁμιλίαν», μέσω της συνδετικής
μετοχής «οὖσαν», σε αιτιατική ενικού. τῆς ἀρετῆς:γενική
αντικειμενική στο «ἄσκησιν»· δηλώνει
αυτό που ασκείται και καλλιεργείται. μέν: μόριο που προετοιμάζει την αντιθετική συσχέτιση με το «δέ» του
επόμενου μετοχικού συνόλου.τήν [ μέν: μόριο που προετοιμάζει την αντιθετική συσχέτιση με το «δέ» του
επόμενου μετοχικού συνόλου.τήν [ὁμιλίαν]:
υποκείμενο της εννοούμενης μετοχής «οὖσαν», σε
αιτιατική ενικού θηλυκού. Το άρθρο «τήν» συνοδεύει το παραλειπόμενο ουσιαστικό
«ὁμιλίαν»·
δεν συνοδεύει το «κατάλυσιν». τῶν πονηρῶν:
ουσιαστικοποιημένο επίθετο σε γενική πληθυντικού αρσενικού («των κακών
ανθρώπων»), γενική αντικειμενική στο εννοούμενο «ὁμιλίαν». Δεν
εξαρτάται από το «κατάλυσιν». κατάλυσιν: κατηγορούμενο στο «τήν [ὁμιλίαν]»,
μέσω της εννοούμενης συνδετικής μετοχής «οὖσαν», σε
αιτιατική ενικού («καταστροφή»). [οὖσαν]:εννοούμενη
αιτιολογική επιρρηματική μετοχή, απόλυτη σε αιτιατική, όπως στο πρώτο
σύνολο· το κοινό «ὡς» δηλώνει και εδώ υποκειμενική
αιτιολογία. [τῆς ἀρετῆς]:
εννοούμενη γενική αντικειμενική στο «κατάλυσιν»· δηλώνει αυτό που
καταστρέφεται. δέ:
αντιθετικό μόριο σε συσχετισμό με το «μέν»: η συναναστροφή με τους ενάρετους
καλλιεργεί την αρετή, ενώ η συναναστροφή με τους κακούς την καταστρέφει. «κἄν ὦσι
σώφρονες» Δευτερεύουσα
επιρρηματική παραχωρητική πρόταση· προσδιορίζει το «εἴργουσιν»
της κύριας. Δηλώνει μια ενδεχόμενη περίπτωση που δεν αναιρεί την ενέργεια των
πατέρων: «ακόμη κι αν οι γιοι είναι συνετοί». Εισάγεται με το «κἄν» και
εκφέρεται με υποτακτική ενεστώτα. κἄν: κράση
του «καί ἐάν», παραχωρητικός σύνδεσμος («ακόμη κι αν»).
Το «ἄν» δεν
είναι εδώ μόριο δυνητικής έγκλισης. ὦσι:
συνδετικό ρήμα της παραχωρητικής, γ΄ πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα του «εἰμί». [οἱ υἱεῖς]:εννοούμενο
υποκείμενο του «ὦσι», σε ονομαστική· προκύπτει από
το αντικείμενο «τούς υἱεῖς» της
κύριας. Υποκείμενο δεν είναι «οἱ πατέρες». σώφρονες:
κατηγορούμενο στο εννοούμενο «οἱ υἱεῖς», μέσω
του «ὦσι», σε
ονομαστική πληθυντικού αρσενικού. «Μαρτυρεῖ δέ καί τῶν ποιητῶν ὅ τε λέγων·» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική, η οποία εκφέρεται με οριστική
ενεστώτα («μαρτυρεῖ»), επειδή παρουσιάζει την
επιβεβαίωση της προηγούμενης θέσης ως πραγματική. Η άνω τελεία εισάγει τους
ποιητικούς στίχους που ακολουθούν ως ευθύ λόγο· στο συγκεκριμένο τμήμα δεν
υπάρχει δευτερεύουσα πρόταση. μαρτυρεῖ: ρήμα της
κύριας πρότασης, γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του
«μαρτυρέω-μαρτυρῶ»· σημαίνει «επιβεβαιώνει»,
«μαρτυρεί υπέρ» της άποψης που προηγήθηκε. ὅ λέγων:υποκείμενο
του «μαρτυρεῖ», σε
ονομαστική ενικού αρσενικού. Το «λέγων» είναι έναρθρη επιθετική μετοχή ενεστώτα
ενεργητικής φωνής του «λέγω», ουσιαστικοποιημένη: «εκείνος που λέει», δηλαδή ο
ποιητής που παρατίθεται πρώτος. Το περιεχόμενο του «λέγων» δίνεται από τους
ποιητικούς στίχους που ακολουθούν. ὅ: οριστικό
άρθρο, ονομαστική ενικού αρσενικού, που συνοδεύει τη μετοχή «λέγων». Δεν είναι
αναφορική αντωνυμία και δεν εισάγει αναφορική πρόταση. Τονίζεται επειδή
ακολουθεί το εγκλιτικό «τε». τῶν ποιητῶν:γενική
διαιρετική στο «ὅ λέγων»· δηλώνει
το σύνολο από το οποίο ξεχωρίζει ο συγκεκριμένος ποιητής: «εκείνος από τους
ποιητές που λέει». δέ:
παρατακτικός μεταβατικός σύνδεσμος· συνδέει την πρόταση με τα προηγούμενα και
εισάγει την πρόσθετη επιβεβαίωση από τους ποιητές, χωρίς έντονη αντίθεση. καί:
προσθετικό μόριο με επιρρηματική λειτουργία («επίσης»)· δηλώνει ότι και η
ποιητική μαρτυρία ενισχύει την προηγούμενη θέση. Δεν είναι το «καί» που
αντιστοιχεί στο επόμενο «τε». «Ἐσθλῶν μέν γάρ
ἄπ’ ἐσθλά
διδάξεαι» Κύρια πρόταση
κρίσεως, καταφατική· εκφέρεται με οριστική μέλλοντα και παρουσιάζει
όσα θα μάθει κανείς από τη συναναστροφή με τους καλούς. διδάξεαι: ρήμα της
πρότασης, β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής μέλλοντα μέσης φωνής του «διδάσκω»,
ποιητικός ασυναίρετος τύπος αντί του «διδάξῃ». Εδώ
έχει τη σημασία «θα διδαχθείς / θα μάθεις». [σύ]:εννοούμενο
υποκείμενο του «διδάξεαι». Το β΄ ενικό απευθύνεται στον αποδέκτη της
συμβουλής και έχει γενικευτική ισχύ. ἐσθλά:
ουσιαστικοποιημένο επίθετο, αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου· αντικείμενο του
«διδάξεαι» («καλά πράγματα»). Δεν είναι επίρρημα. Ἐσθλῶν… ἄπ’:εμπρόθετος
επιρρηματικός προσδιορισμός προέλευσης / πηγής στο «διδάξεαι» («από τους
καλούς»). Το «ἄπ’» είναι η πρόθεση «ἀπό» με
έκθλιψη και αναστροφή: βρίσκεται μετά τη γενική που εξαρτάται από αυτήν. Το «Ἐσθλῶν» είναι
ουσιαστικοποιημένο επίθετο, γενική πληθυντικού αρσενικού· δεν αποτελεί γενική
διαιρετική στο «ἐσθλά». μέν: μόριο που
προετοιμάζει την αντίθεση προς το «δέ» της υποθετικής πρότασης. γάρ:
αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος· προσδίδει αιτιολογική / επεξηγηματική
σύνδεση με τα προηγούμενα. Δεν εισάγει δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση. «ἤν δέ κακοῖσι
συμμίσγῃς» Δευτερεύουσα
επιρρηματικήυποθετική πρόταση, η οποία αποτελεί την
υπόθεση του υποθετικού λόγου και θέτει την προϋπόθεση για το «ἀπολεῖς».
Εισάγεται με το «ἤν» και εκφέρεται με υποτακτική
ενεστώτα. ἤν:
υποθετικός σύνδεσμος, ισοδύναμος του «ἐάν»
(«αν»). συμμίσγῃς: ρήμα της
υποθετικής πρότασης, β΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής
του «συμμίσγω» («συναναστρέφομαι», «αναμειγνύομαι με»). [σύ]:εννοούμενο
υποκείμενο του «συμμίσγῃς», το ίδιο πρόσωπο με το
υποκείμενο των δύο κύριων προτάσεων. κακοῖσι:
ουσιαστικοποιημένο επίθετο, ποιητικός τύπος δοτικής πληθυντικού αρσενικού αντί
του «κακοῖς»· αντικείμενο του «συμμίσγῃς», το
οποίο συντάσσεται με δοτική («με κακούς ανθρώπους»). Ανήκει στην υποθετική
πρόταση, όχι στην απόδοση. δέ:
αντιθετικός παρατακτικός σύνδεσμος, σε συσχετισμό με το προηγούμενο «μέν»·
αντιπαραθέτει τη δεύτερη περίπτωση προς την πρώτη. Την υποθετική πρόταση
εισάγει το «ἤν», όχι το «δέ». «ἀπολεῖς καί τόν
ἐόντα
νόον» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική· εκφέρεται με οριστική μέλλοντα και
δηλώνει την αναμενόμενη συνέπεια της συναναστροφής με τους κακούς. ἀπολεῖς: ρήμα της
απόδοσης, β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής μέλλοντα ενεργητικής φωνής του «ἀπόλλυμι»
(«θα χάσεις», «θα καταστρέψεις»). Δεν είναι ενεστώτας ούτε υποτακτική. [σύ]: εννοούμενο υποκείμενο του « [σύ]: εννοούμενο υποκείμενο του «ἀπολεῖς». τόν
νόον: αντικείμενο του «ἀπολεῖς», σε
αιτιατική ενικού αρσενικού. Το «νόον» είναι ασυναίρετος τύπος αντί του «νοῦν»· εδώ
σημαίνει «σύνεση», «κρίση». ἐόντα:
επιθετική μετοχή ενεστώτα του «εἰμί»,
ποιητικός τύπος αντί του «ὄντα», σε αιτιατική ενικού
αρσενικού. Είναι επιθετικός προσδιορισμός στο «νόον», με το οποίο
συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση. Βρίσκεται σε επιθετική θέση ανάμεσα στο
άρθρο και το ουσιαστικό: «τη σύνεση που ήδη υπάρχει / που ήδη έχεις». Δεν είναι
κατηγορηματική ή επιρρηματική μετοχή· δεν σχηματίζει ξεχωριστή δευτερεύουσα
πρόταση. καί:
επιδοτικό μόριο με επιρρηματική λειτουργία («ακόμη και»)· τονίζει ότι θα χαθεί
ακόμη και η ήδη υπάρχουσα σύνεση. Δεν συνδέει εδώ δύο αντικείμενα. Είδος του
υποθετικού λόγου Υπόθεση: «ἤν …
συμμίσγῃς» — ἐάν (ἤν) +
υποτακτική. Απόδοση: «ἀπολεῖς …» —
οριστική μέλλοντα. Ο υποθετικός λόγος δηλώνει
το προσδοκώμενο: αν πραγματοποιηθεί η συναναστροφή με τους κακούς,
αναμένεται να ακολουθήσει η απώλεια της σύνεσης. Δεν είναι υποθετικός λόγος
αόριστης επανάληψης στο παρόν και στο μέλλον, επειδή η απόδοση εκφέρεται εδώ με
οριστική μέλλοντα, όχι ενεστώτα. «καὶὁ λέγων» Ελλειπτική
κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, στην οποία εννοείται το ρήμα
«μαρτυρεῖ» από τα
προηγούμενα: «καὶ [μαρτυρεῖ] ὁ λέγων». καί:
συμπλεκτικός παρατακτικός σύνδεσμος· βρίσκεται σε συσχετισμό με το προηγούμενο
«τε» («ὅ τε λέγων
[…] καὶὁ λέγων»)
και συνδέει τους δύο ποιητές που επιβεβαιώνουν τη θέση του συγγραφέα. ὁ λέγων:υποκείμενο
του εννοούμενου «μαρτυρεῖ». Η
μετοχή «λέγων» είναι επιθετική, έναρθρη και ουσιαστικοποιημένη, ενεστώτα
ενεργητικής φωνής του «λέγω», σε ονομαστική ενικού αρσενικού: «εκείνος που
λέει». ὁ: άρθρο
της μετοχής «λέγων»· δεν είναι αναφορική αντωνυμία. [τῶν ποιητῶν]:
εννοούμενη γενική διαιρετική στο «ὁ λέγων»,
κοινή με το προηγούμενο «ὅ τε λέγων»: «και εκείνος από τους
ποιητές που λέει». Ο ποιητικός στίχος που
ακολουθεί παρατίθεται ως ευθύς λόγος και αποδίδει το περιεχόμενο της μετοχής
«λέγων». Δεν αποτελεί δευτερεύουσα ειδική πρόταση. «Αὐτὰρ ἀνὴρ ἀγαθὸς τοτὲ μὲν κακός, ἄλλοτε δ’ ἐσθλός» Ο στίχος περιλαμβάνει δύο
ελλειπτικές κύριες προτάσεις, οι οποίες συνδέονται αντιθετικά με το «μὲν … δέ»: 1. «Αὐτάρ ἀνήρ ἀγαθός τοτε
μέν κακός [ἐστιν]». 2. «ἄλλοτε δ’
[ὁ αὐτὸς ἀνὴρ] ἐσθλὸς [ἐστιν]». Και οι δύο είναι κύριες
προτάσεις κρίσεως, καταφατικές. Εννοείται η οριστική ενεστώτα «ἐστιν», με
την οποία εκφράζεται μια διαπίστωση γενικής ισχύος. Αὐτάρ:
ποιητικός αντιθετικός παρατακτικός σύνδεσμος, με σημασία «όμως», «αλλά». Δεν
εισάγει δευτερεύουσα πρόταση. ἀνήρ:
υποκείμενο του εννοούμενου συνδετικού ρήματος «ἐστιν», σε
ονομαστική ενικού αρσενικού. Εννοείται ως υποκείμενο και στο δεύτερο σκέλος. ἀγαθός:
επιθετικός προσδιορισμός στο «ἀνήρ», με το οποίο συμφωνεί σε
γένος, αριθμό και πτώση. Σχηματίζει μαζί του το ονοματικό σύνολο «ἀνὴρ ἀγαθός»,
δηλαδή «ο καλός άνθρωπος». Δεν είναι εδώ κατηγορούμενο. τοτέ:
επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου στο πρώτο εννοούμενο «ἐστιν». Σε
συσχετισμό με το «ἄλλοτε» σημαίνει «τη μια φορά»,
«άλλοτε». μέν: μόριο
που προετοιμάζει την αντιθετική σύνδεση με το «δέ» του δεύτερου σκέλους. κακός:
κατηγορούμενο στο υποκείμενο «ἀνήρ», μέσω του εννοούμενου
συνδετικού «ἐστιν», σε ονομαστική ενικού αρσενικού. ἄλλοτε:
επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου στο δεύτερο εννοούμενο «ἐστιν»:
«κάποια άλλη φορά». δ’ (= δέ): αντιθετικός παρατακτικός σύνδεσμος, σε
συσχετισμό με το προηγούμενο «μέν». Συνδέει τα δύο σκέλη και αντιπαραθέτει τις
διαφορετικές καταστάσεις του ίδιου ανθρώπου. ἐσθλός:
κατηγορούμενο στο εννοούμενο υποκείμενο «ἀνήρ»,
μέσω του δεύτερου εννοούμενου «ἐστιν», σε ονομαστική ενικού
αρσενικού· σημαίνει «καλός», «ενάρετος». «Κἀγώ δέ
μαρτυρῶ τούτοις·» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική· εκφέρεται με οριστική ενεστώτα («μαρτυρῶ»),
επειδή ο συγγραφέας παρουσιάζει την προσωπική του επιβεβαίωση ως πραγματική και
βέβαιη. Κἀγώ: κράση
του «καὶἐγώ». Το «ἐγώ» είναι
προσωπική αντωνυμία α΄ προσώπου, σε ονομαστική ενικού· υποκείμενο του
«μαρτυρῶ». Η ρητή
παρουσία του τονίζει ότι και ο ίδιος ο συγγραφέας προσθέτει τη δική του
μαρτυρία σε εκείνη των ποιητών. Το «καί» έχει προσθετική, επιρρηματική
λειτουργία («κι εγώ», «εγώ επίσης»). δέ:
παρατακτικός μεταβατικός σύνδεσμος· συνδέει την πρόταση με τα προηγούμενα και
σηματοδοτεί τη μετάβαση από την ποιητική μαρτυρία στην προσωπική επιβεβαίωση
του συγγραφέα, χωρίς έντονη αντίθεση. μαρτυρῶ: ρήμα της
κύριας πρότασης, α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του
«μαρτυρέω-μαρτυρῶ»· σημαίνει «επιβεβαιώνω»,
«μαρτυρώ υπέρ». Συντάσσεται εδώ με δοτική. τούτοις: δεικτική αντωνυμία
σε δοτική πληθυντικού ουδετέρου· αντικείμενο του «μαρτυρῶ».
Αναφέρεται στα προηγουμένως λεχθέντα από τους ποιητές: «επιβεβαιώνω αυτά που
λένε». Δεν είναι δοτική προσωπική ούτε αναφέρεται εδώ σε πρόσωπα. «ὁρῶ γάρ… οὕτω καί τῶν διδασκαλικῶν λόγων τοῖς ἀμελοῦσι λήθην ἐγγιγνομένην.» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική, και εκφέρεται με οριστική ενεστώτα,
επειδή ο συγγραφέας παρουσιάζει μια πραγματική παρατήρηση γενικής ισχύος. ὁρῶ: ρήμα της
κύριας πρότασης, α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ὁράω-ὁρῶ». Υποκείμενό
του είναι το εννοούμενο «ἐγώ». Ως ρήμα αισθήσεως εξαρτά
κατηγορηματικές μετοχές που αποδίδουν το περιεχόμενο της αντίληψης («βλέπω
ότι…»). γάρ:
αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει την περίοδο με την προηγούμενη και
αιτιολογεί την προσωπική επιβεβαίωση «Κἀγώ δέ
μαρτυρῶ
τούτοις». Δεν εισάγει δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση. οὕτω: δεικτικό
επίρρημα· επιρρηματικός προσδιορισμός τρόπου στο «ὁρῶ», σε
παραβολική συσχέτιση με το «ὥσπερ» («έτσι», «με τον ίδιο
τρόπο»). καί: προσθετικό μόριο με επιρρηματική λειτουργία· εντάσσει και
τη λήθη των διδαχών στην ίδια αναλογία («έτσι και…»). λήθην:αντικείμενο
του «ὁρῶ», σε
αιτιατική ενικού θηλυκού, και υποκείμενο της κατηγορηματικής μετοχής «ἐγγιγνομένην».
Δεν είναι αντικείμενο του «ἀμελοῦσι». ἐγγιγνομένην:κατηγορηματική
μετοχή ενεστώτα μέσης φωνής του «ἐγγίγνομαι»,
σε αιτιατική ενικού θηλυκού. Εξαρτάται από το «ὁρῶ» και
αναφέρεται στο αντικείμενό του «λήθην», με το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό
και πτώση («βλέπω ότι δημιουργείται λήθη»). Δεν είναι επιρρηματική μετοχή ούτε
συνδέεται με το «τοῖς ἀμελοῦσι» ως
υποκείμενό της. τῶν λόγων:γενική
αντικειμενική στο «λήθην»· δηλώνει αυτά που λησμονούνται, δηλαδή τις
διδαχές. Αντιστοιχεί νοηματικά στη γενική «τῶν ἐπῶν» του
πρώτου σκέλους, αλλά έχει διαφορετική συντακτική εξάρτηση: εκεί είναι
αντικείμενο ρηματικής μετοχής, εδώ προσδιορίζει ουσιαστικό. διδασκαλικῶν:
επιθετικός προσδιορισμός στο «λόγων», σε γενική πληθυντικού αρσενικού·
χαρακτηρίζει τους λόγους ως διδακτικούς. τοῖς ἀμελοῦσι: έναρθρη
επιθετική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ἀμελέω-ἀμελῶ»,
ουσιαστικοποιημένη, σε δοτική πληθυντικού αρσενικού («σε όσους αμελούν»).
Ολόκληρο το σύνολο λειτουργεί ως δοτική προσωπική στη μετοχή «ἐγγιγνομένην»·
δηλώνει τα πρόσωπα στα οποία δημιουργείται η λήθη. Για τη μετοχή «ἀμελοῦσι»
εννοείται ως αντικείμενο «τῶν λόγων», δηλαδή οι διδαχές που
αυτοί παραμελούν· η ρητή γενική «τῶν
διδασκαλικῶν λόγων» συνδέεται πρωτίστως με το «λήθην». ὥσπερ:
παραβολικός σύνδεσμος («όπως ακριβώς»), σε συσχετισμό με το «οὕτω»·
εισάγει το πρώτο σκέλος της αναλογίας. Η ελλειπτική παραβολική πρόταση
εκφέρεται με την εννοούμενη οριστική ενεστώτα «[ὁρῶ]»,
επειδή το συγκρινόμενο γεγονός παρουσιάζεται ως πραγματικό. «ὥσπερ τῶν ἐν μέτρῳ
πεποιημένων ἐπῶν τούς μή
μελετῶντας ἐπιλανθανομένους» τούς μή μελετῶντας: έναρθρη
επιθετική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «μελετάω-μελετῶ»,
ουσιαστικοποιημένη, σε αιτιατική πληθυντικού αρσενικού («όσους δεν μελετούν»).
Είναι αντικείμενο του «[ὁρῶ]» στο
συγκριτικό σκέλος και υποκείμενο της κατηγορηματικής μετοχής «ἐπιλανθανομένους».
Ως αντικείμενο του «μελετῶντας» εννοείται «τά ἔπη»,
δηλαδή οι ποιητικοί στίχοι. μή: αρνητικό μόριο· άρνηση της επιθετικής
μετοχής «μελετῶντας». Δεν αρνείται το «ὁρῶ» ή το «ἐπιλανθανομένους».
ἐπιλανθανομένους:κατηγορηματική
μετοχή ενεστώτα μέσης φωνής του «ἐπιλανθάνομαι»,
σε αιτιατική πληθυντικού αρσενικού. Εξαρτάται από το αισθητικό «[ὁρῶ]» και
αναφέρεται στο αντικείμενό του «τούς μή μελετῶντας», με
το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση. Σημαίνει «ότι ξεχνούν»· δεν είναι
επιρρηματική μετοχή. τῶν ἐπῶν:αντικείμενο
της μετοχής «ἐπιλανθανομένους», σε
γενική πληθυντικού ουδετέρου, επειδή το «ἐπιλανθάνομαι»
συντάσσεται με γενική. Δεν αποτελεί αντικείμενο του «μελετῶντας»·
εκεί εννοείται η αντίστοιχη αιτιατική «τά ἔπη». πεποιημένων:
έναρθρη επιθετική μετοχή παρακειμένου μέσης-παθητικής φωνής του «ποιέω-ποιῶ», με
παθητική σημασία, σε γενική πληθυντικού ουδετέρου· επιθετικός προσδιορισμός
στο «ἐπῶν».
Βρίσκεται ανάμεσα στο άρθρο και το ουσιαστικό («τῶν …
πεποιημένων ἐπῶν») και
σημαίνει «που έχουν συντεθεί». Ο παρακείμενος δηλώνει ότι η σύνθεση έχει
ολοκληρωθεί και το αποτέλεσμά της διατηρείται. ἐν μέτρῳ:εμπρόθετος
επιρρηματικός προσδιορισμός τρόπου στη μετοχή «πεποιημένων» («με μέτρο»,
«σε έμμετρη μορφή»). Η πρόθεση «ἐν»
συντάσσεται με δοτική· το «μέτρῳ» είναι δοτική ενικού ουδετέρου. «Ὅταν δέ τῶν
νουθετικῶν λόγων ἐπιλάθηταί
τις» Δευτερεύουσα
επιρρηματική χρονική πρόταση, με υποθετική απόχρωση·
προσδιορίζει το «ἐπιλέλησται» της κύριας. Εισάγεται
με τον χρονικό σύνδεσμο «ὅταν» και εκφέρεται με υποτακτική
αορίστου («ἐπιλάθηται»), επειδή δηλώνει γεγονός που
επαναλαμβάνεται αόριστα στο παρόν και στο μέλλον: «κάθε φορά που κάποιος
ξεχάσει». Ο αόριστος παρουσιάζει τη λήθη συνολικά, ως ολοκληρωμένο συμβάν,
χωρίς να δηλώνει παρελθοντικό χρόνο. Σε συνδυασμό με την οριστική παρακειμένου
της κύριας, που δηλώνει παρόν αποτέλεσμα, σχηματίζεται χρονικοϋποθετικός λόγος
αόριστης επανάληψης στο παρόν και στο μέλλον. Ὅταν: χρονικός
σύνδεσμος, από το «ὅτε + ἄν»·
εισάγει τη χρονική πρόταση. Το «ἄν»
συνδέεται εδώ με την υποτακτική και δεν αποτελεί μόριο δυνητικής ευκτικής. δέ:
παρατακτικός μεταβατικός σύνδεσμος· συνδέει την περίοδο με την προηγούμενη και
προχωρεί από τη διαπίστωση της λήθης των διδαχών στη συνέπειά της. Τη χρονική
πρόταση εισάγει το «ὅταν», όχι το «δέ». ἐπιλάθηται: ρήμα της
χρονικής πρότασης, γ΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής αορίστου β΄ μέσης φωνής του «ἐπιλανθάνομαι»
(«ξεχάσει»). Συντάσσεται με γενική. Ο πρόσθετος τόνος στο «ἐπιλάθηταί»
οφείλεται στο εγκλιτικό «τις» που ακολουθεί. τις: αόριστη αντωνυμία,
ονομαστική ενικού· υποκείμενο του «ἐπιλάθηται»
(«κάποιος»). Τον ίδιο άνθρωπο δηλώνει και το εννοούμενο υποκείμενο της κύριας. τῶν λόγων:αντικείμενο
του «ἐπιλάθηται»,
σε γενική πληθυντικού αρσενικού· δηλώνει όσα ξεχνά κάποιος. νουθετικῶν:
επιθετικός προσδιορισμός στο «λόγων», σε γενική πληθυντικού αρσενικού («των
συμβουλευτικών λόγων», «των νουθεσιών»). «ἐπιλέλησται
καί [τούτων]» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική· εκφέρεται με οριστική παρακειμένου
(«ἐπιλέλησται»),
επειδή παρουσιάζει ως πραγματικό το αποτέλεσμα που ισχύει στο παρόν: ο άνθρωπος
έχει ξεχάσει και εξακολουθεί να μη θυμάται τις εμπειρίες που τον έκαναν να
επιθυμεί τη σωφροσύνη. Το αντικείμενό της εκφράζεται από την αναφορική πρόταση
που ακολουθεί. ἐπιλέλησται: ρήμα της
κύριας πρότασης, γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής παρακειμένου μέσης-παθητικής φωνής
του «ἐπιλανθάνομαι»,
με μέση σημασία («έχει ξεχάσει»). Ο παρακείμενος τονίζει το διατηρούμενο
αποτέλεσμα και όχι απλώς μια παρελθοντική ενέργεια. [οὗτος / ὁ αὐτός ἄνθρωπος]:
εννοούμενο υποκείμενο του «ἐπιλέλησται», που προκύπτει από το
«τις» της χρονικής πρότασης. Δεν είναι υποκείμενό του η «ψυχή». καί:
προσθετικό μόριο με επιρρηματική λειτουργία («επίσης», «και»), που δηλώνει ότι
μαζί με τις νουθεσίες έχουν λησμονηθεί και οι σχετικές εμπειρίες. «ὧν ἡ ψυχή
πάσχουσα τῆς σωφροσύνης ἐπεθύμει»: ολόκληρη
η αναφορική πρόταση λειτουργεί ως αντικείμενο σε γενική του «ἐπιλέλησται»,
το οποίο συντάσσεται με γενική. Νοηματικά ισοδυναμεί με «[τούτων] ἅἡ ψυχή
πάσχουσα τῆς σωφροσύνης ἐπεθύμει»·
ο εννοούμενος όρος αναφοράς είναι τα βιώματα που προκαλούσαν στην ψυχή την
επιθυμία της σωφροσύνης. Δευτερεύουσα
αναφορική ονοματική πρόταση, χωρίς ρητά εκφρασμένο όρο αναφοράς·
αποτελεί αντικείμενο του «ἐπιλέλησται». Εισάγεται με την
αναφορική αντωνυμία «ὧν» και εκφέρεται με οριστική
παρατατικού («ἐπεθύμει»), επειδή αναφέρεται σε πραγματική
κατάσταση του παρελθόντος, με διάρκεια ή επανάληψη. ἐπεθύμει: ρήμα της
αναφορικής πρότασης, γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής παρατατικού ενεργητικής φωνής
του «ἐπιθυμέω-ἐπιθυμῶ»
(«επιθυμούσε»). Συντάσσεται με γενική. ἡ ψυχή:υποκείμενο
του «ἐπεθύμει»
και της συνημμένης μετοχής «πάσχουσα», σε ονομαστική ενικού θηλυκού. τῆς
σωφροσύνης:αντικείμενο του «ἐπεθύμει»,
σε γενική ενικού θηλυκού· δηλώνει αυτό που επιθυμούσε η ψυχή. Δεν εξαρτάται από
το «πάσχουσα» ή από το «ἐπιλέλησται». πάσχουσα:
επιρρηματική χρονική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «πάσχω», σε
ονομαστική ενικού θηλυκού, συνημμένη στο υποκείμενο «ἡ ψυχή»
(«όταν βίωνε αυτά»). Δηλώνει το σύγχρονο προς το «ἐπεθύμει»:
η ψυχή επιθυμούσε τη σωφροσύνη όσο βίωνε τις συγκεκριμένες εμπειρίες. Υπάρχει
και αιτιολογική νοηματική απόχρωση, καθώς οι εμπειρίες αυτές προκαλούσαν την
επιθυμία· η βασική συντακτική αναγνώριση εδώ είναι χρονική. Δεν είναι
επιθετική, κατηγορηματική ή απόλυτη μετοχή. ὧν:
αναφορική αντωνυμία σε γενική πληθυντικού ουδετέρου, αντί της κανονικής
αιτιατικής «ἅ», λόγω έλξης του αναφορικού προς τη
γενική του εννοούμενου όρου αναφοράς «τούτων», που εξαρτάται από το «ἐπιλέλησται».
Μέσα στην αναφορική πρόταση λειτουργεί ως αντικείμενο της μετοχής «πάσχουσα»: «ἅ
πάσχουσα» = «βιώνοντας τα οποία». Η γενική του τύπου δεν οφείλεται στη σύνταξη
του «πάσχω», το οποίο εδώ δέχεται αιτιατική. Δεν είναι αντικείμενο του «ἐπεθύμει»·
εκείνο έχει ως αντικείμενο το «τῆς
σωφροσύνης». «τούτων δ’ ἐπιλαθόμενον οὐδέν θαυμαστόν καί
τῆς σωφροσύνης ἐπιλαθέσθαι.» Κύρια
πρόταση κρίσεως, αρνητική και ελλειπτική ως προς το συνδετικό
ρήμα «[ἐστίν]». Η
απρόσωπη έκφραση «οὐδέν θαυμαστόν [ἐστιν]»
σημαίνει «δεν είναι καθόλου παράξενο» και έχει ως υποκείμενο το απαρέμφατο «ἐπιλαθέσθαι».
Η εννοούμενη οριστική ενεστώτα παρουσιάζει την κρίση ως πραγματική και γενικής
ισχύος. Η μετοχή «ἐπιλαθόμενον» δηλώνει την αιτία
για την οποία η λήθη της σωφροσύνης δεν θεωρείται παράξενη. Δεν υπάρχει ρητά
εκφρασμένη δευτερεύουσα πρόταση. τούτων: δεικτική
αντωνυμία, γενική πληθυντικού ουδετέρου· αντικείμενο της μετοχής «ἐπιλαθόμενον»,
επειδή το «ἐπιλανθάνομαι» συντάσσεται με γενική.
Αναφέρεται στα βιώματα που δηλώνονται με την προηγούμενη αναφορική πρόταση «ὧν ἡ ψυχή
πάσχουσα τῆς σωφροσύνης ἐπεθύμει».
Δεν είναι γενική απόλυτη. ἐπιλαθόμενον:
επιρρηματική αιτιολογική μετοχή αορίστου β΄ μέσης φωνής του «ἐπιλανθάνομαι»,
σε αιτιατική ενικού αρσενικού. Είναι συνημμένη στο εννοούμενο υποκείμενο «[αὐτόν /
τινά]» του απαρεμφάτου «ἐπιλαθέσθαι»· δηλώνει αιτία που
παρουσιάζεται ως πραγματική: «επειδή έχει ξεχάσει αυτά». Έχει και χρονική
απόχρωση του προτερόχρονου («αφού τα ξέχασε»), αλλά η βασική λειτουργία της εδώ
είναι αιτιολογική. Δεν είναι αιτιατική απόλυτη, αφού το υποκείμενό της είναι
και υποκείμενο του απαρεμφάτου. οὐδέν: αρνητική
αντωνυμία σε αιτιατική ενικού ουδετέρου, χρησιμοποιούμενη επιρρηματικά·
αιτιατική που δηλώνει τον βαθμό στο «θαυμαστόν» («καθόλου», «σε τίποτε»). Δεν
είναι υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης ούτε αντικείμενο του «ἐπιλαθέσθαι».
θαυμαστόν: επίθετο σε ονομαστική ενικού ουδετέρου· κατηγορούμενο
στο απαρέμφατο «ἐπιλαθέσθαι», μέσω του εννοούμενου
συνδετικού «[ἐστίν]». Η ουδέτερη μορφή του συνδέεται με τον
απαρεμφατικό χαρακτήρα του υποκειμένου. [ἐστίν]:
εννοούμενο συνδετικό ρήμα, γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του «εἰμί»· μαζί
με το «οὐδέν
θαυμαστόν» σχηματίζει την απρόσωπη έκφραση. τῆς
σωφροσύνης:αντικείμενο του απαρεμφάτου «ἐπιλαθέσθαι»,
σε γενική ενικού θηλυκού. Δεν εξαρτάται από τη μετοχή «ἐπιλαθόμενον»,
η οποία έχει ως αντικείμενο το «τούτων». ἐπιλαθέσθαι: τελικό
απαρέμφατο αορίστου β΄ μέσης φωνής του «ἐπιλανθάνομαι»·
υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης «οὐδέν
θαυμαστόν [ἐστιν]». Ο χαρακτηρισμός «τελικό» αφορά το
είδος του απαρεμφάτου και δεν σημαίνει ότι δηλώνει σκοπό. Ο αόριστος
παρουσιάζει την πράξη της λήθης συνολικά, όχι ως παρελθοντική ενέργεια. [αὐτόν /
τινά]: εννοούμενο υποκείμενο του «ἐπιλαθέσθαι»,
σε αιτιατική ενικού· δηλώνει τον ίδιο άνθρωπο που αναφέρεται με το «τις» στην
προηγούμενη περίοδο. Σε αυτό αναφέρεται και συμφωνεί η μετοχή «ἐπιλαθόμενον».
Ως προς την απρόσωπη έκφραση έχουμε ετεροπροσωπία. «Πῶς οὖν οὐκ ἐνδέχεται
σωφρονήσαντα πρόσθεν αὖθις μή σωφρονεῖν καί, δίκαια δυνηθέντα πράττειν αὖθις ἀδυνατεῖν;» Κύρια
ευθεία ερωτηματική πρόταση, μερικής αγνοίας, αρνητική ως προς τη
διατύπωσή της. Η ερώτηση είναι ρητορική: δεν ζητεί πληροφορία, αλλά ισοδυναμεί
νοηματικά με καταφατική διαπίστωση ότι είναι δυνατόν ο άνθρωπος να χάσει τη
σωφροσύνη και την ικανότητα να πράττει δίκαια. Εκφέρεται με οριστική ενεστώτα
(«ἐνδέχεται»).
Το απρόσωπο ρήμα έχει ως υποκείμενα τα δύο τελικά απαρέμφατα «μή σωφρονεῖν» και «ἀδυνατεῖν», που
συνδέονται παρατακτικά με το «καί». Το «πράττειν» εξαρτάται από τη μετοχή
«δυνηθέντα». Πῶς:
ερωτηματικό επίρρημα· επιρρηματικός προσδιορισμός τρόπου στο «ἐνδέχεται».
Εισάγει την ευθεία ερώτηση και, στη συγκεκριμένη ρητορική χρήση, σημαίνει «πώς
είναι δυνατόν να μην…;». οὖν:
συμπερασματικός παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει την περίοδο με τα προηγούμενα
και παρουσιάζει την ερώτηση ως συμπέρασμα της επιχειρηματολογίας για τη λήθη
και την απώλεια της σωφροσύνης. οὐκ: αρνητικό
μόριο· άρνηση του «ἐνδέχεται». Διακρίνεται από το
«μή», που αρνείται το απαρέμφατο «σωφρονεῖν». ἐνδέχεται: απρόσωπο
ρήμα, γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του «ἐνδέχομαι»,
με σημασία «είναι δυνατόν». Υποκείμενά του είναι τα απαρέμφατα «μή σωφρονεῖν» και «ἀδυνατεῖν», όχι
οι μετοχές «σωφρονήσαντα» και «δυνηθέντα». σωφρονήσαντα:
επιρρηματική εναντιωματική μετοχή αορίστου ενεργητικής φωνής του
«σωφρονέω-σωφρονῶ», σε αιτιατική ενικού αρσενικού·
συνημμένη στο εννοούμενο υποκείμενο «[τινά]» του απαρεμφάτου «σωφρονεῖν».
Δηλώνει την αντίθεση ανάμεσα στην προηγούμενη σωφροσύνη και στη μεταγενέστερη
απώλειά της: «αν και προηγουμένως είχε δείξει σωφροσύνη». Έχει και χρονική
απόχρωση του προτερόχρονου, που ενισχύεται από το «πρόσθεν». Δεν είναι απόλυτη
ούτε υποκείμενο του «ἐνδέχεται». πρόσθεν:
χρονικό επίρρημα· επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου στη μετοχή «σωφρονήσαντα»
(«προηγουμένως», «πρωτύτερα»). αὖθις: χρονικό
επίρρημα· επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου στο απαρέμφατο «σωφρονεῖν». Εδώ
σημαίνει «στη συνέχεια», «αργότερα» και αντιπαρατίθεται στο «πρόσθεν». μή: αρνητικό
μόριο· άρνηση του τελικού απαρεμφάτου «σωφρονεῖν». Δεν
αρνείται τη μετοχή «σωφρονήσαντα». σωφρονεῖν: τελικό
απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «σωφρονέω-σωφρονῶ»· υποκείμενο
του απρόσωπου «ἐνδέχεται». Ο
ενεστώτας παρουσιάζει τη σωφροσύνη ως διαρκή κατάσταση ή συμπεριφορά· με την
άρνηση «μή» δηλώνεται η παύση της. [τινά]: εννοούμενο υποκείμενο του
«σωφρονεῖν», σε
αιτιατική ενικού· σε αυτό αναφέρεται και συμφωνεί η μετοχή «σωφρονήσαντα». Ως
προς το απρόσωπο «ἐνδέχεται» έχουμε ετεροπροσωπία. καί:
συμπλεκτικός παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει τα δύο απαρεμφατικά σύνολα «μή
σωφρονεῖν» και «ἀδυνατεῖν», που
λειτουργούν ως υποκείμενα του κοινού «ἐνδέχεται».
Δεν συνδέει τα «σωφρονεῖν» και «πράττειν». δυνηθέντα:
επιρρηματική εναντιωματική μετοχή αορίστου του «δύναμαι», με παθητική
μορφή αλλά ενεργητική σημασία, σε αιτιατική ενικού αρσενικού. Είναι συνημμένη
στο εννοούμενο υποκείμενο «[τινά]» του απαρεμφάτου «ἀδυνατεῖν»: «αν
και προηγουμένως είχε μπορέσει». Έχει και χρονική απόχρωση του προτερόχρονου·
το νόημα του προηγούμενου «πρόσθεν» ισχύει και εδώ. Δεν είναι κατηγορηματική ή
απόλυτη μετοχή. πράττειν: τελικό απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής
του «πράττω»· αντικείμενο (συμπλήρωμα) της μετοχής «δυνηθέντα». Έχει το
ίδιο υποκείμενο με τη μετοχή· επομένως έχουμε ταυτοπροσωπία. δίκαια:
ουσιαστικοποιημένο επίθετο, αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου· αντικείμενο του
«πράττειν» («δίκαιες πράξεις», «τα δίκαια»). Δεν είναι κατηγορούμενο στο
«δυνηθέντα» ούτε επίρρημα αντί του «δικαίως». αὖθις:
επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου στο «ἀδυνατεῖν»
(«αργότερα», «στη συνέχεια»). Αντιπαραθέτει τη μεταγενέστερη αδυναμία στην
προηγούμενη ικανότητα. ἀδυνατεῖν: τελικό
απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ἀδυνατέω-ἀδυνατῶ»·
δεύτερο υποκείμενο του απρόσωπου «ἐνδέχεται». Ως
συμπλήρωμά του εννοείται «[δίκαια πράττειν]»: «να μην μπορεί να πράττει
δίκαια». Το εννοούμενο απαρέμφατο έχει το ίδιο υποκείμενο με το «ἀδυνατεῖν». [τινά]:
εννοούμενο υποκείμενο του «ἀδυνατεῖν», σε
αιτιατική ενικού· σε αυτό αναφέρεται η μετοχή «δυνηθέντα». Ως προς το «ἐνδέχεται»
έχουμε ετεροπροσωπία. «Πάντα μέν οὖν ἔμοιγε δοκεῖ τά καλά καί τἀγαθά ἀσκητά εἶναι, οὐχ ἥκιστα δέ
σωφροσύνη.» Η περίοδος περιλαμβάνει δύο
κύριες προτάσεις κρίσεως, καταφατικές ως προς το νόημα, που συνδέονται με
το αντιθετικό ζεύγος «μέν … δέ»: «Πάντα μέν οὖν ἔμοιγε
δοκεῖ τά καλά
καί τἀγαθά ἀσκητά εἶναι» και
«οὐχ ἥκιστα δέ
σωφροσύνη». Η δεύτερη είναι ελλειπτική. Η πρώτη εκφέρεται με οριστική ενεστώτα
(«δοκεῖ»),
επειδή ο συγγραφέας διατυπώνει την προσωπική του κρίση ως πραγματική και
γενικής ισχύος. Η δεύτερη εξειδικεύει την πρώτη: όλα τα καλά και αγαθά απαιτούν
άσκηση, ιδιαίτερα όμως η σωφροσύνη. Δεν υπάρχει δευτερεύουσα πρόταση· το «εἶναι»
συγκροτεί απαρεμφατική σύνταξη. «Πάντα
μέν οὖν ἔμοιγε
δοκεῖ τά καλά καί τἀγαθά ἀσκητά εἶναι» δοκεῖ: απρόσωπο
ρήμα, γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «δοκέω-δοκῶ», με
σημασία «φαίνεται», «νομίζω». Υποκείμενό του είναι το ειδικό απαρέμφατο «εἶναι»,
μαζί με τους όρους του· δεν είναι το «τά καλά καί τἀγαθά». ἔμοιγε: ο
εμφατικός τύπος της προσωπικής αντωνυμίας «ἐμοί», σε
δοτική ενικού α΄ προσώπου, μαζί με το εγκλιτικό μόριο «γε». Το «ἐμοί»
είναι δοτική προσωπική του κρίνοντος προσώπου στο «δοκεῖ»:
δηλώνει εκείνον που διατυπώνει την κρίση («κατά τη γνώμη μου»). Το «γε» είναι
επιτατικό / περιοριστικό μόριο και τονίζει την προσωπική τοποθέτηση: «σε μένα
τουλάχιστον», «εγώ πάντως». εἶναι: ειδικό
απαρέμφατο ενεστώτα του «εἰμί», υποκείμενο του απρόσωπου
«δοκεῖ».
Αποδίδει το περιεχόμενο της κρίσης («ότι είναι»), όχι σκοπό. Ως προς το
απρόσωπο ρήμα έχουμε ετεροπροσωπία. τά καλά καί τἀγαθά: υποκείμενα
του απαρεμφάτου «εἶναι», σε
αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου. Πρόκειται για έναρθρα ουσιαστικοποιημένα
επίθετα («τα καλά και τα αγαθά πράγματα»). Μολονότι οι τύποι της ονομαστικής
και της αιτιατικής ουδετέρου συμπίπτουν, εδώ αναγνωρίζονται ως αιτιατικές λόγω
της απαρεμφατικής σύνταξης. τἀγαθά: κράση
του «τά ἀγαθά». Το
«καί» είναι συμπλεκτικός παρατακτικός σύνδεσμος και συνδέει τα δύο υποκείμενα
του απαρεμφάτου. Πάντα: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο συνολικό «τά
καλά καί τἀγαθά», σε αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου·
δηλώνει το σύνολο χωρίς εξαίρεση. Δεν είναι αντικείμενο του «δοκεῖ» ούτε
επίρρημα. ἀσκητά: ρηματικό
επίθετο σε «-τός», αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου· κατηγορούμενο στα «τά
καλά καί τἀγαθά», μέσω
του συνδετικού «εἶναι». Δηλώνει ότι αυτά
καλλιεργούνται με άσκηση και, μέσα στο συγκεκριμένο νόημα, ότι χρειάζονται
άσκηση. Δεν είναι μετοχή. «οὐχ ἥκιστα δέ
σωφροσύνη» Ελλειπτική
κύρια πρόταση· εννοείται «οὐχ ἥκιστα δέ
σωφροσύνη [ἀσκητή ἐστιν]». Η
ονομαστική «σωφροσύνη» δείχνει ότι το δεύτερο σκέλος αναπτύσσεται ως αυτοτελής
συνδετική πρόταση και όχι απλώς ως συνέχιση της προηγούμενης αιτιατικής
απαρεμφατικής σύνταξης. σωφροσύνη:υποκείμενο του εννοούμενου
συνδετικού «[ἐστιν]», σε
ονομαστική ενικού θηλυκού. Δεν είναι αντικείμενο του «δοκεῖ». [ἐστιν]:
εννοούμενο συνδετικό ρήμα, γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του «εἰμί». [ἀσκητή]:εννοούμενο
κατηγορούμενο στο «σωφροσύνη», σε ονομαστική ενικού θηλυκού. Προκύπτει από
το προηγούμενο «ἀσκητά», με προσαρμογή στο γένος,
στον αριθμό και στην πτώση του νέου υποκειμένου. ἥκιστα:
υπερθετικό επίρρημα του «ἧττον»· επιρρηματικός
προσδιορισμός βαθμού στην εννοούμενη κατηγόρηση «ἀσκητή ἐστιν»
(«στον ελάχιστο βαθμό»). οὐχ: αρνητικό
μόριο που αρνείται ειδικά το «ἥκιστα». Η φράση «οὐχ ἥκιστα»
αποτελεί σχήμα λιτότητας: με την άρνηση του ελάχιστου αποδίδεται εμφατικά το
«ιδιαίτερα», «κατεξοχήν». Δεν αναιρείται η ανάγκη άσκησης της σωφροσύνης·
αντίθετα, τονίζεται. δέ: αντιθετικός παρατακτικός σύνδεσμος, σε
συσχετισμό με το προηγούμενο «μέν»· συνδέει τη δεύτερη κύρια με την πρώτη και
ξεχωρίζει τη σωφροσύνη ως ιδιαίτερα σημαντική περίπτωση. «Ἐν γάρ τῷ αὐτῷ σώματι
συμπεφυτευμέναι τῇ ψυχῇ αἱἡδοναί πείθουσιν αὐτήν
μή σωφρονεῖν, ἀλλά τήν ταχίστην ἑαυταῖς τε καί τῷ σώματι
χαρίζεσθαι.» Κύρια
πρόταση κρίσεως, καταφατική ως προς το ρήμα «πείθουσιν»·
εκφέρεται με οριστική ενεστώτα, επειδή παρουσιάζει ως πραγματική και
επαναλαμβανόμενη την επίδραση των ηδονών στην ψυχή. Με το «γάρ» αιτιολογεί την
προηγούμενη διαπίστωση ότι η σωφροσύνη απαιτεί ιδιαίτερα άσκηση. Το «πείθουσιν»
συντάσσεται με αντικείμενο προσώπου («αὐτήν») και
δύο τελικά απαρέμφατα («μή σωφρονεῖν» και
«χαρίζεσθαι»), τα οποία δηλώνουν σε τι πείθεται η ψυχή και συνδέονται
αντιθετικά με το «ἀλλά». Η μετοχή «συμπεφυτευμέναι»
είναι αιτιολογική. πείθουσιν: ρήμα της
κύριας πρότασης, γ΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του
«πείθω». Ο ενεστώτας δηλώνει διαρκή ή επαναλαμβανόμενη ενέργεια («πείθουν»,
«παρακινούν»). αἱἡδοναί:υποκείμενο
του «πείθουσιν» και της συνημμένης μετοχής «συμπεφυτευμέναι», σε ονομαστική
πληθυντικού θηλυκού. αὐτήν:
επαναληπτική αντωνυμία, αιτιατική ενικού θηλυκού· αντικείμενο προσώπου του
«πείθουσιν» και συγχρόνως υποκείμενο των απαρεμφάτων «σωφρονεῖν» και
«χαρίζεσθαι». Αναφέρεται στην ψυχή. Ως προς το «πείθουσιν» έχουμε
ετεροπροσωπία: οι ηδονές πείθουν, ενώ η ψυχή είναι εκείνη που δεν δείχνει
σωφροσύνη και που ικανοποιεί τις ηδονές και το σώμα. γάρ: αιτιολογικός
παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει την περίοδο με την προηγούμενη και εισάγει την
αιτιολόγησή της. Δεν εισάγει δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση. συμπεφυτευμέναι:
επιρρηματική αιτιολογική μετοχή παρακειμένου μέσης-παθητικής φωνής του
«συμφυτεύω», με παθητική σημασία, σε ονομαστική πληθυντικού θηλυκού. Είναι
συνημμένη στο υποκείμενο «αἱἡδοναί»,
με το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση. Προσδιορίζει το «πείθουσιν»
και δηλώνει αιτία που παρουσιάζεται ως πραγματική: «επειδή είναι συνυφασμένες
με την ψυχή». Ο παρακείμενος δηλώνει το διατηρούμενο αποτέλεσμα της σύνδεσης· η
κατάσταση αυτή ισχύει συγχρόνως με την ενέργεια του «πείθουσιν». Δεν είναι
επιθετική, κατηγορηματική ή απόλυτη μετοχή. τῇ ψυχῇ: δοτική
ενικού θηλυκού· αντικείμενο / συμπλήρωμα της μετοχής «συμπεφυτευμέναι».
Δηλώνει εκείνο με το οποίο είναι συνδεδεμένες οι ηδονές· η δοτική συνδέεται με
τη σημασία της συνύπαρξης που εκφράζει το συνθετικό «συν-» του ρήματος. Δεν
είναι ποιητικό αίτιο ούτε αντικείμενο του «πείθουσιν». Ἐν τῷ σώματι:εμπρόθετος
επιρρηματικός προσδιορισμός στάσης σε τόπο στη μετοχή «συμπεφυτευμέναι»
(«μέσα στο σώμα»). Η πρόθεση «ἐν» συντάσσεται με δοτική· το
«σώματι» είναι δοτική ενικού ουδετέρου. αὐτῷ: οριστική
αντωνυμία σε δοτική ενικού ουδετέρου· επιθετικός προσδιορισμός στο «σώματι».
Βρίσκεται σε επιθετική θέση ανάμεσα στο άρθρο και το ουσιαστικό («τῷ αὐτῷ σώματι»)
και σημαίνει «στο ίδιο σώμα», όχι «στο σώμα του» ή «στο ίδιο το σώμα». σωφρονεῖν: τελικό
απαρέμφατο ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «σωφρονέω-σωφρονῶ»· αντικείμενο
/ συμπλήρωμα του «πείθουσιν», που δηλώνει σε ποια συμπεριφορά παρακινούν
την ψυχή οι ηδονές. Υποκείμενό του είναι το «αὐτήν»·
έχουμε ετεροπροσωπία ως προς το ρήμα εξάρτησης. Ο ενεστώτας δηλώνει κατάσταση ή
συμπεριφορά με διάρκεια. μή: αρνητικό μόριο· άρνηση του τελικού
απαρεμφάτου «σωφρονεῖν». Δεν αρνείται το «πείθουσιν». ἀλλά:
αντιθετικός παρατακτικός σύνδεσμος· συνδέει τα δύο απαρεμφατικά σύνολα και
αντιπαραθέτει την ικανοποίηση των ηδονών και του σώματος προς τη σωφροσύνη:
«όχι να δείχνει σωφροσύνη, αλλά να ικανοποιεί…». χαρίζεσθαι: τελικό
απαρέμφατο ενεστώτα μέσης φωνής του «χαρίζομαι»· δεύτερο αντικείμενο /
συμπλήρωμα του «πείθουσιν», σε αντιθετική σύνδεση με το «μή σωφρονεῖν».
Σημαίνει «να κάνει το χατίρι», «να ικανοποιεί» και συντάσσεται με δοτική. Υποκείμενό
του είναι επίσης το «αὐτήν»· έχουμε
ετεροπροσωπία ως προς το «πείθουσιν», αλλά κοινό υποκείμενο των δύο
απαρεμφάτων. Ο χαρακτηρισμός των απαρεμφάτων ως τελικών δεν σημαίνει ότι
αποτελούν εδώ επιρρηματικούς προσδιορισμούς σκοπού. τήν ταχίστην:
επιρρηματική αιτιατική χρόνου στο «χαρίζεσθαι», με εννοούμενο ουσιαστικό
«[ὁδόν]». Η
φράση σημαίνει «όσο το δυνατόν γρηγορότερα», «το ταχύτερο δυνατόν». Το
«ταχίστην» είναι υπερθετικός βαθμός του επιθέτου «ταχύς», σε αιτιατική ενικού
θηλυκού. Η φράση δεν αποτελεί αντικείμενο του απαρεμφάτου. ἑαυταῖς:
αυτοπαθής αντωνυμία γ΄ προσώπου, δοτική πληθυντικού θηλυκού· αντικείμενο του
«χαρίζεσθαι». Αναφέρεται στις «ἡδοναί»,
δηλαδή στο υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης «πείθουσιν», και όχι στην «αὐτήν», που
είναι υποκείμενο του απαρεμφάτου. Πρόκειται για έμμεση αυτοπάθεια. τῷ σώματι:δεύτερο
αντικείμενο του «χαρίζεσθαι», σε δοτική ενικού ουδετέρου, παρατακτικά
συνδεδεμένο με το «ἑαυταῖς». Δεν
εξαρτάται από το αρχικό «ἐν».τε … καί: συμπλεκτικοί
παρατακτικοί σύνδεσμοι σε συσχετισμό· συνδέουν τα δύο αντικείμενα του
«χαρίζεσθαι», «ἑαυταῖς» και «τῷ σώματι»
(«και τις ίδιες και το σώμα»).