Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 15: Ορισμός της αρετής

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 15: Ορισμός της αρετής
 
Διδακτική Ενότητα 15: Ορισμός της αρετής
Στο ερώτημα πώς ορίζεται η μετρημένη στάση, με ποιο κριτήριο θα αποφασίσει ο άνθρωπος τα όρια του ηθικού μέτρου και του δέοντος, ο Αριστοτέλης απάντησε ότι δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος. Η μεσότητα είναι προσωπική υπόθεση· άλλη είναι η μεσότητα-ανδρεία για εκείνον που εκ χαρακτήρος τείνει προς την έλλειψη-δειλία και άλλη για εκείνον που τείνει προς την υπερβολή-θράσος. Το υποκειμενικό μέσο δεν ισαπέχει από τα άκρα της υπερβολής και έλλειψης, οπότε η εύρεσή του παραμένει ζητούμενο σε κάθε περίσταση· ζητούμενο που απαιτεί σταθερή προσήλωση και διανοητική εγρήγορση. Η αρετή, λοιπόν, ταυτίζεται με τη μεσότητα, αλλά δεν πρέπει την εκλάβουμε ως κάτι ουδέτερο και μετριοπαθές, χλιαρό και άχρωμο. Μπορεί να πραγματώνει το μέτρο ανάμεσα στα άκρα της υπερβολής και έλλειψης, αλλά ως στάση ζωής η αρετή είναι ἀκρότης, δυσεπίτευκτη κορύφωση ενός αγώνα που κρατάει ολόκληρη ζωή.
 
Κείμενο αναφοράς
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικά Νικομάχεια, Β 6.10-13·16, 1106b18-28· 1106b36-1107a6
 
Οἷον καί φοβηθῆναι καί θαρρῆσαι καί ἐπιθυμῆσαι καί ὀργισθῆναι καί ἐλεῆσαι καί ὅλως ἡσθῆναι καί λυπηθῆναι ἔστι καί μᾶλλον καί ἧττον, καί ἀμφότερα οὐκ εὖ· τό δ’ ὅτε δεῖ καί ἐφ’ οἷς και πρός οὕς καί οὗ ἕνεκα καί ὡς δεῖ, μέσον τε καί ἄριστον, ὅπερ ἐστί τῆς ἀρετῆς. Ὁμοίως δέ και περί τάς πράξεις ἔστιν ὑπερβολή καί ἔλλειψις καί το μέσον. Ἡ δ’ ἀρετή περί πάθη καί πράξεις ἐστίν, ἐν οἷς ἡ μέν ὑπερβολή ἁμαρτάνεται καί ψέγεται καί ἡ ἔλλειψις, τό δέ μέσον ἐπαινεῖται καί κατορθοῦται· ταῦτα δ’ ἄμφω τῆς ἀρετῆς. Μεσότης τις ἄρα ἐστίν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου. […]
Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρός ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καί ᾧ ἄν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. Μεσότης δέ δύο κακιῶν, τῆς μέν καθ’ ὑπερβολήν τῆς δέ κατ’ ἔλλειψιν· καί ἔτι τῷ τάς μέν ἐλλείπειν τάς δ’ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καί ἐν ταῖς πράξεσι, τήν δ’ ἀρετήν τό μέσον καί εὑρίσκειν καί αἱρεῖσθαι.
 
Μετάφραση
Παραδείγματος χάριν μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό, και ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό⸱ να τα αισθανθεί όμως όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, εν σχέσει με τα πράγματα που πρέπει, εν σχέσει με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το μέσον και το άριστο -αυτό το δεύτερο έχει, βέβαια, άμεση σχέση με την αρετή. Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον -η αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις: σ’ αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη, ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό⸱ φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί μαζί με την αρετή. Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον. [...]
Η αρετή λοιπόν είναι μια έξη, που α) επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, β) βρίσκεται στο μέσον, στο μέσον όμως το «σε σχέση προς εμάς». το μέσον αυτό καθορίζεται από τη λογική -πιο συγκεκριμένα, από τη λογική, πιστεύω, που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος⸱ είναι μεσότητα μεταξύ δύο κακιών, που η μία βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής και η άλλη από την πλευρά της έλλειψης⸱ και ακόμη με το νόημα ότι ορισμένες κακίες αποτελούν έλλειψη και άλλες πάλι υπερβολή σε σχέση με αυτό που πρέπει, είτε στα πάθη είτε στις πράξεις, ενώ η αρετή και βρίσκει και επιλέγει το μέσον.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
 
Λόγου χάριν τα συναισθήματα του φόβου, του θάρρους, του πόθου, της οργής, του οίκτου και εν γένει τα της ηδονής και της οδύνης, δυνατόν να μας θίγουν ή υπερβαλλόντως πολύ ή πάρα πολύ ολίγον, δηλαδή και εις τας δύο περιπτώσεις κακώς. Αλλ’ εάν δοκιμάσομεν τα συναισθήματα ταύτα εις μίαν κατάλληλον στιγμήν, δι’ ικανοποιητικούς λόγους, έναντι προσώπων, τα οποία τους αξίζουν και δι’ αξιοπρεπείς σκοπούς, θα μείνομεν εις μίαν αρίστην μεσότητα, εις το σημείον δε τούτο έγκειται η κυριοτέρα ιδιότης της αρετής. Κατά τον τρόπον τούτον ευρίσκομεν εις τας πράξεις υπερβολήν, έλλειψιν ή μεσότητα. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η αρετή σχετίζεται προς τα πάθη και τας πράξεις. Είναι δε ως προς την αρετήν, η μεν υπερβολή ελάττωμα, η δε έλλειψις κατακρίνεται. Τουναντίον η μεσότης επαινείται και η έκβασίς της είναι διπλούν αποτέλεσμα, ίδιον της αρετής. Άρα η μεσότης τυγχάνει είδος τι αρετής, δεδομένου ότι ο υπό της αρετής επιδιωκόμενος σκοπός έγκειται εις την μεσότητα. [...]
Όθεν η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως⸱ έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου. Ευρίσκεται εις το μέσον μεταξύ δύο κακών ακροτήτων, εκ των οποίων η μία είναι η υπερβολή και η άλλη η έλλειψις. Ωσαύτως, ενώ εις τα πάθη και τας πράξεις, η κακία εμφιλοχωρεί εις το να ευρίσκεται κανείς άλλοτε μεν εντεύθεν, άλλοτε δε εκείθεν του πρέποντος, η αρετή ευρίσκει και υιοθετεί ορθόν τι μέτρον.
(μετάφραση Π. Λεκατσάς)
 
φοβηθῆναι, θαρρῆσαι, …, λυπηθῆναι: Ο Αριστοτέλης προτιμά εδώ να αναφερθεί στα πάθη μέσω απαρεμφάτων. Θέλει να τονίσει ότι στην περίπτωση της ηθικής δεν έχει τόσο σημασία το συναίσθημα που αναπτύσσει ο άνθρωπος στην ψυχή του, αλλά η έμπρακτη εκδήλωσή του. Η αρετή και η κακία κρίνονται πάντα στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
 
ψόγος–ἔπαινος: Ο ἔπαινος και ο ψόγος [: επίκριση, αποδοκιμασία], που αποδίδονται από την κοινωνία στα μέλη της, αποτελούν το χαρακτηριστικότερο δείγμα του πολιτικού χαρακτήρα της αριστοτελικής ηθικής. Οι καθιερωμένες αξίες της κοινωνίας αποτελούν ένα αντικειμενικό δεδομένο για τον εκάστοτε πολίτη. Εξισορροπείται έτσι ο προσωπικός-υποκειμενικός χαρακτήρας της ηθικής.
 
προαίρεσις: Η λέξη προαίρεσις [: έλλογη προτίμηση] δεν δηλώνει μια άλογη και αδικαιολόγητη επιθυμία. Είναι δομικά συνδεμένη με τη διανοητική ικανότητα του ανθρώπου, τη σκέψη και την κρίση του. Αποτελεί επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό και επιδίωξη του ενός ή του άλλου. Στο πλαίσιο της ηθικής διδασκαλίας του Αριστοτέλη ανατίθεται καθοριστικός ρόλος στην προαίρεση. Ο λόγος είναι ότι αποτελεί ελεύθερη και συνειδητή επιλογή του ενός ή του άλλου τρόπου ζωής, επιλογή που οδηγεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις σε κάθε μία επιμέρους περίπτωση. Δίκαιος δεν είναι αυτός που τυχαίνει να κάνει κάποιες δίκαιες πράξεις, αλλά αυτός που συνειδητά επέλεξε τη δικαιοσύνη ως στάση ζωής και ακολουθεί στις επιμέρους επιλογές του την αντίστοιχη σταθερή πορεία. Για την προαίρεση στους Στωικούς, βλ. την 20ή Διδακτική Ενότητα (Κείμενο Αναφοράς 1).
 
μεσότης: Όπως είδαμε, ο άνθρωπος διαμορφώνει στο πεδίο της ηθικής ορισμένες ἕξεις, παγιωμένα γνωρίσματα του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του. Άλλες από αυτές αποτελούν υπερβολές και ελλείψεις, δηλαδή κακίες, και άλλες μεσότητες, δηλαδή αρετές. Στον ορισμό της αρετής ο Σταγειρίτης επισημαίνει ότι αρετή δεν αποτελεί μια αντικειμενική και υποχρεωτική για όλους εκδοχή της μεσότητας αλλά είναι η υποκειμενική και προσωπική αντίληψή της. Αυτή καθορίζεται από τον ορθό λόγο, όπως αυτός εκφράζεται από τον φρόνιμον πολίτη.
 
φρόνιμος: Ο άνθρωπος που διαθέτει φρόνηση αποτελεί συμβολικό ή και ένσαρκο ηθικό πρότυπο μέσα στην κοινωνία και με τις τεκμηριωμένες επιλογές του γίνεται ο γνώμονας (κανών) της ηθικής-πολιτικής αρετής: Ἔτι δὲ τίς ἡμῖν κανών ἢ τίς ὅρος ἀκριβέστερος τῶν ἀγαθῶν πλήν ὁ φρόνιμος; ὅσα γαρ ἂν οὗτος ἕλοιτο κατά τήν ἐπιστήμην αἱρούμενος, ταῦτ’ ἐστίν ἀγαθά καί κακά δέ τά ἐναντία τούτοις [: Κι άλλωστε ποιο κριτήριο θα ήταν πιο έγκυρο ή ποιος θα ήταν καλύτερος οδηγός μας για τα αγαθά από τον φρόνιμο, που όσα εκείνος θα όριζε, κρίνοντας με βάση την τέλεια γνώση του αγαθού, αυτά θα ήταν αγαθά, όπως τα αντίθετά τους φαύλα – Προτρεπτικός, 39.1-3, μετάφραση Λ. Μπενάκης]. Το κοινωνικό πρότυπο του φρονίμου είναι επίσης ένα σχετικά αντικειμενικό δεδομένο που μετριάζει τον προσωπικό-υποκειμενικό χαρακτήρα της αριστοτελικής ηθικής.
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
Α. Τι λέει το κείμενο;
1. Με ποια κριτήρια αποδίδεται ηθικό πρόσημο στα πάθη, που καθ’ εαυτά είναι ηθικώς ουδέτερα; Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και με τις ανθρώπινες πράξεις;
 
Τα πάθη, όπως ο φόβος, το θάρρος, η επιθυμία, η οργή, ο οίκτος, η ευχαρίστηση και η λύπη, δεν είναι από μόνα τους ούτε καλά ούτε κακά· αποκτούν ηθικό πρόσημο ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, κρίνονται με βάση πέντε συγκεκριμένα κριτήρια: αν εκδηλώνονται όταν πρέπει, για τα πράγματα που πρέπει, προς τα πρόσωπα που πρέπει, για τον σκοπό που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Όταν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, το πάθος βρίσκεται στο μέσον, δηλαδή στη μεσότητα, και η εκδήλωσή του είναι ορθή και άριστη. Αντίθετα, όταν εκδηλώνεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από τον πρέποντα, οδηγεί αντίστοιχα στην υπερβολή ή στην έλλειψη· και οι δύο αυτές αποκλίσεις αποτελούν σφάλμα και συνδέονται με την κακία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις ανθρώπινες πράξεις. Και σε αυτές υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και μέσον: η υπερβολική ή ελλιπής πράξη είναι λανθασμένη και ψέγεται, ενώ η πράξη που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης περίστασης κατακτά το μέσον, επαινείται και θεωρείται κατόρθωμα. Επομένως, τόσο στα πάθη όσο και στις πράξεις, η ηθική αξία δεν εξαρτάται απλώς από το τι αισθάνεται ή τι κάνει κάποιος, αλλά από το αν αισθάνεται και ενεργεί κατά το δέον, με ορθό μέτρο και σύμφωνα με τον λόγο. Γι’ αυτό η αρετή χαρακτηρίζεται «μεσότης τις» και έχει ως σταθερό στόχο να βρίσκει και να επιλέγει το κατάλληλο μέσον ανάμεσα στα δύο άκρα.
 
2. Πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία την ηθική διάσταση των ανθρωπίνων παθών και πράξεων;
 
Η κοινωνία δεν αντιμετωπίζει με ουδέτερο τρόπο την ηθική διάσταση των παθών και των πράξεων, αλλά τα αξιολογεί με τον έπαινο και τον ψόγο. Επαινεί όσα πάθη και όσες πράξεις εκδηλώνονται σύμφωνα με το πρέπον, δηλαδή όταν επιτυγχάνουν τη μεσότητα: στον κατάλληλο χρόνο, για τα κατάλληλα πράγματα, απέναντι στα κατάλληλα πρόσωπα, για τον ορθό σκοπό και με τον σωστό τρόπο. Αντίθετα, ψέγει τις εκδηλώσεις που αποκλίνουν από το μέτρο είτε προς την υπερβολή είτε προς την έλλειψη, επειδή τις θεωρεί εσφαλμένες και συνδεδεμένες με την κακία. Έτσι, ο έπαινος δηλώνει την κοινωνική αναγνώριση του ορθού και του ενάρετου, ενώ ο ψόγος την αποδοκιμασία του ηθικού σφάλματος. Η στάση αυτή αναδεικνύει τον πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα της αριστοτελικής ηθικής: η αρετή και η κακία δεν αφορούν μόνο τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο τα πάθη εκδηλώνονται έμπρακτα στις σχέσεις του με τους άλλους. Παράλληλα, οι καθιερωμένες αξίες της κοινωνίας λειτουργούν ως ένα σχετικά αντικειμενικό κριτήριο, το οποίο περιορίζει τον καθαρά προσωπικό χαρακτήρα της «προς ἡμᾶς» μεσότητας. Χωρίς να καταργείται η ευθύνη της ελεύθερης και συνειδητής επιλογής του ατόμου, η κοινωνική κρίση επιβεβαιώνει αν η συμπεριφορά του συμφωνεί με το κοινώς αναγνωρισμένο δέον. Επομένως, η κοινωνία συμβάλλει στη διαμόρφωση και στον έλεγχο της ηθικής συμπεριφοράς, επιδοκιμάζοντας την κατάκτηση του μέσου και αποδοκιμάζοντας τις αποκλίσεις από αυτό.
 
Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου
1. Είναι ο κάθε άνθρωπος απόλυτα υποκειμενικός στις ηθικές του επιλογές ή οφείλει να λάβει υπόψη του και ορισμένα αντικειμενικά (ανεξάρτητα από τον ίδιο) δεδομένα;
 
Ο άνθρωπος, κατά τον Αριστοτέλη, δεν είναι απόλυτα υποκειμενικός στις ηθικές του επιλογές, μολονότι η αρετή ορίζεται ως μεσότητα «πρός ἡμᾶς», δηλαδή ως μέτρο σχετικό με το συγκεκριμένο πρόσωπο και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Το κατάλληλο μέσον δεν είναι το ίδιο για όλους ούτε αποτελεί έναν αριθμητικό μέσο όρο που ισαπέχει υποχρεωτικά από την υπερβολή και την έλλειψη. Κάθε άνθρωπος οφείλει να συνεκτιμά τον χαρακτήρα του, τις δυνατότητές του και τις απαιτήσεις της εκάστοτε περίστασης, ώστε να βρει το μέτρο που αρμόζει στη δική του περίπτωση. Αυτή η προσωπική διάσταση, όμως, δεν σημαίνει αυθαιρεσία ούτε ότι ο καθένας μπορεί να θεωρεί ηθικά ορθό οτιδήποτε επιθυμεί. Η μεσότητα είναι «ὡρισμένη λόγῳ»: καθορίζεται από τον ορθό λόγο, δηλαδή από λογική κρίση, και ειδικότερα από το μέτρο που θα όριζε ο φρόνιμος άνθρωπος. Ο φρόνιμος, χάρη στην πείρα, τη γνώση και την ορθή κρίση του, λειτουργεί ως έγκυρο κοινωνικό και ηθικό πρότυπο, δείχνοντας ποια επιλογή ανταποκρίνεται πραγματικά στο δέον. Παράλληλα, ο πολίτης οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις καθιερωμένες αξίες της κοινωνίας, οι οποίες εκφράζονται με τον έπαινο των ορθών πράξεων και τον ψόγο της υπερβολής και της έλλειψης. Τα δεδομένα αυτά έχουν σχετικά αντικειμενικό χαρακτήρα, επειδή υπάρχουν ανεξάρτητα από τις προσωπικές επιθυμίες του ατόμου και περιορίζουν τον κίνδυνο ενός ανεξέλεγκτου ηθικού υποκειμενισμού. Επομένως, η αριστοτελική ηθική συνδυάζει δύο πλευρές: από τη μία, την προσωπική, ελεύθερη και συνειδητή προαίρεση του ανθρώπου και, από την άλλη, τα αντικειμενικότερα κριτήρια του ορθού λόγου, του φρόνιμου προτύπου και της κοινωνικής αξιολόγησης. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος να επιλέξει ο ίδιος το μέσον, αλλά η επιλογή του είναι ηθικά ορθή μόνο όταν συμφωνεί με το λογικά και κοινωνικά αναγνωρισμένο πρέπον.
 
2. Ο αριστοτελικός ορισμός της αρετής είναι τυπικός ως προς τη δομή του. Ποια είναι η έννοια γένους της αρετής και ποια η ειδοποιός διαφορά της; Πώς προσδιορίζονται ακριβέστερα αφενός η έννοια γένους, αφετέρου η ειδοποιός διαφορά;
 
Ο αριστοτελικός ορισμός της αρετής είναι τυπικός, επειδή οργανώνεται με βάση την έννοια γένους, δηλαδή την ευρύτερη κατηγορία στην οποία ανήκει η αρετή, και την ειδοποιό διαφορά, δηλαδή το ιδιαίτερο γνώρισμα που τη διακρίνει από τα άλλα είδη του ίδιου γένους. Έννοια γένους της αρετής είναι η «ἕξις». Η αρετή, επομένως, δεν είναι ούτε πάθος ούτε φυσική δύναμη της ψυχής, αλλά μια μόνιμη και σταθερή ιδιότητα του χαρακτήρα, η οποία διαμορφώνεται με την επανάληψη όμοιων πράξεων και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αισθάνεται και ενεργεί. Η έννοια αυτή προσδιορίζεται ακριβέστερα με τη μετοχή «προαιρετική»: η αρετή είναι έξη που προϋποθέτει προαίρεση, δηλαδή έλλογη, ελεύθερη και συνειδητή επιλογή. Ενάρετος δεν είναι όποιος εκτελεί τυχαία μια ορθή πράξη, αλλά όποιος έχει επιλέξει σταθερά το αγαθό ως τρόπο ζωής και ενεργεί με επίγνωση και συνέπεια. Ειδοποιός διαφορά της αρετής είναι η «μεσότης», καθώς αυτή τη διακρίνει από τις άλλες έξεις, και ειδικότερα από τις δύο κακίες: τη μία που βρίσκεται στην υπερβολή και την άλλη που βρίσκεται στην έλλειψη. Η μεσότητα προσδιορίζεται ακριβέστερα με τρεις συμπληρωματικές διατυπώσεις. Πρώτον, είναι «ἡ πρὸς ἡμᾶς», άρα δεν αποτελεί έναν αντικειμενικό αριθμητικό μέσο όρο ίδιο για όλους, αλλά το κατάλληλο μέτρο για το συγκεκριμένο πρόσωπο και τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεύτερον, είναι «ὡρισμένη λόγῳ», δηλαδή δεν καθορίζεται αυθαίρετα, αλλά από τον ορθό λόγο και τη λογική κρίση. Τρίτον, ορίζεται «ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν»: κριτήριο αποτελεί η απόφαση του φρόνιμου ανθρώπου, ο οποίος, χάρη στην πείρα, τη γνώση και την ορθή του κρίση, αναγνωρίζει τι πρέπει να γίνει σε κάθε περίπτωση. Επιπλέον, η αρετή δεν αρκείται στο να βρίσκεται παθητικά στο μέσον, αλλά είναι «στοχαστική τοῦ μέσου»: έχει ως σταθερό στόχο να το αναζητεί, να το βρίσκει και να το επιλέγει τόσο στα πάθη όσο και στις πράξεις. Συνεπώς, ο πλήρης ορισμός παρουσιάζει την αρετή ως προαιρετική έξη που συνίσταται στη σχετική προς εμάς μεσότητα, η οποία καθορίζεται από τον ορθό λόγο και από το πρότυπο του φρόνιμου ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο συνδυάζονται η σταθερότητα του χαρακτήρα, η προσωπική ευθύνη, η ελεύθερη επιλογή και ένα λογικό, σχετικά αντικειμενικό κριτήριο ηθικής ορθότητας.
 
Γ. Για τη γλώσσα του κειμένου
1. Ποια έγκλιση είναι κυρίαρχη στο απόσπασμα; Γιατί πλέον ο Αριστοτέλης την προτιμά, ακόμα και για σκέψεις που σε προηγούμενες ενότητες είχε διατυπώσει με δυνητική ευκτική; Γιατί σε μία περίπτωση καταφεύγει και εδώ στη δυνητική ευκτική;
 
Στο απόσπασμα κυριαρχεί η οριστική έγκλιση, όπως φαίνεται στους ρηματικούς τύπους «ἔστι(ν)», «ἁμαρτάνεται», «ψέγεται», «ἐπαινεῖται», «κατορθοῦται». Με την οριστική ο Αριστοτέλης παρουσιάζει τις θέσεις του ως βέβαιες, γενικά αποδεκτές και αντικειμενικά ισχύουσες διαπιστώσεις: στα πάθη και στις πράξεις υπάρχουν υπερβολή, έλλειψη και μέσον· η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν σφάλμα και ψέγονται, ενώ το μέσον επαινείται και αποτελεί το ορθό. Η προτίμηση αυτή συνδέεται με το σημείο στο οποίο έχει φτάσει πλέον η συλλογιστική του πορεία. Σε προηγούμενες ενότητες, όπου διερευνούσε ακόμη τη φύση της αρετής και διατύπωνε συλλογισμούς με χαρακτήρα υπόθεσης ή πιθανότητας, μπορούσε να χρησιμοποιεί τη δυνητική ευκτική, παρουσιάζοντας μια κρίση ως δυνατό ή πιθανό ενδεχόμενο. Εδώ, όμως, η έρευνα έχει ολοκληρωθεί και ο φιλόσοφος διατυπώνει το τελικό της συμπέρασμα, δηλαδή τον ορισμό της ηθικής αρετής. Γι’ αυτό εγκαταλείπει τον διερευνητικό και υποθετικό τόνο και επιλέγει την οριστική, η οποία προσδίδει στις διατυπώσεις του βεβαιότητα, σαφήνεια και αποδεικτικό κύρος. Ακόμη και η φράση «Μεσότης τις ἄρα ἐστίν ἡ ἀρετή» εκφέρεται με οριστική, επειδή παρουσιάζεται πλέον ως ασφαλές συμπέρασμα των προηγούμενων συλλογισμών.
Μία μόνο φορά ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί δυνητική ευκτική, στη φράση «ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν». Ο τύπος «ὁρίσειεν» μαζί με το δυνητικό «ἄν» σημαίνει «όπως θα μπορούσε / θα όριζε ο φρόνιμος άνθρωπος». Εδώ η δυνητική ευκτική είναι αναγκαία, επειδή ο φιλόσοφος δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο φρόνιμο που έχει ήδη διατυπώσει έναν σταθερό και καθολικό κανόνα. Αναφέρεται υποθετικά στην κρίση που θα διατύπωνε ο φρόνιμος σε κάθε ιδιαίτερη περίσταση. Η «πρὸς ἡμᾶς» μεσότητα δεν είναι ένα αριθμητικά καθορισμένο μέσον, ίδιο για όλους και για όλες τις περιπτώσεις· μεταβάλλεται ανάλογα με το πρόσωπο, τον χρόνο, τα πράγματα, τους ανθρώπους, τον σκοπό και τον τρόπο της πράξης ή του πάθους. Επομένως, δεν μπορεί να δοθεί εκ των προτέρων ένας απόλυτος κανόνας. Απαιτείται κάθε φορά η έλλογη και έμπειρη κρίση του φρόνιμου, ο οποίος θα όριζε τι είναι ορθό στις συγκεκριμένες συνθήκες. Η δυνητική ευκτική, λοιπόν, δεν εκφράζει αμφιβολία για την αξία του φρόνιμου ως ηθικού κριτηρίου· εκφράζει τον υποθετικό και περιστασιακό χαρακτήρα της κρίσης του. Συνολικά, η οριστική υπηρετεί τη βεβαιότητα του ορισμού της αρετής, ενώ η μοναδική δυνητική ευκτική δηλώνει ότι η πρακτική εφαρμογή του ορθού λόγου εξαρτάται από τη συνετή κρίση που θα ασκούσε ο φρόνιμος σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
 
2. Να εντοπίσετε στο κείμενο λέξεις που συναντώνται και στη νεοελληνική. Ωστόσο, να εξετάσετε εάν έχουν διατηρήσει την αρχική σημασία τους; Πώς τις αποδίδει ο μεταφραστής;
 
Στο αρχαίο κείμενο απαντούν αρκετές λέξεις που χρησιμοποιούνται και στη Νέα Ελληνική, είτε αυτούσιες είτε ως ομόρριζες. Ωστόσο, άλλες έχουν διατηρήσει σχεδόν αναλλοίωτη την αρχική τους σημασία, ενώ άλλες παρουσιάζουν σημασιολογική μεταβολή ή εξειδίκευση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα:
«πάθη»: Στο κείμενο δηλώνει τα συναισθήματα και τις ψυχικές καταστάσεις που υφίσταται ο άνθρωπος, όπως ο φόβος, η οργή, ο οίκτος, η ευχαρίστηση και η λύπη. Στη Νέα Ελληνική η λέξη «πάθος» διατηρεί και αυτή τη σημασία, συχνά όμως δηλώνει ειδικότερα ένα πολύ έντονο συναίσθημα, μια ισχυρή επιθυμία ή ακόμη και μια έξη που κυριαρχεί στο άτομο. Οι μεταφραστές αποδίδουν το νόημα κυρίως με τις λέξεις «συναισθήματα» ή «πάθη».
«πράξεις»: Δηλώνει τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Η σημασία αυτή έχει διατηρηθεί στη Νέα Ελληνική. Και οι δύο μεταφράσεις χρησιμοποιούν τη λέξη «πράξεις», χωρίς ουσιαστική σημασιολογική μεταβολή.
«ὑπερβολή»: Στον Αριστοτέλη είναι η απόκλιση από το ορθό μέτρο προς το «περισσότερο» από όσο πρέπει· αποτελεί το ένα από τα δύο άκρα της κακίας. Στη Νέα Ελληνική η λέξη διατηρεί τη βασική ιδέα της υπέρβασης του μέτρου, αλλά χρησιμοποιείται συχνά και για μια διογκωμένη ή ανακριβή διατύπωση. Οι μεταφραστές την αποδίδουν με τη λέξη «υπερβολή» ή με εκφράσεις όπως «υπερβαλλόντως πολύ».
«ἔλλειψις»: Σημαίνει την απόκλιση από το μέτρο προς το «λιγότερο» από όσο πρέπει. Η νεοελληνική λέξη «έλλειψη» έχει διατηρήσει τον βασικό πυρήνα της σημασίας, δηλώνει όμως γενικότερα την απουσία ή την ανεπάρκεια κάποιου πράγματος. Στις μεταφράσεις αποδίδεται ως «έλλειψη» ή περιφραστικά ως «πάρα πολύ ολίγον».
«μέσον» – «μεσότης»: Στο κείμενο δεν δηλώνουν απλώς το σημείο που ισαπέχει αριθμητικά από δύο άκρα, αλλά το ορθό και κατάλληλο μέτρο «πρὸς ἡμᾶς», ανάλογα με το πρόσωπο και τις περιστάσεις. Στη Νέα Ελληνική οι λέξεις «μέσο» και «μεσότητα» μπορούν ακόμη να δηλώνουν το ενδιάμεσο, αλλά συχνά συνδέονται με το συνηθισμένο, το μέτριο ή το ουδέτερο. Επομένως, η αριστοτελική σημασία είναι ειδικότερη και αξιολογικά θετική. Οι μεταφραστές διατηρούν τους όρους «μέσον» και «μεσότητα», ενώ ο Λεκατσάς χρησιμοποιεί επίσης τις εκφράσεις «ορθόν μέτρον» και «κατά το μέτρον».
«ἀρετή»: Στον Αριστοτέλη είναι η τελειότητα του χαρακτήρα και η σταθερή προαιρετική έξη που βρίσκει και επιλέγει το ορθό μέσον. Στη Νέα Ελληνική η λέξη διατηρεί τη θετική ηθική σημασία, αλλά χρησιμοποιείται συχνά γενικότερα για ένα καλό γνώρισμα ή προτέρημα. Και οι δύο μεταφραστές την αποδίδουν ως «αρετή».
«ἕξις»: Στον φιλοσοφικό λόγο σημαίνει μια επίκτητη, μόνιμη και σταθερή διάθεση του χαρακτήρα, η οποία δημιουργείται με την επανάληψη πράξεων. Η νεοελληνική «έξη» δηλώνει κυρίως τη συνήθεια και συχνά έχει αρνητική απόχρωση, όπως στη φράση «βλαβερή έξη». Άρα η νεότερη σημασία είναι στενότερη και δεν αποδίδει από μόνη της όλο το φιλοσοφικό περιεχόμενο. Ο Λυπουρλής διατηρεί τον όρο «έξη», ενώ ο Λεκατσάς τον χρησιμοποιεί και τον διευκρινίζει ως «έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως».
«προαιρετική»: Στο κείμενο συνδέεται με την «προαίρεση», δηλαδή την έλλογη και συνειδητή επιλογή ύστερα από σκέψη. Στη Νέα Ελληνική το «προαιρετικός» σημαίνει συνήθως «μη υποχρεωτικός», επομένως η αρχαία φιλοσοφική σημασία δεν έχει διατηρηθεί πλήρως. Ο Λυπουρλής την αποδίδει περιφραστικά ως έξη που «επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο», ενώ ο Λεκατσάς γράφει «αποκτωμένη διά της βουλήσεως».
«λόγος»: Εδώ σημαίνει κυρίως τη λογική, τον ορθό κανόνα και την έλλογη κρίση που καθορίζει τη μεσότητα. Στη Νέα Ελληνική η λέξη είναι πολυσήμαντη και μπορεί να σημαίνει ομιλία, αιτία, υπόσχεση ή λογική. Οι μεταφραστές, για να αποδώσουν την ειδική σημασία της, χρησιμοποιούν τη λέξη «λογική» ή διατηρούν τον όρο «λόγος».
«φρόνιμος»: Στον Αριστοτέλη είναι ο άνθρωπος που διαθέτει τη διανοητική αρετή της φρόνησης και μπορεί να κρίνει ορθά τι πρέπει να πράξει σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση. Στη Νέα Ελληνική η λέξη σημαίνει συχνά τον συνετό, τον μυαλωμένο ή ακόμη και τον ήσυχο και πειθαρχημένο. Η αρχαία σημασία, επομένως, είναι βαθύτερη και ειδικότερα ηθικοφιλοσοφική. Και οι δύο μεταφράσεις χρησιμοποιούν τη φράση «φρόνιμος άνθρωπος».
«ἁμαρτάνεται»: Στο συγκεκριμένο χωρίο σημαίνει «διαπράττεται σφάλμα», «αστοχεί κανείς ως προς το ορθό». Στη Νέα Ελληνική το «αμαρτάνω» έχει κυρίως θρησκευτική και ηθική σημασία, δηλαδή «διαπράττω αμαρτία». Ο Λυπουρλής αποδίδει τον τύπο με τη φράση «αποτελεί λάθος», ενώ ο Λεκατσάς με τη λέξη «ελάττωμα», αποφεύγοντας έτσι τη νεότερη, κυρίως θρησκευτική σημασία.
«ψέγεται» – «ἐπαινεῖται»: Οι λέξεις δηλώνουν την κοινωνική αποδοκιμασία και επιδοκιμασία αντίστοιχα. Το «επαινώ» διατηρείται συχνό και με την ίδια σημασία στη Νέα Ελληνική, ενώ το «ψέγω» είναι σήμερα λόγιο και λιγότερο συνηθισμένο. Ο Λυπουρλής αποδίδει τους τύπους ως «ψέγεται» και «επαινείται», ενώ ο Λεκατσάς χρησιμοποιεί τα «κατακρίνεται» και «επαινείται».
«κατορθοῦται»: Στο αρχαίο κείμενο σημαίνει ότι επιτυγχάνεται το ορθό, ότι η ενέργεια βρίσκει τον σωστό στόχο. Στη Νέα Ελληνική το «κατορθώνω» σημαίνει γενικότερα «πετυχαίνω κάτι, συνήθως δύσκολο». Ο Λυπουρλής το αποδίδει ως «είναι το ορθό» και στη συνέχεια ως «επιτυχία του ορθού», ενώ ο Λεκατσάς αναφέρεται στην επιτυχή «έκβαση» της μεσότητας.
Συμπερασματικά, η γλωσσική συνέχεια από την Αρχαία στη Νέα Ελληνική είναι εμφανής, επειδή πολλές λέξεις παραμένουν αναγνωρίσιμες και ενεργές. Δεν πρέπει, όμως, να θεωρούμε ότι η μορφολογική ομοιότητα συνεπάγεται πάντοτε ταυτότητα σημασίας. Όροι όπως «πράξεις», «αρετή», «υπερβολή» και «έλλειψη» διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τον αρχικό τους πυρήνα, ενώ λέξεις όπως «ἕξις», «προαιρετική», «λόγος», «φρόνιμος» και «ἁμαρτάνεται» έχουν στη νεοελληνική είτε στενότερη είτε διαφορετική χρήση. Γι’ αυτό οι μεταφραστές άλλοτε διατηρούν αυτούσιο τον αρχαίο όρο και άλλοτε επιλέγουν ερμηνευτική ή περιφραστική απόδοση, ώστε να αποδώσουν με ακρίβεια το ειδικό φιλοσοφικό του περιεχόμενο.
 
3. Να συγκρίνετε τις δύο μεταφράσεις ως προς το πώς αποδίδουν: α) τα απαρέμφατα με τα οποία ο Αριστοτέλης δηλώνει τα διάφορα πάθη και β) τον ορισμό της αρετής.
Οι δύο μεταφράσεις αποδίδουν το ίδιο φιλοσοφικό περιεχόμενο, αλλά ακολουθούν διαφορετική μεταφραστική μέθοδο. Η μετάφραση του Δ. Λυπουρλή είναι πιο σύγχρονη, άμεση και κοντά στη συντακτική οργάνωση του πρωτοτύπου, ενώ η μετάφραση του Π. Λεκατσά είναι παλαιότερη, πιο λόγια και συχνά περισσότερο ερμηνευτική ή περιφραστική.
α) Η απόδοση των απαρεμφάτων που δηλώνουν τα πάθη
Ο Αριστοτέλης παραθέτει τα απαρέμφατα «φοβηθῆναι, θαρρῆσαι, ἐπιθυμῆσαι, ὀργισθῆναι, ἐλεῆσαι, ἡσθῆναι, λυπηθῆναι». Με αυτά δεν κατονομάζει αφηρημένα συναισθήματα, αλλά παρουσιάζει τα πάθη ως βιώματα και δυναμικές εκδηλώσεις του ανθρώπου: το να φοβηθεί, να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί, να αισθανθεί οίκτο, ευχαρίστηση ή λύπη.
Ο Λυπουρλής διατηρεί αυτή τη ρηματική και ενεργητική μορφή. Μεταφράζει: «μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια». Χρησιμοποιεί, δηλαδή, προσωπικές ρηματικές εκφράσεις και εξαρτά τα απαρέμφατα από το «μπορεί κανείς». Έτσι παραμένει κοντά στη μορφή και στη λειτουργία του αρχαίου κειμένου: τα πάθη εμφανίζονται ως ενέργειες ή καταστάσεις που βιώνει και εκδηλώνει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Η επιλογή αυτή αποδίδει παραστατικά την έμπρακτη διάστασή τους και προετοιμάζει φυσικά τη συνέχεια, όπου εξετάζεται αν ο άνθρωπος τα αισθάνεται «όταν, για όσα, προς όσους, για τον λόγο και με τον τρόπο που πρέπει».
Ο Λεκατσάς, αντίθετα, μετατρέπει τα περισσότερα απαρέμφατα σε αφηρημένα ουσιαστικά: «τα συναισθήματα του φόβου, του θάρρους, του πόθου, της οργής, του οίκτου και εν γένει τα της ηδονής και της οδύνης». Επιπλέον, αποδίδει το «ἔστι» με την απρόσωπη διατύπωση «δυνατόν να μας θίγουν». Έτσι το βάρος μετατοπίζεται από την πράξη του υποκειμένου προς τα ίδια τα συναισθήματα, τα οποία παρουσιάζονται σαν δυνάμεις που επενεργούν επάνω μας. Η απόδοση είναι πιο ονοματική, αφηρημένη και λόγια· απομακρύνεται περισσότερο από τη γραμματική μορφή του πρωτοτύπου, αλλά δηλώνει καθαρά ότι πρόκειται για ψυχικά πάθη.
Επομένως, ως προς τα απαρέμφατα, ο Λυπουρλής είναι μορφοσυντακτικά πιστότερος και πιο ζωντανός, επειδή διατηρεί τη ρηματική εκφορά, ενώ ο Λεκατσάς είναι περισσότερο ερμηνευτικός και αφαιρετικός, επειδή ουσιαστικοποιεί τα πάθη.
Επομένως, ως προς τα απαρέμφατα, ο Λυπουρλής είναι μορφοσυντακτικά πιστότερος και πιο ζωντανός, επειδή διατηρεί τη ρηματική εκφορά, ενώ ο Λεκατσάς είναι περισσότερο ερμηνευτικός και αφαιρετικός, επειδή ουσιαστικοποιεί τα πάθη.
β) Η απόδοση του ορισμού της αρετής
Ο αριστοτελικός ορισμός είναι: «Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν». Περιλαμβάνει διαδοχικά την έννοια γένους, «ἕξις», τον προαιρετικό χαρακτήρα της, τη μεσότητα «πρὸς ἡμᾶς», τον καθορισμό της από τον λόγο και το πρότυπο του φρόνιμου ανθρώπου.
Ο Λυπουρλής οργανώνει τον ορισμό αναλυτικά και σχεδόν σχολικά: «Η αρετή λοιπόν είναι μια έξη, που α) επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, β) βρίσκεται στο μέσον, στο μέσον όμως το “σε σχέση προς εμάς”». Με την αρίθμηση α) και β) διακρίνει ευκρινώς τα βασικά συστατικά του ορισμού. Το «ἕξις προαιρετική» αποδίδεται ερμηνευτικά ως έξη που «επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο», ώστε να καταστεί σαφής η ελεύθερη και συνειδητή προαίρεση. Το «ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς» αποδίδεται αρκετά πιστά ως «βρίσκεται στο μέσον, στο μέσον όμως το “σε σχέση προς εμάς”», με έμφαση στον σχετικό και προσωπικό χαρακτήρα της μεσότητας. Το «ὡρισμένῃ λόγῳ» μεταφράζεται ως «καθορίζεται από τη λογική», δηλαδή ο «λόγος» ερμηνεύεται ως έλλογη κρίση. Τέλος, το «ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν» αποδίδεται με τη φράση «από τη λογική, πιστεύω, που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος». Η λέξη «πιστεύω» αποτελεί επεξηγηματική παρέμβαση του μεταφραστή και δεν υπάρχει στο πρωτότυπο. Συνολικά, η μετάφραση είναι σαφής, σύγχρονη και αναλυτική, μολονότι σε ορισμένα σημεία προτιμά την ερμηνεία από την κατά λέξη αντιστοιχία.
Ο Λεκατσάς αποδίδει: «η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως· έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου». Διατηρεί αυτούσιο τον φιλοσοφικό όρο «έξις», αλλά μεταφράζει το «προαιρετική» ως «αποκτωμένη διά της βουλήσεως». Η απόδοση αυτή υπογραμμίζει τη βούληση, δεν αποδίδει όμως με απόλυτη ακρίβεια την αριστοτελική προαίρεση, η οποία δεν είναι απλή θέληση αλλά έλλογη και συνειδητή επιλογή. Τη «μεσότητα» την αποδίδει ως «κατά το μέτρον» και αργότερα ως «ορθόν τι μέτρον», επιλογή που καθιστά κατανοητό το νόημα, αλλά εξασθενεί κάπως τον ειδικό τεχνικό όρο «μεσότητα». Το «πρ
Ο Λεκατσάς αποδίδει: «η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως· έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου». Διατηρεί αυτούσιο τον φιλοσοφικό όρο «έξις», αλλά μεταφράζει το «προαιρετική» ως «αποκτωμένη διά της βουλήσεως». Η απόδοση αυτή υπογραμμίζει τη βούληση, δεν αποδίδει όμως με απόλυτη ακρίβεια την αριστοτελική προαίρεση, η οποία δεν είναι απλή θέληση αλλά έλλογη και συνειδητή επιλογή. Τη «μεσότητα» την αποδίδει ως «κατά το μέτρον» και αργότερα ως «ορθόν τι μέτρον», επιλογή που καθιστά κατανοητό το νόημα, αλλά εξασθενεί κάπως τον ειδικό τεχνικό όρο «μεσότητα». Το «πρὸς ἡμᾶς» διατηρείται ως «ως προς ημάς», ενώ το «λόγῳ» αποδίδεται πιστά με τον λόγιο όρο «υπό του λόγου». Αντί όμως να μεταφράσει τη δυνητική διατύπωση «ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν», γράφει «συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου». Έτσι μετατοπίζει το βάρος από την κρίση και τον καθορισμό του φρόνιμου προς τη συμπεριφορά του ως πρακτικού προτύπου.
Και στις δύο μεταφράσεις αποδίδεται επίσης η συνέχεια του ορισμού, σύμφωνα με την οποία η αρετή είναι μεσότητα ανάμεσα σε δύο κακίες, την υπερβολή και την έλλειψη. Ο Λυπουρλής παραμένει πιο κοντά στη διάρθρωση του αρχαίου λόγου: «είναι μεσότητα μεταξύ δύο κακιών» και η αρετή «βρίσκει και επιλέγει το μέσον». Ο Λεκατσάς προτιμά την ερμηνευτική φράση «ευρίσκεται εις το μέσον μεταξύ δύο κακών ακροτήτων» και καταλήγει ότι η αρετή «ευρίσκει και υιοθετεί ορθόν τι μέτρον». Η λέξη «υιοθετεί» αποδίδει ελεύθερα το «αἱρεῖσθαι», δηλαδή την ενεργητική επιλογή του μέσου.
Συμπέρασμα: Η μετάφραση του Λυπουρλή είναι γενικά πιο κοντά στη γραμματική δομή και στους βασικούς φιλοσοφικούς όρους του πρωτοτύπου, ενώ συγχρόνως χρησιμοποιεί κατανοητή νεοελληνική γλώσσα και επεξηγήσεις. Η μετάφραση του Λεκατσά είναι πιο λόγια και ελεύθερη: αποδίδει το νόημα με ουσιαστικοποιήσεις και περιφράσεις, αλλά σε ορισμένα σημεία μεταβάλλει τη φιλοσοφική ακρίβεια των όρων. Ειδικότερα, στα απαρέμφατα ο Λυπουρλής διατηρεί τον δυναμικό ρηματικό χαρακτήρα τους, ενώ ο Λεκατσάς τα μετατρέπει σε ονόματα συναισθημάτων· στον ορισμό της αρετής ο πρώτος αναλύει με μεγαλύτερη σαφήνεια τα συστατικά του, ενώ ο δεύτερος τα παρουσιάζει σε πιο λόγια και ερμηνευτική μορφή.
 
Παράλληλα Κείμενα
1. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Ἠθικὰ Νικομάχεια, Β 3.1-2, 1104b3-13
Στο σημείο αυτό των Ἠθικῶν Νικομαχείων ο Αριστοτέλης αναφέρει το ευχάριστο ή το δυσάρεστο συναίσθημα, που συνοδεύουν τις πράξεις μας, ως δείκτες για τη διαμόρφωση μιας έξης. Με αυτό τον τρόπο συνδέει άρρηκτα τον συναισθηματικό μας κόσμο με την ηθική αρετή.
 
Σημάδι αποδεικτικό των έξεων πρέπει να θεωρούμε την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια που συνοδεύει τις πράξεις μας. Αυτό θα πει: Όποιος μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση, είναι άνθρωπος σώφρων· ακόλαστος είναι αυτός που το πράγμα αυτό τον δυσαρεστεί· επίσης: ο άνθρωπος που στέκεται να αντιμετωπίσει όλα τα επικίνδυνα πράγματα και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση ή, έστω, δεν τον δυσαρεστεί, είναι ανδρείος. δειλός είναι αυτός που το πράγμα αυτό τον δυσαρεστεί. Και όλα αυτά γιατί η ηθική αρετή σχετίζεται στην πραγματικότητα με την ευχαρίστηση και με τη δυσαρέσκεια: η ευχαρίστηση μας εξωθεί να κάνουμε ευτελή πράγματα, η δυσαρέσκεια μας κρατάει μακριά από τα όμορφα πράγματα. Γι' αυτό και είναι ανάγκη -όπως το λέει ο Πλάτωνας¯ να έχει πάρει κανείς ήδη από μικρός εκείνη την αγωγή που θα τον κάνει να ευχαριστιέται και να δυσαρεστείται με αυτά που πρέπει· αυτή είναι η σωστή παιδεία.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
 
Ενδεικτική Δραστηριότητα
Ο Αριστοτέλης, στο συγκεκριμένο απόσπασμα, διαχωρίζει τις ηδονές σε καλές και κακές. Αφού λάβετε υπόψη το Κείμενο Αναφοράς, προσπαθήστε να ορίσετε τις κακές και καλές ηδονές, όπως και τις καλές και τις κακές λύπες. Στο τέλος, να δοκιμάσετε να βρείτε δικά σας παραδείγματα για καθεμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις.
 
Για τον Αριστοτέλη, η ηδονή και η λύπη δεν είναι από μόνες τους ούτε καλές ούτε κακές. Το ηθικό τους πρόσημο εξαρτάται από την αιτία τους, το αντικείμενό τους, τον τρόπο και τον βαθμό με τον οποίο εκδηλώνονται, καθώς και από τις πράξεις προς τις οποίες οδηγούν. Όπως προκύπτει από το Κείμενο Αναφοράς, το ορθό βρίσκεται στη μεσότητα: ο άνθρωπος πρέπει να ευχαριστιέται ή να λυπάται όταν πρέπει, για όσα πρέπει, απέναντι σε όσους πρέπει, για τον σκοπό που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Παράλληλα, το συναίσθημα που συνοδεύει μια πράξη αποτελεί «σημάδι» της έξης και, επομένως, αποκαλύπτει την ποιότητα του χαρακτήρα. Δεν αρκεί να πράττει κανείς εξωτερικά το σωστό· σημασία έχει και αν αισθάνεται την κατάλληλη ευχαρίστηση ή λύπη κατά την πράξη.
1. Καλές ηδονές
Καλές είναι οι ηδονές που προέρχονται από ηθικά ορθές πράξεις και συμφωνούν με τον λόγο και τη μεσότητα. Τις αισθάνεται ο άνθρωπος που έχει διαμορφώσει ενάρετη έξη, επειδή χαίρεται όταν πράττει το καλό και όχι επειδή επιδιώκει απλώς μια άμεση ή σωματική απόλαυση. Η ευχαρίστηση αυτή αποτελεί ένδειξη ότι το αγαθό έχει γίνει σταθερή επιλογή και μέρος του χαρακτήρα του.
Παραδείγματα: ένας μαθητής μελετά συστηματικά και χαίρεται επειδή κατανόησε ένα δύσκολο θέμα και βελτιώθηκε· κάποιος βοηθά έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη και αισθάνεται ικανοποίηση επειδή ενήργησε δίκαια και γενναιόδωρα· ένας αθλητής αρνείται μια αθέμιτη νίκη και χαίρεται που διατήρησε την εντιμότητά του· κάποιος απολαμβάνει ένα γεύμα με μέτρο, χωρίς να οδηγείται σε ακραία κατανάλωση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η χαρά συνδέεται με την ορθή πράξη, τον σωστό σκοπό και το κατάλληλο μέτρο.
2. Κακές ηδονές
Κακές είναι οι ηδονές που γεννώνται από άδικες, ευτελείς ή υπερβολικές πράξεις και ωθούν τον άνθρωπο μακριά από το δέον. Ο άνθρωπος τις επιδιώκει χωρίς να υπολογίζει τον ορθό λόγο, τις συνέπειες ή το καλό των άλλων. Έτσι η ευχαρίστηση γίνεται κίνητρο της κακίας και φανερώνει ότι έχει παγιωθεί μια εσφαλμένη έξη.
Παραδείγματα: ένας μαθητής αντιγράφει σε διαγώνισμα και χαίρεται επειδή πέτυχε βαθμό χωρίς προσπάθεια· κάποιος διαδίδει ένα προσβλητικό σχόλιο και ικανοποιείται από την αμηχανία του άλλου· ένας άνθρωπος καταναλώνει πολύ περισσότερο φαγητό ή ποτό από όσο χρειάζεται μόνο για την απόλαυση· κάποιος χαίρεται επειδή εξαπάτησε έναν συναλλασσόμενο και κέρδισε σε βάρος του. Η ηδονή είναι κακή όχι επειδή κάθε απόλαυση είναι καταδικαστέα, αλλά επειδή εδώ προέρχεται από άδικη πράξη, υπερβολή ή επιλογή αντίθετη προς τον λόγο.
3. Καλές λύπες
Καλές είναι οι λύπες που αισθανόμαστε για τον σωστό λόγο και στον πρέποντα βαθμό: όταν αναγνωρίζουμε ένα πραγματικό κακό, μια αδικία, ένα δικό μας ηθικό σφάλμα ή τη δυστυχία ενός άλλου ανθρώπου. Αυτές οι λύπες δεν αποτελούν αδυναμία· φανερώνουν ηθική ευαισθησία και μπορούν να οδηγήσουν σε διόρθωση, αποκατάσταση ή βοήθεια.
Παραδείγματα: ένας μαθητής λυπάται επειδή αδίκησε έναν συμμαθητή του, ζητά συγγνώμη και επανορθώνει· ένας πολίτης στενοχωριέται βλέποντας μια άδικη μεταχείριση και παρεμβαίνει με νόμιμο και συνετό τρόπο· κάποιος δοκιμάζει λύπη για τη δυσκολία ενός φίλου και του προσφέρει έμπρακτη υποστήριξη· ένας αθλητής λυπάται επειδή δεν προπονήθηκε με συνέπεια και χρησιμοποιεί την αποτυχία ως αφορμή για βελτίωση. Η λύπη είναι καλή όταν είναι ανάλογη με την περίσταση, προέρχεται από ορθή κρίση και παρακινεί σε ενάρετη πράξη.
4. Κακές λύπες
Κακές είναι οι λύπες που προκαλούνται από κάτι καλό ή αναγκαίο, επειδή ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να επιθυμεί το αντίθετο, καθώς και όσες είναι αδικαιολόγητες ή υπερβολικές σε σχέση με την περίσταση. Ιδίως κακή είναι η δυσαρέσκεια που αισθάνεται κάποιος όταν η ορθή πράξη απαιτεί αυτοέλεγχο, θάρρος, δικαιοσύνη ή κόπο.
Παραδείγματα: κάποιος λυπάται επειδή πρέπει να επιστρέψει κάτι που δεν του ανήκει· ένας μαθητής δυσανασχετεί επειδή χρειάζεται να μελετήσει αντί να επιλέξει μια εύκολη αλλά ανεύθυνη διασκέδαση· ένας άνθρωπος στενοχωριέται για την επιτυχία ενός άλλου από φθόνο· κάποιος απογοητεύεται επειδή δεν μπόρεσε να εκδικηθεί ή να προσβάλει εκείνον που τον ενόχλησε· ένας πολίτης δυσανασχετεί επειδή οφείλει να τηρήσει έναν δίκαιο κανόνα που περιορίζει το προσωπικό του συμφέρον. Στις περιπτώσεις αυτές η λύπη αποκαλύπτει ότι το άτομο δεν έχει ακόμη εναρμονίσει τις επιθυμίες του με το αγαθό.
 
Συμπερασματικά, καλές δεν είναι όλες οι ηδονές ούτε κακές όλες οι λύπες. Κριτήριο είναι αν το συναίσθημα συνδέεται με το καλόν, το δέον και τη μεσότητα. Ο ενάρετος άνθρωπος χαίρεται με τις καλές πράξεις και λυπάται για τις κακές, ενώ ο άνθρωπος με εσφαλμένη έξη μπορεί να χαίρεται με το άδικο και να δυσαρεστείται με το σωστό. Γι’ αυτό η σωστή αγωγή, από μικρή ηλικία, πρέπει να εκπαιδεύει τον άνθρωπο όχι μόνο να πράττει όσα πρέπει, αλλά και να ευχαριστιέται και να λυπάται με όσα πρέπει. Η ηθική αρετή ολοκληρώνεται όταν η ορθή πράξη, η έλλογη επιλογή και το κατάλληλο συναίσθημα συμφωνούν μεταξύ τους.
 
2. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Ἠθικά Μεγάλα, A 7.2-4, 1186a12-27
Τα Ἠθικά Μεγάλα είναι μια ηθική πραγματεία την οποία η αρχαιότητα μας παρέδωσε ως έργο του Αριστοτέλη. Στο απόσπασμα γίνεται κυρίως λόγος για το πάθος της οργής και την ηθική στάση του ανθρώπου απέναντί του.
 
Πάθη, λοιπόν, είναι η οργή, ο φόβος, το μίσος, ο πόθος, ο ζήλος, η συμπόνοια και τα παρόμοιά τους, αυτά που συνήθως συνοδεύονται από δυσαρέσκεια και ευχαρίστηση. Δυνάμεις: με αυτές έχουμε τη δυνατότητα να υφιστάμεθα τα πάθη, δηλαδή οι δυνάμεις μάς καθιστούν ικανούς να εκδηλώσουμε οργή ή στενοχώρια ή συμπόνοια ή τα παρόμοιά τους. Έξεις: με αυτές είμαστε τοποθετημένοι ως προς τα πάθη καλώς ή κακώς από ηθική άποψη. παράδειγμα: ως προς την οργή και την εκδήλωσή της. αν είμαστε οργίλοι σε υπερβολικό βαθμό, είμαστε κακώς τοποθετημένοι ως προς την οργή. αν, πάλι, δεν οργιζόμαστε καθόλου με αυτά που πρέπει να οργιζόμαστε, επίσης και σ’ αυτή την περίπτωση είμαστε κακώς τοποθετημένοι ως προς την οργή. Συμπερασματικά, η μέση τοποθέτηση είναι η εξής: ούτε υπερβολικά να υφιστάμεθα το πάθος της οργής ούτε και να το μηδενίζουμε. Σε μια τέτοια, βέβαια, κατάσταση, είμαστε καλώς τοποθετημένοι [ως προς την οργή]. Το ίδιο και ως προς τα υπόλοιπα πάθη, με τα οποία συμβαίνουν τα ίδια. Με άλλα λόγια, η σωστή τοποθέτηση ως προς την οργή και η πραότητα, βρίσκεται στη μεσότητα ανάμεσα στην οργή και την απουσία του πάθους της οργής. Έτσι και στην περίπτωση της καυχησιάς και της κρυψίνοιας. διότι το να προσποιείται κανείς πως έχει περισσότερα από όσα έχει είναι ίδιον της καυχησιάς, ενώ λιγότερα είναι ίδιον της κρυψίνοιας. άρα η αλήθεια είναι η μεσότητα ανάμεσα σ’ αυτά.
(μετάφραση Β. Μπετσάκος)
 
Ενδεικτική Δραστηριότητα
Να προσπαθήσετε να αντιστοιχίσετε όσα διδάσκει θεωρητικά ο Αριστοτέλης για την ηθική στο Κείμενο Αναφοράς με όσα παραδειγματικά αναφέρονται για την οργή στα Ἠθικά Μεγάλα. Να αποτυπώσετε τα συμπεράσματά σας σε ένα διάγραμμα ή έναν πίνακα. Βρίσκετε διαφορές ανάμεσα στις δύο ηθικές πραγματείες;
 

Θεωρητική διδασκαλία στο Κείμενο Αναφοράς

Παραδειγματική εφαρμογή στην οργή στα Ἠθικά Μεγάλα

Συμπέρασμα

Η ηθική αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις.

Η οργή παρουσιάζεται ως πάθος, δηλαδή ως ψυχική κατάσταση που συνοδεύεται συνήθως από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια και εκδηλώνεται στη συμπεριφορά.

Η οργή αποτελεί συγκεκριμένο πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται και φανερώνεται η ηθική ποιότητα του ανθρώπου.

Τα πάθη καθαυτά δεν είναι αρετές ή κακίες· η ηθική τους αξία εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο τα βιώνουμε και τα εκδηλώνουμε.

Δεν θεωρείται κακή κάθε οργή. Κακή είναι είτε η υπερβολική οργή είτε η πλήρης απουσία της όταν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους πρέπει να οργιστούμε.

Η οργή δεν απορρίπτεται απόλυτα· αξιολογείται ανάλογα με τις περιστάσεις, την ένταση και το αντικείμενό της.

Οι δυνάμεις είναι οι φυσικές δυνατότητες με τις οποίες μπορούμε να αισθανόμαστε τα πάθη, ενώ οι έξεις είναι οι σταθεροί τρόποι με τους οποίους είμαστε τοποθετημένοι απέναντί τους.

Η δύναμη μάς καθιστά ικανούς να οργιζόμαστε· η έξη καθορίζει αν οργιζόμαστε σωστά, υπερβολικά ή ανεπαρκώς.

Η αρετή δεν ταυτίζεται με την απλή φυσική ικανότητα της οργής, αλλά με την επίκτητη και σταθερή ορθή στάση απέναντί της.

Σε κάθε πάθος υπάρχουν τρεις δυνατότητες: υπερβολή, έλλειψη και μέσον.

Στην οργή, υπερβολή είναι να οργίζεται κανείς περισσότερο από όσο πρέπει· έλλειψη είναι να μην οργίζεται καθόλου ακόμη και όταν πρέπει· μέσον είναι η κατάλληλη εκδήλωση της οργής.

Το γενικό τριμερές σχήμα εφαρμόζεται με ακρίβεια σε ένα συγκεκριμένο πάθος.

Η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν κακίες, επειδή αποκλίνουν από το δέον.

Η υπερβολική οργή αντιστοιχεί στην οργιλότητα, ενώ η παντελής απουσία οργής σε περιστάσεις που την απαιτούν αποτελεί επίσης λανθασμένη ηθική τοποθέτηση.

Τα δύο αντίθετα άκρα είναι ηθικά εσφαλμένα, παρότι το ένα εκφράζει περίσσεια και το άλλο ανεπάρκεια.

Η αρετή είναι μεσότης και έχει ως στόχο να βρίσκει και να επιλέγει το μέσον.

Η ορθή έξη απέναντι στην οργή είναι η πραότητα, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολική οργή και στην έλλειψή της.

Η πραότητα αποτελεί την ειδική μορφή που παίρνει η γενική αρχή της μεσότητας στο πάθος της οργής.

Το μέσον δεν είναι αριθμητικό, αλλά το «πρὸς ἡμᾶς»: αυτό που αρμόζει στο συγκεκριμένο πρόσωπο και στη συγκεκριμένη περίσταση.

Η σωστή στάση δεν σημαίνει να βρίσκεται κάποιος πάντοτε σε μια ίση απόσταση από τα άκρα, αλλά να οργίζεται όσο απαιτεί η περίπτωση και για όσα πράγματι αξίζουν οργή.

Η μεσότητα είναι ποιοτική και περιστασιακή, όχι μηχανικός μέσος όρος.

Το ορθό πάθος εκδηλώνεται όταν πρέπει, για όσα πρέπει, προς όσους πρέπει, για τον σκοπό που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει.

Ο πράος άνθρωπος οργίζεται στον κατάλληλο χρόνο, για πραγματικά άδικο ή επιλήψιμο λόγο, απέναντι στο κατάλληλο πρόσωπο, με ορθό σκοπό και χωρίς δυσανάλογη ένταση ή διάρκεια.

Τα πέντε κριτήρια του δέοντος καθιστούν συγκεκριμένο το περιεχόμενο της ορθής οργής.

Η αρετή είναι ἕξις προαιρετική: σταθερή έξη που προϋποθέτει ελεύθερη, έλλογη και συνειδητή επιλογή.

Η πραότητα δεν είναι μια τυχαία ή στιγμιαία συγκράτηση, αλλά σταθερός τρόπος αντίδρασης, τον οποίο ο άνθρωπος έχει καλλιεργήσει και επιλέγει συνειδητά.

Η ηθική αξία δεν κρίνεται από μία μεμονωμένη αντίδραση, αλλά από τον παγιωμένο χαρακτήρα και την προαίρεση.

Η μεσότητα είναι ὡρισμένη λόγῳ και προσδιορίζεται όπως θα την όριζε ο φρόνιμος.

Η ορθή οργή απαιτεί κρίση: ο άνθρωπος πρέπει να σταθμίσει αν υπάρχει δίκαιη αιτία, ποια ένταση αρμόζει και ποιος τρόπος αντίδρασης υπηρετεί πραγματικά το καλό.

Η πραότητα δεν είναι παθητικότητα, αλλά έλλογος αυτοέλεγχος και συνετή επιλογή.

Το ίδιο σχήμα υπερβολής, έλλειψης και μεσότητας ισχύει γενικά για τα πάθη και τις πράξεις.

Τα Ἠθικά Μεγάλα επεκτείνουν το παράδειγμα στην καυχησιά και στην κρυψίνοια: η πρώτη παρουσιάζει περισσότερα από όσα υπάρχουν, η δεύτερη λιγότερα, ενώ η αλήθεια είναι το μέσον.

Το παράδειγμα της οργής δεν είναι μεμονωμένο· επιβεβαιώνει έναν γενικό μηχανισμό συγκρότησης των ηθικών αρετών.

 
Ομοιότητες και διαφορές των δύο πραγματειών
Σε επίπεδο βασικής ηθικής διδασκαλίας, οι δύο πραγματείες παρουσιάζουν ουσιαστική συμφωνία. Και στα Ἠθικά Νικομάχεια και στα Ἠθικά Μεγάλα η ηθική αρετή θεωρείται έξη σχετική με τα πάθη και τις πράξεις, ενώ η ορθή στάση τοποθετείται ανάμεσα στην υπερβολή και στην έλλειψη. Το Κείμενο Αναφοράς διατυπώνει τη θεωρία γενικά και αφηρημένα: για κάθε πάθος πρέπει να επιτυγχάνεται το πρέπον ως προς τον χρόνο, το αντικείμενο, τα πρόσωπα, τον σκοπό και τον τρόπο. Τα Ἠθικά Μεγάλα εφαρμόζουν παραδειγματικά αυτή την αρχή στην οργή: ούτε η υπερβολική οργή ούτε η παντελής απουσία της είναι ορθές· η πραότητα αποτελεί τη μεσότητα και, επομένως, την ενάρετη έξη. Παράλληλα, επιβεβαιώνουν την ίδια δομή και με το ζεύγος καυχησιάς–κρυψίνοιας, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται η αλήθεια.
Υπάρχουν, ωστόσο, διαφορές κυρίως στην έκταση, την ορολογία και τον τρόπο παρουσίασης, όχι στον πυρήνα της διδασκαλίας. Στα Ἠθικά Νικομάχεια ο ορισμός είναι πληρέστερος και φιλοσοφικά ακριβέστερος: η αρετή χαρακτηρίζεται «ἕξις προαιρετική», η μεσότητα προσδιορίζεται ως «πρὸς ἡμᾶς», καθορίζεται από τον λόγο και συνδέεται ρητά με το κριτήριο του φρόνιμου ανθρώπου. Τονίζονται, επομένως, η ελεύθερη και συνειδητή προαίρεση, η σχετικότητα του μέσου προς το συγκεκριμένο πρόσωπο και η ανάγκη έλλογης κρίσης. Στο απόσπασμα των Ἠθικῶν Μεγάλων η διατύπωση είναι απλούστερη και περισσότερο διδακτική: προηγείται η διάκριση παθών, δυνάμεων και έξεων και ακολουθούν χειροπιαστά παραδείγματα που δείχνουν πώς λειτουργεί η μεσότητα. Δεν αναπτύσσονται εδώ με την ίδια σαφήνεια η προαίρεση, το «πρός ἡμᾶς», ο ορθός λόγος και ο φρόνιμος.
Μια ακόμη φραστική διαφορά είναι ότι τα Ἠθικά Νικομάχεια μιλούν για τη μεσότητα ως αρετή ανάμεσα σε δύο κακίες, ενώ τα Ἠθικά Μεγάλα, στο παράδειγμα της οργής, περιγράφουν κυρίως δύο κακές ηθικές τοποθετήσεις: την υπερβολική οργή και την έλλειψη της οργής όταν αυτή απαιτείται. Η διαφορά αυτή δεν οδηγεί σε διαφορετικό ηθικό συμπέρασμα· αποτελεί διαφορετικό βαθμό θεωρητικής συστηματοποίησης. Συνεπώς, δεν εντοπίζεται ουσιαστική αντίθεση μεταξύ των δύο έργων: τα Ἠθικά Μεγάλα συγκεκριμενοποιούν με παραδείγματα όσα τα Ἠθικά Νικομάχεια διατυπώνουν με πληρέστερο και αυστηρότερο θεωρητικό τρόπο.
 
3. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Ἠθικά Νικομάχεια, K 7.1-2·8-9, 8.13, 1177a12-19· 1177b26-1178a8· 1179a22-32
Αν λοιπόν η ευδαιμονία είναι ενέργεια που ακολουθεί την αρετή, είναι εύλογο να ακολουθεί την ύψιστη αρετή -και αυτή θα είναι η αρετή του άριστου μέρους μας. Είτε ο νους είναι αυτό είτε κάτι άλλο, αυτό που θεωρούμε ότι εκ φύσεως άρχει και ηγείται και έχει γνώση για τα καλά και τα θεϊκά, είτε γιατί είναι και το ίδιο θεϊκό είτε γιατί είναι το πιο θεϊκό πράγμα που έχουμε μέσα μας, η δική του ενέργεια, η σύμφωνη με την αρετή που του αντιστοιχεί, θα είναι η πλήρης ευδαιμονία. Ότι είναι στην ουσία της θεωρητική, έχει ήδη ειπωθεί. Η διαπίστωση αυτή έρχεται σε συμφωνία και με τους προηγούμενους φιλοσόφους και με την αλήθεια. [...]
Αυτός ο βίος θα είναι ανώτερος από τον βίο που αναλογεί στον άνθρωπο. γιατί θα ζήσει μ’ αυτόν τον τρόπο όχι ως άνθρωπος, αλλά ως το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα του. Και όσο διαφέρει αυτό το θεϊκό στοιχείο από τον σύνθετο ανθρώπινο οργανισμό, τόσο διαφέρει και η ενέργειά του από την υπόλοιπη ανθρώπινη αρετή. Αν λοιπόν ο νους είναι κάτι το θεϊκό σε σχέση με τον άνθρωπο, άλλο τόσο θεϊκός είναι και ο βίος του νου σε σχέση με τον ανθρώπινο βίο. Δεν πρέπει λοιπόν να ακολουθήσουμε όσους μας παρακινούν να «σκεφτόμαστε ανθρώπινα ως άνθρωποι και θνητά ως θνητοί», αλλά να τείνουμε κατά το δυνατόν προς την αθανασία και να κάνουμε τα πάντα ώστε να ζούμε σύμφωνα με το ανώτερο μέρος του εαυτού μας. Παρά το μικρό του μέγεθος, στην ισχύ και την αξία υπερέχει κατά πολύ όλων των άλλων. Σωστά λοιπόν πιστεύουμε ότι αυτό είναι τελικά ο καθένας μας, από τη στιγμή που είναι το κύριο και το καλύτερο.
Θα ήταν λοιπόν παράλογο, αν ο άνθρωπος δεν επέλεγε τον δικό του βίο, αλλά τον βίο κάποιου άλλου. Πράγματι, αυτό που αντιστοιχεί στη φύση του καθενός, αυτό είναι και το ανώτερο και απολαυστικότερο γι’ αυτόν. Στον άνθρωπο λοιπόν αντιστοιχεί ο σύμφωνος με τον νου βίος, εφόσον αυτό ακριβώς είναι τελικά ο άνθρωπος. Συνεπώς ο βίος αυτός θα είναι και ο πιο ευδαιμονικός. [...]
Όποιος ενεργεί σύμφωνα με τον νου και επιμελείται τον νου, φαίνεται ότι είναι και αυτός που φέρεται άριστα και είναι ο πιο θεοφιλής. Γιατί αν υπάρχει κάποια επιμέλεια των θεών για τα ανθρώπινα πράγματα -και όντως πιστεύουμε ότι υπάρχει-, είναι εύλογο οι θεοί να χαίρονται με ό,τι είναι άριστο και πιο συγγενές με αυτούς (και αυτό είναι ο νους), και να επιβραβεύουν όσους αγαπούν περισσότερο και τιμούν τον νου, σαν φίλοι που νοιάζονται γι’ αυτούς και κάνουν το σωστό και το καλό. Ότι όλα αυτά αναφέρονται κυρίως στον σοφό, είναι φανερό. Ο σοφός είναι λοιπόν ο πιο θεοφιλής, και ευλόγως και ο πιο ευδαίμων.
(μετάφραση Β. Κάλφας)
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Στον ορισμό της ηθικής αρετής ο Αριστοτέλης καταλήγει, ύστερα από εκτεταμένη αναφορά, στο ἄλογον μέρος της ανθρώπινης ψυχής, ειδικότερα σε εκείνο το μέρος του που μετέχει λόγου. Εντάσσει, όμως, στον ορισμό και μια διπλή αναφορά στις αρετές του λόγου ἔχοντος μέρους της ψυχής, τις διανοητικές αρετές. Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε το σχετικό τμήμα του ορισμού.
Στη συνέχεια να συλλέξετε στο Παράλληλο Κείμενο όλα όσα λέγονται για τη διανοητική αρετή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο φιλόσοφος απαριθμεί ως διανοητικές αρετές τη φρόνηση, τη σύνεση και τη σοφία, ποιος από αυτούς τους όρους νομίζετε ότι θα συμπεριλάμβανε όσα λέγονται για τη διανοητική αρετή στο Παράλληλο Κείμενο;
 
Α. Η διπλή αναφορά στις διανοητικές αρετές μέσα στον ορισμό της ηθικής αρετής
Ο ορισμός της ηθικής αρετής είναι: «Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρός ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καί ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν». Η ηθική αρετή αφορά πρωτίστως το επιθυμητικό μέρος της ψυχής, δηλαδή το άλογο μέρος που μπορεί να ακούει και να υπακούει στον λόγο. Γι’ αυτό σχετίζεται με τα πάθη, τις επιθυμίες και τις πράξεις. Ωστόσο, ο ορισμός δεν περιορίζεται σε αυτό το μέρος της ψυχής· περιλαμβάνει δύο σαφείς αναφορές στο λόγον ἔχον μέρος και, επομένως, στις διανοητικές αρετές.
Η πρώτη αναφορά βρίσκεται στη φράση «ὡρισμένῃ λόγῳ». Η «πρὸς ἡμᾶς» μεσότητα δεν καθορίζεται από το συναίσθημα, την αυθόρμητη επιθυμία ή την προσωπική αυθαιρεσία, αλλά από τον ορθό λόγο. Χρειάζεται, δηλαδή, η λειτουργία του λογικού μέρους της ψυχής, το οποίο εξετάζει τις ιδιαίτερες περιστάσεις και κρίνει πότε, για ποια πράγματα, απέναντι σε ποιους, για ποιον σκοπό και με ποιον τρόπο πρέπει να εκδηλωθεί ένα πάθος ή να πραγματοποιηθεί μια πράξη. Έτσι, ο λόγος δίνει μέτρο και κατεύθυνση στο επιθυμητικό μέρος, χωρίς να καταργεί τα πάθη.
Η δεύτερη αναφορά βρίσκεται στη φράση «ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν». Ο φρόνιμος είναι ο άνθρωπος που κατέχει τη διανοητική αρετή της φρόνησης, δηλαδή την έλλογη ικανότητα να διακρίνει το πρακτικά αγαθό και να αποφασίζει σωστά σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση. Η κρίση του λειτουργεί ως έγκυρο κριτήριο της μεσότητας. Ο φρόνιμος δεν εφαρμόζει έναν άκαμπτο και ίδιο για όλους κανόνα· αξιολογεί τα μεταβαλλόμενα δεδομένα της πράξης και καθορίζει τι είναι πρέπον εδώ και τώρα.
Οι δύο διατυπώσεις συνδέονται στενά: το «ὡρισμένῃ λόγῳ» δηλώνει το γενικό, αντικειμενικότερο κριτήριο της ορθολογικής κρίσης, ενώ το «ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν» παρουσιάζει την έμπρακτη και προσωποποιημένη μορφή αυτού του κριτηρίου. Η ηθική αρετή, επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένα χωρίς τη συνδρομή της διανοητικής αρετής: το επιθυμητικό μέρος πρέπει να διαμορφωθεί έτσι ώστε να συμφωνεί με όσα υποδεικνύουν ο ορθός λόγος και η φρόνηση. Η προαίρεση μάλιστα, ως έλλογη και συνειδητή επιλογή, επιβεβαιώνει αυτή τη συνεργασία επιθυμίας και λογικής.
Β. Η διανοητική αρετή στο Παράλληλο Κείμενο
Στο Παράλληλο Κείμενο η διανοητική αρετή παρουσιάζεται μέσα από τη λειτουργία του νου και τον θεωρητικό βίο. Τα βασικά στοιχεία που αναφέρονται είναι τα εξής:
- Η ευδαιμονία είναι ενέργεια σύμφωνη με την αρετή και η πλήρης ευδαιμονία πρέπει να ακολουθεί την ύψιστη αρετή, δηλαδή την αρετή του άριστου μέρους του ανθρώπου.
- Άριστο μέρος της ανθρώπινης ψυχής είναι ο νους, επειδή εκ φύσεως άρχει, ηγείται και γνωρίζει τα καλά και τα θεϊκά.
- Ο νους χαρακτηρίζεται θεϊκός ή, τουλάχιστον, ως το θεϊκότερο στοιχείο μέσα στον άνθρωπο.
- Η ενέργεια του νου σύμφωνα με τη δική του αρετή είναι θεωρητική· άρα η ανώτερη ανθρώπινη ζωή είναι ο θεωρητικός βίος.
- Ο βίος του νου υπερβαίνει τον συνηθισμένο ανθρώπινο βίο, επειδή ο άνθρωπος ζει τότε σύμφωνα με το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα του.
- Ο άνθρωπος οφείλει να τείνει, όσο είναι δυνατόν, προς την αθανασία και να ζει σύμφωνα με το ανώτερο μέρος του εαυτού του.
- Παρότι ο νους είναι μικρός ως προς το μέγεθος, υπερέχει όλων των άλλων στοιχείων ως προς τη δύναμη και την αξία· γι’ αυτό θεωρείται το κύριο και το καλύτερο μέρος του ανθρώπου, ακόμη και ο αληθινός εαυτός του.
- Ο σύμφωνος με τον νου βίος είναι ο πιο φυσικός, ο πιο ευχάριστος και ο πιο ευδαίμων για τον άνθρωπο.
- Όποιος ενεργεί σύμφωνα με τον νου και τον καλλιεργεί φέρεται άριστα, είναι ο πιο θεοφιλής και, επομένως, ο πιο ευδαίμων.
- Το πρόσωπο που ενσαρκώνει πληρέστερα αυτή τη ζωή είναι ο σοφός.
Από τις διανοητικές αρετές φρόνηση, σύνεση και σοφία, ο όρος που περιλαμβάνει όσα αναπτύσσονται στο Παράλληλο Κείμενο είναι αναμφίβολα η σοφία. Η φρόνηση αφορά κυρίως την πρακτική σκέψη και την ορθή απόφαση για όσα μπορούν να γίνουν διαφορετικά· γι’ αυτό στον ορισμό της ηθικής αρετής συνδέεται με τον φρόνιμο, ο οποίος καθορίζει το πρέπον στις ανθρώπινες πράξεις. Η σύνεση είναι η ικανότητα ορθής κατανόησης και κρίσης σχετικά με πρακτικά ζητήματα, χωρίς να ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ολοκληρωμένη πρακτική αρετή. Αντίθετα, η σοφία αποτελεί την ανώτερη θεωρητική τελείωση του νου: στρέφεται προς τις πρώτες αρχές, τις ανώτατες αλήθειες και τα θεϊκά αντικείμενα της γνώσης.
Η επιλογή επιβεβαιώνεται και λεκτικά από το ίδιο το κείμενο, το οποίο καταλήγει ότι όλα τα γνωρίσματα του θεωρητικού βίου αναφέρονται κυρίως στον σοφό. Επομένως, η διανοητική αρετή που περιγράφεται δεν είναι η πρακτική φρόνηση του πολίτη, αλλά η σοφία του ανθρώπου που καλλιεργεί τον νου και αφοσιώνεται στη θεωρία. Η σοφία οδηγεί στην ανώτερη μορφή ευδαιμονίας, επειδή ενεργοποιεί το άριστο και θεϊκότερο μέρος του ανθρώπου. Συνολικά, ο ορισμός της ηθικής αρετής δείχνει την αναγκαία συμβολή της φρόνησης στην ορθή πράξη, ενώ το Παράλληλο Κείμενο εξυψώνει τη σοφία ως την τελειότερη διανοητική αρετή και τη θεωρητική της ενέργεια ως την πληρέστερη ανθρώπινη ευδαιμονία.
 
2. Παίρνοντας ως αξιωματικά δεδομένη ο Αριστοτέλης τη θεϊκή καταγωγή του νου και της λογικής καταλήγει να συμπεράνει ότι η ευδαιμονία του σοφού είναι η ανώτερη μορφή ανθρώπινης ευδαιμονίας (υπονοείται η σύγκριση με την ευδαιμονία που παρέχει η πολιτική-ηθική αρετή, αυτήν που ορίζεται στο Κείμενο Αναφοράς). Μπορείτε να αποτυπώσετε τη συλλογιστική πορεία με την οποία καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό;
 
Η συλλογιστική πορεία του Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης ξεκινά από την ήδη θεμελιωμένη θέση ότι η ευδαιμονία δεν είναι μια παθητική κατάσταση ή ένα πρόσκαιρο συναίσθημα, αλλά ενέργεια της ψυχής σύμφωνα με την αρετή. Αν, λοιπόν, υπάρχουν περισσότερες αρετές και περισσότερες αντίστοιχες ενέργειες, τότε η τελειότερη ευδαιμονία πρέπει να συνδέεται με την τελειότερη αρετή και με την ενέργεια του ανώτερου μέρους του ανθρώπου.
1. Η πλήρης ευδαιμονία ακολουθεί την ύψιστη αρετή. Αφού η ευδαιμονία είναι ενέργεια «κατ’ ἀρετήν», η ανώτερη μορφή της δεν μπορεί παρά να είναι ενέργεια σύμφωνα με την ανώτερη αρετή. Ο βαθμός της ευδαιμονίας εξαρτάται, επομένως, από την αξία της δύναμης της ψυχής που ενεργεί και από την τελειότητα της αρετής που την κατευθύνει.
2. Το άριστο μέρος του ανθρώπου είναι ο νους. Ο νους είναι το μέρος που «ἄρχει καὶ ἡγεῖται», δηλαδή κυβερνά και καθοδηγεί τα υπόλοιπα μέρη της ψυχής. Επιπλέον, έχει γνώση των ανώτερων, αγαθών και θεϊκών πραγμάτων. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης τον θεωρεί είτε θεϊκό καθαυτόν είτε, τουλάχιστον, το θεϊκότερο στοιχείο που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Η θεϊκή του καταγωγή και συγγένεια τού προσδίδουν υπεροχή σε δύναμη και αξία, παρότι αποτελεί μικρό μέρος της σύνθετης ανθρώπινης ύπαρξης.
3. Η ανώτερη ενέργεια είναι η ενέργεια του νου σύμφωνα με τη δική του αρετή. Εφόσον ο νους είναι το άριστο μέρος μας, η ενέργειά του είναι ανώτερη από τις ενέργειες των κατώτερων δυνάμεων. Η οικεία αρετή του νου είναι η σοφία και η χαρακτηριστική του ενέργεια είναι η θεωρία, δηλαδή η καθαρή γνώση και η θέαση των πρώτων αρχών, της αλήθειας και των ανώτερων όντων. Άρα, η πλήρης ευδαιμονία είναι στην ουσία της θεωρητική.
4. Ο θεωρητικός βίος είναι θεϊκότερος και ανώτερος από τον συνηθισμένο ανθρώπινο βίο. Όταν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με τον νου, δεν ενεργεί απλώς ως σύνθετο ον με ανάγκες, πάθη και κοινωνικές υποχρεώσεις, αλλά σύμφωνα με το θεϊκό στοιχείο μέσα του. Ο βίος αυτός είναι «κρείττων» από τον βίο που αντιστοιχεί στην ανθρώπινη σύνθεση, επειδή μετέχει, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, στη σταθερότητα και στην ανωτερότητα της θεϊκής ζωής. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης καλεί τον άνθρωπο να μην περιορίζεται στο να σκέφτεται μόνο «ανθρώπινα» και «θνητά», αλλά να επιδιώκει κατά το δυνατόν την αθανασία, καλλιεργώντας το ανώτερο μέρος του εαυτού του.
5. Ο νους αποτελεί τον αληθινότερο εαυτό του ανθρώπου. Επειδή είναι το κύριο, το καλύτερο και το κυβερνητικό στοιχείο της ψυχής, ο νους εκφράζει κατεξοχήν την ουσία του ανθρώπου. Θα ήταν, επομένως, παράλογο να επιλέξει κανείς έναν βίο που υπηρετεί κυρίως κατώτερες λειτουργίες και όχι τον βίο που αντιστοιχεί στο άριστο μέρος του. Ο σύμφωνος με τον νου βίος είναι ο πιο οικείος προς την αληθινή φύση του ανθρώπου και, άρα, ο ανώτερος γι’ αυτόν.
6. Η φυσικότητα και η τελειότητα του θεωρητικού βίου τον καθιστούν και τον πιο ευχάριστο.
Κατά τον Αριστοτέλη, αυτό που ταιριάζει περισσότερο στην ιδιαίτερη φύση ενός όντος είναι συγχρόνως και το ανώτερο και το πιο απολαυστικό γι’ αυτό. Εφόσον στον άνθρωπο προσιδιάζει κυρίως ο νους, η αδιάλειπτη άσκησή του στη θεωρία αποτελεί την πιο οικεία και καθαρή ηδονή. Η ευδαιμονία του σοφού δεν στηρίζεται, λοιπόν, σε εξωτερικές απολαύσεις, αλλά στην τελειότερη πραγμάτωση της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.
7. Ο θεωρητικός βίος καθιστά τον σοφό θεοφιλή. Αν οι θεοί ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους, είναι εύλογο να αγαπούν εκείνο που τους είναι συγγενέστερο, δηλαδή τον νου, και να επιδοκιμάζουν όσους τον τιμούν και τον καλλιεργούν. Ο σοφός, επειδή ενεργεί σύμφωνα με τον νου, φέρεται άριστα, πράττει το σωστό και το καλό και γίνεται ο πιο θεοφιλής. Η θεϊκή εύνοια λειτουργεί ως πρόσθετη επιβεβαίωση ότι ο σοφός είναι και ο πιο ευδαίμων.
Σύγκριση με την πολιτική-ηθική ευδαιμονία
Η ευδαιμονία που προκύπτει από την πολιτική-ηθική αρετή είναι αληθινή και σημαντική, αλλά κατά τον Αριστοτέλη είναι δεύτερη σε σχέση με τη θεωρητική. Η ηθική αρετή αφορά το μέρος της ψυχής που έχει πάθη και επιθυμίες, αλλά μπορεί να υπακούει στον λόγο. Εκδηλώνεται μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και στις πράξεις της πόλης: στη δικαιοσύνη, στην ανδρεία, στη σωφροσύνη, στην πραότητα και γενικά στην επιλογή της μεσότητας. Για να ασκηθεί, χρειάζεται συγκεκριμένες περιστάσεις, άλλους ανθρώπους και αρκετά εξωτερικά αγαθά· άρα εξαρτάται περισσότερο από μεταβλητές συνθήκες.
Αντίθετα, η θεωρητική ενέργεια ανήκει στο ανώτερο και θεϊκότερο μέρος του ανθρώπου, έχει ως αντικείμενο τις υψηλότερες αλήθειες και είναι περισσότερο αυτάρκης, συνεχής και καθαρή. Ο σοφός χρειάζεται ασφαλώς τα αναγκαία μέσα της ζωής, όμως η ουσιώδης ενέργειά του μπορεί να ασκείται περισσότερο από κάθε άλλη χωρίς πλήθος εξωτερικών προϋποθέσεων. Επιπλέον, η θεωρία επιδιώκεται για τον εαυτό της και όχι ως μέσο για κάποιο διαφορετικό αποτέλεσμα, πράγμα που την καθιστά πληρέστερο τέλος.
Σχηματική απόδοση του συλλογισμού
Ευδαιμονία = ενέργεια σύμφωνα με την αρετή → η πλήρης ευδαιμονία ακολουθεί την ύψιστη αρετή → ύψιστο μέρος του ανθρώπου είναι ο νους → αρετή του νου είναι η σοφία και ενέργειά του η θεωρία → ο θεωρητικός βίος ενεργοποιεί το θεϊκότερο και αληθινότερο στοιχείο του ανθρώπου → είναι ο πιο οικείος, αυτάρκης, καθαρός, ευχάριστος και θεοφιλής βίος → άρα η θεωρητική ευδαιμονία του σοφού είναι η ανώτερη μορφή ανθρώπινης ευδαιμονίας.
Συμπέρασμα: Ο Αριστοτέλης δεν ακυρώνει την πολιτική και ηθική αρετή· τη θεωρεί αναγκαία για τον ολοκληρωμένο ανθρώπινο και κοινωνικό βίο. Την κατατάσσει, όμως, χαμηλότερα από τη θεωρητική ζωή, επειδή η πρώτη τελειοποιεί το ανθρώπινο μέρος που σχετίζεται με τα πάθη και τις κοινωνικές πράξεις, ενώ η δεύτερη ενεργοποιεί τον νου, δηλαδή το θεϊκότερο, κυριότερο και καλύτερο στοιχείο μας. Έτσι η ευδαιμονία του ενάρετου πολίτη είναι δευτερεύουσα, ενώ η ευδαιμονία του σοφού, που πραγματώνεται στη θεωρία, είναι η πληρέστερη και ανώτερη.
 
3. ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ Ασκητική
Η Ασκητική συμπυκνώνει με ποιητικό και προφητικό τόνο τη φιλοσοφία ζωής που πρόβαλε ο Καζαντζάκης σε όλα του τα έργα: το αστείρευτο πάθος για την αναζήτηση, την αλήθεια, τη ζωή, την αθανασία, τον άνθρωπο και τον Θεό.
 
Ο αγέρας άλλαξε, αναπνέμε μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη σπόρους. Φωνές σηκώνουνται. Ποιος φωνάζει; Εμείς φωνάζουμε, οι άνθρωποι. Οι ζωντανοί, οι πεθαμένοι κι οι αγέννητοι. Μα κι ευτύς μάς πλακώνει ο φόβος και σωπαίνουμε. Ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από αναντρία. Μα ξάφνου πάλι η Κραυγή ξεσκίζει σαν αϊτός τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν έρχεται από αλάργα για να ξεφύγουμε. Μέσα στην καρδιά μας κάθεται η Κραυγή και φωνάζει.
-  «Κάψε το σπίτι σου! » φωνάζει ο Θεός. «Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί. Κάψε τις Ιδέες σου σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει. Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται τη πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο. Εμένα! Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης. Ακλούθα! Περπάτα απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψέ τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω! »
Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος.
Πόλεμο στους άπιστους! Άπιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι. Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πως καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα. Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.
Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν’ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε. Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ’τανε γόνιμες αρετές. Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραμονεύουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες.
 
Ενδεικτική Δραστηριότητα
Ο Καζαντζάκης διακηρύσσει: «Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες». Ποια σημεία του αποσπάσματος μοιάζουν να αντιμάχονται τόσο την αριστοτελική ταύτιση της αρετής με τη μεσότητα όσο και το ηθικό πρότυπο του λογικού και φρόνιμου πολίτη;
Να διευρύνετε τον προβληματισμό σας λαμβάνοντας υπόψη:
α) τη διευκρίνιση του Αριστοτέλη: διό κατά μέν τήν οὐσίαν καί τόν λόγον τόν τό τί ἦν εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστίν ἡ ἀρετή, κατά δέ τό ἄριστον καί τό εὖ ἀκρότης [: Από την άποψη λοιπόν της ουσίας της, και όσο μας ενδιαφέρει ο ορισμός της φύσης της, η αρετή είναι μεσότητα, από την άποψη όμως του σωστού και του άριστου είναι, ασφαλώς, κάτι που βρίσκεται στο ψηλότερο σκαλί] (Ἠθικὰ Νικομάχεια 1107a6-8), και
 
β) την εγγραφή στο ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη (Μέρες Γ΄, 21.8.1935): «Φαντάζομαι πως ο αληθινός ρυθμός της ζωής μου είναι κάτι που θα ονόμαζα εναλλαγή των άκρων. Έτσι έγινε όσες φορές έκανα κάτι. Αντίθετα, εκείνο που με χάλασε πάντα είναι κάποιες μέσες καταστάσεις, τέλματα που μ’ αρρώστησαν ίσαμε και τη μνήμη ακόμη. Την υποχώρηση, τη συγκατάβαση, τη συνδιαλλαγή, αυτό το τρυφερό γύρισμα στον εαυτό μας, αυτή τη συμπονετική άδεια στον εαυτό μας –κάποτε άργησα πολύ να τ’ αποκρούσω».
 
1. Η αντιπαράθεση της «Ασκητικής» προς την αριστοτελική μεσότητα
Στο απόσπασμα της Ασκητικής κυριαρχεί ένα πρότυπο ζωής εκρηκτικό, ασυμβίβαστο και διαρκώς υπερβατικό, το οποίο φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αντιτίθεται τόσο στην αριστοτελική μεσότητα όσο και στο πρότυπο του έλλογου και φρόνιμου πολίτη. Η αντίθεση διακρίνεται ήδη στις προστακτικές διατυπώσεις «Κάψε το σπίτι σου», «Κάψε τις Ιδέες σου», «σύντριψε τους συλλογισμούς σου», «παράτα […] κι ακολούθα μου». Ο Καζαντζάκης δεν προβάλλει τη μετρημένη στάθμιση των περιστάσεων, αλλά τη ριζική αποδέσμευση από κάθε ασφάλεια, από κάθε παγιωμένη αλήθεια και ακόμη από τη λογική συστηματοποίηση. Ιδίως η εντολή «σύντριψε τους συλλογισμούς σου» μοιάζει να στρέφεται ευθέως εναντίον της αριστοτελικής απαίτησης η μεσότητα να είναι «ὡρισμένη λόγῳ», δηλαδή να καθορίζεται από τον ορθό λόγο και από την κρίση του φρόνιμου.
Ακόμη σαφέστερη είναι η αντίθεση στη φράση «Περπάτα απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! […] Σύντριψε τα είδωλα τούτα». Έννοιες που στην αριστοτελική ηθική έχουν κεντρική και θετική αξία —η δικαιοσύνη, η αρετή, η ρύθμιση της ηδονής και της λύπης— παρουσιάζονται εδώ ως όρια που πρέπει να ξεπεραστούν. Ο Καζαντζάκης αρνείται να θεωρήσει οποιοδήποτε ήδη διαμορφωμένο ηθικό σύστημα οριστικό. Η ζωή νοείται ως ακατάπαυστος αγώνας και αυτοϋπέρβαση, όχι ως σταθερή κατάκτηση μιας έξης που ρυθμίζει με συνέπεια τα πάθη και τις πράξεις.
Το ίδιο πνεύμα εκφράζουν οι φράσεις «Φωτιά!», «Πόλεμο στους άπιστους!», «Το μίσος μας είναι χωρίς συμβιβασμό», «δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο». Το λεξιλόγιο της φωτιάς, του πολέμου, του μίσους, της σκληρότητας και του αδύνατου εξυμνεί την ένταση και την ακρότητα. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης ζητεί κάθε πάθος να εκδηλώνεται όταν, για όσα, προς όσους, για τον σκοπό και με τον τρόπο που πρέπει. Το αριστοτελικό μέτρο αποκλείει τόσο την υπερβολή όσο και την έλλειψη, ενώ ο καζαντζακικός λόγος προβάλλει συνειδητά την υπερβολή ως κινητήρια δύναμη δημιουργίας και αναγέννησης.
Ανάλογη απόσταση από το πρότυπο του φρόνιμου πολίτη δηλώνουν οι φράσεις «να πληθύνει η αδικία», «η εποχή μας δεν είναι στιγμή ισορρόπησης», «ο συμβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη» δεν είναι τώρα γόνιμες αρετές και «δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους». Ο φρόνιμος του Αριστοτέλη κρίνει τις περιστάσεις, αναζητεί το πρακτικά αγαθό και ενεργεί μέσα στην πόλη με γνώμονα τη δικαιοσύνη και το κοινό καλό. Αντίθετα, ο Καζαντζάκης περιγράφει μια οριακή ιστορική στιγμή κατά την οποία το άτομο καλείται να υπερβεί τις παλιές κοινωνικές ισορροπίες και να δεχθεί ακόμη και το χάος ως αναγκαία προϋπόθεση γέννησης ενός νέου κόσμου. Το πρότυπό του δεν είναι ο συνετός πολίτης που σταθεροποιεί την κοινότητα, αλλά ο ανήσυχος αγωνιστής που αρνείται τη βόλεψη και διακινδυνεύει τα πάντα.
2. Η αριστοτελική διευκρίνιση: η μεσότητα ως «ἀκρότης»
Η αντίθεση, ωστόσο, δεν είναι απόλυτη. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι η αρετή είναι μεσότητα «κατά τὴν οὐσίαν καὶ τὸν λόγον», επειδή ορίζεται ανάμεσα σε δύο κακίες, αλλά «κατά δέ τό ἄριστον καί τό εὖ ἀκρότης», επειδή αποτελεί το ύψιστο επίτευγμα του ορθού και του αγαθού. Η μεσότητα, επομένως, δεν είναι χλιαρότητα, μετριότητα, συμβιβασμός ή αδρανής «μέση κατάσταση». Δεν βρίσκεται απλώς στο αριθμητικό μέσο δύο άκρων· είναι το ακριβές και δύσκολα κατακτώμενο μέτρο που απαιτεί κάθε φορά η περίσταση. Από αξιολογική άποψη βρίσκεται στην κορυφή.
Υπό αυτή την έννοια, η καζαντζακική απαίτηση για υπέρβαση της βόλεψης και για αδιάκοπο αγώνα παρουσιάζει μια βαθύτερη συγγένεια με τον Αριστοτέλη. Και οι δύο απορρίπτουν την ευκολία, την παθητικότητα και τη στασιμότητα. Η αριστοτελική αρετή είναι αποτέλεσμα επίμονου εθισμού, συνειδητής προαίρεσης και συνεχούς άσκησης της κρίσης· δεν είναι μια άτονη συμφιλίωση των αντιθέτων. Παρόμοια, ο Καζαντζάκης απαιτεί από τον άνθρωπο να υπερβεί τον φόβο και τη συνήθεια. Η ουσιώδης διαφορά είναι ότι ο Αριστοτέλης θέτει ως κριτήριο τον ορθό λόγο, το δέον και τον φρόνιμο, ενώ ο Καζαντζάκης εξυψώνει την ίδια την αδιάκοπη υπέρβαση, ακόμη και όταν αυτή εμφανίζεται να σπάει τα καθιερωμένα κριτήρια του καλού και του κακού.
Άρα, η «ακρότητα» έχει διαφορετικό νόημα στους δύο στοχαστές. Στον Αριστοτέλη είναι αξιολογική τελειότητα: η άριστη επιλογή του κατάλληλου μέτρου. Στον Καζαντζάκη είναι κυρίως υπαρξιακή ένταση και υπέρβαση: η άρνηση κάθε τελικής ανάπαυσης, βεβαιότητας και σταθερού ορίου. Η πρώτη ελέγχεται από τον λόγο· η δεύτερη τροφοδοτείται από την «Κραυγή», την ανησυχία και το πάθος για το αδύνατο.
3. Η «εναλλαγή των άκρων» του Σεφέρη
Ο Σεφέρης δηλώνει ότι ο αληθινός ρυθμός της ζωής του είναι μια «εναλλαγή των άκρων» και ότι τον έβλαψαν οι «μέσες καταστάσεις», τις οποίες παρομοιάζει με τέλματα. Με αυτή τη διατύπωση πλησιάζει τον Καζαντζάκη: και οι δύο δυσπιστούν απέναντι στη βόλεψη, στην υποχώρηση, στη συγκατάβαση και στον συμβιβασμό, επειδή τα συνδέουν με τη στασιμότητα και την απώλεια της δημιουργικής δύναμης. Τα άκρα, αντίθετα, εκφράζουν ένταση, κίνηση, γονιμότητα και αυθεντική εμπλοκή με τη ζωή.
Ωστόσο, οι «μέσες καταστάσεις» του Σεφέρη δεν πρέπει να ταυτιστούν αυτομάτως με την αριστοτελική μεσότητα. Ο Σεφέρης απορρίπτει κυρίως την άτολμη υποχώρηση, την αυτάρεσκη συγκατάβαση και τη συναισθηματική ακινησία. Η αριστοτελική μεσότητα, αντίθετα, δεν είναι τέλμα ούτε συμβιβαστική λύση· μπορεί να απαιτεί εξαιρετικά έντονη δράση, αρκεί αυτή να είναι η πρέπουσα. Για παράδειγμα, απέναντι σε μια μεγάλη αδικία, η μεσότητα δεν θα ήταν μια χλιαρή αντίδραση, αλλά η ακριβώς ανάλογη, θαρραλέα και δίκαιη αντίσταση που θα όριζε ο φρόνιμος.
Παρά ταύτα, ο Σεφέρης διαφοροποιείται από τον Αριστοτέλη όταν παρουσιάζει την εναλλαγή των άκρων ως τον αυθεντικό ρυθμό της προσωπικής του δημιουργίας. Για τον Αριστοτέλη, τα άκρα της υπερβολής και της έλλειψης είναι κακίες, ενώ το ορθό βρίσκεται στη μεσότητα «πρὸς ἡμᾶς». Για τον Σεφέρη, αντιθέτως, η μετάβαση από το ένα άκρο στο άλλο μπορεί να είναι δημιουργική, επειδή τον προστατεύει από τη στασιμότητα. Η θέση του είναι περισσότερο βιωματική και ποιητική παρά συστηματικά ηθική· περιγράφει τον προσωπικό ρυθμό της ζωής του και όχι έναν καθολικό κανόνα συμπεριφοράς.
4. Συνολική αποτίμηση
Τα τρία κείμενα συμφωνούν στην απόρριψη της αδράνειας, της αυτάρεσκης ασφάλειας και της εύκολης προσαρμογής. Διαφέρουν, όμως, ως προς το κριτήριο της υπέρβασης. Ο Αριστοτέλης προτείνει μια δύσκολη κορύφωση που επιτυγχάνεται με προαίρεση, ορθό λόγο και φρόνηση: η αρετή είναι μεσότητα ως προς τη δομή της, αλλά ακρότητα ως προς την αξία της. Ο Καζαντζάκης προβάλλει την ασίγαστη εξέγερση εναντίον κάθε σταθερού σχήματος, ακόμη και εναντίον των παλιών αρετών, και μετατρέπει την υπέρβαση σε μόνιμο χρέος. Ο Σεφέρης, τέλος, υπερασπίζεται βιωματικά την κίνηση ανάμεσα στα άκρα, επειδή φοβάται περισσότερο το τέλμα της συμβιβαστικής μέσης κατάστασης.
Επομένως, η αρχική εντύπωση ότι Καζαντζάκης και Σεφέρης απορρίπτουν ολοκληρωτικά τον Αριστοτέλη χρειάζεται διόρθωση. Απορρίπτουν κυρίως μια παρερμηνεία της μεσότητας ως μετριότητας και συμβιβασμού. Παραμένει, βέβαια, ουσιαστική η διαφορά τους από την αριστοτελική ηθική: ο Αριστοτέλης αναζητεί το άριστο μέσα σε ένα έλλογο, κοινωνικό και ηθικά προσδιορισμένο μέτρο, ενώ ο Καζαντζάκης και, σε διαφορετικό βαθμό, ο Σεφέρης αναγνωρίζουν δημιουργική δύναμη στην αστάθεια, στη ρήξη και στα άκρα. Η σύγκριση δείχνει τελικά ότι το πραγματικό αντίθετο της αρετής δεν είναι κατ’ ανάγκην η ένταση, αλλά είτε η άλογη υπερβολή και έλλειψη είτε, από τη νεότερη υπαρξιακή σκοπιά, η ακινησία και η παραίτηση από τον αγώνα.