Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 18: Η αρχή της πλειοψηφίας

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 18: Η αρχή της πλειοψηφίας
 
Διδακτική Ενότητα 18: Η αρχή της πλειοψηφίας
Οι σχέσεις μεταξύ των συμπολιτών στο πλαίσιο της πόλεως διαμορφώνονται, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη, από παράγοντες όπως η εξουσία και το συμφέρον. Οι σχέσεις εξουσίας και τα πολύμορφα συμφέροντα αποτυπώνονται στο εκάστοτε πολίτευμα, ένα σύνολο θεσμών και νόμων που ρυθμίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τη ζωή μέσα στην πόλη. Έτσι, στην ιστορία συναντώνται διάφορα πολιτεύματα. Ο Αριστοτέλης τα μελέτησε –δίνοντας έμφαση κυρίως σε όσα εμφανίστηκαν στην ιστορία της Αθήνας– και προσπάθησε να προβεί σε κατηγοριοποιήσεις και αξιολογήσεις των πολιτευμάτων ανάλογα με το ποιος είχε κάθε φορά την εξουσία και σε ποιων τα συμφέροντα απέβλεπε.
 
Κείμενο αναφοράς
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Γ 6.3-4, 1281a39-b10
Περί μέν οὖν τῶν ἄλλων ἔστω τις ἕτερος λόγος· ὅτι δέ δεῖ κύριον εἶναι μᾶλλον τό πλῆθος ἤ τούς ἀρίστους μέν ὀλίγους δέ, δόξειεν ἄν λέγεσθαι καί τιν’ ἔχειν ἀπορίαν τάχα δέ κἄν ἀλήθειαν. Τούς γάρ πολλούς, ὧν ἕκαστός ἐστιν οὐ σπουδαῖος ἀνήρ, ὅμως ἐνδέχεται συνελθόντας εἶναι βελτίους ἐκείνων, οὐχ ὡς ἕκαστον ἀλλ’ ὡς σύμπαντας, οἷον τά συμφορητά δεῖπνα τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης χορηγηθέντων· πολλῶν γάρ ὄντων ἕκαστον μόριον ἔχειν ἀρετῆς καί φρονήσεως, καί γίνεσθαι συνελθόντων, ὥσπερ ἕνα ἄνθρωπον τό πλῆθος, πολύποδα καί πολύχειρα καί πολλάς ἔχοντ’ αἰσθήσεις, οὕτω καί περί τά ἤθη καί τήν διάνοιαν. Διό καί κρίνουσιν ἄμεινον οἱ πολλοί καί τά τῆς μουσικῆς ἔργα καί τά τῶν ποιητῶν· ἄλλοι γάρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δέ πάντες.
 
Μεταφράσεις
Για τα υπόλοιπα θα υπάρξει χωριστή ανάπτυξη. Η άποψη ότι την εξουσία στην πόλη πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος παρά οι «άριστοι» που είναι λίγοι, νομίζω ότι μπορεί να συζητηθεί -με το νόημα ότι είναι μια άποψη που παρουσιάζει, βέβαια, κάποιες δυσκολίες, που περιέχει όμως ίσως και κάποια αλήθεια. Για το πλήθος μπορεί κανείς να πει τούτο: το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι τίποτε το αξιόλογο, ενωμένοι όμως όλοι μαζί είναι ενδεχόμενο να είναι, όχι σαν άτομα αλλά σαν σύνολο, καλύτεροι από εκείνους -όπως ακριβώς τα δείπνα που γίνονται με τη συνεισφορά πολλών είναι καλύτερα από εκείνα που γίνονται με έξοδα ενός μόνο ανθρώπου. Πολλοί καθώς είναι, ο καθένας διαθέτει ένα μόριο αρετής και φρόνησης, και έτσι, ενωμένοι οι πολλοί γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, με πολλά χέρια και με πολλές αισθήσεις -και με ανάλογη, βέβαια, αρετή και εξυπνάδα. Γι’ αυτό και οι πολλοί είναι σε θέση να κρίνουν καλύτερα τα έργα της μουσικής και των ποιητών: ο ένας κρίνει ένα μέρος, ο άλλος ένα άλλο, και όλοι μαζί το σύνολο.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
 
Για τα άλλα ζητήματα θα γίνει λόγος αλλού. Η άποψη ότι το πλήθος πρέπει να έχει κυρίαρχη εξουσία παρά οι άριστοι και λίγοι, θα φαινόταν αποδεκτή με αρκετή δόση αλήθειας ίσως αλλά και με κάποιες ενστάσεις. Γιατί οι πολλοί, αν και ξεχωριστά ο καθένας τους δεν είναι σπουδαίος άντρας, ενδέχεται, όταν συγκεντρωθούν, να είναι καλύτεροι από τον άριστο, όχι βέβαια ο καθένας χωριστά αλλά ως σύνολο, όπως ακριβώς συμβαίνει να είναι ανώτερα τα δείπνα που γίνονται με τη συνεισφορά όλων όσοι συμμετέχουν, από εκείνα που γίνονται με έξοδα ενός μόνο ανθρώπου. Καθώς είναι πολλοί, ο καθένας διαθέτει κάποια λίγη αρετή και φρόνηση, και έτσι ενωμένοι οι πολλοί παρουσιάζονται σαν ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, με πολλά χέρια και με πολλές αισθήσεις και επομένως με ανάλογο ήθος και διάνοια. Γι’ αυτό και συνάγουν ασφαλέστερα συμπεράσματα οι πολλοί για τα μουσικά και ποιητικά έργα. Γιατί οι άνθρωποι στη διαφορετικότητά τους κρίνουν διαφορετικό μέρος του έργου, στο σύνολό τους όμως κρίνουν το σύνολο του έργου.
(μετάφραση Π. Τζιώκα-Ευαγγέλου)
 
πλῆθος/ἄριστοι: Στην πολιτική ορολογία της αρχαίας Αθήνας ο όρος πλῆθος δηλώνει τον δῆμον, τη μεγάλη πλειονότητα του λαού, το σύνολο των πολλών και φτωχότερων πολιτών. Ο δῆμος συγκρούεται πολιτικά με τους ὀλίγους ή ἀρίστους, δηλαδή τους πλουσιότερους πολίτες που κατά κανόνα έχουν και ευγενική καταγωγή.
Όταν η εξουσία ανήκει στο πλῆθος, το πολίτευμα χαρακτηρίζεται δημοκρατία: δημοκρατία δ’ ἐστὶν ὅταν ᾖ κύριον τό πλῆθος (Πολιτικά 1279b21-22). Βλ. και την πλατωνική διατύπωση: Τρίτον δέ σχῆμα πολιτείας οὐχ ἡ τοῦ πλήθους ἀρχή, δημοκρατία τοὔνομα κληθεῖσα; (Πολιτικός 291d). Όταν η εξουσία ανήκει στους λεγόμενους ἀρίστους, το πολίτευμα χαρακτηρίζεται αριστοκρατία: ἡ ἀριστοκρατία βούλεται τήν ὑπεροχήν ἀπονέμειν τοῖς ἀρίστοις τῶν πολιτῶν (Πολιτικά 1293b40-41). Τη δομική σύνδεση της πλειονότητας των πολιτών με το δημοκρατικό πολίτευμα την ονομάζουμε σήμερα «αρχή της πλειοψηφίας». Αυτή ήταν η θεμελιώδης αρχή της άμεσης αθηναϊκής δημοκρατίας.
 
κύριον τό πλῆθος: κύριος είναι όποιος έχει εξουσία ή κυριότητα. Στην πολιτική ζωή το ποιος είναι κύριος, το ποιος δηλαδή έχει και ασκεί την εξουσία, καθορίζει τη μορφή του πολιτεύματος. Ο Αριστοτέλης υπερασπίζεται ως αποτελεσματικότερη την άσκηση της εξουσίας από τους πολλούς. Θεωρεί ότι η λαϊκή κυριαρχία μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα τους στόχους της συλλογικής ευτυχίας συγκριτικά με τις περιπτώσεις που την εξουσία έχει ένας μονάρχης ή βασιλιάς ή οι ολίγοι ευγενείς ή πλούσιοι.
 
συμφορητά δεῖπνα: συνεστίαση πολιτών, κατά την οποία ο καθένας φέρνει στο τραπέζι τη συνεισφορά του σε τρόφιμα και ποτά. Καθώς η λέξη δεν συναντάται σε άλλο συγγραφέα πριν από τον Αριστοτέλη, φαίνεται να είναι δικό του δημιούργημα. Στην προϋπάρχουσα λέξη φορητός (φέρω + –τός, ρηματικό επίθετο) ο φιλόσοφος πρόσθεσε την πρόθεση σύν, για να δηλώσει κάτι που γίνεται με τη συνεισφορά πολλών. Εξίσου πιθανό είναι να παρήγαγε ο Αριστοτέλης το ρηματικό επίθετο συμφορητός από το ρήμα συμφορῶ/οῦμαι: συνάγω, συναθροίζω.
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
 
Α. Τι λέει το κείμενο;
1. Ποια είναι η βασική θέση την οποία υποστηρίζει ο φιλόσοφος;
 
Απάντηση: Η βασική θέση που υποστηρίζει ο Αριστοτέλης είναι ότι την κυρίαρχη εξουσία στην πόλη είναι προτιμότερο να την ασκεί το πλήθος παρά μια μικρή ομάδα αρίστων. Αν και κάθε πολίτης χωριστά ενδέχεται να μην είναι ιδιαίτερα ενάρετος ή συνετός, όλοι μαζί μπορούν να υπερέχουν από τους λίγους αρίστους, επειδή ο καθένας διαθέτει ένα μέρος αρετής και φρόνησης. Με τη συνένωση αυτών των επιμέρους ικανοτήτων το πλήθος συγκροτεί μια ανώτερη συλλογική δύναμη κρίσης, σαν έναν ενιαίο άνθρωπο με πολλά πόδια, πολλά χέρια, πολλές αισθήσεις, ανάλογο ήθος και διάνοια. Τη θέση αυτή ο φιλόσοφος ενισχύει με το παράδειγμα των «συμφορητῶν δείπνων»: όπως ένα δείπνο στο οποίο συνεισφέρουν πολλοί μπορεί να είναι καλύτερο από εκείνο που πληρώνει και οργανώνει ένας μόνο, έτσι και η κοινή συμβολή των πολλών μπορεί να οδηγήσει σε πληρέστερες και ορθότερες αποφάσεις. Επομένως, η υπεροχή του πλήθους δεν στηρίζεται στην ατομική αξία κάθε μέλους του, αλλά στη συλλογική σύνθεση των διαφορετικών αρετών, γνώσεων και κρίσεών του. Ο Αριστοτέλης, πάντως, δεν παρουσιάζει τη θέση αυτή ως απόλυτη και αναμφισβήτητη· αναγνωρίζει ότι δημιουργεί απορίες και δυσκολίες, θεωρεί όμως ότι περιέχει μια ουσιαστική αλήθεια και θεμελιώνει έτσι φιλοσοφικά την αρχή της πλειοψηφίας.
 
2. Περιγράψτε τον φανταστικό “υπεράνθρωπο” στον οποίο αναφέρεται το κείμενο.
 
Απάντηση: Ο φανταστικός «υπεράνθρωπος» του κειμένου δεν είναι ένα πραγματικό, μεμονωμένο πρόσωπο, αλλά η παραστατική προσωποποίηση του ενωμένου πλήθους. Όταν οι πολλοί συγκεντρώνονται και λειτουργούν ως σύνολο, μοιάζουν, κατά τον Αριστοτέλη, με έναν γιγαντιαίο άνθρωπο που έχει πολλά πόδια, πολλά χέρια και πολλές αισθήσεις. Τα πολλά πόδια και χέρια συμβολίζουν τη δύναμη και τις ποικίλες δυνατότητες δράσης των πολιτών, ενώ οι πολλές αισθήσεις δηλώνουν την ευρύτητα της αντίληψης που προκύπτει από τις διαφορετικές εμπειρίες και οπτικές τους. Ο «υπεράνθρωπος» αυτός διαθέτει επίσης ανάλογο ήθος και διάνοια: κάθε μέλος του πλήθους συνεισφέρει το δικό του μικρό μερίδιο αρετής και φρόνησης, και όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία συντίθενται σε μια ανώτερη συλλογική προσωπικότητα. Επομένως, η υπεροχή του δεν οφείλεται στην τελειότητα των ατόμων που τον αποτελούν -αφού καθένας χωριστά μπορεί να μην είναι σπουδαίος- αλλά στη συνένωση, τη συμπληρωματικότητα και τον συνδυασμό των ικανοτήτων τους. Με αυτή την εικόνα ο Αριστοτέλης αποδίδει παραστατικά τη συλλογική σοφία του πλήθους και εξηγεί γιατί οι πολλοί, όταν αποφασίζουν από κοινού, ενδέχεται να κρίνουν ορθότερα και πληρέστερα από έναν μόνο άνθρωπο ή από λίγους αρίστους.
 
3. Ποιοι και γιατί είναι καλύτεροι κριτές μουσικών και ποιητικών έργων;
 
Απάντηση: Καλύτεροι κριτές των μουσικών και ποιητικών έργων είναι, κατά τον Αριστοτέλη, οι πολλοί, δηλαδή το πλήθος ως ενιαίο σύνολο. Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται και να αξιολογεί σωστά ένα διαφορετικό μέρος του έργου, ανάλογα με τις γνώσεις, τις εμπειρίες, την ευαισθησία και την κρίση του. Έτσι, ο ένας διακρίνει μια επιμέρους αρετή, ο άλλος κάποια διαφορετική ποιότητα, και οι επιμέρους κρίσεις τους, όταν συνδυαστούν, καλύπτουν το έργο στο σύνολό του. Η αξιολογική υπεροχή των πολλών δεν προκύπτει, επομένως, από το ότι καθένας χωριστά είναι άριστος ή ειδικός, αλλά από τη συμπληρωματικότητα των διαφορετικών απόψεων και ικανοτήτων τους. Η συλλογική κρίση συγκεντρώνει τα επιμέρους «μόρια» αρετής και φρόνησης που διαθέτει κάθε μέλος του πλήθους και γίνεται πληρέστερη, ασφαλέστερη και ενδεχομένως ορθότερη από την ατομική κρίση ενός μόνο ανθρώπου ή των λίγων. Γι’ αυτό ο φιλόσοφος καταλήγει στη διατύπωση «ἄλλοι γάρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δέ πάντες»: διαφορετικοί άνθρωποι κρίνουν διαφορετικό μέρος, ενώ όλοι μαζί κρίνουν ολόκληρο το έργο. Το παράδειγμα αυτό επιβεβαιώνει τη γενικότερη πολιτική θέση του Αριστοτέλη για τη συλλογική σοφία και την υπεροχή του πλήθους όταν ενεργεί ενωμένο.
 
Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου
1. Ο Αριστοτέλης τεκμηριώνει τη βασική του θέση αφενός με ένα παράδειγμα (οἷον…), αφετέρου με μια αναλογία (πολλῶν γάρ […] διάνοιαν). Μπορείτε να τα αποδώσετε με δικά σας λόγια, έτσι ώστε να τονίζεται η βασική φιλοσοφική-πολιτική ιδέα; Να εντοπίσετε τις δύο λέξεις που εισάγουν τα αντιστοιχιζόμενα μέλη της αναλογίας.
 
Απάντηση: Ο Αριστοτέλης τεκμηριώνει την άποψη ότι το πλήθος μπορεί, όταν λειτουργεί ενωμένο, να αποδειχθεί ανώτερο από τους λίγους αρίστους με ένα παράδειγμα και μία αναλογία. Το παράδειγμα είναι τα «συμφορητά δεῖπνα», δηλαδή τα κοινά γεύματα στα οποία καθένας προσφέρει κάτι. Ένα τέτοιο δείπνο μπορεί να είναι πλουσιότερο και καλύτερο από εκείνο που οργανώνεται με τα έξοδα ενός μόνο ανθρώπου, επειδή η συνεισφορά των πολλών δημιουργεί μεγαλύτερη ποικιλία και πληρότητα. Με τον ίδιο τρόπο, στην πολιτική ζωή, κάθε πολίτης προσφέρει το δικό του μικρό μερίδιο αρετής, φρόνησης, γνώσης και εμπειρίας· όταν οι επιμέρους αυτές ικανότητες συνδυαστούν, η συλλογική κρίση μπορεί να υπερέχει από την κρίση ενός ανθρώπου ή μιας ολιγάριθμης ομάδας. Η αναλογία παρουσιάζει το πλήθος σαν έναν ενιαίο άνθρωπο με πολλά πόδια, πολλά χέρια και πολλές αισθήσεις, καθώς και με ανάλογο ήθος και διάνοια. Όπως τα διαφορετικά μέλη και οι αισθήσεις συνεργάζονται μέσα σε ένα σώμα, έτσι και οι πολίτες, μολονότι καθένας χωριστά δεν είναι άριστος, αλληλοσυμπληρώνονται όταν συγκροτούν ένα οργανωμένο σύνολο. Τα πολλά πόδια και χέρια δηλώνουν τη μεγάλη δύναμη και τις πολλαπλές δυνατότητες δράσης του πλήθους, ενώ οι πολλές αισθήσεις, το ήθος και η διάνοια δηλώνουν την ευρύτητα της αντίληψης και τη σύνθεση διαφορετικών κρίσεων και αρετών. Η βασική φιλοσοφική-πολιτική ιδέα είναι, επομένως, ότι η συλλογικότητα δεν αποτελεί απλό άθροισμα ατόμων: μέσα από τη συμμετοχή και τη συνένωση των επιμέρους ικανοτήτων παράγεται μια ανώτερη συλλογική σοφία, η οποία μπορεί να θεμελιώσει την πολιτική κυριαρχία της πλειοψηφίας. Τα δύο μέλη της αναλογίας εισάγονται με τις λέξεις «ὥσπερ» και «οὕτω»: με το «ὥσπερ» εισάγεται η εικόνα του πλήθους ως ενός πολύποδα, πολύχειρα και πολυαίσθητου ανθρώπου, ενώ με το «οὕτω» δηλώνεται η αντίστοιχη ενότητα ως προς το ήθος και τη διάνοια.
 
2. Αφού στη συγκεκριμένη παράγραφο ο Σταγειρίτης διατύπωσε με μία θεματική πρόταση την κεντρική του ιδέα, και αφού αμέσως μετά την τεκμηρίωσε, προβαίνει στο τέλος της παραγράφου σε ένα συμπέρασμα (διό…). Νομίζετε ότι η συγκεκριμένη περίοδος λειτουργεί ως πρόταση-κατακλείδα;
 
Απάντηση: Η περίοδος «Διό καί κρίνουσιν ἄμεινον οἱ πολλοί καί τά τῆς μουσικῆς ἔργα καί τά τῶν ποιητῶν· ἄλλοι γάρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δέ πάντες» λειτουργεί ως πρόταση-κατακλείδα της παραγράφου, επειδή ολοκληρώνει τον συλλογισμό και επιβεβαιώνει συμπερασματικά τη βασική θέση του Αριστοτέλη. Ο συμπερασματικός σύνδεσμος «διό» συνδέει άμεσα την περίοδο με όσα προηγήθηκαν: αφού κάθε άνθρωπος διαθέτει ένα μέρος αρετής και φρόνησης και αφού οι πολλοί, όταν ενωθούν, συνθέτουν μια πληρέστερη συλλογική προσωπικότητα, γι’ αυτό μπορούν να κρίνουν καλύτερα τα έργα της μουσικής και της ποίησης. Η περίοδος, επομένως, δεν εισάγει μια νέα και ανεξάρτητη ιδέα, αλλά συνοψίζει και εφαρμόζει σε συγκεκριμένο πεδίο το προηγούμενο επιχείρημα για τη συλλογική υπεροχή του πλήθους. Παράλληλα, η αιτιολογική πρόταση «ἄλλοι γάρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δέ πάντες» εξηγεί γιατί η κρίση των πολλών είναι ανώτερη: καθένας αντιλαμβάνεται και αξιολογεί ένα διαφορετικό μέρος του έργου, ενώ όλοι μαζί το κρίνουν στο σύνολό του. Έτσι, η καταληκτική περίοδος επαναφέρει με πιο συγκεκριμένο τρόπο την αρχική θεματική θέση ότι οι πολλοί, όχι ως μεμονωμένα άτομα αλλά ως οργανωμένο σύνολο, είναι δυνατόν να υπερέχουν από τους λίγους αρίστους. Συνεπώς, διαθέτει τα βασικά γνωρίσματα μιας πρότασης-κατακλείδας: απορρέει λογικά από την τεκμηρίωση, ανακεφαλαιώνει το κύριο νόημα, προσφέρει ένα σαφές συμπέρασμα και εξασφαλίζει νοηματική συνοχή και ολοκλήρωση στην παράγραφο.
 
Γ. Για τη γλώσσα του κειμένου
1. Με ποια έγκλιση διατυπώνει ο Αριστοτέλης τη βασική του θέση; Γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη έγκλιση;
 
Απάντηση: Ο Αριστοτέλης διατυπώνει τη βασική του θέση με δυνητική ευκτική, στη φράση «δόξειεν ἄν λέγεσθαι […] καί τιν’ ἔχειν ἀπορίαν, τάχα δέ κἄν ἀλήθειαν». Ειδικότερα, οι τύποι «δόξειεν ἄν» και «κἄν [ἔχοι]» εκφράζουν δυνατότητα ή πιθανότητα και αποδίδονται ως «θα μπορούσε να θεωρηθεί» και «ίσως θα μπορούσε να περιέχει». Με την επιλογή αυτή ο φιλόσοφος δεν παρουσιάζει απόλυτα και δογματικά την άποψη ότι πρέπει να ασκεί την εξουσία το πλήθος αντί των λίγων αρίστων. Αντίθετα, διατυπώνει τη θέση του με επιφύλαξη, μετριοπάθεια και διερευνητικό πνεύμα, αναγνωρίζοντας ότι το ζήτημα δημιουργεί δυσκολίες και μπορεί να προκαλέσει αντιρρήσεις («ἔχειν ἀπορίαν»), αλλά συγχρόνως ενδέχεται να περικλείει και κάποια αλήθεια. Η δυνητική ευκτική ταιριάζει, επομένως, στη διαλεκτική μέθοδο του Αριστοτέλη: ο φιλόσοφος εξετάζει μια πιθανή πολιτική αρχή, σταθμίζει τις ενστάσεις και προετοιμάζει την τεκμηρίωσή της, χωρίς να την επιβάλλει εξαρχής ως αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα. Έτσι, ο λόγος αποκτά προσεκτικό, αντικειμενικό και επιστημονικό χαρακτήρα, ενώ ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει τα επιχειρήματα που ακολουθούν και να κρίνει την ορθότητα της θέσης.
 
2. χορηγηθέντων: Θεωρείτε ότι το ρήμα έχει την κύρια σημερινή του σημασία (χορηγώ: προμηθεύω, παρέχω) ή την αρχαιοελληνική, αυτή που προέρχεται από τον χορηγόν (χορηγῶ: καλύπτω τη δαπάνη για τον σχηματισμό χορού σε μία παράσταση δράματος. μεταφορικά: παρέχω τα μέσα, εφοδιάζω); Πώς αποδίδουν τη λέξη οι δύο μεταφραστές;
 
Απάντηση: Στη φράση «τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης χορηγηθέντων» το ρήμα «χορηγῶ» χρησιμοποιείται με την αρχαιοελληνική σημασία του, και ειδικότερα με τη μεταφορική επέκταση της αρχικής του έννοιας: «καλύπτω τη δαπάνη, χρηματοδοτώ, παρέχω τα αναγκαία μέσα». Δεν δηλώνει απλώς «προμηθεύω» ή «παρέχω» με τη γενική σημερινή σημασία, αλλά τονίζει ότι το δείπνο εξασφαλίστηκε οικονομικά από έναν μόνο άνθρωπο. Η σημασία αυτή συνδέεται ετυμολογικά με τον «χορηγόν», τον εύπορο πολίτη που αναλάμβανε με δικά του έξοδα τη συγκρότηση και την προετοιμασία του χορού σε μια δραματική παράσταση. Στο συγκεκριμένο χωρίο, λοιπόν, ο Αριστοτέλης αντιπαραθέτει τα «συμφορητά δεῖπνα», στα οποία συνεισφέρουν πολλοί, προς τα δείπνα που χρηματοδοτούνται από μία μόνο δαπάνη, δηλαδή από έναν άνθρωπο. Και οι δύο μεταφραστές αποδίδουν τη λέξη με τρόπο που αναδεικνύει αυτή την οικονομική σημασία. Ο Δ. Λυπουρλής μεταφράζει: «εκείνα που γίνονται με έξοδα ενός μόνο ανθρώπου», ενώ η Π. Τζιώκα-Ευαγγέλου αποδίδει σχεδόν όμοια: «εκείνα που γίνονται με έξοδα ενός μόνο ανθρώπου». Επομένως, και οι δύο κατανοούν το «χορηγηθέντων» ως «χρηματοδοτημένων» ή «καλυμμένων οικονομικά» από έναν μόνο άνθρωπο και όχι ως απλή παροχή ή προμήθεια αγαθών. Η κοινή επιλογή τους αποδίδει εύστοχα την αντίθεση ανάμεσα στη συλλογική συνεισφορά των πολλών και στην αποκλειστική δαπάνη του ενός, η οποία στηρίζει και το ευρύτερο επιχείρημα του Αριστοτέλη για την υπεροχή της συλλογικής συμβολής.
 
3. Ο φιλόσοφος προβαίνει σε μία αξιολογική σύγκριση μεταξύ πλήθους και ἀρίστων. Να εντοπίσετε όλες τις συγκριτικές διατυπώσεις.
 
Απάντηση: Οι συγκριτικές διατυπώσεις με τις οποίες ο Αριστοτέλης αντιπαραβάλλει αξιολογικά το πλήθος προς τους λίγους αρίστους είναι οι ακόλουθες:
1. «δεῖ κύριον εἶναι μᾶλλον τό πλῆθος ἤ τούς ἀρίστους μέν ὀλίγους δέ». Η σύγκριση δηλώνεται με το συγκριτικό επίρρημα «μᾶλλον» και τον β΄ όρο σύγκρισης που εισάγεται με το «ἤ». Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι την κυρίαρχη εξουσία πρέπει να την ασκεί περισσότερο -δηλαδή κατά προτίμηση- το πλήθος παρά οι λίγοι άριστοι.
2. «ἐνδέχεται συνελθόντας εἶναι βελτίους ἐκείνων». Εδώ η σύγκριση εκφράζεται με τον συγκριτικό βαθμό «βελτίους» και με τη γενική συγκριτική «ἐκείνων», η οποία αναφέρεται στους λίγους αρίστους. Οι πολλοί, όταν συνενωθούν και κριθούν ως σύνολο, ενδέχεται να είναι καλύτεροι από εκείνους.
3. «οὐχ ὡς ἕκαστον ἀλλ’ ὡς σύμπαντας». Με το αντιθετικό σχήμα «οὐχ… ἀλλά» διευκρινίζεται η βάση της αξιολογικής υπεροχής: οι πολλοί δεν θεωρούνται καλύτεροι ως μεμονωμένα άτομα, αλλά ως ενιαίο σύνολο. Πρόκειται για εσωτερική αντιπαραβολή ανάμεσα στην ατομική και στη συλλογική υπόστασή τους, η οποία αποσαφηνίζει τον προηγούμενο συγκριτικό χαρακτηρισμό «βελτίους».
4. «οἷον τά συμφορητά δεῖπνα τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης χορηγηθέντων». Η σύγκριση αποδίδεται με το παράδειγμα που εισάγει το «οἷον» και με τη γενική συγκριτική «τῶν… χορηγηθέντων». Τα δείπνα στα οποία συνεισφέρουν πολλοί παρουσιάζονται ως καλύτερα από όσα χρηματοδοτούνται από μία μόνο δαπάνη· ανάλογα, η κοινή συμβολή του πλήθους μπορεί να υπερέχει από τη συμβολή των λίγων.
5. «κρίνουσιν ἄμεινον οἱ πολλοί». Με το συγκριτικό επίρρημα «ἄμεινον» δηλώνεται ότι οι πολλοί κρίνουν καλύτερα τα μουσικά και ποιητικά έργα. Ο β΄ όρος της σύγκρισης παραλείπεται, αλλά νοείται από τα συμφραζόμενα: κρίνουν καλύτερα από έναν μεμονωμένο άνθρωπο ή από τους λίγους.
Συνολικά, οι διατυπώσεις αυτές οργανώνουν μια σταδιακή επιχειρηματολογία: αρχικά διατυπώνεται η προτίμηση της κυριαρχίας του πλήθους, έπειτα δηλώνεται η ενδεχόμενη υπεροχή του ως συνόλου, ακολουθεί το παράδειγμα των κοινών δείπνων και, τέλος, η υπεροχή επιβεβαιώνεται στο πεδίο της συλλογικής κρίσης.
 
Παράλληλα Κείμενα
Ο Πλάτων και ο Ξενοφών υπήρξαν μαθητές του Σωκράτη. Στα ακόλουθα δύο αποσπάσματα διαφαίνεται η δυσπιστία την οποία είχε ο Σωκράτης για τη γνώμη των πολλών και αμόρφωτων (έναντι των ειδικών).
 
1. ΠΛΑΤΩΝ, Κρίτων 44c-d
Κρίτων: Δε θα πεισθούν οι πολλοί ότι εσύ ο ίδιος δε θέλησες να αποδράσεις από εδώ, ενώ εμείς είμασταν πρόθυμοι να σε βοηθήσουμε.
Σωκράτης: Αλλά γιατί, ευλογημένε Κρίτωνα, σε νοιάζει τόσο πολύ η γνώμη των πολλών; Οι πιο συνετοί, που περισσότερο αξίζει να προσέχουμε τη γνώμη τους, θα καταλάβουν ότι αυτά έγιναν έτσι όπως πραγματικά έγιναν.
Κρ.: Βλέπεις όμως, Σωκράτη, ότι είναι ανάγκη να ενδιαφέρεται κανείς και για τη γνώμη των πολλών. Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τώρα δείχνει ότι οι πολλοί είναι ικανοί να προξενήσουν όχι τα πιο μικρά δεινά, αλλά σχεδόν τα μεγαλύτερα, αν κανέναν τον συκοφαντήσουν σε αυτούς.
Σωκρ.: Μακάρι, Κρίτωνα, να ήταν ικανοί οι πολλοί να προξενήσουν τα μεγαλύτερα δεινά -θα ήταν τότε σε θέση να προξενήσουν και τα μεγαλύτερα αγαθά, και τα πράγματα θα ήταν καλά. Τώρα όμως δεν είναι ικανοί για τίποτε από τα δύο⸱ γιατί ούτε σώφρονα έχουν τη δύναμη να κάνουν κανένα ούτε άφρονα, αλλά κάνουν ό,τι τους έρθει στο μυαλό.
(μετάφραση Θ. Σαμαράς)
 
2. ΞΕΝΟΦΩΝ, Ἀπομνημονεύματα, Γ 6.17-18
Σωκράτης: Να έχεις υπόψη σου και κείνους που ξέρουν και τι λένε και τι κάνουν. Και, καθώς εγώ νομίζω, θα βρεις ότι εκείνοι που έχουν υπόληψη και θαυμάζονται είναι οι κατεξοχήν επιστήμονες, ενώ εκείνοι που έχουνε κακή υπόληψη και τους περιφρονάνε είναι οι πιο αμαθείς. Αν λοιπόν επιθυμείς και να έχεις υπόληψη και να σε θαυμάζουνε στην πόλη, προσπάθησε να καταφέρεις να ξέρεις όσο το δυνατό περισσότερο εκείνα που θες να κάνεις. Γιατί αν στο σημείο τούτο είσαι ανώτερος απ’ τους άλλους, δεν θ’ απορήσω αv πολύ εύκολα πετύχεις όσα επιθυμείς.
(μετάφραση Κ. Βάρναλης)
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες 
1. Να συλλέξετε στα δύο Παράλληλα Κείμενα διατυπώσεις του Σωκράτη που δείχνουν ότι δεν υπολόγιζε τη γνώμη των πολλών. Να μελετήσετε και όσα λέγονται για την παιδεία του λαού. Θεωρείτε ότι μπορεί η περιφρονητική στάση του Σωκράτη να στάθηκε καθοριστική για την καταδίκη του από την πλειοψηφία των Αθηναίων δικαστών;
 
Απάντηση: Στα δύο Παράλληλα Κείμενα η δυσπιστία του Σωκράτη απέναντι στη γνώμη των πολλών εκφράζεται με σαφήνεια. Στον πλατωνικό Κρίτωνα ρωτά: «γιατί […] σε νοιάζει τόσο πολύ η γνώμη των πολλών;» και αντιπαραθέτει σε αυτήν τη γνώμη των «πιο συνετών, που περισσότερο αξίζει να προσέχουμε». Ακόμη εντονότερη είναι η διατύπωσή του ότι οι πολλοί «δεν είναι ικανοί για τίποτε» ούτε για τα μεγαλύτερα κακά ούτε για τα μεγαλύτερα αγαθά, επειδή «ούτε σώφρονα έχουν τη δύναμη να κάνουν κανένα ούτε άφρονα, αλλά κάνουν ό,τι τους έρθει στο μυαλό».
Επομένως, θεωρεί τη συλλογική τους κρίση απερίσκεπτη, ευμετάβλητη και χωρίς ασφαλές γνωστικό θεμέλιο. Στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα η ίδια αντίληψη εκφράζεται έμμεσα αλλά εξίσου καθαρά: ο Σωκράτης συμβουλεύει να λαμβάνονται υπόψη «εκείνοι που ξέρουν και τι λένε και τι κάνουν», χαρακτηρίζει αξιοθαύμαστους τους «κατεξοχήν επιστήμονες» και αντιπαραθέτει σε αυτούς τους αμαθείς, οι οποίοι έχουν κακή υπόληψη και περιφρονούνται. Άρα, για τον Σωκράτη, η αξία μιας γνώμης δεν εξαρτάται από το πόσοι την υποστηρίζουν, αλλά από τη γνώση, τη σύνεση και την ειδική επάρκεια εκείνων που την εκφέρουν.
Ως προς την παιδεία του λαού, τα αποσπάσματα υποδηλώνουν ότι οι πολλοί είναι σε μεγάλο βαθμό αμόρφωτοι ή ανεπαρκώς καταρτισμένοι. Δεν διαθέτουν την επιστημονική γνώση που απαιτείται για ορθή κρίση και γι’ αυτό μπορούν να παρασύρονται από εντυπώσεις, συκοφαντίες ή παρορμήσεις. Ο Σωκράτης υιοθετεί έτσι μια γνωσιοκρατική και αξιοκρατική αντίληψη: όπως σε κάθε τέχνη εμπιστευόμαστε τον ειδικό, έτσι και στα σημαντικά ζητήματα πρέπει να ακούμε τον γνώστη και όχι άκριτα την πλειοψηφία. Η μόρφωση, η αυτογνωσία και η άσκηση της λογικής αποτελούν για αυτόν προϋποθέσεις υπεύθυνης πολιτικής και ηθικής κρίσης· η αριθμητική υπεροχή από μόνη της δεν εγγυάται ορθότητα.
Η στάση αυτή είναι πιθανό να συνέβαλε αρνητικά στην εικόνα του Σωκράτη και, επομένως, να επηρέασε την καταδίκη του, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ο μοναδικός ή απολύτως καθοριστικός παράγοντας. Η συστηματική αμφισβήτηση της κρίσης των πολλών μπορούσε να εκληφθεί από τους Αθηναίους δικαστές ως περιφρόνηση του δήμου και των δημοκρατικών θεσμών, ιδίως επειδή οι αποφάσεις στην αθηναϊκή δημοκρατία λαμβάνονταν από τους πολίτες κατά πλειοψηφία. Επιπλέον, ο ελεγκτικός τρόπος της σωκρατικής διδασκαλίας εξέθετε συχνά την άγνοια όσων θεωρούσαν τον εαυτό τους σοφό και μπορούσε να δημιουργήσει αντιπάθειες. Ωστόσο, η καταδίκη συνδέθηκε άμεσα με τις συγκεκριμένες κατηγορίες που του αποδόθηκαν και με το ευρύτερο κλίμα καχυποψίας απέναντί του. Συνεπώς, η απαξιωτική του στάση προς την άκριτη γνώμη των πολλών πρέπει να θεωρηθεί επιβαρυντικός παράγοντας: όξυνε την απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και στο δικαστικό σώμα και πιθανόν έκανε λιγότερο πειστική την υπεράσπισή του, αλλά η ετυμηγορία προέκυψε από συνδυασμό αιτίων και όχι μόνο από αυτήν.
 
2. Να συγκρίνετε τη στάση του Σωκράτη απέναντι στους πολλούς με όσα λέει ο Αριστοτέλης για το πλῆθος. Είναι ίδιο ή διαφορετικό στα τρία κείμενα το πεδίο στο οποίο δραστηριοποιούνται και εκφράζονται οι πολλοί;
 
Απάντηση: Η στάση του Σωκράτη απέναντι στους πολλούς διαφέρει ουσιαστικά από τη θέση που διατυπώνει ο Αριστοτέλης για το «πλῆθος». Στον πλατωνικό Κρίτωνα ο Σωκράτης δεν αποδίδει ιδιαίτερη αξία στη γνώμη της πλειοψηφίας, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κρίση των συνετών. Οι πολλοί, κατά την άποψή του, ενεργούν χωρίς γνώση και σταθερό κριτήριο, «κάνουν ό,τι τους έρθει στο μυαλό» και δεν μπορούν να καταστήσουν κάποιον ούτε σώφρονα ούτε άφρονα. Στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα προβάλλεται ανάλογη θέση: αξιόπιστοι είναι όσοι γνωρίζουν τι λένε και τι κάνουν, δηλαδή οι «κατεξοχήν επιστήμονες», ενώ οι αμαθείς δικαιολογημένα περιφρονούνται. Και στα δύο σωκρατικά αποσπάσματα, επομένως, η ορθότητα μιας κρίσης δεν εξαρτάται από τον αριθμό εκείνων που την υποστηρίζουν, αλλά από τη γνώση, τη σύνεση και την ειδική επάρκειά τους.
Αντίθετα, ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει θετικότερα τη συλλογική δύναμη των πολλών. Αναγνωρίζει ότι κάθε μέλος του πλήθους, εξεταζόμενο χωριστά, μπορεί να μην είναι σπουδαίο· όταν όμως οι πολίτες συνενωθούν, ο καθένας συνεισφέρει ένα «μόριον ἀρετῆς καί φρονήσεως» και όλοι μαζί μπορούν να σχηματίσουν ένα σύνολο ανώτερο από τους λίγους αρίστους. Η υπεροχή τους δεν βασίζεται στην ατομική σοφία κάθε πολίτη, αλλά στη σύνθεση διαφορετικών γνώσεων, εμπειριών, αρετών και οπτικών. Έτσι, ενώ ο Σωκράτης αντιπαραθέτει την άκριτη γνώμη των αμαθών πολλών στην τεκμηριωμένη γνώση των ειδικών, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει -με επιφύλαξη και όχι απόλυτα- ότι υπό κατάλληλες προϋποθέσεις η συλλογική κρίση του πλήθους μπορεί να είναι ορθότερη και πληρέστερη. Κοινό σημείο των δύο φιλοσόφων είναι ότι δεν εμπιστεύονται αυτομάτως κάθε αριθμητική πλειοψηφία: ο Σωκράτης απαιτεί γνώση, ενώ ο Αριστοτέλης προϋποθέτει τη συνένωση και τη συμπληρωματική συμβολή των πολιτών.
Το πεδίο στο οποίο δραστηριοποιούνται και εκφράζονται οι πολλοί δεν είναι ακριβώς το ίδιο στα τρία κείμενα. Στον Κρίτωνα το πλαίσιο είναι κυρίως κοινωνικό, ηθικό και συγχρόνως δικαστικό-πολιτικό: εξετάζεται η δύναμη της κοινής γνώμης, η επίδραση της συκοφαντίας και η στάση της πλειοψηφίας απέναντι στον Σωκράτη. Στα Απομνημονεύματα το πεδίο είναι περισσότερο γνωστικό, πρακτικό και επαγγελματικό: το ζητούμενο είναι ποιοι αξίζουν υπόληψη και μπορούν να ενεργούν αποτελεσματικά, με κριτήριο την επιστημονική γνώση και την ικανότητά τους. Στα Πολιτικά, τέλος, το κύριο πεδίο είναι θεσμικό και πολιτειακό, αφού ο Αριστοτέλης εξετάζει αν το πλήθος μπορεί να ασκεί την κυρίαρχη εξουσία στην πόλη· χρησιμοποιεί όμως και την κρίση μουσικών και ποιητικών έργων ως παράδειγμα της συλλογικής του ικανότητας. Συνεπώς, τα πεδία παρουσιάζουν επιμέρους συγγένειες, επειδή και στα τρία τίθεται το ζήτημα της εγκυρότητας της κρίσης των πολλών, αλλά διαφέρουν ως προς την ειδικότερη εφαρμογή τους: κοινή γνώμη και δικαστική ισχύς στον Κρίτωνα, γνώση και πρακτική επάρκεια στα Απομνημονεύματα, πολιτική κυριαρχία και συλλογική αξιολόγηση στα Πολιτικά.
 
3. ΝΙΚΟΛΟ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ Ο Ηγεμόνας, 18
Ο Μακιαβέλι έγραψε τον Ηγεμόνα το 1513. Στο παρακάτω απόσπασμα από το συμβουλευτικό αυτό κείμενο, που απευθύνεται ουσιαστικά σε όποιον ασκεί εξουσία, ανεξαρτήτως τόπου, χρόνου και τρόπου, εξετάζεται ένα σημαντικό ζήτημα πρακτικής πολιτικής: με ποιον τρόπο πρέπει οι ηγεμόνες να τηρούν τις υποσχέσεις τους.
 
Ένας ηγεμόνας, όντας αναγκασμένος να γνωρίζει καλά να συμπεριφέρεται σαν θηρίο, πρέπει από αυτά να προτιμήσει την αλεπού και το λιοντάρι. γιατί το μεν λιοντάρι δεν γλυτώνει από τις παγίδες, η δε αλεπού από τους λύκους. Οφείλει, συνεπώς, να είναι αλεπού για να ξεχωρίζει τις παγίδες και λιοντάρι για να τρομάζει τους λύκους. Όσοι περιορίζονται μόνο στο λιοντάρι δεν καταλαβαίνουν από πολιτική. Επομένως, ένας συνετός ηγεμόνας δεν μπορεί ούτε πρέπει να τηρεί τον λόγο του, όταν κάτι τέτοιο στρέφεται εις βάρος του κι όταν οι αιτίες που τον έκαναν να δώσει την υπόσχεση έχουν εκλείψει. Κι αν όλοι οι άνθρωποι ήσαν καλοί, το δίδαγμα αυτό δεν θα ήταν καλό. αλλά επειδή είναι μοχθηροί και οι ίδιοι δεν θα κρατούσαν τον λόγο τους απέναντί σου, εσύ ακόμη περισσότερο δεν χρειάζεται να τον κρατήσεις προς αυτούς. [...]
Ο ηγεμόνας να φαίνεται πονετικός, έντιμος, καταδεκτικός, ειλικρινής, ευσεβής. και να είναι. Αλλά να είναι προδιατεθειμένος, όταν χρειάζεται να μην είναι, να μπορεί και να ξέρει ν’ αλλάξει στο αντίθετο. Πρέπει να είναι ψυχικά προετοιμασμένος να στρέφεται κατά κει που τον προστάζουν οι άνεμοι της τύχης και οι μεταβολές των πραγμάτων. [...] Οι άνθρωποι, εν γένει, κρίνουν περισσότερο με βάση τα μάτια τους παρά με βάση τα έργα. γιατί όλοι μπορούν να δουν, λίγοι όμως καταλαβαίνουν. Ο καθένας βλέπει αυτό που φαίνεται, λίγοι όμως καταλαβαίνουν αυτό που πραγματικά είσαι.
(μετάφραση Ζ. Ζωγραφίδου)
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες 
 
1. Ο Μακιαβέλι θεωρήθηκε κυνικός στις πολιτικές του συμβουλές προς τον ηγεμόνα. Επαληθεύεται αυτή η άποψη στο συγκεκριμένο απόσπασμα;
 
Απάντηση: Η άποψη ότι ο Μακιαβέλι είναι κυνικός στις πολιτικές συμβουλές του επαληθεύεται σε σημαντικό βαθμό στο συγκεκριμένο απόσπασμα. Ο συγγραφέας αποδεσμεύει την πολιτική δράση από τους συμβατικούς κανόνες της ηθικής και κρίνει τις επιλογές του ηγεμόνα κυρίως με βάση την αποτελεσματικότητά τους, δηλαδή κατά πόσο διασφαλίζουν την εξουσία και τον προστατεύουν από τους αντιπάλους του. Γι’ αυτό τον συμβουλεύει να συνδυάζει τα γνωρίσματα της αλεπούς και του λιονταριού: να διαθέτει την πανουργία της πρώτης, ώστε να αναγνωρίζει και να αποφεύγει τις παγίδες, και τη δύναμη του δεύτερου, ώστε να εκφοβίζει τους εχθρούς του. Η επιτυχία, επομένως, απαιτεί όχι μόνο ισχύ αλλά και δόλο.
Ο κυνισμός του διακρίνεται ακόμη καθαρότερα στη θέση ότι ένας συνετός ηγεμόνας «δεν μπορεί ούτε πρέπει να τηρεί τον λόγο του», όταν η τήρηση της υπόσχεσης στρέφεται εναντίον του ή όταν έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους την έδωσε. Η αθέτηση του λόγου παρουσιάζεται όχι απλώς ως επιτρεπτή αλλά ως αναγκαία πολιτική επιλογή. Ο Μακιαβέλι τη δικαιολογεί με την απαισιόδοξη αντίληψή του για την ανθρώπινη φύση: επειδή οι άνθρωποι είναι «μοχθηροί» και δεν θα τηρούσαν τις υποσχέσεις τους απέναντι στον ηγεμόνα, ούτε εκείνος δεσμεύεται να είναι συνεπής προς αυτούς. Πρόκειται για μια λογική αμοιβαίας δυσπιστίας, μέσα στην οποία η ηθική υποχωρεί μπροστά στην αυτοσυντήρηση και στο πολιτικό συμφέρον.
Εξίσου κυνική είναι η διάκριση ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι». Ο ηγεμόνας πρέπει να φαίνεται συμπονετικός, έντιμος, καταδεκτικός, ειλικρινής και ευσεβής, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παραμένει πράγματι τέτοιος, όταν οι περιστάσεις απαιτούν το αντίθετο. Η αρετή μετατρέπεται έτσι σε προσωπείο και μέσο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Η τακτική αυτή θεωρείται αποτελεσματική, επειδή, κατά τον Μακιαβέλι, οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν από όσα βλέπουν και από την εξωτερική εικόνα, ενώ λίγοι κατανοούν την πραγματική ουσία και τα έργα του κυβερνήτη.
Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός «κυνικός» χρειάζεται μια διευκρίνιση. Ο Μακιαβέλι δεν προτείνει την εξαπάτηση, τη βία ή την αθέτηση των υποσχέσεων ως αυταξίες ούτε επειδή απολαμβάνει την ανηθικότητα. Τις αντιμετωπίζει ως μέσα που μπορεί να γίνουν αναγκαία σε έναν ασταθή και επικίνδυνο πολιτικό κόσμο. Η σκέψη του είναι πρωτίστως ρεαλιστική και πραγματιστική: περιγράφει την πολιτική όχι όπως θα έπρεπε ιδανικά να είναι, αλλά όπως θεωρεί ότι λειτουργεί στην πράξη. Συνεπώς, το απόσπασμα επιβεβαιώνει τον κυνικό χαρακτήρα των συμβουλών του ως προς τα μέσα που επιτρέπει στον ηγεμόνα, συγχρόνως όμως δείχνει ότι ο κυνισμός αυτός εντάσσεται σε μια ψυχρή θεωρία πολιτικής αποτελεσματικότητας και διατήρησης της εξουσίας.
 
2. Στο απόσπασμα προβάλλεται έντονα η εικόνα που έχει ο Μακιαβέλι για τον λαό. Να την μελετήσετε συγκριτικά με όσα λέει για το πλῆθος ο Αριστοτέλης στο Κείμενο Αναφοράς.
 
Απάντηση: Στο απόσπασμα του Μακιαβέλι προβάλλεται μια έντονα απαισιόδοξη εικόνα για τον λαό και γενικότερα για την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται «μοχθηροί» και αναξιόπιστοι, αφού, κατά τον συγγραφέα, δεν θα τηρούσαν τον λόγο τους απέναντι στον ηγεμόνα. Παράλληλα, παρουσιάζονται επιφανειακοί ως προς την κρίση τους: «κρίνουν περισσότερο με βάση τα μάτια τους παρά με βάση τα έργα», επειδή όλοι μπορούν να δουν την εξωτερική εικόνα, αλλά λίγοι είναι σε θέση να κατανοήσουν την πραγματικότητα. Επομένως, το πλήθος εύκολα παρασύρεται από το φαίνεσθαι, τις εντυπώσεις και την κατάλληλα κατασκευασμένη δημόσια εικόνα. Γι’ αυτό ο ηγεμόνας οφείλει να φαίνεται πονετικός, έντιμος, καταδεκτικός, ειλικρινής και ευσεβής, ακόμη και όταν οι περιστάσεις τον υποχρεώνουν να ενεργεί αντίθετα. Ο λαός δεν αντιμετωπίζεται ως ενεργός και ώριμος φορέας πολιτικής κρίσης, αλλά κυρίως ως αντικείμενο πειθούς, εξαπάτησης και χειραγώγησης, του οποίου η εύνοια εξασφαλίζεται με την προσεκτική διαχείριση των εντυπώσεων.
Αντίθετα, ο Αριστοτέλης στο Κείμενο Αναφοράς αντιμετωπίζει θετικότερα το «πλῆθος», χωρίς όμως να εξιδανικεύει τους πολλούς. Παραδέχεται ότι καθένας χωριστά μπορεί να μην είναι «σπουδαῖος ἀνήρ», αναγνωρίζει όμως σε κάθε πολίτη ένα επιμέρους «μόριον ἀρετῆς καί φρονήσεως». Όταν οι πολλοί συνέρχονται και λειτουργούν ως σύνολο, οι επιμέρους ικανότητες, εμπειρίες και κρίσεις τους αλληλοσυμπληρώνονται· έτσι, ενδέχεται να γίνουν καλύτεροι από τους λίγους αρίστους. Η συλλογική τους υπεροχή αποδίδεται με το παράδειγμα των «συμφορητῶν δείπνων» και με την εικόνα ενός ενιαίου ανθρώπου με πολλά πόδια, χέρια και αισθήσεις. Επιπλέον, οι πολλοί μπορούν να κρίνουν καλύτερα τα μουσικά και ποιητικά έργα, επειδή ο καθένας αξιολογεί ένα διαφορετικό μέρος και όλοι μαζί το σύνολο. Επομένως, στον Αριστοτέλη το πλήθος μπορεί να αποτελέσει ενεργό φορέα συλλογικής φρόνησης και να ασκήσει κυρίαρχη πολιτική εξουσία.
Οι δύο στοχαστές έχουν ως κοινό σημείο ότι δεν θεωρούν κάθε μεμονωμένο μέλος του λαού άριστο ή απολύτως συνετό. Διαφέρουν, όμως, ριζικά ως προς τη δυναμική που αναγνωρίζουν στο σύνολο. Ο Μακιαβέλι δίνει έμφαση στην ευπιστία, στην αστάθεια και στην επιφανειακή κρίση των πολλών και θεωρεί ότι ο αποτελεσματικός ηγεμόνας πρέπει να αξιοποιεί αυτές τις αδυναμίες για να διατηρεί την εξουσία του. Ο Αριστοτέλης, αντίθετα, δίνει έμφαση στη συμπληρωματικότητα των πολιτών: οι ατομικές ελλείψεις μπορούν να αντισταθμιστούν μέσα από τη συνένωση των επιμέρους αρετών και γνώσεων. Έτσι, στον Μακιαβέλι η σχέση ηγεμόνα και λαού είναι κατά κύριο λόγο κάθετη και χειριστική, ενώ στον Αριστοτέλη η πολιτική κοινότητα μπορεί να λειτουργήσει συμμετοχικά και συλλογικά. Συμπερασματικά, για τον Μακιαβέλι ο λαός αποτελεί κυρίως μια δύναμη της οποίας τις εντυπώσεις πρέπει να ελέγχει ο κυβερνήτης, ενώ για τον Αριστοτέλη το πλήθος, υπό την προϋπόθεση της συνένωσης και της από κοινού κρίσης, μπορεί να μετατραπεί σε φορέα πολιτικής σοφίας και νόμιμης κυριαρχίας.