Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 13: Η ηθική αρετή και η ηθική πράξη
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικά Νικομάχεια, Β 1.5-8, 1103b2-25
Την επιβεβαίωση μας την προσφέρει και αυτό που γίνεται στις πολιτείες⸱ πραγματικά, οι νομοθέτες κάνουν καλούς τους πολίτες τους ασκώντας τους να αποκτούν τις συγκεκριμένες συνήθειες -αυτή είναι η θέληση του κάθε νομοθέτη, και όσοι δεν τα καταφέρνουν σ’ αυτό, δεν πετυχαίνουν στο έργο τους⸱ σ’ αυτό, άλλωστε, και διαφέρει τελικά το ένα πολίτευμα από το άλλο, το καλό από το λιγότερο καλό. Επίσης: Η γένεση κάθε αρετής και η φθορά της έχουν την ίδια αρχή και γίνονται με τα ίδια μέσα -έτσι ακριβώς γίνεται και στις τέχνες: παίζοντας κιθάρα γίνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαριστές⸱ το ίδιο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι: χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, χτίζοντάς τα όμως με κακό τρόπο θα γίνουν κακοί. αν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ανάγκη δασκάλου, και όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί εκ γενετής.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
Α. Τι λέει το κείμενο;
Με κριτήριο ακριβώς την επιτυχία ή την αποτυχία αυτής της παιδαγωγικής λειτουργίας αξιολογούνται τα πολιτεύματα: «καί διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθή φαύλης». Το «τούτῳ» παραπέμπει στην αποτελεσματικότητα του εθισμού των πολιτών προς την αρετή. Αγαθό είναι το πολίτευμα του οποίου οι νόμοι και η εφαρμογή τους συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενάρετων πολιτών· λιγότερο καλό είναι εκείνο που δεν επιτυγχάνει επαρκώς αυτόν τον σκοπό. Η λέξη «φαύλης» αποδίδεται εδώ, όπως και στη μετάφραση του αποσπάσματος, ως «λιγότερο καλής» και δεν δηλώνει κατ’ ανάγκην ένα απολύτως κακό πολίτευμα. Η συγκεκριμένη διάκριση αφορά την αποτελεσματικότητα της ηθικής αγωγής που παρέχεται στους πολίτες και όχι απλώς την ονομασία ή την τυπική μορφή του πολιτεύματος.
Συμπερασματικά, ο νομοθέτης επιδιώκει την ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών μέσω του ορθού εθισμού, ενώ το πολίτευμα κρίνεται από το κατά πόσο πραγματοποιεί αυτή την επιδίωξη. Έτσι αναδεικνύεται η στενή σύνδεση ηθικής και πολιτικής στην αριστοτελική σκέψη: η καλλιέργεια της αρετής δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση, αλλά συνδέεται άμεσα με την οργάνωση και τη λειτουργία της πόλης.
Αρχικά, ο φιλόσοφος αναφέρεται στους κιθαριστές: «ἐκ γάρ τοῦ κιθαρίζειν και οἱ ἀγαθοί καί κακοί γίνονται κιθαρισταί». Τόσο οι καλοί όσο και οι κακοί κιθαριστές διαμορφώνονται παίζοντας κιθάρα· η διαφορά τους εξαρτάται από το αν ασκούνται σωστά ή λανθασμένα. Το ίδιο ισχύει για τους οικοδόμους και γενικότερα για τους τεχνίτες: «ἐκ μέν γάρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοί οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δέ τοῦ κακῶς κακοί». Η σωστή οικοδόμηση οδηγεί στην απόκτηση καλής τεχνικής, ενώ η κακή στην απόκτηση ελαττωματικών συνηθειών. Οι αντιθέσεις «ἀγαθοί – κακοί» και «εὖ – κακῶς» αναδεικνύουν ότι η ίδια δραστηριότητα έχει διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τον τρόπο εκτέλεσής της. Η απλή ενασχόληση με μια τέχνη, επομένως, δεν αρκεί για να γίνει κάποιος καλός τεχνίτης.
Στη συνέχεια, ενισχύει τη θέση του με επιχείρημα εκ του αντιστρόφου: «Εἰ γάρ μή οὕτως εἶχεν, οὐδέν ἄν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλά πάντες ἄν ἐγίνοντο ἀγαθοί ἤ κακοί». Αν η ικανότητα του τεχνίτη δεν εξαρτιόταν από την ποιότητα της άσκησης και της μαθητείας του, δεν θα υπήρχε ανάγκη δασκάλου και οι άνθρωποι θα ήταν καλοί ή κακοί τεχνίτες εκ γενετής. Η πραγματική αναγκαιότητα της διδασκαλίας δείχνει, αντίθετα, ότι η τεχνική ικανότητα αποκτάται και καλλιεργείται με κατάλληλη καθοδήγηση και εξάσκηση. Έτσι τεκμηριώνεται η σημασία της ορθής μάθησης, που επιτρέπει τη σωστή επανάληψη των ενεργειών.
Με τη φράση «Οὕτω δή καί ἐπί τῶν ἀρετῶν ἔχει» ο Αριστοτέλης μεταφέρει αναλογικά το προηγούμενο συμπέρασμα από τις τέχνες στις ηθικές αρετές. Όπως γινόμαστε καλοί ή κακοί τεχνίτες ανάλογα με την άσκησή μας, έτσι αποκτούμε αρετές ή κακίες ανάλογα με τις πράξεις και τις αντιδράσεις στις οποίες συνηθίζουμε. Στις συναλλαγές και στις σχέσεις μας με τους άλλους γινόμαστε δίκαιοι ή άδικοι, ανάλογα με το αν ενεργούμε δίκαια ή άδικα. Στις φοβερές και επικίνδυνες περιστάσεις διαμορφωνόμαστε ως ανδρείοι ή δειλοί, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο συνηθίζουμε να αντιμετωπίζουμε τον φόβο. Αντίστοιχα, ως προς τη διαχείριση των επιθυμιών γινόμαστε σώφρονες ή ακόλαστοι και ως προς την οργή πράοι ή οργίλοι. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι ο χαρακτήρας διαμορφώνεται μέσα στην καθημερινή πράξη και ότι διαφορετικοί τρόποι συμπεριφοράς στο ίδιο πεδίο οδηγούν σε αντίθετες ηθικές ιδιότητες.
Από τα επιμέρους παραδείγματα καταλήγει στη γενική αρχή «ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται»: οι έξεις, δηλαδή τα σταθερά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, δημιουργούνται με την επανάληψη ομοειδών ενεργειών. Γι’ αυτό επισημαίνει «δεῖ τάς ἐνεργείας ποιάς ἀποδιδόναι», ότι δηλαδή πρέπει να προσδίδουμε στις πράξεις μας συγκεκριμένη ποιότητα, αφού οι έξεις που προκύπτουν αντιστοιχούν στις διαφορές των πράξεων. Η αναφορά στον εθισμό «εὐθύς ἐκ νέων» υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι να αρχίζει νωρίς η σωστή αγωγή. Συμπερασματικά, η απόδειξη συνδυάζει εμπειρικά παραδείγματα, επιχείρημα εκ του αντιστρόφου και αναλογική μετάβαση από τις τέχνες στις αρετές. Το κοινό τους στοιχείο είναι ότι δεν κατακτώνται αυτόματα ούτε υπάρχουν ολοκληρωμένες εκ φύσεως, αλλά διαμορφώνονται με την άσκηση· η σωστή άσκηση καλλιεργεί την καλή ιδιότητα, ενώ η λανθασμένη την αντίθετή της.
1. Πώς το παράδειγμα των νομοθετών και των τεχνιτών βοηθά τον Αριστοτέλη να ενισχύσει τη θέση του ότι η αρετή αποκτάται μέσω εθισμού;
Το παράδειγμα των νομοθετών. Με τη φράση «Μαρτυρεῖ δέ καί τό γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν» ο Αριστοτέλης επικαλείται την εμπειρία της οργανωμένης κοινωνίας ως επιβεβαίωση της θέσης του. Οι νομοθέτες επιδιώκουν να κάνουν τους πολίτες αγαθούς εθίζοντάς τους σε ορθές συμπεριφορές: «οἱ γάρ νομοθέται τούς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς». Οι νόμοι, επομένως, έχουν παιδαγωγικό χαρακτήρα: κατευθύνουν τις πράξεις των πολιτών, ώστε με τη συστηματική επανάληψή τους να καλλιεργούνται ενάρετες έξεις. Η μετοχή «ἐθίζοντες» δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται το «ποιοῦσιν ἀγαθούς» και συνδέει άμεσα τον εθισμό με την απόκτηση της αρετής. Αν η αρετή υπήρχε ολοκληρωμένη εκ φύσεως, η προσπάθεια ηθικής διαπαιδαγώγησης μέσω των νόμων δεν θα εξηγούσε τη διαμόρφωσή της.
Ωστόσο, η πρόθεση των νομοθετών δεν αρκεί. Όσοι δεν οργανώνουν σωστά αυτή την αγωγή αστοχούν: «ὅσοι δέ μή εὖ αὐτό ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν». Η διαφορά ανάμεσα σε ένα καλό και σε ένα λιγότερο καλό πολίτευμα συνδέεται με την αποτελεσματικότητα του εθισμού που προσφέρει στους πολίτες. Έτσι, το παράδειγμα αποδεικνύει όχι μόνο ότι ο χαρακτήρας είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί, αλλά και ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από την ποιότητα της αγωγής. Παράλληλα, αναδεικνύεται η κοινωνική διάσταση της αρετής: η απόκτησή της συνδέεται με τη ζωή στην πόλη και με την καθοδήγηση που παρέχουν οι νόμοι.
Το παράδειγμα των τεχνιτών. Ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι η γένεση και η φθορά τόσο της αρετής όσο και της τέχνης προέρχονται από τις ίδιες δραστηριότητες: «ἐκ τῶν αὐτῶν καί διά τῶν αὐτῶν και γίνεται πᾶσα ἀρετή καί φθείρεται, ὁμοίως δέ καί τέχνη». Παίζοντας κιθάρα διαμορφώνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαριστές. Αντίστοιχα, όσοι οικοδομούν σωστά γίνονται καλοί οικοδόμοι, ενώ όσοι οικοδομούν λανθασμένα γίνονται κακοί: «ἐκ μέν γάρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοί οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δέ τοῦ κακῶς κακοί». Επομένως, η ικανότητα δεν προκύπτει απλώς από την ενασχόληση ή από οποιαδήποτε επανάληψη, αλλά από τον συγκεκριμένο τρόπο άσκησης. Οι αντιθέσεις «εὖ – κακῶς» και «ἀγαθοί – κακοί» τονίζουν ότι η ποιότητα των ενεργειών καθορίζει την ποιότητα της ιδιότητας που αποκτάται.
Η θέση αυτή ενισχύεται με επιχείρημα εκ του αντιστρόφου: «Εἰ γάρ μή οὕτως εἶχεν, οὐδέν ἄν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλά πάντες ἄν ἐγίνοντο ἀγαθοί ἤ κακοί». Αν η ποιότητα της άσκησης δεν επηρέαζε την απόκτηση της τέχνης, δεν θα χρειαζόταν δάσκαλος και όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί εκ γενετής. Η αναγκαιότητα της διδασκαλίας δείχνει, αντίθετα, τη σημασία της κατάλληλης καθοδήγησης και της σωστής εξάσκησης. Με τη φράση «Οὕτω δή καί ἐπί τῶν ἀρετῶν ἔχει» ο φιλόσοφος μεταφέρει το συμπέρασμα στην ηθική: όπως η σωστή άσκηση διαμορφώνει τον καλό τεχνίτη, έτσι η επανάληψη ηθικά ορθών πράξεων καλλιεργεί τον ενάρετο άνθρωπο, ενώ οι αντίθετες πράξεις δημιουργούν τις αντίθετες έξεις. Η αναλογία αφορά τον τρόπο απόκτησης των ιδιοτήτων και δεν σημαίνει ότι η αρετή ταυτίζεται με μια τεχνική δεξιότητα.
Συμπερασματικά, τα δύο παραδείγματα λειτουργούν συμπληρωματικά: οι νομοθέτες επιβεβαιώνουν μέσα στην κοινωνική πράξη ότι το ήθος καλλιεργείται με τον εθισμό, ενώ οι τεχνίτες καθιστούν κατανοητό τον μηχανισμό αυτής της καλλιέργειας και τη σημασία της ορθής άσκησης. Έτσι θεμελιώνεται η γενική αρχή «ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται». Οι πράξεις δημιουργούν σταθερές προδιαθέσεις και χαρακτηριστικά· γι’ αυτό πρέπει να έχουν την κατάλληλη ποιότητα. Ο εθισμός στην αριστοτελική ηθική δεν πρέπει να νοείται απλώς ως μηχανική επανάληψη: όπως διευκρινίζει η εισαγωγή της ενότητας, η έξη της αρετής συνδέεται με συνειδητή επιλογή τρόπου ζωής που εκδηλώνεται έμπρακτα. Η φυσική δυνατότητα απόκτησης της αρετής, λοιπόν, μετατρέπεται σε σταθερό ενάρετο χαρακτήρα μέσω της κατάλληλης αγωγής και της συστηματικής ηθικής πράξης.
1. Οι συναλλαγές και οι σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους. Ο φιλόσοφος αναφέρει: «πράττοντες γάρ τά ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρός τούς ἀνθρώπους γινόμεθα οἵ μέν δίκαιοι οἵ δέ ἄδικοι». Ο όρος «συναλλάγματα» περιλαμβάνει τις συναλλαγές, τις συμφωνίες και τα συμβόλαια, κυρίως τα οικονομικά, και ευρύτερα την καθημερινή συνάφεια με τους άλλους. Αν οι πράξεις μας σε αυτές τις σχέσεις είναι δίκαιες, η επανάληψή τους καλλιεργεί τη δικαιοσύνη και μας διαμορφώνει ως δίκαιους· αν είναι άδικες, καλλιεργεί την αδικία και μας διαμορφώνει ως άδικους. Πρόκειται για κατεξοχήν κοινωνικό πεδίο ηθικής αξιολόγησης, επειδή η συμπεριφορά μας αφορά άμεσα τους συμπολίτες μας και τη μεταξύ μας συμβίωση.
2. Οι φοβερές και επικίνδυνες περιστάσεις. Στο χωρίο «πράττοντες δέ τά ἐν τοῖς δεινοῖς καί ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἤ θαρρεῖν οἵ μέν ἀνδρεῖοι οἵ δέ δειλοί» εξετάζεται η στάση απέναντι σε όσα προκαλούν φόβο. Ο τρόπος με τον οποίο συνηθίζουμε να αντιδρούμε στις περιστάσεις αυτές διαμορφώνει την ανδρεία ή τη δειλία. Η σταθερή, ορθή αντιμετώπιση των φοβερών καλλιεργεί την ανδρεία, ενώ η συστηματική υποχώρηση μπροστά στον φόβο τη δειλία. Η ανδρεία, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με την πλήρη απουσία φόβου ή με την άκριτη αντιμετώπιση κάθε κινδύνου: όπως διευκρινίζει το σχόλιο της ενότητας, η στάση εκείνου που δεν φοβάται τίποτε αντιστοιχεί στο θράσος, όχι στην αρετή. Επομένως, η ηθική αξιολόγηση αφορά την ποιότητα και την καταλληλότητα της αντίδρασης, όχι απλώς την παρουσία φόβου ή θάρρους.
3. Η διαχείριση των επιθυμιών. Με τη φράση «Ὁμοίως δέ καί τά περί τάς ἐπιθυμίας ἔχει» ο Αριστοτέλης επεκτείνει τον συλλογισμό του στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος ρυθμίζει τις επιθυμίες του. Όσοι συνηθίζουν να τις ελέγχουν λογικά γίνονται σώφρονες, ενώ όσοι αφήνονται στην ανεξέλεγκτη ικανοποίησή τους γίνονται ακόλαστοι. Η επιθυμία καθαυτή είναι ηθικά ουδέτερη· αξιολογείται ο τρόπος διαχείρισής της. Η σωφροσύνη, συνεπώς, δεν σημαίνει πλήρη κατάργηση των επιθυμιών ή παντελή αδιαφορία, αλλά λογική ρύθμισή τους. Η σχετική έξη δημιουργείται από τον τρόπο με τον οποίο επανειλημμένα συμπεριφερόμαστε σε αυτό το πεδίο.
4. Η διαχείριση της οργής. Η αναφορά «καί τά περί τάς ὀργάς» αφορά τον τρόπο εκδήλωσης και ελέγχου του θυμού. Ανάλογα με τη συμπεριφορά στην οποία εθίζονται, οι άνθρωποι γίνονται πράοι ή οργίλοι: «οἵ μέν γάρ σώφρονες καί πρᾶοι γίνονται, οἵ δ’ ἀκόλαστοι καί ὀργίλοι». Η πραότητα συνδέεται με την κατάλληλη ρύθμιση της οργής, ενώ η οργιλότητα με την τάση για υπερβολικές και ανεξέλεγκτες αντιδράσεις. Δεν αρκεί, λοιπόν, η εμφάνιση του συναισθήματος για να χαρακτηριστεί ηθικά ο άνθρωπος· σημασία έχει ο σταθερός τρόπος με τον οποίο το διαχειρίζεται και το εκδηλώνει στις σχέσεις του με τους άλλους.
Συμπερασματικά, στα τέσσερα αυτά πεδία διαμορφώνονται τα ζεύγη δίκαιος–άδικος, ανδρείος–δειλός, σώφρων–ακόλαστος και πράος–οργίλος. Ο ίδιος χώρος δράσης μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα χαρακτηριστικά, επειδή οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σε αυτόν με διαφορετικό τρόπο: «οἵ μέν ἐκ τοῦ οὑτωσί ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι, οἵ δέ ἐκ τοῦ οὑτωσί». Η γενική αρχή είναι ότι «ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται»: η επανάληψη ομοειδών πράξεων δημιουργεί σταθερές ηθικές προδιαθέσεις. Γι’ αυτό ο φιλόσοφος επιμένει ότι «δεῖ τάς ἐνεργείας ποιάς ἀποδιδόναι», δηλαδή πρέπει οι ενέργειες να έχουν την κατάλληλη ποιότητα, αφού οι έξεις αντιστοιχούν στις διαφορές τους. Δεν αξιολογείται μόνο μια μεμονωμένη πράξη ή ένα πρόσκαιρο συναίσθημα, αλλά ο διαμορφωμένος τρόπος συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει τον φορέα του. Έτσι αναδεικνύεται ότι η αρετή εκδηλώνεται έμπρακτα μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και στη ρύθμιση των παθών.
Στη νεανική ηλικία οι έξεις βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση· γι’ αυτό η κατάλληλη αγωγή μπορεί να κατευθύνει έγκαιρα τις πράξεις προς την αρετή, πριν παγιωθούν αντίθετοι τρόποι συμπεριφοράς. Όποιος συνηθίζει από νωρίς να ενεργεί δίκαια στις σχέσεις του με τους άλλους θέτει τις βάσεις για την απόκτηση της δικαιοσύνης, ενώ όποιος επαναλαμβάνει άδικες πράξεις καλλιεργεί την αντίθετη έξη. Αντίστοιχα, ο τρόπος αντιμετώπισης του φόβου και διαχείρισης των επιθυμιών και της οργής διαμορφώνει την ανδρεία, τη σωφροσύνη και την πραότητα ή τις αντίθετές τους. Η πρώιμη αγωγή είναι, συνεπώς, ουσιαστική διαδικασία διαμόρφωσης του ήθους και όχι απλώς μετάδοση θεωρητικών γνώσεων ή κανόνων.
Καθοριστική, ωστόσο, δεν είναι μόνο η έγκαιρη έναρξη του εθισμού, αλλά και η ποιότητά του. Η προτροπή «δεῖ τάς ἐνεργείας ποιάς ἀποδιδόναι» σημαίνει ότι πρέπει να φροντίζουμε οι πράξεις μας να έχουν συγκεκριμένα, ορθά χαρακτηριστικά, επειδή «κατά γάρ τάς τούτων διαφοράς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις». Δεν αρκεί, λοιπόν, να συνηθίζει ο νέος σε οποιαδήποτε συμπεριφορά· χρειάζεται να εθίζεται στις κατάλληλες πράξεις. Γι’ αυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία η καθοδήγηση των παιδαγωγών και η παιδευτική λειτουργία των νόμων, που αναφέρθηκε στην πρώτη παράγραφο. Η αγωγή επιδιώκει να αξιοποιήσει τη φυσική δυνατότητα απόκτησης της αρετής και να τη μετατρέψει σε σταθερό ενάρετο χαρακτήρα.
Η σημασία αυτή τονίζεται στην καταληκτική περίοδο: «Οὐ μικρόν οὖν διαφέρει τό οὕτως ἤ οὕτως εὐθύς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, ἀλλά πάμπολυ, μᾶλλον δέ τό πᾶν». Το συμπερασματικό «οὖν» συνδέει την επισήμανση με όσα προηγήθηκαν για τη δημιουργία των έξεων. Το «οὕτως ἤ οὕτως» δηλώνει τους διαφορετικούς τρόπους εθισμού, ενώ το «εὐθύς ἐκ νέων» υπογραμμίζει την ανάγκη να αρχίζει η ορθή αγωγή όσο γίνεται νωρίτερα. Με το σχήμα λιτότητας «οὐ μικρόν», την αντίθεση «ἀλλά πάμπολυ» και την κλιμάκωση που κορυφώνεται στη διορθωτική διατύπωση «μᾶλλον δέ τό πᾶν», ο φιλόσοφος παρουσιάζει την πρώιμη διαμόρφωση των συνηθειών όχι ως δευτερεύοντα παράγοντα, αλλά ως θεμελιώδη όρο της ηθικής ανάπτυξης.
Συμπερασματικά, η νεανική ηλικία έχει καθοριστική σημασία επειδή τότε τίθενται, μέσω της καθημερινής άσκησης, οι βάσεις των σταθερών ηθικών γνωρισμάτων. Η έγκαιρη και ορθή αγωγή καλλιεργεί ενάρετες έξεις και προσανατολίζει τον άνθρωπο σε αντίστοιχο τρόπο ζωής. Η έμφαση του Αριστοτέλη δεν σημαίνει ότι η αρετή αποκτάται αυτόματα λόγω ηλικίας ή ότι αποκλείεται κάθε μεταγενέστερη αλλαγή· αναδεικνύει την ιδιαίτερη βαρύτητα της αρχικής διαπαιδαγώγησης. Όπως διευκρινίζει και η εισαγωγή της ενότητας, ο τελικός στόχος δεν είναι μια μηχανική συνήθεια, αλλά μια σταθερή και συνειδητή επιλογή ζωής που εκδηλώνεται έμπρακτα.
Το είδος αυτό εξυπηρετεί το επιχείρημα εκ του αντιστρόφου, επειδή παρουσιάζει μια υπόθεση που ο φιλόσοφος θεωρεί αντίθετη προς όσα πράγματι ισχύουν και εξετάζει τις συνέπειές της. Το «οὕτως» παραπέμπει στην προηγούμενη διαπίστωση ότι οι καλοί και οι κακοί τεχνίτες διαμορφώνονται ανάλογα με την ποιότητα της άσκησής τους: η σωστή οικοδόμηση δημιουργεί καλούς οικοδόμους και η λανθασμένη κακούς. Αν αυτό δεν ίσχυε, η διδασκαλία θα ήταν περιττή και η τεχνική ικανότητα ή ανικανότητα θα υπήρχε εκ γενετής. Στην πραγματικότητα, όμως, ο δάσκαλος είναι απαραίτητος για την ορθή εκμάθηση. Η μη πραγματική υπόθεση οδηγεί, λοιπόν, σε συνέπειες που δεν συμφωνούν με την εμπειρία και έτσι ενισχύεται η αρχική θέση: η ποιότητα της μαθητείας και της εξάσκησης καθορίζει την απόκτηση της τέχνης. Το συμπέρασμα μεταφέρεται στη συνέχεια αναλογικά στις ηθικές αρετές, των οποίων η διαμόρφωση εξαρτάται αντίστοιχα από την ποιότητα του εθισμού. Ο παρατατικός εδώ εντάσσεται στο σχήμα του μη πραγματικού· δεν δηλώνει απλώς ένα συγκεκριμένο περιστατικό του παρελθόντος.
Η προσθήκη του υποθετικού χαρακτήρα δίνει στη δευτερεύουσα πρόταση γενικευτική και υπό όρο σημασία. Ο Αριστοτέλης δεν περιορίζεται να αναφέρει ορισμένους συγκεκριμένους νομοθέτες που ήδη απέτυχαν· διατυπώνει έναν κανόνα που αφορά οποιονδήποτε νομοθέτη πληροί την προϋπόθεση της μη ορθής αγωγής. Το νόημα είναι «όποιος δεν το κάνει σωστά, αποτυγχάνει»: η αποτυχία συνδέεται με την προϋπόθεση ότι ο εθισμός των πολιτών δεν πραγματοποιείται σωστά. Η αναφορική πρόταση, επομένως, δεν προσδιορίζει απλώς πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα θέτει τον όρο υπό τον οποίο ισχύει η κρίση της κύριας πρότασης. Η γενική αυτή ισχύς δεν σημαίνει ότι πρόκειται συντακτικά για το είδος της αόριστης επανάληψης στο παρόν και στο μέλλον, το οποίο σχηματίζεται με διαφορετικό τρόπο· εδώ ο υποθετικός χαρακτήρας συνδυάζεται με οριστική ενεστώτα και αναδεικνύει την καθολική εφαρμογή της διαπίστωσης.
Α. Οι αιτιολογήσεις με το «γάρ» στην πρώτη παράγραφο
1. «οἱ γάρ νομοθέται τούς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς». Αιτιολογείται το «Μαρτυρεῖ δέ καί τό γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν»: η πολιτική ζωή επιβεβαιώνει ότι η αρετή αποκτάται με τον εθισμό, επειδή οι νομοθέτες επιδιώκουν να κάνουν τους πολίτες αγαθούς συνηθίζοντάς τους σε ορθές πράξεις. Η πρακτική των νομοθετών λειτουργεί ως τεκμήριο της προηγούμενης θέσης.
Β. Οι αιτιολογήσεις με το «γάρ» στη δεύτερη παράγραφο
5. «πράττοντες γάρ τά ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρός τούς ἀνθρώπους γινόμεθα οἵ μέν δίκαιοι οἵ δέ ἄδικοι». Αιτιολογείται η αναλογική μετάβαση «Οὕτω δή καί ἐπί τῶν ἀρετῶν ἔχει». Και στις αρετές ισχύει ό,τι στις τέχνες, επειδή ο τρόπος των πράξεών μας στις συναλλαγές και στις σχέσεις με τους άλλους μάς διαμορφώνει ως δίκαιους ή άδικους. Η τεκμηρίωση συνεχίζεται με την παρατακτικά συνδεδεμένη αναφορά στις φοβερές περιστάσεις: η αντίστοιχη άσκηση μάς διαμορφώνει ως ανδρείους ή δειλούς. Το «δέ» στη φράση «πράττοντες δέ τά ἐν τοῖς δεινοῖς» δεν αποτελεί πρόσθετο αιτιολογικό σύνδεσμο, αλλά συνδέει το δεύτερο παράδειγμα με το πρώτο.
Γ. Οι δύο συμπερασματικοί παρατακτικοί σύνδεσμοι
1. «Διό δεῖ τάς ἐνεργείας ποιάς ἀποδιδόναι». Το «διό» σημαίνει «γι’ αυτό» ή «επομένως» και εισάγει το πρακτικό συμπέρασμα της γενικής αρχής «ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται». Αφού οι σταθερές ιδιότητες του χαρακτήρα προκύπτουν από την επανάληψη ομοειδών ενεργειών, πρέπει να προσδίδουμε στις ενέργειές μας την κατάλληλη ποιότητα. Ο Αριστοτέλης περνά έτσι από τη διαπίστωση για τον τρόπο δημιουργίας των έξεων σε μια δεοντολογική προτροπή, όπως δείχνει το «δεῖ»: δεν αρκεί οποιαδήποτε επανάληψη πράξεων, αλλά απαιτείται ορθός εθισμός. Το συμπέρασμα τεκμηριώνεται αμέσως με το έβδομο «γάρ», το οποίο εξηγεί ότι οι έξεις ακολουθούν τις διαφορές των ενεργειών.
Συνολικά, τα επτά «γάρ» οργανώνουν την τεκμηρίωση του συλλογισμού, ενώ τα «διό» και «οὖν» αναδεικνύουν τις πρακτικές του συνέπειες: πρέπει να ενεργούμε με ορθό τρόπο και να εθιζόμαστε σε αυτόν από νωρίς. Η φράση «Καί ἑνί δή λόγῳ» έχει επίσης ανακεφαλαιωτική λειτουργία, καθώς συνοψίζει τα παραδείγματα στη γενική αρχή για τη δημιουργία των έξεων· εδώ, όμως, το «δή» λειτουργεί ως μόριο έμφασης και ανακεφαλαίωσης και δεν συγχέεται με τους δύο συμπερασματικούς συνδέσμους που ζητούνται.
1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ Βαρλαάμ καὶ Ἰωάσαφ, 290-292
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός γνώριζε την αριστοτελική φιλοσοφική παράδοση. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα χρησιμοποιεί πολλούς όρους της ηθικής διδασκαλίας του Σταγειρίτη (πάθος, ἕξις, ἔθος, ἀρετή, κακία κ.ά.). Νομίζετε ότι πέρα από τις λεξιλογικές ομοιότητες υπάρχει και ταυτότητα ιδεών;
Οι ουσιαστικές ομοιότητες. Πρώτον, και τα δύο κείμενα αναγνωρίζουν ότι η επαναλαμβανόμενη άσκηση διαμορφώνει σταθερές ηθικές ιδιότητες. Η αριστοτελική αρχή «ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται» αντιστοιχεί στην προτροπή του παράλληλου κειμένου να ασκούνται συστηματικά οι αρετές, ώστε να γίνουν έξεις. Η αρετή δεν παρουσιάζεται ως απλή θεωρητική γνώση ή ως μεμονωμένη καλή πράξη, αλλά ως ποιότητα του χαρακτήρα που καλλιεργείται έμπρακτα. Δεύτερον, ο εθισμός μπορεί να παγιώσει τόσο την αρετή όσο και την κακία. Στον Αριστοτέλη, διαφορετικοί τρόποι δράσης στο ίδιο πεδίο δημιουργούν αντίθετες έξεις, όπως δικαιοσύνη ή αδικία και ανδρεία ή δειλία. Αντίστοιχα, το παράλληλο κείμενο αναγνωρίζει ότι ακόμη και οι κακές συνήθειες γίνονται δύσκολα μεταβλητές με την επανάληψη. Τρίτον, οι έξεις έχουν σταθερότητα και επηρεάζουν τη μετέπειτα συμπεριφορά. Η έμφαση του παράλληλου κειμένου στη βαθιά εδραίωσή τους στην ψυχή συμφωνεί με την αριστοτελική έννοια της έξης ως πάγιου γνωρίσματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι έξεις είναι απολύτως αμετάβλητες.
Επιπλέον, κοινή είναι η ανάγκη ενεργού προσπάθειας και κατάλληλου προσανατολισμού της άσκησης. Ο Αριστοτέλης υπογραμμίζει ότι πρέπει οι ενέργειες να έχουν ορθή ποιότητα και ότι ο εθισμός πρέπει να αρχίζει «εὐθύς ἐκ νέων». Το παράλληλο κείμενο ζητεί προσωπικό κόπο, απομάκρυνση από τις κακές συνήθειες και συστηματική καλλιέργεια των αρετών. Και στις δύο περιπτώσεις, λοιπόν, η ηθική συγκρότηση απαιτεί αγωγή και πράξη· δεν προκύπτει αυτόματα. Επίσης, η αναφορά στην ανδρεία, στη σωφροσύνη και στη δικαιοσύνη δείχνει κοινό ενδιαφέρον για συγκεκριμένες ηθικές ποιότητες. Η μνεία της φρόνησης στο παράλληλο κείμενο δεν επιτρέπει, πάντως, να συμπεράνουμε ότι οι δύο συγγραφείς υιοθετούν απολύτως ίδια ταξινόμηση όλων των αρετών.
Οι βασικές διαφορές. Η σημαντικότερη αφορά τη σχέση αρετής και φύσης. Στην εισαγωγή της αριστοτελικής ενότητας διευκρινίζεται ότι οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες ούτε αντίθετες προς τη φύση: ο άνθρωπος διαθέτει τη φυσική δυνατότητα να τις αποκτήσει, αλλά η ολοκληρωμένη αρετή διαμορφώνεται με τον εθισμό. Στο παράλληλο κείμενο, αντίθετα, η αρετή παρουσιάζεται ως συγγενής προς την ψυχή και ως δώρο που έχει τοποθετηθεί στον άνθρωπο από τον Δημιουργό. Η διατύπωση αυτή θεμελιώνει θεολογικά τη φυσική οικειότητα της αρετής προς τον άνθρωπο. Δεν πρέπει, ωστόσο, να ερμηνευθεί ότι η ενάρετη συμπεριφορά είναι ήδη ολοκληρωμένη και δεν χρειάζεται καλλιέργεια, αφού το ίδιο απόσπασμα επιμένει στην άσκηση και στον προσωπικό κόπο. Η διαφορά εντοπίζεται στην προέλευση και στη θεμελίωση της αρετής, όχι στην κατάργηση της ανάγκης για αγωγή.
Δεύτερη διαφορά είναι ο ρόλος της θεϊκής βοήθειας. Στο παράλληλο κείμενο η πρόοδος και η σταθεροποίηση της αρετής αποδίδονται στον συνδυασμό της ανθρώπινης προσπάθειας και της βοήθειας του Θεού. Στο συγκεκριμένο αριστοτελικό απόσπασμα, αντιθέτως, ο συλλογισμός στηρίζεται στην ποιότητα των πράξεων, στον εθισμό και στην παιδευτική λειτουργία νομοθετών και δασκάλων, χωρίς επίκληση θεϊκής παρέμβασης. Τρίτη διαφορά αφορά την έμφαση της ηθικής αγωγής: ο Αριστοτέλης αναδεικνύει τον κοινωνικό και πολιτικό της χαρακτήρα, εξετάζοντας τους νόμους, τις συναλλαγές και τις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις. Το παράλληλο κείμενο επικεντρώνεται περισσότερο στην προσωπική εσωτερική καλλιέργεια και στην απομάκρυνση από τις κακές συνήθειες. Η διαφορά αυτή αφορά την οπτική των συγκεκριμένων αποσπασμάτων και δεν σημαίνει ότι απουσιάζει κάθε προσωπική διάσταση από τον Αριστοτέλη ή κάθε κοινωνική διάσταση από το παράλληλο έργο.
Συμπερασματικά, η κοινή ορολογία αποτυπώνει πραγματική συγγένεια ιδεών ως προς την άσκηση, τη δημιουργία έξεων και τη σταθερότητα του ηθικού χαρακτήρα, αλλά δεν συνεπάγεται απόλυτη ταύτιση των δύο διδασκαλιών. Το παράλληλο κείμενο αξιοποιεί τον κοινό αυτό τρόπο κατανόησης της ηθικής καλλιέργειας και τον εντάσσει σε διαφορετική ερμηνευτική βάση: τη συγγένεια της αρετής με την ψυχή λόγω της θεϊκής δημιουργίας και τη συνδρομή του Θεού. Η ακριβέστερη απάντηση στην άσκηση είναι, συνεπώς, ότι υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες, αλλά όχι πλήρης ταυτότητα ιδεών.
Ο Παπανούτσος θίγει στο βιβλίο του Πρακτική φιλοσοφία προβλήματα της ηθικής συμπεριφοράς του ανθρώπου μέσα από ένα πρίσμα φιλοσοφικό. Προσπαθεί στις αναλύσεις του να στηριχτεί στα ίδια τα πράγματα και όχι σε αφηρημένες ιδέες. Κεντρική έννοια του ακόλουθου αποσπάσματος από το βιβλίο είναι ο μηχανιστικός εθισμός του ανθρώπου σε συγκεκριμένες συμπεριφορές.
1. Ο συγγραφέας αναλύει μια συγκεκριμένη εκδοχή της έννοιας του εθισμού. Μπορείτε να την περιγράψετε;
Η βάση και ο μηχανισμός της διαδικασίας. Σύμφωνα με την εξήγηση του αποσπάσματος, ο συγκεκριμένος εθισμός στηρίζεται σε μια διαδικασία «περισσότερο φυσιολογική παρά ψυχολογική», την οποία ο συγγραφέας συνδέει με τη λειτουργία των υποφλοιωδών χώρων του εγκεφάλου. Ως βάση του αναφέρει τα «εξαρτημένα ανακλαστικά», που αποδίδει στις πειραματικές μελέτες του Παυλώφ και της σχολής του. Με την επανειλημμένη σύνδεση ενός ερεθίσματος με μια συγκεκριμένη αντίδραση δημιουργείται, όπως περιγράφει, ένας «στενός και άρρηκτος δεσμός» ανάμεσά τους. Έτσι, η αντίδραση παγιώνεται και η εμφάνιση του ερεθίσματος αρκεί για να την ενεργοποιήσει αυτόματα. Η ακολουθία είναι, επομένως: επανάληψη της συμπεριφοράς, σταθερή σύνδεση ερεθίσματος και αντίδρασης, αυτοματοποίηση της απόκρισης.
Η έκταση και η αυτοματικότητα της αντίδρασης. Ο συγγραφέας περιγράφει αποκρίσεις που εκδηλώνονται με τους αδένες, τους μυώνες και το νευρικό δίκτυο, αλλά και με παραστάσεις, συγκινήσεις και ορμές. Τονίζει μάλιστα ότι, όταν η σύνδεση έχει εδραιωθεί, ακόμη και ένα μέρος ή μια παραλλαγή του ερεθίσματος, ή η μνημονική του εικόνα, μπορεί να προκαλέσει ολόκληρη την αντίδραση. Κεντρικό γνώρισμα αυτής της εκδοχής του εθισμού είναι ότι «ούτε κρίση παρεμβαίνει εδώ, ούτε συναισθηματικός διακαθορισμός, ούτε βούληση». Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται κάθε συγκίνηση ως αποτέλεσμα· σημαίνει ότι, κατά την περιγραφή του, η συγκεκριμένη απόκριση δεν προκύπτει από νέα συνειδητή αξιολόγηση, προσωπική συναισθηματική στάθμιση ή εκούσια επιλογή. Η συμπεριφορά εκδηλώνεται ως παγιωμένος αυτοματισμός.
Η λειτουργία του ως μεθόδου αγωγής. Η λέξη «ντρεσάρονται» υπογραμμίζει ότι ο συγγραφέας εξετάζει την εκπαίδευση σε προκαθορισμένες αντιδράσεις και όχι την καλλιέργεια συνειδητής κατανόησης. Στα παραδείγματά του περιλαμβάνει την εκπαίδευση ζώων και μικρών παιδιών, καθώς και την εφαρμογή της μεθόδου σε άτομα και ομάδες. Το θετικό αποτέλεσμα που αναγνωρίζει είναι η απόκτηση σταθερών και προβλέψιμων αντιδράσεων. Η σημασία του αποτελέσματος, όμως, παραμένει περιορισμένη, καθώς η αυτοματοποίηση μιας συμπεριφοράς δεν συνεπάγεται από μόνη της ότι ο άνθρωπος κατανοεί το νόημά της ή έχει επιλέξει συνειδητά να την υιοθετήσει.
Συμπερασματικά, ο εθισμός που περιγράφεται είναι μια διαδικασία μηχανικής σταθεροποίησης της συμπεριφοράς: ο οργανισμός συνηθίζει μέσω της επανάληψης να αποκρίνεται αυτόματα σε ορισμένα ερεθίσματα. Η καταληκτική παρομοίωση με «μια καλοδουλεμένη μηχανή» συνοψίζει την ομοιομορφία, την προβλεψιμότητα και την απουσία συνειδητής παρέμβασης που τον χαρακτηρίζουν. Επομένως, το απόσπασμα δεν παρουσιάζει κάθε μορφή μάθησης ή συνήθειας, αλλά ειδικά τον εθισμό που βασίζεται στα εξαρτημένα ανακλαστικά και παράγει αυτοματικές αποκρίσεις.
Το κοινό στοιχείο της επανάληψης. Στον Παπανούτσο, η επίμονη και τυπική επανάληψη δημιουργεί μια σταθερή σύνδεση ερεθίσματος και αντίδρασης. Στον Αριστοτέλη, αντίστοιχα, «ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται»: οι επαναλαμβανόμενες ομοειδείς ενέργειες δημιουργούν έξεις, δηλαδή πάγιες ιδιότητες του χαρακτήρα. Και στα δύο κείμενα, επομένως, η προηγούμενη άσκηση επηρεάζει τη μετέπειτα συμπεριφορά. Η ομοιότητα αυτή αφορά τη σταθεροποιητική λειτουργία της επανάληψης· δεν αποδεικνύει ότι κάθε σταθερή συνήθεια αποτελεί ηθική αρετή.
Η αποφασιστική διαφορά. Στην περιγραφή του Παπανούτσου η αντίδραση εκδηλώνεται αυτόματα: «ούτε κρίση παρεμβαίνει εδώ, ούτε συναισθηματικός διακαθορισμός, ούτε βούληση». Ο οργανισμός αποκρίνεται στο ερέθισμα κατά τρόπο σταθερό και ομοιόμορφο, χωρίς νέα αξιολόγηση ή εκούσια απόφαση. Η παρομοίωση με «μια καλοδουλεμένη μηχανή» τονίζει ακριβώς αυτή την αναγκαστικότητα. Στην αριστοτελική ηθική, αντίθετα, όπως διευκρινίζει η εισαγωγή της ενότητας, η έξη της αρετής είναι συγκεκριμένη και συνειδητή επιλογή τρόπου ζωής που εκδηλώνεται έμπρακτα. Η ενάρετη συμπεριφορά δεν είναι απλώς μια εξωτερικά ορθή αντίδραση· πρέπει να εκφράζει τον διαμορφωμένο χαρακτήρα και την επιλογή του ανθρώπου που ενεργεί. Μια πράξη που προκύπτει αποκλειστικά ως εξαρτημένη αντίδραση, χωρίς κρίση και βούληση, δεν αρκεί για να τεκμηριώσει αυτή την ηθική ποιότητα.
Η ποιότητα των πράξεων και η λειτουργία της αγωγής. Ο Αριστοτέλης δεν θεωρεί αρκετή την επανάληψη οποιασδήποτε συμπεριφοράς, αλλά επιμένει ότι «δεῖ τάς ἐνεργείας ποιάς ἀποδιδόναι», επειδή «κατά γάρ τάς τούτων διαφοράς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις». Η άσκηση μπορεί να δημιουργήσει τόσο αρετές όσο και κακίες: στις ανθρώπινες σχέσεις γινόμαστε δίκαιοι ή άδικοι ανάλογα με τις πράξεις μας. Συνεπώς, η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα μιας αντίδρασης δεν αποτελούν από μόνες τους κριτήρια αρετής. Η καθοδήγηση των νομοθετών, η ορθή άσκηση και ο εθισμός «εὐθύς ἐκ νέων» έχουν παιδαγωγικό σκοπό: να καλλιεργήσουν τις κατάλληλες έξεις, ώστε ο άνθρωπος να υιοθετεί έμπρακτα έναν ενάρετο τρόπο ζωής. Η αγωγή δεν ολοκληρώνεται στην απλή συμμόρφωση ούτε εξαντλείται στην παραγωγή αυτοματισμών.
Μια αναγκαία διευκρίνιση. Η διάκριση αυτή δεν σημαίνει ότι η ενάρετη πράξη απαιτεί κάθε φορά επίπονη σκέψη ή ότι η ευκολία με την οποία ενεργεί κάποιος είναι ασυμβίβαστη με την αρετή. Η σταθερή έξη μπορεί να κάνει την ορθή συμπεριφορά οικεία και αυθόρμητη. Άλλο, όμως, είναι να ενεργεί κανείς εύκολα σύμφωνα με έναν συνειδητά υιοθετημένο χαρακτήρα και άλλο να αντιδρά αποκλειστικά ως μηχανισμός εξαρτημένων ανακλαστικών. Η επανάληψη και η αρχική καθοδήγηση μπορούν να προετοιμάζουν την ηθική ανάπτυξη, αλλά δεν υποκαθιστούν την κρίση και την επιλογή που χαρακτηρίζουν την ολοκληρωμένη αρετή.
Συμπερασματικά, οι δύο αντιλήψεις συγκλίνουν στον ρόλο της επανάληψης στη διαμόρφωση σταθερής συμπεριφοράς, αλλά όχι στο πλήρες περιεχόμενο του εθισμού. Ο μηχανιστικός εθισμός του Παπανούτσου εξηγεί την αυτοματοποίηση της απόκρισης· ο αριστοτελικός εθισμός εξηγεί την καλλιέργεια ηθικού χαρακτήρα και συνδέεται με την ποιότητα των πράξεων και τη συνειδητή επιλογή. Επομένως, η συμπεριφορά που αποκλείει την κρίση και τη βούληση δεν συμβιβάζεται με την ολοκληρωμένη αριστοτελική αρετή ως επαρκής περιγραφή της, ακόμη κι αν η επανάληψη αποτελεί κοινό στοιχείο των δύο διαδικασιών.
Ο μηχανιστικός εθισμός ως περιορισμός της ελευθερίας. Στο απόσπασμα του Παπανούτσου η επίμονη επανάληψη συνδέει ένα ερέθισμα με μια σταθερή αντίδραση, η οποία εκδηλώνεται αυτόματα. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, «ούτε κρίση παρεμβαίνει εδώ, ούτε συναισθηματικός διακαθορισμός, ούτε βούληση». Στον συγκεκριμένο μηχανισμό, λοιπόν, η συμπεριφορά δεν προκύπτει από νέα στάθμιση των περιστάσεων και συνειδητή απόφαση· ενεργοποιείται από τον παγιωμένο δεσμό ερεθίσματος και απόκρισης. Η παρομοίωση με «μια καλοδουλεμένη μηχανή» αναδεικνύει αυτή την αναγκαστικότητα. Στον βαθμό που ο άνθρωπος ακολουθεί μια συνήθεια χωρίς να μπορεί να την εξετάσει ή να την αναθεωρήσει, περιορίζεται η ελευθερία του: αντί να επιλέγει πώς θα ενεργήσει, αναπαράγει μια προκαθορισμένη αντίδραση. Αυτό αφορά τον μηχανιστικό τρόπο συμπεριφοράς που περιγράφεται και δεν συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος στερείται συνολικά κάθε δυνατότητας ελεύθερης επιλογής.
Ο ορθός εθισμός ως στήριγμα της ελευθερίας. Στην αριστοτελική προσέγγιση, η επανάληψη πράξεων δημιουργεί έξεις: «ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται». Όπως διευκρινίζει η εισαγωγή της ενότητας, η έξη της αρετής δεν είναι απλώς μια στατική κατάσταση, αλλά συνειδητή επιλογή τρόπου ζωής που εκδηλώνεται έμπρακτα. Η κατάλληλη άσκηση μπορεί, επομένως, να ενισχύει την ελευθερία, επειδή παρέχει σταθερότητα και πρακτική δύναμη στις επιλογές μας. Για παράδειγμα, η συνήθεια να ακούμε προσεκτικά πριν απαντήσουμε μπορεί να δημιουργεί χώρο για κρίση αντί για βιαστική αντίδραση, ενώ η εξάσκηση στην τήρηση μιας συνειδητά αναληφθείσας υποχρέωσης μάς βοηθά να πραγματοποιούμε όσα αποφασίσαμε, ακόμη και όταν εμφανίζονται περισπασμοί. Η ελευθερία δεν εξαντλείται, λοιπόν, στη δυνατότητα μιας στιγμιαίας απόφασης· περιλαμβάνει και την ικανότητα να ενεργούμε σταθερά σύμφωνα με αυτήν.
Η ποιότητα της συνήθειας και ο ρόλος της επίγνωσης. Δεν ενισχύει κάθε εθισμός την ελευθερία ούτε κάθε σταθερή συμπεριφορά αποτελεί αρετή. Ο Αριστοτέλης τονίζει ότι «δεῖ τάς ἐνεργείας ποιάς ἀποδιδόναι», επειδή οι έξεις ακολουθούν τις διαφορές των ενεργειών: η επανάληψη μπορεί να δημιουργεί καλές αλλά και κακές συνήθειες. Χρειάζεται, συνεπώς, επίγνωση του τρόπου με τον οποίο αποκτούμε μια συνήθεια, του σκοπού που υπηρετεί και των αποτελεσμάτων της. Η συνήθεια υποστηρίζει τον αυτοκαθορισμό όταν μπορούμε να αναγνωρίζουμε τους λόγους της, να αξιολογούμε αν ταιριάζει στις εκάστοτε περιστάσεις και, όπου απαιτείται, να την τροποποιούμε. Αντίθετα, η άκριτη συμμόρφωση σε κάτι που επαναλαμβάνεται μόνο επειδή «έτσι μάθαμε» δεν αποτελεί από μόνη της ελεύθερη ηθική επιλογή. Η παιδαγωγική καθοδήγηση και η πρώιμη άσκηση έχουν αξία όταν αποβλέπουν στην ανάπτυξη αυτής της συνειδητής στάσης και όχι μόνο στην εξωτερική υπακοή.
Μια ουσιώδης διάκριση. Η αυθόρμητη ή εύκολη εκτέλεση μιας πράξης δεν αποδεικνύει αναγκαστικά ότι η πράξη είναι ανελεύθερη. Μια συνειδητά καλλιεργημένη συνήθεια μπορεί να επιτρέπει στον άνθρωπο να ενεργεί χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά επίπονη σκέψη, παραμένοντας όμως σύμφωνη με τις επιλογές και τον χαρακτήρα του. Άλλο είναι η οικειότητα που αποκτάται με την άσκηση και άλλο η πλήρης απουσία κρίσης και βούλησης. Παράλληλα, η σταθερότητα της έξης δεν πρέπει να συγχέεται με απόλυτη αδυναμία αλλαγής: η αναθεώρηση μιας παγιωμένης συνήθειας μπορεί να απαιτεί προσπάθεια και νέα άσκηση, αλλά η δυσκολία αυτή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι κάθε αλλαγή είναι αδύνατη.
Συμπερασματικά, ο εθισμός και η ελευθερία δεν είναι πάντοτε αντίθετοι. Ο μηχανιστικός εθισμός περιορίζει την ελεύθερη επιλογή στον βαθμό που παρακάμπτει την κρίση και τη βούληση. Ο συνειδητός και ορθά προσανατολισμένος εθισμός, αντίθετα, μπορεί να γίνεται στήριγμα της ελευθερίας, επειδή καλλιεργεί την ικανότητα να πραγματοποιούμε σταθερά τις αξιολογημένες επιλογές μας. Η ουσιαστική διάκριση δεν βρίσκεται ανάμεσα στη συνήθεια και στην απουσία συνήθειας, αλλά ανάμεσα στη συνήθεια που μας καθορίζει άκριτα και στη συνήθεια που κατανοούμε, ελέγχουμε και εντάσσουμε σε έναν συνειδητά επιλεγμένο τρόπο ζωής.

