Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Η κρίση του 1985 και το διάλειμμα λιτότητας έως το 1987

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Η κρίση του 1985 και το διάλειμμα λιτότητας έως το 1987
 
     Ήδη από το 1984 τα σύννεφα στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας συσσωρεύονταν. Το 1985 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εκτινάχθηκε στα 3.3 δις δολάρια. Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου που σχηματίστηκε μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1985 και πήρε οριστική μορφή προς το τέλος του καλοκαιριού αποφάσισε (ή αναγκάστηκε) μετά από πολλούς δισταγμούς, εξαιτίας του αναμενόμενου πολιτικού κόστους, να υιοθετήσει ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης, το οποίο συμφώνησε με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το οποίο συνοδεύθηκε από ειδικό Κοινοτικό δάνειο ύψους 1.7 δις. Ο οικονομικός αναπροσανατολισμός προκάλεσε τρανταγμούς στον κυβερνητικό χώρο. Η ΓΣΕΕ διασπάστηκε και ορισμένα προβεβλημένα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος με επικεφαλής τον πρώην υπουργό Γεράσιμο Αρσένη αποχώρησαν ιδρύοντας νέο κόμμα. Γενικά ένα τμήμα των στελεχών αναζητούσε λύση των προβλημάτων σε «περισσότερο σοσιαλισμό». Με τον ίδιο τρόπο εξηγούν σήμερα ακόμη πολλοί ειδικοί τα προβλήματα, τα αποδίδουν δηλαδή στους δισταγμούς της κυβέρνησης να εφαρμόσει ένα πλήρες πρόγραμμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
     Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ανατέθηκε στον καθηγητή Κωνσταντίνο Σημίτη. Στη διαμόρφωση και παρακολούθηση του προγράμματος σταθεροποίησης, που θα εφαρμοσθεί στη συνέχεια, σημαντικό ρόλο θα παίξει ο καθηγητής Γιάννης Σπράος και ο Νίκος Γκαργκάνας της Τράπεζας της Ελλάδος. Δύο ήταν οι αιχμές της πολιτικής εκείνης. Η άμεση βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με την υποτίμηση της δραχμής και η περικοπή της συνολικής ζήτησης. Οι πιστώσεις περιορίστηκαν, οι φόροι αυξήθηκαν, έγινε προσπάθεια συμπίεσης των κρατικών δαπανών και οι πραγματικοί μισθοί περικόπηκαν δραστικά –περίπου κατά 13.4% μέσα σε δύο χρόνια, αν και δεν σήκωσαν τα ίδια βάρη όλοι οι μισθωτοί.
     Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πρόγραμμα σταθεροποίησης ήταν μονόπλευρο και εν μέρει αδικαιολόγητα αντιαναπτυξιακό. Για να μειωθούν οι δαπάνες περικόπηκαν δραστικά οι δημόσιες επενδύσεις. Αλλά το κύριο πρόβλημα της πολιτικής εκείνης ήταν ότι άφησε τις πηγές που διόγκωναν τα δημοσιονομικά ελλείμματα ανέπαφες. Η ενσωματωμένη στο σύστημα ελλειμματικότητα έμεινε αλώβητη. Τέλος, εγκαταλείφθηκε κάθε προσπάθεια προγραμματισμού. Το τέλος του «πενταετούς» συνέπεσε σχεδόν με την εξαγγελία της λιτότητας.
     Η αναγκαία, μολονότι κόλουρη, εκείνη πολιτική ανετράπη στη συνέχεια ολοσχερώς καθώς η δημόσια οικονομία υποτάχθηκε πλήρως στις ανάγκες της αναπαραγωγής της εξουσίας. Η διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που ακολούθησε την παραίτηση του Κωνσταντίνου Σημίτη είναι εντυπωσιακή. Το 1989 τα ελλείμματα (καθαρός δανεισμός της Γενικής Κυβέρνησης) έφθασαν το 14.4% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας τα όρια συναγερμού του 1984-85, προσθέτοντας νέα χρέη, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και πιέζοντας το εξωτερικό ισοζύγιο. Για μερικά χρόνια ακόμη, εξαιτίας του εκλογικού συστήματος και της πολιτικής αστάθειας, η κατάσταση θα παραμείνει σχεδόν εκτός ελέγχου.
 
Οι ελληνικές επιδόσεις
     Αναδρομικά, η τάση της δεκαετίας του 1980 ήταν ο στασιμοπληθωρισμός, συνοδευόμενος από μεγάλα τρέχοντα ελλείμματα και φθίνουσα ανταγωνιστικότητα. Ο μακροοικονομικός απολογισμός ως προς την Ελλάδα ήταν ένας απ’ τους χειρότερους στην Κοινοτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας. Επίσης, αντιτίθετο έντονα με τα επιτεύγματα της δεκαετίας του 1960, ακόμη και αυτής του 1970. Το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν αυξήθηκε κατά τη δεκαετία 1981-1990 με ένα ετήσιο ποσοστό 1.4% έναντι 4.7% την προηγούμενη περίοδο (1971-1980). Στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες η ανάπτυξη έφτασε κατά μέσον όρο τα 2.3 % στη δεκαετία του 1980. Σε αναπτυξιακούς όρους, η ελληνική οικονομία άρχισε να υπολείπεται των οικονομιών άλλων κρατών-μελών. Η Ελλάδα έχανε έδαφος ακόμη και συγκριτικά με τα νέα μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Οι τελευταίες είδαν όντως τα εισοδήματά τους να αυξάνονται πιο ραγδαία από άλλα κράτη-μέλη κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, ενώ η Ελλάδα έμενε πίσω. Έτσι, οι ιβηρικές χώρες ήταν ικανές να «προλάβουν» τα πιο πλούσια κράτη-μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι οικονομίες τους πολιτικές διέφεραν επίσης. Η Ισπανία και η Πορτογαλία εφάρμοσαν διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες προκάλεσαν επενδύσεις και μια μετατόπιση προς μια εξαγωγικά προσανατολισμένη παραγωγή που αξιοποιούσε τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Αυτό, με τη σειρά του, υποβοήθησε το άνοιγμα των οικονομιών τους όταν εισήλθαν στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
    Το ζήτημα είναι ότι οι οικονομικές πολιτικές στην Ελλάδα αναίρεσαν διάφορα πιθανά αποτελέσματα της ένταξης. Ενάντια σ’ αυτό, άλλοι επιμένουν στην επίδραση της «πρόωρης» φιλελευθεροποίησης εφαρμοζόμενης από την ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και τη σημασία του αρχικού αναπτυξιακού χάσματος για την οικονομική απόδοση του ασθενέστερου, σ’ αυτή την περίπτωση, της Ελλάδας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν είχαν καμία πιθανότητα να αντέξουν το ξέσπασμα των ανταγωνιστικών πιέσεων μετά την προσχώρηση. Συνάγεται απ’ αυτό το πρότυπο ανάλυσης, ότι τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τους πόρους της Κοινότητας αναιρέθηκαν σε μεγάλο βαθμό από «τις αντισταθμιστικές μεταβιβάσεις αξίας εκτός της οικονομίας, κυρίως μέσω εμπορικών ροών» (T. Giannitsis, The Economy of Greece in the Perspective of the Single Market). Η ένταξη per se προκάλεσε «σοβαρά κόστη σε όρους αποβιομηχανοποίησης, στάσιμα ποσοστά ανάπτυξης, έξοδο των μεγάλων εταιριών και υψηλή διείσδυση εισαγωγών».
     Κανένα απ’ τα παραπάνω συμπτώματα φτωχής απόδοσης δεν μπορεί πραγματικά να αμφισβητηθεί. Κατά τη δεκαετία του 1980 ο αριθμός των μεγάλων εταιρειών μειώθηκε (μια καθαρά δυσμενής διαρθρωτική τάση), το ποσοστό των εισαγωγών στην εγχώρια πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε από 25.8% (1978-80) σε 43.1% (1989) και τα ποσοστά ανάπτυξης υποχώρησαν δραματικά. Αλλά, ακόμη κι αν δεχθούμε την άποψη που δίνει έμφαση στην «πρόωρη» φιλελευθεροποίηση και στο αρχικό αναπτυξιακό χάσμα, παραμένουν ακόμη πολλά που πρέπει ν’ αποδοθούν στην πολιτική αποτυχία: οι επίσημα ενθαρρυνόμενες αυξήσεις των πραγματικών μισθών μείωσαν την ανταγωνιστικότητα την περίοδο που ήταν επειγόντως αναγκαία, τα ανερχόμενα ελλείμματα του προϋπολογισμού πυροδότησαν τον πληθωρισμό, αντιφατικοί έλεγχοι αγορών και εκτεταμένη εθνικοποίηση προκάλεσαν σπατάλες πόρων (όπως δείχνει καθαρά η ιστορία των προβληματικών επιχειρήσεων) αποθαρρύνοντας έτσι την προσαρμογή, ενώ, τέλος, το ανερχόμενο βάρος του χρέους κατέστη μία μόνιμη πηγή αβεβαιότητας και φτωχών επενδύσεων.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών

Κωνσταντίνος Καβάφης [Χρώματα]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Κωνσταντίνος Καβάφης [Χρώματα]
 
Τα κόκκινα, τα κίτρινα, και τα μαβιά
των λουλουδιών είν’ έμορφα, το παραδέχομαι.
Αλλά το χρώμα σαν φαντάζομαι,
το σταθερό κι αμόλυντο το χρώμα,
δεν πάει ο νους μου στα λουλούδια, αλλά
στο κόκκινο το ρουμπινί ή το κοραλλί,
στο κίτρινο του τοπαζιού και στο μάλαμα,
και στων σαπφείρων και των περουζέδων τα μαβιά.
 
Κ. Π. Καβάφης, Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini, Εκδόσεις Ίκαρος
 
Το συγκεκριμένο ποίημα, αν και φαινομενικά έχει ως θέμα του τα χρώματα, στην πραγματικότητα λειτουργεί ως έμμεση παραδοχή του ποιητή πως το εφήμερο και ευάλωτο στη φθορά που διακρίνει τη φύση δεν τον συγκινεί ιδιαίτερα. Ο ποιητής προτιμά στοιχεία σταθερότερα, τα οποία μπορούν να αψηφήσουν τη φθορά του χρόνου και να διεκδικήσουν μια διαρκέστερη ύπαρξη. Λανθάνει υπ’ αυτή την έννοια μια σύγκριση ανάμεσα στο παροδικό κάλλος της φύσης και τη διαχρονική ομορφιά της τέχνης, η οποία -αν υπηρετηθεί σωστά- μπορεί να αποδώσει έργα που αντέχουν στον χρόνο και συνεχίζουν να θέλγουν τους αποδέκτες τους ακόμη και αιώνες μετά.
 
Τα κόκκινα, τα κίτρινα, και τα μαβιά
των λουλουδιών είν’ έμορφα, το παραδέχομαι.
 
Ο ποιητής δεν απορρίπτει ούτε υποτιμά την ομορφιά της φύσης, αναγνωρίζει, για παράδειγμα, πως ο χρωματικός πλούτος των λουλουδιών είναι ιδιαίτερα γοητευτικός. Είναι, εντούτοις, σαφές, όπως αυτός προκύπτει από την ποιητική του παραγωγή, πως η φύση διαδραματίζει ασήμαντο ρόλο στον ποιητικό του κόσμο. Η φύση είναι μεν όμορφη, αλλά προσφέρει στα δημιουργήματά της μια ομορφιά μικρής διάρκειας. Ως εκ τούτου, όταν ο ποιητής φέρνει στη σκέψη του τα χρώματα, δεν τα φαντάζεται όπως αυτά εμφανίζονται στα εφήμερα λουλούδια.
 
Αλλά το χρώμα σαν φαντάζομαι,
το σταθερό κι αμόλυντο το χρώμα,
δεν πάει ο νους μου στα λουλούδια,
 
Η μορφή του χρώματος που λειτουργεί για τον ποιητή ως η πιο χαρακτηριστική του εκδοχή δεν βρίσκεται στα λουλούδια, διότι ο ποιητής θέλει το χρώμα στον πλέον «σταθερό» και «αμόλυντο» χαρακτήρα του. Τα δύο αυτά επίθετα («σταθερό», «αμόλυντο») φανερώνουν την επιθυμία του ποιητή να αντικρίζει το χρώμα εντελώς απαλλαγμένο από τη φθορά του χρόνου και από το «μίασμα» της θνητότητας και του εφήμερου. Διαφαίνεται, έτσι, πως ο ποιητής επιδιώκει τον εντοπισμό των στοιχείων εκείνων που βρίσκονται έξω από την επικράτεια του χρόνου και της αλλοίωσης που αυτός επιφέρει.
αλλά
στο κόκκινο το ρουμπινί ή το κοραλλί,
στο κίτρινο του τοπαζιού και στο μάλαμα,
και στων σαπφείρων και των περουζέδων τα μαβιά.
 
Η αμόλυντη μορφή του χρώματος, για τον ποιητή, εντοπίζεται στους πολύτιμους λίθους, στο ρουμπίνι, στο τοπάζι και το ζαφείρι, που το διατηρούν αναλλοίωτο, χωρίς να επηρεάζονται από τον χρόνο, την εποχή ή τις καιρικές συνθήκες. Οι πολύτιμοι λίθοι -όπως σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης τα έργα τέχνης- δεν συνδέονται με την έννοια της φθοράς, της γήρανσης και της θνητότητας. Επιτρέπουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, στον ποιητή να θαυμάζει το χρώμα τους, χωρίς να έχει στη σκέψη του το επώδυνο της αλλοίωσης και του εφήμερου.
Ας σημειωθεί ότι ο περουζές (αλλιώς κάλαϊς) είναι πολύτιμος λίθος με γαλαζοπράσινο χρώμα, ενώ το μάλαμα σημαίνει χρυσάφι.
 

Κωνσταντίνος Καβάφης [Σκλάβος και δούλος]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

 Σευρου βασιλεύοντος κόσμος ετυχε μακάριοι Νικομήδεις
 
Κωνσταντίνος Καβάφης [Σκλάβος και δούλος]
 
Σκλάβος και δούλος, χωρίς καμιά χαρά,
σκυμμένος στο ίδιο έργον για σαράντα χρόνια
επάνω στο τραπέζι τα νομίσματ’ αραδιάζει
τα νέα που ο δήμος της Νίκαιας βγάζει.
Τα πιάνει κ’ ένα, ένα τα μετρά
και με τα θολά απ’ το γήρας μάτια του με προσοχή
αν είναι η επιγραφή σωστή εξετάζει.
Αν ξανακάμει λάθος, είπανε, θα βασανισθεί,
και τρέμουνε τα χέρια του.
«Σευήρου βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί».
 
Κ. Π. Καβάφης, Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini, Εκδόσεις Ίκαρος
 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης προσεγγίζει στο άτιτλο αυτό ποίημα τη θεματική του γήρατος από μια διαφορετική οπτική, καθώς δεν εστιάζει, όπως συνήθως, στην απώλεια της νεότητας και του νεανικού κάλλους ή στην ανία των γηρατειών και στην αναπόληση χαμένων ευκαιριών ή απολαύσεων, αλλά στη δυσκολία επιβίωσης του ατόμου που είναι αναγκασμένο να εργάζεται παρά το προχωρημένο της ηλικίας του. Τα γηρατειά, μάλιστα, δεν εξετάζονται ως μια κατάσταση φθοράς που αφορά αποκλειστικά το ίδιο το άτομο, αλλά ως προς το πώς αντιμετωπίζεται το ηλικιωμένο άτομο από τους άλλους. Προσδίδεται, έτσι, στη θεματική του γήρατος μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση.
 
Σκλάβος και δούλος, χωρίς καμιά χαρά,
σκυμμένος στο ίδιο έργον για σαράντα χρόνια
επάνω στο τραπέζι τα νομίσματ’ αραδιάζει
τα νέα που ο δήμος της Νίκαιας βγάζει.
 
Η συνεχής εργασία του κρατικού δούλου (servus publicus) που λειτουργεί ως το κεντρικό πρόσωπο του ποιήματος, παρουσιάζεται στον πρώτο στίχο με σχήμα πλεονασμού λόγω της συνωνυμίας των λέξεων («σκλάβος και δούλος») και με έναν εμπρόθετο τρόπου που δηλώνει στέρηση («χωρίς καμιά χαρά»), για να διαφανεί εμφατικά η δυστυχία που βιώνει το άτομο. Επί σαράντα χρόνια περιορισμένος μπροστά από ένα τραπέζι κάνει «το ίδιο έργο», την ίδια ακριβώς κουραστική και επαναλαμβανόμενη εργασία, χωρίς καν να έχει την προοπτική πως θα κερδίσει την ελευθερία του ή έστω την παραμυθία πως έχει μια ευχάριστη ιδιωτική ζωή ως αντίβαρο για τον επίμοχθο εργασιακό του βίο.   
Ο ηλικιωμένος υπάλληλος έχει ως αρμοδιότητα τον προσεκτικό έλεγχο των νέων νομισμάτων που κόβει ο δήμος της Νίκαιας. Η ιστορική αυτή πόλη βρίσκεται κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά στη βορειοδυτική Τουρκία και αποτελούσε την εποχή εκείνη (193 – 211 μ.Χ.) τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.     
 
Τα πιάνει κ’ ένα, ένα τα μετρά
και με τα θολά απ’ το γήρας μάτια του με προσοχή
αν είναι η επιγραφή σωστή εξετάζει.
 
Ο ηλικιωμένος υπάλληλος, παρά το γεγονός ότι δεν βλέπει πια καλά λόγω της ηλικίας του, είναι υποχρεωμένος να μετράει ένα προς ένα τα νέα νομίσματα και συνάμα να ελέγχει αν η επιγραφή, η αφιερωμένη στον αυτοκράτορα, είναι σωστή. Η εργασία του, ως εκ τούτου, είναι όχι μόνο κουραστική, αλλά και μεγάλης ευθύνης, διότι όποιο πιθανό λάθος στα νέα νομίσματα βαραίνει τον ηλικιωμένο υπάλληλο και όχι τους χειρώνακτες τεχνίτες, εφόσον τα νομίσματα κυκλοφορούν μετά τη δική του έγκριση. Την περίοδο κατά την οποία εκτυλίσσεται το περιστατικό του ποιήματος τα νομίσματα κόβονταν με μια χειροκίνητη διαδικασία σφυρηλάτησης που δεν επέτρεπε απόλυτη ακρίβεια στο τελικό αποτέλεσμα.  
 
Αν ξανακάμει λάθος, είπανε, θα βασανισθεί,
και τρέμουνε τα χέρια του.
«Σευήρου βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί».
 
Ο ηλικιωμένος αισθάνεται βαθιά φοβισμένος («τρέμουνε τα χέρια του»), διότι τον απείλησαν πως αν ξανακάνει λάθος στη δουλειά του θα τον βασανίσουν, και γνωρίζει καλά πως δεν πρόκειται για μια κενή απειλή. Διαφαίνεται, έτσι, πως παρά το γεγονός ότι έχει διατηρήσει τη θέση αυτή για τέσσερις δεκαετίες -κάτι που υποδηλώνει πως τον θεωρούν τίμιο και τον εμπιστεύονται- δεν έχουν εντούτοις τον στοιχειώδη σεβασμό για την ηλικία του και τα προβλήματα που την ακολουθούν. Αν και ηλικιωμένος, αν και έχει υπηρετήσει το κράτος με συνέπεια για δεκαετίες, θα τιμωρηθεί σκληρά, αν κάνει λάθος. Αντιμετωπίζεται, δηλαδή, ο ηλικιωμένος δούλος με την ίδια αυστηρότητα που θα αντιμετωπιζόταν οποιοσδήποτε άλλος, σαν να μην έχει καμία απολύτως σημασία η μακρόχρονη θητεία του και η πολυετής συνέπειά του.
Η επίγνωση, επομένως, πως παρά τα χρόνια που έχει αφιερώσει στην εργασία του δεν έχει το δικαίωμα να αναμένει κάποια πιο ευνοϊκή μεταχείριση επιτείνει το αίσθημα δυστυχίας του. Σαράντα χρόνια μετά συνεχίζει να υπόκειται στον ίδιο αυστηρό έλεγχο όπως όλοι, σαν να μην του έχει διασφαλίσει η αφοσίωσή του ούτε το ελάχιστο προνόμιο.
 
«Σευήρου βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί».
 
Η ειρωνεία που προκύπτει ανάμεσα στην επαινετική για τον αυτοκράτορα Σευήρο επιγραφή και την πραγματικότητα που βιώνει ο ηλικιωμένος ήρωας είναι εμφανής και καυστική. Ο ποιητής φροντίζει να τονίσει και να τεκμηριώσει τη δυστυχία του ήρωα, προκειμένου να είναι ξεκάθαρο πως η δήλωση ότι «ο κόσμος ευτυχεί» είναι περισσότερο μια προπαγανδιστική διατύπωση παρά μια απτή πραγματικότητα.
Ο κρατικός δούλος αντιμετωπίζεται με σκληρότητα, χωρίς κανένα σεβασμό για την προχωρημένη ηλικία του και χωρίς καμία κατανόηση για τη μειωμένη δυνατότητά του να αντεπεξέλθει στα καθήκοντά του. Η τραγικότητα έγκειται στο ότι ο άνθρωπος αυτός αναγκάζεται να επιτελέσει ένα έργο που απαιτεί ακρίβεια, την ώρα που το σώμα του τον προδίδει. Η ειρωνεία είναι έντονη: η προσπάθειά του να είναι ακριβής, παρά τη φυσική του φθορά, δείχνει έναν άνθρωπο που παλεύει να διασφαλίσει την επιβίωσή του και να ανταποκριθεί στο αίσθημα του καθήκοντος, ενώ το περιβάλλον του τον καταδικάζει για κάτι που είναι αναπόφευκτο και απολύτως ανθρώπινο.
 
Ιστορικό πλαίσιο
Η επιγραφή του νομίσματος επιτρέπει τη χρονική τοποθέτηση του περιστατικού στην περίοδο 193-211 μ.Χ., κατά την οποία αυτοκράτορας ήταν ο Σεπτίμιος Σευήρος. Για τον Σευήρο ο Karl Hoeber γράφει τα εξής:
 
     Ιδρυτής της αφρικανικής δυναστείας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, γεννημένος στο Leptis Magna της Αφρικής, στις 11 Απριλίου 146· απεβίωσε στο York της Αγγλίας, στις 4 Φεβρουαρίου 211. Ο Σεβήρος προερχόταν από μια οικογένεια που είχε λάβει τη ρωμαϊκή υπηκοότητα. Κατά τη σταδιοδρομία του ως αξιωματούχος στη Ρώμη και στις επαρχίες, είχε τύχει της εύνοιας του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Κατά τη βασιλεία του Κόμμοδου διορίστηκε λεγάτος της τέταρτης λεγεώνας στον Ευφράτη, γεγονός που του έδωσε την ευκαιρία να εξοικειωθεί με τις υποθέσεις της Ανατολής. Νυμφεύτηκε την Ιουλία Δόμνα, μέλος ιερατικής οικογένειας της Έμεσας, η οποία ήταν η μητέρα του Καρακάλλα και του Γέτα. Όταν ο αυτοκράτορας Πέρτιναξ δολοφονήθηκε από στασιαστές στρατιώτες στη Ρώμη, ο Σεβήρος, ο οποίος ήταν τότε κυβερνήτης της Άνω Παννονίας, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας στο Carnuntum από τις λεγεώνες του Δούναβη. Το γεγονός ότι οι ηγέτες των στρατευμάτων στο ανατολικό και δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ήταν αμέσως έτοιμοι να τον ακολουθήσουν αποτελεί ένδειξη ότι ο ίδιος ο Σεβήρος είχε συμμετάσχει στη συνωμοσία κατά του νεκρού αυτοκράτορα.
     Ο Σεβήρος είχε σαφές πολιτικό όραμα, ωστόσο δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα συμφέροντα της Ρώμης και της Ιταλίας. έτρεφε μέσα του το φοινικικό μίσος για το ρωμαϊκό πνεύμα και ένστικτο και ευνοούσε τους επαρχιώτες με κάθε τρόπο. Ήταν εκδικητικός και σκληρός απέναντι στους αντιπάλους του και επηρεαζόταν από μια τυφλή δεισιδαιμονική πίστη στο πεπρωμένο του, όπως αυτό ήταν γραμμένο στα άστρα. Με σιδερένια θέληση εργάστηκε για να αναδιοργανώσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά το πρότυπο του ανατολικού δεσποτισμού. Τα στρατεύματα στην Ανατολή είχαν ανακηρύξει αυτοκράτορα τον ικανό κυβερνήτη της Συρίας, Πεσκένιο Νίγηρα· οι λεγεώνες στη Βρετανία τον κυβερνήτη Κλαύδιο Αλβίνο. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες στην Ιταλία και οι συγκλητικοί τάχθηκαν στο πλευρό του Σεβήρου· ο Ιουλιανός, ο έπαρχος της Πραιτωριανής Φρουράς, εκτελέστηκε.
     Ο Σεβήρος στήριξε την εξουσία του κυρίως στις λεγεώνες των βαρβαρικών στρατευμάτων· τις απαθανάτισε στα νομίσματα, τους παραχώρησε, εκτός από μεγάλα χρηματικά δώρα και το δικαίωμα γάμου, πληθώρα προνομίων στη στρατιωτική και πολιτική υπηρεσία, έτσι ώστε σταδιακά οι λαοί που ζούσαν στα σύνορα μπόρεσαν να αναγκάσουν τη Ρώμη να υποταχθεί στη θέλησή τους. Η Πραιτωριανή Φρουρά μετατράπηκε σε σώμα εκλεκτών ανδρών από τις επαρχίες· στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα, διοικητής τους ήταν ο δαιμόνιος Γάιος Φούλβιος Πλαυτιανός, ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή στον Σεβήρο. Αφού προετοίμασε προσεκτικά την αποφασιστική αναμέτρηση και αφού εξασφάλισε τον αντίπαλό του στη Βρετανία με την απονομή του τίτλου του Καίσαρα, ο Σεβήρος ξεκίνησε εκστρατεία κατά του επικίνδυνου αντιπάλου του, Νίγηρα. Νίκησε τον υφιστάμενο του Νίγηρα, Ασκέλλιο Αιμίλιο, στην Κύζικο και τον ίδιο τον Νίγηρα στην Ισσό. Στη συνέχεια προέλασε στη Μεσοποταμία, ίδρυσε τη νέα επαρχία της Οσροηνής και τη νέα λεγεώνα που ονομάστηκε Παρθική. Χώρισε αρκετές παλαιές επαρχίες σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες.
     Κατόπιν, ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια, κήρυξε τον πόλεμο κατά του Αλβίνου και επέστρεψε στην Ευρώπη με αναγκαστικές πορείες. Το 197 δόθηκε η αποφασιστική μάχη με τον Αλβίνο κοντά στο Λούγδουνο της Γαλατίας. Ο Αλβίνος είχε υπό τις διαταγές του τις λεγεώνες της Βρετανίας, της Γαλατίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας, ωστόσο παρά τις βαριές απώλειες, ο Σεβήρος ήταν ο νικητής. Ο Αλβίνος σκοτώθηκε, οι οπαδοί του εξολοθρεύθηκαν ολοκληρωτικά σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και η περιουσία τους δημεύτηκε υπέρ του αυτοκράτορα. Οι απλοί στρατιώτες έλαβαν το δικαίωμα να εισέρχονται στη Σύγκλητο και στην τάξη των ιππέων. Για τη μεγαλύτερη ασφάλεια της αυτοκρατορικής εξουσίας, η Παρθική λεγεώνα στρατοπέδευσε στο Όρος Alba κοντά στη Ρώμη.
     Ο Σεβήρος πήγε στην Ασία για δεύτερη φορά, διέσχισε τις χώρες στον Ευφράτη και τον Τίγρη, ενίσχυσε τη ρωμαϊκή κυριαρχία και έδωσε στους ντόπιους ίσα δικαιώματα με τους Ιταλούς. Στη συνέχεια πήγε στην Αίγυπτο, όπου παραχώρησε στην πόλη της Αλεξάνδρειας το προνόμιο της αυτοδιοίκησης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεβήρου ξέσπασε ο πέμπτος διωγμός των Χριστιανών. Απαγόρευσε τον προσηλυτισμό στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ο διωγμός μαινόταν ιδιαίτερα στη Συρία και την Αφρική. Το 203, οι αγίες Περπέτουα και Φελισιτάτα και οι σύντροφοί τους μαρτύρησαν στην Καρχηδόνα.
    Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη Ρώμη για τον εορτασμό του δέκατου έτους της βασιλείας του, ανήγειρε την αψίδα του θριάμβου που σώζεται μέχρι σήμερα και ενίσχυσε τον έλεγχό του στις ορδές των μισθοφόρων του με συνεχείς χρηματικές παροχές και την απόδοση προνομίων εις βάρος της στρατιωτικής πειθαρχίας. Η Σύγκλητος αντικαταστάθηκε από το Consistorium principis (Συμβούλιο του Ηγεμόνα), ένα από τα μέλη του οποίου ήταν ο διάσημος νομικός Παπινιανός. Αν και υπέφερε για χρόνια από ρευματική ποδάγρα, ο Σεβήρος μετέβη στη Βρετανία, όπου είχαν ξεσπάσει ταραχές, προκειμένου να απασχολήσει τους γιους του, οι οποίοι βρίσκονταν σε θανάσιμη έχθρα μεταξύ τους. Αποκατέστησε το Τείχος του Αδριανού και ενίσχυσε εκ νέου τη ρωμαϊκή ισχύ στη Βρετανία.
KARL HOEBER
 
Βιβλιογραφία: SCHILLER, Ιστορία της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εποχής, I (Gotha, 1883)· REVILLE, Η θρησκεία στη Ρώμη υπό τους Σεβήρους (Παρίσι, 1886)· NEUMANN, Το ρωμαϊκό κράτος και η καθολική εκκλησία, I (Λειψία, 1890)· DE CAVALIERI, Το πάθος των Αγίων Περπέτουας και Φελισιτάτας (Ρώμη, 1896)· VON DOMASZEWSKI, Ιστορία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων (Λειψία, 1909)· DURUY, Ιστορία της Ρώμης, μτφρ. RIPLEY (Βοστώνη, 1894).

Κωνσταντίνος Καβάφης [Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Κωνσταντίνος Καβάφης [Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς]
 
Είχαν περάσει δέκα πέντε χρόνια.
Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.
Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του
περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός
μια επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.
 
Για να περνάει πιο εύκολα ο καιρός
πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.
 
Ήτανε σοφιστού πολύ οργίλου,
που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,
παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.
«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,
«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
 
Για τ’ άλλα, όμως, τα ελαφρά του Ιουλιανού,
Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.
 
Κ. Π. Καβάφης, Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini, Εκδόσεις Ίκαρος
 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης αντιμετωπίζει με ειρωνεία την προσπάθεια του Ιουλιανού να ανακόψει τη δυναμική του χριστιανισμού και να επαναφέρει τη λατρεία των αρχαιοελληνικών θεών. Η αδυναμία του Ιουλιανού να προσαρμοστεί με τα δεδομένα της εποχής του και να αντιληφθεί πως δεν είναι εφικτή η επιστροφή στο παρελθόν συνιστά για τον Καβάφη ένα ουσιώδες ανθρώπινο ελάττωμα, γι’ αυτό και στηλιτεύεται στην ποίησή του.
 
Είχαν περάσει δέκα πέντε χρόνια.
Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.
Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του
περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός
μια επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.
 
Το αφηγηματικό πλαίσιο του ποιήματος βασίζεται στη διαμόρφωση ενός πλασματικού στιγμιότυπου, ώστε να αποδοθεί μέσω αυτού το πόσο αφελής φαίνεται εκ των υστέρων η απόπειρα του Ιουλιανού να απαγορεύσει στους Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ο ποιητής τοποθετεί χρονικά το στιγμιότυπο που αφηγείται το 379 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν πλέον ο Θεοδόσιος Α΄, και είχαν περάσει δεκαέξι χρόνια από τον θάνατο του Ιουλιανού (363 μ.Χ.) και δεκαεπτά χρόνια από το διάταγμά του σχετικά με το ποιοι μπορούσαν να διδάσκουν αρχαιοελληνικά κείμενα (362 μ.Χ.). Ο Καβάφης αναφέρει πως είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια, υπαινισσόμενος το έτος 364 μ.Χ., όταν ο διάδοχος του Ιουλιανού, Ιοβιανός, ακύρωσε τα διατάγματα του Ιουλιανού που στρέφονταν κατά του χριστιανισμού.
Πρωταγωνιστής του αφηγηματικού στιγμιότυπου είναι ένας «νέος αλεξανδρινός», κάτι που συνιστά εύλογη επιλογή, αν λάβουμε υπόψη πως ο Καβάφης είναι και ο ίδιος αλεξανδρινός. Είναι, μάλιστα, ευκατάστατος, εφόσον βρίσκεται στο πατρικό μέγαρο, γεγονός που υποδηλώνει πως έχει λάβει ευρεία μόρφωση και είναι, ως εκ τούτου, σε θέση να κατανοήσει και να αξιολογήσει με επάρκεια τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του Ιουλιανού.
 
Για να περνάει πιο εύκολα ο καιρός
πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.
 
Ο νέος αλεξανδρινός περιμένει να έρθει ένας αγαπημένος φίλος του και θέλοντας να διασκεδάσει την πλήξη του παίρνει στην τύχη ένα βιβλίο, για να διαβάσει. Το βιβλίο αυτό -ως λογοτεχνικό εύρημα- αποτελεί την αφορμή για να τεθεί το κύριο θέμα του ποιήματος, το μάταιο διάταγμα του Ιουλιανού και η ανούσια προσπάθειά του να απομακρύνει τους Χριστιανούς από τα κείμενα των κορυφαίων Ελλήνων λογοτεχνών της αρχαιοελληνικής γραμματείας.
 
Ήτανε σοφιστού πολύ οργίλου,
που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,
παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.
«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,
«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
 
Το βιβλίο ήταν πιθανά του Λιβάνιου, ο οποίος υποστήριζε με φανατισμό την όλη προσπάθεια του Ιουλιανού. Σε αυτό, μάλιστα, παρέθετε την περιβόητη φράση του Ιουλιανού: «Εάν εν τούτοις πιστεύουν ότι οι συγγραφείς αυτοί έχουν λάθος στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, τότε ας καταφύγουν στις εκκλησίες για να εξηγήσουν τον Ματθαίο και τον Λουκά». Επρόκειτο για το επιχείρημα του Ιουλιανού, ότι οι Χριστιανοί δεν έπρεπε να διδάσκουν αρχαία ελληνικά κείμενα, εφόσον δεν ασπάζονταν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Παρακινούσε, έτσι, τους Χριστιανούς, αντί να ασχολούνται με συγγραφείς, των οποίων δεν σέβονταν τα πιστεύω, να ασχολούνται με τους ευαγγελιστές Ματθαίο και Λουκά, των οποίων τις απόψεις προφανώς εκτιμούσαν και υιοθετούσαν.
Ως προς την παραίνεση του Ιουλιανού, η οποία προφανώς δίνεται με ειρωνικό τρόπο, ο νέος αλεξανδρινός -και μέσω αυτού ο ίδιος ο Καβάφης- δεν έχει καμία αντίρρηση, εφόσον είναι απολύτως λογικό οι Χριστιανοί να μελετούν τα Ευαγγέλια. Έτσι, ο νεαρός ήρωας εκφράζει αβίαστα τη συναίνεσή του «Βεβαίως, πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
 
Για τ’ άλλα, όμως, τα ελαφρά του Ιουλιανού,
Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.
 
Ως προς το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος, ωστόσο, ο νεαρός ήρωας χαμογελάει απλώς, δηλώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την αποδοκιμασία του για την ελαφρότητα -για την ανοησία- του Ιουλιανού. Ο ισχυρισμός πως οι Χριστιανοί δεν μπορούν να μελετούν Όμηρο και Ησίοδο, επειδή δεν έχουν τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις με τους συγγραφείς αυτούς, είναι εντελώς αβάσιμος και σχεδόν αστείος, εφόσον η εκτίμηση ενός λογοτεχνικού έργου δεν προϋποθέτει σε καμία περίπτωση πλήρη ταύτιση απόψεων μεταξύ αναγνώστη και δημιουργού.
Η πρόθεση του Ιουλιανού να ασκήσει πίεση στους Χριστιανούς, στερώντας του τη δυνατότητα να λάβουν ποιοτική εκπαίδευση, με το να μην έχουν πρόσβαση στα σχολεία είχε, σαφώς, ουσιαστική βάση, καθώς, αν εφαρμοζόταν για μεγάλο διάστημα -και όχι για δύο χρόνια, όπως συνέβη-, θα είχε τεράστιο αντίκτυπο. Δοθέντος, όμως, πως το μέτρο αυτό υπήρξε βραχύβιο, ο νέος αλεξανδρινός -και, άρα, ο Καβάφης- δεν αξιολογεί την πραγματική δυναμική του νομοθετικού διατάγματος, αλλά μόνο τη σαθρή «αιτιολόγηση» που παρουσίασε ο Ιουλιανός.
 
Διευκρινιστικές σημειώσεις της Renata Lavagnini:
Το πρώτο έτος του Θεοδοσίου είναι το 379 μ.Χ., δεκαέξι χρόνια μετά το θάνατο του Ιουλιανού του Αποστάτη (363 μ.Χ.). Η σκηνή είναι φανταστική· ο πρωταγωνιστής διαβάζει το βιβλίο ενός σοφιστή (η σκέψη μας πάει στον ρήτορα Λιβάνιο, φανατικό υποστηρικτή του Ιουλιανού), στο οποίο γίνεται μνεία του διατάγματος του Αποστάτη (17 Ιουνίου 362), που απαγόρευε στους Χριστιανούς να διδάσκουν στα σχολεία τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Οι Χριστιανοί, κατά τον Ιουλιανό, δεν έπρεπε να διδάσκουν τον Όμηρο και τον Ησίοδο, αφού τους κατηγορούσαν για ασέβεια (Ιουλ. Επιστ. 61c, 423d Bidez: «ε δ τους τιμιωτάτους πολαμβάνουσι πεπλανσθαι, βαδιζόντων ες τας τν Γαλιλαίων κκλησίας, ξηγησόμενοι Ματθαον κα Λουκν»). («Αν όμως θεωρούν ότι οι πιο σεβαστοί [από τους αρχαίους συγγραφείς] βρίσκονται σε πλάνη, ας πηγαίνουν στις εκκλησίες των Γαλιλαίων [των Χριστιανών], για να ερμηνεύουν τον Ματθαίο και τον Λουκά»). Στην εποχή του Θεοδοσίου το διάταγμα είχε καταργηθεί· αυτό δικαιολογεί το ειρωνικό γέλιο του «νέου λεξανδρινο».
 
Ιστορικό πλαίσιο
Μια από τις πρώτες ενέργειες του Ιουλιανού υπήρξε και το διάταγμα για την καθιέρωση της θρησκευτικής ανοχής. Μερικές φορές μάλιστα, όταν οι Χριστιανοί άρχιζαν να φιλονικούν μπροστά στον Αυτοκράτορα, εκείνος τους μιλούσε χρησιμοποιώντας τα λόγια του Μάρκου Αυρηλίου: «Ακούστε εμένα, τον οποίο πρόσεξαν οι Γερμανοί και οι Φράγκοι». Αμέσως δε μετά την άνοδο του στον θρόνο ο Ιουλιανός ανακάλεσε πίσω από την εξορία όλους τους επισκόπους που είχαν εξορισθεί από τον Κωνστάντιο και τους επέστρεψε τις περιουσίες τους χωρίς να λάβει υπόψιν του τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.
Επειδή όμως οι θρησκευτικοί αυτοί ηγέτες, που γύρισαν από την εξορία, ανήκαν σε διαφορετικές θρησκευτικές τάσεις, ενώ συγχρόνως είχαν διαμορφώσει σταθερές και αγεφύρωτες πεποιθήσεις, δεν μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά και γρήγορα ενεπλάκησαν σε σοβαρές έριδες. Ο Ιουλιανός είχε προφανώς υπολογίσει σε μια τέτοια εξέλιξη.
Αν και φαινομενικά είχε παραχωρήσει θρησκευτικές ελευθερίες σε όλους, ξέροντας καλά την ψυχολογία των Χριστιανών, γνώριζε ότι θα ξεσπούσε ανάμεσά τους διχόνοια και ότι μια διηρημένη Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι επικίνδυνη για τους ειδωλολάτρες. Συγχρόνως ο Αυτοκράτορας έδινε πολλά προνόμια σε όλους όσοι αποφάσιζαν ν’ απαρνηθούν τον Χριστιανισμό, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να σημειωθούν πολλές περιπτώσεις αποστασίας. Ο Άγιος Ιερώνυμος ονόμαζε αυτή την τακτική του Ιουλιανού «ευγενικό διωγμό, ο οποίος έλκυε — παρά εξανάγκαζε — τον λαό να συμμετάσχει στην προσφορά των θυσιών».
Συγχρόνως οι Χριστιανοί αντικαταστάθηκαν με ειδωλολάτρες στις πολιτικές και στρατιωτικές θέσεις που κατείχαν πριν. Το φημισμένο λάβαρο του Κωνσταντίνου, που χρησίμευε για σημαία του στρατού, καταργήθηκε και οι λαμπεροί σταυροί που ήταν χαραγμένοι στις ασπίδες των στρατιωτών, αντικαταστάθηκαν με ειδωλολατρικά σύμβολα.
Αλλά το πιο σοβαρό χτύπημα εναντίον του Χριστιανισμού υπήρξε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το πρώτο διάταγμα ήταν σχετικό με τον διορισμό καθηγητών στις κυριότερες πόλεις της Αυτοκρατορίας. Οι υποψήφιοι έπρεπε να εκλεγούν από τις πόλεις, αλλά κάθε εκλογή έπρεπε να εγκριθεί, τελικά, από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, ο οποίος μπορούσε να μην επικυρώσει την εκλογή των καθηγητών που του ήταν ανεπιθύμητοι, ενώ προηγουμένως ο διορισμός των καθηγητών ήταν υπόθεση που αφορούσε μόνο την πόλη. Αλλά ακόμη πιο σημαντικό υπήρξε ένα δεύτερο διάταγμα, το οποίο σώζεται στις επιστολές του Ιουλιανού. Το διάταγμα αυτό όριζε ότι «όλοι όσοι διδάσκουν τους άλλους, πρέπει να είναι άνθρωποι έντιμοι και να μην κρύβουν μέσα τους σκέψεις αντίθετες προς το πνεύμα του Κράτους». Με τη φράση δε «πνεύμα του Κράτους», το διάταγμα εννοούσε τις προσωπικές ειδωλολατρικές τάσεις του Αυτοκράτορα. Γενικά, δηλαδή, ο Ιουλιανός θεωρούσε παράλογο άνθρωποι που ερμήνευαν τα έργα του Ομήρου, του Ησιόδου, του Δημοσθένους, του Ηροδότου και άλλων κλασικών συγγραφέων, να μην τιμούν τους θεούς που οι συγγραφείς αυτοί τίμησαν.
«Δίνω εις αυτούς (τους καθηγητές) — έγραφε ο Ιουλιανός — το δικαίωμα εκλογής ή να μην διδάσκουν εκείνο το οποίο δεν θεωρούν θαυμάσιο ή — αν θέλουν να διδάσκουν — να πείθουν τους μαθητές τους ότι ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος ή άλλοι από τους συγγραφείς που ερμηνεύουν, είναι — όπως τους έχουν παρουσιάσει — ασεβείς, μωροί και πλανημένοι στα θρησκευτικά ζητήματα. Γιατί, εφόσον ζουν και πληρώνονται χάρη στο έργο αυτών των συγγραφέων, κατηγορώντας τους, ομολογούν ότι είναι αδιάντροποι πλεονέκτες, που για λίγες δραχμές μπορούν να ανεχθούν το καθετί. Είναι αλήθεια ότι μέχρι τώρα πολλοί μπορούσαν να συγχωρεθούν γιατί δεν πήγαιναν στους ναούς, εφόσον ο φόβος ανάγκαζε τους ανθρώπους να κρύβουν τις αληθινές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αλλά τώρα που ο Θεός μάς χάρισε την ελευθερία, μου φαίνεται παράλογο να υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι διδάσκουν κάτι, το οποίο δεν πιστεύουν. Αν όμως πιστεύουν ότι αυτοί τους οποίους ερμηνεύουν και χάρη στους οποίους έχουν τη θέση που έχουν, ήταν σοφοί άνθρωποι, ας τους μιμηθούν πρώτοι, δείχνοντας την ευσέβειά τους προς τους θεούς. Εάν εν τούτοις πιστεύουν ότι οι συγγραφείς αυτοί έχουν λάθος στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, τότε ας καταφύγουν στις εκκλησίες για να εξηγήσουν τον Ματθαίο και τον Λουκά... Αυτή είναι η γενική εντολή για τους διδασκάλους των θρησκευτικών και των άλλων μαθημάτων... Αν και καλύτερα θα ήταν να τους θεραπεύσουμε, παρά τη θέλησή τους, όπως κανείς θεραπεύει έναν τρελό, με τη διαφορά ότι θα δείχναμε κάποια επιείκεια για το είδος αυτό της ασθενείας. Γιατί θα πρέπει, νομίζω, να διδάξουμε και όχι να τιμωρήσουμε τους παράφρονες».
Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, φίλος και σύντροφος του Ιουλιανού στις εκστρατείες του, εξηγεί το διάταγμα αυτό ως εξής: «Ο Ιουλιανός απαγόρευσε στους Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν μέχρι ότου προσφέρουν λατρεία στους θεούς», μέχρι δηλαδή να γίνουν ειδωλολάτρες. Βάσει ορισμένων παρατηρήσεων συγχρόνων του Ιουλιανού Χριστιανών συγγραφέων, μερικοί υποθέτουν ότι ο Αυτοκράτορας εξέδωσε και δεύτερο διάταγμα, με το οποίο απαγόρευσε στους Χριστιανούς όχι μόνο να διδάσκουν αλλά και να παρακολουθούν μαθήματα στα δημόσια σχολεία. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει σχετικά: «Και μήπως ο Ιουλιανός δεν καταδίωξε την Εκκλησία, απαγορεύοντας στους Χριστιανούς να διδάσκουν και να μελετούν τις ελευθέριες τέχνες (liberales litteras);». Το κείμενο όμως του δεύτερου διατάγματος δεν έχει διασωθεί, αν και είναι πιθανόν τέτοιο διάταγμα να μην εκδόθηκε ποτέ, εφόσον και το πρώτο διάταγμα ακόμη, το οποίο απαγόρευε στους Χριστιανούς να διδάσκουν, είχε ως έμμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό των σπουδών. Μετά τη δημοσίευση του διατάγματος, οι Χριστιανοί μπορούσαν να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία όπου υπήρχε μόνον ειδωλολατρική διδασκαλία, πράγμα που ανάγκασε τους περισσότερους να μην στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, από φόβο μήπως αυτά, μετά από μία ή δύο γενεές, επιστρέψουν στην ειδωλολατρία. Αφ’ ετέρου όμως, τα παιδιά των Χριστιανών, μη παίρνοντας μια γενική αγωγή, ήταν, από πλευράς μόρφωσης, κατώτερα των ειδωλολατρών. Το διάταγμα του Ιουλιανού λοιπόν — έστω και ένα — είχε μεγάλη σημασία για τους Χριστιανούς, γιατί εγκυμονούσε έναν μεγάλο κίνδυνο για το μέλλον της Χριστιανοσύνης. Δίκαια ο Γίββων παρατηρεί ότι «ενώ είχε απαγορευθεί επισήμως στους Χριστιανούς να διδάσκουν, τους είχε απαγορευθεί επίσης, ανεπισήμως, και η μόρφωση, εφόσον (για λόγους ηθικής τάξεως) δεν μπορούσαν να πηγαίνουν στα ειδωλολατρικά σχολεία».
Οι περισσότεροι από τους Χριστιανούς δασκάλους προτίμησαν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους παρά να γυρίσουν πίσω στην ειδωλολατρία. Και ανάμεσα στους ειδωλολάτρες ακόμη υπήρξε μια ποικιλία απόψεων σχετικά με το διάταγμα του Ιουλιανού. Ο ειδωλολάτρης συγγραφέας Αμμιανός Μαρκελλίνος π.χ. γράφει σχετικά ότι: «Η απαγόρευση στους Χριστιανούς καθηγητές να διδάσκουν τη ρητορική υπήρξε μια πράξη σκληρή, που αξίζει να ταφεί μέσα στην αιώνια σιωπή».
Ενδιαφέρον είναι να σημειώσουμε πώς αντέδρασαν στο διάταγμα οι Χριστιανοί. Μερικοί, με αφέλεια, χάρηκαν γιατί ο Αυτοκράτορας έκανε πιο δύσκολη τη σπουδή, εκ μέρους των Χριστιανών, των ειδωλολατρών συγγραφέων. Για να αντικαταστήσουν την απαγορευμένη παγανιστική φιλολογία, οι Χριστιανοί συγγραφείς της περιόδου αυτής — κυρίως δε ο Απολλινάριος ο πρεσβύτερος και ο γιος του Απολλινάριος ο νεότερος — σκέφτηκαν να δημιουργήσουν νέα, δικής τους εμπνεύσεως, φιλολογία για σχολική χρήση. Για τον σκοπό αυτό μετέφρασαν τους ψαλμούς σε μορφή όμοια με των ωδών του Πινδάρου, απέδωσαν την Πεντάτευχο του Μωυσή με εξάμετρο και έγραψαν τα Ευαγγέλια στο ύφος των διαλόγων του Πλάτωνος. Από αυτή την παραγωγή, που ασφαλώς δεν θα είχε να επιδείξει καλλιτεχνική αξία, δεν έχει τίποτα διασωθεί. Χάθηκε μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, όταν το διάταγμα του είχε χάσει την ισχύ του.
 
Α. Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453), Εκδόσεις Πάπυρος