Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ναυμαχέω-ῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ναυμαχέω-»
 
Ενεστώτας
Οριστική
ναυμαχ, ναυμαχες, ναυμαχε, ναυμαχομεν, ναυμαχετε, ναυμαχοσι(ν)
Υποτακτική
ναυμαχ, ναυμαχς, ναυμαχ, ναυμαχμεν, ναυμαχτε, ναυμαχσι(ν)
Ευκτική
ναυμαχομι, ναυμαχος, ναυμαχο, ή ναυμαχοίην, ναυμαχοίης, ναυμαχοίη, ναυμαχομεν, ναυμαχοτε, ναυμαχοεν
Προστακτική
---, ναυμάχει, ναυμαχείτω, ---, ναυμαχετε, ναυμαχούντων (ή ναυμαχείτωσαν)
Απαρέμφατο
ναυμαχεν
Μετοχή
ναυμαχν, ναυμαχοσα, ναυμαχον
 
Παρατατικός
Οριστική
ναυμάχουν, ναυμάχεις, ναυμάχει, ναυμαχομεν, ναυμαχετε, ναυμάχουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ναυμαχήσω, ναυμαχήσεις, ναυμαχήσει, ναυμαχήσομεν, ναυμαχήσετε, ναυμαχήσουσι(ν)
Ευκτική
ναυμαχήσοιμι, ναυμαχήσοις, ναυμαχήσοι, ναυμαχήσοιμεν, ναυμαχήσοιτε, ναυμαχήσοιεν
Απαρέμφατο
ναυμαχήσειν
Μετοχή
ναυμαχήσων, ναυμαχήσουσα, ναυμαχσον
 
Αόριστος
Οριστική
ναυμάχησα, ναυμάχησας, ναυμάχησε(ν), ναυμαχήσαμεν, ναυμαχήσατε, ναυμάχησαν
Υποτακτική
ναυμαχήσω, ναυμαχήσς, ναυμαχήσ, ναυμαχήσωμεν, ναυμαχήσητε, ναυμαχήσωσι(ν)
Ευκτική
ναυμαχήσαιμι, ναυμαχήσαις ή ναυμαχήσειας, ναυμαχήσαι ή ναυμαχήσαιε(ν) ναυμαχήσαιμεν, ναυμαχήσαιτε, ναυμαχήσαιεν ή ναυμαχήσειαν
Προστακτική
---, ναυμάχησον, ναυμαχησάτω, ---, ναυμαχήσατε, ναυμαχησάντων (ή ναυμαχησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ναυμαχσαι
Μετοχή
ναυμαχήσας, ναυμαχήσασα, ναυμαχσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
νεναυμάχηκα, νεναυμάχηκας, νεναυμάχηκε, νεναυμαχήκαμεν, νεναυμαχήκατε, νεναυμαχήκασι(ν)
 
Υποτακτική
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός ς
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα μεν
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα τε
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα σι
 
Ευκτική
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός εην
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός εης
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός εη
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα εημεν (εμεν)
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα εητε (ετε)
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός σθι
νεναυμαχηκώς- νεναυμαχηκυα- νεναυμαχηκός στω
---
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα στε
νεναυμαχηκότες- νεναυμαχηκυαι- νεναυμαχηκότα στων
 
Απαρέμφατο
νεναυμαχηκέναι
Μετοχή
νεναυμαχηκώς, νεναυμαχηκυα, νεναυμαχηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
νεναυμαχήκειν, νεναυμαχήκεις, νεναυμαχήκει, νεναυμαχήκεμεν, νεναυμαχήκετε, νεναυμαχήκεσαν
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
κατεναυμαχήθην, κατεναυμαχήθης, κατεναυμαχήθη, κατεναυμαχήθημεν, κατεναυμαχήθητε, κατεναυμαχήθησαν
Υποτακτική
καταναυμαχηθ, καταναυμαχηθς, καταναυμαχηθ, καταναυμαχηθμεν, καταναυμαχηθτε, καταναυμαχηθσι(ν)
Ευκτική
καταναυμαχηθείην, καταναυμαχηθείης, καταναυμαχηθείη, καταναυμαχηθείημεν ή καταναυμαχηθεμεν, καταναυμαχηθείητε ή καταναυμαχηθετε, καταναυμαχηθείησαν ή καταναυμαχηθεεν
Προστακτική
---, καταναυμαχήθητι, καταναυμαχηθήτω, ---, καταναυμαχήθητε, καταναυμαχηθέντων ή καταναυμαχηθήτωσαν
Απαρέμφατο
καταναυμαχηθναι
Μετοχή
καταναυμαχηθείς
καταναυμαχηθεσα
καταναυμαχηθέν

Ιστορία Β΄ Λυκείου: Το πολιτικό όραμα του Ρήγα Φεραίου (πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ιστορία Β΄ Λυκείου: Το πολιτικό όραμα του Ρήγα Φεραίου (πηγή)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις απαραίτητες πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται:
α. να εντοπίσετε τις επιδιώξεις του Ρήγα Βελεστινλή αναφορικά με την έκδοση του έργου του «Φυσικής Απάνθισμα»
β. να σκιαγραφήσετε το πολιτικό όραμα του Ρήγα Βελενστινλή.
 
KEIMENO Α
Ο κορυφαίος εκπρόσωπος και ο κύριος εκφραστής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είναι ο Ρήγας Βελεστινλής.[…] Ειδικά, στο έργο του «Φυσικής Απάνθισμα», ο Ρήγας κατεύθυνε την κριτική του κατά της παραδοσιακής αυθεντίας και της δεισιδαιμονίας. Οι καθιερωμένες αυθεντίες της φυσικής ιστορίας στην παράδοση της ελληνικής Ανατολής υποβλήθηκαν σε κριτική ανασκευή βασισμένη στις επιστημονικές ανακαλύψεις των νεοτέρων. Για κάθε θέμα φυσικής ιστορίας ο Ρήγας σκιαγραφεί διάφορες τρέχουσες απόψεις και θεωρίες και στη συνέχεια τις υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο σε συνάρτηση με το έργο νεότερων φυσικών φιλοσόφων.
 
Κιτρομηλίδης, Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1996, σ. 293.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Επειδή πίστευε (ο Ρήγας) ότι ο τελικός στόχος του φωτισμού του γένους είναι η απελευθέρωσή του, γρήγορα πέρασε στην επαναστατική δράση. Σε αυτή τη φάση ξεχωρίζει το έργο του «Νέα Πολιτική Διοίκησις». Όμως η πολιτική και εθνική δράση του Ρήγα ξεπέρασε πολύ τα όρια ενός απλού διδασκάλου του γένους. Ο Ρήγας είναι μια παμβαλκανική πολιτική φυσιογνωμία, η οποία συνέλαβε το σχέδιο να εξεγείρει όλους τους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής Χερσονήσου εναντίον του κοινού τυράννου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρώτος αυτός συνέλαβε την ιδέα μιας παμβαλκανικής ομοσπονδίας με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο που θα αντικαθιστούσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Αξελός, Λ., Ρήγας Βελεστινλής: σταθμοί και όρια στη διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, Αθήνα 2003, σ. 406.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Ο Ρήγας Βελεστινλής ή Φεραίος (1757-1798) επιδιώκει μέσα από το μεταφραστικό και το πρωτότυπο συγγραφικό έργο του να καταστήσει τους Έλληνες κοινωνούς της δυτικής σκέψης και να τους προετοιμάσει για τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή είναι το έργο του Φυσικής Απάνθισμα, με το οποίο επιχειρεί να εμφυσήσει στους συμπατριώτες του την ορθολογική σκέψη μέσω των φυσικών επιστημών. Σύμφωνα με τον πιο αναλυτικό σχολιασμό του έργου αυτού, από τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη (Κείμενο Α), ο Ρήγας επιχειρεί να αποδεσμεύσει τη σκέψη και την εκπαίδευση των Ελλήνων από παρωχημένες απόψεις και «αυθεντίες», οι οποίες συχνά κινούνταν στα όρια της δεισιδαιμονίας. Για να το κατορθώσει αυτό έθεσε υπό έλεγχο και αναθεώρηση εδραιωμένες κατά το παρελθόν απόψεις με βάση τις νεότερες επιστημονικές ανακαλύψεις και θεωρήσεις. Πιο συγκεκριμένα, ο Ρήγας διέτρεχε θεματικά τα ζητήματα της φυσικής ιστορίας ελέγχοντας και αντιπαραβάλλοντάς τες κριτικά σε συσχέτιση με τις θέσεις που είχαν διατυπώσει φυσική φιλόσοφοι της νεότερης εποχής.
 
β. Εμπνευσμένος ο Ρήγας από τον άνεμο της ελευθερίας που πνέει στη Γαλλία και τη δυτική Ευρώπη στα τέλη του 18ου αιώνα, τυπώνει μια σειρά από χάρτες, μεταξύ των οποίων και τη Μεγάλη Χάρτα της Ελλάδος, όπου δείχνει παραστατικά την έκταση και την ακτινοβολία του Ελληνισμού, καθώς και βιβλία με πατριωτικό περιεχόμενο, από τα οποία το πιο σημαντικό είναι η Νέα Πολιτική Διοίκησις, μέρος του οποίου αποτελεί και ο περίφημος Θούριος. Όπως διευκρινίζει ο Λουκάς Αξελός (Κείμενο Β) το συγγραφικό αυτό έργο ήταν απότοκο της πεποίθησης του Ρήγα πως ο διαφωτισμός των Ελλήνων αποσκοπούσε πρωτίστως στην απελευθέρωσή τους.
Ο Ρήγας οραματιζόταν κοινή εξέγερση όλων των βαλκανικών λαών εναντίον του δυνάστη και την ίδρυση μιας παμβαλκανικής Ελληνικής Δημοκρατίας. Όπως, μάλιστα, επισημαίνει ο Λουκάς Αξελός (Κείμενο Β) η ιδέα διαμόρφωσης μιας παμβαλκανικής ομοσπονδίας ανήκε στον Ρήγα Φεραίο γεγονός που του προσέδωσε τον χαρακτήρα όχι μόνο ενός λόγιου του ελληνισμού, αλλά πολύ περισσότερο μιας σημαίνουσας προσωπικότητας για το σύνολο της βαλκανικής. Τα επαναστατικά του όμως σχέδια ματαιώθηκαν, όταν οι αυστριακές αρχές τον συνέλαβαν στην Τεργέστη μαζί με τους συντρόφους του και τον παρέδωσαν στις οθωμανικές αρχές του Βελιγραδίου, όπου και εκτελέστηκε στις 24 Ιουνίου 1798.

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φιλονικέω- φιλονικῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «φιλονικέω- φιλονικ»
 
φιλονικ = αγαπώ τη νίκη, μαλώνω
 
Ενεστώτας
Οριστική
φιλονικ, φιλονικες, φιλονικε, φιλονικομεν, φιλονικετε, φιλονικοσι(ν)
Υποτακτική
φιλονικ, φιλονικς, φιλονικ, φιλονικμεν, φιλονικτε, φιλονικσι(ν)
Ευκτική
φιλονικομι, φιλονικος, φιλονικο (ή φιλονικοίην, φιλονικοίης, φιλονικοίη), φιλονικομεν, φιλονικοτε, φιλονικοεν
Προστακτική
---, φιλονίκει, φιλονικείτω, ---, φιλονικετε, φιλονικούντων ή φιλονικείτωσαν
Απαρέμφατο
φιλονικεν
Μετοχή
φιλονικν, φιλονικοσα, φιλονικον
 
Παρατατικός
Οριστική
φιλονίκουν, φιλονίκεις, φιλονίκει, φιλονικομεν, φιλονικετε, φιλονίκουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
φιλονικήσω, φιλονικήσεις, φιλονικήσει, φιλονικήσομεν, φιλονικήσετε, φιλονικήσουσι(ν)
Ευκτική
φιλονικήσοιμι, φιλονικήσοις, φιλονικήσοι, φιλονικήσοιμεν, φιλονικήσοιτε, φιλονικήσοιεν
Απαρέμφατο
φιλονικήσειν
Μετοχή
φιλονικήσων, φιλονικήσουσα, φιλονικσον
 
Αόριστος
Οριστική
φιλονίκησα, φιλονίκησας, φιλονίκησε(ν), φιλονικήσαμεν, φιλονικήσατε, φιλονίκησαν
Υποτακτική
φιλονικήσω, φιλονικήσς, φιλονικήσ, φιλονικήσωμεν, φιλονικήσητε, φιλονικήσωσι(ν)
Ευκτική
φιλονικήσαιμι, φιλονικήσαις ή φιλονικήσειας, φιλονικήσαι ή φιλονικήσειε(ν), φιλονικήσαιμεν, φιλονικήσαιτε, φιλονικήσαιεν ή φιλονικήσειαν
Προστακτική
---, φιλονίκησον, φιλονικησάτω, ---, φιλονικήσατε, φιλονικησάντων (ή φιλονικησάτωσαν)
Απαρέμφατο
φιλονικσαι
Μετοχή
φιλονικήσας, φιλονικήσασα, φιλονικσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
πεφιλονίκημαι, πεφιλονίκησαι, πεφιλονίκηται, πεφιλονικήμεθα, πεφιλονίκησθε, πεφιλονίκηνται
 
Υποτακτική
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον ς
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα μεν
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα τε
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα σι(ν)
 
Ευκτική
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον εην
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον εης
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον εη
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα εημεν/ εμεν
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα εητε/ ετε
πεφιλονικημένοι- πεφιλονικημέναι- πεφιλονικημένα εησαν/ εεν
 
Προστακτική
---, πεφιλονίκησο, πεφιλονικήσθω, ---, πεφιλονίκησθε, πεφιλονικήσθων ή πεφιλονικήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
πεφιλονικσθαι
 
Μετοχή
πεφιλονικημένος- πεφιλονικημένη- πεφιλονικημένον
 
Υπερσυντέλικος
πεφιλονικήμην, πεφιλονίκησο, πεφιλονίκητο, πεφιλονικήμεθα, πεφιλονίκησθε, πεφιλονίκηντο 

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τειχίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «τειχίζω»
 
[το -ι είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τειχίζω, τειχίζεις, τειχίζει, τειχίζομεν, τειχίζετε, τειχίζουσι(ν)
Υποτακτική
τειχίζω, τειχίζς, τειχίζ, τειχίζωμεν, τειχίζητε, τειχίζωσι(ν)
Ευκτική
τειχίζοιμι, τειχίζοις, τειχίζοι, τειχίζοιμεν, τειχίζοιτε, τειχίζοιεν
Προστακτική
---, τείχιζε, τειχιζέτω, ---, τειχίζετε, τειχιζόντων (ή τειχιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
τειχίζειν
Μετοχή
τειχίζων, τειχίζουσα, τειχίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
τείχιζον, τείχιζες, τείχιζε, τειχίζομεν, τειχίζετε, τείχιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
τειχι, τειχιες, τειχιε, τειχιομεν, τειχιετε, τειχιοσι(ν)
Ευκτική
τειχιομι, τειχιος, τειχιο, ή τειχιοίην, τειχιοίης, τειχιοίη, τειχιομεν, τειχιοτε, τειχιοεν
Απαρέμφατο
τειχιεν
Μετοχή
τειχιν, τειχιοσα, τειχιον
 
Αόριστος
Οριστική
τείχισα, τείχισας, τείχισε(ν), τειχίσαμεν, τειχίσατε, τείχισαν
Υποτακτική
τειχίσω, τειχίσς, τειχίσ, τειχίσωμεν, τειχίσητε, τειχίσωσι(ν)
Ευκτική
τειχίσαιμι, τειχίσαις ή τειχίσειας, τειχίσαι ή τειχίσειε(ν), τειχίσαιμεν, τειχίσαιτε, τειχίσαιεν ή τειχίσειαν
Προστακτική
---, τείχισον, τειχισάτω, ---, τειχίσατε, τειχισάντων (ή τειχισάτωσαν)
Απαρέμφατο
τειχίσαι
Μετοχή
τειχίσας, τειχίσασα, τειχίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τετείχικα, τετείχικας, τετείχικε, τετειχίκαμεν, τετειχίκατε, τετειχίκασι(ν)
 
Υποτακτική
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός ς
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα μεν
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα τε
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα σι
 
Ευκτική
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός εην
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός εης
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός εη
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα εημεν (εμεν)
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα εητε (ετε)
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός σθι
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός στω
---
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα στε
τετειχικότες- τετειχικυαι- τετειχικότα στων
 
Απαρέμφατο
τετειχικέναι
Μετοχή
τετειχικώς- τετειχικυα- τετειχικός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
τειχίζομαι, τειχίζ ή τειχίζει, τειχίζεται, τειχιζόμεθα, τειχίζεσθε, τειχίζονται
Υποτακτική
τειχίζωμαι, τειχίζ, τειχίζηται, τειχιζώμεθα, τειχίζησθε, τειχίζωνται
Ευκτική
τειχιζοίμην, τειχίζοιο, τειχίζοιτο, τειχιζοίμεθα, τειχίζοισθε, τειχίζοιντο
Προστακτική
---, τειχίζου, τειχιζέσθω, ---, τειχίζεσθε, τειχιζέσθων ή τειχιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
τειχίζεσθαι
Μετοχή
τειχιζόμενος
τειχιζομένη
τειχιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
τειχιζόμην, τειχίζου, τειχίζετο, τειχιζόμεθα, τειχίζεσθε, τειχίζοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
τειχιομαι, τειχι ή τειχιε, τειχιεται, τειχιομεθα, τειχιεσθε, τειχιονται
Ευκτική
τειχιοίμην, τειχιοο, τειχιοτο, τειχιοίμεθα, τειχιοσθε, τειχιοντο
Απαρέμφατο
τειχιεσθαι
Μετοχή
τειχιούμενος
τειχιουμένη
τειχιούμενον
 
Αόριστος
Οριστική
τειχισάμην, τειχίσω, τειχίσατο, τειχισάμεθα, τειχίσασθε, τειχίσαντο
Υποτακτική
τειχίσωμαι, τειχίσ, τειχίσηται, τειχισώμεθα, τειχίσησθε, τειχίσωνται
Ευκτική
τειχισαίμην, τειχίσαιο, τειχίσαιτο, τειχισαίμεθα, τειχίσαισθε, τειχίσαιντο
Προστακτική
---, τείχισαι, τειχισάσθω, ---, τειχίσασθε, τειχισάσθων ή τειχισάσθωσαν
Απαρέμφατο
τειχίσασθαι
Μετοχή
τειχισάμενος
τειχισαμένη
τειχισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
τειχίσθην, τειχίσθης, τειχίσθη, τειχίσθημεν, τειχίσθητε, τειχίσθησαν
Υποτακτική
τειχισθ, τειχισθς, τειχισθ, τειχισθμεν, τειχισθτε, τειχισθσι(ν)
Ευκτική
τειχισθείην, τειχισθείης, τειχισθείη, τειχισθείημεν ή τειχισθεμεν, τειχισθείητε ή τειχισθετε, τειχισθείησαν ή τειχισθεεν
Προστακτική
---, τειχίσθητι, τειχισθήτω, ---, τειχίσθητε, τειχισθέντων ή τειχισθήτωσαν
Απαρέμφατο
τειχισθναι
Μετοχή
τειχισθείς
τειχισθεσα
τειχισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
τετείχισμαι, τετείχισαι, τετείχισται, τετειχίσμεθα, τετείχισθε, τετειχισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
τετειχισμένος- τετειχισμένη- τετειχισμένον
τετειχισμένος- τετειχισμένη- τετειχισμένον ς
τετειχισμένος- τετειχισμένη- τετειχισμένον
τετειχισμένοι- τετειχισμέναι- τετειχισμένα μεν
τετειχισμένοι- τετειχισμέναι- τετειχισμένα τε
τετειχισμένοι- τετειχισμέναι- τετειχισμένα σι
 
Ευκτική
τετειχισμένος- τετειχισμένη- τετειχισμένον εην
τετειχισμένος- τετειχισμένη- τετειχισμένον εης
τετειχισμένος- τετειχισμένη- τετειχισμένον εη
τετειχισμένοι- τετειχισμέναι- τετειχισμένα εημεν (εμεν)
τετειχισμένοι- τετειχισμέναι- τετειχισμένα εητε (ετε)
τετειχισμένοι- τετειχισμέναι- τετειχισμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, τετείχισο, τετειχίσθω, --- τετείχισθε, τετειχίσθων ή τετειχίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
τετειχίσθαι
Μετοχή
τετειχισμένος,
τετειχισμένη,
τετειχισμένον
 
Υπερσυντέλικος
τετειχίσμην, τετείχισο, τετείχιστο, τετειχίσμεθα, τετείχισθε, τετειχισμένοι σαν
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...