Ιστορία Προσανατολισμού: Ρωσικό κόμμα (Πηγές Πανελλαδικών 2020)
Μονάδες 25
Το «ρωσικό» κόμμα [...] υποστήριζε τη συμφιλίωση με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης (μέσα στο πλαίσιο του αυτοκέφαλου), μεγαλύτερες εξουσίες για την Εκκλησία μέσα στο κράτος, και ορθόδοξη μοναρχία. Σε άλλα ζητήματα η θέση του «ρωσικού» κόμματος ήταν συνήθως συγκεχυμένη ή ασυνεπής. Μέσα στην ενδεκάχρονη αυτή περίοδο διένυσε όλο το φάσμα από την υποστήριξη της απολυταρχίας ως την υποστήριξη της πιο φιλελεύθερης μορφής συνταγματισμού, δεδομένου ότι η θέση του σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή εξαρτιόταν από το βαθμό της εύνοιας που του έδειχνε ο βασιλιάς.
Το ρωσικόν κόμμα προέβαλλε την ομόδοξον δύναμιν του Βορρά, «την προστάτιδα των καταπιεζομένων ορθοδόξων χριστιανών», ως τον αληθή φίλον της Ελλάδος, ο οποίος υποστηρίζει αποτελεσματικώς και αφιλοκερδώς την ικανοποίησιν των εθνικών δικαίων. Η εφημερίς «Αιών», όργανον του ρωσικού κόμματος, έγραφε μεταξύ άλλων: «Ρωσικόν κόμμα ουδέποτε υπήρξεν, ούτε υπάρχει. Υπήρξε και υπάρχει το μέγα εθνικόν κόμμα, το αφοσιωμένον εις την πίστιν των πατέρων αυτού και απεκδεχόμενον παρά της Ρωσίας τον θρίαμβον της Ορθοδοξίας και το μεγαλείον του Ελληνικού Έθνους εν τω μέλλοντι».
Οι ρωσόφρονες διεκήρυττον ότι η Ρωσία θα εκδιώξη βιαίως τους τούρκους από τα ελληνικά εδάφη και γενικώς από την Βαλκανικήν και την Ανατολήν. Το ρωσικόν κόμμα εθεωρείτο ως εμφορούμενον από συντηρητικάς αρχάς. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο αρχηγός του κόμματος, εξεδήλωσε τας σκέψεις του κατά της παροχής συντάγματος. Εθεώρει πολιτικώς ανώριμον τον ελληνικόν λαόν.
Από καιρό οι Έλληνες είχαν ζωντανή την ελπίδα ότι ο τσάρος θα τους απελευθέρωνε μια μέρα. [...]
Τους Έλληνες συνέδεαν με τους Ρώσους ακόμη κοινές αναμνήσεις από την εκστρατεία του ρωσικού στόλου υπό τον στρατηγό Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου [...]. Η ειρήνη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί (1774) είχε χαρίσει, πρώτον, στην ορθόδοξη Εκκλησία μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το πλεονέκτημα της ρωσικής προστασίας και, δεύτερον, στους Έλληνες εμπόρους τη δυνατότητα γρήγορου πλουτισμού με το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας, που θεμελίωσε στις Σπέτσες, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου, τον πολιτικό προσανατολισμό κυρίως προς το Ρωσικό Κόμμα και έδωσε την ώθηση για τη δημιουργία μιας σημαντικής ελληνικής παροικίας στο νέο εμπορικό λιμάνι της Οδησσού.
Βαθιά θρησκευόμενες, υπερβάλλοντας τους κινδύνους για την Ορθοδοξία, εξαιτίας της διαλύσεως των μοναστηριών, παρακινούμενες και από τον κατώτερο κλήρο που ανοιχτά αντιστρατευόταν τα κυβερνητικά μέτρα, οι λαϊκές τάξεις, κοσμικοί και κληρικοί, έβρισκαν ως μόνο καταφύγιο το «ρωσικό» κόμμα, δεμένο ακατάλυτα με τους δεσμούς της Ορθοδοξίας. Παρά το γεγονός ότι το κόμμα είχε στα χρόνια αυτά χτυπηθεί σκληρά, η λαϊκή του βάση, αντί να μειώνεται, διευρυνόταν.
α. Σε αντίθεση με τις σχετικά ασαφείς θέσεις και τη συγκεχυμένη ιδεολογία του γαλλικού κόμματος, το ρωσικό χαρακτηριζόταν από σταθερές πολιτικές θέσεις. Ωστόσο, ο Ιωάννης Πετρόπουλος (Κείμενο Α) διαφοροποιείται από αυτή την εκτίμηση ως προς τη σταθερότητα των πολιτικών του θέσεων. Επισημαίνει ότι, πέρα από τα εκκλησιαστικά ζητήματα, οι απόψεις του ρωσικού κόμματος συχνά δεν είχαν σαφήνεια ούτε συνέπεια. Κατά την περίοδο 1833-1843, το κόμμα άλλοτε τασσόταν υπέρ της απόλυτης μοναρχίας και άλλοτε υποστήριζε ακόμη και ιδιαίτερα φιλελεύθερες συνταγματικές λύσεις. Κατά τον ιστορικό, οι μετατοπίσεις αυτές συνδέονταν με το πόσο ευνοϊκή ήταν κάθε φορά η στάση του βασιλιά απέναντί του. Η ομοιότητα με τα δύο άλλα κόμματα βρισκόταν στο γεγονός ότι στη Μεγάλη Δύναμη, στην οποία στήριζαν τις ελπίδες τους για την εξωτερική πολιτική, αναγνώριζαν και ένα πρότυπο για την εσωτερική οργάνωση της χώρας. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και συμπληρώνει, ως προς το ρωσικό κόμμα, ο Χαρίτων Κοριζής (Κείμενο Β). Σύμφωνα με τον ιστορικό, οι οπαδοί του παρουσίαζαν τη Ρωσία ως ανιδιοτελή σύμμαχο της Ελλάδας, ικανό να προασπίσει τους ορθόδοξους πληθυσμούς που υφίσταντο καταπίεση και να συμβάλει ουσιαστικά στην εκπλήρωση των εθνικών διεκδικήσεων. Προσδοκούσαν μάλιστα ότι η ρωσική επέμβαση θα απομάκρυνε την οθωμανική εξουσία όχι μόνο από τα ελληνικά εδάφη αλλά και από τα Βαλκάνια και την Ανατολή. Αντίστοιχα, η εφημερίδα «Αιών», που εξέφραζε τις θέσεις του κόμματος, απέρριπτε τον χαρακτηρισμό «ρωσικό» και το παρουσίαζε ως εθνική πολιτική παράταξη, προσηλωμένη στην πατροπαράδοτη πίστη, η οποία συνέδεε τη μελλοντική ενίσχυση της Ορθοδοξίας και την εθνική ακμή με τη βοήθεια της Ρωσίας. Πίστευαν ότι κάποιοι ικανοί πολιτικοί γνώριζαν τα προβλήματα του λαού καλύτερα από τον ίδιο, κι αυτοί θα έπρεπε να κυβερνήσουν. Ήταν κατά κύριο λόγο αντισυνταγματικοί, υπέρ ενός συγκεντρωτικού συστήματος διακυβέρνησης και κατά της πολυφωνίας, μολονότι σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να συνεργάστηκαν στην ψήφιση συνταγμάτων. Την αντισυνταγματική αυτή στάση επιβεβαιώνει η πληροφορία του Χαρίτωνα Κοριζή στο Κείμενο Β ότι ο αρχηγός του κόμματος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δεν υποστήριζε την παραχώρηση συντάγματος, καθώς έκρινε ότι ο ελληνικός λαός δεν ήταν ακόμη πολιτικά ώριμος.
Χαρακτηριστικό του ρωσικού κόμματος ήταν η άκρως συντηρητική στάση σε όλες τις επιλογές του. Τον προσανατολισμό αυτό επιβεβαιώνει ο Χαρίτων Κοριζής στο Κείμενο Β, επισημαίνοντας ότι το ρωσικό κόμμα θεωρούνταν πολιτική παράταξη που καθοδηγούνταν από τις αρχές του συντηρητισμού. Το θεμέλιο της κοινωνικής τάξης ήταν γι’ αυτό η θρησκεία. Σ’ αυτήν βασιζόταν και η νομιμότητα της εξουσίας. Έβλεπε την Εκκλησία σε διαρκή κίνδυνο και καταπολεμούσε τον κοσμοπολιτισμό και την οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τις παραδόσεις. Η ξενοφοβία, όπως επίσης η άρνηση του διαφωτισμού και της δυτικής παιδείας αποτελούσαν κυρίαρχες αντιλήψεις των μελών του. Η απόρριψη των δυτικών επιρροών δεν απέκλειε, ωστόσο, τον προσανατολισμό προς τη Ρωσία, ο οποίος εξηγείται από τους ιδιαίτερους δεσμούς που παρουσιάζει ο Gunnar Hering στο Κείμενο Γ. Όπως αναφέρει ο ιστορικός, οι Έλληνες προσδοκούσαν από παλιά την απελευθέρωσή τους με τη βοήθεια του τσάρου, ενώ διατηρούσαν την ανάμνηση της παρουσίας του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο, υπό τον Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ, κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Επιπλέον, η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί, το 1774, έθεσε την ορθόδοξη Εκκλησία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό ρωσική προστασία και επέτρεψε στους Έλληνες εμπόρους να αυξήσουν γρήγορα τον πλούτο τους μέσω των συναλλαγών στη Μαύρη Θάλασσα. Τα εμπορικά αυτά οφέλη συνέβαλαν στην κυρίως φιλορωσική πολιτική κατεύθυνση των Σπετσών, σημαντικού εμπορικού κέντρου της Μεσογείου, και στην ανάπτυξη αξιόλογης ελληνικής παροικίας στην Οδησσό, το νέο εμπορικό λιμάνι. Έτσι, η σύνδεση με τη Ρωσία στηριζόταν τόσο στις απελευθερωτικές προσδοκίες και τη θρησκευτική προστασία όσο και στους οικονομικούς δεσμούς. Προκειμένου να προσεγγίσει ευρύτερα στρώματα το ρωσικό κόμμα, απευθυνόταν συχνά στο θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων.
Οι υποστηρικτές του ρωσικού κόμματος απαιτούσαν την ίδρυση ενός ισχυρού κράτους, το οποίο, σε συνεργασία με τη Ρωσία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, θα φρόντιζε για την καθαρότητα της πίστης και θα αναγνώριζε στην Εκκλησία κυρίαρχη θέση. Η Ρωσία μπορούσε να βρει αποδοχή από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, επειδή ήταν η μοναδική Μεγάλη Δύναμη με ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.
Το ιδιαίτερο πρόβλημα που έβλεπε το κόμμα των «ναπαίων» (όπως αλλιώς ονομαζόταν), στην περίοδο της βαυαροκρατίας, δεν ήταν ο αυταρχισμός του καθεστώτος, αλλά οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν η πίστη και η Εκκλησία από τα μέτρα που ψήφισε η αντιβασιλεία, π.χ. το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας, η οποία έως τότε υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Θεωρούσαν ότι η υποταγή της Εκκλησίας της Ελλάδας στο Πατριαρχείο επέτρεπε στη Ρωσία να επεμβαίνει για την προστασία των ορθοδόξων. Στην απόφαση για το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας οι ναπαίοι άσκησαν έντονη αντιπολίτευση. Ο Ιωάννης Πετρόπουλος στο Κείμενο Α συμπληρώνει την εικόνα αυτή, διευκρινίζοντας ότι το ρωσικό κόμμα επιδίωκε να αποκατασταθούν οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, χωρίς να καταργηθεί το αυτοκέφαλό της. Παράλληλα, υποστήριζε τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Εκκλησίας στο ελληνικό κράτος, ώστε να ενισχυθεί η εξουσία της.




