Ελευθέριος Βενιζέλος «Γεννηθήτω φως» Ε΄
Εν τω μεταξύ, παρά την τηλεγραφηθείσαν διάψευσιν των εν τω Αθηναϊκώ τύπω αναγραφέντων, οι συκοφάνται εξηκολούθουν εντεύθεν επιστέλλοντες νέας διαβεβαιώσεις των αρχικών συκοφαντικών διαδόσεων. Υπό τοιούτους όρους ο κ. Βενιζέλος, έκρινεν ότι επεβάλλετο εις αυτόν να δημοσιεύση εν πλάτει και υποστηρίξη δημοσία τας εν τω συμβουλίω εκτεθείσας ιδέας του, επανορθών την υπό των συκοφαντών γενομένην διαστροφήν αυτών. Η θέσις αυτού ήτο ωμολογουμένως πολύ δύσκολος. Διότι περιήρχετο ούτω εις την ανάγκην να εκθέση δημοσία και υποστηρίξη ιδέας, αίτινες ήσαν αντίθετοι προς τας ιδέας του Υπάτου Αρμοστού, ενώ διετέλει ακόμη σύμβουλος Αυτού. Διά τούτο, παρουσιασθείς ενώπιον της Α. Β. Υψηλότητος την 12 Μαρτίου, ημέραν Δευτέραν, ήτοι δύο ημέρας ενωρίτερον της Τετάρτης, τακτικής ημέρας συνεργασίας μετά του πρίγκηπος, ένεκα της κατά την επιούσαν, 13 του μηνός, αναχωρήσεως Αυτού διά Ρέθυμνον, ο κ. Βενιζέλος εξέθηκε προς Αυτόν, την επιβουλήν ης εγένετο θύμα εκ μέρους του Ιδιαιτέρου Αυτού γραμματέως και του δικαστικού συμβούλου⸱ την άρνησιν ενίων εκ των συναδέλφων του να εκτελέσουν το καθήκον, όπερ είχον, να διαψεύσουν επισήμως τας συκοφαντικάς διαδόσεις και την ανάγκην, εις ην ευρίσκετο να εκθέση επί τέλους εν πλάτει και υποστηρίξη τας εν τω συμβουλίω εκτεθείσας ιδέας του, υπό την αληθή αυτών μορφήν. Προσέθηκε συγχρόνως, ότι συνιστά εις την Α. Β. Υψηλότητα ν’ αποδεχθή ήδη τουλάχιστον την παραίτησίν του, ίνα ως ιδιώτης πλέον δυνηθή να υποστηρίξη τας ιδέας του και αμυνθή υπέρ της τιμής του, καθόσον, των ιδεών αυτού αντικειμένων προς τας ιδέας και την πολιτικήν της Α.Β. Υψηλότητος, η δημοσία υποστήριξις των ιδεών τούτων εκ μέρους ενός των συμβούλων του ηδύνατο και παρεξηγήσεις να διεγείρη και να βλάψη την πολιτικήν Αυτού. Ο πρίγκηψ εις απάντησιν είπε τω κ. Βενιζέλω ότι επιζητεί πάλιν προφάσεις ν’ απομακρυνθή της κυβερνήσεως, ότι δεν δέχεται την παραίτησίν του, μη θεωρών σπουδαίον τον προβαλλόμενον λόγον, ότι η δημοσία υποστήριξις των ιδεών του κ. Βενιζέλου, ιδεών ας ούτος, κατά την Α. Β. Υψηλότητα, επρέσβευεν ειλικρινώς ως ορθάς, και τας οποίας κανείς δεν ηδύνατο ν’ αρνηθή εις αυτόν, ότι ειλικρινώς τας επίστευε τοιαύτας, δεν ηδύνατο ουδαμώς να βλάψη την πολιτικήν της Υψηλότητός του, καίπερ μη συμμεριζομένης αυτάς· ότι δε τουναντίον εκ της δημοσίας συζητήσεως των αντιθέτων ιδεών θ’ απεδεικνύετο ποία είνε η καλιτέρα οδός, την οποίαν οφείλομεν οριστικώς ν’ ακολουθήσωμεν. Συνέστησε μόνον η Α. Β. Υψηλότης να μη δημοσιευθώσιν ενυπογράφως αι ιδέαι αύται, διότι δεν ήρμοζε τούτο εις την επίσημον θέσιν του κ. Βενιζέλου. Συγχρόνως η Α. Β. Υψηλότης εδήλωσεν εις τον κ. Βενιζέλον, ότι ηγανάκτησε δια την εν τω «Άστει» δημοσιευθείσαν ανταπόκρισιν, ήτις, εκτός του ότι διέστρεφε τα πράγματα, παρίστανε τον κ. δικαστικόν σύμβουλον μόνον φρουρόν της εθνικής ιδέας εν Κρήτη, και ότι την αγανάκτησίν του ταύτην διεμήνυσεν εις τον κ. Σκαλτσούνην, υποσχεθέντα να επανορθώση τα γραφέντα.
Την αυτήν ημέραν της 13 Μαρτίου, εδημοσιεύετο υπό του κ. ιδιαιτέρου γραμματέως, εν τω εν Χανίοις δημοσιογραφικώ οργάνω του, κύριον άρθρον απευθυνόμενον προς τους «Πανέλληνας και τους Κρήτας,» εν τω οποίω μεταξύ άλλων εγράφοντο και τα εξής. «Είτε ήτο, είτε δεν ήτο ακριβής η εξ Αθηνών μεταδοθείσα είδησις, δεν νομίζομεν ότι είνε αξία ν’ απασχολή πολλούς είτε εν τω τόπω ζώντας, είτε έξωθεν επισκοπούντας την εθνικήν πορείαν και διαγωγήν μας... Έχει η Κρήτη παρελθόν και ιστορίαν και δεν απηλλάγη του ζυγού διά να ρυπάνη την ιστορίαν της και να διαψεύση το παρελθόν της. Όπισθεν της σημερινής νανώδους γενεάς, ίστανται οι γίγαντες του παρελθόντος... Διεδόθη και εβεβαιώθη ότι εν Συμβουλίω Κυβερνητικώ, εις των εμπεπιστευμένων του Ηγεμόνος, εισηγήσατο αντεθνικώς, την αποδοχήν της υπό της Ευρώπης διδομένης αυτονόμου λύσεως. Ημείς, εσπεύσαμεν αυτεπαγγέλτως να χαρακτηρίσωμεν τα διαδοθέντα ως ανακριβή, διότι δεν ηδυνάμεθα, εγγύς των πραγμάτων ευρισκόμενοι, να πιστεύσωμεν εις τοιαύτην φοβεράν κατηγορίαν. Αλλά και καθ’ ην στιγμήν ακόμη ηπατώμεθα ημείς... και πάλιν τότε μολονότι το πράγμα θα ήτο αρκούντως θλιβερόν - δεν θα είχεν όμως και στοιχεία ικανά να ταράξωσι την ησυχίαν και τα νεύρα του Πανελληνίου. Όπως και προχθές ελέγομεν, ο μόνος εις ον ο Κρητικός λαός ανέθηκε τας περί του μέλλοντος ελπίδας του είνε ο Ηγεμών του. Η Κυβέρνησις δεν έχει να κάμη τίποτε απολύτως με αυτάς, ουδέ εξεπροσώπευσε ποτέ, ουδέ εκπροσωπεί την εξωτερικήν πολιτικήν του τόπου. Εν τω ζητήματι της εθνικής της νήσου αποκαταστάσεως, η γνώμη οιουδήποτε συμβούλου, δεν έχει βαρύτητα πλειοτέραν της γνώμης οιουδήποτε αστού, και η γνώμη της ολότητος της κυβερνήσεως, δεν έχει αξίαν μείζονα της γνώμης τεσσάρων πολιτών τυχαίων. Οιασδήποτε και αν τυγχάνουν τα διαδοθέντα φύσεως, πραγματικής, διεστραμμένης ή φαντασιώδους, η εξακρίβωσις, ο χαρακτηρισμός και η εκτίμησις αυτών είνε του Ηγεμόνος έργον.»
Το άρθρον τούτο του κ. ιδιαιτέρου γραμματέως απετέλει πλέον φανερόν κήρυγμα πολέμου κατά του κ. Βενιζέλου. Πλην της προσωπικής ύβρεως και κατά των τεσσάρων συμβούλων, ων η γνώμη εθεωρείτο μη έχουσα αξίαν μείζονα της γνώμης τεσσάρων πολιτών τυχαίων εις τους υπευθύνους συμβούλους ημφισβητείτο το δικαίωμα να έχωσι γνώμην επί της εθνικής του τόπου αποκαταστάσεως, εν ω κατά της τοιαύτης αντιλήψεως είχεν ήδη δηλώσει εν τω συμβουλίω ο κ. Βενιζέλος, ότι διαμαρτύρεται εντόνως. Επί πλέον δε το άρθρον τούτο ήτο γεγραμμένον ούτω σατανικώς, ώστε, καίπερ διαψεύδον κατά τύπους την ακρίβειαν της εναντίον του κ. Βενιζέλου γενομένης διαβολής, ν’ αφήνη εν τούτοις σπουδαίους ενδοιασμούς περί του αν ελέχθησαν ή μη, όσα απεδόθησαν εις τον κ. Βενιζέλον, ότι είπεν εν συμβουλίω.
Ο κ. Βενιζέλος έκρινεν ότι διά του δημοσιεύματος τούτου και διά της ενυπογράφου πλέον επιστολής του κ. δικαστικού συμβούλου, της εν τω «Άστει» δημοσιευθείσης, υπερεξεχείλιζε το ποτήριον των πικριών, δι’ ων από τόσου μακρού χρόνου εποτίζετο. Εις δημόσιος υπάλληλος, ο κ. Δικαστικός σύμβουλος, αποτελών διά της συγγενείας του προς ένα των υπασπιστών μέρος του αυλικού κύκλου, κατήγγελλε δημοσία ως αντεθνικώς πολιτευόμενον ένα των συμβούλων του ηγεμόνος, όστις ετύγχανε να είναι και εις των πρωταγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνος, και παρουσιάζετο ως αντεπεξερχόμενος αυτός μετά του λοιπού αυλικού κύκλου κατά των αντεθνικών τούτων ενεργειών. Συγχρόνως ο κ. ιδιαίτερος γραμματεύς, διά του δημοσιογραφικού του οργάνου, εζήτει μεν να εξευτελίση προσωπικώς τους συμβούλους του ηγεμόνος, γράφων ότι η εν τω εθνικώ ζητήματι γνώμη της ολότητος της κυβερνήσεως δεν έχει αξίαν μείζονα της γνώμης τεσσάρων πολιτών τυχαίων· αρνείτο δε απεριφράστως εις τους υπευθύνους συμβούλους δικαίωμα γνώμης επί του ζητήματος της εθνικής εξελίξεως της πατρίδος αυτών· διήγειρε δε σπουδαίας υπονοίας περί του ότι ελέχθησαν τωόντι υπό του κ. Βενιζέλου, όσα εγράφησαν ότι επρότεινεν εν τω Συμβουλίω, ενώ στοιχειώδες καθήκον επέβαλεν εις αυτόν ως εκ της θέσεώς του, να διαψεύση απεριφράστως διά του οργάνου του τα κακοήθη δημοσιεύματα δι’ ων τόσον ελεεινώς διεστράφησαν αι ιδέαι του κ. Βενιζέλου.
Η Α. Β. Υψηλότης επέστρεψεν εκ Ρεθύμνης την εσπέραν της Παρασκευής, 16 Μαρτίου. Αμέσως ο κ. Βενιζέλος παρεκάλεσε δι’ επιστολής προς τον υπασπιστήν της υπηρεσίας να γίνη δεκτός, ει δυνατόν, εντός της επομένης εις ακρόασιν, διότι είχε να ομιλήση περί επειγόντων πραγμάτων εις την Α.Β. Υψηλότητα· ειδοποιήθη δε, ότι θα εγίνετο δεκτός την 11 ώραν της Κυριακής. Συγχρόνως συνέταξε το επόμενον έγγραφον απευθυνόμενον προς την Α.Β. Υψηλότητα.
ΕΝ ΧΑΛΕΠΑ τη 17 Μαρτίου 1901
Υψηλότατε
Λαμβάνω την τιμήν να επικαλεσθώ ευλαβώς την προσοχήν της Υμ. Β. Υψηλότητος επί του κυρίου άρθρου του δημοσιευθέντος εν τω υπ’ αριθ. 163 φύλλω της «Πατρίδος». Το άρθρον τούτο δημοσιευόμενον εις πάσαν άλλην εφημερίδα θα έκρινα ανάξιον πάσης προσοχής. Αλλ’ η Υμετέρα Β. Υψηλότης γινώσκει ίσως, ότι η ειρημένη εφημερίς θεωρείται κοινώς ότι τας εμπνεύσεις αυτής, όσον αφορά τα εις την γενικήν πολιτικήν αναφερόμενα άρθρα, λαμβάνει παρά του ιδιαιτέρου Γραμματέως της Υμετέρας Β. Υψηλότητος. Ειδικώς δε επί του προκειμένου έτυχε την Δευτέραν να ευρίσκωμαι εν τω υπασπιστηρίω, ότε υπάλληλος της εφημερίδος ταύτης έφερεν εις τον κ. Παπαδιαμαντόπουλον φάκελλον προδήλως περιέχοντα τα χειρόγραφα του εν λόγω άρθρου, διά την δημοσίευσιν του οποίου εζητείτο βεβαίως η συγκατάθεσις αυτού. Αι φράσεις του ειρημένου άρθρου, ας ειδικώτερον θεωρώ αναγκαίον να σημειώσω εισίν αι επόμεναι:
«Η Κυβέρνησις δεν έχει να κάμη τίποτε απολύτως με αυτάς (τας επί του μέλλοντος δηλ. ελπίδας του Κρητικού λαού), και εν τω ζητήματι της εθνικής της νήσου αποκαταστάσεως η γνώμη οιουδήποτε Συμβούλου δεν έχει βαρύτητα μείζονα της γνώμης οιουδήποτε αστού και η γνώμη της ολότητος της Κυβερνήσεως δεν έχει αξίαν μείζονα της γνώμης τεσσάρων πολιτών τυχαίων». Αι φράσεις αύται, φράσεις εμπνευθείσαι ή τουλάχιστον επιδοκιμασθείσαι προ της δημοσιεύσεώς των υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως της Υμ.Β. Υψηλότητος εγείρουσιν εν ζήτημα αρχής, και εν ζήτημα προσωπικόν, ων η λύσις απόκειται αποκλειστικώς εις την Υμ. Β. Υψηλότητα.
Το πρώτον ζήτημα, το της αρχής, είνε ότι εις τους υπευθύνους Συμβούλους του Ηγεμόνος το εν λόγω δημοσίευμα αρνείται το δικαίωμα να επιφέρωσι γνώμην επί του ζητήματος της εθνικής του
τόπου αποκαταστάσεως. Εν τούτοις διεπόμεθα υπό συντάγματος, άπορον δε που δύναται να στηριχθή τοιαύτη ιδέα, κατά την οποίαν οι υπεύθυνοι Σύμβουλοι του Ηγεμόνος δεν έχουσι δικαίωμα γνώμης επί του εθνικού μέλλοντος της Νήσου. Τα επ’ εμοί πεποιθότως φρονώ, ότι τοιαύτην παρερμηνείαν του Συντάγματος αποδοκιμάζει η Υμ. Β. Υψηλότης. Ουδέ νομίζω, ότι ο τόπος ούτος, όστις μέχρι του σημερινού σημείου της εθνικής αυτού εξελίξεως έφθασε δι’ απαραδειγματίστων αγώνων, αγώνων ους συνεπλήρωσεν η παρούσα γενεά η υπό του δημοσιεύματος χαρακτηριζομένη ως γενεά νάνων, είνε άξιος τοιαύτης ύβρεως ώστε να κηρύττεται ως δόγμα, ότι οι εκ των σπλάγχνων αυτού λαμβανόμενοι υπεύθυνοι αυτού Κυβερνήται, δεν έχουσι δικαίωμα γνώμης επί του εθνικού μέλλοντος της ιδίας αυτών πατρίδος. Ουδέ διατρέχει τον κίνδυνον η Υμ. Β. Υψηλότης, συμβουλευομένη περί της εθνικής του τόπου εξελίξεως τους υπευθύνους αυτής Συμβούλους, να εμπέση εις γνώμας αντιθέτους προς τα εθνικά συμφέροντα, ως υπούλως αφίνεται να πιστευθή δια του εν λόγω δημοσιεύματος. Διότι οι Κρήτες απέδειξαν επαρκώς, ότι εγκλείουν εις τα στήθη των τόσον πυρ εθνικού ενθουσιασμού, όσον θα ήρκει να μεταδώσουν εξ αυτού και εις τους τυχόν αμβλύτερον έχοντες το αίσθημα τούτο εκ των ελευθέρων αδελφών.
Το δεύτερον ζήτημα, το προσωπικόν, όπερ εγείρει το εν λόγω άρθρον είνε, ότι εις την γνώμην των Συμβούλων της Υμ. Β. Υψηλότητος αποδίδοται η αυτή σημασία και βαρύτης, ήτις και εις την γνώμην τεσσάρων τυχαίων πολιτών. Νομίζω, ότι περί οιουδήποτε ζητήματος και αν πρόκειται η γνώμη των συμβούλων της Υμ. Β. Υψηλότητος δεν ημπορεί να είνε γνώμη τεσσάρων τυχαίων, αλλά γνώμη τεσσάρων επιλέκτων πολιτών, μεταξύ των οποίων πάντως λαμβάνει τους συμβούλους Αυτής η Υμ. Β. Υψηλότης.
Αλλ’ αναγκαίον προς τούτοις κρίνω να επικαλεσθώ ευλαβώς την προσοχήν της Υμ. Β. Υψηλότητος επί της όλης υφής του εν λόγω άρθρου, όπερ καίπερ τυπικώς διαψεύδον την ακρίβειαν της εναντίον μου διαβολής, αφίνει εν τούτοις ενδοιασμούς τινας, περί του αν ελέχθησαν ή μη, όσα μοι απεδόθησαν, ότι είπον εν Συμβουλίω. Η τοιαύτη πρόθεσις του εν λόγω άρθρου πρέπει να συνδυασθή προς όσα εδημοσιεύθησαν εν τω φύλλω του «Άστεως» της 6 Μαρτίου και προς την εν τω φύλλω της 13 Μαρτίου της αυτής Εφημερίδος ενυπόγραφον επανόρθωσιν του κ. δικαστικού Συμβούλου, δι’ ης επανορθώσεως, αντί να διαψεύση ούτος τα εν τω φύλλω της 6 γραφέντα περί προτάσεως γενομένης δήθεν εν τω Συμβουλίω περί ιδρύσεως οριστικής Ηγεμονίας, συμπληροί την είδησιν ταύτην, «βεβαιών, ότι κατά της εν λόγω προτάσεως αντεπεξέρχονται και ο γραμματεύς και οι υπασπισταί του Πρίγκηπος και οι σπουδαιότεροι και εντιμότεροι των Κρητών ερρωμενέστερον μάλιστα αυτού». Εκ του συνδυασμού δε των δύο τούτων δημοσιευμάτων αποδεικνύεται πόσον βάσιμος ήτο η αρχική υπόνοιά μου, ότι η δημοσιογραφική εκστρατεία, ήτις εγένετο εναντίον μου, όπως καταγγελθώ ενώπιον της εθνικής συνειδήσεως ως αποστέργων την ένωσιν και εργαζόμενος προς ίδρυσιν οριστικής ηγεμονίας εν Κρήτη, απέρρεεν εκ προσώπων προέχουσαν κατεχόντων θέσιν εν τη Κρητική Πολιτεία.
Η εκστρατεία αύτη θα ήτο ευνόητος και θα εξηγείτο ως αποτέλεσμα συνήθους ανθρωπίνης μοχθηρίας, εάν επρόκειτο να τεθή εκποδών άνθρωπος στερεώς εχόμενος της εξουσίας, και δια τούτο δυνάμενος να αποτελή πρόσκομμα κατά των σχεδίων της εσωτερικής μικροπολιτικής αυτών. Αλλ’ οι διενεργούντες την εκστρατείαν ταύτην δεν δύνανται να αγνοώσιν, ότι εσχάτως ακόμη, την 6 τρέχοντος μηνός, εξελιπάρησα την Υμ. Β. Υψηλότητα να δεχθή την παραίτησίν μου, υποβαλών Αυτή, ότι κατά την γνώμην των ιατρών, αν δεν απεμακρυνόμην των συγκινήσεων του ενεργού πολιτικού βίου, υφ’ ους όρους ούτος διεξάγεται παρ’ ημίν, εκινδύνευα ν’ απολέσω αυτήν την ζωήν, ότι δε μόνον διότι η Υμ. Β. Υψηλότης ηξίωσε προς διευκόλυνσιν των έργων Αυτής να παραμείνω μέχρι τέλους της Βουλής υπέκυψα εις το κέλευσμα τούτο, λαβών την διαβεβαίωσιν, ότι άμα τω πέρατι των εργασιών της Βουλής θα με απήλλαττε του περαιτέρου βάρους της αρχής. Αλλ’ οι γνωρίζοντες πάντα ταύτα και εξυφαίνοντες καθ’ ενός των Συμβούλων της Υμετ. Β. Υψηλότητος υπό τοιούτους όρους διατελούντος προσωρινώς εν τη αρχή τοιαύτην πλεκτάνην σκοπούσαν την ηθικήν δολοφονίαν του Συμβούλου τούτου διαπράττουσιν έργον αληθώς ανόσιον.
Αλλά διαπράττουσι και έργον ήκιστα πολιτικόν εν ταυτώ. Αφίνω την από γενικωτέρας απόψεως εντύπωσιν ην δύνανται να παραγάγωσιν εις τους ξένους τα δημοσιεύματα ταύτα κατά τα οποία η περιφρούρησις της εθνικής ιδέας εν Κρήτη δεν έχει ασφαλή ακρόπολιν τα στήθη πάντων ανεξαιρέτως των Κρητών, αλλά μόνην άγκυραν σωτηρίας έχει τον κ. δικαστικόν Σύμβουλον, τους αποτελούντας την ακολουθίαν της Υμ. Β. Υψηλότητος και τους εγγύτερον προς αυτούς ευρισκομένους Κρήτας. Αλλά δεν δύναμαι εφ’ όσον έχω την τιμήν να διατελώ ακόμη Σύμβουλος της Υμ. Β. Υψηλότητος να μη επικαλεσθώ ευλαβώς την προσοχήν Αυτής επί των δυσχερειών ας κινδυνεύει να παρεμβάλλη εις το Υψηλόν Αυτής έργον εν Κρήτη η τοιαύτη πολιτεία των ενεργούντων τας σκευωρίας ταύτας. Της πολιτείας ταύτης ασφαλές επακολούθημα έσται η έξαψις των από πολλού καθευδόντων πολιτικών παθών και η έκρηξις πολιτικών κλυδώνων ους τόσον αξιεπαίνως κατώρθωσαν μέχρι σήμερον ν’ αποφύγωσιν οι Κρήτες και ους εν τούτοις δημιουργούσι νυν άνθρωποι ξένοι προς αυτούς.
Φέρων ευλαβώς πάντα ταύτα εις γνώσιν της Υμ. Β. Υψηλότητος, ουδαμώς αμφιβάλλω ότι Αυτή θέλει αναγνωρίση ως δικαίαν την εξ αυτών προξενηθείσάν μοι εντύπωσιν και ότι θέλει ευδοκήση να εκδηλώση την αποδοκιμασίαν αυτής προς τα γενόμενα.
Της Υμ. Β. Υψηλότητος ευπειθέστατος θεράπων.
Ο επί της Δικαιοσύνης Σύμβουλος
Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος
Ότε την Κυριακήν, 18 Μαρτίου, ο κ. Βενιζέλος παρουσιάσθη ενώπιον της Α. Β. Υψηλότητος, παρεκάλεσεν Αυτόν να του επιτρέψη να Τω αναγνώση το περιεχόμενον του ανωτέρω εγγράφου του, πριν ή το εγχειρίση, να τω επιτρέψη δε συγχρόνως, όπως μετά την ανάγνωσιν αναπτύξη λεπτομερέστερον το περιεχόμενον αυτού. Μετά την ανάγνωσιν του εγγράφου ο κ. Βενιζέλος ήρξατο της αναλύσεως και υποστηρίξεως του περιεχομένου αυτού. Αλλ’ ευθύς από της αναπτύξεως του πρώτου ζητήματος, η Α. Β. Υψηλότης παρετήρησεν, ότι γνώμη Αυτού είνε, ότι οι υπεύθυνοι σύμβουλοι δεν έχουσι δικαίωμα γνώμης επί της εθνικής του τόπου εξελίξεως.
Άμα τη παρατηρήσει ταύτη, ο κ. Βενιζέλος εδήλωσεν ότι αποβαίνει περιττή η περαιτέρω συζήτησις του εγγράφου διότι, υπαρχούσης επί τόσον σπουδαίου ζητήματος διαφωνίας μεταξύ της Α.Β. Υψηλότητος και αυτού, ο κ. Βενιζέλος αναγκάζεται να υποβάλλη και πάλιν την παραίτησίν του, ένεκα ζητήματος επί του οποίου δεν έκρινε δυνατήν εκ μέρους του καμμίαν υποχώρησιν. Συγχρόνως παρετήρησε πόσον απεδεικνύετο και εκ των υστέρων ότι είχε δίκαιον⸱ επιμένων τοσάκις ν’ απομακρυνθή από κυβερνήσεως, η εν τη οποία παραμονή του εξέθηκεν αυτόν εις κίνδυνον επιβουλής κατά της εθνικής τιμής του εκ μέρους και του ιδιαιτέρου γραμματέως, και συναδέλφου του και ανωτέρου υπαλλήλου της Πολιτείας. Εδήλωσε δε ότι υπό τοιαύτας περιστάσεις απομακρυνόμενος της αρχής, δεν θεωρεί ότι δύναται να τραπή εις τον ιδιωτικόν βίον, ως πάντοτε επεδίωκε· ότι ήτο υποχρεωμένος ου μόνον ν’ αμυνθή υπέρ της επιβουλευομένης τιμής του, αλλά και ν’ αντιταχθή κατά της πεπλανημένης αντιλήψεως ότι τα εθνικά ζητήματα διέπει αποκλειστικώς η βασιλεία άνευ της γνώμης της υπευθύνου κυβερνήσεως· ότι προς τον σκοπόν τούτον, μη έχων πλέον καιρόν να υποβάλη υποψηφιότητα δια τας επικειμένας βουλευτικάς εκλογάς, θα παρεκάλει μετά την διεξαγωγήν αυτών ένα των εκλεχθησομένων του βουλευτών να παραιτηθή όπως παρουσιασθή υποψήφιος κατά την επαναληπτικήν εκλογήν· ότι θα εισήρχετο εις την βουλήν, όπου θα εξέθετε τας ιδέας του, διαμαρτυρόμενος κατά της γενομένης αισχράς διαστροφής αυτών, βροντοφωνών τα εθνικά αυτού φρονήματα, και υποστηρίζων, ότι το εθνικόν ημών ζήτημα δεν δύναται να διέπεται μονομερώς υπό της Δυναστείας· ότι θα κατήγγελλεν εν τω μεταξύ ενώπιον των δικαστηρίων τον κ. δικαστικόν σύμβουλον, ως συκοφαντούντα την εθνικήν αυτού τιμήν. Η Α. Β. Υψηλότης ευηρεστήθη τότε να είπη τω κ. Βενιζέλω, ότι ήτο πρόθυμος κατά την δίκην να προσέλθη ο ίδιος ενώπιον του δικαστηρίου, δια να μαρτυρήση οποία εγνώρισε τα εθνικά φρονήματα αυτού, ευχαριστήσαντος δ’ επί τούτω του κ. Βενιζέλου και ειπόντος, ότι δεν ήτο ορθόν να προσέρχεται ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας εις μαρτυρίαν επί υποθέσεως μεταξύ ιδιωτών, η Α. Β. Υψηλότης ευηρεστήθη και πάλιν να δηλώση, ότι ήτο έτοιμος δι’ επιστολής Του προς τον κ. Βενιζέλον, ης θα ηδύνατο ούτος να κάμη χρήσιν, να μαρτυρήση περί των εθνικών φρονημάτων αυτού. Αλλ’ ο κ. Βενιζέλος, εκφράσας την ευγνωμοσύνην του δια την τόσην προς αυτόν καλοκαγαθίαν της Α.Β. Υψηλότητος, απεποιήθη και πάλιν, ειπών ότι ουδέ τούτο εθεώρει ορθόν και ότι θα περιωρίζετο εκείνος, χρείας τυχούσης, ν’ αποδείξη αυτά δια του παρελθόντος του.
Δια την χρονογραφικήν ακρίβειαν είνε χρήσιμον να σημειωθή, ότι την προτεραίαν της ακροάσεως ταύτης, ήτοι το Σάββατον, 17 Μαρτίου, εδημοσιεύετο εν τη «Ακροπόλει» η μετά του κ. Βενιζέλου συνέντευξις.
Την δε επιούσαν της ακροάσεως, Δευτέραν 19 Μαρτίου, ο κ. Γιαμαλάκης, βλέπων συνεχιζομένας τας συκοφαντικάς διαδόσεις, συναισθανόμενος δε το επιτακτικόν καθήκον, όπερ επεβάλλετο εις το συμβούλιον, να προβή εις επίσημον διάψευσιν των εις βάρος της τιμής ενός των μελών αυτού διαδιδομένων συκοφαντιών, απηύθυνε προς αυτό το επόμενον έγγραφον.
Διεκ. 763
Προς
Το Ηγεμονικόν Συμβούλιον
Γνωρίζομεν πάντες, κ. Συνάδελφοι, ότι η αποδιδομένη εις τον κ. Βενιζέλον ιδέα αυτή και πρότασις ειναι καθαρά και ανόσιος συκοφαντία. Ο κ. Βενιζέλος δεν επρότεινεν ώστε να κηρύξωμεν την Κρήτην ανεξάρτητον Ηγεμονίαν, αλλ’ εζήτησε απλώς να εφαρμοσθή το Σύνταγμα και η Αυτονομία την οποίαν υπεσχέθησαν αι Δυνάμεις. Δεν κρίνω από σκοπού να υπενθυμίσω εις το Συμβούλιον τα λεχθέντα και γενόμενα κατά την συνεδρίασιν εκείνην, καθ’ ην ελέχθη δήθεν η πολυθρύλλητος αυτή πρότασις. Ως ενθυμείσθε, συζητευμένου του προϋπολογισμού ο κ. Φούμης υπέμνησεν, ότι ο Πρίγκηψ ανακοινών εις ημάς την απάντησιν των Δυνάμεων συνέστησεν να σκεφθώμεν τι δυνάμεθα να ζητήσωμεν τώρα από τας Δυνάμεις αφού αυται διακηρύττουσιν, ότι επί του παρόντος δεν δύνανται να δεχθώσι τας υπό της Α.Β. Υψ. γενομένας προτάσεις, είνε όμως πρόθυμοι να εξετάσωσι μετ’ ευμενείας πάσαν άλλην πρότασιν, ήτις θα απέβλεπεν εις την βελτίωσιν της εν τη Νήσω καταστάσεως, προσέθηκε δε ο κ. Φούμης ότι κατά την ιδέαν του πρέπει να ζητηθή από τας Δυνάμεις η λύσις του ζητήματος των φάρων, των τηλεγράφων, του άλατος, των λιμενικών και άλλων δηλ. ζητημάτων σχετιζομένων με τον προϋπολογισμόν. Ο κ. Βενιζέλος λαβών τότε τον λόγον είπεν, ότι την εν τη διακοινώσει των Δυνάμεων φράσιν «ότι ειναι διατεθειμέναι να εξετάσωσι κ.τ.λ.» δεν νομίζει, ότι πρέπει να προεξοφλήσωμεν με την αίτησιν περί λύσεως των ζητημάτων, άτινα ανέφερον ο κ. Σύμβουλος των Οικονομικών. Ότι κατ’ αυτόν, αφού η έκβασις του ταξιδίου της Ηγεμονίας απέδειξεν, ότι η ένωσις δεν πρόκειται να επέλθη εντός της τριετούς περιόδου της Αρμοστείας πρέπει να προσπαθήσωμεν όπως μη ανανεωθή απλώς η Αρμοστεία, αλλά ζητηθή παρά των Δυνάμεων η εφαρμογή της υπεσχημένης Αυτονομίας, ή όπερ το αυτό η εφαρμογή του υπ’ αυτών εγκριθέντος Συντάγματος· ότι δια της εφαρμογής της Αυτονομίας εννοεί, ότι ο Πρίγκηψ πρέπει να παύση να είναι εντολοδόχος των Δυνάμεων και να γίνη Αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας ψήφω της Συνελεύσεως. Κατόπιν ο κ. Βενιζέλος ανέπτυξε δια μακρών τους κινδύνους, ούς διατρέχει ο τόπος υπό το νυν ερμαφρόδιτον, κατά την φράσιν του, καθεστώς και την βελτίωσιν, ήτις θα επέλθη όταν ο Πρίγκηψ παύση του να είναι εντολοδόχος των Δυνάμεων και γίνη άρχων ψήφω της Συνελεύσεως, οργανωθή πολιτοφυλακή, ης η οργάνωσις ηδύνατο να γένη από Έλληνας αξιωματικούς δια να κατασταθή δυνατή ημέραν τινά η αντικατάστασις υπ’ αυτής των Διεθνών στρατευμάτων, υποστήριξας, ότι τότε ο τόπος θα ήτο μάλλον κύριος της τύχης του και ηδύνατο να επωφεληθή της πρώτης ευκαιρίας δια να επιτελέση την μετά του Ελευθέρου Βασιλείου ένωσιν του. Ως ενθυμούμαι μάλιστα ο κ. Βενιζέλος προσέθηκεν, ότι ένα μη ταραχθώσιν εκείνοι εκ των εν Ελλάδι, όσοι ευκόλως παρασύρονται εκ των πρώτων ορμών άμα τη μεταδόσει γνώμης τινός, χωρίς να λάβωσι τον κόπον να την μελετήσωσι σοβαρώς, ηδύνατο ο Ηγεμών να ονομασθή Διοικητής, Κυβερνήτης, Άρχων επί τέλους, όπερ είναι και Ελληνικώτερον ή οπωσδήποτε άλλως, το δε αξίωμά του να μη είναι ισόβιον αλλά επί χρονικόν διάστημα τριών, δύο, ενός έτους, ούτως ώστε κατά μικρά διαλείμματα να επανέρχεται εις το μέσον το ζήτημα της οριστικής λύσεως του Κρητικού ζητήματος.
Πρόδηλον δε είνε, είπεν, ότι ουδέποτε δύναται να γένη σκέψις, ότι το αξίωμα τούτο ηδύνατο να γένη κληρονομικόν οπότε και μόνον θα εδημιουργείτο κίνδυνος κατά της εθνικής αποκαταστάσεως. Ο κ. Φούμης είπε τότε, ότι καθώς ήκουσεν η γνώμη των κ. Προξένων είνε, ότι δια της νότας των Δυνάμεων δεν ανοίγεται τοιούτον στάδιον συζητήσεως εις τους Κρήτας, αλλά μόνον στάδιον συζητήσεως ζητημάτων εχόντων εσωτερικήν όλως σημασίαν. Ο κ. Βενιζέλος τότε είπεν, ότι πάντες οι κ. Πρόξενοι δεν έχουσι την αυτήν γνώμην, αλλ’ ότι εν πάση περιπτώσει η γνώμη αύτη των Προξένων είνε όλως ατομική και ερμηνευτική της φράσεως της νότας, ουδεμίαν δε ειδικήν οδηγίαν έχουσιν από τας Κυβερνήσεις των. Κατόπιν εγένετο λόγος περί του αν πρέπει να σπεύσωμεν να υποβάλωμεν τα τοπικά ταύτα ζητήματα υπό την κρίσιν των Δυνάμεων προεξοφλούντες, ούτως ειπείν, την γνώμην του τόπου επί της ευρείας ερμηνείας της φράσεως της νότας, ή πρέπει να περιμένωμεν την Συνέλευσιν, η οποία έχει το δικαίωμα να προβή εις πάσαν ενέργειαν σύμφωνα προς τα συμφέροντα του τόπου. Κατελήξαμεν δε εις το συμπέρασμα, ότι και αν είμεθα υποχρεωμένοι να διατυπώσωμεν από τούδε ζητήματα εσωτερικής φύσεως, τούτο πρέπει να γίνη δια τρόπου τοιούτου ώστε να μη κλείηται η θύρα εις την Συνέλευσιν να στηριχθή επί της φράσεως της νότας δια την υπεράσπισιν των συμφερόντων του τόπου, και ότι ημείς αρκούμεθα εις τα ζητούμενα μηδέν περαιτέρω των εσωτερικών ζητημάτων ζητούντες. Εγώ τότε είχον λάβει την τιμήν να είπω, ότι οι λόγοι τους οποίους ο κ. Βενιζέλος προβάλλει προς υποστήριξιν της προτάσεώς του, μοι φαίνονται πολύ σοβαροί και άξιοι προσοχής, αλλ’ ότι μη γνωρίζων την θέσιν, εν η ευρίσκεται το ζήτημά μας, διότι τούτο ευρίσκεται εις χείρας της Α.Μ. του Βασιλέως και της Α. Β. Υψ. του Ηγεμόνος δεν είχον εις χείρας μου τα στοιχεία, επί των οποίων ηδυνάμην να στηριχθώ δια να αποφανθώ, εάν η υπό του κ. Βενιζέλου προτεινομένη γνώμη ηδύνατο να βλάψη ή να ωφελήση το ζήτημα, μη δυνάμενος δε να αναλάβω την ευθύνην τοιούτου ζητήματος εν αγνοία της θέσεως, εν η ευρίσκεται σήμερον, καλόν εθεώρησα να μείνη μέχρι της Βουλής, αφ’ ου μάλιστα είνε προσεχής η σύνοδος αυτής, ίνα η κυριαρχία του λαού αποφανθή επ’ αυτού. Είνε πρόδηλον, ότι επί του ζητήματος τούτου δεν εγένετο συζήτησις δια να ληφθή απόφασις, αλλ’ εγένετο λόγος όλως παρεμπιπτόντως συνεπεία της προτάσεως του κ. Φούμη και εν σχέσει προς τον προϋπολογισμόν, ένεκα δε τούτου ο αξιότιμος Συνάδελφος κ. Κούνδουρος ουδέν απολύτως είπεν, ούτε υπέρ, ούτε κατά της προτάσεως. Επίσης ένεκα τούτου ουδέ λόγος εγένετο εν τοις πρακτικοις, διότι είνε φανερόν, ότι τοιούτον ζήτημα, εάν επρόκειτο να ληφθή απόφασις δεν θα έφερετο εις το μέσον παρέργως, ούτως ειπείν, και απρομελετήτως, αλλά θα ωρίζετο ημέρα προς συζήτησιν και θα ετηρούντο πρακτικά.
Ταύτα ως ενθυμούμαι ελέχθησαν εν τω Συμβουλίω και αύτη η γνώμη την οποίαν υπέβαλεν ο κ. Βενιζέλος και υπεστήριξε δια πολλών επιχειρημάτων. Εν τούτοις άλλα μετεδόθησαν εις το κοινόν και άλλα ελέχθη, ότι προτάθησαν υπό του κ. Βενιζέλου, ετάραξαν δε και κρατούσιν εις ανησυχίαν τούτα Κρήτας και τους εν τη ελευθέρα Ελλάδι. Εις επίμετρον ισχυρίζεται ο εξ Ηρακλείου ανταποκριτής των «Καιρών», ότι ημείς οι λοιποί Σύμβουλοι «ανομολογούμεν απροκαλύπτως εις τους φίλους μας την φανεστατην αλήθειαν της εις τον κ. Βενιζέλον αποδιδομένης προτάσεως.» Νομίζω, ότι έχομεν πολλαπλούν καθήκον, να διαψεύσωμεν την εις βάρος ενός των Συναδέλφων ημών αποδιδομένην μομφήν ταύτην· καθήκον προς ημάς αυτούς, διότι το επ’ εμοί ουδέποτε θα παραδεχθώ, ότι εν τω Συμβουλίω ηδύνατο να γίνη πρότασις προδίδουσα τα συμφέροντα του τόπου, χωρίς να διαμαρτυρηθώ και να θεωρήσω αίσχος μου να συνεργάζωμαι εν τη Κυβερνήσει του τόπου μετά ανθρώπου προδίδοντος αυτόν· καθήκον προς συνάδελφον, του οποίου πλαστογραφούνται αι ιδέαι και προτάσεις και ο οποίος δικαιούται να επικαλεσθή την ημετέραν μαρτυρίαν, την οποίαν στοιχειώδης λόγος τιμής μας επιβάλλει να μη αρνηθώμεν· καθήκον προς τον Κρητικόν Λαόν και προς ολόκληρον το έθνος, το οποίον δικαιούται να γνωρίζη, τι πράγματι ελέχθη δια να κρίνη δικαίως και αμερολήπτως και το οποίον υποχρεούμεθα να φωτίσωμεν διακηρύττοντες το τι ελέχθη, ίνα μη παρασύρηται υπό των εκ συμφέροντος πολιτικού ή πάθους, ή έστω εξ αγνοίας της αλήθειας διαδιδομένων.
Λαμβάνω λοιπόν την τιμήν να παρακαλέσω το Συμβούλιον α'.) να αποφανθή, εάν τα λεχθέντα κατά την συνεδρίασιν εκείνην του Συμβουλίου είνε ως ανωτέρω εκτίθενται, να προσθέση δε ει τι τυχόν διέφυγε την μνήμην μου, β'.) να γίνη δε και δημοσιευθή επίσημον ανακοινωθέν εκ μέρους της Κυβερνήσεως δια του οποίου να διαψεύδηται η εις τον κ. Βενιζέλον αποδιδομένη πρότασις, γνωριζομένης της αληθούς τοιαύτης. Είνε φανερόν, ότι τιθεμένης της προτάσεως, όπως υπό του κ. Βενιζέλου εγένετο, εις αυτόν εναπόκειται τον έχοντα την ευθύνην αυτής να υποστηρίξη ταύτην.
Ο επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Θρησκευμάτων Σύμβουλος
Ν. Γιαμαλάκης.
Την 12 της νυκτός της 19-20 Μαρτίου εστάλη εις την οικίαν του κ. Βενιζέλου η επομένη επίσημος κοινοποίησις.
Κύριε Σύμβουλε
Κατ’ εντολήν της Α. Β. Υψηλότητος γνωρίζω υμίν, ότι επειδή όλως αναρμοδίως υπεστηρίξατε και δημοσία εξεθέκατε γνώμας επί σπουδαιοτάτου του τόπου ζητήματος, αντιθέτους προς τε το φρόνημα Αυτής και την εντολήν των Δυνάμεων, έκρινεν αναγκαίον ν’ απαλλάξη υμάς του αξιώματος του Συμβούλου.
Ο ιδιαίτερος γραμματεύς της Α. Β. Υψηλότητος
Ανδρ. Παπαδιαμαντόπουλος.
Ημείς Πρίγκηψ Γεώργιος της Ελλάδος Ύπατος Αρμοστής εν Κρήτη.
Επειδή ο επί της Δικαιοσύνης Σύμβουλος Ελευθέριος Βενιζέλος όλως αναρμοδίως υπεστήριξε και δημοσία εξέθεσε γνώμας επί σπουδαιοτάτου ζητήματος του τόπου αντιθέτους προς το Ημέτερον φρόνημα και την εντολήν Ημών.
Απολύομεν αυτόν του αξιώματος του Συμβούλου επί της Δικαιοσύνης.
Εν Χαλέπα τη 18 Μαρτίου 1901
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Δηλούμεν εν τούτοις από τούδε προς αποφυγήν παρεξηγήσεως εκ μέρους των εκ συστήματος διαστρεφόντων τα πράγματα, ότι ου μόνον η απόλυσις περιδεχόμεθα, ότι έπρεπε να προτιμηθή μάλλον της αποδοχής της παραιτήσεως, αλλά και ότι ουδέ πόρρωθεν αντέκειτο αύτη προς την άδειαν της δημοσιεύσεως των ιδεών του κ. Βενιζέλου, αφού η δημοσίευσις εγένετο υπ’ ευθύνην εντελώς τούτου, ρητώς δηλωθέντος, ότι μεθ’ όλην την διδομένην άδειαν αι ιδέαι αυτού απεκρούοντο υπό της Α.Β. Υψηλότητος η δημοσίευσις δε επακολουθηθείσα από την αποδοκιμασίαν της εν Ελλάδι κοινής γνώμης προς τας ιδέας ταύτας, ίσχυσε προδήλως την ως προς τας ιδέας αυτάς αρχικήν γνώμην του Πρίγκηπος.
Εν τη συναδέλφω «Ν. Ερεύνη» εδημοσιεύθησαν τα επόμενα: «Ενετάλημεν υπό του κ. επί των Εσωτερικών Συμβούλου να δημοσιεύσωμεν, ότι το γραφέν υπό του «Κήρυκος» ότι δεν εγένετο λόγος όπως καταχωρηθώσιν εις τα πρακτικά τα λεχθέντα υπό του κ. Βενιζέλου κατά την συνεδρίασιν της 22 Φεβρουαρίου 1901 του Ηγεμονικού Συμβουλίου περί της τηρητέας υπό του τόπου πορείας δεν είνε ακριβές. Το αληθές είνε ότι, όταν ο κ. Βενιζέλος ανέπτυσσε την γνώμην του, ο κ. Κούνδουρος παρετήρησεν, ότι επειδή πρόκειται περί σοβαρού ζητήματος είνε καλόν να καταχωρηθή η γνώμη αύτη εις τα πρακτικά, όπως απαντήσωσι και οι λοιποί σύμβουλοι, αλλ’ ο κ. Βενιζέλος δεν ηθέλησε».
Ομοία ακριβώς ανακοίνωσις εδημοσιεύθη και εν τη «Πατρίδι.» Εν δε τη «Σημαία», τω δημοσιογραφικώ οργάνω του κ. επί των Εσωτερικών Συμβούλου, εδημοσιεύθησαν τα επόμενα: «Και ο κ. Φούμης και ο κ. Κούνδουρος ενθυμούνται κάλλιστα, ότι δεν είνε διάδοσις συκοφαντών, ως αναγράφεται εν τω «Κήρυκι» της 4 τρ. μηνός, η αξίωσις του κ. Κούνδουρου όπως αναγραφώσιν εις τα πρακτικά τα λεχθέντα υπό του κ. Βενιζέλου περί της ηγεμονίας, κατά την αξιομνημόνευτον εκείνην συνεδρίασιν του συμβουλίου του ηγεμόνος.
Τουναντίον ημείς είμεθα εις θέσιν να βεβαιώσωμεν ότι, όταν ο κ. Βενιζέλος υπεστήριζεν εν πλάτει και ουχί πλέον επεισοδιακώς εν τω συμβουλίω την γνώμην του εκείνην, ήτις προεκάλεσε τόσα σχόλια εις βάρος του και εξήγειρε κατ’ αυτού σύσσωμον το έθνος, ο κ. Κούνδουρος παρετήρησεν αυτώ, ότι επειδή πρόκειται περί σοβαράς υποθέσεως πρέπει να σημειωθή η γνώμη του εις τα πρακτικά του Συμβουλίου, όπως έκαστος και εκ των λοιπών κ. συμβούλων πράξη το αυτό μετά προηγουμένην μελέτην του ζητήματος. — Ο κ. Βενιζέλος απήντησεν, ότι αφού τελειώση την ομιλίαν του, θα υπαγορεύση εν εκτάσει εις τον γραμματέα του συμβουλίου τα υπ’ αυτού λεχθέντα· κατόπιν όμως, ίσως διότι εγεννήθησαν αυτώ υπόνοιαι, δεν τα υπηγόρευσεν. — Αυτή είνε η αλήθεια εν τη γυμνότητι αυτής.»
Ομολογούμεν, ότι αι ανακοινώσεις αύται του κ. επί των εσωτερικών συμβούλου προξενούσιν ημίν οδυνηράν εντύπωσιν. Προκειμένου περί τιμίου απλώς ανθρώπου, βεβαιούντος ωρισμένον τι γεγονός δεν επιτρέπεται ν’ αμφισβητήση τις την αλήθειαν των λόγων του, χωρίς να γεννηθή ζήτημα τιμής μεταξύ αυτών. Αλλά προκειμένου περί ανδρών, κατεχόντων είαν ο κ. Κούνδουρος εν τη πολιτεία θέσιν, επεθυμήσαμεν να μη ηδύνατο να διέλθη καν δια του πνεύματός τινος η υπόνοια, ότι αι βεβαιώσεις αυτών δεν είνε αυτή αύτη η αλήθεια. Ηθέλομεν όπως ο λόγος αυτών είνε ανάλογόν τι προς την τιμήν της γυναικός του Καίσαρος.
Ατυχώς είμεθα υποχρεωμένοι να διαψεύσωμεν τας ανακοινώσεις ταύτας του κ. Κούνδουρου και ν’ αποδείξωμεν αυτάς μη ακριβείς. Οφείλομεν να πράξωμεν τούτο, όχι μόνον χάριν της αληθείας γενικώς, αλλά και διότι δεν δυνάμεθα ν’ ανεχθώμεν, όπως αμφισβητηθή η αλήθεια και μιας μόνης γραμμής των υπό τον τίτλον «Γεννηθήτω φως» δημοσιευμάτων του «Κήρυκος», χωρίς να κινδυνεύση να σαλευθή το κύρος του όλου των δημοσιευμάτων τούτων.
Πλην της βεβαιώσεως του κ. Βενιζέλου έχομεν ν’ αντιτάξωμεν εις την διάψευσιν του κ. Κούνδουρου τας εξής αποδείξεις·
Πρώτον. Αυτάς τας εις δύο εφημερίδας δημοσιευθείσας διαψεύσεις του κ. Κούνδουρου, αίτινες αντιφάσκουσι προς αλλήλας αποτόμως. Ενώ η εν τη «Ν. Ερεύνη» ανακοίνωσις βεβαιοί, ότι ο κ. Κούνδουρος παρετήρησεν, ότι επειδή πρόκειται περί σοβαρού ζητήματος είνε καλόν να καταχωρηθή η γνώμη αύτη εις τα πρακτικά, όπως απαντήσωσι και οι λοιποί σύμβουλοι, αλλ’ ο κ. Βενιζέλος δεν ηθέλησε, η ανακοίνωσις της «Σημαίας» εκθέτει όλως διαφόρως τα πράγματα, διότι βεβαιοί, ότι «του κ. Κούνδουρου παρατηρήσαντος εις τον κ. Βενιζέλον, ότι πρέπει να σημειωθή η γνώμη του εις τα πρακτικά, ο κ. Βενιζέλος απήντησεν, ότι αφού τελειώση την ομιλίαν του, θα υπαγορεύση εν εκτάσει εις τον γραμματέα του συμβουλίου τα υπ’ αυτού λεχθέντα, όπως τα καταχωρήση εις τα πρακτικά· κατόπιν όμως, ίσως διότι εγεννήθησαν αυτώ υπόνοιαι, δεν τα υπηγόρευσεν.» Αλλ’ είνε προφανές ότι τοιαύτη, αντιφάσκουσα διάψευσις, δεικνύουσα μετά πόσον ολίγης προσοχής γίνονται τοιαύται σοβαραί ανακοινώσεις, στερεί πάσης ηθικής σοβαρότητος και συνεπώς πάσης αποδεικτικής δυνάμεως την διάψευσιν ταύτην.
Αλλ’ η επιστολή του κ. Φούμη αν μαρτυρεί ως προς τον κ. Βενιζέλον το αντίθετον της ανακοινώσεως του κ. Κούνδουρου, τείνει όμως συμπερασματικώς να βεβαιώση ως κατά το ήμισυ τουλάχιστον ακριβή την ανακοίνωσιν του κ. Κούνδουρου, ισχυριζομένου ότι εζήτησε να καταχωρηθή εις τα πρακτικά η γνώμη του κ. Βενιζέλου, δια να απαντήσωσι και οι λοιποί σύμβουλοι. Αλλ’ ως προς το μέρος τούτο η επιστολή του κ. Φούμη δεν παρέχει μαρτυρίαν, αλλά απλούν συμπέρασμα συναγόμενον υπ’ αυτού εκ της φράσεως ην μαρτυρεί ότι ενθυμείται καλώς· ότι είπεν κ. Βενιζέλος επί διακοπή τινος των κ. συμβούλων. Το συμπέρασμα όμως τούτο θα επιτραπή ημίν να χαρακτηρίσωμεν ως παρακεκινδυνευμένον, προβαίνοντες εις ανάλογον προς την του κ. Φούμη συλλογιστικήν εργασίαν.
Ό,τι ενθυμείται καλώς ο κ. Φούμης είνε ότι επί διακοπή τινος των κ. Συμβούλων ο κ. Βενιζέλος είπεν ότι «αν γείνη μνεία εν τοις πρακτικοίς θα υπαγορεύση δια μακρών την γνώμην του». Η φράσις δε αύτη του κ. Βενιζέλου προϋποθέτει μάλλον ότι κάποιος των κ. συμβούλων θα ηρώτησε τους λοιπούς, αν πρόκειται να καταχωρηθούν τα λεχθέντα, εις ην ερώτησιν απήντησεν, ως ανωτέρω ο κ. Βενιζέλος, εκ δε των λοιπών συμβούλων θα είπέ τις ότι δεν υπάρχει λόγος να μνημονευθούν τα λεχθέντα εις τα πρακτικά αφ’ ου πρόκειται περί επεισοδιακής συζητήσεως ήτις θα διεξήγετο ως κυρία συζήτησις εν τη συνεδριάσει, ήτις θα εγίνετο υπό την προεδρίαν του πρίγκηπος, και τούτω τω λόγω ουδέν εγράφη εις τα πρακτικά. Αύτη είνε η φυσικωτέρα υπόθεσις, η δε υπόθεσις του κ. Φούμη προσκρούει εις την εξής απορίαν· διατί, αν ο κ. Κούνδουρος επρότεινε να γραφούν τα λεχθέντα εις τα πρακτικά, ο δε κ. Βενιζέλος δεν αντετάχθη εις τούτο, διατί, λέγομεν, να μη γίνη επί τέλους μνεία τις εις τα πρακτικά, αφ’ ου και εις μόνον των συμβούλων αν επέμενεν εις τούτο θα εγίνετο μνεία. Τούτο το κενόν αφίνει η υπόθεσις του κ. Φούμη.
Τέταρτον. Ότι κατά την εν τη «Σημαία» ανακοίνωσιν του κ. Κούνδουρου, ούτος δεν ηξίωσε να γραφούν εις τα πρακτικά τα λεχθέντα υπό του κ. Βενιζέλου δια ν’ απαντήση και ο ίδιος αμέσως. Αλλά να σημειωθή μόνον εις τα πρακτικά η γνώμη του κ. Βενιζέλου, όπως έκαστος εκ των κυρίων συμβούλων πράξη το αυτό μετά προηγουμένην μελέτην. Ώστε κατά την ανακοίνωσιν ταύτην ο κ. Κούνδουρος δεν επρετίθετο ν’ απαντήση αμέσως αλλά βραδύτερον και «μετά προηγουμένην μελέτην» του ζητήματος «επειδή επρόκειτο περί σοβαράς υποθέσεως». Αλλά κατά το δημοσίευμα του Κήρυκος, το μη αμφισβητηθέν κατά τα λοιπά ουδ’ υπό του κ. Κούνδουρου, ρητώς δε μαρτυρούμενον ως πιστόν υπό του κ. Φούμη, κατά την επεισοδιακήν εκείνην συνεδρίαν ο κ. Βενιζέλος εξέθηκεν απλώς εξ αφορμής των λεχθέντων υπό του κ. Φούμη, τι εσκόπευεν ο ίδιος να υποστηρίξη δια του υπομνήματος, όπερ κατ’ εντολήν του Πρίγκηπος επρόκειτο να συντάξη περί των υποβλητέων προς τας Δυνάμεις νέων αιτημάτων. Ο δε κ. Φούμης δια της επιστολής του ρητώς μαρτυρεί και την πιστήν δια του δημοσιεύματος του «Κήρυκος» απόδοσιν των εν τω συμβουλίω λεχθέντων και ειδικώς, ότι ο κ. Βενιζέλος την εκτεθείσαν εν τω συμβουλίω γνώμην του «εσκόπει να υποβάλη δια του υπομνήματός του.» Αλλά αφού ο κ. Βενιζέλος εν τω συμβουλίω εξέθηκεν επεισοδιακώς ό,τι επρόκειτο να υποβάλη δια του υπομνήματος, όπερ θ’ ανεκοινούτο εις πάντας τους συμβούλους πριν συζητηθή, είνε προφανές, ότι δεν υπήρχε λόγος τις να ζητήση ο κ. Κούνδουρος να γραφούν τα λεχθέντα εις τα πρακτικά δια να τα μελετήση ακολούθως και έκθεση και αυτός την γνώμην του. Την γνώμην του θα εξέθετε και αυτός δια του υπομνήματός του.
Εκάμαμεν μακρόν λόγον περί του ζητήματος, κυρίως προς τον σκοπόν του ν’ αποδειχθή, ότι και εν τω ζητήματι τούτω το δημοσίευμα του «Κήρυκος» ανταποκρίνεται καθολοκληρίαν προς την αλήθειαν. Διότι άλλως το ζήτημα τούτο καταντά σήμερον εντελώς επουσιώδες. Αφού τα λεχθέντα εν τω συμβουλίω ομολογείται υπό πάντων, ότι ήσαν ομοία εκτίθενται εν τω «Κήρυκι», το ζήτημα διατί δεν εμνημονεύθησαν εις τα πρακτικά καθίσταται όλως επουσιώδες, ουδέ δύναται να μείνη αμφιβολία τις εις τον μελετώντα το ζήτημα, ότι η μη αναγραφή εις τα πρακτικά οφείλεται εις τον επεισοδιακόν χαρακτήρα της συνδιαλέξεως χαρακτήρα, ον πλήρως αναγνωρίζει και ο κ. Φούμης εις τα λεχθέντα. Αλλά το ζήτημα τούτο είχε προσλάβει κεφαλαιώδη σημασίαν, όταν οι συκοφάνται παρίστανον, ότι τα λεχθέντα υπό του κ. Βενιζέλου είχον χαρακτήρα αντεθνικόν, ως εκ τούτου δε και επήλθε φιλονεικία περί του ζητήματος αν πρέπει να γραφούν ή όχι.
«Παρατηρούμεν και αύθις μετά τίνος πείσματος ο άνθρωπος αυτός προσεκολλήθη εις την ιδέαν του να παραστήση ως σύμφωνον προς το πνεύμα των πολιτικών αυτού δοξασιών και τον Ηγεμόνα και τον Βασιλέα.» Ταύτα γράφει το χθεσινόν φύλλον του δημοσιογραφικού οργάνου του κ. ιδιαιτέρου γραμματέως, όμοια δε επαναλαμβάνουν περίπου και τα λοιπά σύμμαχα αυτώ όργανα.
Είνε αληθώς απίστευτος η συστηματική αύτη διαστροφή όλων των δημοσιευμάτων του «Κήρυκος.» Αλλ’ ημείς όχι μόνον δεν ισχυρίσθημεν ουδ’ υπηνίχθημεν, ότι ο Πρίγκηψ ή ο Βασιλεύς ήσαν σύμφωνοι προς τας γνωστάς πολιτικάς ιδέας του κ. Βενιζέλου, αλλά και το εναντίον μάλιστα ετονίσαμεν ανά πάσαν στιγμήν των δημοσιευμάτων του «Κήρυκος», και σήμερον εν τω άρθρω «Γεννηθήτω φως» δια παχέων γραμμάτων τονίζομεν την διαφωνίαν ταύτην προς αποφυγήν πάσης παρεξηγήσεως. Είπομεν μάλιστα, ότι η διαφωνία μεταξύ του κ. Βενιζέλου και του Πρίγκηπος δεν περιωρίζετο ειδικώς εις το γνωστόν ζήτημα των ιδεών του κ. Βενιζέλου, αλλ’ ότι και εξετείνετο γενικώτερον και επί ζητήματος αρχής, του μεν Πρίγκηπος νομίζοντος, ότι το εθνικόν ζήτημα δύναται να διαχειρίζηται μονομερώς η Βασιλεία, του δε κ. Βενιζέλου ρητώς δηλώσαντος και εν τω συμβουλίω, ότι διαμαρτύρεται και ως Κρης και ως Έλλην κατά τοιαύτης αντιλήψεως.
Πού ευρίσκουν οι σκευωροί προσπάθειαν ημών, όπως παραστήσωμεν, ότι τας ιδέας του κ. Βενιζέλου συνεμερίζετο και ο Πρίγκηψ και ο Βασιλεύς; Και δεν ευρίσκουν οι αναγνώσται μας συστηματικήν προσπάθειαν των σκευωρών, όπως διαστρέφουν διηνεκώς τα πράγματα και συγχύζουν τα ζητήματα επ’ ελπίδι, ότι δύνανται ν’ αλιεύσουν εις θολά νερά!


