Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ψύχω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ψύχω»
 
ψύχω: φυσώ, δροσίζω, παγώνω κάτι / κρυώνω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ψύχω, ψύχεις, ψύχει, ψύχομεν, ψύχετε, ψύχουσι
Υποτακτική
ψύχω, ψύχς, ψύχ, ψύχωμεν, ψύχητε, ψύχωσι
Ευκτική
ψύχοιμι, ψύχοις, ψύχοι, ψύχοιμεν, ψύχοιτε, ψύχοιεν
Προστακτική
---, ψχε, ψυχέτω, ---, ψύχετε, ψυχόντων (ή ψυχέτωσαν)
Απαρέμφατο
ψύχειν
Μετοχή
ψύχων, ψύχουσα, ψχον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ψύχων, το ψύχοντος, τ ψύχοντι, τόν ψύχοντα, ψύχων
ο ψύχοντες, τν ψυχόντων, τος ψύχουσι, τούς ψύχοντας, ψύχοντες
 
Θηλυκό
ψύχουσα, τς ψυχούσης, τ ψυχούσ, τήν ψύχουσαν, ψύχουσα
α ψύχουσαι, τν ψυχουσν, τας ψυχούσαις, τάς ψυχούσας, ψύχουσαι
 
Ουδέτερο
τό ψχον, το ψύχοντος, τ ψύχοντι, τό ψχον, ψχον
τά ψύχοντα, τν ψυχόντων, τος ψύχουσι, τά ψύχοντα, ψύχοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
ψυχον, ψυχες, ψυχε, ψύχομεν, ψύχετε, ψυχον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ψύξω, ψύξεις, ψύξει, ψύξομεν, ψύξετε, ψύξουσι
Ευκτική
ψύξοιμι, ψύξοις, ψύξοι, ψύξοιμεν, ψύξοιτε, ψύξοιεν
Απαρέμφατο
ψύξειν
Μετοχή
ψύξων, ψύξουσα, ψξον
 
Αόριστος
(Διαθέτει μόνο Οριστική και Απαρέμφατο)
Οριστική
ψυξα, ψυξας, ψυξε, ψύξαμεν, ψύξατε, ψυξαν
Απαρέμφατο
διαψξαι
 
Παρακείμενος
Οριστική
ψυχα, ψυχας, ψυχε, ψύχαμεν, ψύχατε, ψύχασι
Υποτακτική
ψυχς , ψυχς ς, ψυχς , ψυχότες μεν, ψυχότες τε, ψυχότες σι
Ευκτική
ψυχς εην, ψυχς εης, ψυχς εη, ψυχότες εημεν (εμεν), ψυχότες εητε (ετε), ψυχότες εησαν (εεν)
Προστακτική
---, ψυχς σθι, ψυχς στω, ---, ψυχότες στε, ψυχότες στων
Απαρέμφατο
ψυχέναι
Μετοχή
ψυχώς, ψυχυα, ψυχός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ψυχώς, το ψυχότος, τ ψυχότι, τόν ψυχότα, ψυχώς
ο ψυχότες, τν ψυχότων, τος ψυχόσι, τούς ψυχότας, ψυχότες
 
Θηλυκό
ψυχυα, τς ψυχυίας, τ ψυχυί, τήν ψυχυαν, ψυχυα
α ψυχυαι, τν ψυχυιν, τας ψυχυίαις, τάς ψυχυίας, ψυχυαι
 
Ουδέτερο
τό ψυχός, το ψυχότος, τ ψυχότι, τό ψυχός, ψυχός
τά ψυχότα, τν ψυχότων, τος ψυχόσι, τά ψυχότα, ψυχότα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ψύχομαι, ψύχ (ή ψύχει), ψύχεται, ψυχόμεθα, ψύχεσθε, ψύχονται
Υποτακτική
ψύχωμαι, ψύχ, ψύχηται, ψυχώμεθα, ψύχησθε, ψύχωνται
Ευκτική
ψυχοίμην, ψύχοιο, ψύχοιτο, ψυχοίμεθα, ψύχοισθε, ψύχοιντο
Προστακτική
---, ψύχου, ψυχέσθω, ---, ψύχεσθε, ψυχέσθων (ή ψυχέσθωσαν)
Απαρέμφατο
ψύχεσθαι
Μετοχή
ψυχόμενος, ψυχομένη, ψυχόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας Α΄
Οριστική
ψυχθήσομαι, ψυχθήσ (ή ψυχθήσει), ψυχθήσεται, ψυχθησόμεθα, ψυχθήσεσθε, ψυχθήσονται
Ευκτική
ψυχθησοίμην, ψυχθήσοιο, ψυχθήσοιτο, ψυχθησοίμεθα, ψυχθήσοισθε, ψυχθήσοιντο
Απαρέμφατο
ψυχθήσεσθαι
Μετοχή
ψυχθησόμενος, ψυχθησομένη, ψυχθησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας Β΄
Οριστική
ψυγήσομαι, ψυγήσ (ή ψυγήσει), ψυγήσεται, ψυγησόμεθα, ψυγήσεσθε, ψυγήσονται
Ευκτική
ψυγησοίμην, ψυγήσοιο, ψυγήσοιτο, ψυγησοίμεθα, ψυγήσοισθε, ψυγήσοιντο
Απαρέμφατο
ψυγήσεσθαι
Μετοχή
ψυγησόμενος, ψυγησομένη, ψυγησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ψύχθην, ψύχθης, ψύχθη, ψύχθημεν, ψύχθητε, ψύχθησαν
Υποτακτική
ψυχθ, ψυχθς, ψυχθ, ψυχθμεν, ψυχθτε, ψυχθσι
Ευκτική
ψυχθείην, ψυχθείης, ψυχθείη, ψυχθείημεν (ή ψυχθεμεν), ψυχθείητε (ή ψυχθετε), ψυχθείησαν (ή ψυχθεεν)
Προστακτική
---, ψύχθητι, ψυχθήτω, ---, ψύχθητε, ψυχθέντων (ή ψυχθήτωσαν)
Απαρέμφατο
ψυχθναι
Μετοχή
ψυχθείς, ψυχθεσα, ψυχθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ψυχθείς, το ψυχθέντος, τ ψυχθέντι, τόν ψυχθέντα, ψυχθείς
ο ψυχθέντες, τν ψυχθέντων, τος ψυχθεσι, τούς ψυχθέντας, ψυχθέντες
 
Θηλυκό
ψυχθεσα, τς ψυχθείσης, τ ψυχθείσ, τήν ψυχθεσαν, ψυχθεσα
α ψυχθεσαι, τν ψυχθεισν, τας ψυχθείσαις, τάς ψυχθείσας, ψυχθεσαι
 
Ουδέτερο
τό ψυχθέν, το ψυχθέντος, τ ψυχθέντι, τό ψυχθέν, ψυχθέν
τά ψυχθέντα, τν ψυχθέντων, τος ψυχθεσι, τά ψυχθέντα, ψυχθέντα
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ψύγην, ψύγης, ψύγη, ψύγημεν, ψύγητε, ψύγησαν
Υποτακτική
ψυγ, ψυγς, ψυγ, ψυγμεν, ψυγτε, ψυγσι
Ευκτική
ψυγείην, ψυγείης, ψυγείη, ψυγείημεν (ή ψυγεμεν), ψυγείητε (ή ψυγετε), ψυγείησαν (ή ψυγεεν)
Προστακτική
---, ψύγηθι, ψυγήτω, ---, ψύγητε, ψυγέντων (ή ψυγήτωσαν)
Απαρέμφατο
ψυγναι
Μετοχή
ψυγείς, ψυγεσα, ψυγέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ψυγείς, το ψυγέντος, τ ψυγέντι, τόν ψυγέντα, ψυγείς
ο ψυγέντες, τν ψυγέντων, τος ψυγεσι, τούς ψυγέντας, ψυγέντες
 
Θηλυκό
ψυγεσα, τς ψυγείσης, τ ψυγείσ, τήν ψυγεσαν, ψυγεσα
α ψυγεσαι, τν ψυγεισν, τας ψυγείσαις, τάς ψυγείσας, ψυγεσαι
 
Ουδέτερο
τό ψυγέν, το ψυγέντος, τ ψυγέντι, τό ψυγέν, ψυγέν
τά ψυγέντα, τν ψυγέντων, τος ψυγεσι, τά ψυγέντα, ψυγέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
ψυγμαι, ψυξαι, ψυκται, ψύγμεθα, ψυχθε, ψυγμένοι εσί
Υποτακτική
ψυγμένος , ψυγμένος ς, ψυγμένος , ψυγμένοι μεν, ψυγμένοι τε, ψυγμένοι σι
Ευκτική
ψυγμένος εην, ψυγμένος εης, ψυγμένος εη, ψυγμένοι εημεν (εμεν), ψυγμένοι εητε (ετε), ψυγμένοι εησαν (εεν)
Προστακτική
---, ψυξο, ψύχθω, ---, ψυχθε, ψύχθων
Απαρέμφατο
ψχθαι
Μετοχή
ψυγμένος, ψυγμένη, ψυγμένον