Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα
 
     Η συνειδητοποίηση της αδυναμίας των Δυνάμεων να επιβάλουν τις απόψεις τους στην Τουρκία ώθησε τον Τρικούπη να προβεί σε απειλητικές στρατιωτικές κινητοποιήσεις. Ελπίζοντας να εκβιάσει μια ταχεία επέμβαση των Δυνάμεων στην Πύλη, κήρυξε επιστράτευση στις 24 Ιουλίου. Η Πύλη απάντησε με συγκέντρωση στρατευμάτων στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία. Μπροστά στον κίνδυνο ελληνοτουρκικής αναμετρήσεως, οι Δυνάμεις προτίμησαν να ασκήσουν πίεση στον ασθενέστερο από τους δύο αντιπάλους, και προειδοποίησαν την ελληνική κυβέρνηση ότι μια πολεμική εμπλοκή θα είχε δυσμενή επακόλουθα για την Ελλάδα.
     Ενώ οι Δυνάμεις συνέχιζαν τις άκαρπες διαβουλεύσεις, στην Ελλάδα σημειώθηκε νέα κυβερνητική αλλαγή. Ο Τρικούπης ηττήθηκε στη βουλή και ο βασιλιάς, που επέστρεψε από το εξωτερικό, ανέθεσε στις 2 Οκτωβρίου στον Κουμουνδούρο το σχηματισμό νέας κυβερνήσεως. Τη φορά αυτή ο Μεσσήνιος ηγέτης διατήρησε και το υπουργείο Εξωτερικών. Από την πρώτη στιγμή, όπως τον Ιανουάριο του 1878, άφησε να γίνει γνωστό ότι πρόθεσή του ήταν να προκαλέσει γενικό ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο βασίλειο μεριμνούσε για τον εξοπλισμό όλων των ανδρών που ήταν σε θέση να φέρουν όπλα. Ενώ όμως μικρές ανταρτικές ομάδες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, η πίεση των Δυνάμεων στην Αθήνα εξουδετέρωσε κάθε δυνατότητα δυναμικής εμπλοκής.
     Μέσα σε αφόρητη ένταση διέρρευσαν τέσσερις περίπου μήνες με άκαρπες διαπραγματεύσεις μεταξύ των Δυνάμεων, που είχαν απαυδήσει με το ελληνικό ζήτημα, αφού καμιά τους δεν είχε ιδιαίτερα συμφέροντα να προωθήσει την επίλυση του θέματος αυτού. Γι’ αυτό όταν η Πύλη ανανέωσε την πρότασή της για διαπραγματεύσεις με τους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, η πρόταση έγινε δεκτή, παρόλο που σήμαινε την ανατροπή των αποφάσεων της διασκέψεως του Βερολίνου, τουλάχιστον ως προς την Ήπειρο.
 
Η συνθήκη για την εκχώρηση της Θεσσαλίας και η προσάρτησή της
 
     Η νέα αυτή διαπραγμάτευση — τέταρτη στη σειρά μετά το συνέδριο του 1878 — άρχισε στην οθωμανική πρωτεύουσα το Μάρτιο του 1881. Σε σύγκριση με τη διάσκεψη του Βερολίνου, το κλίμα τώρα ήταν δυσμενές για τους Έλληνες. Μόνο ο Άγγλος πρεσβευτής Goschen, έχοντας ως ένα σημείο και τη συμπαράσταση του Γερμανού συναδέλφου του, αγωνιζόταν ακόμα για να πετύχει την καλύτερη δυνατή λύση για την Ελλάδα. Το αγγλογερμανικό σχέδιο που υποβλήθηκε στη διάσκεψη επιδίωκε, ως αντάλλαγμα για τη μη εκχώρηση της Ηπείρου, την προσάρτηση της Κρήτης. Την ιδέα της παραχωρήσεως της Κρήτης δεν την απέκλειε η Πύλη, αλλά ζητούσε τα χερσαία σύνορα του ελληνικού βασιλείου να μην επεκταθούν βορειότερα από τις πόλεις Βόλο και Πρέβεζα, οι οποίες θα παρέμεναν στην Τουρκία. Οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν από τους αντιπροσώπους των Δυνάμεων. Όταν όμως οι Τούρκοι έκαναν, για πρώτη φορά, μια ουσιαστική παραχώρηση στη Θεσσαλία, τοποθετώντας τη νέα οροθετική γραμμή τέσσερα χιλιόμετρα νότια του Πλαταμώνα, η πρόταση έγινε με ανακούφιση δεκτή, παρόλο που εγκατέλειπε στην Τουρκία ολόκληρη σχεδόν την Ήπειρο (εκτός από την επαρχία Άρτας) και από τη Θεσσαλία την επαρχία Ελασσόνας.
     Ήταν φανερό ότι η νέα τουρκική πρόταση είχε εξουδετερώσει και τις τελευταίες δυνατότητες συλλογικής ενέργειας προς την Πύλη. Παρά τις επιφυλάξεις της Αγγλίας και την συνειδητοποίηση από μέρους όλων ότι η αποδοχή των τουρκικών όρων — που σημαντικά υστερούσαν σε σχέση με τις αποφάσεις της διασκέψεως του Βερολίνου — αποτελούσε μείωση για την Ευρώπη, όλες οι κυβερνήσεις συμφώνησαν ότι δεν υπήρχε άλλη εκλογή. Με κοινή διακοίνωσή τους, στις 26 Μαρτίου/7 Απριλίου 1881, ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση να δεχθεί τη νέα οροθεσία δηλώνοντας ότι θα την βοηθούσαν για την απρόσκοπτη μεταβίβαση της κυριαρχίας στα νέα εδάφη. Αν όμως η προσφορά τους απορριπτόταν, η Ελλάς θα παρέμενε απομονωμένη και το μέλλον των γειτονικών επαρχιών αβέβαιο.
     Τη στιγμή εκείνη, ενώ σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητούσε τη βίαιη κατάληψη από τον ελληνικό στρατό της γραμμής της διασκέψεως του Βερολίνου, ο Κουμουνδούρος διατήρησε την ψυχραιμία του. Οι δυνατότητες εκλογής ήταν περιορισμένες. Από τη μια πλευρά οι Δυνάμεις παρουσίαζαν αρραγές μέτωπο και ζητούσαν, κατά τελεσιγραφικό τρόπο, την αποδοχή ή απόρριψη της λύσεως που είχαν συμφωνήσει με τους Τούρκους. Ακόμα και η Αγγλία, που δυσφορούσε για τις ανεπαρκείς, όπως τις χαρακτήριζε, παραχωρήσεις, δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να προκαλέσει αναθεώρηση της αποφάσεως των Δυνάμεων. Κατά συνέπεια, ήταν φανερό ότι αν ο Κουμουνδούρος υιοθετούσε τις ιδέες της αντιπολιτεύσεως για την αποστολή του ελληνικού στρατού στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, θα ερχόταν αντιμέτωπος όχι μόνο με την οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και με όλες τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Από την άλλη μεριά, όπως του ανέφεραν οι διπλωματικοί του πράκτορες από τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη, οι Βούλγαροι προπαρασκευάζονταν για βίαιη προσάρτηση της ανατολικής Ρωμυλίας μόλις ξεσπούσε ελληνοτουρκικός πόλεμος. Παραμερίζοντας, λοιπόν, τη γενική κατακραυγή και τις βίαιες προσωπικές επιθέσεις, ακόμα και από πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, ο Κουμουνδούρος, με τη συναίνεση του Γεωργίου, έδωσε τελικά καταφατική απάντηση στο κοινό διάβημα των Δυνάμεων. Στην έκκλησή του να δοθούν ειδικές διασφαλίσεις στους Ηπειρώτες, που θα εγκαταλείπονταν στο έλεος της τουρκικής διοικήσεως, οι πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Αθήνα περιορίσθηκαν σε κοινή προφορική διαβεβαίωση ότι οι κυβερνήσεις τους θα επιδείκνυαν ενδιαφέρον για τους χριστιανικούς πληθυσμούς που θα παρέμεναν έξω από τη νέα ελληνοτουρκική μεθοριακή γραμμή.
     Από το σημείο αυτό οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες. Μέσα στο Μάιο διεξήχθησαν σύντονες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Πύλη και στους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, για την κατάρτιση συμβάσεως που θα παραχωρούσε τις νέες επαρχίες στο ελληνικό βασίλειο. Στην αρχή οι Τούρκοι πρόβαλαν ορισμένα άσχετα αιτήματα, αλλά οι Δυνάμεις τα απέρριψαν και στις 12/24 Μαΐου πέτυχαν την υπογραφή της συμφωνίας. Το κείμενο αυτό έγινε δεκτό από την ελληνική πλευρά, και στις 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881 ο πρεσβευτής της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέας Κουντουριώτης και ο πρωθυπουργός Μαχμούτ Σερβέρ πασάς υπέγραψαν την ελληνοτουρκική συνθήκη με την οποία η Θεσσαλία και η επαρχία Άρτας παραχωρούνταν στην Ελλάδα.
     Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως αυτής η νέα οροθεσία άρχιζε τέσσερα χιλιόμετρα νοτίως του Πλαταμώνα και ακολουθούσε την κορυφογραμμή του κάτω Ολύμπου μέχρι το όρος Γοδαμάν, και ως το ύψος της Ελασσόνας. Στη συνέχεια, ακολουθώντας ελλειπτική γραμμή προς τα νοτιοδυτικά, αφαιρούσε ολόκληρη την επαρχία Ελασσόνας από τη νέα οροθεσία του ελληνικού κράτους, στο οποίο όμως περιέρχονταν ο Τύρναβος, η Λάρισα, τα Τρίκαλα και η Καλαμπάκα. Το νοτιότερο σημείο της μεθορίου συναντούσε την κορυφογραμμή του όρους Ζάρκου. Στη συνέχεια η νέα χάραξη ταυτιζόταν περίπου με τα σημερινά ανατολικά όρια της επαρχίας Τρικάλων ως ένα σημείο δεκαοκτώ χιλιόμετρα από τη Δημηνίτσα, όπου η γραμμή έπαιρνε δυτική κατεύθυνση, ως την κορυφή του όρους Κρατσόβου. Από εκεί στρεφόταν προς νότο, περνούσε από την κορυφογραμμή Ζυγού - Περιστερίου (σημ. όρος Λάκμος) και, αφού άφηνε στην Τουρκία το Μέτσοβο και τα Ιωάννινα, συναντούσε τα χωριά Καλαρρύτες και Μιχαλήτσι και στη συνέχεια τον Άραχθο, που τον ακολουθούσε μέχρι τις εκβολές του στον Αμβρακικό κόλπο. Η Άρτα, με ελάχιστη παράμετρο στα δυτικά της, περιερχόταν στην Ελλάδα, ενώ στην αντίπερα ακτή του Αμβρακικού οι Τούρκοι έχαναν και την Πούντα (Άκτιο) με την περιοχή της. Με άλλη διάταξη, όλες οι οχυρώσεις στην είσοδο του Αμβρακικού τόσο από την πλευρά της Πρέβεζας, όσο και της Πούντας καταργούνταν και η ναυσιπλοΐα στο διαφιλονικούμενο από την εποχή της Ανεξαρτησίας κόλπο θα ήταν πλέον ελεύθερη.
     Σε αντάλλαγμα για τις εδαφικές αυτές παραχωρήσεις η Ελλάς αναλάμβανε την υποχρέωση να σέβεται τη ζωή, την τιμή και την περιουσία όλων των κατοίκων που παρέμεναν στις περιοχές που περιέρχονταν στο ελληνικό κράτος (άρθρο 3). Ιδιαίτερα διασφαλίζονταν τα δικαιώματα των μουσουλμάνων και συγκεκριμένα η αυτονομία και η οργάνωση των μουσουλμανικών κοινοτήτων, καθώς και η διοίκηση των περιουσιακών τους στοιχείων. Τα τοπικά θρησκευτικά δικαστήρια θα διατηρούσαν την αρμοδιότητά τους σε καθαρά θρησκευτικά θέματα (άρθρο 8). 
     Πιο σημαντικές, ιδιαίτερα για τη μελλοντική διάρθρωση της αγροτικής οικονομίας της Θεσσαλίας, υπήρξαν οι διατάξεις που αφορούσαν την ιδιοκτησία της γης. Με το άρθρο 4 αναγνωρίζονταν οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και κατοχυρώνονταν τα δικαιώματα ιδιωτών και κοινοτήτων επί της ιδιοκτησίας τσιφλικιών, βοσκοτόπων, δασών κλπ. Με την ίδια διάταξη διασφαλίζονταν τα περιουσιακά στοιχεία των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (βακούφια), ενώ με το άρθρο 5, ο σουλτάνος μπορούσε να διαθέσει, κατά τη βούλησή του, τις «αυτοκρατορικές γαίες», των οποίων τα έσοδα καταβάλλονταν στο βασιλικό του ταμείο. Η πιο ουσιαστική όμως δέσμευση για το ελληνικό κράτος περιλαμβανόταν στο άρθρο 6, που δεν επέτρεπε την απαλλοτρίωση των μεγάλων τσιφλικιών της Θεσσαλίας, παρά μόνο με γενικό νόμο του κράτους που θα ίσχυε για ολόκληρη την επικράτεια. Ειδική παράγραφος που απαγόρευε τον εξαναγκασμό των μεγαλοκτηματιών να πωλούν ή να εκχωρούν κτήματά τους στους καλλιεργητές της γης ή σε τρίτους. Ακόμα απαγόρευε τη θέσπιση νέων διατάξεων που θα τροποποιούσαν το καθεστώς της θέσεως των κολλήγων στα τσιφλίκια.
     Με μια σειρά άλλες διατάξεις η Ελλάς αναλάμβανε την υποχρέωση να επαναφέρει την ισχύ της συνθήκης του 1856 για την καταδίωξη της ληστείας (άρθρο 12)· να καλύψει ένα μέρος του δημόσιου οθωμανικού χρέους με βάση τις προσόδους των εκχωρουμένων νέων επαρχιών (άρθρο 10)· να μην προβεί στον αφοπλισμό μεμονωμένα των μουσουλμάνων κατοίκων (άρθρο 11) και να χορηγήσει γενική αμνηστία (όπως και η Τουρκία) για πράξεις που είχαν διαπραχθεί υπέρ ή κατά της εκχωρήσεως της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (άρθρο 17). Τέλος ρυθμίζονταν θέματα ιθαγενείας (άρθρο 13), ενώ με ειδική προσθήκη στη συνθήκη καθοριζόταν η σταδιακή παράδοση των νέων επαρχιών στην Ελλάδα.
     Η κατάληψη των νέων εδαφών, με εξαίρεση ορισμένα μικροεπεισόδια, διεξήχθη ομαλά. Στις 23 Ιουνίου/5 Ιουλίου 1881, πρώτη η Άρτα υποδέχθηκε με ξέφρενο ενθουσιασμό τον ελληνικό στρατό. Διαδοχικά η κατάληψη όλων των επαρχιών ολοκληρώθηκε και στις 21 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου υψωνόταν η ελληνική σημαία στο Βόλο, την τελευταία πόλη που, βάσει της συμφωνίας, είχαν εκκενώσει από την προηγούμενη τα τουρκικά στρατεύματα. Καθώς ο βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος άρχιζαν την περιοδεία θριάμβου στις απελευθερωμένες πόλεις και στα χωριά της Θεσσαλίας, οι λαϊκοί πανηγυρισμοί που τους συνόδευαν αποτελούσαν ξέσπασμα χαράς για την ελευθερία ύστερα από τις αγωνίες, τις περιπέτειες και τις εναλλασσόμενες μεταπτώσεις μιας ολόκληρης πενταετίας. 
     Για τον Κουμουνδούρο ήταν η στιγμή της δίκαιης αναγνωρίσεως της προσφοράς του. Η κρίσιμη για τον Ελληνισμό περίοδος 1875-1881 φέρει ουσιαστικά τη σφραγίδα του. Κατηγορήθηκε ως όργανο ξένων συμφερόντων, προπηλακίσθηκε, είδε το σπίτι του να λιθοβολείται, τον τύπο να τον αποκαλεί προδότη και να αμφισβητεί την εντιμότητά του. Και ήταν τυχερός που δεν μπορούσε να διαβάσει όσα του καταμαρτυρούσαν στις εμπιστευτικές τους εκθέσεις οι ξένοι πρεσβευτές. Παρόλα αυτά, ο Μεσσήνιος πολιτικός, που είχε ξεκινήσει την πολιτική του καριέρα ως επαναστάτης στην Κρήτη, δεν κάμφθηκε. Πίσω από μια καλοπροαίρετη αγαθότητα στους τρόπους, έκρυβε μια εκπληκτική ευστροφία — που οι αντίπαλοί του ξένοι διπλωμάτες την αποκαλούσαν πανουργία — και μια σταθερή προσήλωση στον αγώνα για την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων, χωρίς ανεδαφικούς ρομαντισμούς. Η ευστροφία του, εμπλουτισμένη με την πείρα της ηλικίας, του επέτρεψε να ελιχθεί με επιτυχία, ακόμα και στις πιο απελπιστικές για τη χώρα του καταστάσεις, ώσπου στο τέλος ριψοκινδυνεύοντας το πολιτικό του μέλλον πέτυχε να πείσει το Γεώργιο να αποδεχθεί τις τελικές αποφάσεις των Δυνάμεων, που οδήγησαν στην προσάρτηση της Θεσσαλίας.
     Ένας μακρύς και αγχώδης διπλωματικός αγώνας που διεξήχθη με τεράστιες οικονομικές θυσίες του μικρού ελληνικού κράτους είχε αχθεί στο τέρμα του. Με την προσάρτηση των νέων επαρχιών, η έκταση του ελληνικού βασιλείου, 63.606 τ. χιλ., αυξανόταν κατά 13.395 τ. χιλ. Στον πληθυσμό των 1.679.470 (στατιστική 1879) προστέθηκαν 300.000 περίπου νέοι κάτοικοι, ώστε, μετά μία δεκαετία, η στατιστική του 1889 να εμφανίσει αύξηση μισού εκατομμυρίου περίπου κατοίκων (2.187.208).
     Η σημασία όμως της προσαρτήσεως της Θεσσαλίας και της επαρχίας Άρτας στο ελληνικό βασίλειο δεν μπορεί να αποτιμηθεί με αριθμούς μόνο. Πιο πολύ και από την προσάρτηση των εύφορων πεδιάδων της Θεσσαλίας και την απελευθέρωση 300.000 περίπου υπόδουλων Ελλήνων βάραινε το γεγονός ότι, για πρώτη φορά από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας προσαρτούνταν στο ελεύθερο τμήμα του Ελληνισμού.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών

Λατινικά Γ΄ Λυκείου: Κείμενο 20 (XX) [Συντακτικές μετατροπές]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Design Turnpike
 
Λατινικά Γ΄ Λυκείου: Κείμενο 20 (XX) [Συντακτικές μετατροπές]
 
Claudius quinquagesimo anno aetātis suae imperium cēpit mirabili quodam casu. Exclūsus ab insidiatōribus Caligulae, recesserat in diaetam, cui nomen est Hermaeum. Paulo post rumōre caedis exterritus prorepsit ad solarium proximum et inter vela praetenta foribus se abdidit. Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit. Hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur. Postero die Claudius imperātor factus est.
 
Συντακτικές μετατροπές
 
Μετατροπή ενεργητικής σύνταξης σε παθητική
 
Claudius quinquagesimo anno aetātis suae imperium cēpit mirabili quodam casu = Imperium quinquagesimo anno aetātis eius a Claudio captum est mirabili quodam casu.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος (imperium) μετατράπηκε σε υποκείμενο σε πτώση ονομαστική. Το ρήμα μεταφέρθηκε στον ίδιο χρόνο και έγκλιση της παθητικής φωνής (captum est), συμφωνώντας με το νέο υποκείμενο. Το αρχικό υποκείμενο (Claudius) μετατράπηκε σε ποιητικό αίτιο με την πρόθεση a/ab + αφαιρετική (a Claudio), καθώς πρόκειται για έμψυχο. Η αντωνυμία suae τράπηκε σε eius, ώστε να δηλωθεί κτήση χωρίς αυτοπάθεια.
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit = Pedes eius a discurrente milite animadversi sunt.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο (pedes) μετατράπηκε σε ονομαστική ως νέο υποκείμενο, διατηρώντας τον προσδιορισμό του (eius). Το ρήμα τράπηκε σε παθητικό (animadversi sunt). Το υποκείμενο (discurrens miles), μαζί με τον ομοιόπτωτο προσδιορισμό του (συνημμένη μετοχή), μεταφέρθηκε σε πτώση αφαιρετική ως ποιητικό αίτιο (a discurrente milite) (a discurrenti σε περίπτωση που η μετοχή εκληφθεί ως επιθετική).
 
[Miles] eum latentem adgnōvit = Is latens ab eo (ή a milite) adgnitus est.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο (eum) και η συνημμένη μετοχή που το προσδιορίζει (latentem) μεταφέρθηκαν σε πτώση ονομαστική (is latens). Το ρήμα μετατράπηκε σε παθητικό (adgnitus est) και το εννοούμενο υποκείμενο προστέθηκε ως ποιητικό αίτιο (ab eo).
 
[Miles] extractum imperatōrem eum salutāvit = Extractus is imperator ab eo (ή a milite) salutatus est.
Διευκρινίσεις: Επειδή το ρήμα συντάσσεται με δύο αιτιατικές (η μία αντικείμενο και η άλλη κατηγορούμενό του), μεταφέρθηκαν και οι δύο σε πτώση ονομαστική: το αντικείμενο (eum) ως υποκείμενο (is) και το κατηγορούμενο του αντικειμένου (imperatorem) ως κατηγορούμενο του υποκειμένου (imperator). Η μετοχή (extractum) ακολούθησε επίσης την ονομαστική. Το ρήμα έγινε παθητικό.
 
Hinc ad commilitōnes suos [miles] eum adduxit = Hinc ad commilitōnes eius is ab eo adductus est.
Διευκρινίσεις: Το αντικείμενο (eum) έγινε υποκείμενο (is), το ρήμα τράπηκε σε παθητικό (adductus est) και το υποκείμενο του ενεργητικού ρήματος έγινε ποιητικό αίτιο (ab eo). Η αντωνυμία suos τράπηκε σε eius, ώστε να δηλωθεί κτήση χωρίς αυτοπάθεια.
 
Μετατροπή παθητικής σύνταξης σε ενεργητική
 
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus = Hi in castra eum tristem et trepidum detulerunt.
Διευκρινίσεις: Το ποιητικό αίτιο (ab his) έγινε υποκείμενο του ενεργητικού ρήματος σε ονομαστική (Hi). Το ρήμα μεταφέρθηκε στην ενεργητική φωνή (detulerunt) συμφωνώντας με το νέο υποκείμενο. Το εννοούμενο υποκείμενο (is) μαζί με τους ομοιόπτωτους προσδιορισμούς του (tristis et trepidus) μεταφέρθηκαν στην πτώση του αντικειμένου, δηλαδή την αιτιατική (eum tristem et trepidum).
 
Postero die Claudius imperātor factus est = Postero die [milites] Claudium imperatōrem fecerunt.
Διευκρινίσεις: Στην παθητική αυτή πρόταση λείπει το ποιητικό αίτιο, το οποίο όμως εννοείται (a militibus). Αυτό μετατρέπεται σε υποκείμενο (milites) και το ρήμα σε ενεργητικό (fecerunt). Το υποκείμενο (Claudius) και το κατηγορούμενό του (imperator) γίνονται αντίστοιχα αντικείμενο και κατηγορούμενο του αντικειμένου σε αιτιατική πτώση (Claudium imperatorem).
 
Ανάλυση μετοχών σε δευτερεύουσες προτάσεις
 
Exclusus: Χρονική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν.
= postquam/ut Claudius exclusus est/erat
cum Claudius exclusus esset (ιστορικός-διηγηματικός cum)
 
exterritus: Aιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν.
= quod Claudius exterritus erat (αντικειμενική αιτιολογία)
quod Claudius exterritus esset (υποκειμενική αιτιολογία)
cum Claudius exterritus esset (αποτέλεσμα εσωτερικής λογικής διεργασίας)
 
discurrens: Χρονική Μετοχή, Ενεστώτα, που δηλώνει το σύγχρονο
=
dum discurrit (dum + Οριστική Ενεστώτα. Μια συνεχιζόμενη πράξη, στη διάρκεια της οποίας συμβαίνει μια άλλη.)
Cum miles discurreret (Ιστορικός διηγηματικός cum + Υποτ. Παρατατικού)
Miles, qui discurrebat [ανάλυση της μετοχής σε αναφορική πρόταση, εάν εκληφθεί ως επιθετική]
 
inter vela praetenta foribus se abdidit: Επιθετική μετοχή ως επιθετικός προσδιορισμός στο vela, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν
= inter vela, quae foribus praetenta erant, se abdidit.
Διευκρινίσεις: Η μετοχή praetenta είναι επιθετική. Οι επιθετικές μετοχές αναλύονται σε αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με την αντωνυμία qui, quae, quod στην ονομαστική πτώση, προσαρμοσμένη στο γένος και τον αριθμό του ουσιαστικού που προσδιορίζουν (εδώ quae, ουδέτερο πληθυντικού, για το vela), και εκφέρονται με οριστική έγκλιση. Η μετοχή παρακειμένου δηλώνει το προτερόχρονο. Δεδομένου ότι εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου (abdidit), το ρήμα της αναλυμένης πρότασης πρέπει να τεθεί σε υπερσυντέλικο.
 
extractum: Χρονική μετοχή, συνημμένη στο αντικείμενο του ρήματος, δηλώνει το προτερόχρονο στο παρελθόν
= postquam / ut miles extraxit (ή extraxerat) eum
cum miles extraxisset eum
Διευκρινίσεις: Ως χρονική μετοχή παρακειμένου, δηλώνει προτερόχρονο. Επειδή εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου (salutavit), μπορεί να αναλυθεί είτε με τους συνδέσμους postquam / ut και οριστική παρακειμένου (ή υπερσυντελίκου), είτε με τον ιστορικό cum και υποτακτική υπερσυντελίκου. Η θεωρία τονίζει πως, παρά το ότι γενικά διατηρούμε τη φωνή του ρήματος, σε αυτήν τη συγκεκριμένη συνημμένη μετοχή θεωρείται πιο σωστό να τραπεί η παθητική σύνταξη σε ενεργητική, προσθέτοντας το υποκείμενο της πράξης (miles).
Αν, ωστόσο, δεν γίνει η μετατροπή της σύνταξης σε ενεργητική, αποδεκτές είναι και ακόλουθες επιλογές: postquam/ut is extractus est/erat
cum is extractus esset
 
dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur: Αιτιολογική μετοχή (λόγω του ρ. ψυχικού πάθους miseratur) υποκειμενικής αιτιολογίας (λόγω του quasi), συνημμένη στο αντικείμενο του ρήματος, δηλώνει το υστερόχρονο στο παρελθόν.
= dum obvia turba eum miseratur, quod is moriturus esset.
Διευκρινίσεις: Χαρακτηρίζεται ως μετοχή υποκειμενικής αιτιολογίας και αναλύεται με τον αιτιολογικό σύνδεσμο quod. Επειδή πρόκειται για υποκειμενική αιτιολογία, η πρόταση εκφέρεται με υποτακτική έγκλιση. Καθώς η μετοχή είναι μέλλοντα (υστερόχρονο) και εντάσσεται σε περιβάλλον ιστορικού χρόνου, το ρήμα της πρότασης τίθεται σε υποτακτική παρατατικού της ενεργητικής περιφραστικής συζυγίας (moriturus esset) και το υποκείμενο (is) δεν πρέπει να παραλειφθεί.
 
Μετατροπή ευθέος λόγου σε πλάγιο
 
Claudius quinquagesimo anno aetātis suae imperium cēpit mirabili quodam casu. = Scriptor dicit Claudium quinquagesimo anno aetātis suae imperium cepisse mirabili quodam casu.
Διευκρινίσεις: Οι κύριες προτάσεις κρίσεως που εκφέρονται με Οριστική τρέπονται στον πλάγιο λόγο σε ειδικό απαρέμφατο.
- Η Οριστική Παρακειμένου του ευθέος λόγου (cēpit) μετατρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (cepisse).
- Το υποκείμενο του ειδικού απαρεμφάτου τίθεται αναγκαστικά σε πτώση αιτιατική (Claudius = Claudium).
 
Exclūsus ab insidiatōribus Caligulae, recesserat in diaetam, cui nomen est Hermaeum. = Scriptor dicit eum, exclusum ab insidiatōribus Caligulae, in diaetam recessisse, cui nomen sit Hermaeum.
Διευκρινίσεις:
- Η Οριστική Υπερσυντελίκου της κύριας πρότασης (recesserat) μετατρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (recessisse).
- Το εννοούμενο υποκείμενο της κύριας πρότασης (is) και ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός του (η συνημμένη μετοχή exclusus) μπαίνουν σε αιτιατική πτώση (eum, exclusum).
- Οι δευτερεύουσες προτάσεις που εκφέρονται με Οριστική (est), στον πλάγιο λόγο τρέπονται σε Υποτακτική. Επειδή το ρήμα εξάρτησης είναι αρκτικού χρόνου (dicit), η Οριστική Ενεστώτα της αναφορικής πρότασης γίνεται Υποτακτική Ενεστώτα (sit) διατηρώντας τη χρονική βαθμίδα του σύγχρονου.
 
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur. = Scriptor dixit eum ab his in castra delatum esse tristem et trepidum, dum obvia turba quasi moritūrum eum misereretur.
Διευκρινίσεις:
- Η Οριστική Παρακειμένου (delātus est) τρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (delatum esse).
- Το εννοούμενο υποκείμενο και οι επιρρηματικοί προσδιορισμοί του τρόπου (τα επίθετα tristis et trepidus) τίθενται σε αιτιατική (eum... tristem et trepidum).
- Η δευτερεύουσα πρόταση (χρονική με το dum), επειδή πλέον βρίσκεται σε πλάγιο λόγο, πρέπει να τραπεί από Οριστική σε Υποτακτική. Επειδή το ρήμα εξάρτησης είναι ιστορικού χρόνου (dixit), η Οριστική Ενεστώτα (miserātur) μετατρέπεται σε Υποτακτική Παρατατικού (misereretur), σύμφωνα με τους κανόνες της ακολουθίας των χρόνων.
 
Paulo post rumōre caedis exterritus prorepsit ad solarium proximum et inter vela praetenta foribus se abdidit. = Scriptor dicit eum paulo post rumōre caedis exterritum prorepsisse ad solarium proximum et inter vela praetenta foribus se abdidisse.
Διευκρινίσεις:
- Οι δύο κύριες προτάσεις κρίσεως εκφέρονται με Οριστική και τρέπονται σε ειδικά απαρέμφατα.
- Τα ρήματα prorepsit και abdidit που βρίσκονται σε Οριστική Παρακειμένου μετατρέπονται στα αντίστοιχα ειδικά απαρέμφατα Παρακειμένου (prorepsisse, abdidisse).
- Το εννοούμενο υποκείμενο της πρότασης (is = ο Κλαύδιος) πρέπει να τεθεί σε πτώση αιτιατική (eum).
- Ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός του υποκειμένου, δηλαδή η συνημμένη μετοχή exterritus (ονομαστική ενικού), ακολουθεί το υποκείμενο και τίθεται επίσης σε αιτιατική (exterritum).
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit. = Scriptor dicit discurrentem militem pedes eius animadvertisse; eum latentem adgnovisse; extractum imperatōrem eum salutavisse.
Διευκρινίσεις:
- Και οι τρεις κύριες προτάσεις κρίσεως τρέπονται σε ειδικά απαρέμφατα.
- Τα ρήματα animadvertit, adgnōvit, salutāvit (Οριστική Παρακειμένου) τρέπονται σε απαρέμφατα Παρακειμένου (animadvertisse, adgnovisse, salutavisse).
- Το υποκείμενο της πρώτης πρότασης Discurrens miles (ονομαστική) τρέπεται υποχρεωτικά σε αιτιατική (discurrentem militem). Στις επόμενες δύο προτάσεις το υποκείμενο εννοείται, αλλά λογίζεται στην ίδια πτώση (αιτιατική).
- Τα αντικείμενα και οι προσδιορισμοί που βρίσκονταν ήδη σε αιτιατική (pedes eius, eum latentem, extractum imperatōrem eum) παραμένουν αμετάβλητα.
 
Hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. = Scriptor dicit eum hinc ad commilitōnes suos eum adduxisse. (Σημείωση: το πρώτο eum είναι το υποκείμενο-στρατιώτης, το δεύτερο το αντικείμενο-Κλαύδιος)
Διευκρινίσεις: Το ρήμα της κύριας πρότασης κρίσεως adduxit (Οριστική Παρακειμένου) μετατρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (adduxisse). Το εννοούμενο υποκείμενο του στρατιώτη (is) τίθεται σε αιτιατική (eum ή militem για μεγαλύτερη σαφήνεια).
 
Postero die Claudius imperātor factus est. = Scriptor dicit postero die Claudium imperatorem factum esse.
Διευκρινίσεις:
- Η κύρια πρόταση κρίσεως τρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο. Το ρήμα factus est (Οριστική Παρακειμένου) τρέπεται στο παθητικό ειδικό απαρέμφατο Παρακειμένου (factum esse).
- Το υποκείμενο Claudius τρέπεται σε αιτιατική (Claudium).
- Το κατηγορούμενο του υποκειμένου imperātor (ονομαστική) τρέπεται και αυτό, ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός, σε αιτιατική (imperatorem) ώστε να συμφωνεί με το υποκείμενο.
- Ο χρονικός προσδιορισμός postero die παραμένει αμετάβλητος (βάσει της θεωρίας, το χρονικό επίρρημα cras του ευθέος τρέπεται σε postero die στον πλάγιο, επομένως το ήδη υπάρχον postero die διατηρείται ως έχει).
 
Σύμπτυξη προτάσεων σε μετοχές
 
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moritūrum eum miserātur. =
Ab his in castra delātus est tristis et trepidus, obviā turbā quasi moritūrum eum miserante.
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα της πρότασης, miserātur (αποθετικό ρήμα), βρίσκεται σε χρόνο Ενεστώτα. Σύμφωνα με τη θεωρία, ο ενεστώτας αποθετικού ρήματος δηλώνει ταυτόχρονη πράξη και μετατρέπεται σε μετοχή ενεργητικού ενεστώτα (miserans, miserantis).
- Βρίσκουμε το υποκείμενο του ρήματος που θα αποτελέσει το υποκείμενο της μετοχής, το οποίο είναι η λέξη turba. Ελέγχουμε αν το turba αποτελεί όρο της πρότασης στην οποία θα ενταχθεί η μετοχή. Επειδή στην κύρια πρόταση το υποκείμενο είναι ο Κλαύδιος (εννοείται) και η turba δεν αποτελεί κάποιον όρο της, η μετοχή και το υποκείμενό της δεν μπορούν να είναι συνημμένα, αλλά θα γίνουν απόλυτα σε πτώση αφαιρετική (αφαιρετική απόλυτη).
- Ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός obvia ακολουθεί την πτώση του υποκειμένου (στην αφαιρετική). Το αντικείμενο eum και οι υπόλοιποι προσδιορισμοί (quasi moriturum) παραμένουν ως έχουν.
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; = Discurrens miles, pedibus eius animadversis, eum latentem adgnōvit.
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα animadvertit βρίσκεται σε χρόνο ενεργητικό παρακείμενο. Επειδή στην ενεργητική φωνή δεν υπάρχει μετοχή για το προτερόχρονο, η θεωρία υπαγορεύει να τρέψουμε τη σύνταξη σε παθητική, δηλαδή σε μετοχή παθητικού παρακειμένου (animadversus, -a, -um).
- Το άμεσο αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος, το οποίο είναι η λέξη pedes, θα αποτελέσει το υποκείμενο της παθητικής μετοχής. Επειδή η λέξη pedes δεν αποτελεί όρο της επόμενης πρότασης (eum latentem adgnōvit), δημιουργούμε αφαιρετική απόλυτη μετοχή παθητικού παρακειμένου και βάζουμε το υποκείμενο στην ίδια πτώση (αφαιρετική: pedibus... animadversis).
- Το αρχικό υποκείμενο της ενεργητικής πρότασης (Discurrens miles) δεν μετατρέπεται σε ποιητικό αίτιο, διότι αποτελεί το (εννοούμενο) υποκείμενο της πρότασης στην οποία ενσωματώνεται η μετοχική φράση.
 
eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit.
= Discurrens miles… eum latentem adgnitum, extractum imperatōrem salutāvit.
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα adgnōvit είναι σε ενεργητικό παρακείμενο. Όπως και πριν, τρέπουμε τη σύνταξη σε παθητική δημιουργώντας μετοχή παθητικού παρακειμένου (adgnitus, -a, -um).
- Βρίσκουμε το άμεσο αντικείμενο της πρότασης που θα συμπτυχθεί, το οποίο είναι η λέξη eum (ο Κλαύδιος), και το οποίο θα αποτελέσει το υποκείμενο της παθητικής μετοχής. Στη συνέχεια, εξετάζουμε αν το eum αποτελεί όρο της πρότασης μέσα στην οποία θα ενταχθεί (στην "extractum imperatōrem eum salutāvit"). Καθώς το eum υπάρχει ως άμεσο αντικείμενο στη δεύτερη πρόταση, η μετοχή παθητικού παρακειμένου που θα δημιουργηθεί θα γίνει συνημμένη στην πτώση αυτή (αιτιατική: adgnitum).
 
Μετατροπή κύριας πρότασης σε χρονική
 
Discurrens miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnōvit; = Cum discurrens miles pedes eius animadvertisset, eum latentem adgnōvit. (ιστορικός-διηγηματικός cum).
Διευκρινίσεις: Σύμφωνα με τη θεωρία, στις διηγήσεις του παρελθόντος χρησιμοποιείται πολύ συχνά ο ιστορικός ή διηγηματικός cum, ο οποίος εκφέρεται με Υποτακτική, καθώς «υπογραμμίζει τη βαθύτερη σχέση της δευτερεύουσας με την κύρια πρόταση» και «δημιουργεί μια σχέση αιτίου και αιτιατού ανάμεσά τους» (τον αναγνώρισε επειδή / ως αποτέλεσμα του ότι είδε τα πόδια του). Επειδή η πράξη της χρονικής πρότασης (παρατήρησε) είναι προτερόχρονη της κύριας (αναγνώρισε) στο παρελθόν, χρησιμοποιούμε Υποτακτική Υπερσυντελίκου (animadvertisset).
 
eum latentem adgnōvit; extractum imperatōrem eum salutāvit. = Postquam (ή ubi / ut) eum latentem adgnōvit, extractum imperatōrem eum salutāvit. (καθαρά χρονική σχέση)
Διευκρινίσεις: Σύμφωνα με τη θεωρία, όταν θέλουμε να εκφράσουμε «κάτι το προτερόχρονο» και η πράξη μας ενδιαφέρει «καθαρά από χρονική άποψη» (μόνο το χρόνο και τίποτα άλλο), χρησιμοποιούμε τους συνδέσμους postquam, ubi, ut κ.λπ. Η έγκλιση με την οποία εκφέρονται είναι η Οριστική, και μάλιστα για γεγονότα του παρελθόντος είναι συνήθως η Οριστική του Παρακειμένου. Έτσι, το ρήμα adgnōvit διατηρείται ως έχει στην Οριστική Παρακειμένου.
 
inter vela praetenta foribus se abdidit. Discurrens miles pedes eius animadvertit; = (Vix) inter vela praetenta foribus se abdiderat, cum repente discurrens miles pedes eius animadvertit. (αντίστροφος cum)
Διευκρινίσεις: Σύμφωνα με τη θεωρία, ο cum με Οριστική Παρακειμένου, συχνά μαζί με το επίρρημα repente, δηλώνει αιφνίδιο γεγονός (αντίστροφος cum), και το κύριο νόημα βρίσκεται στη δευτερεύουσα πρόταση (που σε σχέση με την κύρια δηλώνει το υστερόχρονο στο παρελθόν). Για να εφαρμοστεί σωστά αυτή η δομή με βάση τους κανόνες, το ρήμα της νέας «κύριας» πρότασης πρέπει να τεθεί σε Οριστική Υπερσυντελίκου (abdiderat αντί για abdidit) και μπορούμε να προσθέσουμε το μόριο vix (μόλις), ενώ η χρονική πρόταση εισάγεται με το cum (repente) και διατηρεί την Οριστική Παρακειμένου (animadvertit).
 
extractum imperatōrem eum salutāvit. Hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. = Cum miles extractum imperatōrem eum salutavisset, hinc ad commilitōnes suos eum adduxit. (ιστορικός-διηγηματικός cum)
Διευκρινίσεις: Ο ιστορικός/διηγηματικός cum χρησιμοποιείται στις διηγήσεις του παρελθόντος για να υπογραμμίσει τη βαθύτερη σχέση μεταξύ δύο γεγονότων (σχέση αιτίου και αιτιατού). Ο στρατιώτης τον οδηγεί στους άλλους ως αποτέλεσμα της αναγνώρισης και της αναγόρευσής του. Σύμφωνα με τον κανόνα, ο ιστορικός cum εκφέρεται υποχρεωτικά με Υποτακτική έγκλιση. Καθώς η πράξη του χαιρετισμού είναι προτερόχρονη της επόμενης πράξης στο παρελθόν, το ρήμα πρέπει να τεθεί σε Υποτακτική Υπερσυντελίκου (salutavisset).
 
Ανάλυση ομοιόπτωτων προσδιορισμών σε προτάσεις
 
imperium cēpit mirabili quodam casu. = imperium cēpit casu quodam, qui mirabilis erat.
Διευκρινίσεις: Το ουσιαστικό που προσδιορίζεται (casu) είναι αρσενικού γένους και ενικού αριθμού, επομένως η αναφορική αντωνυμία τίθεται στην ονομαστική του ιδίου γένους και αριθμού (qui). Ο επιθετικός προσδιορισμός μετατρέπεται σε ονομαστική πτώση (mirabilis) για να λειτουργήσει ως κατηγορούμενο. Το ρήμα της κύριας πρότασης (cepit) είναι ιστορικού χρόνου (Παρακείμενος), οπότε το ρήμα sum τίθεται σε χρόνο Παρατατικό (erat).
 
prorepsit ad solarium proximum... = prorepsit ad solarium, quod proximum erat...
Διευκρινίσεις: Το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό (solarium) είναι ουδέτερο ενικού, άρα η αναφορική αντωνυμία πρέπει να είναι quod. Το επίθετο τίθεται σε ονομαστική ουδετέρου (proximum) ως κατηγορούμενο. Επειδή το ρήμα εξάρτησης (prorepsit) είναι ιστορικού χρόνου (Παρακείμενος), το βοηθητικό ρήμα sum μπαίνει σε Παρατατικό (erat).

Πελοποννησιακός Πόλεμος: Τι προηγήθηκε και η πρώτη του φάση (431-421 π.Χ.)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Πελοποννησιακός Πόλεμος: Τι προηγήθηκε και η πρώτη του φάση (431-421 π.Χ.)
 
     Στην ιστορία του ο Θουκυδίδης αντικρούει την άποψη ότι ο Περικλής επροκάλεσε τον Πελοποννησιακό πόλεμο, για να παρακάμψει ορισμένες δυσκολίες στην εσωτερική πολιτική. Πολύ ορθά ο σπουδαίος ιστορικός αναζητεί τα βαθύτερα αίτια, τα οποία για πρώτη φορά διαχωρίζει αυτός από τις εξωτερικές αφορμές, στο ιστορικό γεγονός του ανταγωνισμού Σπάρτης και Αθήνας και στην αντίθεση των εσωπολιτειακών θέσεων που αντιπροσωπεύονταν από τις δύο ηγεμονίδες του Ελληνισμού δυνάμεις. Η σύγχρονη έρευνα ακολουθεί στην πλειονότητά της την γνώμη του Θουκυδίδη, εκτός από τον Κ. J. Beloch, που προσπάθησε να υποστηρίξει και να επιβάλει την άποψη που απορρίπτει ο αρχαίος ιστορικός: τούτη αντιπροσωπεύεται κυρίως από την κωμωδία. Η πορεία των γεγονότων όμως μέχρι την έναρξη φανερών εχθροπραξιών κατά την άνοιξη του 431 αποτελεί αποστομωτική απόδειξη για την ορθότητα της γνώμης του Θουκυδίδη. Γιατί ένα πράγμα είναι βέβαιο: Ο Περικλής δεν επιδίωξε τον πόλεμο, αλλά και δεν τον απέφυγε βέβαια, όταν πια τούτος φαινόταν αναπόφευκτος και τα γεγονότα δεν άφηναν περιθώρια άλλης εκλογής στον Αθηναίο πολιτικό, που ήθελε να προλάβει μιαν άσκοπη και σοβαρή ταπείνωση της πόλεώς του.
     Η φλόγα του φοβερού πολέμου άναψε με την σύγκρουση των εμπορικών συμφερόντων της Κορίνθου και της Αθήνας. Η βασιλίς των γύρω από τον Ισθμό πόλεων, στηριζομένη στις εκτεταμένες αποικιακές της κτήσεις, που απλώνονταν στα νησιά και στα παράλια του Ιονίου πελάγους και βρίσκονταν σε άμεση πολιτική και οικονομική εξάρτηση από αυτήν, είχε κατά τον 6ο αιώνα υπό τον απεριόριστο σχεδόν έλεγχό της όλες τις επικοινωνίες μεταξύ της Ελλάδος και της Δύσεως. Εξουσιάζοντας την πλούσια Κέρκυρα διέθετε ένα πολύ σπουδαίο σταθμό, από τον οποίο το κορινθιακό - κερκυραϊκό εμπόριο εισέδυε σ’ ολόκληρη την Δύση — στην Σικελία, στην κάτω Ιταλία και στην υπόλοιπη χερσόνησο των Απεννίνων. Σαν σοβαρός ανταγωνιστής της Κορίνθου εμφανίζεται για πρώτη φορά η Αθήνα μετά τα Περσικά, όταν άρχισε να στρέφει την δραστηριότητά της και προς τον δυτικό κόσμο· μάρτυρες της αθηναϊκής δράσεως εδώ είναι τα αττικά αγγεία που βρίσκομε στην Ιταλία, οι συνθήκες που έκανε η Δημοκρατία με διάφορες πόλεις του δυτικού Ελληνισμού και η ίδρυση των Θουρίων. Η ασύγκριτα επίκαιρη θέση της Κορίνθου πάνω σε δύο θάλασσες θα μπορούσε να την είχε βοηθήσει, ώστε να αναπτύξει ενεργό συμμετοχή και στο ανατολικό εμπόριο, αν βέβαια δεν περιοριζόταν η δράση της προς την κατεύθυνση τούτη από τον σκληρό ανταγωνισμό των Μεγάρων και της Αίγινας. Η απότομη άνοδος των Αθηναίων ανάγκασε την Κόρινθο κατά την Πεντηκονταετία να ακολουθήσει νέα πολιτική: Κατά τον λεγόμενο πρώτο Πελοποννησιακό πόλεμο πήγε τούτη με το μέρος των αντιπάλων της Αττικής προσφέροντας στους Αιγινήτες, που ήσαν οι πιο αδύναμοι, την αμέριστη βοήθειά της. Η Αθήνα απήντησε τότε με την συμμαχία της με την Αχαΐα και προ πάντων με την παγίωση της δυνάμεώς της στην Ναύπακτο, το «αθηναϊκό Γιβραλτάρ» στον Κορινθιακό κόλπο. Με τις ενέργειες τούτες ο Περικλής έβαλε το μαχαίρι στον λαιμό της κορινθιακής μητροπόλεως: Για ν’ αποφύγει την ολοκληρωτική καταστροφή, ήταν τώρα υποχρεωμένη η άλλοτε αγέρωχη βασίλισσα του Ιονίου πελάγους να τα παίξει όλα για όλα, για ν’ απελευθερωθεί από τον θανάσιμο εναγκαλισμό.
     Η Σπάρτη, αντίθετα από την Κόρινθο που απειλούνταν τα ζωτικά συμφέροντά της, δεν έδειχνε μεγάλη διάθεση για τον πόλεμο. Η αδιάκοπη μείωση του πληθυσμού της, το φάσμα του φόβου για καινούριες επαναστάσεις των ειλώτων, οι περιορισμένοι οικονομικοί της πόροι και η αδράνεια της παραγωγής της, η χαλαρότης τέλος του οργανισμού της Πελοποννησιακής συμμαχίας, σε σύγκριση προς την συμπαγή ενότητα της Αθηναϊκής ναυτικής ηγεμονίας, παρέλυαν κάθε πρωτοβουλία σ’ αυτήν. Η Σπάρτη δεν διάλεξε την λύση του πολέμου, υποχρεώθηκε να την ακολουθήσει από την Κόρινθο και τους συμμάχους της.
     Περί τα μέσα των τριακοστών χρόνων, όταν πια η πολεμική αναταραχή από την επανάσταση της Σάμου είχε καταπαυθεί, άρχισαν να μαζεύονται βαριά σύννεφα καινούριας καταιγίδος πάνω από το Ιόνιο πέλαγος: Η εχθρότης της Κορίνθου με την αποικία της Κέρκυρα κατέληξε σε κανονικό πόλεμο, κατά τον οποίο διακυβεύθηκε η κυριαρχία στην δυτική θάλασσα. Εσωτερικές διενέξεις στην κερκυραϊκή αποικία Επίδαμνο (το νεώτερο Durazzo) μεταξύ της ολιγαρχικής και της δημοκρατικής παρατάξεως επροκάλεσαν την ανάμειξη και των δύο δυνάμεων. Οι Κορίνθιοι, που απέρριψαν προηγηθείσα πρόταση των Κερκυραίων για διαιτησία, υπέστησαν κατά την ναυμαχία της Λευκίμμης (του ακρωτηρίου που βρίσκεται στη νότια άκρα της Κερκύρας) ολέθρια ήττα: η Επίδαμνος παραδόθηκε στους Κερκυραίους και η κορινθιακή φρουρά της πόλεως αιχμαλωτίσθηκε (435). Ενώ η Κόρινθος εν συνεχεία εξωπλιζόταν πυρετωδώς, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη της Λευκάδος και της Αμβρακίας, η Κέρκυρα ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα και επέτυχε την σύναψη μιας αμυντικής συμμαχίας («επιμαχία»), αφού προηγουμένως όμως διακυμάνθηκε επί πολύ η γνώμη του αττικού δήμου στην εκκλησία, μέχρι να πάρει τούτος την σχετική απόφαση. Το καλοκαίρι του 433 βρέθηκαν αντιμέτωπες 150 κορινθιακές και 110 κερκυραϊκές τριήρεις κοντά στα Σύβοτα (τις νησίδες που εκτείνονται στον πορθμό μεταξύ Κερκύρας και της ηπειρωτικής παραλίας). Η επίθεση μιας μοίρας του αθηναϊκού στόλου, που είχε σταλεί σαν επικουρία και παρέμεινε αρχικά θεατής του αγώνος περιμένοντας να δη την έκβασή του, εμπόδισε τους Κορινθίους να ολοκληρώσουν την νίκη που απέσπασαν κατά την πρώτη φάση της συγκρούσεως.
     Επίσης και στην Χαλκιδική, στην Ποτείδαια, συγκρούσθηκαν τα αθηναϊκά και τα κορινθιακά συμφέροντα. Η Ποτείδαια είχεν ιδρυθεί σαν αποικία της Κορίνθου από τον Περίανδρο και είχε αποδειχθεί απόρθητο οχυρό της ελληνικής ελευθερίας στον Βορρά. Ήταν μέλος της Δηλιακής - Αθηναϊκής ναυτικής συμμαχίας, χωρίς όμως να διακόψει τους δεσμούς της με την μητρόπολη, που έστελνε κάθε χρόνο στην Ποτείδαια τους ανώτατους άρχοντες («επιδημιουργοί»). Όταν η σύγκρουση με την Κέρκυρα βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, το καλοκαίρι του 433, επρόβαλε ο Περικλής στην Ποτείδαια την παράλογη απαίτηση να διώξει τους Κορινθίους επιδημιουργούς και να κατεδαφίσει το νότιο τείχος που είχε οικοδομηθεί εγκαρσίως προς την χερσόνησο της Παλλήνης. Εκείνη τότε, στηριζομένη στην συμμαχία της με τον Μακεδόνα βασιλέα Περδίκκα Β΄, απήντησε στην αθηναϊκή πρόκληση με άμεση αποστασία από την Ηγεμονία (κατά τον Μάιο του 432 περίπου), ακολουθήθηκε δε στην ενέργειά της τούτη από τους Βοττιαίους και τους κατοίκους της Χαλκιδικής. Η όλη διένεξη έφθασε στο μέγιστο αποκορύφωμά της με το «Μεγαρικό Ψήφισμα», με το οποίο ο Περικλής απέκλεισε από όλα τα λιμάνια της Ηγεμονίας τους Μεγαρείς, που ήσαν σύμμαχοι της Κορίνθου και ανταγωνιστές των Αθηνών, και κατάφερε ένα θανάσιμο πλήγμα στο εμπόριό τους (432). Οι σύγχρονοι θεώρησαν το ψήφισμα τούτο — ο Περικλής το εδικαιολόγησε προβάλλοντας ασήμαντα επεισόδια, από αυτά που σημειώνονται παντού και πάντοτε κατά τις περιόδους κρίσεως — ως την κατ’ εξοχήν αιτία του πολέμου, αδικαιολόγητα όμως. Γιατί το μεγαρικό ψήφισμα αποτελεί ουσιαστικά την έκφραση μιας μόνο από τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους Αθηναίους και στους Πελοποννησίους. Έτσι ακριβώς το παρουσιάζει και ο Θουκυδίδης (Ι 67). Υπό την πίεση των Μεγάρων διατυπώθηκε η κατηγορία πρώτα από την σπαρτιατική Απέλλα και ύστερα από την συνέλευση της Πελοποννησιακής συμμαχίας, ότι παραβιάσθηκε η τριακονταετής ειρήνη από τους Αθηναίους. Ο πόλεμος είχε γίνει αναπόφευκτος.
     Κατά τον χειμώνα του 432/1 έγιναν διάφορες φαινομενικές διαπραγματεύσεις. Και οι δύο παρατάξεις, προ πάντων όμως η Σπάρτη, προσπάθησαν διά της διπλωματικής οδού να εξασφαλίσουν μιαν ευνοϊκή θέση για την έναρξη του πολέμου και να πείσουν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα ότι το δίκαιο ήταν με το μέρος τους. Αυτό δε το επέτυχαν στην εντέλεια οι Λακεδαιμόνιοι αντίθετα από τους Αθηναίους αντιπάλους των. Όταν τελικά η Σπάρτη απαίτησε από την Αθήνα την εξορία των επικατάρατων Αλκμαιωνιδών, δηλαδή του Περικλέους, και την αποκατάσταση της αυτονομίας των συμμάχων της, είχε πλέον με την ενέργεια τούτη προχωρήσει στο στάδιο της προπαγανδιστικής προετοιμασίας του πολέμου. Σαν βασικό τους σύνθημα επρόβαλλαν την αυτονομία για τους Έλληνες με την βεβαιότητα ότι τούτο δεν θα έμενε χωρίς απήχηση μεταξύ των μελών της Αθηναϊκής συμμαχίας. Ο Περικλής όμως στάθηκε άκαμπτος εμπρός στις πελοποννησιακές απαιτήσεις. Όταν δε οι αντίπαλοι απέρριψαν την προσφυγή σε διαιτησία, που επρότεινε ο Αθηναίος πολιτικός επί τη βάσει της συνθήκης για την ειρήνη του 446/5 π.Χ., έγινε φανερό σε όλο τον κόσμο ποιος ήθελε τον πόλεμο: Η Κόρινθος και οι σύμμαχοί της ήσαν εκείνοι που παρέσυραν την Σπάρτη απειλώντας την ότι θα μπορούσαν και από αλλού να βρουν βοήθεια· και υπονοούσαν μ’ αυτό το Άργος, που δεν ανήκε στην Πελοποννησιακή συμμαχία.
 
Ο Αρχιδάμειος πόλεμος (431-421 π.Χ.)
     Οι αντίπαλοι, που επήραν μέρος στον ένοπλο αγώνα, ήσαν εντελώς διάφοροι ως προς την εσώτερη δομή της δυνάμεώς τους και ως προς τα πολεμικά τους μέσα. Η Αθήνα, αναμφισβήτητα η πιο μεγάλη ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο, είχε στην διάθεσή της τους πλούσιους πόρους και τα εφόδια που αντλούσε από ολόκληρη την ηγεμονία της και ασκούσε επιρροή σε πολύ σημαντικές πόλεις που ήσαν σύμμαχοί της, όπως η Ζάκυνθος και η Κέρκυρα στο Ιόνιο πέλαγος, η Σεγέστη, οι Λεοντίνοι, το Ρήγιον στην Δύση — στην Σικελία και στην Κάτω Ιταλία· εξ άλλου στην κεντρική Ελλάδα οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου, οι Ακαρνάνες, οι Αμφιλοχείς και προ πάντων οι Θεσσαλοί ανήκαν επίσης στην αθηναϊκή παράταξη. Κατά ξηράν όμως η πόλη φαινόταν περικυκλωμένη παντού από εχθρούς: Τα Μέγαρα, η Κόρινθος, οι Βοιωτοί δεν περίμεναν παρά μια κατάλληλη στιγμή για να πλήξουν τον μισητό τους γείτονα. Στην Πελοπόννησο έμειναν ουδέτερες μόνο το Άργος και η Αχαΐα, ενώ όλα τα υπόλοιπα κράτη είχαν εντάξει τις δυνάμεις τους στον πελοποννησιακό συμμαχικό στρατό, ο οποίος ενισχυόταν ακόμη και από τα σώματα των Φωκέων και των ανατολικών Λοκρών. Έτσι κατά τον πόλεμο τούτον χωρίσθηκε ολόκληρος σχεδόν ο ελληνικός κόσμος, από την Ιωνία μέχρι την Σικελία, σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα.
     Στον πεζικό στρατό της Πελοποννησιακής συμμαχίας, που έφθανε τους 40.000 άνδρες, η αθηναϊκή δημοκρατία μπορούσε να αντιπαρατάξει περίπου 13.000 οπλίτες και συμπληρωματικά 1200 ιππείς, ακόμη δε 1600 τοξότες, οι οποίοι όμως δεν είχαν σπουδαία μαχητική αξία. Το σώμα της αττικής «πολιτοφυλακής», αποτελούμενο από 16.000 άνδρες, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για αμυντικούς σκοπούς και σαν φρουρά. Στην θάλασσα όμως η κατάσταση διαγραφόταν εντελώς διαφορετική. Ο κραταιός αττικός στόλος, που αριθμούσε 300 τριήρεις και ενισχυόταν επίσης από τις πολεμικές μοίρες της Χίου, της Λέσβου και της Κερκύρας, δεν είχε όμοιό του στην Μεσόγειο. Πληρώματα υπήρχαν άφθονα και αποτελούνταν από τους θήτες, τους μετοίκους και τους δούλους της Αθήνας, όπως επίσης και από άνδρες των συμμαχίδων πόλεων. Ενώ η Πελοποννησιακή συμμαχία δεν είχε στην διάθεσή της διόλου οικονομικά αποθέματα, δεν υπήρχε ούτε καν πολεμικό ταμείο και οι σύμμαχοι ήσαν υποχρεωμένοι να συνεισφέρουν χρήματα και εφόδια, η Αθήνα διέθετε άφθονα κεφάλαια που είχαν σχηματισθεί από τον τρέχοντα συμμαχικό φόρο και από την καθιερωθείσα με την πρόταση του Καλλία αποταμίευση· τούτα αποτελούσαν μια πάγια οικονομική βάση, έστω και αν το δημόσιο ταμείο της Αττικής είχεν υποστεί θανάσιμες αφαιμάξεις λόγω των μεγάλων δαπανών για τα περίκλεια οικοδομήματα.
     Το πολεμικό σχέδιο του Περικλέους στηρίχθηκε στην διαφορά που είχαν οι δύο αντίπαλοι ως προς το μαχητικό δυναμικό τους κατά ξηράν και θάλασσα. Θυσιάζοντας την πεδινή χώρα της Αττικής — έπρεπε μόνο να κρατηθούν τα οχυρά που βρίσκονταν προς τα βοιωτικά σύνορα — επρόβλεπε την συγκέντρωση ολοκλήρου του αττικού πληθυσμού στον χώρο που εκτεινόταν ανάμεσα στα σκέλη των Μακρών τειχών. Η πολιορκία του τεραστίου, διδύμου οχυρού που σχηματιζόταν από την Αθήνα και τον Πειραιά θα έμενε στην ουσία χωρίς κανένα απολύτως θετικό αποτέλεσμα, όσο καιρό η αθηναϊκή σημαία θα κυμάτιζε κυρίαρχη στην θάλασσα. Σε αντιπερισπασμό οργανώθηκαν αποβάσεις του αττικού στρατού στα παράλια των Πελοποννησίων. Συνειδητά το πολεμικό σχέδιο του Περικλέους δεν επεδίωξεν εντυπωσιακές εξωτερικές επιτυχίες· γι’ αυτόν δε τον λόγο η εκτέλεσή του θα έβαζε το ηθικό και την πειθαρχία, ιδιαίτερα των αμάχων, σε μεγάλη δοκιμασία. Και φυσικά ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα μπορούσε κατά κανένα τρόπο να προέλθει από έναν πολιτικό και στρατηγό που διάλεξε εκούσια τον πόλεμο, για να εξασφαλίσει μ’ αυτόν εύκολες δάφνες.
     Ο πόλεμος άρχισε την άνοιξη του 431 με μια ξαφνική επίθεση των Θηβαίων κατά των Πλαταιών. Η πόλη τούτη είχε από παλιά στενούς δεσμούς με την Αθήνα· για την Θήβα, που βρισκόταν σε απόσταση τριών περίπου ωρών, αποτελούσε μόνιμη απειλή. Οι Θηβαίοι οπλίτες όμως που εισέβαλαν στις Πλαταιές αποκρούσθηκαν, εκατόν ογδόντα από αυτούς μάλιστα κατεσφάγησαν· η εντολή των Αθηνών να μη πειραχθούν ήλθε πολύ αργά. Μετά τον αιματηρό τούτον πρόλογο ακολούθησε, ύστερα από δυο μήνες, η εισβολή του πελοποννησιακού στρατού υπό τον Σπαρτιάτη βασιλέα Αρχίδαμο στην Αττική. Παρά την μεγάλη κατάπτωση του ηθικού που έπαθε ο στριμωγμένος μέσα στον περιορισμένο χώρο των Μακρών τειχών πληθυσμός της Αττικής, ο οποίος είχεν εγκατασταθεί μέσα στους ναούς και σε πρόχειρα κατασκευασμένα παραπήγματα, ο Περικλής επρόβαλε σθεναρή άμυνα και είχε την επιτυχία ότι οι Πελοποννήσιοι απεσύρθησαν ύστερα από ένα μήνα. Σαν αντίποινα η Αθήνα έστειλε μια μοίρα του στόλου της κατά της Πελοποννήσου. Αφού αποκρούσθηκε τούτη στην Μεθώνη από τον Βρασίδα, έπλευσε στο Ιόνιο πέλαγος και προσάρτησε την Κεφαλληνία στην Ηγεμονία, κατέλαβε δε και το Σόλλιον στην Ακαρνανία. Με τον εκπατρισμό των Αιγινητών — αντικατεστάθησαν με Αθηναίους κληρούχους — εξεκαθάρισε ο Περικλής τον Σαρωνικό κόλπο· η λεηλασία αντίθετα στην περιοχή των Μεγάρων δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πράξη εκδικήσεως, που δεν έφερε καμμίαν απολύτως αλλαγή στην γενική κατάσταση του πολέμου.
     Επίσης και η νέα εισβολή των Πελοποννησίων κατά την άνοιξη του 430, καίτοι επροκάλεσε ιδιαίτερα βαριές καταστροφές στην Αττική, δεν άλλαξε τα πράγματα. Και τότε, το καλοκαίρι του 430, ξέσπασε στην υπερπλήρη πόλη και στον αθηναϊκό στόλο μια φοβερή επιδημία, που ήλθε από την πρόσω Ασία: Ήταν ο λεγόμενος «λοιμός», του οποίου την πορεία μας έχει περιγράψει ο Θουκυδίδης (II 48 - 54) με τρόπο πραγματικά ανυπέρβλητο. Η φύση της αρρώστιας δεν έχει εξακριβωθεί ακόμη και σήμερα. Μέσα σε τέσσερα χρόνια αποδεκάτισε η φοβερή τούτη πληγή το ένα τουλάχιστον τρίτο του αθηναϊκού πληθυσμού. Μπρος στο φάσμα του θανάτου ο συνωστισμένος μέσα στο στενό χώρο κόσμος άρχισε να βασανίζεται από την μικροψυχία και τις αμφιβολίες, καταπνίγοντας μέσα του κάθε διάθεση για πολιτική φρόνηση και ψυχραιμία. Όλοι ζητούσαν τον ένοχο και τον βρήκαν στο πρόσωπο του Περικλέους. Με την κατηγορία ότι είχε καταχρασθεί δημόσια χρήματα του αφαίρεσαν κατά τρόπο προσβλητικό το αξίωμά του, την στρατηγία, την οποία κατείχε επί δεκαπέντε χρόνια χωρίς διακοπή (φθινόπωρο του 430).
     Η δίκη και η καταδίκη του Περικλέους αντιπροσωπεύουν μια καινούρια φάση του πολέμου. Μέχρι τώρα ο αγών διεξαγόταν από την Αθήνα με μετριοπάθεια, ενώ απ’ εδώ κι εμπρός έπαιρνε την μορφή πάλης μέχρι θανάτου. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η αύξηση των βιαιοπραγιών. Οι Πελοποννήσιοι όμως σκότωναν κάθε Αθηναίο που θα έπεφτε στα χέρια τους, για να διατηρήσουν έτσι την πλήρη απομόνωσή τους από τον λοιμό.
     Με την παράδοση της Ποτειδαίας, που αναγκάσθηκε να καταθέσει τα όπλα την άνοιξη του 429 ύστερα από δύο χρόνων ηρωική αντίσταση, τα πράγματα στον Βορρά βελτιώθηκαν αισθητά για την Αθήνα. Η συναφθείσα το 431 μεταξύ των Αθηνών και του ισχυρού βασιλέως των Θρακών συνθήκη αποτελούσε για την αθηναϊκή κυριαρχία στον Βορρά ένα πολύ σοβαρό στήριγμα, και μάλιστα απέναντι στην αμφιταλαντευομένη Μακεδονία. Παρά ταύτα οι μεγάλες ελπίδες που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα σε σχέση με τον Σιτάλκη, δεν επαληθεύθηκαν. Οπωσδήποτε ο Θρακιώτης βασιλεύς ήταν ένας σημαντικός σύμμαχος· κυρίως η επικράτειά του απλωνόταν σ’ έναν ευρύ χώρο μεταξύ του Στρυμόνος, της Μαύρης θάλασσας και του κάτω Δουνάβεως και πρόσφερε έτσι στο αθηναϊκό εμπόριο τεράστιες δυνατότητες. Φυσικά, σημαντικές επιτυχίες δεν σημειώθηκαν στον Βορρά: ο στρατός που αποδεσμεύθηκε από την πολιορκία της Ποτειδαίας υπέστη μάλιστα μια σοβαρή ήττα στον Σπάρταλο πολεμώντας κατά των κατοίκων της Χαλκιδικής και των Βοττιαίων· από την άποψη της πολεμικής τακτικής αυτή έχει αρκετό ενδιαφέρον, γιατί εδώ για πρώτη φορά ελαφρά οπλισμένοι «πελταστές» και ιππείς κατατρόπωσαν οπλίτες: Οι αλλαγές που θα κάνη ο Ιφικράτης, ύστερα από μία γενεά, στην στρατιωτική τακτική δίνουν τώρα ένα μακρινό προμήνυμα.
     Στην Δύση, αντίθετα, η ναυτική εκστρατεία του Φορμίωνος (φθινόπωρο του 429) είχε για τους Αθηναίους διπλή επιτυχία: οι Πελοποννήσιοι μάταια αγωνίζονταν να διασπάσουν τον αποπνιχτικό κλοιό στην θάλασσα της Ναυπάκτου. Ο αθηναϊκός στόλος εξακολουθούσε απτόητος τον αποκλεισμό της Πελοποννήσου, οι τιμές ανέβαιναν, δημητριακά από την Σικελία δεν μπορούσαν να έλθουν, έτσι ώστε όλοι οι Πελοποννήσιοι, όχι μόνο οι Κορίνθιοι, καταλάβαιναν τώρα τί εσήμαινε το να βρίσκονται σε πόλεμο με την Αθήνα.
     Κατά τις εκλογές που έγιναν την άνοιξη του 429 ο Περικλής επανήλθε στην εξουσία, η δύναμή του όμως ήταν τώρα πια εξανεμισμένη: Είχε χάσει από τον λοιμό τους δύο γιους του, που ήσαν γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες· δεν άργησε να προσβληθεί και ο ίδιος από την φοβερή αρρώστια και ύστερα από μερικούς μήνες πέθανε. Κανείς άλλος στην Αθήνα δεν είχε την δική του απέραντη πολιτική πείρα, μόνον αυτός μπορούσε να κρατήσει στα στιβαρά του χέρια τα περιπεπλεγμένα μεταξύ τους χαλινάρια της στρατηγίας, της διπλωματίας και της οικονομικής διαχειρίσεως. Σημαντικούς συνεργάτες δεν απέκτησε ποτέ ο Περικλής και δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητος ο Beloch που τον κατηγορεί ότι είχε συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους, οι οποίοι από πνευματική άποψη ήσαν πραγματικά μηδενικά. Από την τάξη των βιοτεχνών —που ήσαν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον πόλεμο με κάθε θυσία, αντίθετα από τον αγροτικό πληθυσμό, που είχε χάσει τα πάντα— προέρχονταν ο Εύκρατης, ο Λυσικλής — ένας φίλος του Περικλέους — και ο Κλέων ο «βυρσοδέψης», ένας δημαγωγός πρώτης ποιότητος. Αρχικά υπήρξε σφοδρός πολέμιος της πολιτικής του Περικλέους, ιδιαίτερα στα ζητήματα του πολέμου, όταν όμως εκείνος πέθανε έγινε ο πιο ένθερμος οπαδός των ιδεών του· ήταν ο τύπος του καιροσκόπου πολιτικού, ο τύπος που εμφανίζεται σχεδόν πάντοτε σε κάθε μακροχρόνιο και τραχύ πόλεμο της ιστορίας. Η κωμωδία — ιδίως ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης — εξαπολύει εναντίον του φαρμακερά βέλη και ο Θουκυδίδης, μια γενιά αργότερα, τον χαρακτηρίζει με πολύ ειρωνικά σχόλια τούτος φαίνεται πραγματικά πως ήταν ο «νεκροθάφτης» του αθηναϊκού μεγαλείου — παρόλη την δυναμικότητα, την οποία κανείς δεν μπορεί να του αρνηθεί. Εκτός από τον Κλέωνα, έρχεται τώρα στο προσκήνιο και ο Νικίας του Νικηράτου, ως αντίπαλος εκείνου. Ο Νικίας είχε διακριθεί σαν στρατηγός· με τούτον, ύστερα από τον θάνατο του Περικλέους, διαχωρίζονται οριστικά οι δρόμοι των ειδικευμένων στρατιωτικών και των δημαγωγών, πράγμα που δεν ήταν διόλου επιζήμιο για την πολεμική δραστηριότητα.
     Εξ αιτίας των συνεπειών του λοιμού η δράση και των δύο αντιπάλων κατά το 429 ήταν εξαιρετικά περιορισμένη· μια αιφνιδιαστική επίθεση του Σπαρτιάτη Βρασίδα κατά του Πειραιώς απέτυχε ολοκληρωτικά. Το 428 η αποστασία της πλούσιας νήσου Λέσβου με την πρωτεύουσά της Μυτιλήνη δημιούργησε μια κρίσιμη κατάσταση για την Αθήνα. Μόνο με την επιστράτευση όλων των αθηναϊκών δυνάμεων, με την ένταση κάθε οικονομικής και στρατιωτικής δυνατότητος, και με την κινητοποίηση των Αθηναίων κληρούχων στο υπερπόντιο μέτωπο κατορθώθηκε να οργανωθεί η πολιορκία της Μυτιλήνης. Η πολιτεία αναγκάσθηκε τελικά από την πείνα να παραδοθεί άνευ όρων (το καλοκαίρι του 427). Στην αθηναϊκή Εκκλησία εισηγήθηκε ο Κλέων μια φοβερά παραδειγματική τιμωρία για τους αποστάτες: Όλοι(!) οι ενήλικες άντρες έπρεπε να εκτελεσθούν, οι γυναίκες και τα παιδιά να πουληθούν για σκλάβοι, η χώρα να μοιρασθεί σε Αθηναίους κληρούχους. Μόνο κατά την επομένη ημέρα ο δήμος ηρέμησε και σκέφθηκε πιο φρόνιμα. Αλλά και η τελική απόφασή του ήταν αρκετά σκληρή: Η Μυτιλήνη έχασε την αυτονομία της και υποχρεώθηκε να κατεδαφίσει τα τείχη της, να παραδώσει τον στόλο της και να δεχθεί την απώλεια των εδαφών της· όχι λιγότεροι από χιλίους πολίτες, όσοι θεωρήθηκαν οι περισσότερο ένοχοι, παραδόθηκαν στον δήμιο. Η πρωτοφανής αυτή εγκληματική πράξη που εκτελέσθηκε με ρητή διαταγή του αττικού δήμου φαίνεται τόσο τερατώδης, ώστε μερικοί από τους παλαιοτέρους ερευνητές προσπάθησαν να την εξοβελίσουν από την ιστορική παράδοση ή τουλάχιστον να περιορίσουν τις διαστάσεις της. Αλλά και οι Πελοποννήσιοι δεν υστέρησαν σε κτηνωδία σε σύγκριση με τους αντιπάλους τους. Στις Πλαταιές, που παραδόθηκαν λίγο πιο ύστερα από την Μυτιλήνη, σφαγιάσθηκε ολόκληρη η φρουρά, περισσότεροι από 200 Πλαταιείς και Αθηναίοι (φθινόπωρο του 427).
     Στην όξυνση των πολεμικών γεγονότων συνέβαλε σημαντικά η σύνδεση των εξωτερικών συγκρούσεων με ορισμένες εσωπολιτικές, κομματικές διενέξεις. Τούτο αποκαλύπτει λ.χ. η καταστολή μιας ολιγαρχικής επαναστάσεως στην Κέρκυρα με την βοήθεια των Αθηναίων (καλοκαίρι του 427). Για την θέση των Αθηνών στην Δύση είχε τότε ακριβώς μεγίστη σπουδαιότητα η κατοχή της νήσου στο Ιόνιο πέλαγος, γιατί τα γεγονότα στην Σικελία έπαιρναν μια τροπή, που φαινόταν να ευνοεί την άμεση αθηναϊκή επέμβαση. Η επιβλητική υπεροχή των Συρακουσών, που είχαν δημιουργήσει μιαν ισχυρή συμμαχία με τις δωρικές πόλεις Γέλα, Σελινούντα, Μεσσήνη, Ιμέρα και Λοκρούς Επιζεφυρίους, επροκάλεσε την σύμπηξη μιας αντίπαλης ενώσεως από ιωνικές - χαλκιδικές κοινότητες (Νάξος - Κατάνη - Λεοντίνοι - Ρήγιον - και μοναδική δωρική πόλη η Καμάρινα) και από τους Σικελούς, η οποία όμως δεν ήταν ισοδύναμη με την αντίθετη παράταξη. Έτσι οι Αθηναίοι βρήκαν την ευκαιρία να στείλουν, το φθινόπωρο του 427, ένα μικρό στόλο υπό τον Λάχη στην Σικελία (η λεγομένη 1η σικελική εκστρατεία των Αθηναίων).
     Με το Ρήγιο και τους Λεοντίνους η Αθήνα ήταν συνδεδεμένη από χρόνια, η συμμαχία με την Σεγέστη ανανεώθηκε από τον Λάχη, φαίνεται δε ότι και η πόλη Αλικυες προσχώρησε στο αθηναϊκό στρατόπεδο (το 427/6 ή το αργότερο το 426/5).
     Το 426 δεν είχε για τους Πελοποννησίους σημαντικά αποτελέσματα. Μόνο η ίδρυση και στρατιωτική κατοχή της Ηράκλειας Τραχίνος (στην βόρεια έξοδο των Θερμοπυλών) είχε στρατηγική σπουδαιότητα, γιατί έτσι είχε αποκτηθεί μια βάση, από την οποία μπορούσε κανείς να δράση κατά της κεντρικής Ελλάδος. Εν τω μεταξύ στην Αθήνα συνέβη μια αλλαγή που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες: Κανείς από τους παλαιοτέρους στρατηγούς δεν πέτυχε καινούρια εκλογή· αντί για τούτους ανέλαβε την εξουσία ο Κλέων, που ήταν ήδη από το 427/6 ελληνοταμίας, και μαζί του η φιλοπόλεμη φατρία. Η τροπή αυτή των πραγμάτων είχε σαν αποτέλεσμα την δραστηριοποίηση της αττικής πολιτικής: Τώρα έστειλαν ένα δεύτερο, μεγαλύτερο στόλο στην Σικελία (Απρίλιος του 425)· μαζί του ήταν και ο Δημοσθένης, που είχεν εκλεγεί στρατηγός για το 425/4. Η στρατιωτική του εμπειρία έκανε τον άνδρα τούτον να αντιληφθεί ότι το λιμάνι της Πύλου στην δυτική πελοποννησιακή ακτή ήταν η θέση από την οποία μπορούσε κανείς να καταφέρη αποφασιστικό κατά του αντιπάλου πλήγμα: Γιατί από την Πύλο ήταν εύκολο να έλθει κανείς σε επαφή με τους Μεσσηνίους και με τον τρόπο αυτόν να τρομοκρατήσει την Σπάρτη με το φάσμα ενός νέου Μεσσηνιακού πολέμου. Η απόβαση στην Πύλο εσημείωσε καταπληκτική επιτυχία. Όλες οι επιθέσεις των Πελοποννησίων από την πλευρά της ξηράς και της θάλασσας απεκρούσθησαν, 420 Λακεδαιμόνιοι οπλίτες — ένα δέκατο δηλαδή του σπαρτιατικού στρατού — απεκλείσθησαν στην προκειμένη νήσο Σφακτηρία, όπου είχαν αποβιβασθεί. Υπό το κράτος του φόβου μιας ενδεχομένης καταστροφής η Σπάρτη δείχθηκε αμέσως πρόθυμη να διαπραγματευθεί για την ειρήνη, στην περιοχή της Πύλου κηρύχθηκε ανακωχή. Αυτό που οι Λακεδαιμόνιοι επρόσφεραν τότε δεν ήταν μόνο η αποκατάσταση της τριακονταετούς ειρήνης του 446/5 π.Χ., αλλά και κάτι περισσότερο, η σύμπηξη μιας συμμαχίας. Ο Κλέων όμως αδιαφόρησε για την πρόταση τούτη. Σε μια πολυτάραχη συνέλευση του δήμου — τα επεισόδιά της περιγράφονται κατά τρόπο αριστουργηματικό από τον Θουκυδίδη — υποχρεώθηκε ο Κλέων από τον Νικία να αναλάβει την διοίκηση στην Πύλο· τούτος βασίσθηκε ολοκληρωτικά πάνω στον Δημοσθένη και κατόρθωσε, μόλις κατά την δεύτερη ημέρα μετά την άφιξή του, να εξαναγκάσει τους αποκλεισμένους Λακεδαιμονίους — παρέμεναν πάντοτε στην Σφακτηρία σχεδόν 300 οπλίτες — σε παράδοση άνευ όρων (Αύγουστος του 425).
     Ήταν αναμφισβήτητα προσωπικό επίτευγμα του Κλέωνος το ότι στηριζόμενος στις εντυπώσεις που επροκάλεσε η εκπληκτική επιτυχία του στην Σφακτηρία — εξ αιτίας της του απένειμαν εξαιρετικές τιμές, μεταξύ των οποίων ισόβια διατροφή στο Πρυτανείο και τιμητική θέση στο θέατρο — επέβαλε την αναθεώρηση των συμμαχικών φορολογικών καταλόγων. Με την λεγομένη κλεώνεια επαύξηση του 425/4 καθορίσθηκαν οι φόροι εκ νέου. Αντί για το ποσό των 460 ταλάντων, που είχε θεσπισθεί από τον Αριστείδη και καταβαλλόταν επί μισό και πλέον αιώνα, έφθασε τώρα ο συνολικός φόρος τα 1460 τάλαντα. Δεδομένου ότι τα οικονομικά αποθέματα των Αθηνών είχαν πια εξαντληθεί, δεν υπήρχε άλλη λύση. Για να πληρώνουν οι σύμμαχοι, έπρεπε ο αθηναϊκός στόλος, το πιο πολύτιμο όργανο της δυνάμεως του δήμου, να εξακολουθήσει την θαλασσοκρατορία του. Με την αύξηση του ημερησίου μισθού των ηλιαστών από δύο σε τρεις οβολούς κατόρθωσε ο Κλέων να προσεταιρισθεί το πλήθος των μικροαστών της Αττικής.
     Με την κατάληψη της νήσου των Κυθήρων (424) από τον Νικίαν οι επιχειρήσεις πήραν μιαν εξαιρετικά ευνοϊκή για την Αθήνα τροπή, ο αποκλεισμός της Πελοποννήσου ύστερ’ απ’ αυτό ήταν πλήρης και συνεχής, ζήτημα χρόνου φαινόταν πλέον πώς ήταν το πότε θα αναγκαζόταν η Σπάρτη να υποκύψει. Κατά την κρίσιμη στιγμή σωτήρ των Λακεδαιμονίων αποδείχθηκε ο Βρασίδας, ο γιος του Τέλλιδος. Στην Μεθώνη ήδη, κατά τον πρώτο χρόνο του πολέμου, και πιο ύστερα στην Πύλο είχε διακριθεί για την διορατικότητα και την γενναιότητά του. Τώρα του ανέθεσαν την διοίκηση ενός μικρού στρατιωτικού σώματος, το οποίο απεστάλη από την Σπάρτη το 424 σαν επικουρία στους κατοίκους της Χαλκιδικής. Ύστερα από μιαν αξιοθαύμαστη πορεία μέσω του Ισθμού — κατ’ αυτήν αφαιρέθησαν από την Αθήνα τα Μέγαρα, εκτός από το λιμάνι τους, την Νίσαια —, της Βοιωτίας, της Ηρακλείας Τραχίνος και της Θεσσαλίας έφθασε ο Βρασίδας στα μακεδονικά σύνορα. Ο βασιλεύς Περδίκκας Β΄ είχε προετοιμάσει την επιχείρηση διπλωματικά. Ο Σπαρτιάτης στρατηγός είχε τώρα πλήξει την Αθηναϊκή ηγεμονία στην αχίλλειο πτέρνα της: Μαζί του συνενώθηκαν πρώτες από τις χαλκιδικές πόλεις η Άκανθος και τα Στάχειρα· με την κατάληψη της Αμφιπόλεως στην περιοχή του Στρυμόνος, την οποία δεν μπόρεσε να προφυλάξει ο Θουκυδίδης, ο κατοπινός ιστορικός του πολέμου, ως στρατηγός των Αθηναίων — μόνο το επίνειο Ηιών κατωρθώθηκε να διασωθεί — ο Βρασίδας καταρράκωσε την υπόληψη των Αθηνών στα βόρεια του Αιγαίου. Τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου περιήλθαν σ’ αυτόν και η αποστασία των πόλεων στο θρακικό τμήμα της ηγεμονίας εκδηλώθηκε σ’ ευρύτερη κλίμακα (φθινόπωρο του 424). Γενικώτερα ο χρόνος τούτος ήταν άτυχος για την Αθήνα. Μια μεγάλη εκστρατεία που σχεδιάσθηκε κατά της Βοιωτίας απέτυχε. Και κατά την επιστροφή τους οι Αθηναίοι χτυπήθηκαν στο Δήλιο· η αττική φάλαγξ συνετρίβη κυριολεκτικά από ένα αιφνιδιαστικό πλευροκόπημα των Βοιωτών, που είχαν παρατάξει στο δεξιό τους κέρας 25 άνδρες σε βάθος: Τούτη ήταν η μοναδική μεγάλη μάχη ολοκλήρου του δεκάχρονου Αρχιδαμείου πολέμου και κατ’ αυτήν κατατροπώθηκαν οι Αθηναίοι· εδώ έχομε μιαν ακόμη ένδειξη για το πόσο ορθό ήταν το περίκλειο πολεμικό σχέδιο. Στο Δήλιο οι Βοιωτοί εφήρμοσαν για πρώτη φορά την τακτική της «λοξής φάλαγγος», η οποία βελτιώθηκε αργότερα και χρησιμοποιήθηκε με τόση επιτυχία από τον Επαμεινώνδα, έφερε δε κατόπιν γενική αλλαγή στην πολεμική τέχνη των Ελλήνων.
     Στην Δύση εξ άλλου, στην Σικελία, η αθηναϊκή επιρροή έχανε διαρκώς έδαφος. Εν όψει των ενισχύσεων που έφερε από την Πύλο στην Σικελία ο αττικός στόλος υπό τον Σοφοκλή και τον Ευρυμέδοντα, παραμέρισαν οι Σικελιώτες Έλληνες τις διαφορές τους κατά το συνέδριο της Γέλας (424), από την στιγμή που ο Συρακούσιος Ερμοκράτης είχε ρίξει μεταξύ των συνέδρων το πύρινο σύνθημα «Η Σικελία για τους Σικελιώτες». Κανείς τώρα πια δεν χρειαζόταν την αττική βοήθεια και ο αθηναϊκός στόλος γύρισε υποχρεωτικά πίσω στην πατρίδα. Κατά το 424/3 φαίνεται πως έγινε αναθεώρηση του αττικού δημοτολογίου, γιατί υπήρχε μια κάπως ευρύτερη ποσότης δημητριακών προς διανομή.
     Πολυάριθμες δίκες εναντίον των Αθηναίων στρατηγών (του Λάχητος, του Ευρυμέδοντος, του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου) μας αποκαλύπτουν την νευρικότητα που κατείχε τον δήμο· οι πολίτες δεν ήσαν ικανοποιημένοι με την έκβαση του πολέμου, το φιλοπόλεμο κόμμα έχανε όλο και περισσότερο έδαφος και με την ανακωχή που πέτυχε ο Λάχης το 423 με διάρκεια ενός χρόνου διαγραφόταν ήδη σαν πραγματική η προοπτική της ειρήνης, που τόσο επιθυμούσε το πλήθος. Μετά τον θάνατο του Αρταξέρξη Α΄ οι Αθηναίοι είχαν ανανεώσει την συνθήκη του Καλλία με την Περσία (το 424 ή το αργότερο το 423), έτσι ώστε από τα ανατολικά ήσαν όλα εξασφαλισμένα. Η γρήγορη όμως εξέλιξη των πραγμάτων στην Χαλκιδική ανέτρεψε κάθε προοπτική για την ειρήνη.     
     Κατά τις ημέρες ακριβώς που υπογραφόταν η ανακωχή δημιουργήθηκε θέμα για την Σκιώνη, που μόλις είχε αποστατήσει από την Αθήνα· οι Αθηναίοι απαιτούσαν την επιστροφή της, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εδήλωναν πως ήσαν πρόθυμοι να δεχθούν παραπομπή της όλης υποθέσεως σε ιδιαίτερη διαιτησία. Έτσι λοιπόν συνεχίσθηκε ο πόλεμος και ο Κλέων, ο νέος ήρως της αττικής δημοκρατίας, έδρεπε καινούριες επιτυχίες στον Βορρά: Ήδη το 423/2 ο Νικίας είχε κατορθώσει να φέρει με το μέρος των Αθηνών τον αιώνια αμφιταλαντευόμενο Μακεδόνα βασιλέα Περδίκκα Β΄ και επί πλέον είχε συνάψει μαζί του συνθήκη που τον υποχρέωνε να παρέχει στο αθηναϊκό κράτος ναυπηγήσιμη ξυλεία από τα δάση του βασιλείου του. Ο Κλέων απέτυχε να καταλάβει την Τορώνη και άλλες θρακικές πόλεις, μεταξύ των οποίων και η Γαληψός· στην διάρκεια όμως μιας εκκαθαριστικής κατά της Αμφιπόλεως επιχειρήσεως άφησε τον εαυτό του εντελώς ακάλυπτο: Εξακόσιοι Αθηναίοι και ο ίδιος ο Κλέων έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανάμεσα όμως στους λίγους νεκρούς του αντιπάλου ήταν και ο Βρασίδας. Οι Αμφιπολίτες ίδρυσαν γι’ αυτόν μνημείο στην αγορά τους και του απένειμαν ηρωικές τιμές.
     Με τον θάνατο του Κλέωνος και του Βρασίδα εξουδετερώθηκε το βασικό εμπόδιο για μια ειρηνική διευθέτηση των πραγμάτων. Στην Αθήνα ανέλαβε τώρα την πρωτοβουλία φιλειρηνικό κόμμα υπό τον Νικία και στην Σπάρτη, όπου περίμεναν σύντομα την δημιουργία σοβαρών προβλημάτων με τον προαιώνιο εχθρό, το Άργος, γιατί πλησίαζε το τέλος της τριακονταετούς ειρήνης, ήσαν εξ ίσου πρόθυμοι να διαπραγματευθούν. Η Σπάρτη απαιτούσε την επιστροφή των αιχμαλώτων της Σφακτηρίας και την εκκένωση της Πύλου, των Κυθήρων και των Μεθάνων· από το άλλο μέρος ήταν πρόθυμη να δεχθεί την απόδοση στους Αθηναίους όλων εκείνων των πόλεων που κατά την διάρκεια του πολέμου είχαν αποχωρήσει από την αθηναϊκή ηγεμονία και είχαν μεταπηδήσει στο πελοποννησιακό στρατόπεδο. Παρά την αντίδραση των Αθηναίων ριζοσπαστικών, που είχαν επί κεφαλής τον Υπέρβολο — έναν κατασκευαστή λύχνων — και τον Πείσανδρο, κατορθώθηκε, αφού εν τω μεταξύ η Σπάρτη έδειξε μ’ ένα τελεσίγραφό της ότι παρέμενε σταθερή στις απόψεις της, να συναφθεί, τον Απρίλιο του 421, μια πεντηκονταετής ειρήνη (σπονδαί) μεταξύ Αθηναίων, Λακεδαιμονίων και των εκατέρωθεν συμμάχων.
     Αναμφισβήτητα η «Νικίειος ειρήνη» ήταν μια σημαντική επιτυχία για την Αθήνα. Ο σκοπός, εξ αιτίας του οποίου ο Περικλής είχε δεχθεί τον πόλεμο, η υπεράσπιση δηλαδή των κτήσεων της ηγεμονίας, είχεν επιτευχθεί. Αντίθετα το σύνθημα για την ελευθερία και την αυτονομία των Ελλήνων, που είχε διακηρυχθεί από τους Πελοποννησίους, αποδεικνυόταν τώρα κενό σχήμα. Βέβαια η Αττική βρισκόταν ερημωμένη και οι βαρείες απώλειες του αθηναϊκού πληθυσμού από τον λοιμό δεν είχαν ακόμη καλυφθεί. Στην δομή εξ άλλου της Ηγεμονίας είχαν παρουσιασθεί, ιδιαίτερα στην περιφέρεια της Θράκης, επικίνδυνα ραγίσματα. Ο χρόνος θα έδειχνε αν η Αθήνα είχε τις δυνατότητες να εξουδετερώσει τις φυγόκεντρες τάσεις που εκδηλώνονταν σ’ ένα τμήμα των υπηκόων της, και μάλιστα όχι με την δύναμη των όπλων, αλλά περισσότερο με την παγίωση κάποιας νέας συνεκτικής ιδέας. Τούτη ακριβώς χρειαζόταν πιο πολύ από κάθε τι άλλο, γιατί προς το παρόν δεν είχε δοθεί ακόμη η αποφασιστική λύση στον δυαδικό ανταγωνισμό των ελληνικών δυνάμεων.
 
Hermann Bengtson, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος, Εκδόσεις Μέλισσα