Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 21: Η νέα οικουμένη
Αν η φιλοσοφία αναρωτιέται για τον σκοπό κάθε πράξης, και προσπαθεί να βρει το νόημά της για τον άνθρωπο, το ίδιο ερώτημα θέτει και στα καινούργια δεδομένα της ελληνορωμαϊκής εποχής: αυτός ο νέος μεγάλος κόσμος που δημιουργήθηκε είναι τυχαίο συμβάν ή αποτέλεσμα συνειδητών ανθρώπινων ενεργειών; Και επειδή οι φιλόσοφοι κάποιες φορές αποπειράθηκαν να σχεδιάσουν έναν ιδανικό κόσμο, ποια σχέση έχει με εκείνον η νέα οικουμένη μέσα στην οποία αναζητά ο άνθρωπος την ευδαιμονία του; Η συσχέτιση που κάνει ο πολύ μεταγενέστερος Πλούταρχος (περ.45-περ.125 μ.Χ.) της ιδανικής πολιτείας του Στωικού Ζήνωνα (333-περ.264 π.Χ.) με την τακτική και το όραμα του Μ. Αλεξάνδρου δεν έχει ιστορική βάση, αλλά είναι σημαντική: πέρα από την τάση εξιδανίκευσης του μεγάλου ηγέτη, δείχνει την ανάγκη να υπάρχει (ή να βρεθεί εκ των υστέρων) μία θεωρητική βάση, μία φιλοσοφική ιδέα και αξία, που να στηρίζει κάθε ανθρώπινη πράξη, πολύ περισσότερο ένα οικουμενικό ιστορικό γεγονός.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Περί Ἀλεξάνδρου τύχης καί ἀρετῆς, 6 329Α-D
Εκείνη η πολυθαύμαστη Πολιτεία του Ζήνωνα, που ίδρυσε τη Σχολή των Στωικών, αποβλέπει σε έναν κύριο σκοπό: να μην κατοικούμε χωρισμένοι σε πόλεις ούτε σε δήμους, που έχουν ιδιαίτερους κανόνες δικαίου, αλλά να θεωρούμε όλους τους ανθρώπους συνδημότες και συ-μπολίτες, και να υπάρχει ένας κοινός τρόπος ζωής και μία τάξη, όπως σε μια αγέλη που βόσκει και τρέφεται μαζί υπό έναν κοινό “νόμο”. Αυτά έγραψε ο Ζήνων, αναπλάθοντάς τα σαν ένα όνειρο ή μια εικόνα του φιλοσόφου για την εύνομη πολιτεία. Αλλά εκείνος που έκανε πράξη τη θεωρία ήταν ο Αλέξανδρος. Γιατί δεν φόρτωσε τη διακυβέρνησή του με πολλούς πολέμους και εξορίες και συνωμοτικές εξεγέρσεις, αντιμετωπίζοντας τους Έλληνες ως ηγέτης και τους βαρβάρους ως δεσπότης, όπως τον είχε συμβουλεύσει ο Αριστοτέλης, και φροντίζοντας τους πρώτους ως φίλους και συγγενείς και τους δεύτερους ως ζώα ή φυτά. Αλλά, πιστεύοντας ότι είχε αποσταλεί από τον θεό ως κοινός ρυθμιστής και συμφιλιωτής όλων, εξαναγκάζοντας με τα όπλα όσους δεν έπειθε με τον λόγο και συνενώνοντας σε ενιαίο σύνολο τα πάντα, αναμειγνύοντας τους τρόπους ζωής και τα ήθη και τους γάμους και τις συνήθειες, όπως σε μια κούπα φιλίας, πρόσταξε πως πρέπει όλοι να θεωρούν πατρίδα τους την οικουμένη, ακρόπολη και φρουρά τους το στρατόπεδο, συγγενείς τούς αγαθούς και ξένους τους τούς φαύλους. Και τον Έλληνα ή τον βάρβαρο να μην τον καθορίζει η χλαμύδα ή η ασπίδα, ούτε το περσικό ξίφος ή ο μανδύας, αλλά να συμπεραίνουν ότι κάποιος είναι Έλληνας από την αρετή του και βάρβαρος από την κακία του. και να θεωρούν κοινά τα ενδύματα και τα φαγητά και τους γάμους και τις συνήθειες, καθώς θα έχουν αναμειχθεί με δεσμούς αίματος και με κοινά παιδιά.
(μετάφραση Γ. Ζωγραφίδης)
1. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτείας του Ζήνωνα κατά το κείμενο;
- Καταργεί τους τοπικούς και πολιτικούς διαχωρισμούς: οι άνθρωποι δεν πρέπει να ζουν απομονωμένοι σε διαφορετικές πόλεις και δήμους, υπακούοντας ο καθένας σε ξεχωριστούς νόμους.
- Δεν ακολούθησε τη συμβουλή του Αριστοτέλη, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να συμπεριφέρεται στους Έλληνες ως ηγεμόνας και στους άλλους λαούς ως δεσπότης, αντιμετωπίζοντας τους πρώτους ως φίλους και συγγενείς και τους δεύτερους ως κατώτερα όντα.
1. ἀλλά το μέν Ἑλληνικόν ἀρετῇ τό δέ βαρβαρικόν κακίᾳ τεκμαίρεσθαι: Ποιο νοηματικό περιεχόμενο αποδίδεται στους όρους Ἑλληνικόν και βαρβαρικόν από τον Πλούταρχο;
Σημεία συνέπειας
Η θεωρία του Ζήνωνα προβάλλει το ιδανικό μιας οικουμενικής πολιτείας, στην οποία όλοι οι άνθρωποι θεωρούνται συνδημότες και συμπολίτες, καταργούνται οι στενοί διαχωρισμοί των επιμέρους πόλεων και λαών, υπάρχει κοινός τρόπος ζωής και κοινός νόμος και η ανθρώπινη και η ηθική ιδιότητα υπερισχύουν της εθνικής καταγωγής.
Ο Αλέξανδρος παρουσιάζεται από τον Πλούταρχο να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν υιοθετεί τη συμβουλή του Αριστοτέλη να αντιμετωπίζει τους Έλληνες ως φίλους και συγγενείς, αλλά τους άλλους λαούς ως κατώτερα όντα. Αντίθετα, θεωρεί αποστολή του να λειτουργήσει ως «κοινός ρυθμιστής και συμφιλιωτής όλων». Επιδιώκει να ενώσει τους διαφορετικούς λαούς, να αναμείξει τους τρόπους ζωής, τα ήθη, τους γάμους και τις συνήθειές τους και να τους κάνει να θεωρούν πατρίδα τους ολόκληρη την οικουμένη.
Παράλληλα, αντικαθιστά τα εθνικά κριτήρια με ηθικά: δεν θεωρεί ότι «Έλληνας» είναι κάποιος εξαιτίας της ενδυμασίας, του οπλισμού ή της καταγωγής του, αλλά εξαιτίας της αρετής του. Αντίστοιχα, «βάρβαρος» είναι ο φαύλος άνθρωπος. Από αυτή την άποψη, η πολιτική που του αποδίδει ο Πλούταρχος προσεγγίζει ουσιαστικά τον κοσμοπολιτισμό και την πίστη στην κοινή ανθρώπινη φύση που χαρακτηρίζουν τη σκέψη του Ζήνωνα.
Σημεία ασυνέπειας
Ωστόσο, υπάρχει μια βασική αντίφαση ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. Η πολιτεία του Ζήνωνα στηρίζεται στην ελεύθερη συνύπαρξη λογικών και ενάρετων ανθρώπων υπό έναν κοινό νόμο. Ο Αλέξανδρος, αντίθετα, παρουσιάζεται να επιβάλλει την ένωση όχι μόνο με την πειθώ αλλά και με τη βία: όσους δεν συνένωνε με τον λόγο, τους εξανάγκαζε «με τα όπλα». Επομένως, η οικουμενική ενότητα δεν προκύπτει πάντοτε από ελεύθερη αποδοχή, αλλά και από στρατιωτική κατάκτηση.
Επιπλέον, η πραγματικότητα της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου δεν ταυτίζεται πλήρως με μια κοινότητα ισότιμων πολιτών. Ο ίδιος παραμένει μονάρχης και το στρατόπεδο παρουσιάζεται ως «ακρόπολη και φρουρά» της νέας οικουμένης. Άρα, η ενότητα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη στρατιωτική και πολιτική εξουσία ενός ηγεμόνα και όχι αποκλειστικά σε έναν κοινά αποδεκτό φυσικό νόμο.
Ακόμη, η ανάμειξη των λαών μπορεί να θεωρηθεί πρόγραμμα πολιτισμικής ομογενοποίησης: οι διαφορετικές παραδόσεις, συνήθειες και ταυτότητες συνενώνονται σε ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό δεν είναι απολύτως ταυτόσημο με την ιδέα του Ζήνωνα, η οποία δίνει κυρίως έμφαση στην ηθική ενότητα και στην κοινή ιδιότητα των ανθρώπων ως πολιτών του κόσμου.
Τέλος, η συσχέτιση αυτή δεν έχει ιστορική βάση. Ο Αλέξανδρος πέθανε το 323 π.Χ., ενώ η φιλοσοφική δράση του Ζήνωνα άρχισε αργότερα. Επομένως, ο Αλέξανδρος δεν θα μπορούσε πραγματικά να εφαρμόζει μια θεωρία που δεν είχε ακόμη διατυπωθεί. Ο Πλούταρχος πραγματοποιεί έναν αναχρονισμό, ώστε να παρουσιάσει τον Αλέξανδρο ως φιλόσοφο-ηγεμόνα και ως πρόδρομο του στωικού κοσμοπολιτισμού.
Συμπερασματικά, ο Αλέξανδρος εμφανίζεται συνεπής προς τη θεωρία του Ζήνωνα ως προς τον τελικό στόχο: την υπέρβαση των εθνικών διαχωρισμών και τη δημιουργία μιας ενιαίας οικουμένης. Δεν είναι, όμως, εξίσου συνεπής ως προς τα μέσα, επειδή χρησιμοποιεί στρατιωτική βία και εξαναγκασμό και οργανώνει την οικουμένη γύρω από τη δική του μοναρχική εξουσία. Επομένως, η στάση του αποτελεί, σύμφωνα με την εξιδανικευμένη παρουσίαση του Πλουτάρχου, μερική και αντιφατική πραγμάτωση του οράματος του Ζήνωνα και όχι την απόλυτη εφαρμογή του.
1. Αφού εντοπίσετε τα δύο κύρια σχήματα λόγου που υπάρχουν στο κείμενο (αντιθέσεις και παρομοιώσεις), να διερευνήσετε τον επικοινωνιακό στόχο που επιτελεί το καθένα από αυτά.
1. Οι αντιθέσεις
Η πρώτη θεμελιώδης αντίθεση είναι ανάμεσα στη θεωρία του Ζήνωνα και στην πράξη του Αλεξάνδρου: «Ζήνων μέν ἔγραψεν … Ἀλέξανδρος δέ τῷ λόγῳ τό ἔργον παρέσχεν». Ο Ζήνων συνέλαβε και περιέγραψε το ιδανικό μιας παγκόσμιας πολιτείας, ενώ ο Αλέξανδρος παρουσιάζεται να το πραγματώνει. Με την αντιθετική σύνταξη «μέν … δέ» προβάλλεται εμφατικά η μετάβαση από το φιλοσοφικό όραμα στην ιστορική δράση και αναδεικνύεται ο Αλέξανδρος ως πρακτικός φορέας μιας υψηλής ιδέας.
Τέλος, οι αντιθέσεις αγαθοί – πονηροί, συγγενείς – αλλόφυλοι, Ἑλληνικόν – βαρβαρικόν και αρετή – κακία μεταφέρουν τη διάκριση από το εθνικό στο ηθικό επίπεδο. Ο άνθρωπος δεν κρίνεται από την καταγωγή, την ενδυμασία ή τον οπλισμό του, αλλά από την ποιότητα του χαρακτήρα του. Επικοινωνιακά, οι αντιθέσεις αυτές κάνουν το μήνυμα ευδιάκριτο, προσδίδουν ένταση και ρυθμό στον λόγο και πείθουν τον αναγνώστη ότι η αρετή αποτελεί το μόνο ουσιαστικό κριτήριο αξιολόγησης των ανθρώπων.
Η πρώτη παρομοίωση αφορά την ιδανική ανθρώπινη κοινότητα, η οποία παρουσιάζεται «ὥσπερ ἀγέλης συννόμου νόμῳ κοινῷ συντρεφομένης», σαν αγέλη που βόσκει και τρέφεται μαζί υπό έναν κοινό νόμο. Η εικόνα αισθητοποιεί την αφηρημένη έννοια της κοσμόπολης: όλοι οι άνθρωποι συνυπάρχουν ως μέλη ενός ενιαίου συνόλου, οργανωμένου από τον ίδιο φυσικό και οικουμενικό νόμο. Έτσι τονίζονται η ενότητα, η κοινότητα ζωής και η κατάργηση των επιμέρους πολιτικών συνόρων.
1. ΑΝΤΙΦΩΝ απόσπασμα 44Β
Ο Σοφιστής Αντιφών (5ος αι. π.Χ.) υποστήριξε την προτεραιότητα της φύσεως ως προς τον νόμον, τις αυθαίρετες κοινωνικοπολιτικές συμβάσεις. Πάνω στο φυσικό δίκαιο θεμελιώνεται η ισότητα των ανθρώπων και η απουσία διακρίσεων.
(μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος)
Αργείος ή Θηβαίος, αφού δεν καυχιέμαι ότι ανήκω σε μια πόλη⸱
κάθε κάστρο Ελληνικό είναι πατρίδα για μένα.
Ο Σωκράτης το είπε ακόμη πιο εύστοχα, λέγοντας πως δεν είναι Αθηναίος ούτε Έλληνας πολίτης, αλλά πολίτης του κόσμου, όπως θα έλεγε κανείς πολίτης της Ρόδου ή της Κορίνθου, επειδή δεν θέλησε να κλειστεί μέσα στα όρια του Σουνίου, του Ταινάρου και των Ακροκεραυνείων.
Βλέπεις εκεί ψηλά
τον άπειρο αιθέρα που κρατάει τη γη
στην απαλή αγκαλιά τους; Τούτα είναι τα
όρια της πατρίδας μας και κανείς εντός τους δεν είναι εξόριστος, ξένος ή αλλοδαπός,
όπου υπάρχει η ίδια φωτιά, το ίδιο νερό, ο ίδιος αέρας, όπου ίδιοι είναι οι
άρχοντες, οι διοικητές, οι πρυτάνεις, ο ήλιος, η σελήνη, η Αφροδίτη. Οι ίδιοι
νόμοι για όλους, ένα το πρόσταγμα και μία η εξουσία. το χειμερινό ηλιοστάσιο,
το θερινό ηλιοστάσιο, η ισημερία, οι Πλειάδες, ο Αρκτούρος, οι εποχές της
σποράς και του φυτέματος. Ένας ο βασιλιάς και άρχων, «ο Θεός, που είναι η αρχή,
το μέσον και το τέλος του σύμπαντος, που το διατρέχει από τη φύση του απ’ άκρου
εις άκρον σε όλη του την έκταση. Τον ακολουθεί από πίσω η Δίκη, η τιμωρός όσων
παραβαίνουν τον θείο νόμο», την οποία εφαρμόζουμε όλοι εμείς οι άνθρωποι από τη
φύση μας προς όλους τους ανθρώπους, σαν να ήταν συμπολίτες μας.
Οι πηγές των
παραθεμάτων: Πλάτων, Τίμαιος 90a. άγνωστος τραγικός ποιητής, απόσπασμα 392
(έκδοση Nauck). Ευριπίδης, απόσπασμα 941. Πλάτων, Νόμοι 715e.
(μετάφραση Φιλολογική Ομάδα Κάκτου)
Ενδεικτικές
Δραστηριότητες
1. Ποια είναι η
θέση του Πλούταρχου για την έννοια της πατρίδας;
Ο
Πλούταρχος υποστηρίζει ότι η πατρίδα δεν είναι από τη φύση της ένας
συγκεκριμένος τόπος ούτε ταυτίζεται υποχρεωτικά με τη γενέτειρα, την πόλη ή
τη χώρα καταγωγής του ανθρώπου. Όπως ένα σπίτι, ένα χωράφι, ένα εργαστήριο ή
ένα ιατρείο αποκτούν αυτή την ονομασία ανάλογα με εκείνον που τα κατοικεί και
τα χρησιμοποιεί, έτσι και ένας τόπος ονομάζεται πατρίδα εξαιτίας της σχέσης που
αναπτύσσει μαζί του ο άνθρωπος και όχι επειδή διαθέτει εκ φύσεως αυτή την
ιδιότητα.
Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος δεν πρέπει να αισθάνεται δεσμευμένος αποκλειστικά από τα στενά γεωγραφικά όρια της ιδιαίτερης πατρίδας του. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι ακίνητη και ριζωμένη σε ένα σημείο, όπως ένα «φυτό της γης», αλλά συνδέεται με ολόκληρο τον κόσμο και το σύμπαν. Γι’ αυτό ο Πλούταρχος επικαλείται το παράδειγμα του Ηρακλή, για τον οποίο κάθε ελληνική πόλη μπορεί να είναι πατρίδα, και κυρίως του Σωκράτη, ο οποίος δεν αυτοπροσδιορίζεται μόνο ως Αθηναίος ή Έλληνας, αλλά ως «πολίτης του κόσμου».
Η αληθινή πατρίδα, επομένως, έχει οικουμενική διάσταση: τα όριά της είναι τα όρια του ουρανού και της γης. Μέσα σε αυτά κανείς δεν είναι πραγματικά εξόριστος, ξένος ή αλλοδαπός, επειδή όλοι οι άνθρωποι ζουν υπό τις ίδιες φυσικές συνθήκες —την ίδια φωτιά, το ίδιο νερό και τον ίδιο αέρα—, παρατηρούν τα ίδια ουράνια σώματα και υπάγονται στην ίδια κοσμική τάξη. Η κοινότητα αυτή δεν θεμελιώνεται στην καταγωγή ή στην πολιτική υπηκοότητα, αλλά στην κοινή ανθρώπινη φύση και στη συμμετοχή όλων στον ίδιο κόσμο.
Παράλληλα, ο Πλούταρχος θεωρεί ότι ο κόσμος διέπεται από έναν κοινό φυσικό και θείο νόμο. Ένας είναι ο ανώτατος άρχοντας, ο Θεός, και μία η Δίκη, η οποία εξασφαλίζει την τήρηση της παγκόσμιας τάξης. Εφόσον όλοι οι άνθρωποι υπάγονται στον ίδιο νόμο, συνδέονται μεταξύ τους ως συμπολίτες μιας ενιαίας κοσμόπολης. Έτσι, η έννοια της πατρίδας αποκτά πρωτίστως ηθικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο: δηλώνει την κοινότητα όλων των ανθρώπων και όχι την αποκλειστική προσκόλληση σε έναν τόπο.
Συμπερασματικά, για τον Πλούταρχο πατρίδα του ανθρώπου είναι τελικά ολόκληρος ο κόσμος. Η εξορία από τη γενέτειρα δεν αναιρεί την ουσιαστική συμμετοχή του σε αυτή την παγκόσμια κοινότητα, στην οποία όλοι είναι συμπολίτες χάρη στην κοινή φύση, στον κοινό λόγο και στον κοινό θείο νόμο. Η θέση αυτή εκφράζει καθαρά το ιδεώδες του στωικού κοσμοπολιτισμού και λειτουργεί συγχρόνως παρηγορητικά: ο εξόριστος δεν είναι άνθρωπος χωρίς πατρίδα, αλλά πολίτης μιας ευρύτερης και οικουμενικής πατρίδας.
2. Πώς στηρίζει
ο Πλούταρχος αυτή τη θέση του στις δύο πρώτες παραγράφους του αποσπάσματος;
Στις δύο
πρώτες παραγράφους ο Πλούταρχος στηρίζει τη θέση ότι η πατρίδα δεν είναι από
τη φύση της ένας ορισμένος τόπος, αλλά αποκτά το νόημά της από τη σχέση του
ανθρώπου με αυτόν. Χρησιμοποιεί διαδοχικά αναλογία, επίκληση σε αυθεντίες
και χαρακτηριστικά παραδείγματα, ώστε να οδηγήσει τον αναγνώστη από την
αμφισβήτηση της στενής τοπικής πατρίδας στην ιδέα της οικουμενικής πατρίδας.
1. Η αναλογία με τους χώρους που αποκτούν ιδιότητα από τη χρήση τους
Αρχικά υποστηρίζει ότι, όπως ένα σπίτι, ένα χωράφι, ένα εργαστήριο χαλκουργού ή ένα ιατρείο δεν είναι εκ φύσεως αυτό που ονομάζονται, αλλά γίνονται τέτοια ανάλογα με εκείνον που τα κατοικεί και τα χρησιμοποιεί, έτσι και κανένας τόπος δεν είναι από μόνος του πατρίδα. Με αυτή την αναλογία αναιρεί την αντίληψη ότι υπάρχει ένας αναγκαίος και αδιάρρηκτος φυσικός δεσμός ανάμεσα στον άνθρωπο και στη γενέτειρά του. Η πατρίδα παρουσιάζεται ως σχετική έννοια, που καθορίζεται από την ανθρώπινη εγκατάσταση, χρήση και επιλογή.
2. Η πλατωνική εικόνα του ανθρώπου ως «ουράνιου» όντος
Στη συνέχεια επικαλείται τον Πλάτωνα και παρουσιάζει τον άνθρωπο όχι ως «φυτό της γης», ακίνητο και ριζωμένο σε έναν τόπο, αλλά ως «ουράνιο» ον, του οποίου η κεφαλή στρέφει το σώμα προς τον ουρανό. Η μεταφορική αυτή εικόνα διευρύνει τον ορίζοντα του ανθρώπου: η αληθινή του αναφορά δεν είναι ένα περιορισμένο τμήμα γης, αλλά ο ευρύτερος κόσμος και το σύμπαν. Έτσι ενισχύεται φιλοσοφικά η απόρριψη της αποκλειστικής προσκόλλησης στη γενέτειρα.
3. Το παράδειγμα του Ηρακλή
Ο Πλούταρχος παραθέτει κατόπιν τα λόγια του Ηρακλή, ο οποίος δεν περιορίζει την ταυτότητά του σε μία πόλη, στο Άργος ή στη Θήβα, αλλά θεωρεί κάθε ελληνική πόλη πατρίδα του. Το παράδειγμα αποδυναμώνει τον τοπικισμό και δείχνει ότι η πατρίδα μπορεί να διευρυνθεί πέρα από τη γενέτειρα, ώστε να συμπεριλάβει μια ευρύτερη πολιτισμική κοινότητα.
4. Το παράδειγμα του Σωκράτη και η κορύφωση του συλλογισμού
Η επιχειρηματολογία κορυφώνεται με τον Σωκράτη, ο οποίος δεν δηλώνει απλώς Αθηναίος ή Έλληνας, αλλά «πολίτης του κόσμου». Ο Πλούταρχος χαρακτηρίζει αυτή τη διατύπωση ακόμη πιο εύστοχη, επειδή υπερβαίνει όχι μόνο τα όρια μιας πόλης αλλά και ολόκληρου του ελληνικού χώρου. Η αναφορά στα γεωγραφικά άκρα —Σούνιο, Ταίναρο και Ακροκεραύνια— κάνει συγκεκριμένα τα σύνορα που ο Σωκράτης αρνείται να θεωρήσει ως όρια της ανθρώπινης πατρίδας.
Τα επιχειρήματα σχηματίζουν επομένως μια σαφή κλιμάκωση: από τη διαπίστωση ότι κανένας τόπος δεν είναι εκ φύσεως πατρίδα, ο Πλούταρχος περνά στην πνευματική και ουράνια φύση του ανθρώπου, έπειτα στη διευρυμένη ελληνική πατρίδα του Ηρακλή και, τέλος, στην οικουμενική πατρίδα του Σωκράτη. Οι αναφορές στον Αρίστωνα, στον Πλάτωνα, στον Ηρακλή και στον Σωκράτη λειτουργούν συγχρόνως ως επίκληση στην αυθεντία και προσδίδουν κύρος στη θέση του.
Συμπερασματικά, ο Πλούταρχος στηρίζει τη θέση του με έναν προοδευτικά αναπτυσσόμενο συλλογισμό: αποδεικνύει ότι η πατρίδα είναι ανθρώπινος προσδιορισμός και όχι φυσική ιδιότητα ενός τόπου, παρουσιάζει τον άνθρωπο ως ον στραμμένο προς τον ουρανό και επιστρατεύει τα παραδείγματα του Ηρακλή και του Σωκράτη. Έτσι καταλήγει πειστικά από την ιδιαίτερη πόλη στην ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να θεωρεί πατρίδα του ολόκληρο τον κόσμο.
3. ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΟΑ Ο
φύλακας των κοπαδιών, ΧΧΧΙΙ
Ο Πορτογάλος συγγραφέας Fernando Pessoa (1888-1935) με το όνομα του Αλμπέρτο Καέιρο, ένα από τα πολλά που χρησιμοποιούσε, υπέγραψε την ποιητική ενότητα Φύλακας των κοπαδιών (1915). Είναι, όπως γράφει ο ίδιος, «ο Αργοναύτης των αληθινών αισθήσεων» και μαζί του «ζούμε, χωρίς να στοχαζόμαστε, την αντικειμενική πραγματικότητα του Σύμπαντος».
Χτες κατά τ’
απόγεμα ένας άνθρωπος της πόλης
μιλούσε στην πόρτα του μαγέρικου.
Μ’ εμένα μιλούσε επίσης.
Μιλούσε για τη δικαιοσύνη και για τον αγώνα ώστε να ’χουμε δικαιοσύνη
και για τους εργάτες που υποφέρουν
και για τη συνεχή εργασία και για ’κείνους που πεινούν
και για τους πλουσίους που γι’ αυτό έχουν πλάτες μονάχα.
Και προσέχοντάς με είδε δάκρυα στα μάτια μου
και χαμογέλασε μ’ ευγνωμοσύνη, κρίνοντας πως ένιωθα
το μίσος που ο ίδιος ένιωθε και τη συμπάθεια
που εκείνος έλεγε πως ένιωθε.
(Όμως εγώ ίσα-ίσα που τον άκουγα.
Τι με νοιάζουν εμένα οι άνθρωποι
κι ό,τι υποφέρουν ή υποθέτουν πως υποφέρουν;
Ας είσαστε σαν εμένα· δεν θα υποφέρατε.
Όλο το κακό του κόσμου προέρχεται από την έγνοια που έχουμε οι μεν για τους δε,
πότε για να κάνουμε καλό, πότε για να κάνουμε κακό.
Η ψυχή μας κι ο ουρανός κι η γη μάς φτάνουν.
Το να θέλουμε περισσότερα σημαίνει απώλειά τους και τη δυστυχία μας).
Εκείνο που σκεφτόμουν
ενόσω ο φίλος μας μιλούσε
(πράγμα που με συγκίνησε μέχρι δακρύων),
ήταν πως το μούρμουρο τ’ απόμακρο από τα κουδουνάκια
μέσα σ’ αυτό το δειλινό,
δεν έμοιαζε με τις καμπάνες σ’ ένα ξωκλήσι τόσο δα
όπου πήγαν να λειτουργηθούν τα λουλούδια κι οι νεροσυρμές
κι οι απλές ψυχές σαν τη δική μου.
(Ευλογημένος να ‘ναι ο Θεός γιατί καλός δεν είμαι
κι έχω τον εγωισμό τον φυσικό των λουλουδιών
και των ποταμιών που το δρόμο του ακολουθούν
μ’ έγνοια και δίχως γνώση,
με το άνθισμα μόνο και με τη συνέχιση της ροής.
Αυτή ‘ναι η μόνη αποστολή στον Κόσμο,
αυτή: να υπάρχεις ξεκάθαρα
και να ξέρεις να το κάνεις δίχως να το σκέφτεσαι).
Κι ο άνθρωπος σώπασε θωρώντας κατά τη δύση,
αλλά τι νοιάζει η δύση εκείνον που μισεί κι αγαπάει;
(μετάφραση Φ. Δ. Δρακονταειδής)
Ενδεικτική
Δραστηριότητα
Αφού μελετήσετε τα παραπάνω κείμενα, να εντοπίσετε τα σημεία στα οποία συγκλίνουν ή αποκλίνουν οι συγγραφείς ως προς τις βασικές αρχές των Στωικών (βλ. εισαγωγή 6ης Θεματικής Ενότητας).
Τα
κείμενα συγκλίνουν ή αποκλίνουν από βασικές αρχές της στωικής φιλοσοφίας, όπως
ο κοσμοπολιτισμός, η ενότητα όλων των ανθρώπων υπό έναν κοινό φυσικό
νόμο, η προτεραιότητα της αρετής απέναντι στην καταγωγή και στα
εξωτερικά αγαθά, η αυτάρκεια του ατόμου και η επιδίωξη εσωτερικής
γαλήνης. Τα δύο αποσπάσματα του Πλουτάρχου βρίσκονται πολύ κοντά σε αυτές τις
αρχές, ενώ το ποίημα του Φερνάντο Πεσσόα παρουσιάζει επιμέρους ομοιότητες αλλά
και ουσιαστικές αποκλίσεις.
1. Σημεία σύγκλισης στα κείμενα του Πλουτάρχου
Στο κείμενο για τον Αλέξανδρο προβάλλεται καθαρά η στωική ιδέα της κοσμόπολης. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να θεωρούνται συνδημότες και συμπολίτες, να έχουν κοινό τρόπο ζωής και να υπάγονται σε έναν κοινό νόμο. Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους παύει να στηρίζεται στην καταγωγή, στην ενδυμασία ή στον οπλισμό και μεταφέρεται στο ηθικό πεδίο: «Έλληνας» είναι ο ενάρετος και «βάρβαρος» ο φαύλος. Επομένως, προτεραιότητα έχει η κοινή ανθρώπινη φύση και η αρετή, όχι οι εθνικοί ή κοινωνικοί διαχωρισμοί.
Η ίδια αντίληψη αναπτύσσεται και στο Περί φυγῆς. Η πατρίδα δεν ταυτίζεται με έναν συγκεκριμένο γενέθλιο τόπο, αλλά διευρύνεται ώστε να περιλάβει ολόκληρο τον κόσμο. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται ως «πολίτης του κόσμου», ενώ όλοι οι άνθρωποι ζουν κάτω από τον ίδιο ουρανό, μοιράζονται τα ίδια φυσικά στοιχεία και υπακούουν στον ίδιο θείο και φυσικό νόμο. Έτσι καταργείται ουσιαστικά η διάκριση ανάμεσα σε ντόπιο, ξένο και εξόριστο. Η θέση αυτή συμφωνεί με τον στωικό κοσμοπολιτισμό και προσφέρει στο άτομο αίσθημα ασφάλειας μέσα σε μια παγκόσμια κοινότητα.
Τα δύο
κείμενα του Πλουτάρχου συγκλίνουν επίσης ως προς τον πρακτικό και ηθικό
προσανατολισμό της φιλοσοφίας. Η αξία του ανθρώπου εξαρτάται από την αρετή
και τη στάση ζωής του, όχι από εξωτερικούς προσδιορισμούς που δεν εξαρτώνται
από τον ίδιο, όπως η καταγωγή ή η απώλεια της ιδιαίτερης πατρίδας. Ειδικά το Περί
φυγῆς
λειτουργεί παρηγορητικά: ο εξόριστος μπορεί να μεταβάλει την οπτική του και να
στηριχθεί στην ιδιότητά του ως μέλους της παγκόσμιας ανθρώπινης κοινότητας.
2. Μερική
σύγκλιση του Πεσσόα με τις στωικές αρχές
Ο ποιητικός ομιλητής του Πεσσόα παρουσιάζει ορισμένες στάσεις που θυμίζουν τη στωική αυτάρκεια και την αδιαφορία για όσα δεν είναι αναγκαία. Υποστηρίζει ότι στον άνθρωπο αρκούν η ψυχή του, ο ουρανός και η γη, ενώ η επιθυμία για περισσότερα οδηγεί σε απώλεια και δυστυχία. Επιλέγει έναν απλό, φυσικό τρόπο ύπαρξης, όπως τα λουλούδια που ανθίζουν και τα ποτάμια που ακολουθούν τη ροή τους. Η αποδοχή της φυσικής τάξης, ο περιορισμός των επιθυμιών και η αναζήτηση γαλήνης μακριά από εξωτερικές φιλοδοξίες παρουσιάζουν αναλογίες με την εσωτερική αυτάρκεια, την αταραξία και την απεξάρτηση από τα εξωτερικά αγαθά που επιδιώκουν οι ελληνιστικές φιλοσοφίες.
3. Ουσιαστικές αποκλίσεις του Πεσσόα
Ωστόσο, η ομοιότητα αυτή είναι περιορισμένη. Το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει αδιαφορία για τους άλλους ανθρώπους και για όσα υποφέρουν και θεωρεί ότι το κακό προέρχεται από την αμοιβαία έγνοια, είτε αυτή αποβλέπει στο καλό είτε στο κακό. Η στάση αυτή αποκλίνει από τη στωική αντίληψη της οικείωσης, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αναγνωρίζει σταδιακά όλους τους άλλους ως συγγενείς και συμπολίτες του και αναλαμβάνει καθήκοντα απέναντί τους. Οι Στωικοί δεν ταυτίζουν την απάθεια με την κοινωνική αναλγησία: επιδιώκουν την απαλλαγή από τα άλογα πάθη, αλλά θεωρούν αναγκαία τη δικαιοσύνη, την ευεργεσία και τη συμμετοχή στην κοινότητα.
Επιπλέον, ο Πεσσόα προβάλλει μια σχεδόν ενστικτώδη και αστόχαστη ένωση με τη φύση: ιδανικό είναι να υπάρχει κανείς «ξεκάθαρα», όπως τα φυτά και τα ποτάμια, χωρίς να στοχάζεται την ύπαρξή του. Αντίθετα, για τους Στωικούς η ζωή σύμφωνα με τη φύση είναι πρωτίστως ζωή σύμφωνα με τον ορθό λόγο. Ο άνθρωπος οφείλει να κατανοεί τη λογική τάξη του κόσμου, να ασκεί την κρίση του και να επιλέγει συνειδητά την αρετή. Επομένως, η φυσικότητα του ποιήματος είναι περισσότερο αντιδιανοητική και ατομοκεντρική, ενώ η στωική φυσικότητα είναι λογική, ηθική και κοινωνική.
Συμπερασματικά, τα δύο κείμενα του Πλουτάρχου εκφράζουν με συνέπεια βασικές στωικές αρχές: την παγκόσμια συγγένεια των ανθρώπων, την υπαγωγή τους σε κοινό φυσικό νόμο, την υπεροχή της αρετής έναντι της καταγωγής και τη δυνατότητα του ατόμου να βρει ασφάλεια σε μια οικουμενική πατρίδα. Το ποίημα του Πεσσόα συγκλίνει μόνο ως προς την απλότητα, τον περιορισμό των επιθυμιών, την αυτάρκεια και την αποδοχή της φύσης. Αποκλίνει, όμως, επειδή απορρίπτει την έγνοια για τους άλλους και υποβαθμίζει τον ρόλο του λόγου, ενώ η στωική φιλοσοφία συνδυάζει την εσωτερική αυτοκυριαρχία με την κοινωνική ευθύνη και τη συνειδητή, έλλογη συμμετοχή στην κοινότητα όλων των ανθρώπων.
Εισαγωγή 6ης
Θεματικής Ενότητας
Η φιλοσοφία κατά τη μακρά διάρκεια των ελληνιστικών και των ελληνορωμαϊκών χρόνων υφίσταται πολλαπλούς μετασχηματισμούς. Η κρίση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, η μακεδονική κυριαρχία, ο θάνατος του Μ. Αλεξάνδρου και το άνοιγμα στις απέραντες επικράτειες των ελληνιστικών βασιλείων και, μετά, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας φέρνουν αλλαγές που επηρεάζουν σταδιακά τις συνθήκες παραγωγής της φιλοσοφίας, ως πεδίου στοχασμού και εκπαιδευτικών θεσμών και πρακτικής. Η φιλοσοφία ακολουθεί αυτό το γεωγραφικό άνοιγμα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο: η Αθήνα παραμένει κέντρο της φιλοσοφίας, όμως αναπτύσσονται νέα ισχυρά κέντρα, με πρώτη την Αλεξάνδρεια, η οποία συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της αμιγώς επιστημονικής έρευνας, και αργότερα τη Ρώμη, που ως πρωτεύουσα προσελκύει την πνευματική ελίτ της εποχής.
Στο εσωτερικό της φιλοσοφίας, οι συζητήσεις μοιάζει να γίνονται σε ένα διαρκές παρόν, σαν όλοι οι φιλόσοφοι να βρίσκονται μαζί στην ίδια πλατεία ή στο ίδιο συμπόσιο. Όμως η φιλοσοφία αποκτά πλέον ιστορία: οι διάφοροι φιλόσοφοι διεκδικούν για τον εαυτό τους ή και τις ιδέες τους όχι πρωτοτυπία αλλά παλαιότητα. Όλοι σχεδόν επικαλούνται κάποια διαδοχή ή καταγωγή από ξακουστούς ιδρυτές Σχολών· τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αργότερα τον Επίκουρο ή τον Ζήνωνα και, συχνότατα και για πολλούς λόγους, τον Σωκράτη. Τα ίδια τα φιλοσοφικά ερωτήματα έχουν ιστορία και όποιος τα ξαναθέτει οφείλει να λάβει υπόψη του τις πρώτες τους διατυπώσεις και τις μετέπειτα απαντήσεις.
Ως δραστηριότητα η φιλοσοφία αποκτά πολύ πιο έντονο σχολικό προσανατολισμό: το μεγαλύτερο μέρος της γίνεται μέσα στις ειδικές φιλοσοφικές σχολές που ιδρύονται σε πολλές πόλεις, άρα είναι κάτι που κυρίως διδάσκεται με μεθοδικό τρόπο. Αυτό δίνει στη φιλοσοφία βιβλιοκεντρικό χαρακτήρα: δάσκαλος και μαθητές διαβάζουν μαζί και εξηγούν τα κείμενα των μεγάλων φιλοσόφων της δικής τους Σχολής, και αρχίζουν να γράφουν υπομνήματα στα πιο σημαντικά έργα.
Υπάρχει, όμως, στα ελληνιστικά χρόνια και μια ουσιαστική αλλαγή προσανατολισμού που επηρεάζει τη φιλοσοφία. Όσο η αρχαία πόλις (στο πλαίσιο της οποίας ανέπτυξαν τον στοχασμό τους ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης) χάνει τη σημασία της ως πηγή και μέτρο των αξιών και επιβάλλεται η ισχύς των μεγάλων κρατών (των βασιλείων), ο πολίτης νιώθει ότι τα κοινά αποφασίζονται χωρίς τη συμμετοχή του, ότι η εξουσία έχει εκχωρηθεί στον μονάρχη, ότι η γνώση έχει σπάσει σε κομμάτια απρόσιτα σε όλους. Τι μένει στο άτομο; Πού θα βρει κάπου να στηριχθεί, για να μπορέσει να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή και να καταφέρει να ευτυχήσει, όσο αυτή κρατά;
Σε τέτοιες αγωνίες προσπαθούν να απαντήσουν οι καινούργιες φιλοσοφικές σχολές που ιδρύονται, με πιο σημαντικές τον επικούρειο Κήπο και τη Στοά. Θέλουν να προχωρήσουν πέρα από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, που τους εγκαλούν ότι κατασκεύασαν θεωρητικά σχήματα για να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα αλλά κατέληξαν να τα θεωρούν πιο αληθινά από αυτήν. Έτσι, ενώ οι σχολές αυτές συνεχίζουν να καλλιεργούν τη φυσική ή τη λογική (οι Στωικοί), η στόχευσή τους είναι κυρίως πρακτική: η θεμελίωση της ηθικής και η κατάκτηση της εὐδαιμονίας, του τελικού σκοπού της ανθρώπινης ζωής. Παρά τις διαφορές Επικουρείων και Στωικών, είναι φανερός και κοινός ο πρακτικο-ηθικός προσανατολισμός της φιλοσοφίας. Η εναλλακτική πρόταση ζωής που προβάλλουν οι ελληνιστικές σχολές γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, καθώς ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ανθρώπου. Μόνος εγγυητής, λοιπόν, για τον άνθρωπο μένει ο ίδιος του ο εαυτός. Γιατί, τι άλλο είναι δικό του; Η ιδιοκτησία; Οι συγγενείς και οι φίλοι; Οι γνωριμίες και η φήμη; Τίποτε από όλα αυτά, γιατί τίποτε από αυτά δεν εξαρτάται από εμάς. Επομένως, καλύτερα να δείχνουμε αδιαφορία προς τα εξωτερικά αγαθά, που δεν μπορούμε να τα εξασφαλίσουμε εύκολα· και να μην φανταζόμαστε ιδανικές πολιτείες, ούτε να αναλύουμε ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα, όπως έπραξαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Η αλλαγή που χρειάζεται ξεκινά από το ίδιο το άτομο –αυτό είναι, εξάλλου, το σωκρατικό δίδαγμα.
Ό,τι χρειάζεται το
άτομο, ψάχνει και το βρίσκει στον εαυτό του. Σ’ αυτόν μπορεί να στηρίξει τη ζωή
του, αυτόν επιμελείται, σ’ αυτόν λογοδοτεί. Τα ιδεώδη που προβλήθηκαν από τη
φιλοσοφία δείχνουν τον ατομοκεντρικό χαρακτήρα των σκοπών της: αυτάρκεια,
αταραξία, απονία, αδιαφορία. Ο ατομικισμός θα συμβαδίσει με έναν
νεοεμφανιζόμενο κοσμοπολιτισμό. Ο τόπος, η κατοικία του ανθρώπου δεν είναι ο
γενέθλιος τόπος του: ακόμη κι αν έχασε την πατρίδα του, ακόμη κι αν εξορίστηκε,
παρηγορείται μ’ έναν καινούργιο τρόπο: το να μην έχει πατρίδα είναι το ίδιο με
το να έχει πατρίδα όλο τον κόσμο. «Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή
κάποια στέγη. / Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία / έτοιμη να στεγάσει τη
ζωή μας», γράφει ο Κράτης (365-285 π.Χ.). Αυτή η αναγωγή σε μια παγκόσμια
πολιτεία ή στο σύμπαν μερικές φορές καθησυχάζει και παρέχει το αναγκαίο αίσθημα
ασφάλειας, νοηματοδοτεί μια ζωή που κυριαρχείται από το αίσθημα της αγωνίας,
της προσωρινότητας, της ανεστιότητας.
Μέχρι το τέλος της αρχαιότητας η φιλοσοφία είναι παρούσα, αλλά είναι πια πολύ διαφορετική από την πρώτη της εμφάνιση τον 6ο αι. π.Χ. Έχει διαλεχθεί, έχει συμβιώσει και έχει επηρεάσει τους χριστιανούς στοχαστές, που έμμεσα την καθιστούν σημαντικό παράγοντα κατά τη διαμόρφωση του θρησκευτικού δόγματος. Με τον νεοπλατωνισμό η φιλοσοφία σχεδόν γεφυρώνει το χάσμα της με τη θρησκεία, καθώς αναβαθμίζει τον ρόλο του μυστικιστικού στοιχείου, ενώ δεν αρκείται στην κατανόηση του σύμπαντος, αλλά επιθυμεί να συμβάλει στην ένωση της ανθρώπινης ψυχής με το Εν και στη σωτηρία της. Με έναν πιο πνευματικό τρόπο η φιλοσοφία παραμένει τρόπος ζωής.
Η αρχαία φιλοσοφία αυτής της μακράς περιόδου δεν μορφώνει απλώς γνωσιακά, μεταμορφώνει υπαρξιακά. Δεν προσφέρει κατ’ ανάγκην καινούργιες γνώσεις αλλά κυρίως κατανόηση –των πραγμάτων αλλά και των ορίων του ανθρώπινου λόγου (ως διάνοιας και γλώσσας). Ακόμη και όταν προσπαθεί να υπερβεί την αισθητή πραγματικότητα, και να κατασκευάσει νοητούς κόσμους, δεν μπορεί παρά να ξεκινά από αυτήν. Αν η φυσική και η μελέτη του κόσμου ξεπερνιέται από τη μεταφυσική και τη θεωρία του θεού, τελική απόβλεψη είναι η ανίχνευση του αιώνιου Ενός· είναι η ανάδειξη του θεϊκού στοιχείου μέσα στον άνθρωπο (όπως θα έλεγε ο Πλωτίνος), η ενδοκοσμική ομοίωσή του με τον θεό (όπως θα έλεγε ακόμη και ο Επίκουρος). Η φιλοσοφία στην αρχαιότητα δεν πραγματώνεται μόνο στα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη και στις εξειδικευμένες τεχνικές πραγματείες περί λογικής ή γνώσης, αλλά προχωρεί και χάρη στον έμπρακτο και κατορθωμένο φιλοσοφικό βίο –ενίοτε σχεδόν ταυτίζεται μαζί του. Είναι μία αἵρεσις βίου.
4. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΑΥΛΟΣ Επιστολές
Ο Παύλος απευθυνόμενος σε διαφορετικής φυλετικής σύνθεσης χριστιανικές κοινότητες κρατά μια στάση συμπερίληψης των διαφο-ρετικών εθίμων τους, αποδοχής των υπαρκτών διαφορών («ας κάνει καθένας ό,τι νομίζει σωστό»), και παράλληλα προβάλλει μια νέα οικουμενικότητα που δεν θεμελιώνεται σε κάποια εθνική ιδιομορφία αλλά στην ισότιμη σχέση και αναφορά όλων σε έναν Θεό.
Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. (Πρὸς Γαλάτας, 3.28)
Δεν υπάρχει πια
Ιουδαίος και ειδωλολάτρης, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας
και γυναίκα. όλοι σας είστε ένας, χάρη στον Ιησού Χριστό.
Θλῖψις καί στενοχωρία ἐπί πᾶσαν ψυχήν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τό
κακόν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καί Ἕλληνος· δόξα δέ καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι· οὐ γάρ ἔστι προσωποληψία
παρά τῷ Θεῷ. (Πρὸς Ρωμαίους, 2.10-11)
Θλίψη και
στενοχώρια περιμένουν κάθε άνθρωπο που υπηρετεί το κακό, πρώτα τον Ιουδαίο. αλλά
και τον εθνικό. Αντίθετα, δόξα, τιμή, και ειρήνη προσμένουν όποιον κάνει το
καλό, πρώτα τον Ιουδαίο αλλά και τον εθνικό. γιατί ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις.
(μετάφραση Γ.
Γαλίτης, Ι. Καραβιδόπουλος, Ι. Γαλάνης & Π. Βασιλειάδης)
Ενδεικτικές
Δραστηριότητες
1. Πού φαίνεται
η θεϊκή βούληση στο απόσπασμα του Απ. Παύλου; Να εντοπίσετε το
αντίστοιχο χωρίο στο κείμενο του Πλούταρχου.
Η θεϊκή
βούληση στο απόσπασμα του Αποστόλου Παύλου εκφράζεται ως βούληση ενότητας,
ισότητας και αμερόληπτης κρίσης όλων των ανθρώπων. Ο Θεός δεν αξιολογεί
τους ανθρώπους με βάση την εθνική καταγωγή, την κοινωνική θέση ή το φύλο τους,
αλλά με βάση τη σχέση τους με τον Χριστό και την ηθική ποιότητα των πράξεών
τους.
Στην Προς Γαλάτας επιστολή η θεϊκή βούληση φαίνεται στη φράση «πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Η ένταξη στη χριστιανική κοινότητα καταργεί ως κριτήρια ανωτερότητας τις διακρίσεις «Ἰουδαῖος – Ἕλλην», «δοῦλος – ἐλεύθερος» και «ἄρσεν – θῆλυ». Ο Παύλος δεν αρνείται ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να διαφέρουν ως προς την καταγωγή, την κοινωνική κατάσταση ή το φύλο· υποστηρίζει, όμως, ότι αυτές οι διαφορές δεν επηρεάζουν την πνευματική τους αξία ενώπιον του Θεού. Η θεϊκή βούληση αποβλέπει, επομένως, στη συγκρότηση μιας ενιαίας και ισότιμης κοινότητας πιστών.
Στην Προς
Ρωμαίους επιστολή η ίδια αρχή διατυπώνεται ακόμη σαφέστερα με τη
φράση «οὐ γάρ ἔστι
προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ». Ο Θεός
δεν μεροληπτεί υπέρ κάποιου λαού και δεν κρίνει με εξωτερικά ή συμβατικά
κριτήρια. Θλίψη περιμένει κάθε άνθρωπο που πράττει το κακό, ενώ δόξα, τιμή και
ειρήνη αποδίδονται σε κάθε άνθρωπο που πράττει το αγαθό, είτε είναι Ιουδαίος
είτε Έλληνας. Άρα, η θεϊκή δικαιοσύνη είναι καθολική, αμερόληπτη και
θεμελιώνεται αποκλειστικά στην ηθική συμπεριφορά.
Το
αντίστοιχο χωρίο στο κείμενο του Πλουτάρχου είναι εκείνο στο οποίο ο
Αλέξανδρος παρουσιάζεται να θεωρεί τον εαυτό του θεόσταλτο ενοποιητή: «κοινός
ἥκειν
θεόθεν ἁρμοστής καί διαλλακτής τῶν ὅλων
νομίζων», δηλαδή πίστευε ότι είχε έρθει από τον θεό ως κοινός
ρυθμιστής και συμφιλιωτής όλων. Η έκφραση «θεόθεν» δηλώνει ότι η αποστολή της
συνένωσης και της συμφιλίωσης των λαών αποδίδεται σε θεϊκή προέλευση και
νομιμοποίηση.
Η θεϊκή
αποστολή εξειδικεύεται αμέσως μετά στις αρχές «πατρίδα μέν τήν οἰκουμένην
[…] συγγενεῖς δέ τούς ἀγαθούς, ἀλλοφύλους
δέ τούς πονηρούς» και «τό μέν Ἑλληνικόν ἀρετῇ τό δέ
βαρβαρικόν κακίᾳ τεκμαίρεσθαι». Όλοι
καλούνται να θεωρούν κοινή πατρίδα την οικουμένη και να διακρίνουν τους
ανθρώπους όχι από την εθνικότητά τους, αλλά από την αρετή ή την κακία τους. Το
σημείο αυτό αντιστοιχεί ιδιαίτερα στο «οὐ γάρ ἔστι
προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ», αφού
και στα δύο κείμενα η καταγωγή υποχωρεί μπροστά στο ηθικό κριτήριο.
Συμπερασματικά, στον
Παύλο η θεϊκή βούληση εκδηλώνεται με την πνευματική ενότητα όλων «ἐν Χριστῷ» και με
την αμερόληπτη ανταπόδοση του αγαθού και του κακού. Στον Πλούταρχο εκφράζεται
ως θεόσταλτη αποστολή του Αλεξάνδρου να συμφιλιώσει τους λαούς και να τους
ενώσει σε μία οικουμένη, όπου το ουσιαστικό μέτρο διάκρισης δεν είναι η εθνική
ταυτότητα αλλά η ηθική αξία. Η κοινή ιδέα είναι η υπέρβαση των ανθρώπινων
διαχωρισμών και η ισότιμη ηθική αξιολόγηση όλων· η διαφορά είναι ότι στον
Παύλο η ενότητα θεμελιώνεται άμεσα στον Χριστό και στην κρίση του Θεού, ενώ
στον Πλούταρχο πραγματώνεται, σύμφωνα με την εξιδανικευμένη αφήγηση, μέσω της
θεόσταλτης πολιτικής αποστολής του Αλεξάνδρου.
2. Ποιο πρέπει
να είναι το βασικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων, ώστε να αντιμετωπιστούν ισότιμα
από τον Θεό;
Το βασικό
χαρακτηριστικό που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι, ώστε να αντιμετωπιστούν ισότιμα
από τον Θεό, είναι η ηθική αγαθότητα, η οποία εκδηλώνεται έμπρακτα με
την επιλογή και την τέλεση του καλού. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει ότι ο Θεός δεν
αξιολογεί τον άνθρωπο με βάση την εθνική καταγωγή, την κοινωνική θέση ή το φύλο
του, αλλά με βάση την πνευματική και ηθική του στάση.
Στην Προς Ρωμαίους επιστολή η θέση αυτή διατυπώνεται καθαρά: «δόξα δέ καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν» και «οὐ γάρ ἔστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ». Όποιος πράττει το αγαθό ανταμείβεται από τον Θεό, είτε είναι Ιουδαίος είτε Έλληνας, ενώ όποιος υπηρετεί το κακό αντιμετωπίζει τις συνέπειες των πράξεών του. Επομένως, το αποφασιστικό κριτήριο είναι η έμπρακτη προσήλωση στο αγαθό και όχι η ένταξη σε έναν προνομιούχο λαό ή σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα.
Στην Προς
Γαλάτας επιστολή ο Παύλος συμπληρώνει ότι όλοι είναι «εἷς […] ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Η
κοινή πίστη και η ένωση με τον Χριστό θεμελιώνουν την πνευματική ισότητα και
καταργούν κάθε αξιακή διάκριση ανάμεσα σε Ιουδαίο και Έλληνα, δούλο και
ελεύθερο, άνδρα και γυναίκα. Η πίστη αυτή, όμως, δεν αποτελεί απλώς μια τυπική
ιδιότητα· εκφράζεται σε τρόπο ζωής σύμφωνο με το αγαθό, τη δικαιοσύνη και την
αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Η
αντίληψη αυτή παρουσιάζει αναλογία με το κείμενο του Πλουτάρχου, όπου οι
άνθρωποι δεν πρέπει να διακρίνονται από την εθνικότητα ή τα εξωτερικά τους
γνωρίσματα, αλλά από την αρετή ή την κακία τους: συγγενείς
θεωρούνται οι αγαθοί και αλλόφυλοι οι πονηροί. Και στα δύο κείμενα, επομένως, η
ηθική ποιότητα υπερισχύει της καταγωγής, αν και στον Παύλο η ισότητα
θεμελιώνεται ειδικότερα στην κοινή αναφορά όλων στον Θεό και στον Χριστό.
Συμπερασματικά, για να αντιμετωπιστούν οι άνθρωποι ισότιμα από τον Θεό, πρέπει να χαρακτηρίζονται από πίστη που εκδηλώνεται με αγαθή και δίκαιη συμπεριφορά. Ο Θεός είναι αμερόληπτος και κρίνει όλους με το ίδιο ηθικό μέτρο· δεν υπολογίζει την καταγωγή, την κοινωνική θέση ή το φύλο, αλλά το αν ο άνθρωπος επιλέγει και πράττει το καλό.
(μετάφραση Φιλολογική Ομάδα Κάκτου)
Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος δεν πρέπει να αισθάνεται δεσμευμένος αποκλειστικά από τα στενά γεωγραφικά όρια της ιδιαίτερης πατρίδας του. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι ακίνητη και ριζωμένη σε ένα σημείο, όπως ένα «φυτό της γης», αλλά συνδέεται με ολόκληρο τον κόσμο και το σύμπαν. Γι’ αυτό ο Πλούταρχος επικαλείται το παράδειγμα του Ηρακλή, για τον οποίο κάθε ελληνική πόλη μπορεί να είναι πατρίδα, και κυρίως του Σωκράτη, ο οποίος δεν αυτοπροσδιορίζεται μόνο ως Αθηναίος ή Έλληνας, αλλά ως «πολίτης του κόσμου».
Η αληθινή πατρίδα, επομένως, έχει οικουμενική διάσταση: τα όριά της είναι τα όρια του ουρανού και της γης. Μέσα σε αυτά κανείς δεν είναι πραγματικά εξόριστος, ξένος ή αλλοδαπός, επειδή όλοι οι άνθρωποι ζουν υπό τις ίδιες φυσικές συνθήκες —την ίδια φωτιά, το ίδιο νερό και τον ίδιο αέρα—, παρατηρούν τα ίδια ουράνια σώματα και υπάγονται στην ίδια κοσμική τάξη. Η κοινότητα αυτή δεν θεμελιώνεται στην καταγωγή ή στην πολιτική υπηκοότητα, αλλά στην κοινή ανθρώπινη φύση και στη συμμετοχή όλων στον ίδιο κόσμο.
Παράλληλα, ο Πλούταρχος θεωρεί ότι ο κόσμος διέπεται από έναν κοινό φυσικό και θείο νόμο. Ένας είναι ο ανώτατος άρχοντας, ο Θεός, και μία η Δίκη, η οποία εξασφαλίζει την τήρηση της παγκόσμιας τάξης. Εφόσον όλοι οι άνθρωποι υπάγονται στον ίδιο νόμο, συνδέονται μεταξύ τους ως συμπολίτες μιας ενιαίας κοσμόπολης. Έτσι, η έννοια της πατρίδας αποκτά πρωτίστως ηθικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο: δηλώνει την κοινότητα όλων των ανθρώπων και όχι την αποκλειστική προσκόλληση σε έναν τόπο.
Συμπερασματικά, για τον Πλούταρχο πατρίδα του ανθρώπου είναι τελικά ολόκληρος ο κόσμος. Η εξορία από τη γενέτειρα δεν αναιρεί την ουσιαστική συμμετοχή του σε αυτή την παγκόσμια κοινότητα, στην οποία όλοι είναι συμπολίτες χάρη στην κοινή φύση, στον κοινό λόγο και στον κοινό θείο νόμο. Η θέση αυτή εκφράζει καθαρά το ιδεώδες του στωικού κοσμοπολιτισμού και λειτουργεί συγχρόνως παρηγορητικά: ο εξόριστος δεν είναι άνθρωπος χωρίς πατρίδα, αλλά πολίτης μιας ευρύτερης και οικουμενικής πατρίδας.
1. Η αναλογία με τους χώρους που αποκτούν ιδιότητα από τη χρήση τους
Αρχικά υποστηρίζει ότι, όπως ένα σπίτι, ένα χωράφι, ένα εργαστήριο χαλκουργού ή ένα ιατρείο δεν είναι εκ φύσεως αυτό που ονομάζονται, αλλά γίνονται τέτοια ανάλογα με εκείνον που τα κατοικεί και τα χρησιμοποιεί, έτσι και κανένας τόπος δεν είναι από μόνος του πατρίδα. Με αυτή την αναλογία αναιρεί την αντίληψη ότι υπάρχει ένας αναγκαίος και αδιάρρηκτος φυσικός δεσμός ανάμεσα στον άνθρωπο και στη γενέτειρά του. Η πατρίδα παρουσιάζεται ως σχετική έννοια, που καθορίζεται από την ανθρώπινη εγκατάσταση, χρήση και επιλογή.
2. Η πλατωνική εικόνα του ανθρώπου ως «ουράνιου» όντος
Στη συνέχεια επικαλείται τον Πλάτωνα και παρουσιάζει τον άνθρωπο όχι ως «φυτό της γης», ακίνητο και ριζωμένο σε έναν τόπο, αλλά ως «ουράνιο» ον, του οποίου η κεφαλή στρέφει το σώμα προς τον ουρανό. Η μεταφορική αυτή εικόνα διευρύνει τον ορίζοντα του ανθρώπου: η αληθινή του αναφορά δεν είναι ένα περιορισμένο τμήμα γης, αλλά ο ευρύτερος κόσμος και το σύμπαν. Έτσι ενισχύεται φιλοσοφικά η απόρριψη της αποκλειστικής προσκόλλησης στη γενέτειρα.
3. Το παράδειγμα του Ηρακλή
Ο Πλούταρχος παραθέτει κατόπιν τα λόγια του Ηρακλή, ο οποίος δεν περιορίζει την ταυτότητά του σε μία πόλη, στο Άργος ή στη Θήβα, αλλά θεωρεί κάθε ελληνική πόλη πατρίδα του. Το παράδειγμα αποδυναμώνει τον τοπικισμό και δείχνει ότι η πατρίδα μπορεί να διευρυνθεί πέρα από τη γενέτειρα, ώστε να συμπεριλάβει μια ευρύτερη πολιτισμική κοινότητα.
4. Το παράδειγμα του Σωκράτη και η κορύφωση του συλλογισμού
Η επιχειρηματολογία κορυφώνεται με τον Σωκράτη, ο οποίος δεν δηλώνει απλώς Αθηναίος ή Έλληνας, αλλά «πολίτης του κόσμου». Ο Πλούταρχος χαρακτηρίζει αυτή τη διατύπωση ακόμη πιο εύστοχη, επειδή υπερβαίνει όχι μόνο τα όρια μιας πόλης αλλά και ολόκληρου του ελληνικού χώρου. Η αναφορά στα γεωγραφικά άκρα —Σούνιο, Ταίναρο και Ακροκεραύνια— κάνει συγκεκριμένα τα σύνορα που ο Σωκράτης αρνείται να θεωρήσει ως όρια της ανθρώπινης πατρίδας.
Τα επιχειρήματα σχηματίζουν επομένως μια σαφή κλιμάκωση: από τη διαπίστωση ότι κανένας τόπος δεν είναι εκ φύσεως πατρίδα, ο Πλούταρχος περνά στην πνευματική και ουράνια φύση του ανθρώπου, έπειτα στη διευρυμένη ελληνική πατρίδα του Ηρακλή και, τέλος, στην οικουμενική πατρίδα του Σωκράτη. Οι αναφορές στον Αρίστωνα, στον Πλάτωνα, στον Ηρακλή και στον Σωκράτη λειτουργούν συγχρόνως ως επίκληση στην αυθεντία και προσδίδουν κύρος στη θέση του.
Συμπερασματικά, ο Πλούταρχος στηρίζει τη θέση του με έναν προοδευτικά αναπτυσσόμενο συλλογισμό: αποδεικνύει ότι η πατρίδα είναι ανθρώπινος προσδιορισμός και όχι φυσική ιδιότητα ενός τόπου, παρουσιάζει τον άνθρωπο ως ον στραμμένο προς τον ουρανό και επιστρατεύει τα παραδείγματα του Ηρακλή και του Σωκράτη. Έτσι καταλήγει πειστικά από την ιδιαίτερη πόλη στην ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να θεωρεί πατρίδα του ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Πορτογάλος συγγραφέας Fernando Pessoa (1888-1935) με το όνομα του Αλμπέρτο Καέιρο, ένα από τα πολλά που χρησιμοποιούσε, υπέγραψε την ποιητική ενότητα Φύλακας των κοπαδιών (1915). Είναι, όπως γράφει ο ίδιος, «ο Αργοναύτης των αληθινών αισθήσεων» και μαζί του «ζούμε, χωρίς να στοχαζόμαστε, την αντικειμενική πραγματικότητα του Σύμπαντος».
μιλούσε στην πόρτα του μαγέρικου.
Μ’ εμένα μιλούσε επίσης.
Μιλούσε για τη δικαιοσύνη και για τον αγώνα ώστε να ’χουμε δικαιοσύνη
και για τους εργάτες που υποφέρουν
και για τη συνεχή εργασία και για ’κείνους που πεινούν
και για τους πλουσίους που γι’ αυτό έχουν πλάτες μονάχα.
Και προσέχοντάς με είδε δάκρυα στα μάτια μου
και χαμογέλασε μ’ ευγνωμοσύνη, κρίνοντας πως ένιωθα
το μίσος που ο ίδιος ένιωθε και τη συμπάθεια
που εκείνος έλεγε πως ένιωθε.
(Όμως εγώ ίσα-ίσα που τον άκουγα.
Τι με νοιάζουν εμένα οι άνθρωποι
κι ό,τι υποφέρουν ή υποθέτουν πως υποφέρουν;
Ας είσαστε σαν εμένα· δεν θα υποφέρατε.
Όλο το κακό του κόσμου προέρχεται από την έγνοια που έχουμε οι μεν για τους δε,
πότε για να κάνουμε καλό, πότε για να κάνουμε κακό.
Η ψυχή μας κι ο ουρανός κι η γη μάς φτάνουν.
Το να θέλουμε περισσότερα σημαίνει απώλειά τους και τη δυστυχία μας).
Εκείνο που σκεφτόμουν
ενόσω ο φίλος μας μιλούσε
(πράγμα που με συγκίνησε μέχρι δακρύων),
ήταν πως το μούρμουρο τ’ απόμακρο από τα κουδουνάκια
μέσα σ’ αυτό το δειλινό,
δεν έμοιαζε με τις καμπάνες σ’ ένα ξωκλήσι τόσο δα
όπου πήγαν να λειτουργηθούν τα λουλούδια κι οι νεροσυρμές
κι οι απλές ψυχές σαν τη δική μου.
(Ευλογημένος να ‘ναι ο Θεός γιατί καλός δεν είμαι
κι έχω τον εγωισμό τον φυσικό των λουλουδιών
και των ποταμιών που το δρόμο του ακολουθούν
μ’ έγνοια και δίχως γνώση,
με το άνθισμα μόνο και με τη συνέχιση της ροής.
Αυτή ‘ναι η μόνη αποστολή στον Κόσμο,
αυτή: να υπάρχεις ξεκάθαρα
και να ξέρεις να το κάνεις δίχως να το σκέφτεσαι).
Κι ο άνθρωπος σώπασε θωρώντας κατά τη δύση,
αλλά τι νοιάζει η δύση εκείνον που μισεί κι αγαπάει;
(μετάφραση Φ. Δ. Δρακονταειδής)
Αφού μελετήσετε τα παραπάνω κείμενα, να εντοπίσετε τα σημεία στα οποία συγκλίνουν ή αποκλίνουν οι συγγραφείς ως προς τις βασικές αρχές των Στωικών (βλ. εισαγωγή 6ης Θεματικής Ενότητας).
1. Σημεία σύγκλισης στα κείμενα του Πλουτάρχου
Στο κείμενο για τον Αλέξανδρο προβάλλεται καθαρά η στωική ιδέα της κοσμόπολης. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να θεωρούνται συνδημότες και συμπολίτες, να έχουν κοινό τρόπο ζωής και να υπάγονται σε έναν κοινό νόμο. Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους παύει να στηρίζεται στην καταγωγή, στην ενδυμασία ή στον οπλισμό και μεταφέρεται στο ηθικό πεδίο: «Έλληνας» είναι ο ενάρετος και «βάρβαρος» ο φαύλος. Επομένως, προτεραιότητα έχει η κοινή ανθρώπινη φύση και η αρετή, όχι οι εθνικοί ή κοινωνικοί διαχωρισμοί.
Η ίδια αντίληψη αναπτύσσεται και στο Περί φυγῆς. Η πατρίδα δεν ταυτίζεται με έναν συγκεκριμένο γενέθλιο τόπο, αλλά διευρύνεται ώστε να περιλάβει ολόκληρο τον κόσμο. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται ως «πολίτης του κόσμου», ενώ όλοι οι άνθρωποι ζουν κάτω από τον ίδιο ουρανό, μοιράζονται τα ίδια φυσικά στοιχεία και υπακούουν στον ίδιο θείο και φυσικό νόμο. Έτσι καταργείται ουσιαστικά η διάκριση ανάμεσα σε ντόπιο, ξένο και εξόριστο. Η θέση αυτή συμφωνεί με τον στωικό κοσμοπολιτισμό και προσφέρει στο άτομο αίσθημα ασφάλειας μέσα σε μια παγκόσμια κοινότητα.
Ο ποιητικός ομιλητής του Πεσσόα παρουσιάζει ορισμένες στάσεις που θυμίζουν τη στωική αυτάρκεια και την αδιαφορία για όσα δεν είναι αναγκαία. Υποστηρίζει ότι στον άνθρωπο αρκούν η ψυχή του, ο ουρανός και η γη, ενώ η επιθυμία για περισσότερα οδηγεί σε απώλεια και δυστυχία. Επιλέγει έναν απλό, φυσικό τρόπο ύπαρξης, όπως τα λουλούδια που ανθίζουν και τα ποτάμια που ακολουθούν τη ροή τους. Η αποδοχή της φυσικής τάξης, ο περιορισμός των επιθυμιών και η αναζήτηση γαλήνης μακριά από εξωτερικές φιλοδοξίες παρουσιάζουν αναλογίες με την εσωτερική αυτάρκεια, την αταραξία και την απεξάρτηση από τα εξωτερικά αγαθά που επιδιώκουν οι ελληνιστικές φιλοσοφίες.
3. Ουσιαστικές αποκλίσεις του Πεσσόα
Ωστόσο, η ομοιότητα αυτή είναι περιορισμένη. Το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει αδιαφορία για τους άλλους ανθρώπους και για όσα υποφέρουν και θεωρεί ότι το κακό προέρχεται από την αμοιβαία έγνοια, είτε αυτή αποβλέπει στο καλό είτε στο κακό. Η στάση αυτή αποκλίνει από τη στωική αντίληψη της οικείωσης, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αναγνωρίζει σταδιακά όλους τους άλλους ως συγγενείς και συμπολίτες του και αναλαμβάνει καθήκοντα απέναντί τους. Οι Στωικοί δεν ταυτίζουν την απάθεια με την κοινωνική αναλγησία: επιδιώκουν την απαλλαγή από τα άλογα πάθη, αλλά θεωρούν αναγκαία τη δικαιοσύνη, την ευεργεσία και τη συμμετοχή στην κοινότητα.
Επιπλέον, ο Πεσσόα προβάλλει μια σχεδόν ενστικτώδη και αστόχαστη ένωση με τη φύση: ιδανικό είναι να υπάρχει κανείς «ξεκάθαρα», όπως τα φυτά και τα ποτάμια, χωρίς να στοχάζεται την ύπαρξή του. Αντίθετα, για τους Στωικούς η ζωή σύμφωνα με τη φύση είναι πρωτίστως ζωή σύμφωνα με τον ορθό λόγο. Ο άνθρωπος οφείλει να κατανοεί τη λογική τάξη του κόσμου, να ασκεί την κρίση του και να επιλέγει συνειδητά την αρετή. Επομένως, η φυσικότητα του ποιήματος είναι περισσότερο αντιδιανοητική και ατομοκεντρική, ενώ η στωική φυσικότητα είναι λογική, ηθική και κοινωνική.
Συμπερασματικά, τα δύο κείμενα του Πλουτάρχου εκφράζουν με συνέπεια βασικές στωικές αρχές: την παγκόσμια συγγένεια των ανθρώπων, την υπαγωγή τους σε κοινό φυσικό νόμο, την υπεροχή της αρετής έναντι της καταγωγής και τη δυνατότητα του ατόμου να βρει ασφάλεια σε μια οικουμενική πατρίδα. Το ποίημα του Πεσσόα συγκλίνει μόνο ως προς την απλότητα, τον περιορισμό των επιθυμιών, την αυτάρκεια και την αποδοχή της φύσης. Αποκλίνει, όμως, επειδή απορρίπτει την έγνοια για τους άλλους και υποβαθμίζει τον ρόλο του λόγου, ενώ η στωική φιλοσοφία συνδυάζει την εσωτερική αυτοκυριαρχία με την κοινωνική ευθύνη και τη συνειδητή, έλλογη συμμετοχή στην κοινότητα όλων των ανθρώπων.
Η φιλοσοφία κατά τη μακρά διάρκεια των ελληνιστικών και των ελληνορωμαϊκών χρόνων υφίσταται πολλαπλούς μετασχηματισμούς. Η κρίση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, η μακεδονική κυριαρχία, ο θάνατος του Μ. Αλεξάνδρου και το άνοιγμα στις απέραντες επικράτειες των ελληνιστικών βασιλείων και, μετά, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας φέρνουν αλλαγές που επηρεάζουν σταδιακά τις συνθήκες παραγωγής της φιλοσοφίας, ως πεδίου στοχασμού και εκπαιδευτικών θεσμών και πρακτικής. Η φιλοσοφία ακολουθεί αυτό το γεωγραφικό άνοιγμα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο: η Αθήνα παραμένει κέντρο της φιλοσοφίας, όμως αναπτύσσονται νέα ισχυρά κέντρα, με πρώτη την Αλεξάνδρεια, η οποία συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της αμιγώς επιστημονικής έρευνας, και αργότερα τη Ρώμη, που ως πρωτεύουσα προσελκύει την πνευματική ελίτ της εποχής.
Στο εσωτερικό της φιλοσοφίας, οι συζητήσεις μοιάζει να γίνονται σε ένα διαρκές παρόν, σαν όλοι οι φιλόσοφοι να βρίσκονται μαζί στην ίδια πλατεία ή στο ίδιο συμπόσιο. Όμως η φιλοσοφία αποκτά πλέον ιστορία: οι διάφοροι φιλόσοφοι διεκδικούν για τον εαυτό τους ή και τις ιδέες τους όχι πρωτοτυπία αλλά παλαιότητα. Όλοι σχεδόν επικαλούνται κάποια διαδοχή ή καταγωγή από ξακουστούς ιδρυτές Σχολών· τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αργότερα τον Επίκουρο ή τον Ζήνωνα και, συχνότατα και για πολλούς λόγους, τον Σωκράτη. Τα ίδια τα φιλοσοφικά ερωτήματα έχουν ιστορία και όποιος τα ξαναθέτει οφείλει να λάβει υπόψη του τις πρώτες τους διατυπώσεις και τις μετέπειτα απαντήσεις.
Ως δραστηριότητα η φιλοσοφία αποκτά πολύ πιο έντονο σχολικό προσανατολισμό: το μεγαλύτερο μέρος της γίνεται μέσα στις ειδικές φιλοσοφικές σχολές που ιδρύονται σε πολλές πόλεις, άρα είναι κάτι που κυρίως διδάσκεται με μεθοδικό τρόπο. Αυτό δίνει στη φιλοσοφία βιβλιοκεντρικό χαρακτήρα: δάσκαλος και μαθητές διαβάζουν μαζί και εξηγούν τα κείμενα των μεγάλων φιλοσόφων της δικής τους Σχολής, και αρχίζουν να γράφουν υπομνήματα στα πιο σημαντικά έργα.
Υπάρχει, όμως, στα ελληνιστικά χρόνια και μια ουσιαστική αλλαγή προσανατολισμού που επηρεάζει τη φιλοσοφία. Όσο η αρχαία πόλις (στο πλαίσιο της οποίας ανέπτυξαν τον στοχασμό τους ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης) χάνει τη σημασία της ως πηγή και μέτρο των αξιών και επιβάλλεται η ισχύς των μεγάλων κρατών (των βασιλείων), ο πολίτης νιώθει ότι τα κοινά αποφασίζονται χωρίς τη συμμετοχή του, ότι η εξουσία έχει εκχωρηθεί στον μονάρχη, ότι η γνώση έχει σπάσει σε κομμάτια απρόσιτα σε όλους. Τι μένει στο άτομο; Πού θα βρει κάπου να στηριχθεί, για να μπορέσει να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή και να καταφέρει να ευτυχήσει, όσο αυτή κρατά;
Σε τέτοιες αγωνίες προσπαθούν να απαντήσουν οι καινούργιες φιλοσοφικές σχολές που ιδρύονται, με πιο σημαντικές τον επικούρειο Κήπο και τη Στοά. Θέλουν να προχωρήσουν πέρα από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, που τους εγκαλούν ότι κατασκεύασαν θεωρητικά σχήματα για να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα αλλά κατέληξαν να τα θεωρούν πιο αληθινά από αυτήν. Έτσι, ενώ οι σχολές αυτές συνεχίζουν να καλλιεργούν τη φυσική ή τη λογική (οι Στωικοί), η στόχευσή τους είναι κυρίως πρακτική: η θεμελίωση της ηθικής και η κατάκτηση της εὐδαιμονίας, του τελικού σκοπού της ανθρώπινης ζωής. Παρά τις διαφορές Επικουρείων και Στωικών, είναι φανερός και κοινός ο πρακτικο-ηθικός προσανατολισμός της φιλοσοφίας. Η εναλλακτική πρόταση ζωής που προβάλλουν οι ελληνιστικές σχολές γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, καθώς ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ανθρώπου. Μόνος εγγυητής, λοιπόν, για τον άνθρωπο μένει ο ίδιος του ο εαυτός. Γιατί, τι άλλο είναι δικό του; Η ιδιοκτησία; Οι συγγενείς και οι φίλοι; Οι γνωριμίες και η φήμη; Τίποτε από όλα αυτά, γιατί τίποτε από αυτά δεν εξαρτάται από εμάς. Επομένως, καλύτερα να δείχνουμε αδιαφορία προς τα εξωτερικά αγαθά, που δεν μπορούμε να τα εξασφαλίσουμε εύκολα· και να μην φανταζόμαστε ιδανικές πολιτείες, ούτε να αναλύουμε ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα, όπως έπραξαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Η αλλαγή που χρειάζεται ξεκινά από το ίδιο το άτομο –αυτό είναι, εξάλλου, το σωκρατικό δίδαγμα.
Μέχρι το τέλος της αρχαιότητας η φιλοσοφία είναι παρούσα, αλλά είναι πια πολύ διαφορετική από την πρώτη της εμφάνιση τον 6ο αι. π.Χ. Έχει διαλεχθεί, έχει συμβιώσει και έχει επηρεάσει τους χριστιανούς στοχαστές, που έμμεσα την καθιστούν σημαντικό παράγοντα κατά τη διαμόρφωση του θρησκευτικού δόγματος. Με τον νεοπλατωνισμό η φιλοσοφία σχεδόν γεφυρώνει το χάσμα της με τη θρησκεία, καθώς αναβαθμίζει τον ρόλο του μυστικιστικού στοιχείου, ενώ δεν αρκείται στην κατανόηση του σύμπαντος, αλλά επιθυμεί να συμβάλει στην ένωση της ανθρώπινης ψυχής με το Εν και στη σωτηρία της. Με έναν πιο πνευματικό τρόπο η φιλοσοφία παραμένει τρόπος ζωής.
Η αρχαία φιλοσοφία αυτής της μακράς περιόδου δεν μορφώνει απλώς γνωσιακά, μεταμορφώνει υπαρξιακά. Δεν προσφέρει κατ’ ανάγκην καινούργιες γνώσεις αλλά κυρίως κατανόηση –των πραγμάτων αλλά και των ορίων του ανθρώπινου λόγου (ως διάνοιας και γλώσσας). Ακόμη και όταν προσπαθεί να υπερβεί την αισθητή πραγματικότητα, και να κατασκευάσει νοητούς κόσμους, δεν μπορεί παρά να ξεκινά από αυτήν. Αν η φυσική και η μελέτη του κόσμου ξεπερνιέται από τη μεταφυσική και τη θεωρία του θεού, τελική απόβλεψη είναι η ανίχνευση του αιώνιου Ενός· είναι η ανάδειξη του θεϊκού στοιχείου μέσα στον άνθρωπο (όπως θα έλεγε ο Πλωτίνος), η ενδοκοσμική ομοίωσή του με τον θεό (όπως θα έλεγε ακόμη και ο Επίκουρος). Η φιλοσοφία στην αρχαιότητα δεν πραγματώνεται μόνο στα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη και στις εξειδικευμένες τεχνικές πραγματείες περί λογικής ή γνώσης, αλλά προχωρεί και χάρη στον έμπρακτο και κατορθωμένο φιλοσοφικό βίο –ενίοτε σχεδόν ταυτίζεται μαζί του. Είναι μία αἵρεσις βίου.
Ο Παύλος απευθυνόμενος σε διαφορετικής φυλετικής σύνθεσης χριστιανικές κοινότητες κρατά μια στάση συμπερίληψης των διαφο-ρετικών εθίμων τους, αποδοχής των υπαρκτών διαφορών («ας κάνει καθένας ό,τι νομίζει σωστό»), και παράλληλα προβάλλει μια νέα οικουμενικότητα που δεν θεμελιώνεται σε κάποια εθνική ιδιομορφία αλλά στην ισότιμη σχέση και αναφορά όλων σε έναν Θεό.
Στην Προς Γαλάτας επιστολή η θεϊκή βούληση φαίνεται στη φράση «πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Η ένταξη στη χριστιανική κοινότητα καταργεί ως κριτήρια ανωτερότητας τις διακρίσεις «Ἰουδαῖος – Ἕλλην», «δοῦλος – ἐλεύθερος» και «ἄρσεν – θῆλυ». Ο Παύλος δεν αρνείται ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να διαφέρουν ως προς την καταγωγή, την κοινωνική κατάσταση ή το φύλο· υποστηρίζει, όμως, ότι αυτές οι διαφορές δεν επηρεάζουν την πνευματική τους αξία ενώπιον του Θεού. Η θεϊκή βούληση αποβλέπει, επομένως, στη συγκρότηση μιας ενιαίας και ισότιμης κοινότητας πιστών.
Στην Προς Ρωμαίους επιστολή η θέση αυτή διατυπώνεται καθαρά: «δόξα δέ καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν» και «οὐ γάρ ἔστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ». Όποιος πράττει το αγαθό ανταμείβεται από τον Θεό, είτε είναι Ιουδαίος είτε Έλληνας, ενώ όποιος υπηρετεί το κακό αντιμετωπίζει τις συνέπειες των πράξεών του. Επομένως, το αποφασιστικό κριτήριο είναι η έμπρακτη προσήλωση στο αγαθό και όχι η ένταξη σε έναν προνομιούχο λαό ή σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα.
Συμπερασματικά, για να αντιμετωπιστούν οι άνθρωποι ισότιμα από τον Θεό, πρέπει να χαρακτηρίζονται από πίστη που εκδηλώνεται με αγαθή και δίκαιη συμπεριφορά. Ο Θεός είναι αμερόληπτος και κρίνει όλους με το ίδιο ηθικό μέτρο· δεν υπολογίζει την καταγωγή, την κοινωνική θέση ή το φύλο, αλλά το αν ο άνθρωπος επιλέγει και πράττει το καλό.

