Ιστορία Προσανατολισμού: Αιτίες
διαμάχης αυτοχθόνων και ετεροχθόνων (Πηγή) Συνδυάζοντας τις
ιστορικές σας γνώσεις με τις απαραίτητες πληροφορίες από τις ιστορικές πηγές
που σας δίνονται να αναφερθείτε: α. στις αιτίες
διαμάχης αυτοχθόνων και ετεροχθόνων κατά τα πρώτα χρόνια της οθωνικής περιόδου
και κατά τις συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης του 1843 β. στην κύρια
κρίση τον Ιανουάριο του 1844 ειδικά για το άρθρο που καθόριζε τις προϋποθέσεις
για την απόκτηση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη. ΚΕΙΜΕΝΟ A Η παλαιά
αντιπάθεια που είχε τις καταβολές της στα χρόνια του Αγώνα είχε πάρει κατά την
περίοδο της απόλυτης μοναρχίας οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις επειδή το
στέμμα έδειχνε την προτίμησή του στους νεοφερμένους για την επάνδρωση του
κρατικού μηχανισμού παραμερίζοντας τους ντόπιους. […] Η οικονομική άνοδος των
ετεροχθόνων τους κατέστησε περισσότερο αντιπαθείς, καθώς ο πλουτισμός του
οφειλόταν από το ένα μέρος στις εμπορικές τους δραστηριότητες και από το άλλο
στην υπηρεσία τους στον κρατικό μηχανισμό. Η φοροδιαφυγή, η προτεραιότητα στην
αγορά εθνικών γαιών και άλλης περιουσίας και η εξασφάλιση άτοκων κρατικών
δανείων ήταν τα μέσα πλουτισμού που είχε στη διάθεσή του ο ετερόχθων κρατικός
υπάλληλος. Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ΄, Αθήνα, 1980, σελ. 110-111 ΚΕΙΜΕΝΟ Β Η αντίδραση των
αυτοχθόνων και ετεροχθόνων εκδηλώθηκε όταν στις 11 Ιανουαρίου 1844 άρχισε η
συζήτηση για το άρθρο 3 περί ελληνικής ιθαγένειας […]. Ο Μαυροκορδάτος πέτυχε
σε συνεργασία με τον Κωλέττη να διευρύνει τον προσδιορισμό της έννοιας του
αυτόχθονος. Στους αυτόχθονες τελικά συμπεριλαμβάνονταν όλοι όσοι είχαν λάβει
μέρος σε επαναστατικές ενέργειες σε οποιαδήποτε μέρος της οθωμανικής
αυτοκρατορίας και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα ως το 1827. […] Τέλος,
από εκείνους που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα ανάμεσα στα 1827-1833 μπορούσαν
να διορισθούν σε δημόσια υπηρεσία μετά από τρία χρόνια, ενώ όσοι είχαν
εγκατασταθεί στην Ελλάδα ανάμεσα στα 1833-1837 μπορούσαν να διορισθούν σε
δημόσια υπηρεσία μετά από τέσσερα χρόνια. Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ΄, Αθήνα, 1980, σελ. 111 Ενδεικτική απάντηση α. Οι προσπάθειες
αποκατάστασης του προσφυγικού στοιχείου κατά τα πρώτα χρόνια της οθωνικής
περιόδου προκάλεσαν αντιδράσεις. Η παρουσία μορφωμένων προσφύγων σε δημόσιες
θέσεις και η διάκρισή τους στην πολιτική ζωή προκάλεσαν μεγάλη δυσφορία στους
άλλους Έλληνες. Κατηγορούσαν τους ομογενείς πρόσφυγες γενικά, επειδή
διαπίστωναν ότι, ενώ αυτοί είχαν αγωνιστεί για να απελευθερώσουν τη χώρα,
παραγκωνίζονταν τώρα από τους νεοφερμένους. Η στάση αυτή
υποδήλωνε την ύπαρξη ενός βαθύτερου ανταγωνισμού, τον οποίο προκαλούσε η
συνύπαρξη του ντόπιου ελληνικού στοιχείου (αυτόχθονες) και του προσφυγικού,
αλλά ομογενούς (ετερόχθονες). Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από την
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Α), όπου επισημαίνεται πως η μεταξύ
τους αντιπαλότητα που είχε ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια της Ελληνικής
Επανάστασης, είχε ενταθεί στα χρόνια της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα, καθώς ο
βασιλιάς έδειχνε σαφή προτίμηση στους ετερόχθονες για τη στελέχωση των κρατικών
υπηρεσιών, παραγκωνίζοντας τους αυτόχθονες. Γεγονός που είχε προσδώσει στον
σχετικό ανταγωνισμό όχι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό χαρακτήρα. Όσο,
μάλιστα, οι ετερόχθονες γίνονταν πλουσιότεροι τόσο περισσότερο τους
αντιπαθούσαν οι αυτόχθονες. Η οικονομική άνοδος, άλλωστε, των ετεροχθόνων
βασιζόταν αφενός στην ενασχόλησή τους με το εμπόριο και αφετέρου μέσω της
εργασίας τους στον κρατικό μηχανισμό. Οι ετερόχθονες, ως υπάλληλοι του κράτους,
αποκτούσαν σημαντικά οικονομικά οφέλη είτε μέσω της φοροδιαφυγής είτε
διασφαλίζοντας προτεραιότητα στην εξαγορά εθνικών γαιών ή άλλων περιουσιακών
στοιχείων είτε, τέλος. με το να λαμβάνουν άτοκα δάνεια από το κράτος. Το θέμα
των σχέσεων αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, που δίχασε την κοινή γνώμη,
παρουσιάστηκε στο πολιτικό πεδίο ως διαμάχη στις θυελλώδεις συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης
που συνήλθε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. β. Η κύρια κρίση
ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1844 με την έναρξη της συζήτησης για το δημόσιο
δίκαιο των Ελλήνων και ειδικά για το άρθρο που καθόριζε τις προϋποθέσεις για
την απόκτηση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη. Όπως ειδικότερα επισημαίνεται
στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), η εκδήλωση της κρίσης έγινε
στις 11 Ιανουαρίου 1844, όταν ξεκίνησε η συζήτηση για το άρθρο 3 του
Συντάγματος, το οποίο αφορούσε την ελληνική ιθαγένεια. Αφορμή ήταν πρόταση που
υποβλήθηκε στην Εθνοσυνέλευση και η οποία ζητούσε την απομάκρυνση από δημόσιες
θέσεις όλων αυτών που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση,
περιορίζοντας τις θέσεις απασχόλησης για τους αγωνιστές και τις οικογένειές
τους. Στη συζήτηση που ακολούθησε, άλλοι πληρεξούσιοι απαίτησαν συνταγματική
απαγόρευση της κατάληψης δημόσιων θέσεων από τους ετερόχθονες (συνεπώς και την
απόλυση όσων ήδη κατείχαν δημόσιες θέσεις), ενώ άλλοι εναντιώθηκαν με οργή σε
κάθε συνταγματική ρύθμιση που θα καθιέρωνε διακρίσεις μεταξύ Ελλήνων. Τελικά,
το πρόβλημα δεν λύθηκε με συνταγματική ρύθμιση, αποφασίστηκε όμως να υπάρξει
στο μέλλον σχετική νομοθετική πράξη. Το θέμα της στελέχωσης του δημοσίου -τα
προσόντα δηλαδή του δημοσίου υπαλλήλου- ρυθμίστηκε με το Β΄ ψήφισμα, που όριζε
ότι δημόσιοι υπάλληλοι μπορεί να είναι: α) οι αυτόχθονες της ελληνικής
επικράτειας και όσοι αγωνίσθηκαν σε αυτή μέχρι το τέλος του 1827 ή ήρθαν και
εγκαταστάθηκαν κατά την ίδια περίοδο, β) όσοι αποδεδειγμένα συμμετείχαν σε
πολεμικά γεγονότα της Επανάστασης μέχρι το 1829. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται
από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), όπου αναφέρεται πως η
διεύρυνση του προσδιορισμού της έννοιας του αυτόχθονα υπήρξε έργο του
Μαυροκορδάτου και του Κωλέττη. Έτσι, μεταξύ άλλων, αυτόχθονες θεωρούνταν όσοι
είχαν συμμετάσχει σε επαναστατικές ενέργειες σε οποιοδήποτε σημείο της
οθωμανικής αυτοκρατορίας και είχαν ακολούθως εγκατασταθεί στην Ελλάδα μέχρι το
1827. Παραλλήλως, οι δύο πολιτικοί κατόρθωσαν να μειώσουν τον αντίκτυπο στην
εργασιακή αποκατάσταση των ετεροχθόνων, εφόσον όσοι είχαν εγκατασταθεί στην
Ελλάδα κατά το διάστημα 1827-1833 θα είχαν τη δυνατότητα να προσληφθούν ως
δημόσιοι υπάλληλοι μετά από τρία χρόνια, ενώ εκείνοι που εγκαταστάθηκαν κατά το
διάστημα 1833-1837 θα αποκτούσαν το δικαίωμα αυτό μετά από τέσσερα χρόνια. «Το θέμα
προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης
Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Τράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας
για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο
δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση
https://www.iep.edu.gr/trapeza-thematon-arxiki-selida/».
Ιστορία
Προσανατολισμού: Ο εξωτερικός δανεισμός κατά τη δεκαετία του 1880 (Πηγή) Συνδυάζοντας τις
ιστορικές σας γνώσεις με στοιχεία που αντλείτε από το ακόλουθο παράθεμα να
εξηγήσετε: α. κάτω από
ποιες συνθήκες αυξήθηκε ο εξωτερικός δανεισμός κατά τη δεκαετία του 1880 και
πώς επηρέασε τα δημόσια οικονομικά; β. πού
διατέθηκαν τα χρήματα από τα δάνεια του 1880 και ποια θεωρείται η σημαντικότερη
αιτία της υπερχρέωσης της χώρας; ΚΕΙΜΕΝΟ Έπειτα από 50
χρόνια αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές, το 1878 οι ελληνικές κυβερνήσεις
απέκτησαν ξαφνικά τη δυνατότητα να δανειστούν ποσά πρωτοφανή για την Ελλάδα·
και αυτό σε μια αγορά κεφαλαίων που ήταν πλέον ευρύτατη και παγκόσμια.
Δυστυχώς, ορισμένοι από τους κυβερνώντες αγνοούσαν τους όρους της αγοράς. Άλλοι
πάλι προτιμούσαν να τους αγνοούν προκειμένου να δανείζονται για να
χρηματοδοτούν τις απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους. Επιπλέον, χρηματοδοτούσαν έτσι
και τους εξοπλισμούς που αναδείκνυαν τον αδιαπραγμάτευτο πατριωτισμό τους. Ο
υπερδανεισμός οδήγησε στην υπερχρέωση. Έως το 1884 το χρέος είχε σχεδόν
διπλασιαστεί· το 1887 είχε τετραπλασιαστεί· και πριν την πτώχευση του 1893 είχε
σχεδόν επταπλασιαστεί, υπερβαίνοντας το 175% του ΑΕΠ. Η συνήθης στη βιβλιογραφία
και εσφαλμένη εξήγηση της υπερχρέωσης είναι οι μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές
που δεν είχαν άμεση απόδοση, π.χ. σε σιδηροδρόμους. […] Το επιχείρημα ήταν
εσφαλμένο, επειδή ήταν υστερόβουλα υπερβολικό. Το κύριο αίτιο της υπερχρέωσης
ήταν, όπως πάντα, οι στρατιωτικές δαπάνες. Ήδη από τη δεκαετία του 1880 ο
εθνικιστής δημαγωγός Θεόδωρος Δηλιγιάννης τις ωθεί στα ύψη, είτε αυξάνοντάς τις
ως πρωθυπουργός είτε πιέζοντας για αυξήσεις ως αρχηγός της αντιπολίτευσης. Δερτιλής, Γ. Β.,
Επτά πόλεμοι, Τέσσερις εμφύλιοι, Επτά πτωχεύσεις. 1821-2016, Πόλις, Αθήνα 2016,
σ. 59-60. Ενδεικτική απάντηση α. Η αλλαγή των
ρυθμών ανάπτυξης από τη δεκαετία του 1860 και μετά, οδήγησε αναγκαστικά σε νέο
δανεισμό. Όπως, πιο συγκεκριμένα διευκρινίζει ο Γ. Δερτιλής, η
δυνατότητα δανεισμού ξεκίνησε για το ελληνικό κράτος το 1878, ύστερα από
πενήντα χρόνια συνεχούς αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές. Οι περιορισμένοι
πόροι της χώρας, σε συνδυασμό με τα έκτακτα έξοδα που επέβαλαν οι διαρκείς
εθνικές κρίσεις, καθιστούσαν αδύνατη την εξοικονόμηση κεφαλαίων για δημόσιες
επενδύσεις. Ο εξωτερικός δανεισμός διογκώθηκε κατά τη δεκαετία του 1880, και
μέσα σε λίγα μόλις χρόνια η χώρα βρέθηκε να οφείλει ποσά πολλαπλάσια του
ετήσιου προϋπολογισμού της. Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τον Γ. Δερτιλή,
υπήρξε αποτέλεσμα του γεγονότος πως η Ελλάδα κατόρθωσε μετά την πρόσβασή της
στις αγορές να δανειστεί ποσά πρωτόγνωρα για τα δεδομένα της, στο πλαίσιο,
μάλιστα, μιας εξαιρετικά διευρυμένης διεθνούς αγοράς κεφαλαίων. Οι Έλληνες
κυβερνώντες, ωστόσο, δεν ήταν όλοι τους εξοικειωμένοι με τους όρους της αγοράς,
γεγονός που εύλογα μετέτρεψε τα υπερβολικά δάνεια σε υπέρμετρες χρεώσεις. Ως εκ
τούτου, μόλις το 1884 το ελληνικό χρέος είχε σχεδόν διπλασιαστεί, το 1887 είχε
τετραπλασιαστεί και λίγο καιρό προτού η χώρα πτωχεύσει, το 1893, υπερέβαινε το
175% του ΑΕΠ της χώρας, έχοντας σχεδόν επταπλασιαστεί. β. Το μεγαλύτερο
μέρος των δανείων αυτών χρησίμευσε για την κάλυψη των τρεχόντων ελλειμμάτων των
εθνικών προϋπολογισμών, καθώς και των δαπανών των στρατιωτικών κινητοποιήσεων
(του 1877-1880 και του 1885-1886) και των εξοπλισμών (26.000.000 δραχμές από τα
δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για τη ναυπήγηση τριών θωρηκτών το 1889). Όπως
σχολιάζει ο Γ. Δερτιλής, η έμφαση στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς
συνιστούσε για τους Έλληνες πολιτικούς έναν σαφή τρόπο να αναδείξουν το
ακλόνητο πατριωτισμό τους. Ο ιστορικός, μάλιστα, επισημαίνει πως παρά τη συνήθη
εξήγηση που δίνεται πως μεγαλύτερη ευθύνη για τη διεύρυνση του χρέους φέρουν οι
σημαντικέ επενδύσεις σε κρατικές υποδομές, οι οποίες δεν απέδιδαν αμέσως
κέρδος, όπως ο σιδηρόδρομος, αυτό δεν είναι αληθές. Η απόδοση της ευθύνης στις
δημόσιες επενδύσεις δεν ευσταθεί, καθώς αποτέλεσε μια εκ των υστέρων σκόπιμη
στρέβλωση της πραγματικότητας. Επί της ουσίας η βασικότερη αιτία για τη
υπερχρέωση της χώρας υπήρξαν εξαρχής οι στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες ήδη από
τη δεκαετία του 1880 ήταν εξαιρετικά αυξημένες. Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, για
παράδειγμα, όντας ένας εθνικιστής πολιτικός δημαγωγικών τακτικών πίεζε για την
αύξηση των στρατιωτικών δαπανών είτε από τη θέση του πρωθυπουργού είτε από τη
θέση του αρχηγού της αντιπολίτευσης. Παραλλήλως, κάποιοι πολιτικοί εκείνης της
περιόδους επέλεγαν να εθελοτυφλούν απέναντι στο κόστος του δανεισμού, καθώς
ήθελαν να διασφαλίζουν οικονομικό περιθώριο για να ικανοποιούν τις απαιτήσεις
των ψηφοφόρων τους. Επίσης μεγάλα ποσά διατέθηκαν για την αποπληρωμή
παλαιότερων δανείων. Μικρό μέρος απέμενε για παραγωγικές επενδύσεις και δημόσια
έργα, ποσό όμως απαραίτητο, χωρίς το οποίο τα έργα αυτά δεν θα μπορούσαν να
ολοκληρωθούν. «Το θέμα
προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης
Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Τράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας
για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο
δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση
https://www.iep.edu.gr/trapeza-thematon-arxiki-selida/».