Η δοκιμασία των
προβληματικών επιχειρήσεων (1983) Ο ενεργότερος ρόλος του κράτους στην
οικονομία εκδηλώθηκε πρωτίστως μέσω του Οργανισμού για την Ανασυγκρότηση των
Επιχειρήσεων (ΟΑΕ), που ιδρύθηκε το 1983. Μέσω του ΟΑΕ ετέθη υπό τον έλεγχο
του κράτους σειρά ολόκληρη επιχειρήσεων που δοκιμάζονταν στην αγορά, ορισμένες
από το 1979. Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 η
ελληνική βιομηχανία εισήλθε σε μια περίοδο κρίσης. Η κρίση ήταν προϊόν ενός
σύνθετου πλέγματος παραγόντων. Ανάμεσά τους, ο εντεινόμενος διεθνής
ανταγωνισμός, η χαλάρωση της εγχώριας ζήτησης σε σειρά κλάδων, η μείωση της
προστασίας, η ανεπάρκεια των διοικητικών πρακτικών στις κορυφές των
επιχειρήσεων, οι εσφαλμένες επενδυτικές αποφάσεις και η υπερχρέωση. Πρόκειται
για παράγοντες που επενεργούσαν στο επιχειρηματικό επίπεδο. Αντίθετα, στο
μακροοικονομικό επίπεδο οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες λόγω της συνεχούς
διεύρυνσης της κρατικής ζήτησης. Η κλίμακα της κρίσης γίνεται εμφανής εάν
υπενθυμίσουμε ότι στο απώγειό της (περίπου το 1983) 11 από τους 19
βιομηχανικούς τομείς της Ελλάδας, η περηφάνεια της μεταπολεμικής
εκβιομηχάνισης, εμφάνιζαν μεγάλες ζημιές. Ιδιαίτερα είχαν θιγεί οι παραδοσιακοί
κλάδοι (OECD 1989). […] Υπήρχε βέβαια ένα ευγενές κίνητρο πίσω από
τις προσπάθειες υποστήριξης και, στη συνέχεια, της κρατικοποίησης. Συνίστατο
στην επιθυμία να αποφευχθούν οι οδυνηρές συνέπειες της μαζικής χρεοκοπίας του
πυρήνα της ελληνικής βιομηχανίας. Βέβαια, υπήρχαν και άλλες λιγότερο αθώες
προθέσεις που τελικά προσδιόρισαν την τελική έκβαση των προσπαθειών: η
ανταπόκριση στα αιτήματα οργανωμένων συμφερόντων που είχαν ως πρότυπο τη
δημοσιοϋπαλληλική μονιμότητα και αποτελούσαν πολιτικά στηρίγματα του
κυβερνώντος κόμματος και η τακτοποίηση κομματικών στελεχών σε διευθυντικές
θέσεις. Το 1983 η κυβέρνηση ανέλαβε μια μεγάλη
επιχείρηση διάσωσης με την ίδρυση του ΟΑΕ. Ο διακηρυγμένος στόχος του ΟΑΕ ήταν
να προωθήσει τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων, αλλά εκτός από τα οικονομικά
κίνητρα λειτούργησαν και τα ιδεολογικά. Όπως εξηγούσε αργότερα ο Γεράσιμος
Αρσένης, τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας «η εξυγίανση ιδιωτικών προβληματικών
επιχειρήσεων από τον δημόσιο τομέα θα διέλυε το μύθο της συγκριτικής υπεροχής
του ιδιωτικού τομέα στο χώρο της παραγωγής». Την ίδια στιγμή αναγνώριζε ότι το
έργο αυτό θα έπρεπε κανονικά να αναληφθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και να
συνδεθεί με την εξυγίανση της επίσης κρατικής Εθνικής, στην οποία ήταν
χρεωμένες πολλές επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση, βεβαίωνε ο Γεράσιμος Αρσένης, με
αφορμή την κρίση, είχε κηρύξει οικονομικό πόλεμο εναντίον του παλαιού
οικονομικού κατεστημένου και των μηχανισμών δανειοδότησής του που δεν είχαν
οδηγήσει πουθενά. Ο νόμος για την ίδρυση του ΟΑΕ
(1386/1983), άνοιξε τον δρόμο για είσοδο στον δημόσιο τομέα σε πολλές
επιχειρήσεις. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα είχαν υποβληθεί 250 σχετικά
αιτήματα και σε αυτά πρωτοστατούσαν τα εργατικά συνδικάτα. Ως το 1985 έγιναν δεκτές
44 επιχειρήσεις με πρώτη ένα από τα καμάρια της ελληνικής βιομηχανίας, την
Πειραϊκή Πατραϊκή με 7.500 εργαζομένους. Ακολούθησαν μερικά από τα επίσης
γνωστότερα ονόματα της βιομηχανίας. Το 1986 προστέθηκε η ΑΓΕΤ-Ηρακλής, μετά από
συνεχείς αντεγκλήσεις ανάμεσα σε ιδιοκτήτες, κυβέρνηση και Εθνική Τράπεζα. Όλες
μαζί απασχολούσαν 30.000 άτομα, χωρίς να συνυπολογίσουμε την απασχόληση στις
προμηθεύουσες εταιρείες. Άλλη πηγή (ΟΑΕ το 1986) ανεβάζει τον αριθμό των
απασχολουμένων σε 41 επιχειρήσεις του ΟΑΕ σε περίπου 54.5000. Οι επιχειρήσεις
του ΟΑΕ αντιπροσώπευαν τέλος μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας στη
μεταποίηση. Μεταγενέστερα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (Μάρτιος
1991) τις ανέβασαν σε 62 που απασχολούσαν 22.000 άτομα. Σε αυτές προσθέτουμε
τις 44 επιχειρήσεις του κρατικοποιημένου ομίλου της Εμπορικής και της Εθνικής
Τράπεζας με 35.000 απασχολούμενους, τις 67 επιχειρήσεις της Αγροτικής Τράπεζας
και της ΕΤΒΑ με 19.000 απασχολούμενους και τους 57 λοιπούς δημόσιους φορείς με
132.000 απασχολούμενους, σύνολο 230 επιχειρήσεις με 208.000 απασχολούμενους. Το
κράτος πίστευε ότι το ίδιο ήταν σε θέση να τα καταφέρει πολύ καλύτερα στην
επιχείρηση εξυγίανσης μέσω του ΟΑΕ από τις «αχαλίνωτες δυνάμεις της αγοράς». Ο ΟΑΕ δεν έδωσε λύση στο πρόβλημα. Απλά,
το μετέθετε στο μέλλον, διατηρώντας στο μεταξύ τεχνητά σε λειτουργία μη
βιώσιμες επιχειρήσεις με τεράστιο κόστος για το κράτος και την οικονομία. Ούτε
η εξυγίανση έγινε. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Πειραϊκής-Πατραϊκής
στην οποία επιχειρήθηκε έστω με μεγάλη αργοπορία το 1986 να εφαρμοστεί μετά από
συμφωνία μετόχων, πιστωτών και ΟΑΕ ένα πρόγραμμα εξυγίανσης. Κατάληξη των
προσπαθειών ήταν ο διαμελισμός και η διάλυση του συγκροτήματος. Ο ΟΑΕ απέτυχε
συνεπώς στους δύο σκοπούς του, την εξυγίανση και επάνοδο στην οικονομική ζωή
των βιώσιμων, το κλείσιμο των υπολοίπων. Μετατράπηκε σε εγγυητή μη παραγωγικής
απασχόλησης και εισοδημάτων. Σύντομα, δημιουργήθηκε ένας μεγάλος συνασπισμός
συμφερόντων μέσα και έξω από τον ΟΑΕ και τις επιχειρήσεις του, που ήταν
ικανοποιημένος με το status quo. Η υποαπασχόληση μέσα σε όλες εκείνες τις
επιχειρήσεις μεγάλωσε και προσδιόριζε τις νοοτροπίες. Τα χρέη διογκώθηκαν.
Συνολικά η ζημιά θα πρέπει να έφθασε το 1 τρισεκατομμύριο δραχμές. Μπροστά στην εξέλιξη αυτή, ο ΟΑΕ
συμβολίζει την αποτυχία του κρατικού παρεμβατισμού στην Ελλάδα. Η σύλληψη,
θεωρητικά, δεν ήταν λαθεμένη. Υπό άλλες συνθήκες το «μοντέλο ΟΑΕ» θα μπορούσε
πράγματι να λειτουργήσει. Αλλά την περίοδο της ίδρυσης και των πρώτων βημάτων
του κυριαρχούσαν πολιτικές ψευδαισθήσεις για τις δυνατότητες του κράτους και
σχεδόν μη οικονομικές αντιλήψεις για τον ρόλο του (αναδιανεμητικές μάλλον παρά
αναπτυξιακές) ενώ οι ισχυροί δεσμοί συνδικάτων και κυβερνώντος κόμματος δεν
άφηναν πολλά περιθώρια για πολιτικές εξυγίανσης. Το 1991-92, άρχισε με αργόσυρτες
διαδικασίες και σκληρές πολιτικές αντιπαραθέσεις (π.χ. γύρω από την
ιδιωτικοποίηση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής) που κράτησαν ως το τέλος του αιώνα (1999) η εκκαθάριση
του χαρτοφυλακίου του ΟΑΕ με ιδιωτικοποιήσεις και οριστικό κλείσιμο
επιχειρήσεων. Τα υπόλοιπα στοιχεία της πολιτικής
προσφοράς το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘80 είτε δεν εφαρμόστηκαν τελικά,
όπως τα εποπτικά συμβούλια του νόμου 1385/1983, είτε διόγκωσαν το πλέγμα
προβληματικών επιχειρήσεων (τα «αγροτοβιομηχανικά συμπλέγματα») είτε κατέληξαν
να ενδυναμώσουν τον ρόλο των οργανωμένων συμφερόντων εντός του κράτους και των
ΔΕΚΟ προς όφελός τους, όπως συνέβη με τις κοινωνικοποιήσεις, δηλαδή τη
συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση κρίσιμων ΔΕΚΟ (ΔΕΗ κ.ά.) με βάση τον
νόμο 1365/1983 (Ν. Χριστοδουλάκης, Το νέο τοπίο της ανάπτυξης, Αθήνα, 1998, σ.
31). Η πολιτική μετασχηματισμού οικονομικών
δομών και θεσμών με προοπτική ένα μάλλον ρευστό σοσιαλιστικό πρότυπο οργάνωσης
της κοινωνίας, θα εγκαταλειφθεί μετά το 1985, μολονότι στο διακηρυκτικό επίπεδο
θα επιβεβαιώνονται περιοδικά οι σοσιαλιστικοί στόχοι. Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών
Κωνσταντίνος
Καβάφης «Καλός και κακός καιρός» Δεν με πειράζει ἂν ἁπλώνῃ ἔξω ὁ χειμῶνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα. Μέσα μου κάμνει ἄνοιξι, χαρά ἀληθινή. Το γέλοιο εἶναι ἀκτίνα, μαλαματένια ὅλη, σαν την ἀγάπη ἄλλο δεν εἶναι περιβόλι, τοῦ τραγουδιοῦἡ ζέστη ὅλα τα χιόνια λυώνει. Τί ὠφελεῖὅπου φυτρώνει λουλούδια ἔξω ἡἄνοιξις και σπέρνει πρασινάδα! Ἔχω χειμῶνα μέσα μου σαν ἡ καρδιά πονεῖ. Ὁ στεναγμὸς τον ἥλιο τον πιο λαμπρό
σκεπάζει, σαν ἔχεις λύπη ὁ Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει, πιο κρύα εἶναι τα δάκρυα ἀπό το κρύο χιόνι. [1893] Ο Κωνσταντίνος
Καβάφης στο αποκηρυγμένο αυτό ποίημα χρησιμοποιεί, καθ’ επίδραση του
παρνασσισμού, τη δημοτική γλώσσα, ενώ, συνάμα, επηρεασμένος από τον συμβολισμό
περιορίζει το νοηματικό βάθος του ποιήματος επιχειρώντας να αποδώσει στη
σύνθεσή του έναν πιο λυρικό χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι, όπως ο ίδιος
σχολιάζει, ένα ποίημα «σχεδόν άνευ αξίας», γι’ αυτό και καταλήγει στα
αποκηρυγμένα. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα ποίημα που προϊδεάζει για μια, εκ των
υστέρων, διαπιστωμένη αλήθεια για το έργο του ποιητή, την ελάσσονα σημασία που αποδίδει
ο Καβάφης στη φύση. Στο «Καλός και κακός καιρός» ο ποιητής δηλώνει πως η
διάθεσή του δεν εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, αλλά καθώς εξελίσσεται το
σώμα του ποιητικού του έργου διαφαίνεται πως ο Καβάφης τείνει να αντλεί τη
συγκίνηση στην ποίησή του από καταστάσεις της νόησης και όχι από το κάλλος του
φυσικού περιβάλλοντος. Μοιάζει, υπ’ αυτή την έννοια, να μας προδιαθέτει ο
ποιητής για το γεγονός πως στο έργο του δεν πρόκειται να δώσει βαρύνουσα θέση
στη φύση. Δεν με πειράζει ἂν ἁπλώνῃ ἔξω ὁ χειμῶνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα. Μέσα μου κάμνει ἄνοιξι, χαρά ἀληθινή. Το γέλοιο εἶναι ἀκτίνα, μαλαματένια ὅλη, σαν την ἀγάπη ἄλλο δεν εἶναι περιβόλι, τοῦ τραγουδιοῦἡ ζέστη ὅλα τα χιόνια λυώνει. Το κείμενο
κινείται στη λογική των αντιθέσεων, με κυριότερη εκείνη μεταξύ των δύο στροφών.
Παραλλήλως, όμως, αντίθεση υπάρχει και στο εσωτερικό κάθε στροφής, προκειμένου
να αναδειχθεί το γεγονός πως η συναισθηματική κατάσταση του ποιητή δεν
επηρεάζεται από τον καιρό ή τις εποχές του χρόνου. Σε πρώτο πρόσωπο ο ποιητής
δηλώνει πως τον αφήνουν ανεπηρέαστο οι εκφάνσεις του χειμωνιάτικου καιρού είτε
πρόκειται για το κρύο και τα σύννεφα είτε για την ομίχλη. Όταν ο ποιητής
αισθάνεται χαρούμενος, νιώθει σαν να επικρατεί μέσα του η άνοιξη και ο ίδιος είναι
σε θέση να βιώνει αληθινή χαρά, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες. Η
ευτυχία είναι μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση, που έχει τη δυνατότητα να υπερκεράσει
τις καιρικές συνθήκες. Το γέλιο, το φανέρωμα αυτό της εύθυμης διάθεσης, μπορεί
να λειτουργήσει σαν μια χρυσή ακτίνα που φωτίζει τον γύρω χώρο, όσο άσχημες κι
αν είναι οι καιρικές συνθήκες. Ακόμη πιο ισχυρή είναι η δύναμη της αγάπης,
εφόσον, όπως αυτό δηλώνεται με τη χρήση παρομοίωσης, λειτουργεί σαν ένα «περιβόλι»
από το οποίο μπορούν να αναδυθούν και να γεννηθούν πλείστα θετικά συναισθήματα,
τα οποία διαμορφώνουν ένα ισχυρός αίσθημα ευδαιμονίας. Η εύθυμη, συνάμα,
προσέγγιση της ζωής, όπως αυτή επιτυγχάνεται μέσω του τραγουδιού μπορεί να
δημιουργήσει ένα εσωτερικό συναίσθημα ζεστασιάς ικανό να «λιώσει» τα χιόνια και
να αψηφήσει το εξωτερικό κρύο και τη φαινομενικά αρνητική όψη του χειμώνα. Τί ὠφελεῖὅπου φυτρώνει λουλούδια ἔξω ἡἄνοιξις και σπέρνει πρασινάδα! Ἔχω χειμῶνα μέσα μου σαν ἡ καρδιά πονεῖ. Ὁ στεναγμὸς τον ἥλιο τον πιο λαμπρό
σκεπάζει, σαν ἔχεις λύπη ὁ Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει, πιο κρύα εἶναι τα δάκρυα ἀπό το κρύο χιόνι. Κατά τρόπο
αντίθετο, στο πλαίσιο της δεύτερης στροφής δηλώνεται από τον ποιητή πως όταν ο ίδιος
είναι συναισθηματικά πληγωμένος δεν τον βοηθά ο ανοιξιάτικος καιρός και τα όσα
τον συνοδεύουν. Τα λουλούδια και η πρασινάδα που προσφέρει σε αφθονία η άνοιξη
δεν έχουν για τον ποιητή κανένα όφελος όταν είναι πικραμένος, εφόσον μοιάζει να
επικρατεί χειμώνας μέσα του. Όταν το άτομο ωθείται στο να αναστενάξει από το
εσωτερικό σφίξιμο που του προκαλεί η ψυχική οδύνη και η εσωτερική αγωνία, τότε
επικαλύπτεται ακόμη και ο λαμπρότερος ήλιος, εφόσον το φως του δεν επαρκεί σε
καμία περίπτωση για να βελτιώσει τη διάθεσή του. Όπως εύλογα επισημαίνει ο
ποιητής, όταν αισθάνεσαι θλίψη ακόμη και ο ανοιξιάτικος Μάης μοιάζει με τον χειμωνιάτικο
Δεκέμβρη, αφού το συναίσθημα της λύπης κάνει τα πάντα γύρω να φαίνονται στενάχωρα
και θλιμμένα. Τα δάκρυα του πληγωμένου ανθρώπου είναι πιο κρύα κι από το χιόνι,
καθώς φανερώνουν ένα βαθύ αίσθημα οδύνης και δεν επιτρέπουν στο άτομο να
αισθανθεί ευδαιμονία όσο «καλές» κι αν είναι οι κλιματικές συνθήκες. Το παιχνίδι αυτό
των αντιθέσεων, αν και υποδηλώνει μια προσωπική τάση του Καβάφη να εστιάζει
περισσότερο στον κόσμο των ιδεών και της νόησης παρά στη φύση, δεν παύει να
έχει μια γενικότερη εφαρμογή. Ο ποιητής εντοπίζει μια πανανθρώπινη αλήθεια,
δοθέντος πως μήτε ο πραγματικός πόνος μπορεί να αντιμετωπιστεί με την
καλοκαιρία, μήτε η αληθινή χαρά να επισκιαστεί από τον κακό καιρό. Σχόλια του Γ. Π.
Σαββίδη: Το ποίημα
αποτελείται από δύο εξάστιχα συμμετρικά και σε περιεχόμενο και σε μετρική, με
ομοιοκαταληξία αβγδδα - αβγεεα. Ο πρώτος στίχος κάθε στροφής είναι 9σύλλαβος, ο
δεύτερος 15σύλλαβος, ο τρίτος οξύτονος 14σύλλαβος, και οι τρεις επόμενοι είναι
«νόθοι» 14σύλλαβοι — δηλ. ο καθένας τους συντίθεται από δύο 7σύλλαβους. Τούτο είναι το
πρώτο δημοσιευμένο πρωτότυπο ποίημα του Κ. στην δημοτική. Το 1886 είχε
δημοσιέψει το «Μάταιος, μάταιος Έρως», που εδώ περιλήφθηκε στις μεταφράσεις του
(βλ. αρ. 28). Αντίστοιχα, ανάμεσα στα σωζόμενα Ανέκδοτα υπάρχουν δύο ποιήματα
του 1885 γραμμένα σε δημοτική («Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα» και «Το Νιχώρι»),
και το χρονολογικά αμέσως επόμενο («Οι Τέσσαρες Τοίχοι της Κάμαράς μου») είναι
γραμμένο τον Μάρτιο 1893. Το ποίημα τοῦτο —σχεδόν ἄνευ ἀξίας— διεγράφη ἀπό τον κατάλογον τῶν ποιημάτων μου. 24 Μαΐου 1906. (Αρχείο Παπουτσάκη).
Κωνσταντίνος
Καβάφης «Ο Οράτιος εν Αθήναις» Εἰς τῆς ἑταίρας Λέας το δωμάτιον, ὅπου κομψότης, πλοῦτος, κλίνη ἁπαλή, νέος, με ἴασμας εἰς τας χεῖρας, ὁμιλεῖ. Κοσμοῦσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί, κ’ ἐκ σηρικοῦ λευκοῦ φορεῖἱμάτιον με ἀνατολικά κεντήματ’ ἐρυθρᾶ. Ἡ γλῶσσα του εἶν’ Ἀττικὴ καί καθαρά, ἀλλ’ ἐλαφρός τις τόνος ἐν τῇ προφορᾷ τον Τίβεριν
προδίδει και το Λάτιον. Ὁ νέος την ἀγάπην του ὁμολογεῖ, κ’ ἡἈθηναία τον ἀκούει ἐν σιγῇ τον εὔγλωττόν της ἐραστὴν Ὁράτιον· κ’ ἔκθαμβος βλέπει νέους κόσμους τοῦ Καλοῦ ἐντός τοῦ πάθους τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ. [1897] Κ. Π. Καβάφης,
Αποκηρυγμένα Ποιήματα και Μεταφράσεις (1886-1898), Φιλολογική Επιμέλεια: Γ. Π.
Σαββίδης, Εκδόσεις Ίκαρος. Ο Κωνσταντίνος
Καβάφης στο αποκηρυγμένο αυτό ποίημα παρουσιάζει ένα πιθανά φανταστικό
επεισόδιο από την περίοδο που ο ποιητής Οράτιος συμπλήρωνε τις σπουδές του στην
Αθήνα. Ο Καβάφης εκφράζει την εκτίμησή του για τον Ρωμαίο ομότεχνό του και
εμμέσως υπενθυμίζει την ελληνομάθειά του, η οποία στα χρόνια του Οράτιου
θεωρούταν ακόμη αναγκαία γνώση για κάθε καλλιεργημένο άνθρωπο. Εἰς τῆς ἑταίρας Λέας το δωμάτιον, ὅπου κομψότης, πλοῦτος, κλίνη ἁπαλή, νέος, με ἴασμας εἰς τας χεῖρας, ὁμιλεῖ. Ο Οράτιος
βρίσκεται στην Αθήνα, όταν είναι ακόμη πολύ νέος, περίπου δεκαοκτώ με είκοσι
ετών, οπότε δεν έχει αποκτήσει ακόμη φήμη. Είναι ένας νέος που έχει τη
δυνατότητα να απολαμβάνει αμέριμνος τα όσα έχει να προσφέρει η ιστορική πόλη
των γραμμάτων, αλλά και της σαρκικής ευδαιμονίας. Το δωμάτιο της εταίρας Λέας
είναι κομψό, γεγονός που υποδηλώνει το εκλεπτυσμένο της γούστο, καθώς και πλούσιο,
κάτι που φανερώνει πως η συγκεκριμένη εταίρα είναι διάσημη και δέχεται
ευκατάστατους επισκέπτες. Το κρεβάτι της, επίσης, είναι απαλό, κάτι που υπονοεί
πως γνωρίζει να προσφέρει εξαίσιες απολαύσεις στους επισκέπτες της. Ο νέος ποιητής
μιλάει, έχοντας γιασεμιά στα χέρια, και προφανώς έχει την οικονομική άνεση να
απασχολεί τον χρόνο της περιζήτητης εταίρας. Ο Οράτιος δεν είχε χάσει ακόμη την
πατρική του περιουσία και δεν είχε βιώσει την ανάγκη της συνεχούς εργασίας για
τη διασφάλιση της επιβίωσής του. Κοσμοῦσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί, κ’ ἐκ σηρικοῦ λευκοῦ φορεῖἱμάτιον με ἀνατολικά κεντήματ’ ἐρυθρᾶ. Τα δάχτυλα του
νέου ποιητή κοσμούνται με πολύτιμους λίθους και το ένδυμά του είναι από λευκό
μετάξι, το οποίο έχει κόκκινα κεντήματα ανατολικής τεχνοτροπίας. Ο Οράτιος
επιδεικνύει όχι μόνο την οικονομική του άνεση, αλλά και τη συνειδητή ενδυματολογική
του διαφοροποίηση από τους υπόλοιπους ως στοιχείο δήλωσης της προσωπικής του
ταυτότητας. Φροντίζει, άρα, να ξεχωρίζει από τους άλλους, γεγονός που
προοιωνίζει και τη μετέπειτα πνευματική του πορεία. Ἡ γλῶσσα του εἶν’ Ἀττικὴ καί καθαρά, ἀλλ’ ἐλαφρός τις τόνος ἐν τῇ προφορᾷ τον Τίβεριν
προδίδει και το Λάτιον. Ο Ρωμαίος ποιητής
γνωρίζει άριστα την αττική διάλεκτο και την ομιλεί με καθαρότητα, χωρίς ωστόσο
να αποκρύπτεται πλήρως η καταγωγή του, εφόσον στην προφορά του υπάρχει, έστω
και ανεπαίσθητος, ένας τόνος που φανερώνει τις ιταλικές του ρίζες. Με την
αναφορά, μάλιστα, στον ποταμό Τίβερη και στην περιοχή του Λάτιου, ο Καβάφης
φροντίζει να παραπέμψει ειδικότερα στη Ρώμη, παρ’ όλο που ο Οράτιος αντλούσε
την καταγωγή του από τη νότια Ιταλία. Ὁ νέος την ἀγάπην του ὁμολογεῖ, κ’ ἡἈθηναία τον ἀκούει ἐν σιγῇ τον εὔγλωττόν της ἐραστὴν Ὁράτιον· Η νεότητα του
Οράτιου τον παρασύρει να εξομολογηθεί στην εταίρα τα αισθήματα αγάπης που
νιώθει, κι εκείνη τον ακούει σιωπηλή όχι τόσο γιατί γνωρίζει πως ο νέος μπερδεύει
μέσα του τον ενθουσιασμό και τη λαγνεία με την αγάπη, αλλά γιατί η εκφραστική
του ευχέρεια τής προκαλεί θαυμασμό. Ο νεαρός Οράτιος μπορεί να έχει ακόμη την
αγαθότητα της ηλικίας του και να μην κατανοεί πλήρως τα συναισθήματά του για
την Αθηναία εταίρα, αυτός όμως δεν σημαίνει πως οι ιδέες του και ο τρόπος που τις
εκφράζει δεν φέρουν τη σφραγίδα του ευφυή μελλοντικού ποιητή. κ’ ἔκθαμβος βλέπει νέους κόσμους τοῦ Καλοῦ ἐντός τοῦ πάθους τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ. Η εταίρα, αν και
έχει επίγνωση πως τα συναισθήματα του νεαρού Οράτιου δεν γίνεται να οδηγήσουν
κάπου, μένει έκπληκτη από το βάθος και την αγαθότητα των λεγομένων του. Το
πάθος του νεαρού Ιταλού τής επιτρέπει να αντικρίσει νέους κόσμους της αρετής
και του Καλού, γεγονός που πιστοποιεί την πρώιμη ευφυΐα του μεγάλου Ιταλού
ποιητή, καθώς και το πώς ο ίδιος αντίκριζε το νόημα της αγάπης και του έρωτα. Ο
Οράτιος αφήνεται να νιώσει αισθήματα αγάπης για μια γυναίκα που δεν μπορεί να του
τα ανταποδώσει, κατορθώνει, εντούτοις, να τη συνεπάρει με την καθαρότητα των
ιδεών του και με τον εντυπωσιακό τρόπο που τής παρουσιάζει τη φύση της αγάπης, όπως
εκείνος τη νιώθει και την καταλαβαίνει. Σχόλια του Γ. Π.
Σαββίδη: Το σονέτο αυτό είναι γραμμένο σε
12σύλλαβους με ομοιοκαταληξία αβββ, αγγγ, αδδ, αεε. Οι στ. 1, 5, 9, 12 (όλοι με
ομοιοκαταληξία α) είναι προπαροξύτονοι, και όλοι οι υπόλοιποι οξύτονοι. Πρώτη εμφάνιση του θέματος ξενόγλωσσου
ποιητή ο οποίος εκφράζεται ελληνικά. Ο Οράτιος Φλάκκος (65-8 π.Χ.) πράγματι
σπούδασε στην Αθήνα σε ηλικία π. 18-21 ετών — λέγεται μάλιστα πως έγραψε τους
πρώτους στίχους του ελληνικά. Η σκηνή που περιγράφει το ποίημα, είναι
πιθανότατα φανταστική. Το όνομα Λέα δεν είναι ελληνικό, αλλά προφανώς λατινική
μορφή του Λέαινα που μάλλον ως παρατσούκλι αποδίδεται σε τουλάχιστον δύο
διάσημες εταίρες: η πρώτη συνδέονταν με τον Αρμόδιο ή τον Αριστογείτονα· η
δεύτερη με τον Δημήτριο Πολιορκητή. Ενδέχεται ο Καβάφης να εταύτιζε ώς ένα
βαθμό τον εαυτό του με τον Οράτιο: η προφορά και η περιβολή του ήταν
«αγγλίζουσα ελαφρότατα» (Ξενόπουλος), και ο Οράτιος έχασε και αυτός την πατρική
του περιουσία και αναγκάστηκε να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Εκτός από τον
επίτιτλο του «Ένας Γέρος» (Ωδές, Β΄, 14, 1), ο ποιητής πιθανόν να οφείλει στον
Οράτιο τον πυρήνα του «Η Πόλις» (πρβ. Επιστολές, Α, 11). Το θέμα απαιτεί
ειδικότερη μελέτη. Πληροφορίες για τον
Οράτιο από τον MichaelVonAlbrecht: Ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (Q. Horatius
Flaccus) γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 65 π.Χ. στη Βενουσία. Έτσι,
συγκαταλέγεται μαζί με τον Λίβιο Ανδρόνικο και τον Έννιο στους ποιητές που
χάρισε στη Ρώμη η νότια Ιταλία. Ο πατέρας του, ένας απελεύθερος, του έδωσε με
αυτοθυσία την καλύτερη δυνατή ανατροφή. Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων
στην πρωτεύουσα οι αυταρχικές παιδαγωγικές αντιλήψεις του περίφημου Ορβιλίου
τού εμφύτευσαν μιαν αποστροφή προς την αρχαϊκή λατινική γραμματεία. Ο Οράτιος
σπουδάζει ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία στην Αθήνα (epist. 2, 2, 44). Εκεί
προσχωρεί στην παράταξη του Βρούτου· μάχεται κατά των οπαδών του Καίσαρα με
έναν εκπληκτικά υψηλό στρατιωτικό βαθμό – ως tribunus, δηλ. χιλίαρχος. Μετά την
ήττα στους Φιλίππους (42 π.Χ., carm. 2, 7) και την απώλεια των πατρικών του κτημάτων,
η φτώχεια πρέπει να τον έκανε ποιητή: έτσι υποστηρίζει ο ίδιος με σατιρική
αυτοειρωνεία (epist. 2, 2, 50-52). Επιστρέφοντας στην Αιώνια Πόλη εξαγοράζει
την ευπόληπτη θέση ενός γραφέα στο δημόσιο ταμείο (scriba quaestorius). Συναντά γνωστούς πάτρωνες της λογοτεχνικής
ζωής, μεταξύ των οποίων τον Ασίνιο Πολλίωνα (πρβ. carm. 2, 1) και τον Μάρκο
Βαλέριο Μεσσάλλα (πρβ. ars 371). Ο Βεργίλιος και ο Βάριος μετά από υπόδειξη
πρόσεξαν τα ποιήματά του και τον συνέστησαν στον Μαικήνα (38 π.Χ.). Αυτός τον
δέχεται στον κύκλο του και του δωρίζει ένα κτήμα στη Σαβίνη μετά το 35 π.Χ.,
όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το πρώτο βιβλίο των Σατιρών. Η φιλία τους
μένει ουσιαστικά αλώβητη, καθώς ο Μαικήνας ξέρει πράγματι να σέβεται τη μεγάλη
ανάγκη του ποιητή γιαελευθερία (epist. 1, 7). Ακόμη και ο Αύγουστος, που του προσέφερε τη θέση
ιδιαίτερου γραμματέα, πρέπει να διαπίστωσε ότι ο ποιητής δεν εξαγοράζεται και
τελικά συμβιβάστηκε μ’ αυτό. Το έτος 17 π.Χ. ανατίθεται στον Οράτιο η τιμητική
εντολή να συνθέσει τον Ύμνο της Εκατονταετίας και να διδάξει ένα χορό αγοριών
και κοριτσιών. Έτσι είχε την τύχη να δει τον εαυτό του να αναγνωρίζεται από τον
πολιτισμένο κόσμο ως ο κατ’ εξοχήν ρωμαίος λυρικός – δηλ. ο ποιητής, ο
μουσικός, ο μεσίτης προς το θεό. Ο Οράτιος πεθαίνει στις 27 Νοεμβρίου του έτους
8 π.Χ. – λίγο μετά τον Μαικήνα, με τον οποίο ήδη από πολύ καιρό ένιωθε πως τον
είχε συνδέσει η μοίρα του (carm. 2, 17), και θάβεται πλάι του. Η ζωή οδήγησε τον Οράτιο από τη «θύελλα
και ορμή» και από τη δημοκρατική στράτευση στην ησυχία και την αποχώρηση. Μόνον
όποιος αποτιμήσει σωστά τον νεανικό ενθουσιασμό και τη φιλοδοξία του μπορεί να
υπολογίσει πόσο δύσκολα κατακτάται η αταραξία των γηρατειών, η οποία μόνο σ’
έναν βιαστικό αναγνώστη θα μπορούσε να φανεί αυτονόητη. ΠΗΓΕΣ, ΠΡΟΤΥΠΑ,
ΕΙΔΗ Η πολλαπλότητα των λογοτεχνικών ειδών που
καλλιέργησε ο Οράτιος αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα της ιδιοσυγκρασίας του.
Πρότυπο της ιαμβικής του ποίησης είναι ο Αρχίλοχος από την Πάρο· αυτό βέβαια
ισχύει περισσότερο για το μέτρο και τη γενικότερη επιθετική διάθεση παρά για τη
θεματολογία (epist. 1, 19, 23-25). Ο Οράτιος αποφεύγει τον ασυμβίβαστο
προσωπικό ψόγο που χαρακτηρίζει τον Αρχίλοχο· επιτίθεται μόνο σε ανώνυμα ή
ασήμαντα πρόσωπα. Μετασχηματίζει μια παραδεδομένη λογοτεχνική φόρμα με ένα νέο
πνεύμα και έτσι δημιουργεί κάτι καινούριο στη ρωμαϊκή λογοτεχνία· έχει
εκπαιδευτεί στην τεχνική της ελληνιστικής ποίησης, στους Ίάμβους του Καλλιμάχου
καθώς και στο επίγραμμα. Έτσι, τον διακρίνει εντυπωσιακή υφολογική κομψότητα. Ο Οράτιος κατονομάζει ως πρότυπα των Ωδών
τον Αλκαίο και τη Σαπφώ· η σύνδεση με τον πρώτο διαπιστώνεται πολύ σαφέστερα· η
ωδή 1, 23 θυμίζει τον Ανακρέοντα (απόσπ. 39 D.)· αυτός είναι δυνατόν να είχε
επηρεάσει τον ποιητή ήδη και στις Επωδούς, ο Πίνδαρος π.χ. είναι παρών στην ωδή
1, 12 (πρβ. Ολ. 2)· ο Ύμνος της Εκατονταετίας παρουσιάζει επίσης πινδαρική
δομή. Ο Οράτιος στην ωδή 4, 2 απορρίπτει ρητά –σε σχέση προς τον Αύγουστο– ένα
συναγωνισμό με τον έλληνα τιτάνα της λυρικής ποίησης, ωστόσο και μόνο η λοιπή υψηλή
θεματική του τέταρτου βιβλίου δημιουργεί ένα παράλληλο προς τον Πίνδαρο.
Εξάλλου, η επίδραση της αλεξανδρινής ποίησης στις Ωδές είναι πολύ μεγάλη· και
εδώ εμφανίζονται πολλές φορές οι τεχνικές του ελληνιστικού επιγράμματος.
Παραινετικές ωδές (όπως οι 2, 14· 15· 16· 3, 24) θυμίζουν τη διατριβή, αυτός
όμως ο συσχετισμός δεν μας δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε τη λυρική τους
δύναμη. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός αποτελεί ένα ενοποιητικό στοιχείο σ’ αυτό
το έργο ζωής του Ορατίου. Στις Σάτιρες ο Οράτιος ακολουθεί τον
Λουκίλιο και τον ανταγωνίζεται με κριτικό πνεύμα (βλ. παρακάτω Ιδεολογία Ι:
Λογοτεχνικός στοχασμός). Πέραν αυτών σημαντικός για τον Οράτιο είναι ο
Λουκρήτιος ως επικούρειος και συγχρόνως ως ποιητής φιλοσοφικών εξαμέτρων· την
παράδοση της διατριβής θυμίζουν κάποιες αναφορές στις ανάγκες της φύσης, η
μνεία των τιμωριών του Κάτω Κόσμου, το μοτίβο της προσκυνηματικής μετάβασης σε
κρυφές πηγές. Εδώ εμφανίζονται στωικά και κυνικά στοιχεία. Ο Οράτιος
επικαλείται ρητά τον Βίωνα τον Βορυσθενίτη (epist. 2, 2, 60)· ωστόσο δεν θα
ήταν σωστό να υπερτονίσουμε την επιρροή της διατριβής. Για επιμέρους θέματα ο
ποιητής είναι δυνατόν να έχει και άλλους ορίζοντες: έτσι σε θέματα καλοφαγίας
(sat. 2, 4· 2, 8) ενδέχεται να οφείλει ερεθίσματα στον Αρχέστρατο από τη Γέλα
(έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου) και στον Έννιο. Η αρχή της σάτιρας 2,
4 θυμίζει έντονα τον πλατωνικό διάλογο Φαίδρο (228 b). Όσον αφορά τις Επιστολές, ήδη ο Λουκίλιοs
είχε γράψει παλαιότερα ποιητικές επιστολές. Ο Οράτιος όμως τώρα δημιουργεί ένα
εντελώς νέο λογοτεχνικό είδος, που δίνει τη δυνατότητα πραγμάτευσης ποικίλων
θεμάτων της καθημερινής ζωής και της ηθικής ολοκλήρωσης από μια προσωπική
σκοπιά. Ο Οράτιος γνωρίζει τον στωικισμό καθώς και τον επικουρισμό, στον οποίο
μάλιστα βρίσκεται πλησιέστερα (π.χ. epist. 1, 4, 16), απέχει όμως πολύ από μια
δογματική στάση: θέλει να μεταδώσει μια πρακτική φιλοσοφία της ζωής. Για την Ars poetica ο Οράτιος στηρίζεται,
κατά τη μαρτυρία του Πορφυρίου, στον Νεοπτόλεμο από το Πάριον· είναι όμως
δύσκολο να εντοπισθούν αδιαμφισβήτητα παράλληλα. Michael Von
Albrecht, Ιστορία της Ρωμαϊκής Λογοτεχνίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης