Κωνσταντίνος
Καβάφης «ΟἱἍγιοι Ἑπτά Παῖδες» Ἔμορφα που ἐκφράζεται το Συναξάριον: «Ἐνῷ δέ συνωμίλει ὁ βασιλεύς» μέ τούς
ἁγίους «κ’ οἱἘπίσκοποι καί ἄλλοι πολλοί ἄρχοντες, «ἐνύσταξαν ὀλίγον οἱἍγιοι» καί τές ψυχές των
στόν Θεό παρέδωσαν. ΟἱἍγιοι Ἑπτά Παῖδες τῆς Ἐφέσου πού κατέφυγον εἰς σπήλαιον νά κρυφθοῦν ἀπό τόν διωγμόν τῶν Ἐθνικῶν, κ’ ἐκεῖἐκοιμήθησαν· καί τήν ἐπαύριον ἐξύπνησαν. Ἐπαύριον γι’ αὐτούς. Μά ἐν τῷ μεταξύ, εἶχαν παρέλθει σχεδόν δύο αἰῶνες. Ξύπνησε τήν ἐπαύριον καί πῆγε ἕνας των, ὁἸάμβλιχος, γιά ν’ ἀγοράσει ἄρτον, κ’ εἶδεν ἐμπρός του ἄλλην Ἔφεσον, ὅλην καθαγιασμένην μ’ ἐκκλησίες, καὶ σταυρούς. Κ’ ἐχάρηκαν οἱἍγιοι Ἑπτὰ Παῖδες, καί τούς ἐτίμησαν καί τούς προσκύνησαν οἱ Χριστιανοί· κ’ ἦλθε κι ἀπ’ τήν Κωνσταντινούπολιν ὁ βασιλεύς, ὁ Θεοδόσιος, ὁ γιὸς τοῦἈρκαδίου, καί τούς
προσκύνησεν κι αὐτός, ὡς πρέπον, ὁ εὐλαβέστατος. Καί χαίρονταν οἱἍγιοι Ἑπτά Παῖδες σ’ αὐτό τόν κόσμο τόν ὡραῖο, καί τόν Χριστιανικόν, τόν ἁγιασμένο μ’ ἐκκλησίες, καί
σταυρούς. Μά ἔλα που ἦσαν ὅλα τόσο διαφορετικά καί τόσα εἶχαν να μάθουν καί να ποῦν, (καί τέτοια δυνατή
χαρά ἴσως ἐξαντλεῖ κι αὐτή) πού γρήγορα
κουράσθηκαν οἱἅγιοι Ἑπτά Παῖδες, ἀπό ἄλλον κόσμο φθάσαντες, ἀπό σχεδόν δυο αἰῶνες πρίν, καί νύσταξαν μες
στήν συνομιλία — καί τούς ἁγίους ὀφθαλμούς των ἔκλεισαν. Κ. Π. Καβάφης,
Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini,
Εκδόσεις Ίκαρος Ο Καβάφης
προσεγγίζει την ιστορία των αγίων επτά παίδων με μεγάλο σεβασμό, όπως ακριβώς
οφείλει κάθε πνευματικός άνθρωπος να αντιμετωπίζει ζητήματα που σχετίζονται με
τα θρησκευτικά πιστεύω συνανθρώπων του. Στο συγκεκριμένο ποίημα μένει πιστός
στα γεγονότα, όπως αυτά καταγράφονται στο Συναξάρι, μεριμνώντας μόνο να αποδώσει
με πιο απλό τρόπο την αφήγηση και να δώσει έμφαση στα σημεία εκείνα που φέρουν
ιδιαίτερη σημασιολογική βαρύτητα. Ο Καβάφης, άλλωστε, εξαρχής δηλώνει πως τα
όσα καταγράφει τα αντλεί από το Συναξάρι, φανερώνοντας μια συνήθη τακτική της
ποιητικής του τέχνης, το να βασίζεται, δηλαδή, σε πεζά κείμενα -ιστορικά ή
θρησκευτικά- για να δημιουργήσει τις ποιητικές του συνθέσεις. Ἔμορφα που ἐκφράζεται το Συναξάριον: «Ἐνῷ δέ συνωμίλει ὁ βασιλεύς» μέ τούς
ἁγίους «κ’ οἱἘπίσκοποι καί ἄλλοι πολλοί ἄρχοντες, «ἐνύσταξαν ὀλίγον οἱἍγιοι» καί τές ψυχές των
στόν Θεό παρέδωσαν. Ο Καβάφης ξεκινά
και κλείνει την ποιητική του σύνθεση με την τελική κοίμηση των επτά νέων,
υποδηλώνοντας μέσω της επανάληψης αυτής τη γοητεία που του ασκεί ο γαλήνιος
τρόπος με τον οποίο έφυγαν από τη ζωή. Μπροστά στον έκπληκτο αυτοκράτορα οι
νέοι που δύο αιώνες πριν κινδύνευσαν να βρουν μαρτυρικό θάνατο από τους διώκτες
τους αποκοιμιούνται και ξεψυχούν. Οι νέοι αυτοί που πίστεψαν ολόψυχα στη δύναμη
και τη φιλευσπλαχνία του Θεού, φεύγουν από τη ζωή με τον πλέον ανώδυνο τρόπο,
έχοντας προλάβει να δουν την επικράτηση του χριστιανισμού και τη βαθιά αλλαγή
που αυτός επέφερε στην κοινωνία. ΟἱἍγιοι Ἑπτά Παῖδες τῆς Ἐφέσου πού κατέφυγον εἰς σπήλαιον νά κρυφθοῦν ἀπό τόν διωγμόν τῶν Ἐθνικῶν, κ’ ἐκεῖἐκοιμήθησαν· καί τήν ἐπαύριον ἐξύπνησαν. Ἐπαύριον γι’ αὐτούς. Μά ἐν τῷ μεταξύ, εἶχαν παρέλθει σχεδόν δύο αἰῶνες. Η απόδοση από τον
ποιητή του θαύματος που αφορά τους επτά νέους γίνεται χωρίς κάποιο σχόλιο αμφισβήτησης.
Το θαύμα γίνεται αποδεκτό ως έχει. Ο ποιητής στρέφει την προσοχή του, ωστόσο,
στο γεγονός πως όταν οι νέοι ξύπνησαν δεν είχαν καμία επίγνωση της παρόδου του
χρόνου. Η δική τους αίσθηση ήταν πως ξύπνησαν την επόμενη μέρα, αγνοώντας
πλήρως πως είχαν περάσει σχεδόν δύο αιώνες (194 χρόνια). Ξύπνησε τήν ἐπαύριον καί πῆγε ἕνας των, ὁἸάμβλιχος, γιά ν’ ἀγοράσει ἄρτον, κ’ εἶδεν ἐμπρός του ἄλλην Ἔφεσον, ὅλην καθαγιασμένην μ’ ἐκκλησίες, καὶ σταυρούς. Ο ποιητής
επαναλαμβάνει τρεις φορές τη λέξη «επαύριον» για να διαφανεί εμφατικά πως οι
νέοι παρέμειναν για πολλή ώρα με την εντύπωση πως είχε περάσει μόλις μία μέρα
από τότε που κρύφτηκαν μέσα στη σπηλιά. Ο πρώτος που θα αντιληφθεί τη ραγδαία
αλλαγή γύρω τους και θα διαισθανθεί πως βιώνει κάτι το αναπάντεχο ήταν ο
Ιάμβλιχος, ο οποίος μετέβη στην πόλη της Εφέσου, για να αγοράσει ψωμί. Η ύπαρξη
εκκλησιών και σταυρών στην πόλη ή όπως το παρουσιάζει ο Καβάφης η
«καθαγιασμένην μ’ εκκλησίες, και σταυρούς» Έφεσος αποτελεί ένα εκπληκτικό θέαμα
για τον Ιάμβλιχο, εφόσον αντικρίζει κάτι που πάντοτε το ευχόταν, μα ποτέ δεν
πίστευε πως θα μπορέσει να δει. Καί χαίρονταν οἱἍγιοι Ἑπτά Παῖδες σ’ αὐτό τόν κόσμο τόν ὡραῖο, καί τόν Χριστιανικόν, τόν ἁγιασμένο μ’ ἐκκλησίες, καί
σταυρούς. Στο τρίστιχο αυτό
ο Καβάφης παρουσιάζει την ιδιαίτερη ανταμοιβή που έλαβαν οι άγιοι επτά παίδες
για την ακλόνητη πίστη τους. Παρά το γεγονός ότι θα τελείωναν τη ζωή τους προτού
υλοποιηθεί η θρησκευτική μεταστροφή της περιοχής τους, εκείνοι γεύτηκαν τη χαρά
να αντικρίσουν «τον κόσμο τον ωραίο, και τον Χριστιανικόν», και να συνειδητοποιήσουν
έτσι πως οι αγωνίες που βίωσαν βρήκαν αντίκρισμα. Ο υπό διωγμός χριστιανισμός
κατόρθωσε να επικρατήσει και η πόλη τους, η Έφεσος, καθαγιάστηκε «μ’ εκκλησίες,
και σταυρούς». Ό,τι στα δικά τους χρόνια βρισκόταν υπό διωγμό και παρέμενε κατ’
ανάγκη κρυφό, τώρα κυριαρχεί παντού. Η πόλη είναι γεμάτη με εκκλησίες και με το
ιερό σύμβολο του σταυρού. Μά ἔλα που ἦσαν ὅλα τόσο
διαφορετικά καί τόσα εἶχαν να μάθουν καί να ποῦν, (καί τέτοια δυνατή
χαρά ἴσως ἐξαντλεῖ κι αὐτή) πού γρήγορα
κουράσθηκαν οἱἅγιοι Ἑπτά Παῖδες, ἀπό ἄλλον κόσμο φθάσαντες, ἀπό σχεδόν δυο αἰῶνες πρίν, καί νύσταξαν μες
στήν συνομιλία — καί τούς ἁγίους ὀφθαλμούς των ἔκλεισαν. Ο Καβάφης
επαναφέρει στο κλείσιμο του ποιήματος, σε σχήμα κύκλου, την κοίμηση των αγίων,
οι οποίοι επανήλθαν στη ζωή δύο αιώνες μετά όχι για να τη συνεχίσουν σ’ έναν
εντελώς διαφορετικό κόσμο, αλλά για να βιώσουν τη «δυνατή χαρά» της επικράτησης
του χριστιανισμού και της δικαίωσης του αγώνα τους. Υπερασπίστηκαν τη θρησκεία τους
ενόσω αυτή τελούσε υπό άγριο διωγμό και τους δίνεται η ευκαιρία να αντικρίσουν τους
καρπούς των αγώνων τους. Τελειώνουν, υπ’ αυτή την έννοια, τη ζωή τους νέοι
ακόμη, έχοντας όμως γευτεί τη χαρά να δουν τον χριστιανισμό κυρίαρχο και,
συνάμα, έχοντας το σπάνιο προνόμιο να «παραδώσουν την ψυχή τους στον Θεό» σε
συνθήκες πλήρους γαλήνης και τιμής. Έκφανση ξεχωριστή της αγάπης και της αγαθότητας
του Θεού. Διευκρινιστικά
σχόλια της RenataLavagnini: Όπως δηλώνει ο
ίδιος ο ποιητής, το σχεδίασμα εμπνεύστηκε από το Συναξάρι, όπου στις 4
Αυγούστου αναφέρεται η μνήμη «τῶν ἁγίων ἑπτά παίδων τῶν ἐν Ἐφέσῳ»: μια θρυλική ιστορία, που χρησιμοποιήθηκε τους πρώτους χριστιανικούς
αιώνες ως επιχείρημα υπέρ του δόγματος της αναστάσεως των νεκρών. Ο Καβάφης
είχε έναν Συναξαριστή στη βιβλιοθήκη του, που διατηρεί ίχνη προσεκτικής
ανάγνωσης: Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦἐνιαυτοῦ. Πάλαι μεν ἑλληνιστί
συγγραφείς ὑπό Μαυρικίου διακόνου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, μεταφρασθείς δε ὑπό Νικοδήμου τοῦἉγιορείτου. Ἐκδίδεται ὑπό Ζ. Χ. Ραφτάνη, τόμοι 3, Ζάκυνθος 1868. Στον τ. Γ΄, σ. 219-221, ο
Συναξαριστής διηγείται τη θρυλική ιστορία των επτά αγίων. Τα χρόνια του
αυτοκράτορα Δέκιου (249-251 μ.Χ.) οι νέοι, για να ξεφύγουν από τους διωγμούς,
«εἰσῆλθον ἐντός σπηλαίου και ἐκρύβησαν», και
αφού παρακάλεσαν τον Θεό να τους λυτρώσει από τα δεσμά του σώματος «παρέδωκαν
τας ψυχάς των εἰς τον Θεόν». Η
είσοδος της σπηλιάς κλείστηκε μ’ έναν τοίχο. Ύστερα από πολλά χρόνια, τον καιρό
του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄, κατά τύχη «ἠνοίχθη τοῦ σπηλαίου ἡ θύρα, και κατά προσταγήν Θεοῦἀνέστησαν οἱἐν τῷ σπηλαίῳἀποθανόντες ἑπτά Παῖδες, και συνωμίλουν μεταξύ των ὡσεί ἐκοιμήθησαν την χθεσινήν ἡμέραν, χωρίς
τελείως να ἀλλοιωθῶσιν». Ένας από
αυτούς λέει: «Συ δέ, ἀδελφέ Ἰάμβλιχε, ὕπαγε να ἀγοράσῃς ἄρτον, και ἀγόρασον περισσότερον, ἐπειδή χθες το ἑσπέρας ἠγόρασας ὀλίγον, και δια τοῦτο ἐκοιμήθημεν πεινασμένοι, μάθε δε και τί βούλεται ὁ Δέκιος περί ἡμῶν». Ο Ιάμβλιχος βλέπει το σημείο του σταυρού στην πόρτα της πόλης της
Εφέσου, και αλλού, «και θεωρῶν τας οἰκοδομάς παρηλλαγμένας, και τους ἀνθρώπους
διαφορετικούς, ἐνόμιζε ὅτι βλέπει ὅραμα». Ύστερα από πολλές παρεξηγήσεις, τόσο οι άγιοι όσο
και οι κάτοικοι της Εφέσου συνειδητοποιούν το θαύμα που έχει γίνει· από την
Κωνσταντινούπολη έρχεται να τους προσκυνήσει και ο βασιλιάς (ο Συναξαριστής
σχολιάζει επανειλημμένα την ευλάβειά του): «Ἐν ᾧ δε συνωμίλει ὁ Βασιλεύς μετά τῶν Ἁγίων, και οἱἘπίσκοποι και ἄλλοι πολλοί Ἄρχοντες, ἐνύσταξαν ὀλίγον οἱἍγιοι, και οὕτως ἔμπροσθεν πάντων παρέδωκαν τας ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ». Ο ποιητής κάποτε
παραθέτει ολόκληρες περικοπές από το αγιολογικό κείμενο, κάποτε το παραφράζει.
Ο Συναξαριστής ήταν πηγή έμπνευσης για τον Καβάφη κατά την πρώιμη εποχή της
ποίησής του, και σ’ αυτόν οφείλονται, καθώς έδειξε η D. Haas, Χριστιανισμός, σ.
589-591 και 607 και Καβάφης, Gibbon, σ. 467-469, μερικά από τα χαμένα ποιήματα
της περιόδου 1892-1898 που βρίσκονταν στο θεματικό κεφάλαιο «ΑἱἈρχαί τοῦ Χριστιανισμοῦ». Το ενδιαφέρον
για τους χριστιανούς αγίους ανήκει στον θρησκευτικό προβληματισμό, ειδικά
έντονο στον πρώτο Καβάφη. Αργότερα, ο ρόλος του θα είναι πιο περιορισμένος,
αλλά μερικά πρόσωπα θα ασκήσουν για πολύ καιρό ακόμα τη γοητεία τους· ας
σκεφτούμε τον Συμεώνα τον Στυλίτη, στον οποίο ο Καβάφης αφιέρωσε έναν
ενθουσιαστικό έπαινο σ’ ένα από τα Σχόλιά του για τον Gibbon (περίπου
1893-1896), και το ώριμο πια, ανέκδοτο ποίημά του «Συμεών» (1917). Το 1925,
πρέπει να ήταν άλλα τα ενδιαφέροντα που τον τράβηξαν πάλι σ’ αυτό το προσφιλές
του ανάγνωσμα: θα του άρεσε ο τόνος της αφήγησης («Ἔμορφα που ἐκφράζεται...»), που διαδραματίζεται ανάμεσα στα αβέβαια
όρια της ζωής, του ύπνου και του θανάτου: θέματα καινούργια για την ποίησή του.