Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Αγορά εργασίας

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Αγορά εργασίας
Η αγορά εργασίας είναι το σύνολο των σχέσεων και των διαδικασιών μέσα από τις οποίες συναντώνται η προσφορά εργασίας από τα άτομα και η ζήτηση εργασίας από τους εργοδότες. Στο πλαίσιό της διαμορφώνονται οι ευκαιρίες απασχόλησης, οι αμοιβές και οι όροι εργασίας, υπό την επίδραση των οικονομικών συνθηκών και του θεσμικού πλαισίου. Δεν αποτελεί, επομένως, μόνο έναν μηχανισμό της οικονομίας, αλλά και ένα πεδίο με άμεση σημασία για την επαγγελματική πορεία, την αξιοπρέπεια και την κοινωνική ένταξη του ανθρώπου. Η κατανόηση της έννοιάς της αποτελεί αφετηρία για τη διερεύνηση των χαρακτηριστικών της, των απαιτούμενων δεξιοτήτων και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν όσοι αναζητούν εργασία.
 
Απασχόληση και εργατικό δυναμικό: Η αγορά εργασίας περιλαμβάνει τόσο τη μισθωτή εργασία όσο και την αυτοαπασχόληση. Στην πρώτη περίπτωση, το άτομο παρέχει εργασία σε έναν εργοδότη έναντι αμοιβής, ενώ στη δεύτερη οργανώνει τη δική του επαγγελματική δραστηριότητα. Το εργατικό δυναμικό αποτελείται από τους απασχολουμένους και τους ανέργους· δεν ταυτίζεται με το σύνολο του πληθυσμού. Το ποσοστό ανεργίας εκφράζει το μερίδιο των ανέργων στο εργατικό δυναμικό και όχι στον συνολικό πληθυσμό. Ωστόσο, δεν αποτυπώνει από μόνο του όλες τις δυσκολίες πρόσβασης στην εργασία: άνθρωποι που επιθυμούν να εργαστούν αλλά έχουν σταματήσει την ενεργή αναζήτηση, για παράδειγμα λόγω απογοήτευσης, δεν καταγράφονται κατά κανόνα ως άνεργοι. Επομένως, η αποτίμηση της αγοράς εργασίας χρειάζεται να εξετάζει μαζί την απασχόληση, την ανεργία, τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και την υποαπασχόληση.
 
1. Σύγχρονα Χαρακτηριστικά της Αγοράς Εργασίας
Το σημερινό εργασιακό τοπίο έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με το παρελθόν, καθώς η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη και η παγκοσμιοποίηση εντείνουν τον ανταγωνισμό και την ανάγκη εξειδίκευσης, ενώ οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης συνδέονται συχνά με εργασιακή επισφάλεια και η συνεχής ανανέωση των γνώσεων καθιστά αναγκαία τη διά βίου μάθηση.
 
Ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας: Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας μετασχηματίζει την αγορά εργασίας, καθώς αλλάζει τόσο το περιεχόμενο της εργασίας όσο και τον τρόπο οργάνωσής της. Ειδικότερα, η αυτοματοποίηση και η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) επιτρέπουν την εκτέλεση επαναλαμβανόμενων εργασιών από μηχανές και ψηφιακά συστήματα, μεταβάλλοντας τα καθήκοντα που αναλαμβάνει ο εργαζόμενος. Παράλληλα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός καθιστά τα τεχνολογικά εργαλεία αναπόσπαστο μέρος της επαγγελματικής δραστηριότητας, ενώ η τηλεργασία επιτρέπει την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων χωρίς φυσική παρουσία στον χώρο της επιχείρησης. Για παράδειγμα, η καταχώριση δεδομένων μπορεί να αυτοματοποιείται, ενώ η συνεργασία μιας ομάδας μπορεί να πραγματοποιείται μέσω ψηφιακών πλατφορμών. Επομένως, η τεχνολογική εξέλιξη δεν συνιστά απλώς εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού, αλλά ουσιαστική αναδιαμόρφωση των εργασιακών ρόλων και των μορφών απασχόλησης.
 
Παγκοσμιοποίηση: Η παγκοσμιοποίηση προσδίδει διεθνή διάσταση στην αγορά εργασίας, καθώς η άρση εμπορικών φραγμών και η δραστηριοποίηση πολυεθνικών εταιρειών συνδέουν τις οικονομίες διαφορετικών χωρών. Οι επιχειρήσεις μπορούν να οργανώνουν τη δραστηριότητά τους πέρα από τα εθνικά σύνορα, ενώ οι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα να αναζητούν επαγγελματικές ευκαιρίες και στο εξωτερικό. Έτσι, η προσφορά και η ζήτηση εργασίας δεν περιορίζονται στο εσωτερικό μιας χώρας, αλλά συνδέονται με ένα ευρύτερο δίκτυο επιχειρήσεων και εργαζομένων. Για παράδειγμα, μια πολυεθνική εταιρεία μπορεί να διαθέτει τμήματα σε διαφορετικές χώρες και να απασχολεί προσωπικό που μετακινείται μεταξύ τους για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών. Επομένως, η παγκοσμιοποίηση διευρύνει τον γεωγραφικό ορίζοντα της απασχόλησης και καθιστά τη διεθνή κινητικότητα εργαζομένων βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης αγοράς εργασίας.
 
Ανταγωνιστικότητα και Εξειδίκευση: Η ανταγωνιστικότητα στη σύγχρονη αγορά εργασίας καθιστά αναγκαία την εξειδίκευση, χωρίς όμως αυτή να πρέπει να οδηγεί σε μονόπλευρη πνευματική ανάπτυξη. Η βαθιά γνώση ενός συγκεκριμένου τομέα επιτρέπει στον εργαζόμενο να ανταποκρίνεται στις σύνθετες απαιτήσεις του επαγγέλματός του και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά ειδικά προβλήματα. Ωστόσο, όταν η κατάρτισή του περιορίζεται αποκλειστικά στο αντικείμενό του, υπάρχει ο κίνδυνος να στερείται γενικής παιδείας και να αδυνατεί να συνδέσει την επαγγελματική του δραστηριότητα με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, ένας ειδικός μπορεί να γνωρίζει σε βάθος μια τεχνική διαδικασία, αλλά να δυσκολεύεται να κατανοήσει τις κοινωνικές προεκτάσεις της εφαρμογής της, εάν δεν διαθέτει ευρύτερα μορφωτικά εφόδια. Επομένως, η εξειδίκευση χρειάζεται να συνδυάζεται με γενική παιδεία, ώστε η επαγγελματική επάρκεια να συμβαδίζει με την ολόπλευρη καλλιέργεια του ανθρώπου.
 
Ευελιξία και Επισφάλεια: Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης αποτελούν χαρακτηριστικό της σύγχρονης αγοράς εργασίας, αλλά μπορούν να συνδέονται με επισφάλεια όταν δεν εξασφαλίζουν σταθερότητα στον εργαζόμενο. Ειδικότερα, τα ελαστικά ωράρια, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και η μερική απασχόληση (part-time) επιτρέπουν την προσαρμογή της εργασίας σε μεταβαλλόμενες ανάγκες, χωρίς όμως να εγγυώνται πάντοτε τη συνέχεια της απασχόλησης ή ένα σταθερό εισόδημα. Όταν ο εργαζόμενος δεν γνωρίζει αν θα ανανεωθεί η σύμβασή του ή πόσες ώρες θα εργαστεί, δυσκολεύεται να προγραμματίσει την επαγγελματική και προσωπική του ζωή. Για παράδειγμα, ένα άτομο που απασχολείται με διαδοχικές βραχυχρόνιες συμβάσεις μπορεί να εργάζεται, αλλά να παραμένει αβέβαιο για τη διατήρηση της θέσης του μετά τη λήξη κάθε σύμβασης. Αυτή η κατάσταση φανερώνει τη διαρκή αγωνία των επισφαλώς εργαζομένων. Επομένως, η ευελιξία δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την επισφάλεια, αλλά συνδέεται με αυτήν όταν η προσαρμογή των όρων απασχόλησης συνοδεύεται από διαρκή αβεβαιότητα για το εργασιακό μέλλον.
 
Δια Βίου Μάθηση: Η διά βίου μάθηση αποτελεί ουσιαστικό εφόδιο στη σύγχρονη αγορά εργασίας, καθώς οι μεταβολές των επαγγελματικών απαιτήσεων καθιστούν αναγκαία τη συνεχή ανανέωση των γνώσεων και των δεξιοτήτων. Οι σπουδές παρέχουν σημαντικές βάσεις, αλλά οι γνώσεις που αποκτώνται κατά την αρχική εκπαίδευση δεν επαρκούν πάντοτε για ολόκληρη την επαγγελματική διαδρομή. Γι’ αυτό, ο εργαζόμενος χρειάζεται τόσο να αναβαθμίζει τις υπάρχουσες δεξιότητές του (upskilling) όσο και, όταν αλλάζει αντικείμενο εργασίας, να αποκτά νέες μέσω επανακατάρτισης (reskilling). Για παράδειγμα, η εκμάθηση ενός νέου ψηφιακού εργαλείου μπορεί να συμπληρώσει την κατάρτισή του, ώστε να ανταποκρίνεται στις αλλαγές του επαγγέλματός του. Επομένως, δεν πρόκειται για απαξίωση των πτυχίων, αλλά για την ανάγκη διαρκούς εμπλουτισμού των εφοδίων που αυτά προσφέρουν, ώστε η αρχική εκπαίδευση να αποτελεί αφετηρία και όχι το τέλος της μαθησιακής πορείας.
 
Εργασία μέσω ψηφιακών πλατφορμών: Οι ψηφιακές πλατφόρμες διαμεσολαβούν ανάμεσα σε όσους ζητούν υπηρεσίες και σε όσους τις παρέχουν, δημιουργώντας δυνατότητες εργασίας τόσο διαδικτυακά όσο και σε συγκεκριμένο τόπο. Ενδεικτικά, μέσω μιας εφαρμογής μπορεί να ανατίθεται ένα έργο γραφιστικής ή μια υπηρεσία διανομής. Η πρόσβαση σε πελάτες και η ευελιξία μπορούν να διευρύνουν τις επαγγελματικές διεξόδους, αλλά η ανάθεση ανά έργο μπορεί να συνοδεύεται από μεταβλητό εισόδημα και ασαφείς όρους προστασίας. Έτσι, η τεχνολογική διαμεσολάβηση δεν αρκεί για να εξασφαλίσει αξιοπρεπή απασχόληση. Επομένως, η ανάπτυξη αυτής της μορφής εργασίας χρειάζεται να συνδέεται με σαφείς όρους αμοιβής, ενημέρωση και ουσιαστική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
 
Πράσινη μετάβαση και επαγγελματικές αλλαγές: Η μετάβαση σε παραγωγή και κατανάλωση με μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση μεταβάλλει τις ανάγκες για εργασία και δεξιότητες. Δραστηριότητες όπως η εξοικονόμηση ενέργειας, οι ανανεώσιμες πηγές και η επαναχρησιμοποίηση υλικών μπορούν να δημιουργούν νέες επαγγελματικές δυνατότητες, ενώ άλλοι κλάδοι χρειάζεται να αναδιαρθρωθούν. Για παράδειγμα, η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων προϋποθέτει τεχνικές γνώσεις σχετικές με νέα υλικά και εγκαταστάσεις. Η μετάβαση, όμως, δεν εξασφαλίζει αυτόματα θέση σε κάθε εργαζόμενο του οποίου το αντικείμενο περιορίζεται. Επομένως, οι περιβαλλοντικές αλλαγές χρειάζεται να συνοδεύονται από κατάρτιση και στήριξη της επαγγελματικής μετακίνησης, ώστε οι νέες ευκαιρίες να είναι προσβάσιμες και να μην αφήνουν εργαζομένους χωρίς διέξοδο.
 
Ποιότητα εργασίας και προσωπική ζωή: Η ποιότητα μιας θέσης δεν κρίνεται μόνο από την αμοιβή, αλλά και από την ασφάλεια, τον χρόνο εργασίας και τη δυνατότητα ανάπαυσης. Η απουσία σαφών ορίων, ιδίως όταν η επικοινωνία συνεχίζεται διαρκώς μέσω ψηφιακών μέσων, μπορεί να μετατρέπει την ευελιξία σε συνεχή διαθεσιμότητα. Για παράδειγμα, η τηλεργασία διευκολύνει την οργάνωση της ημέρας όταν υπάρχουν συμφωνημένα ωράρια, αλλά δυσχεραίνει την ισορροπία εργασίας και προσωπικής ζωής όταν οι υποχρεώσεις επεκτείνονται χωρίς όριο. Παράλληλα, η πρόληψη κινδύνων και οι ασφαλείς συνθήκες αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της επαγγελματικής δραστηριότητας. Επομένως, μια λειτουργική αγορά εργασίας χρειάζεται να εξασφαλίζει όχι μόνο παραγωγή και εισόδημα, αλλά και προστασία της υγείας, επαρκή ανάπαυση και σεβασμό της ζωής εκτός εργασίας.
 
2. Απαραίτητα Εφόδια και Δεξιότητες (Skills)
Η ανταπόκριση στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας προϋποθέτει έναν συνδυασμό γνώσεων, πρακτικών ικανοτήτων και προσωπικών δεξιοτήτων. Τα πτυχία, οι πιστοποιήσεις, η γνώση ξένων γλωσσών και ο ψηφιακός γραμματισμός αποτελούν σημαντικά εφόδια, τα οποία συμπληρώνονται από την επικοινωνιακή ευχέρεια, την ενσυναίσθηση και το πνεύμα συνεργασίας. Παράλληλα, η προσαρμοστικότητα, η κριτική σκέψη και η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων βοηθούν το άτομο να αντιμετωπίζει τις αλλαγές και τις σύνθετες προκλήσεις της επαγγελματικής ζωής. Επομένως, η προετοιμασία για την εργασία δεν περιορίζεται στην απόκτηση τυπικών προσόντων, αλλά περιλαμβάνει και την καλλιέργεια δεξιοτήτων που επιτρέπουν την ουσιαστική αξιοποίησή τους.
 
Σκληρές δεξιότητες (Hard skills): Οι σκληρές δεξιότητες αποτελούν βασικό εφόδιο για την επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς περιλαμβάνουν συγκεκριμένες γνώσεις και πρακτικές ικανότητες που επιτρέπουν την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών. Η γνώση ξένων γλωσσών και ο ψηφιακός γραμματισμός, για παράδειγμα, βοηθούν το άτομο να κατανοεί ξενόγλωσσο υλικό και να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά ψηφιακά εργαλεία. Τα πτυχία και οι πιστοποιήσεις δεν αποτελούν τα ίδια δεξιότητες, αλλά τεκμηριώνουν την εκπαίδευση και την κατάρτιση που έχει αποκτήσει ο κάτοχός τους· η ουσιαστική αξία τους συνδέεται με τη δυνατότητα εφαρμογής των γνώσεων στην πράξη. Ενδεικτικά, η σύνταξη ενός εγγράφου σε ξένη γλώσσα και η επεξεργασία δεδομένων με ένα κατάλληλο πρόγραμμα προϋποθέτουν την αξιοποίηση τόσο γλωσσικών όσο και ψηφιακών ικανοτήτων. Επομένως, η επαγγελματική προετοιμασία δεν εξαντλείται στη συγκέντρωση τίτλων σπουδών, αλλά απαιτεί την ουσιαστική κατάκτηση των γνώσεων και των δεξιοτήτων που αυτοί πιστοποιούν.
 
Ήπιες δεξιότητες (Soft skills): Οι ήπιες δεξιότητες αποτελούν ουσιαστικό συμπλήρωμα της επαγγελματικής κατάρτισης, καθώς επιτρέπουν στο άτομο να αξιοποιεί τις γνώσεις του μέσα σε ένα περιβάλλον επικοινωνίας και συνεργασίας. Η επικοινωνιακή ευχέρεια δεν περιορίζεται στη σαφή έκφραση των ιδεών, αλλά περιλαμβάνει και την προσεκτική ακρόαση, ώστε να αποφεύγονται οι παρανοήσεις και να διευκολύνεται η συνεννόηση. Παράλληλα, η ενσυναίσθηση βοηθά στην κατανόηση της οπτικής και των αναγκών των άλλων, ενώ η ομαδικότητα και το πνεύμα συνεργασίας επιτρέπουν τον συντονισμό διαφορετικών προσπαθειών για την επίτευξη ενός κοινού στόχου. Για παράδειγμα, κατά την εκπόνηση ενός ομαδικού έργου, η ανταλλαγή σαφών πληροφοριών, η συνεκτίμηση διαφορετικών απόψεων και η συνεννόηση για την κατανομή των εργασιών βοηθούν τα μέλη να συνδυάσουν τις επιμέρους γνώσεις τους σε ένα ενιαίο αποτέλεσμα. Επομένως, οι ήπιες δεξιότητες δεν υποκαθιστούν τις εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ουσιαστική αξιοποίησή τους και την καλλιέργεια σχέσεων αμοιβαίου σεβασμού στον χώρο εργασίας.
 
Προσαρμοστικότητα (Adaptability): Η προσαρμοστικότητα αποτελεί σημαντικό εφόδιο στη σύγχρονη αγορά εργασίας, καθώς επιτρέπει στο άτομο να μαθαίνει νέα πράγματα και να ανταποκρίνεται στις αλλαγές του επαγγελματικού περιβάλλοντος. Όταν μεταβάλλονται τα εργαλεία, οι διαδικασίες ή τα καθήκοντα μιας θέσης, η αποκλειστική προσήλωση σε ήδη γνωστούς τρόπους εργασίας δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των νέων απαιτήσεων. Αντίθετα, η διάθεση για μάθηση και η ευελιξία στην εφαρμογή των γνώσεων βοηθούν το άτομο να αναθεωρεί τις πρακτικές του και να αξιοποιεί όσα ήδη γνωρίζει σε διαφορετικές συνθήκες. Για παράδειγμα, η εισαγωγή ενός νέου ψηφιακού συστήματος προϋποθέτει την εκμάθηση της λειτουργίας του και την προσαρμογή της καθημερινής εργασίας στις δυνατότητές του, χωρίς να ακυρώνεται η προηγούμενη εμπειρία. Επομένως, η προσαρμοστικότητα δεν σημαίνει εγκατάλειψη των αποκτημένων γνώσεων, αλλά δημιουργική αξιοποίησή τους σε συνδυασμό με νέα εφόδια, ώστε οι αλλαγές να αντιμετωπίζονται ως προκλήσεις μάθησης και όχι ως ανυπέρβλητα εμπόδια.
 
Κριτική σκέψη και επίλυση προβλημάτων: Η κριτική σκέψη και η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων αποτελούν ουσιαστικά εφόδια στην επαγγελματική ζωή, καθώς επιτρέπουν τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων ακόμη και υπό πίεση. Η κριτική σκέψη βοηθά το άτομο να αξιολογεί τις διαθέσιμες πληροφορίες, να διακρίνει τα αίτια ενός προβλήματος και να συγκρίνει τις πιθανές λύσεις, αντί να καταλήγει σε βιαστικά συμπεράσματα. Η επίλυση προβλημάτων μετατρέπει αυτή την αξιολόγηση σε πράξη, μέσα από την επιλογή μιας κατάλληλης λύσης και τον έλεγχο της αποτελεσματικότητάς της. Για παράδειγμα, όταν μια εργασία κινδυνεύει να μην ολοκληρωθεί εγκαίρως, χρειάζεται να εντοπιστεί η αιτία της καθυστέρησης, να εξεταστούν εναλλακτικοί τρόποι οργάνωσης και να επιλεγεί εκείνος που ανταποκρίνεται καλύτερα στον διαθέσιμο χρόνο και στις απαιτήσεις της. Η διερεύνηση εναλλακτικών λύσεων μπορεί, παράλληλα, να οδηγήσει σε καινοτόμες προσεγγίσεις, αντί στην απλή επανάληψη καθιερωμένων πρακτικών. Επομένως, οι δύο αυτές δεξιότητες συνδέουν την προσεκτική κρίση με την αποτελεσματική δράση, ώστε η πίεση να μην οδηγεί σε άκριτες επιλογές και η καινοτομία να στηρίζεται σε τεκμηριωμένη σκέψη.
 
Επαγγελματική αυτογνωσία και ενημερωμένη επιλογή: Η προετοιμασία για την εργασία προϋποθέτει να γνωρίζει το άτομο όχι μόνο τις απαιτήσεις των θέσεων, αλλά και τα ενδιαφέροντα, τις δυνατότητες και τις επιδιώξεις του. Η συνεκτίμηση του αντικειμένου, των συνθηκών, των προοπτικών μάθησης και των όρων απασχόλησης βοηθά στη διαμόρφωση ρεαλιστικών και ουσιαστικών επιλογών. Για παράδειγμα, η σύγκριση δύο επαγγελματικών διαδρομών δεν χρειάζεται να περιορίζεται στο κύρος τους, αλλά να εξετάζει ποια συνδέεται περισσότερο με τις κλίσεις του ατόμου και με αξιοπρεπείς δυνατότητες εργασίας. Η γνώση των βασικών εργασιακών δικαιωμάτων συμπληρώνει αυτή την προετοιμασία, διευκολύνοντας την κατανόηση των προσφερόμενων όρων. Επομένως, τα επαγγελματικά εφόδια αποκτούν μεγαλύτερη αξία όταν εντάσσονται σε μια ενημερωμένη πορεία επιλογών και όχι σε άκριτη συγκέντρωση προσόντων.
 
3. Το μείζον πρόβλημα της ανεργίας
Η ανεργία είναι η κατάσταση κατά την οποία άτομα που είναι διαθέσιμα για εργασία και αναζητούν ενεργά απασχόληση δεν κατορθώνουν να βρουν θέση εργασίας. Αποτελεί μείζον πρόβλημα της αγοράς εργασίας, καθώς στερεί από τον άνθρωπο όχι μόνο το εισόδημα, αλλά και τη δυνατότητα να αξιοποιεί τις γνώσεις και τις ικανότητές του μέσα από την επαγγελματική δραστηριότητα. Παράλληλα, οι επιπτώσεις της υπερβαίνουν το ατομικό επίπεδο και επηρεάζουν την οικονομική ζωή και την κοινωνική συνοχή. Η κατανόησή της απαιτεί, επομένως, τη διερεύνηση των παραγόντων που την προκαλούν και των συνεπειών της τόσο για το άτομο όσο και για την κοινωνία.
 
Μορφές και διάρκεια της ανεργίας: Η διάκριση των μορφών της ανεργίας βοηθά στη σύνδεση των αιτίων με τις κατάλληλες παρεμβάσεις. Η κυκλική ανεργία συνδέεται με την υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ η διαρθρωτική με βαθύτερες αλλαγές που δημιουργούν αναντιστοιχία ανάμεσα στις διαθέσιμες θέσεις και στις δεξιότητες ή στον τόπο κατοικίας όσων αναζητούν εργασία. Η ανεργία τριβής αφορά τον χρόνο αναζήτησης κατά τη μετάβαση μεταξύ θέσεων ή την πρώτη είσοδο στην εργασία, ενώ η εποχική προκύπτει από την περιοδική διακύμανση της δραστηριότητας, όπως μετά τη λήξη μιας τουριστικής περιόδου. Διαφορετική είναι η διάκριση με βάση τη διάρκεια: μακροχρόνια θεωρείται η ανεργία που διαρκεί τουλάχιστον δώδεκα μήνες, ανεξάρτητα από το αρχικό αίτιό της. Επομένως, η ανεργία δεν είναι ενιαίο φαινόμενο· η οικονομική ανάκαμψη, η κατάρτιση και η βελτίωση της πληροφόρησης ανταποκρίνονται σε διαφορετικές πλευρές του προβλήματος.
 
Αίτια της ανεργίας
Μηχανοποίηση της παραγωγής: Η αντικατάσταση ανθρώπινων εργασιών από μηχανές μπορεί να προκαλέσει ανεργία, όταν η μείωση των υφιστάμενων θέσεων δεν αντισταθμίζεται από νέες ευκαιρίες απασχόλησης. Καθώς ορισμένες επαναλαμβανόμενες διαδικασίες εκτελούνται αυτοματοποιημένα, περιορίζεται η ανάγκη για προσωπικό στα αντίστοιχα καθήκοντα. Για παράδειγμα, η αυτοματοποίηση μιας γραμμής παραγωγής μπορεί να μειώσει τις θέσεις χειρωνακτικής εργασίας, ενώ οι νέες θέσεις χειρισμού και συντήρησης απαιτούν διαφορετικές γνώσεις. Εάν οι εργαζόμενοι που χάνουν τη θέση τους δεν έχουν πρόσβαση στην αναγκαία επανακατάρτιση, δυσκολεύονται να επανενταχθούν στην απασχόληση. Επομένως, η μηχανοποίηση δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην ανεργία, αλλά μπορεί να την ενισχύσει όταν η μετάβαση στις νέες απαιτήσεις αφήνει μέρος του εργατικού δυναμικού χωρίς κατάλληλη διέξοδο.
 
Οικονομικές κρίσεις: Οι οικονομικές κρίσεις ενισχύουν την ανεργία, επειδή περιορίζουν τη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών και, συνακόλουθα, τις ανάγκες των επιχειρήσεων για προσωπικό. Όταν μειώνονται οι πωλήσεις και τα έσοδα, οι επιχειρήσεις μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή τους, να αναστείλουν προσλήψεις ή να προχωρήσουν σε απολύσεις. Για παράδειγμα, μια επιχείρηση που δέχεται λιγότερες παραγγελίες ενδέχεται να καταργήσει θέσεις εργασίας, καθώς χρειάζεται λιγότερο προσωπικό για τη μειωμένη δραστηριότητά της. Παράλληλα, η αβεβαιότητα μπορεί να αναβάλει επενδύσεις που θα δημιουργούσαν νέες θέσεις. Επομένως, η ανεργία σε περιόδους κρίσης συνδέεται με τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και δεν εξηγείται απλώς από τα προσόντα όσων αναζητούν εργασία.
 
Αναντιστοιχία εκπαιδευτικού συστήματος και αναγκών της αγοράς: Η απόσταση ανάμεσα στην παρεχόμενη εκπαίδευση και στις απαιτήσεις των διαθέσιμων θέσεων μπορεί να δυσχεραίνει την πρόσβαση στην εργασία. Όταν οι γνώσεις και οι δεξιότητες των αποφοίτων δεν ανταποκρίνονται στις ζητούμενες ειδικότητες ή στα απαιτούμενα πρακτικά εφόδια, η κατοχή ενός τίτλου σπουδών δεν αρκεί για την κάλυψη μιας θέσης. Ενδεικτικά, μπορεί να υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις που απαιτούν τη χρήση συγκεκριμένων ψηφιακών εργαλείων, ενώ οι υποψήφιοι δεν έχουν εκπαιδευτεί στην εφαρμογή τους. Έτσι, είναι δυνατόν να συνυπάρχουν κενές θέσεις και άνεργοι που δεν διαθέτουν την αντίστοιχη κατάρτιση. Επομένως, η αναντιστοιχία αυτή μπορεί να παρατείνει την ανεργία, επειδή εμποδίζει την αποτελεσματική σύνδεση των εκπαιδευτικών εφοδίων με τις ευκαιρίες απασχόλησης.
 
Αστυφιλία: Η συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα μπορεί να εντείνει την ανεργία, όταν η αύξηση όσων αναζητούν εργασία υπερβαίνει τη δημιουργία νέων θέσεων. Η προσδοκία περισσότερων επαγγελματικών ευκαιριών προσελκύει ανθρώπους στις πόλεις, χωρίς όμως η τοπική αγορά να μπορεί πάντοτε να απορροφήσει το πρόσθετο εργατικό δυναμικό. Για παράδειγμα, η μετακίνηση πολλών ατόμων προς μια πόλη με περιορισμένες νέες θέσεις μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των υποψηφίων για τις ίδιες ευκαιρίες απασχόλησης. Έτσι, η αλλαγή τόπου κατοικίας δεν εξασφαλίζει από μόνη της την εύρεση εργασίας. Επομένως, η αστυφιλία λειτουργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας όταν η πληθυσμιακή συγκέντρωση δεν συνοδεύεται από ανάλογη διεύρυνση της απασχόλησης.
 
Έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού: Η ανεπαρκής ενημέρωση για τις εκπαιδευτικές διαδρομές και τις επαγγελματικές δυνατότητες μπορεί να δυσκολεύει τη μετάβαση στην εργασία. Χωρίς ουσιαστικό προσανατολισμό, το άτομο ενδέχεται να επιλέγει σπουδές χωρίς να συνεκτιμά τα ενδιαφέροντα και τις ικανότητές του, τις απαιτήσεις του επαγγέλματος και τις διαθέσιμες διεξόδους. Για παράδειγμα, μπορεί να ολοκληρώσει μια διαδρομή κατάρτισης χωρίς να γνωρίζει ποια πρόσθετα εφόδια χρειάζονται για τις θέσεις που το ενδιαφέρουν ή ποιες εναλλακτικές μπορεί να αναζητήσει. Η περιορισμένη αυτή πληροφόρηση μπορεί να καθυστερήσει την αναζήτηση κατάλληλης απασχόλησης. Επομένως, η έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού μπορεί να συμβάλλει στην παράταση της ανεργίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανεργία αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα ατομικών επιλογών.
 
Εποχικότητα και γεωγραφική αναντιστοιχία: Η περιορισμένη διάρκεια ορισμένων δραστηριοτήτων και η άνιση κατανομή των θέσεων μπορούν να δυσκολεύουν τη σταθερή απασχόληση. Όταν μια περιοχή εξαρτάται από έναν εποχικό κλάδο, οι εργαζόμενοι μπορεί να μένουν χωρίς εργασία μετά τη λήξη της περιόδου λειτουργίας του. Παράλληλα, μια διαθέσιμη θέση σε διαφορετική περιοχή δεν αποτελεί πάντοτε προσιτή επιλογή, εάν η μετακίνηση ή η στέγαση έχουν κόστος που το άτομο δεν μπορεί να καλύψει. Για παράδειγμα, η ύπαρξη θέσεων σε έναν τουριστικό προορισμό δεν εξασφαλίζει από μόνη της εργασία όλο τον χρόνο ούτε δυνατότητα εγκατάστασης για κάθε υποψήφιο. Επομένως, η ανεργία μπορεί να συνυπάρχει με κενές θέσεις, όχι μόνο λόγω ελλιπών δεξιοτήτων, αλλά και λόγω χρονικών και γεωγραφικών εμποδίων.
 
Συνέπειες της ανεργίας στο άτομο:
Ψυχολογική φθορά: Η ανεργία μπορεί να επιβαρύνει την ψυχική κατάσταση του ατόμου, καθώς η αβεβαιότητα για το μέλλον και η παρατεταμένη αναζήτηση εργασίας προκαλούν άγχος και απογοήτευση. Όταν οι προσπάθειες επαγγελματικής ένταξης δεν αποδίδουν, το άτομο ενδέχεται να αμφισβητεί τις ικανότητές του και να βιώνει αισθήματα μειονεξίας, παρότι η έλλειψη εργασίας δεν αποτελεί μέτρο της προσωπικής του αξίας. Για παράδειγμα, οι επανειλημμένες απορρίψεις αιτήσεων μπορούν να κλονίσουν την αυτοπεποίθηση και να ενισχύσουν την αίσθηση αδιεξόδου. Η παρατεταμένη αυτή πίεση μπορεί να συνοδεύεται και από καταθλιπτικά συμπτώματα, χωρίς οι επιπτώσεις να είναι ίδιες για όλους. Επομένως, η ανεργία δεν συνιστά μόνο επαγγελματική δυσκολία, αλλά μπορεί να αποτελέσει πηγή ουσιαστικής ψυχολογικής φθοράς.
 
Οικονομική εξαθλίωση: Η ανεργία στερεί από το άτομο το εισόδημα της εργασίας και μπορεί, όταν παρατείνεται και δεν υπάρχουν επαρκείς πόροι στήριξης, να οδηγήσει σε σοβαρή οικονομική στέρηση. Η απώλεια τακτικών αποδοχών δυσχεραίνει την κάλυψη βασικών αναγκών, ενώ οι διαθέσιμες αποταμιεύσεις ενδέχεται σταδιακά να εξαντληθούν. Για παράδειγμα, ένα άτομο χωρίς σταθερό εισόδημα μπορεί να δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τα έξοδα διατροφής του. Η ανάγκη οικονομικής βοήθειας από άλλους περιορίζει, παράλληλα, την αυτονομία του και τη δυνατότητα να προγραμματίζει τη ζωή του. Επομένως, η οικονομική εξαθλίωση δεν είναι αναπόφευκτη συνέπεια κάθε περιόδου ανεργίας, αλλά αποτελεί σοβαρό κίνδυνο όταν η απουσία απασχόλησης συνδυάζεται με ανεπαρκή μέσα διαβίωσης.
 
Απώλεια δημιουργικότητας: Η παρατεταμένη ανεργία μπορεί να περιορίσει τις ευκαιρίες δημιουργικής έκφρασης του ατόμου, καθώς το απομακρύνει από ένα πεδίο εφαρμογής των γνώσεων και των ικανοτήτων του. Η επαγγελματική δραστηριότητα προσφέρει στόχους, προβλήματα προς επίλυση και δυνατότητες παραγωγής έργου· όταν απουσιάζει, το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να βρει αντίστοιχες διεξόδους για τις δημιουργικές του δυνάμεις. Για παράδειγμα, κάποιος που έχει καταρτιστεί σε ένα αντικείμενο αλλά δεν βρίσκει εργασία ενδέχεται να στερείται τις πρακτικές ευκαιρίες να αναπτύξει και να υλοποιήσει τις ιδέες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να είναι δημιουργικός, αλλά ότι δυσχεραίνεται η συστηματική αξιοποίηση των δυνατοτήτων του. Επομένως, η ανεργία μπορεί να προκαλέσει υποχώρηση της δημιουργικής δραστηριότητας, χωρίς να αναιρεί τις ικανότητες ή την αξία του ανθρώπου.
 
Κοινωνική απομόνωση και δυσκολία επανένταξης: Η παρατεταμένη ανεργία μπορεί να περιορίσει τις κοινωνικές επαφές και τις ευκαιρίες διατήρησης της επαγγελματικής εμπειρίας. Η απουσία καθημερινής συμμετοχής σε έναν χώρο εργασίας στερεί ένα πεδίο επικοινωνίας, ενώ το περιορισμένο εισόδημα μπορεί να δυσχεραίνει και άλλες δραστηριότητες. Για παράδειγμα, ένα άτομο που δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα μετακίνησης ή συμμετοχής σε επιμόρφωση ενδέχεται να απομακρύνεται από δίκτυα ενημέρωσης και συνεργασίας. Αν η αποχή από το αντικείμενό του παρατείνεται, μπορεί επίσης να χρειάζεται πρόσθετη υποστήριξη για να εξοικειωθεί με νέες διαδικασίες. Επομένως, η ανεργία μπορεί να δημιουργεί έναν κύκλο περιορισμένων επαφών και δυσκολότερης επανένταξης, χωρίς αυτό να σημαίνει απώλεια της αξίας ή των δυνατοτήτων του ανθρώπου.
 
Συνέπειες της ανεργίας στην κοινωνία:
Διεύρυνση κοινωνικών ανισοτήτων: Η ανεργία μπορεί να διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες, καθώς η απώλεια εισοδήματος περιορίζει τις δυνατότητες συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Όσοι διαθέτουν αποταμιεύσεις ή οικονομική στήριξη μπορούν να αντιμετωπίσουν ευκολότερα μια περίοδο χωρίς εργασία, ενώ όσοι στερούνται τέτοιων πόρων υφίστανται εντονότερα τις συνέπειές της. Για παράδειγμα, η αδυναμία κάλυψης του κόστους επιμόρφωσης μπορεί να δυσκολεύει την απόκτηση νέων επαγγελματικών εφοδίων και να παρατείνει την αναζήτηση απασχόλησης. Έτσι, η οικονομική στέρηση μπορεί να περιορίζει τις ευκαιρίες επανένταξης και να αναπαράγει τις ήδη υπάρχουσες διαφορές. Επομένως, η ανεργία δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο, αλλά μπορεί να αυξάνει την απόσταση ανάμεσα σε όσους διαθέτουν μέσα στήριξης και σε όσους παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένοι στην οικονομική ανασφάλεια.
 
Κίνδυνος αύξησης της παραβατικότητας: Η παρατεταμένη ανεργία μπορεί, σε συνδυασμό με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, να δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν την παραβατικότητα. Η έλλειψη νόμιμων ευκαιριών εξασφάλισης εισοδήματος και η αίσθηση αδιεξόδου μπορούν να εντείνουν τις κοινωνικές πιέσεις, ιδίως όταν απουσιάζουν επαρκείς δομές στήριξης. Ενδεικτικά, σε ένα περιβάλλον περιορισμένων επαγγελματικών διεξόδων, η υπόσχεση εύκολου εισοδήματος μέσω παράνομων δραστηριοτήτων μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας πίεσης για ορισμένα άτομα. Ωστόσο, η ανεργία δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην παραβατικότητα ούτε επιτρέπει τον χαρακτηρισμό των ανέργων ως παραβατών. Επομένως, η συγκεκριμένη συνέπεια αφορά έναν ενδεχόμενο κοινωνικό κίνδυνο που διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες και όχι μια αυτόματη σχέση ανάμεσα στην έλλειψη εργασίας και στην παράνομη συμπεριφορά.
 
Επιβάρυνση του δημογραφικού προβλήματος: Η ανεργία μπορεί να επιβαρύνει το δημογραφικό πρόβλημα, καθώς η οικονομική αβεβαιότητα δυσχεραίνει τον προγραμματισμό της οικογενειακής ζωής. Η απουσία σταθερού εισοδήματος καθιστά δυσκολότερη την εξασφάλιση κατοικίας και την κάλυψη των δαπανών που συνδέονται με την ανατροφή παιδιών. Για παράδειγμα, άτομα που επιθυμούν να δημιουργήσουν οικογένεια μπορεί να αναβάλουν την απόφασή τους, επειδή δεν γνωρίζουν πότε θα αποκτήσουν σταθερή απασχόληση. Όταν τέτοιες αναβολές παρατείνονται και αφορούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, μπορούν να συμβάλλουν στη μείωση των γεννήσεων. Επομένως, η ανεργία αποτελεί έναν από τους παράγοντες που δυσχεραίνουν τη δημογραφική ανανέωση, χωρίς να εξηγεί από μόνη της τις οικογενειακές επιλογές ή το σύνολο του δημογραφικού προβλήματος.
 
Brain drain (διαρροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού): Η ανεργία μπορεί να ενισχύσει τη μετανάστευση καταρτισμένων ανθρώπων, όταν η εγχώρια αγορά εργασίας δεν προσφέρει ευκαιρίες αξιοποίησης των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους. Η αναζήτηση απασχόλησης στο εξωτερικό αποτελεί τότε μια επαγγελματική διέξοδο για το άτομο, αλλά μπορεί να στερήσει από τη χώρα προέλευσης ανθρώπινο δυναμικό με σημαντικά εφόδια. Για παράδειγμα, ένας επιστήμονας που δεν βρίσκει θέση σχετική με την κατάρτισή του μπορεί να μετακινηθεί σε άλλη χώρα, όπου έχει τη δυνατότητα να εργαστεί στο αντικείμενό του. Όταν η μετακίνηση αυτή αποκτά μεγάλη έκταση και διάρκεια, περιορίζεται η αξιοποίηση των γνώσεων αυτών στην εγχώρια παραγωγή και έρευνα. Επομένως, η διαρροή εξειδικευμένου δυναμικού αποτελεί πιθανή κοινωνική συνέπεια της ανεργίας, καθώς οι ατομικές επαγγελματικές διέξοδοι στο εξωτερικό μπορεί να συνεπάγονται απώλεια δημιουργικών και αναπτυξιακών δυνατοτήτων για τη χώρα προέλευσης.
 
Απώλεια παραγωγικών δυνατοτήτων και πίεση στους συλλογικούς πόρους: Η ανεργία σημαίνει ότι διαθέσιμες γνώσεις και ικανότητες δεν αξιοποιούνται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Παράλληλα, η απώλεια εισοδήματος περιορίζει την κατανάλωση και μπορεί να μειώνει τη ζήτηση που στηρίζει άλλες θέσεις εργασίας. Για παράδειγμα, όταν πολλά νοικοκυριά περικόπτουν τις αγορές τους, οι τοπικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν τη δραστηριότητά τους. Επιπλέον, η μείωση της απασχόλησης μπορεί να περιορίζει τα φορολογικά έσοδα και τις ασφαλιστικές εισφορές, την ώρα που αυξάνονται οι ανάγκες κοινωνικής προστασίας. Επομένως, η ανεργία δεν αποτελεί μόνο απώλεια ατομικού εισοδήματος, αλλά και περιορισμό των παραγωγικών και χρηματοδοτικών δυνατοτήτων της κοινωνίας, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη συλλογικής αντιμετώπισής της.
 
4. Οι νέοι και η αγορά εργασίας
Η μετάβαση από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας αποτελεί σημαντικό σταθμό στη ζωή των νέων, καθώς συνδέεται με την αξιοποίηση των γνώσεών τους, την οικονομική ανεξαρτησία και τη διαμόρφωση της επαγγελματικής τους πορείας. Η εύρεση μιας θέσης, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για την ουσιαστική επαγγελματική ένταξη· σημασία έχουν επίσης η συνάφεια της εργασίας με τις σπουδές, η επάρκεια των αποδοχών και ο σεβασμός των εργασιακών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η ετεροαπασχόληση, η υποαπασχόληση, η αναζήτηση επαγγελματικών διεξόδων στο εξωτερικό και η εργασιακή εκμετάλλευση αναδεικνύουν διαφορετικές όψεις των δυσκολιών που μπορεί να συνοδεύουν την είσοδο στην εργασία. Η εξέτασή τους επιτρέπει να προσεγγιστεί το ζήτημα όχι μόνο ως ανάγκη εξεύρεσης απασχόλησης, αλλά και ως δυνατότητα δημιουργικής και αξιοπρεπούς συμμετοχής στην επαγγελματική ζωή.
 
Το εμπόδιο της πρώτης εργασιακής εμπειρίας: Η απαίτηση προηγούμενης εμπειρίας μπορεί να δυσχεραίνει την πρώτη είσοδο στην αγορά εργασίας, όταν ακόμη και οι εισαγωγικές θέσεις προϋποθέτουν ήδη επαγγελματική προϋπηρεσία. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο υποψήφιος χρειάζεται εργασία για να αποκτήσει εμπειρία, αλλά χρειάζεται εμπειρία για να προσληφθεί. Για παράδειγμα, ένας απόφοιτος με συναφείς γνώσεις μπορεί να δυσκολεύεται να βρει την πρώτη του θέση, εάν δεν του δίνεται η δυνατότητα αρχικής εκπαίδευσης στο αντικείμενο. Η οργανωμένη μαθητεία και η εποπτευόμενη πρακτική άσκηση μπορούν να γεφυρώσουν αυτή την απόσταση, εφόσον έχουν πραγματικό εκπαιδευτικό περιεχόμενο και σαφείς όρους προστασίας. Επομένως, η μετάβαση στην εργασία χρειάζεται ευκαιρίες απόκτησης εμπειρίας που λειτουργούν ως αφετηρία επαγγελματικής πορείας και όχι ως υποκατάστατο κανονικών θέσεων εργασίας.
 
Ετεροαπασχόληση: Η ετεροαπασχόληση, δηλαδή η εργασία σε αντικείμενο διαφορετικό από εκείνο των σπουδών, μπορεί να δυσχεραίνει την ουσιαστική επαγγελματική ένταξη του νέου, όταν αποτελεί αναγκαστική επιλογή για την εξασφάλιση εισοδήματος. Εφόσον δεν βρίσκει θέση σχετική με την κατάρτισή του, ο νέος ενδέχεται να αποδεχθεί εργασία που δεν απαιτεί τις εξειδικευμένες γνώσεις του, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες διαβίωσής του. Έτσι, ενώ εξασφαλίζει απασχόληση, περιορίζονται οι ευκαιρίες να εφαρμόσει και να εξελίξει όσα απέκτησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Για παράδειγμα, ένας απόφοιτος πληροφορικής που εργάζεται σε θέση άσχετη με το αντικείμενό του μπορεί να αποκτά χρήσιμη εργασιακή εμπειρία, χωρίς όμως να αναπτύσσει αντίστοιχη εμπειρία στον τομέα της ειδίκευσής του. Αυτό δεν καθιστά τη συγκεκριμένη εργασία κατώτερη ούτε σημαίνει ότι κάθε αλλαγή επαγγελματικού πεδίου είναι αρνητική· το πρόβλημα εντοπίζεται στην έλλειψη δυνατότητας επιλογής και αξιοποίησης της κατάρτισης. Επομένως, η αναγκαστική ετεροαπασχόληση δείχνει ότι η εύρεση οποιασδήποτε θέσης δεν ταυτίζεται πάντοτε με την επίτευξη των επαγγελματικών επιδιώξεων του νέου.
 
Υποαπασχόληση: Η υποαπασχόληση, δηλαδή η εργασία για λιγότερες ώρες από όσες το άτομο επιθυμεί και είναι διαθέσιμο να εργαστεί, μπορεί να εμποδίζει την οικονομική ανεξαρτησία του νέου, ακόμη και όταν αυτός διαθέτει θέση εργασίας. Οι περιορισμένες ώρες απασχόλησης συνεπάγονται συνήθως χαμηλότερες συνολικές αποδοχές, οι οποίες ενδέχεται να μην επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής του. Για παράδειγμα, ένας νέος που εργάζεται λίγες ώρες την εβδομάδα, ενώ επιθυμεί και μπορεί να απασχοληθεί περισσότερο, μπορεί να χρειάζεται οικονομική στήριξη για να καλύψει το ενοίκιο και τους λογαριασμούς του. Έτσι, η ύπαρξη εργασίας δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην την αυτονομία του ούτε του επιτρέπει να προγραμματίζει με ασφάλεια τη ζωή του. Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά κάθε μορφή μερικής απασχόλησης, η οποία μπορεί να αποτελεί συνειδητή επιλογή, αλλά την αδυναμία εξασφάλισης του επιθυμητού χρόνου εργασίας. Συνεπώς, η ουσιαστική επαγγελματική ένταξη των νέων προϋποθέτει όχι μόνο την πρόσβαση σε μια θέση, αλλά και τη δυνατότητα απασχόλησης σε έκταση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.
 
Brain Drain (διαρροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού): Η εκτεταμένη μετανάστευση εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό αναδεικνύει τη δυσκολία πολλών νέων να εξασφαλίσουν επαγγελματικές προοπτικές που ανταποκρίνονται στην κατάρτιση και στις επιδιώξεις τους. Όταν οι διαθέσιμες θέσεις δεν προσφέρουν κατάλληλες συνθήκες εργασίας ή σαφείς δυνατότητες εξέλιξης, η αναζήτηση απασχόλησης σε άλλη χώρα μπορεί να αποτελέσει διέξοδο για την αξιοποίηση των γνώσεών τους. Παράλληλα, η προσδοκία διαφανών διαδικασιών πρόσληψης και αναγνώρισης των προσόντων τους ενισχύει την αναζήτηση ενός αξιοκρατικού επαγγελματικού περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, ένας νέος ερευνητής μπορεί να επιλέξει μια θέση στο εξωτερικό που του επιτρέπει να εργαστεί στο αντικείμενό του, με σαφείς όρους απασχόλησης και προοπτικές επιστημονικής εξέλιξης. Η επιλογή αυτή δεν συνιστά απλώς γεωγραφική μετακίνηση, αλλά προσπάθεια σύνδεσης της εκπαίδευσής του με μια ουσιαστική επαγγελματική πορεία. Επομένως, το Brain Drain φανερώνει ότι η ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη θέσεων, αλλά και από την ποιότητα των συνθηκών, την αξιοκρατία και τη δυνατότητα δημιουργικής αξιοποίησης της κατάρτισής τους.
 
Εργασιακή εκμετάλλευση: Η εργασιακή εκμετάλλευση υπονομεύει την αξιοπρεπή επαγγελματική ένταξη των νέων, καθώς η εξασφάλιση μιας θέσης δεν αρκεί όταν συνοδεύεται από ανεπαρκείς αμοιβές, απλήρωτες υπερωρίες ή ανασφάλιστη εργασία. Η ανάγκη απόκτησης εισοδήματος και ο φόβος απώλειας της απασχόλησης μπορεί να δυσκολεύουν την αντίδραση σε τέτοιους όρους, χωρίς αυτό να καθιστά τους εργαζομένους υπεύθυνους για την εκμετάλλευσή τους. Οι χαμηλές αποδοχές περιορίζουν την οικονομική αυτονομία, η μη αμειβόμενη πρόσθετη εργασία στερεί την ανταμοιβή του καταβαλλόμενου κόπου, ενώ η έλλειψη ασφάλισης αφήνει την εργασία χωρίς την αντίστοιχη ασφαλιστική κατοχύρωση. Για παράδειγμα, ένας νέος που εργάζεται συστηματικά πέρα από το συμφωνημένο ωράριο χωρίς πρόσθετη αμοιβή προσφέρει περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, χωρίς αυτά να αναγνωρίζονται στις αποδοχές του. Επομένως, η ουσιαστική πρόσβαση των νέων στην αγορά εργασίας δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη απασχόλησης, αλλά και από τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους, την αμοιβή της εργασίας τους και την ασφαλιστική τους κάλυψη.
 
5. Προτάσεις και τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου της ανεργίας
Η αντιμετώπιση της ανεργίας απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων, καθώς τα πολλαπλά αίτιά της δεν επιτρέπουν την αναζήτηση μιας μοναδικής λύσης. Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας χρειάζεται να συνδυάζεται με την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, ώστε η αύξηση της απασχόλησης να συνοδεύεται από αξιοπρεπείς όρους εργασίας. Παράλληλα, ο έγκαιρος επαγγελματικός προσανατολισμός, η ουσιαστική σύνδεση της εκπαίδευσης με την επαγγελματική ζωή και η συνεχής κατάρτιση μπορούν να διευκολύνουν την πρόσβαση στην εργασία. Επομένως, οι προτεινόμενοι τρόποι αντιμετώπισης προϋποθέτουν συντονισμένη δράση της Πολιτείας, των εκπαιδευτικών φορέων και του ατόμου, χωρίς η προσωπική προσπάθεια να υποκαθιστά την ανάγκη δημιουργίας επαρκών και ποιοτικών ευκαιριών απασχόλησης.
 
Ο ρόλος της Πολιτείας: Η Πολιτεία έχει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της ανεργίας, καθώς μπορεί να ενισχύει τη δημιουργία θέσεων εργασίας και να διασφαλίζει ότι η απασχόληση προσφέρεται με αξιοπρεπείς όρους. Η ενθάρρυνση επενδύσεων και η παροχή επιδοτήσεων σε νέους επιχειρηματίες μπορούν να διευκολύνουν την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που δημιουργούν ανάγκες για προσωπικό. Για παράδειγμα, η στήριξη μιας νέας επιχείρησης μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην επαγγελματική δραστηριοποίηση του ιδρυτή της, αλλά και στην πρόσληψη εργαζομένων. Ωστόσο, η αύξηση των θέσεων δεν αρκεί, εάν συνοδεύεται από αδήλωτη εργασία και παραβιάσεις των εργασιακών δικαιωμάτων. Γι’ αυτό, η καταπολέμηση της «μαύρης» εργασίας και η προστασία των εργαζομένων αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμα των παρεμβάσεων για την ενίσχυση της απασχόλησης. Επομένως, η συμβολή της Πολιτείας χρειάζεται να συνδυάζει τη διεύρυνση των επαγγελματικών ευκαιριών με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων, ώστε η μείωση της ανεργίας να συνεπάγεται ουσιαστική και όχι απλώς αριθμητική βελτίωση της αγοράς εργασίας.
 
Ο ρόλος της εκπαίδευσης: Η εκπαίδευση μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση της ανεργίας, διευκολύνοντας τη μετάβαση από τις σπουδές στην επαγγελματική ζωή. Ο σωστός και έγκαιρος Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός (ΣΕΠ) βοηθά τους μαθητές να συνδέουν τα ενδιαφέροντα και τις ικανότητές τους με τις διαθέσιμες εκπαιδευτικές διαδρομές και τις απαιτήσεις των επαγγελμάτων, ώστε να πραγματοποιούν περισσότερο ενημερωμένες επιλογές. Παράλληλα, η ουσιαστική σύνδεση των Πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας, για παράδειγμα μέσω πρακτικής άσκησης, επιτρέπει στους φοιτητές να εφαρμόζουν τις θεωρητικές γνώσεις τους και να γνωρίζουν τις συνθήκες άσκησης του αντικειμένου τους. Ενδεικτικά, η πρακτική άσκηση μπορεί να βοηθήσει έναν φοιτητή να διαπιστώσει ποιες δεξιότητες χρειάζεται να ενισχύσει και πώς αξιοποιούνται οι σπουδές του σε πραγματικές επαγγελματικές δραστηριότητες. Έτσι, ο προσανατολισμός και η πρακτική εμπειρία περιορίζουν την απόσταση ανάμεσα στην εκπαιδευτική προετοιμασία και στις απαιτήσεις της εργασίας. Επομένως, η συμβολή της εκπαίδευσης δεν έγκειται στην εγγύηση μιας θέσης για κάθε απόφοιτο, αλλά στην παροχή ουσιαστικών εφοδίων και ενημέρωσης που διευκολύνουν την επαγγελματική ένταξη, σε συνδυασμό με τη δημιουργία επαρκών ευκαιριών απασχόλησης.
 
Ατομική ευθύνη: Η προσωπική προσπάθεια μπορεί να διευκολύνει την επαγγελματική ένταξη, όταν συνδυάζει την καλλιέργεια ευελιξίας, τη διεύρυνση των επαγγελματικών επιλογών και τη συνεχή κατάρτιση. Η αποκλειστική προσήλωση σε μία μόνο διαδρομή, όπως η απασχόληση στο Δημόσιο, μπορεί να περιορίζει τις ευκαιρίες αναζήτησης εργασίας, εάν δεν συνεκτιμώνται άλλες δυνατότητες που ανταποκρίνονται στις γνώσεις και στα ενδιαφέροντα του ατόμου. Αυτό δεν καθιστά προβληματική την επιθυμία για μια δημόσια θέση· σημασία έχει να μην αποκλείονται εκ των προτέρων εναλλακτικές επαγγελματικές προοπτικές. Παράλληλα, η ανανέωση των γνώσεων και η απόκτηση νέων δεξιοτήτων βοηθούν το άτομο να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της εργασίας. Για παράδειγμα, ένας απόφοιτος που αναζητά θέση σε έναν συγκεκριμένο φορέα μπορεί συγχρόνως να εξετάζει συναφείς ευκαιρίες σε άλλους χώρους και να ενισχύει την κατάρτισή του στα εργαλεία που απαιτούνται. Επομένως, η ατομική ευθύνη αφορά την ενεργή προετοιμασία και την ενημερωμένη αναζήτηση εργασίας, όχι την απόδοση της ανεργίας σε προσωπική αδράνεια· η προσπάθεια του ατόμου μπορεί να διευρύνει τις δυνατότητές του, αλλά δεν υποκαθιστά τη δημιουργία επαρκών και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης.
Υπηρεσίες απασχόλησης και στοχευμένη επανακατάρτιση: Η αντιμετώπιση της ανεργίας χρειάζεται οργανωμένη σύνδεση όσων αναζητούν εργασία με τις διαθέσιμες θέσεις. Οι υπηρεσίες απασχόλησης μπορούν να παρέχουν εξατομικευμένη συμβουλευτική, ενημέρωση και παραπομπή σε κατάρτιση που ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες ανάγκες. Για παράδειγμα, η καταγραφή των γνώσεων ενός υποψηφίου και των απαιτήσεων μιας θέσης επιτρέπει να εντοπιστεί το πρόσθετο εφόδιο που χρειάζεται, αντί να προτείνεται ένα γενικό πρόγραμμα χωρίς σαφή επαγγελματική διέξοδο. Ιδιαίτερη σημασία έχει η έγκαιρη υποστήριξη όσων παραμένουν χωρίς εργασία για μεγάλο διάστημα. Επομένως, η αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων χρειάζεται να κρίνεται από την πρόσβαση σε βιώσιμη απασχόληση και όχι μόνο από τον αριθμό των συμμετοχών σε προγράμματα.
 
Κοινωνική προστασία κατά την αναζήτηση εργασίας: Η στήριξη του εισοδήματος και η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες είναι αναγκαίες όσο διαρκεί η ανεργία, ώστε η αναζήτηση απασχόλησης να μη συνοδεύεται από ακραία στέρηση. Η οικονομική βοήθεια, η δυνατότητα υγειονομικής φροντίδας και η πρόσβαση σε συμβουλευτική μπορούν να στηρίζουν την αξιοπρεπή διαβίωση και την προετοιμασία για επανένταξη. Για παράδειγμα, η κάλυψη βασικών αναγκών και εξόδων μετακίνησης επιτρέπει στο άτομο να συμμετέχει σε συνεντεύξεις και κατάρτιση χωρίς να αποκλείεται λόγω άμεσης έλλειψης πόρων. Η κοινωνική προστασία δεν δημιουργεί από μόνη της θέσεις εργασίας, αλλά περιορίζει τις συνέπειες της ανεργίας και διευκολύνει την αναζήτηση κατάλληλης απασχόλησης. Επομένως, αποτελεί συμπλήρωμα και όχι αντίπαλο των ενεργών παρεμβάσεων για την εργασία.
 
Περιφερειακή ανάπτυξη και διαφοροποίηση δραστηριοτήτων: Η αντιμετώπιση της γεωγραφικής και εποχικής ανεργίας προϋποθέτει επαγγελματικές δυνατότητες πέρα από λίγα αστικά κέντρα ή έναν μόνο κλάδο. Η ενίσχυση υποδομών και η ανάπτυξη συμπληρωματικών δραστηριοτήτων μπορούν να διευρύνουν την απασχόληση και να περιορίζουν την εξάρτηση από μια σύντομη περίοδο λειτουργίας. Για παράδειγμα, μια περιοχή με έντονη εποχικότητα μπορεί να επιδιώξει συνδυασμό τουρισμού, τοπικής παραγωγής και υπηρεσιών που λειτουργούν όλο τον χρόνο. Παράλληλα, η πρόσβαση σε μεταφορές και προσιτή στέγαση μπορεί να διευκολύνει την κάλυψη θέσεων που παραμένουν γεωγραφικά απρόσιτες. Επομένως, η επαγγελματική κινητικότητα δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται μόνο ως ατομική υποχρέωση μετακίνησης, αλλά και ως ζήτημα τοπικών ευκαιριών και υποδομών.
 
Ευθύνη επιχειρήσεων και κοινωνικός διάλογος: Η αντιμετώπιση των προβλημάτων της αγοράς εργασίας προϋποθέτει τη συμμετοχή εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων, μαζί με την Πολιτεία. Οι επιχειρήσεις μπορούν να συμβάλλουν με σαφείς διαδικασίες πρόσληψης, εκπαίδευση στο αντικείμενο και σεβασμό των συμφωνημένων όρων εργασίας. Παράλληλα, ο κοινωνικός διάλογος, δηλαδή η διαπραγμάτευση, η διαβούλευση και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκομένων, επιτρέπει να συνεκτιμώνται οι ανάγκες της παραγωγής και η προστασία των εργαζομένων. Για παράδειγμα, η εισαγωγή μιας νέας τεχνολογίας μπορεί να συνοδεύεται από συζήτηση για την επανακατάρτιση και τις αλλαγές στα καθήκοντα, αντί να αντιμετωπίζεται μόνο ως τεχνική απόφαση. Επομένως, η δημιουργία βιώσιμων θέσεων και η διαχείριση των μεταβολών χρειάζονται συνεργασία και ουσιαστική εκπροσώπηση, όχι αποκλειστική μεταφορά της ευθύνης στο άτομο.
 
Συνολική αποτίμηση: Η αγορά εργασίας χρειάζεται να προσεγγίζεται ως πεδίο στο οποίο συναντώνται η οικονομική ανάπτυξη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι γνώσεις και η προσωπική προσπάθεια αποτελούν σημαντικά εφόδια, αλλά αποδίδουν ουσιαστικά όταν συνδυάζονται με επαρκείς ευκαιρίες, θεσμική προστασία και ποιοτικούς όρους απασχόλησης. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση της ανεργίας απαιτεί παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στα αίτιά της και στήριξη όσων υφίστανται τις συνέπειές της. Τελικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να αυξηθεί ο αριθμός των θέσεων, αλλά να διευρυνθεί η δυνατότητα δημιουργικής, ασφαλούς και αξιοπρεπούς συμμετοχής στην επαγγελματική ζωή.
 

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 12: Η ηθική αρετή

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 12: Η ηθική αρετή
 
Διδακτική Ενότητα 12: Η ηθική αρετή
Η ψυχή για τον Αριστοτέλη είναι άρρηκτα δεμένη με το σώμα και περιλαμβάνει ακόμη και δυνατότητες και λειτουργίες που σήμερα θα θεωρούνταν αποκλειστικά σωματικές. Η ανθρώπινη ψυχή είναι η ζωτική ενέργεια μέσα στον άνθρωπο. Ο φιλόσοφος διακρίνει καταρχάς δύο τμήματα σ’ αυτήν: το λογικό (περιλαμβάνει νοητικές λειτουργίες, όπως η γνώση, η κρίση, η φαντασία κ.ά.) και το άλογο (περιλαμβάνει βιολογικές λειτουργίες και επιθυμίες, όπως η επιθυμία για τροφή, η αναπαραγωγική λειτουργία, καθώς και συναισθήματα, ορμές, τάσεις, διαθέσεις κ.λπ.). Στον βαθμό που ορισμένες λειτουργίες του αλόγου μέρους μπορούν να ελέγχονται από το λογικό, τα δύο τμήματα τέμνονται, και οριοθετείται ένα τρίτο μέρος, το ἄλογον πλήν μετέχον λόγου. Το λογικό μέρος της ψυχής έχει τις δικές του αρετές, τις διανοητικές, ενώ το μετέχον λόγου τις ηθικές.
 
Κείμενο αναφοράς
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικά Νικομάχεια Β1, 1-4, 1103a14 - b2
 
Διττῆς δή τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μέν διανοητικῆς τῆς δέ ἠθικῆς, ἡ μέν διανοητική τό πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καί τήν γένεσιν καί τήν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καί χρόνου, ἡ δ’ ἠθική ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν και τοὔνομα ἔσχηκε μικρόν παρεκκλῖνον ἀπό τοῦ ἔθους. Ἐξ οὗ καί δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθέν γάρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἄν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἄν μυριάκις αὐτόν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδέ τό πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδέν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἄν ἐθισθείη. Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρά φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλά πεφυκόσι μέν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δέ διά τοῦ ἔθους.
Ἔτι ὅσα μέν φύσει ἡμῖν παραγίνεται, τάς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα, ὕστερον δε τάς ἐνεργείας ἀποδίδομεν (ὅπερ ἐπί τῶν αἰσθήσεων δῆλον· οὐ γάρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν ἤ πολλάκις ἀκοῦσαι τάς αἰσθήσεις ἐλάβομεν, ἀλλ’ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)· τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καί ἐπί τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἅ γάρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν, οἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καί κιθαρίζοντες κιθαρισταί· οὕτω δή καί τά μέν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τά δέ σώφρονα σώφρονες, τά δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι.
 
Μετάφραση
Δύο είναι, όπως είδαμε, τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική. Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξησή της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία (γι' αυτό και εκείνο που χρειάζεται γι’ αυτήν είναι η πείρα και ο χρόνος), ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος). Αυτό ακριβώς κάνει φανερό ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες ιδιότητες. Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από τη φύση να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και ξαναπετώντας την προς τα πάνω⸱ ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα κάτω⸱ γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως -ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας: η φύση μάς έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους.
Επίσης: Για καθετί που το έχουμε από τη φύση, πρώτα έχουμε τη δυνατότητά του να ενεργήσει⸱ στην ενέργεια την ίδια φτάνουμε ύστερα (το πράγμα γίνεται φανερό στις αισθήσεις μας⸱ πραγματικά, τις αισθήσεις της όρασης ή της ακοής δεν τις αποκτήσαμε έχοντας δει ή έχοντας ακούσει πολλές φορές, αλλά αντίθετα: έχοντάς τες τις χρησιμοποιήσαμε⸱ δεν τις αποκτήσαμε με τη χρήση)⸱ τις αρετές όμως τις αποκτούμε αφού πρώτα τις εφαρμόσουμε στην πράξη -όπως ακριβώς γίνεται και στις άλλες τέχνες⸱ τα πράγματα δηλαδή που πρέπει πρώτα να τα μάθουμε προτού αρχίσουμε να τα κάνουμε, τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα⸱ π.χ. οικοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστές παίζοντας κιθάρα. με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
 
διανοητικαί ἀρεταί: οι λειτουργίες και ικανότητες της διανοίας, του ανθρώπινου μυαλού. Αποβλέπουν στην αλήθεια. Παραδείγματα διανοητικών αρετών που αναφέρει ο Αριστοτέλης: σοφία, σύνεσις, φρόνησις. Η σοφία δηλώνει την απόκτηση ολοκληρωμένης γνώσης επιστημονικής ή τεχνικής. Η σύνεσις είναι η κριτική δύναμη, η δυνατότητα αξιολόγησης, αποτίμησης, σύγκρισης. Η φρόνησις είναι η ικανότητα λήψης αποφάσεων σε ζητήματα της καθημερινής ζωής και επιλογής της μίας ή της άλλης πράξης. Κυρίως με τη φρόνηση το λογικό μέρος της ψυχής καθοδηγεί το μετέχον λόγου μέρος της, δηλαδή τις επιθυμίες, τις ορμές και τον τρόπο εκδήλωσης των συναισθημάτων.
 
ἠθικαί ἀρεταί: οι λειτουργίες και ικανότητες της συναισθηματικής νοημοσύνης, της δυνατότητας του ανθρώπου να κατανοεί και να ρυθμίζει με σταθερό τρόπο τις συναισθηματικές του εκδηλώσεις, τη συμπεριφορά του στο πλαίσιο των σχέσεων μέσα στην οργανωμένη κοινωνία. Οι ηθικές αρετές λειτουργούν για το καλό του φορέα τους και της κοινωνίας. Αποβλέπουν στην ευτυχία, ατομική και συλλογική. Αντίθετές τους είναι οι κακίες. Παραδείγματα ηθικών αρετών που αναφέρει ο Αριστοτέλης: ἀνδρεία, πραότης, σωφροσύνη, ἐλευθεριότης, μεγαλοψυχία κ.ά. (να αναζητήσετε στο λεξικό σας την ακριβή σημασία των όρων).
 
ἔθος: η συνήθεια. O Αριστοτέλης διακρίνει το ἔθος (τις διαμορφωμένες κοινωνικές συμπεριφορές και πρακτικές ενός ανθρώπου) από την φύσιν (τις δεδομένες βιολογικές/φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου είδους). Το έθος συνδέεται γενετικά με την επανάληψη ομοίων ενεργειών: ἔθει δέ ὅσα διά τό πολλάκις πεποιηκέναι ποιοῦσιν (Ρητορική 1369b6-7). Στη διαμόρφωση του ἔθους έχει μεγάλη σημασία η νεανική ηλικία, όπως θα δούμε στην επόμενη Διδακτική Ενότητα.
 
φύσει–παρά φύσιν: Η τυποποιημένη δοτική φύσει δηλώνει συμφωνία ή αιτία (συνώνυμη η έκφραση κατά φύσιν). Σύμφωνο με τη φύση ή οφειλόμενο σε αυτήν είναι ό,τι γίνεται πάντα (ή σχεδόν πάντα) με τον ίδιο τρόπο και αφορά μια μεγάλη ομάδα ομοειδών όντων ή φαινομένων: πάντα τά φύσει ἢ αἰεὶ οὕτω γίγνεται ἢ ὡς ἐπί τό πολύ (Φυσικά 198b35-36). Παρά φύσιν είναι οποιαδήποτε διεργασία, λειτουργία ή κίνηση παραβιάζει τη φυσική νομοτέλεια (την ομοιότροπη ή σχεδόν ομοιότροπη επανάληψη λειτουργιών και φαινομένων). Γι’ αυτό και το παρά φύσιν προϋποθέτει συχνά τον εξαναγκασμό, τη βία ή την ανθρώπινη απόπειρα να αναιρεθεί η φυσική τάξη.
 
λίθος φύσει κάτω φερόμενος: Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, η φυσική κίνηση των σωμάτων στον επίγειο και υποσελήνιο χώρο είναι πάντοτε ευθύγραμμη και συνδέεται με το βάρος τους· τα φύσει βαριά σώματα κινούνται προς το κέντρο του σύμπαντος ενώ τα φύσει ελαφριά προς την περιφέρειά του. Φύσει βαριά είναι εκείνα τα σώματα στη σύσταση των οποίων επικρατεί ένα από τα βαριά στοιχεία (η γη και το νερό), ενώ ελαφριά εκείνα τα σώματα όπου επικρατεί ελαφρό στοιχείο (ο αέρας και η φωτιά).
 
δύναμις–ἐνέργεια: Είναι θεμελιώδης στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη η διάκριση –συχνά αντιθετική– των εννοιών δύναμις και ἐνέργεια. Δύναμις είναι η δυνατότητα που έχει ένα πράγμα ή ένα ον να γίνει ή να κάνει κάτι, ενώ η ἐνέργεια είναι η (μεταγενέστερη) πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας· π.χ. ο χαλκός είναι δυνάμει ανδριάντας. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η ενέργεια (πραγμάτωση) είναι πιο σημαντική από τη δυνατότητα.
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
Α. Τι λέει το κείμενο;
 
1. Ποια είδη αρετών διακρίνει ο Αριστοτέλης; Διαφέρει ο τρόπος που δημιουργείται και αναπτύσσεται το κάθε είδος;
 
Απάντηση: Ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο είδη αρετών, τις διανοητικές και τις ηθικές. Η διάκριση αυτή συνδέεται με τα μέρη της ανθρώπινης ψυχής: οι διανοητικές αρετές ανήκουν στο λογικό μέρος της, ενώ οι ηθικές στο άλογο μέρος που μετέχει στον λόγο, δηλαδή μπορεί να υπακούει στη λογική και να καθοδηγείται από αυτήν. Τα δύο είδη διαφέρουν ως προς τον κύριο τρόπο με τον οποίο αποκτώνται και αναπτύσσονται.
Οι διανοητικές αρετές αφορούν τις λειτουργίες και τις ικανότητες του νου και αποβλέπουν στην αλήθεια. Παραδείγματα είναι η σοφία, η σύνεση και η φρόνηση. Σύμφωνα με το κείμενο, οφείλουν τόσο τη γένεση όσο και την ανάπτυξή τους κυρίως στη διδασκαλία. Η διατύπωση «τό πλεῖον» δείχνει ότι η διδασκαλία αποτελεί τον βασικό, όχι όμως τον αποκλειστικό, παράγοντα καλλιέργειάς τους. Γι’ αυτό απαιτούν επίσης εμπειρία και χρόνο: η γνώση και η ορθή κρίση δεν αποκτώνται στιγμιαία, αλλά καλλιεργούνται σταδιακά με τη μάθηση και την πείρα.
Οι ηθικές αρετές αφορούν τον χαρακτήρα, τη ρύθμιση των επιθυμιών και των συναισθημάτων και τη συμπεριφορά του ανθρώπου στις σχέσεις του με τους άλλους. Παραδείγματα είναι η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η ανδρεία. Αποκτώνται και αναπτύσσονται με το έθος, δηλαδή με τη συνήθεια που διαμορφώνεται μέσα από την επανάληψη αντίστοιχων πράξεων. Ο Αριστοτέλης συνδέει μάλιστα τη λέξη «ἠθική» με τη λέξη «ἔθος», επισημαίνοντας τη μικρή διαφορά στη μορφή τους, για να αναδείξει τη σχέση της ηθικής αρετής με τον εθισμό. Δεν αρκεί, επομένως, η θεωρητική γνώση του καλού· χρειάζεται η συστηματική εφαρμογή του στην πράξη. Έτσι, γινόμαστε δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις και ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις. Όπως κάποιος μαθαίνει την οικοδομική χτίζοντας και γίνεται κιθαριστής παίζοντας κιθάρα, έτσι και ο άνθρωπος διαμορφώνει τον ηθικό χαρακτήρα του με την άσκηση.
Οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες, ούτε όμως αντίθετες προς την ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος διαθέτει από τη φύση του τη δυνατότητα να τις δεχθεί, αλλά τις αποκτά και τελειοποιείται σε αυτές μέσω του έθους. Η φυσική προδιάθεση, συνεπώς, δεν ταυτίζεται με την ήδη διαμορφωμένη αρετή: χρειάζεται να αναπτυχθεί με την επαναλαμβανόμενη πράξη. Συμπερασματικά, η κύρια διαφορά είναι ότι οι διανοητικές αρετές γεννιούνται και αυξάνονται κυρίως με τη διδασκαλία, την εμπειρία και τον χρόνο, ενώ οι ηθικές διαμορφώνονται και καλλιεργούνται με τον εθισμό και τη συστηματική άσκηση σε αντίστοιχες ενέργειες.
 
2. Στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου εισάγεται με το επίρρημα ἔτι ένα δεύτερο επιχείρημα για τη βασική θέση της ενότητας. Με ποιο αντιθετικό ζεύγος εννοιών αναπτύσσεται ο συλλογισμός του Αριστοτέλη;
 
Απάντηση: Ο συλλογισμός του Αριστοτέλη αναπτύσσεται με το αντιθετικό ζεύγος δύναμις–ἐνέργεια, δηλαδή δυνατότητα–πραγμάτωση. Η «δύναμις» δηλώνει τη δυνατότητα ενός όντος να κάνει ή να γίνει κάτι, ενώ η «ἐνέργεια» δηλώνει την άσκηση και την πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Με το προσθετικό επίρρημα «ἔτι» ο φιλόσοφος εισάγει ένα δεύτερο επιχείρημα που ενισχύει τη βασική θέση της ενότητας: οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες, αλλά αποκτώνται μέσω του έθους. Για να το αποδείξει, συγκρίνει τη χρονική σειρά της δυνατότητας και της ενέργειας στα εκ φύσεως γνωρίσματα με τη σειρά που παρατηρείται στην απόκτηση των ηθικών αρετών.
Στα γνωρίσματα που διαθέτουμε από τη φύση, προηγείται η δυνατότητα και ακολουθεί η ενέργεια: «τάς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα, ὕστερον δὲ τάς ἐνεργείας ἀποδίδομεν». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι αισθήσεις, ιδιαίτερα η όραση και η ακοή. Δεν αποκτούμε την ικανότητα να βλέπουμε ή να ακούμε επειδή έχουμε δει ή ακούσει πολλές φορές· αντίθετα, επειδή ήδη διαθέτουμε αυτές τις αισθήσεις, μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε. Η διατύπωση «ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν» τονίζει ότι η κατοχή της φυσικής ικανότητας προηγείται της χρήσης της. Επομένως, στα έμφυτα γνωρίσματα η σειρά είναι: πρώτα δύναμις, έπειτα ἐνέργεια.
Στις ηθικές αρετές, αντίθετα, προηγείται η άσκηση αντίστοιχων πράξεων και ακολουθεί η απόκτηση της σταθερής ηθικής ικανότητας: «τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον». Δεν γινόμαστε πρώτα δίκαιοι, σώφρονες ή ανδρείοι και κατόπιν αρχίζουμε να ενεργούμε ανάλογα· γινόμαστε δίκαιοι πράττοντας δίκαια, σώφρονες πράττοντας σώφρονα και ανδρείοι πράττοντας ανδρεία. Η επανάληψη αντίστοιχων ενεργειών διαμορφώνει σταδιακά τον χαρακτήρα. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει τη διαδικασία με την αναλογία προς τις τέχνες: όπως κάποιος γίνεται οικοδόμος χτίζοντας και κιθαριστής παίζοντας κιθάρα, έτσι αποκτά και τις ηθικές αρετές ασκώντας τες στην πράξη. Το «ἅ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν» υπογραμμίζει ότι η μάθηση συντελείται μέσα από την ίδια την πράξη. Εδώ, λοιπόν, η σειρά αντιστρέφεται: πρώτα οι ενέργειες της άσκησης, έπειτα η διαμορφωμένη αρετή.
Συμπερασματικά, η διαφορετική χρονική προτεραιότητα των δύο εννοιών αποτελεί τον πυρήνα του επιχειρήματος: στα εκ φύσεως γνωρίσματα η δυνατότητα προηγείται της χρήσης, ενώ στις ηθικές αρετές η επανειλημμένη πράξη προηγείται της απόκτησης της αρετής. Τη διάκριση αναδεικνύουν τα χρονικά επιρρήματα «πρότερον» και «ὕστερον», καθώς και η αντιθετική σύνδεση «μέν–δέ». Αφού οι ηθικές αρετές αποκτώνται με διαφορετικό τρόπο από τις έμφυτες ιδιότητες, ο Αριστοτέλης ενισχύει το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, αλλά διαμορφώνονται με τον εθισμό. Αυτό δεν αναιρεί τη φυσική δεκτικότητα του ανθρώπου προς την αρετή: άλλο είναι η εκ φύσεως δυνατότητα να την αποκτήσει και άλλο η ήδη καλλιεργημένη αρετή, η οποία προϋποθέτει άσκηση.
 
Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου
1. Με αφετηρία τον αποφατικό ισχυρισμό οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται να αναφερθείτε στον τρόπο απόκτησης των ηθικών αρετών που περιγράφει ο φιλόσοφος. Να προσέξετε τις λέξεις που επαναλαμβάνονται πολλές φορές.
 
Απάντηση: Με τον αποφατικό ισχυρισμό «οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται» ο Αριστοτέλης αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο οι ηθικές αρετές να αποτελούν έμφυτες ιδιότητες του ανθρώπου. Η λέξη «οὐδεμία» προσδίδει καθολικό χαρακτήρα στην άρνηση: καμία ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας ολοκληρωμένη από τη γέννησή μας. Αντίθετα, η «ἠθική ἐξ ἔθους περιγίνεται», δηλαδή αποκτάται με τη συνήθεια και την επανάληψη αντίστοιχων πράξεων. Η σύνδεση της λέξης «ἠθική» με το «ἔθος» υπογραμμίζει ήδη από την αρχή ότι ο ηθικός χαρακτήρας διαμορφώνεται μέσω του εθισμού και δεν αποτελεί ένα αμετάβλητο φυσικό δεδομένο.
Για να στηρίξει αυτή τη θέση, ο φιλόσοφος επισημαίνει ότι όσα έχουν μια ιδιότητα από τη φύση τους δεν μπορούν να αποκτήσουν με τον εθισμό αντίθετη φυσική συμπεριφορά: «οὐθέν γάρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται». Στο πλαίσιο της αριστοτελικής φυσικής, η πέτρα κινείται φυσικά προς τα κάτω και δεν αποκτά τη συνήθεια να κινείται προς τα πάνω, ακόμη κι αν κάποιος την πετάξει προς τα πάνω αναρίθμητες φορές· αντίστοιχα, η φωτιά δεν συνηθίζει να κινείται προς τα κάτω. Η εξωτερική παρέμβαση δεν μεταβάλλει τη φυσική τους τάση. Εφόσον, όμως, οι ηθικές αρετές διαμορφώνονται με τον εθισμό, δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτών των φυσικών ιδιοτήτων. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι δεν αποκτώνται ούτε «φύσει» ούτε «παρά φύσιν»: ο άνθρωπος είναι από τη φύση του δεκτικός στις αρετές («πεφυκόσι μέν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς»), αλλά τελειοποιείται σε αυτές με το έθος («τελειουμένοις δέ διά τοῦ ἔθους»). Άλλο, λοιπόν, είναι η φυσική δυνατότητα να γίνει ενάρετος και άλλο η πραγματική απόκτηση της αρετής.
Ο τρόπος απόκτησης των ηθικών αρετών αποσαφηνίζεται στη δεύτερη παράγραφο: «τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον». Προηγούνται οι πράξεις της άσκησης και ακολουθεί η διαμόρφωση της αρετής. Αντίθετα, στις έμφυτες ικανότητες, όπως η όραση και η ακοή, προηγείται η κατοχή της δυνατότητας και έπεται η χρήση της· δεν αποκτήσαμε τις αισθήσεις επειδή τις χρησιμοποιήσαμε πολλές φορές. Η ηθική καλλιέργεια μοιάζει με την εκμάθηση των τεχνών: όπως γίνεται κανείς οικοδόμος χτίζοντας και κιθαριστής παίζοντας κιθάρα, έτσι γίνεται δίκαιος κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρων κάνοντας σώφρονες πράξεις και ανδρείος κάνοντας ανδρείες πράξεις. Η διατύπωση «ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν» αναδεικνύει τον πρακτικό χαρακτήρα της μάθησης. Δεν αρκεί, επομένως, η θεωρητική γνώση της αρετής ούτε μία μεμονωμένη καλή πράξη· απαιτείται επαναλαμβανόμενη άσκηση, ώστε η αντίστοιχη συμπεριφορά να γίνει σταθερό γνώρισμα του χαρακτήρα.
Οι επαναλαμβανόμενες λέξεις φωτίζουν τον πυρήνα του συλλογισμού. Πρώτον, το «ἔθος» και οι ομόρριζοι τύποι «ἐθίζεται», «ἐθισθείη», «ἐθίζῃ» επαναφέρουν διαρκώς την έννοια της συνήθειας. Οι αρνητικές διατυπώσεις για τον εθισμό της πέτρας και της φωτιάς δείχνουν τα όριά του στα φυσικά φαινόμενα, ενώ οι φράσεις «ἐξ ἔθους» και «διά τοῦ ἔθους» αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο του στην ηθική διαμόρφωση. Δεύτερον, το «φύσει» και οι συγγενείς τύποι «πεφυκότων», «πεφυκόσι» τονίζουν την αντιδιαστολή ανάμεσα στη φυσική ιδιότητα και την επίκτητη αρετή. Τρίτον, το «ἄλλως», που επαναλαμβάνεται στην πρώτη παράγραφο, προβάλλει την αδυναμία αλλαγής της φυσικής τάσης μέσω της συνήθειας. Οι προσδιορισμοί «μυριάκις» και «πολλάκις» επισημαίνουν την επανάληψη, χωρίς όμως να την παρουσιάζουν ως ικανή να μεταβάλει ό,τι είναι εκ φύσεως δεδομένο.
Τέλος, οι τύποι που δηλώνουν πράξη και γίγνεσθαι, όπως «ποιοῦντες», «πράττοντες», «γίνονται» και «γινόμεθα», παρουσιάζουν την αρετή ως αποτέλεσμα ενεργού και σταδιακής διαμόρφωσης. Τα ομόρριζα ζεύγη «οἰκοδομοῦντες–οἰκοδόμοι», «κιθαρίζοντες–κιθαρισταί», «δίκαια–δίκαιοι», «σώφρονα–σώφρονες» και «ἀνδρεῖα–ἀνδρεῖοι» συνδέουν άμεσα το είδος της πράξης με την αντίστοιχη ιδιότητα που αποκτά ο άνθρωπος. Η επανάληψη δεν είναι απλώς εκφραστικό μέσο, αλλά υπηρετεί την απόδειξη: με την επανάληψη αντίστοιχων ενεργειών καλλιεργούμε αντίστοιχες αρετές. Συνεπώς, η φύση παρέχει τη δεκτικότητα, ενώ το έθος μετατρέπει αυτή τη δυνατότητα σε καλλιεργημένο ηθικό χαρακτήρα.
 
2. Ο Αριστοτέλης συνδέει τα έμφυτα (φύσει) και τα επίκτητα (ἔθει) ανθρώπινα γνωρίσματα με τη χρονική προτεραιότητα των μελών του αντιθετικού ζεύγους δύναμις–ἐνέργεια. Να συμπληρώσετε τον πίνακα:

 

Έμφυτο ή επίκτητο;

Προηγείται (πρότερον)

Έπεται (ὕστερον)

Παραδείγματα – περιπτώσεις

Έμφυτο — φύσει

Η ικανότητα υπάρχει από τη φύση και δεν αποκτάται με την επαναλαμβανόμενη χρήση.

Δυνάμεις: η κατοχή της φυσικής δυνατότητας.

«τάς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα»

Ἐνέργειαι: η χρήση και η πραγμάτωση της ήδη υπάρχουσας δυνατότητας.

«ὕστερον δε τάς ἐνεργείας ἀποδίδομεν»

Αἰσθήσεις: όραση και ακοή. Πρώτα διαθέτουμε την ικανότητα να βλέπουμε και να ακούμε και έπειτα τη χρησιμοποιούμε· δεν την αποκτούμε επειδή είδαμε ή ακούσαμε πολλές φορές.

«ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν»

Επίκτητο — ἔθει (μέσω του έθους και της άσκησης)

Η καλλιεργημένη ικανότητα αποκτάται με επαναλαμβανόμενες αντίστοιχες ενέργειες.

Ἐνέργειαι: η εξάσκηση σε συγκεκριμένες πράξεις πριν από την απόκτηση της ολοκληρωμένης ικανότητας.

«ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν»

Δυνάμεις: η αποκτημένη τεχνική ικανότητα, ως αποτέλεσμα της άσκησης.

Τέχνες: οικοδομική και κιθαριστική. Γινόμαστε οικοδόμοι χτίζοντας και κιθαριστές παίζοντας κιθάρα.

«οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καί κιθαρίζοντες κιθαρισταί»

Επίκτητο — ἔθει (μέσω του εθισμού)

Η ηθική αρετή δεν είναι έμφυτη· διαμορφώνεται με την επανάληψη αντίστοιχων πράξεων.

Ἐνέργειαι: οι δίκαιες, σώφρονες και ανδρείες πράξεις που ασκούμε επανειλημμένα.

«τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον»

Δυνάμεις: η διαμορφωμένη ηθική ικανότητα, δηλαδή η σταθερή αρετή που αποκτάται με τον εθισμό.

Δεν ταυτίζεται με τη φυσική δεκτικότητα προς την αρετή, την οποία ήδη διαθέτουμε.

Ἀρετές: δικαιοσύνη, σωφροσύνη και ανδρεία. Γινόμαστε δίκαιοι πράττοντας δίκαια, σώφρονες πράττοντας σώφρονα και ανδρείοι πράττοντας ανδρεία.

«τά μέν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τά δέ σώφρονα σώφρονες, τά δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι»

 
3. πεφυκόσι δέξασθαι […] τελειουμένοις: Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη οι αρετές δεν είναι ούτε έμφυτες ούτε ενάντιες στην ανθρώπινη φύση. πώς, όμως, φτάνει τελικά ο άνθρωπος να τελειοποιεί τις ηθικές αρετές του; (Να αξιοποιήσετε στην απάντησή σας και το αντιθετικό ζεύγος δυνατότητα-πραγμάτωση.)
 
Απάντηση: Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας ολοκληρωμένες από τη φύση, αλλά ούτε η απόκτησή τους αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση: «Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρά φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί». Ο άνθρωπος διαθέτει εκ φύσεως τη δεκτικότητα να τις αποκτήσει, όχι όμως την ίδια την καλλιεργημένη αρετή. Αυτό εκφράζει η φράση «πεφυκόσι μέν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς»: η φύση παρέχει την αναγκαία δυνατότητα, χωρίς να εξασφαλίζει αυτομάτως την πραγμάτωσή της. Η δυνατότητα αυτή χρειάζεται να αναπτυχθεί με την κατάλληλη άσκηση.
Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος φτάνει στην ηθική τελειοποίηση δηλώνεται στη φράση «τελειουμένοις δέ διά τοῦ ἔθους». Το ἔθος είναι η συνήθεια που διαμορφώνεται με την επανάληψη όμοιων ενεργειών. Επομένως, ο άνθρωπος καλλιεργεί τις ηθικές αρετές του με τη συστηματική άσκηση σε αντίστοιχες πράξεις, μέχρι η συμπεριφορά αυτή να γίνει σταθερό γνώρισμα του χαρακτήρα του. Δεν αρκεί να γνωρίζει θεωρητικά τι είναι καλό ούτε να κάνει περιστασιακά μία καλή πράξη. Χρειάζεται να ενεργεί επανειλημμένα με τον αντίστοιχο τρόπο: «τά μέν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τά δέ σώφρονα σώφρονες, τά δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι». Έτσι, οι δίκαιες πράξεις καλλιεργούν τη δικαιοσύνη, οι σώφρονες τη σωφροσύνη και οι ανδρείες την ανδρεία. Η άσκηση συνδέεται με την καθοδήγηση του μέρους της ψυχής που μετέχει στον λόγο από το λογικό της μέρος: οι επιθυμίες και οι συναισθηματικές εκδηλώσεις ρυθμίζονται, ώστε να διαμορφώνεται η αντίστοιχη ηθική συμπεριφορά.
Η διαδικασία αυτή εξηγείται με το αντιθετικό ζεύγος δυνατότητα–πραγμάτωση (δύναμις–ἐνέργεια). «Δύναμις» είναι η δυνατότητα να γίνει ή να κάνει κάποιος κάτι, ενώ «ἐνέργεια» είναι η πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Ο άνθρωπος είναι αρχικά δυνάμει ενάρετος, επειδή η φύση του επιτρέπει να δεχθεί τις αρετές. Με το έθος μετατρέπει αυτή τη φυσική δεκτικότητα σε πραγματικά καλλιεργημένη αρετή και γίνεται ἐνεργείᾳ ενάρετος. Η τελείωση δεν σημαίνει απλώς την ύπαρξη μιας προδιάθεσης, αλλά την ανάπτυξή της σε σταθερή ηθική στάση που εκδηλώνεται στις πράξεις. Η αντιθετική σύνδεση «μέν–δέ» διακρίνει ακριβώς τη συμβολή της φύσης από τη συμβολή του έθους: η πρώτη μας καθιστά δεκτικούς, ενώ το δεύτερο μας οδηγεί στην ολοκλήρωση.
Χρειάζεται, ωστόσο, να διακρίνουμε τη φυσική δυνατότητα απόκτησης της αρετής από την ήδη διαμορφωμένη αρετή. Η πρώτη προϋπάρχει της άσκησης· η δεύτερη είναι το αποτέλεσμά της. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι «τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον»: πριν αποκτήσουμε σταθερά την αρετή, ασκούμε τις πράξεις που τη διαμορφώνουν. Δεν υπάρχει αντίφαση με τη μετάβαση από τη δυνατότητα στην πραγμάτωση, διότι οι αρχικές ενέργειες αξιοποιούν τη φυσική δεκτικότητα και σταδιακά οικοδομούν τον ενάρετο χαρακτήρα. Η αναλογία με τις τέχνες κάνει τη διαδικασία σαφέστερη: όπως γίνεται κανείς οικοδόμος χτίζοντας και κιθαριστής παίζοντας κιθάρα, έτσι γίνεται ενάρετος ασκώντας αντίστοιχες πράξεις. Συμπερασματικά, η φύση δίνει τη δυνατότητα, το έθος αποτελεί τον τρόπο καλλιέργειάς της και η σταθερά αποκτημένη ηθική αρετή συνιστά την πραγμάτωση και την ολοκλήρωσή της.
 
Γ. Για τη γλώσσα του κειμένου
1. Να σχολιάσετε τις εγκλίσεις και τους χρόνους των ρηματικών τύπων με τους οποίους συνδέεται η έννοια του ἔθους. Επίσης, να εντοπίσετε και να χαρακτηρίσετε τους αντίστοιχους επιρρηματικούς προσδιορισμούς. Τέλος, να αναφέρετε τι επιτυγχάνεται με τη συχνότητα της χρήσης του όρου ἔθος.
 
Απάντηση — Εγκλίσεις και χρόνοι: Η έννοια του ἔθους συνδέεται αρχικά με το «περιγίνεται», οριστική ενεστώτα, στη φράση «ἡ δ’ ἠθική ἐξ ἔθους περιγίνεται». Η οριστική παρουσιάζει την απόκτηση της ηθικής αρετής μέσω της συνήθειας ως πραγματικό και βέβαιο δεδομένο, ενώ ο ενεστώτας έχει διαχρονική, γνωμική ισχύ και παρουσιάζει τη διαδικασία ως γενικά ισχύουσα. Αντίστοιχα, το «ἐθίζεται» είναι οριστική ενεστώτα, παθητικής φωνής: στη γενική αρνητική κρίση «οὐθέν γάρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται» δηλώνει με βεβαιότητα ότι η συνήθεια δεν μεταβάλλει τις φυσικές ιδιότητες. Ο ενεστώτας εδώ δεν περιορίζεται στο παρόν της εκφώνησης, αλλά εκφράζει έναν γενικό κανόνα.
Ο τύπος «ἐθισθείη», ο οποίος εμφανίζεται δύο φορές, είναι ευκτική παθητικού αορίστου. Συνοδεύεται και στις δύο περιπτώσεις από το δυνητικό «ἄν» και αποτελεί δυνητική ευκτική. Με την άρνηση «οὐκ» ή «οὐδέν» αποκλείεται το ενδεχόμενο να αποκτήσει ένα φυσικό σώμα αντίθετη συνήθεια: η πέτρα δεν θα μπορούσε να συνηθίσει να κινείται προς τα πάνω και κανένα άλλο πράγμα δεν θα μπορούσε να εθιστεί σε συμπεριφορά αντίθετη προς τη φύση του. Ο αόριστος παρουσιάζει συνολικά την υποθετική μεταβολή ως αποτέλεσμα· στην ευκτική δεν δηλώνει από μόνος του παρελθοντικό χρόνο. Το «ἐθίζῃ» είναι υποτακτική ενεργητικού ενεστώτα στη φράση «οὐδ’ ἄν μυριάκις αὐτόν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν». Το «ἄν» εδώ λειτουργεί ως εναντιωματικός σύνδεσμος, με σημασία «ακόμη κι αν», και όχι ως δυνητικό μόριο όπως με το «ἐθισθείη». Η υποτακτική εισάγει την ενδεχόμενη προσπάθεια εθισμού, ενώ ο ενεστώτας αναδεικνύει τη διάρκειά της και, μαζί με το «μυριάκις», την επανάληψή της. Ακόμη και μια τόσο επίμονη προσπάθεια δεν αλλάζει τη φυσική τάση της πέτρας.
Συναφής είναι και η μετοχή «τελειουμένοις», παθητικού ενεστώτα, στη φράση «τελειουμένοις δέ διά τοῦ ἔθους». Η μετοχή δεν έχει έγκλιση· ο ενεστωτικός της χαρακτήρας παρουσιάζει την τελειοποίηση ως εξελισσόμενη διαδικασία μέσω του εθισμού. Η μετοχή «ῥιπτῶν», ενεργητικού ενεστώτα, δηλώνει τον τρόπο της προσπάθειας εθισμού: κάποιος πετά επανειλημμένα την πέτρα προς τα πάνω. Στη δεύτερη παράγραφο οι μετοχές ενεστώτα «ποιοῦντες», «οἰκοδομοῦντες», «κιθαρίζοντες» και «πράττοντες», σε συνδυασμό με τις οριστικές ενεστώτα «μανθάνομεν», «γίνονται» και «γινόμεθα», προβάλλουν την άσκηση και τη γενική σχέση πράξης και απόκτησης ικανότητας ή αρετής. Αντίθετα, η μετοχή ενεργητικού αορίστου «ἐνεργήσαντες», στη φράση «λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον», παρουσιάζει συνολικά τις προηγηθείσες ενέργειες και δηλώνει, μαζί με το «πρότερον», ότι η άσκηση προηγείται της απόκτησης της αρετής.
Επιρρηματικοί προσδιορισμοί: Το «ἐξ ἔθους», εμπρόθετος προσδιορισμός στο «περιγίνεται», δηλώνει την προέλευση ή την αιτία της ηθικής αρετής: αυτή προκύπτει από τη συνήθεια. Το «διά τοῦ ἔθους», εμπρόθετος προσδιορισμός στο «τελειουμένοις», δηλώνει το μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται η τελειοποίηση. Το «ἄλλως», που επαναλαμβάνεται τρεις φορές, είναι επίρρημα τρόπου: προσδιορίζει το «ἐθίζεται», το «πεφυκότων» και το τελευταίο «ἐθισθείη» και αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα στον φυσικό τρόπο συμπεριφοράς και σε έναν διαφορετικό, τον οποίο θα επιχειρούσε να επιβάλει ο εθισμός. Το «μυριάκις» είναι χρονικό επίρρημα συχνότητας στο «ἐθίζῃ»· σημαίνει «αναρίθμητες φορές» και, με υπερβολή, τονίζει ότι ούτε η αδιάκοπη επανάληψη μπορεί να αναιρέσει τη φυσική ιδιότητα. Τα «ἄνω» και «κάτω» είναι τοπικά επιρρήματα κατεύθυνσης, συνδεόμενα με τους τύπους που δηλώνουν κίνηση: «φερόμενος», «φέρεσθαι», «ῥιπτῶν» και το εννοούμενο «φέρεσθαι» για τη φωτιά. Κάνουν συγκεκριμένη τη φυσική ή την επιχειρούμενη αντίθετη κίνηση. Το «φύσει» είναι επιρρηματική δοτική που δηλώνει τη φυσική αιτία ή τη συμφωνία με τη φύση, ενώ το «παρά φύσιν» είναι εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει αντίθεση προς τη φύση.
Στη δεύτερη παράγραφο το «πολλάκις», με το «ἰδεῖν» και το «ἀκοῦσαι», είναι επίσης χρονικό επίρρημα συχνότητας και δηλώνει την επαναλαμβανόμενη χρήση των αισθήσεων, η οποία όμως δεν αποτελεί την αιτία απόκτησής τους. Τα «πρότερον» και «ὕστερον» είναι χρονικά επιρρήματα που προσδιορίζουν τη σειρά απόκτησης της δυνατότητας και άσκησης της ενέργειας· το δεύτερο «πρότερον», με το «ἐνεργήσαντες», τονίζει ότι στις αρετές προηγείται η πράξη. Το «ἀνάπαλιν» είναι επίρρημα τρόπου με σημασία «αντίστροφα», που διορθώνει την ενδεχόμενη παρανόηση για τις αισθήσεις: πρώτα τις διαθέτουμε και έπειτα τις χρησιμοποιούμε. Το «οὕτω» είναι επίρρημα τρόπου και συνδέει αναλογικά την απόκτηση των ηθικών αρετών με την εκμάθηση των τεχνών: και στις δύο περιπτώσεις η αντίστοιχη ικανότητα διαμορφώνεται με την πράξη.
Λειτουργία της επανάληψης: Η συχνή χρήση του «ἔθους» και των ομόρριζων ρηματικών τύπων «ἐθίζεται», «ἐθισθείη» και «ἐθίζῃ» δημιουργεί συνοχή και διατηρεί στο επίκεντρο του συλλογισμού τη συνήθεια. Παράλληλα, η ετυμολογική σύνδεση «ἠθική–ἔθος» ενισχύει τη σχέση ανάμεσα στην αρετή και τον εθισμό. Η επανάληψη υπηρετεί την αντιπαραβολή φύσης και έθους: στα φυσικά σώματα ο εθισμός δεν μεταβάλλει τις δεδομένες ιδιότητες, ενώ στον άνθρωπο καλλιεργεί τη φυσική δεκτικότητα προς την αρετή. Έτσι, προσδίδει έμφαση και σαφήνεια στη βασική θέση του αποσπάσματος: η ηθική αρετή δεν είναι έμφυτη, αλλά αποκτάται και τελειοποιείται με την επανάληψη αντίστοιχων πράξεων. Δεν πρόκειται, επομένως, για περιττή λεκτική επανάληψη, αλλά για επιλογή που στηρίζει την αποδεικτική και διδακτική λειτουργία του κειμένου.
 
2. οὕτω δή καί τά μέν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τά δέ σώφρονα σώφρονες, τά δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι. Ποιο σχήμα λόγου παρατηρείτε σε αυτές τις τρεις προτάσεις και ποια είναι η λειτουργία της επιλογής συστοίχου αντικειμένου και κατηγορουμένου: δίκαια δίκαιοι, σώφρονα σώφρονες, ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι;
 
Απάντηση: Στα ζεύγη «δίκαια–δίκαιοι», «σώφρονα–σώφρονες» και «ἀνδρεῖα–ἀνδρεῖοι» παρατηρείται το πολυπτωτικό σχήμα (πολύπτωτο): το ίδιο επίθετο επαναλαμβάνεται με διαφορετικό γραμματικό τύπο και διαφορετική συντακτική λειτουργία. Οι πρώτοι τύποι είναι σε αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου και δηλώνουν τις πράξεις, ενώ οι δεύτεροι είναι σε ονομαστική πληθυντικού αρσενικού και δηλώνουν την ιδιότητα των ανθρώπων που τις εκτελούν. Η επανάληψη του ίδιου λεξικού θέματος συνδέει άμεσα την ποιότητα της πράξης με την αντίστοιχη ποιότητα του χαρακτήρα.
Συντακτικά, τα «τά δίκαια», «τά σώφρονα» και «τά ἀνδρεῖα» είναι ουσιαστικοποιημένα επίθετα, με την έννοια «τις δίκαιες, τις σώφρονες και τις ανδρείες πράξεις», και λειτουργούν ως σύστοιχα αντικείμενα της μετοχής «πράττοντες». Η συστοιχία τους με τη μετοχή είναι σημασιολογική: εξειδικεύουν το περιεχόμενο της πράξης, χωρίς να είναι ομόρριζα με το «πράττω». Τα «δίκαιοι», «σώφρονες» και «ἀνδρεῖοι» λειτουργούν ως κατηγορούμενα στο εννοούμενο υποκείμενο «ἡμεῖς», μέσω του συνδετικού ρήματος «γινόμεθα». Επομένως, το αντικείμενο δηλώνει τι πράττουμε και το κατηγορούμενο τι γινόμαστε ως αποτέλεσμα της αντίστοιχης άσκησης.
Η διατύπωση οργανώνεται επιπλέον ως τριμερής παράλληλη διάταξη, με κοινό συντακτικό πρότυπο: πράξη–αντίστοιχη ηθική ιδιότητα. Στη δεύτερη και στην τρίτη πρόταση παραλείπονται, επειδή εννοούνται από την πρώτη, η μετοχή «πράττοντες» και το ρήμα «γινόμεθα». Οι πλήρεις διατυπώσεις θα ήταν «τά δέ σώφρονα [πράττοντες] σώφρονες [γινόμεθα]» και «τά δ’ ἀνδρεῖα [πράττοντες] ἀνδρεῖοι [γινόμεθα]». Η έλλειψη αποφεύγει την περιττή επανάληψη και προσδίδει συντομία και πυκνότητα, ενώ ο παραλληλισμός δίνει ρυθμό, σαφήνεια και έμφαση στην κοινή διαδικασία απόκτησης των τριών αρετών.
Η λειτουργία της επιλογής αυτών των ζευγών είναι κυρίως επιχειρηματολογική και διδακτική. Ο Αριστοτέλης δείχνει ότι υπάρχει συγκεκριμένη αντιστοιχία ανάμεσα στις επαναλαμβανόμενες ενέργειες και στην αρετή που διαμορφώνεται: με δίκαιες πράξεις γινόμαστε δίκαιοι, με σώφρονες σώφρονες και με ανδρείες ανδρείοι. Το «γινόμεθα», αντί μιας διατύπωσης που θα δήλωνε απλώς ότι ήδη είμαστε ενάρετοι, τονίζει τη διαδικασία διαμόρφωσης του χαρακτήρα. Παράλληλα, το «οὕτω δή καί» μεταφέρει στην ηθική αρετή την αναλογία με τις τέχνες που προηγήθηκε: όπως η αντίστοιχη άσκηση διαμορφώνει τον οικοδόμο και τον κιθαριστή, έτσι διαμορφώνει και τον ενάρετο άνθρωπο. Συνεπώς, το πολυπτωτικό σχήμα δεν αποτελεί απλό λεκτικό στολίδι· καθιστά εύληπτη και αξιομνημόνευτη τη βασική θέση ότι οι ηθικές αρετές αποκτώνται μέσω του έθους, δηλαδή με τη συστηματική επανάληψη αντίστοιχων πράξεων, και δεν υπάρχουν έτοιμες μέσα μας εκ φύσεως.
 
3. Ο αρχαιοελληνικός λόγος αρθρώνεται αξιοποιώντας τους παρατακτικούς συνδέσμους, οι οποίοι πολλές φορές καλύπτουν εκτός των άλλων και τη λειτουργία των δικών μας σημείων στίξης (που απουσιάζουν από την αρχαιοελληνική γραφή). Πώς απέδωσε ο μεταφραστής τους παρατακτικούς συνδέσμους που ενώνουν περιόδους και ημιπεριόδους;
 
Απάντηση: Ο μεταφραστής αποδίδει τους παρατακτικούς συνδέσμους όχι μηχανικά, με μία σταθερή νεοελληνική λέξη για κάθε αρχαιοελληνικό σύνδεσμο, αλλά σύμφωνα με τη λειτουργία τους στον συλλογισμό. Άλλοτε διατηρεί έναν αντίστοιχο σύνδεσμο, άλλοτε χρησιμοποιεί επεξηγηματικές λέξεις ή φράσεις και άλλοτε αναθέτει μέρος της συνδετικής λειτουργίας στη στίξη. Με τελείες, άνω τελείες, διπλές τελείες, παρενθέσεις και παύλες κάνει ευδιάκριτα τα όρια των νοηματικών ενοτήτων και τις σχέσεις αντίθεσης, αιτιολόγησης, προσθήκης και συμπεράσματος.
Αντιθετική σύνδεση — «μέν–δέ», «δέ», «ἀλλά»: Η αντίθεση διανοητικής και ηθικής αρετής αποδίδεται με το «ενώ», χωρίς να μεταφέρεται χωριστά το «μέν». Έτσι αναδεικνύεται η διαφορετική προέλευση των δύο ειδών αρετής. Στο «πεφυκόσι μέν […] τελειουμένοις δέ» η αντιδιαστολή φύσης και έθους δηλώνεται με το «όμως». Αντίστοιχα, το «τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν» αποδίδεται με το «τις αρετές όμως τις αποκτούμε», ώστε να διακρίνεται η απόκτηση των αρετών από τη χρήση των έμφυτων ικανοτήτων. Το «ἀλλ’ ἀνάπαλιν» μεταφέρεται ως «αλλά αντίθετα:», με διπλή τελεία που εισάγει τη διευκρίνιση της αντίστροφης σειράς. Στο «ἀλλά πεφυκόσι […]» η αντιθετική και διορθωτική λειτουργία δεν αποδίδεται με χωριστό «αλλά», αλλά με διπλή τελεία μετά τη διαπίστωση ότι η γένεση των αρετών δεν είναι αντίθετη στη φύση μας· ακολουθεί η θετική εξήγηση της σχέσης φύσης και έθους. Στην τελική απαρίθμηση των τριών αρετών, τα «μέν–δέ–δέ» δεν μεταφράζονται χωριστά: η παράθεση των αντίστοιχων περιπτώσεων οργανώνεται με διπλή τελεία και κόμματα, χωρίς να υποδηλώνεται ισχυρή αντίθεση μεταξύ τους.
Αιτιολογική και επεξηγηματική σύνδεση — «γάρ»: Ο σύνδεσμος αποδίδεται ανάλογα με το περιβάλλον του. Στο «οὐθέν γάρ τῶν φύσει ὄντων» μεταφέρεται με το «Πραγματικά,» στην αρχή νέας περιόδου, η οποία τεκμηριώνει την προηγούμενη θέση για τον επίκτητο χαρακτήρα της ηθικής αρετής. Με το ίδιο «πραγματικά,» αποδίδεται και το «οὐ γάρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν», μέσα στην παρένθεση για τις αισθήσεις και μετά από άνω τελεία. Στο «ἅ γάρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν» χρησιμοποιείται το «δηλαδή», επειδή η πρόταση εξηγεί την προηγούμενη αναλογία με τις τέχνες. Επομένως, αντί ενός επαναλαμβανόμενου «γιατί», ο μεταφραστής επιλέγει εκφράσεις που αναδεικνύουν άλλοτε την τεκμηρίωση και άλλοτε την επεξήγηση.
Συμπερασματική και αρνητική συμπλεκτική σύνδεση — «ἄρα», «οὔτε», «οὐδέ»: Το «ἄρα» αποδίδεται χαρακτηριστικά με το «Συμπέρασμα:». Η αυτοτελής αυτή ένδειξη και η διπλή τελεία καθιστούν σαφές ότι ολοκληρώνεται η αποδεικτική πορεία και διατυπώνεται το αποτέλεσμά της. Στο «οὔτ’ […] φύσει οὔτε παρά φύσιν» ο πρώτος αρνητικός σύνδεσμος ενσωματώνεται στο «δεν», ενώ ο δεύτερος αποδίδεται με το «ούτε όμως και», μετά από παύλα· η μετάφραση τονίζει έτσι ότι η άρνηση του έμφυτου χαρακτήρα της αρετής δεν σημαίνει αντίθεση προς τη φύση. Το «οὐδέ τό πῦρ κάτω» αποδίδεται με το «ούτε», έπειτα από άνω τελεία, και προσθέτει δεύτερο παράδειγμα. Στο επόμενο «οὐδ’ ἄλλο οὐδέν» χρησιμοποιείται το «γενικά», επίσης μετά από άνω τελεία: η απλή αρνητική προσθήκη μετατρέπεται σε ρητή γενίκευση των παραδειγμάτων. Στη φράση «οὐδ’ ἄν μυριάκις […]» η απόδοση «έστω κι αν» αναδεικνύει την παραχώρηση, δηλαδή ότι ούτε η αναρίθμητη επανάληψη αναιρεί τη φυσική τάση.
Συμπλεκτική σύνδεση και συναφείς δείκτες οργάνωσης: Το «καί» διατηρείται ως «και» όταν συνδέει όρους, όπως τη γένεση και την αύξηση. Ωστόσο, ανάμεσα στα παραδείγματα των οικοδόμων και των κιθαριστών παραλείπεται και τη θέση του παίρνει κόμμα. Στο «ὥσπερ καί ἐπί τῶν ἄλλων τεχνῶν» η προσθετική του σημασία διατηρείται μέσα στη συγκριτική απόδοση, η οποία χωρίζεται με παύλα από την προηγούμενη διατύπωση. Στο τελικό «οὕτω δή καί» η αναλογική σύνδεση αποδίδεται με τη φράση «με τον ίδιο τρόπο», χωρίς χωριστή μετάφραση όλων των μορίων. Χρειάζεται να διακριθούν από τους παρατακτικούς συνδέσμους ορισμένα άλλα συνδετικά στοιχεία που συμβάλλουν επίσης στην άρθρωση του λόγου: το επίρρημα «ἔτι» αποδίδεται με το «Επίσης:» και εισάγει νέο επιχείρημα· το συμπερασματικό «διόπερ» με το «γι’ αυτό» μέσα σε παρένθεση· το «δή» της αρχής με το «όπως είδαμε», που παραπέμπει στα προηγούμενα· και το «οἷον» με το «Παράδειγμα […] :» ή το «π.χ.», που εισάγουν τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Συνολικά, η μετάφραση συνδυάζει λεκτική απόδοση και στίξη. Οι τελείες χωρίζουν αυτοτελή βήματα του συλλογισμού, οι άνω τελείες διακρίνουν στενά συνδεδεμένες ημιπεριόδους, οι διπλές τελείες εισάγουν συμπέρασμα, εξήγηση ή απαρίθμηση, ενώ οι παρενθέσεις και οι παύλες οργανώνουν τις διευκρινίσεις και τις αντιδιαστολές. Δεν υπάρχει, συνεπώς, αντιστοιχία «ένας σύνδεσμος–ένα σημείο στίξης». Ο μεταφραστής αποδίδει τη νοηματική σχέση κάθε φορά με τον καταλληλότερο συνδυασμό εκφράσεων και σημείων στίξης, ώστε να διατηρείται η λογική συνοχή του πρωτοτύπου και να γίνεται ευανάγνωστη στα νέα ελληνικά η επιχειρηματολογία του Αριστοτέλη.
 
Παράλληλα κείμενα
1. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Περί παίδων ἀγωγῆς, 4 2Α-C
Ο Πλούταρχος, στον οποίο είχε αποδοθεί το Περί παίδων ἀγωγῆς, έθεσε το παιδί στο κέντρο του ενδιαφέροντός του και συνέγραψε ένα ολοκληρωμένο παιδαγωγικό εγχειρίδιο. Πρόκειται για ένα έργο με διαχρονική αξία· πολλές από τις ιδέες και προτάσεις του διατηρούν και σήμερα την επικαιρότητά τους. Το ακόλουθο απόσπασμα εισάγει στο πρόβλημα της αγωγής.
 
Για να μιλήσουμε γενικά, αυτό που συνηθίσαμε να λέμε για τις τέχνες και τις επιστήμες, το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για την αρετή, ότι δηλαδή για το απόλυτο ολοκλήρωμά της πρέπει να συντρέξουν τρεις προϋποθέσεις: η φύση, ο λόγος και η συνήθεια. Και ονομάζω λόγο τη μάθηση και συνήθεια την άσκηση. Απαρχές (της αρετής) υπάρχουν στη φύση του ανθρώπου, η πρόοδος στη μάθηση και η ορθή χρήση στη μελέτη και οι εκτροπές από αυτήν σε όλα. Σε όποιο από αυτά υστερήσει η αρετή, ως προς αυτό είναι φυσικό να χωλαίνει. Γιατί, η φύση χωρίς τη μάθηση είναι τυφλή, η μάθηση πάλι χωρίς τη φύση είναι ελλιπής και η άσκηση χωρίς αυτά τα δύο είναι ατελής. Και όπως ακριβώς με τη γεωργία πρώτα πρέπει να υπάρχει γόνιμη γη, έπειτα καλός γεωπόνος κι έπειτα επιλεγμένοι σπόροι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο η φύση παραλληλίζεται με τη γη, ο παιδαγωγός με το γεωπόνο, και με το σπέρμα οι συμβουλές και η καθοδήγηση των λόγων.
(μετάφραση Γ. Ράπτης)
 
Ενδεικτική Δραστηριότητα
Ο Πλούταρχος επιχειρεί μια ερμηνευτική προσέγγιση της αρετής ευρύτερη από την αντίστοιχη του Αριστοτέλη. Σε τι συμφωνεί με τον Σταγειρίτη και προς ποια κατεύθυνση διευρύνει τον στοχασμό του;
 
Απάντηση: Στο παράλληλο απόσπασμα ο Πλούταρχος συμφωνεί με τον Αριστοτέλη ότι η ολοκληρωμένη αρετή δεν αποτελεί ένα έτοιμο φυσικό γνώρισμα, αλλά προϋποθέτει καλλιέργεια. Διευρύνει, όμως, την ερμηνευτική προσέγγιση της συγκεκριμένης αριστοτελικής ενότητας, παρουσιάζοντας την τελείωση της αρετής ως αποτέλεσμα της συνεργασίας τριών παραγόντων: της φύσης, του λόγου, δηλαδή της μάθησης, και της συνήθειας, δηλαδή της άσκησης. Έτσι μεταφέρει το ενδιαφέρον από την ιδιαίτερη προέλευση των δύο ειδών αρετής σε μια συνολικότερη θεώρηση της αγωγής.
Σημεία συμφωνίας: Πρώτον, και οι δύο αναγνωρίζουν τη συμβολή της ανθρώπινης φύσης ως αφετηρίας και δυνατότητας ανάπτυξης της αρετής, όχι ως επαρκούς αιτίας της τελείωσής της. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους δεκτικοί στις αρετές, αλλά τελειοποιούνται σε αυτές μέσω του έθους. Αντίστοιχα, ο Πλούταρχος τοποθετεί τις απαρχές της αρετής στη φύση του ανθρώπου. Επομένως, η φυσική προδιάθεση χρειάζεται να καλλιεργηθεί και δεν ταυτίζεται με την ήδη αποκτημένη αρετή. Δεύτερον, αποδίδουν καθοριστική σημασία στη συνήθεια και στην έμπρακτη άσκηση. Για τον Αριστοτέλη η ηθική αρετή αποκτάται με την επανάληψη αντίστοιχων πράξεων, ενώ για τον Πλούταρχο η συνήθεια ταυτίζεται με την άσκηση και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ολοκλήρωσης της αρετής.
Τρίτον, και οι δύο χρησιμοποιούν την αναλογία της αρετής με τις τέχνες, για να δείξουν ότι η απόκτησή της απαιτεί μαθησιακή διαδικασία και εξάσκηση. Ο Αριστοτέλης παραλληλίζει τη διαμόρφωση του ενάρετου ανθρώπου με την απόκτηση της ικανότητας του οικοδόμου και του κιθαριστή μέσω αντίστοιχων ενεργειών. Ο Πλούταρχος ξεκινά από όσα ισχύουν για τις τέχνες και τις επιστήμες και τα εφαρμόζει στην αρετή. Επιπλέον, υπάρχει συμφωνία ως προς τη σημασία της μάθησης: ο Αριστοτέλης την αναδεικνύει κυρίως για τη γένεση και την ανάπτυξη των διανοητικών αρετών, ενώ ο Πλούταρχος την εντάσσει ρητά στις προϋποθέσεις της τελείωσης της αρετής συνολικά.
Η κατεύθυνση της διεύρυνσης: Στο κείμενο αναφοράς ο Αριστοτέλης διακρίνει τις διανοητικές από τις ηθικές αρετές και συνδέει τις πρώτες κυρίως με τη διδασκαλία και τις δεύτερες με το έθος. Ο Πλούταρχος δεν αναπτύσσει στο συγκεκριμένο απόσπασμα αυτή τη διάκριση, αλλά προβάλλει ένα ενιαίο, τριμερές σχήμα αγωγής. Η φυσική προδιάθεση δίνει την αφετηρία, η μάθηση επιτρέπει την πρόοδο και η άσκηση εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή. Οι τρεις παράγοντες λειτουργούν συμπληρωματικά και αλληλεξαρτώνται: η φύση χωρίς μάθηση μένει χωρίς κατάλληλη καθοδήγηση, η μάθηση χωρίς φυσική βάση είναι ελλιπής και η άσκηση χωρίς τα άλλα δύο δεν επαρκεί. Αν κάποιος παράγοντας υστερεί, η αρετή δεν ολοκληρώνεται. Εδώ ο «λόγος» σημαίνει συγκεκριμένα τη μάθηση, όπως διευκρινίζεται στο απόσπασμα, και δεν πρέπει να ταυτίζεται απλώς με το λογικό μέρος της ψυχής στην αριστοτελική διάκριση.
Την ευρύτερη αυτή παιδαγωγική θεώρηση αποσαφηνίζει η αναλογία με τη γεωργία: η φύση αντιστοιχεί στη γόνιμη γη, ο παιδαγωγός στον καλό γεωπόνο και οι συμβουλές και η καθοδήγηση των λόγων στους επιλεγμένους σπόρους. Όπως η καλή καλλιέργεια δεν εξασφαλίζεται μόνο από το έδαφος, έτσι και η αρετή δεν ολοκληρώνεται μόνο χάρη στη φυσική προδιάθεση. Χρειάζεται κατάλληλος παιδαγωγός, ποιοτική διδασκαλία και συστηματική άσκηση. Ο Πλούταρχος αναδεικνύει επομένως ρητά τη συμβολή του εκπαιδευτή και του περιεχομένου της εκπαίδευσης, εντάσσοντας τη διαμόρφωση της αρετής στη συνολική διαδικασία της αγωγής.
Συμπερασματικά, ο Πλούταρχος διατηρεί την αριστοτελική θέση ότι η φυσική δεκτικότητα πρέπει να καλλιεργηθεί με την άσκηση, αλλά συνθέτει ρητά τη φύση, τη μάθηση και τη συνήθεια σε ένα κοινό σχήμα τελείωσης της αρετής. Η διεύρυνση αφορά την έμφαση στην αλληλεξάρτηση των τριών προϋποθέσεων και στον οργανωμένο παιδαγωγικό ρόλο της διδασκαλίας. Δεν πρόκειται για ανατροπή της αριστοτελικής θέσης ούτε προκύπτει ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει την εκπαιδευτική καθοδήγηση· πρόκειται για ευρύτερη και περισσότερο συνθετική προσέγγιση σε σχέση με το συγκεκριμένο κείμενο αναφοράς.
 
2. ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΔΑΜΟΔΟΣ Σύνοψις ἠθικῆς φιλοσοφίας, εισαγωγή
Ο Βικέντιος Δαμοδός (1700-1754) ανήκει στους πρώιμους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως οι περισσότεροι διανοητές του πνευματικού αυτού κινήματος εμπνέεται από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, κυρίως τον Αριστοτέλη, αλλά και ευρωπαίους διαφωτιστές και φιλοσόφους, κυρίως τον Καρτέσιο. Στο έργο του Σύνοψις ἠθικῆς φιλοσοφίας, συνεπτυγμένη μετάφραση δυτικού εγχειριδίου της εποχής, συνδυάζονται σε εκλαϊκευμένη μορφή οι διδασκαλίες του Αριστοτέλη με αντίστοιχες χριστιανικές.
 
Ἡ ἠθική φιλοσοφία ὠνομάσθη ἀπό τά ἤθη, τά ὁποῖα διορθώνει, καθώς ἡ λογική ἀπό τόν λόγον τοῦ νοός, τόν ὁποῖον διευθύνει. Ἤθη ἄλλο δέν εἶναι παρά διάφοροι κλίσες [: κλίσεις] εἰς το ἠθικόν καλόν, ἤ κακόν, τάς ὁποίας κλίσες, ἤ ἐλάβομεν ἀπό τήν φύσιν, ἤ τάς ἀποκτήσαμεν ἡμεῖς μέ τήν συνήθειαν τῶν κακῶν ἤ ἀγαθῶν πράξεων, ὁποῦ πολλάκις ἐκάμαμεν. Ὅθεν ταῦτα τά ἤθη, δηλαδή ἕξες [: έξεις] καί κλίσες, εἶναι αἴτια μετέπειτα τῶν ἰδίων πράξεων, ἀγαθῶν, ἤ κακῶν ἠθικῶς. Διά νά καταλάβῃς τί θέλει νά εἰπῇ ἦθος και κλίσις πρός τό ἠθικόν κακόν, ἤ καλόν, στοχάσου ἐκεῖνα ὁποῦ συνηθίζομεν νά λέγωμεν, ὅτι δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἶναι λ.χ. θυμώδης, ἐκεῖνος πρᾷος, ἐκεῖνος ἀσελγής, ἐκεῖνος σώφρων. Ἤγουν ὀνομάζομεν θυμώδη τόν ἄνθρωπον διότι κλίνει εἰς τόν θυμόν, καί μέ εὐκολίαν ὀργίζεται, καί πάλιν τόν ὀνομάζομεν πρᾷον, διότι κλίνει εἰς τήν γαλήνην τοῦ θυμοῦ καί μέ εὐκολίαν τοῦ ἀπερνᾷ ἡ ὀργή, τούτη οὖν ἡ εὐκολία, ὁποῦ ἔχομεν νά πράττωμεν τά καλά, ἤ κακά ἔργα, τήν ὁποίαν ἐλάβαμεν ἤ ἀπό την φύσιν, ἤ διατί ἐσυνηθίσαμεν, λέγεται ἦθος, καί κλίσις προς τό ἠθικόν καλόν, ἤ κακόν, ὁποῦ εἶναι ἀφορμή τῶν πράξεων, διότι ὅθεν κλίνει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνο πράττει εὐκόλως.
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Η διδασκαλία του Δαμοδού στο παραπάνω απόσπασμα από την εισαγωγή του έργου του έχει έντονες αριστοτελικές επιρροές. Μπορείτε να τις εντοπίσετε, συγκριτικά προς το Κείμενο Αναφοράς;
 
Απάντηση: Οι αριστοτελικές επιρροές στη διδασκαλία του Δαμοδού εντοπίζονται κυρίως στην ερμηνεία του ηθικού χαρακτήρα ως σταθερής διάθεσης που συνδέεται με τη συνήθεια και τις πράξεις. Και στα δύο αποσπάσματα η ηθική αντιμετωπίζεται ως πεδίο διαμόρφωσης της συμπεριφοράς και όχι απλώς ως θεωρητική γνώση του καλού. Ωστόσο, η συγγένεια των δύο προσεγγίσεων δεν σημαίνει απόλυτη ταύτιση, ιδιαίτερα ως προς την προέλευση των ηθικών κλίσεων.
α. Η σύνδεση της ηθικής με το ήθος και το έθος. Ο Δαμοδός εξηγεί ότι η ηθική φιλοσοφία ονομάστηκε από τα ήθη, τα οποία επιδιώκει να διορθώσει. Αντίστοιχα, ο Αριστοτέλης συνδέει ετυμολογικά την «ἠθική» με το «ἔθος», επισημαίνοντας ότι η ηθική αρετή αποκτάται μέσω της συνήθειας. Η σύνδεση δεν είναι απολύτως ίδια: ο Δαμοδός αναφέρεται στα ήθη ως κλίσεις του χαρακτήρα, ενώ ο Αριστοτέλης στο έθος ως τρόπο απόκτησης της αρετής. Ωστόσο, και στους δύο η ονομασία παραπέμπει στο ουσιαστικό αντικείμενο της ηθικής, δηλαδή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς.
β. Η συνήθεια ως αποτέλεσμα επανάληψης πράξεων. Ο Δαμοδός υποστηρίζει ότι αποκτούμε κλίσεις με τη συνήθεια καλών ή κακών πράξεων που επαναλαμβάνουμε. Πρόκειται για σαφή αντιστοιχία προς την αριστοτελική θέση «ἡ δ’ ἠθική ἐξ ἔθους περιγίνεται» και προς τη διατύπωση «τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον». Η πράξη προηγείται της απόκτησης της επίκτητης ηθικής διάθεσης: όπως στον Αριστοτέλη η επανειλημμένη άσκηση δίκαιων, σώφρονων και ανδρείων πράξεων διαμορφώνει τις αντίστοιχες αρετές, έτσι στον Δαμοδό η επανάληψη ενεργειών δημιουργεί αντίστοιχες κλίσεις. Ο Δαμοδός καθιστά επιπλέον ρητό ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει τόσο στο ηθικό καλό όσο και στο κακό· η επανάληψη δεν έχει από μόνη της θετικό ηθικό περιεχόμενο, αλλά εξαρτάται από το είδος των πράξεων.
γ. Οι σταθερές έξεις και η σχέση χαρακτήρα–πράξεων. Ο χαρακτηρισμός των ηθών ως «έξεων και κλίσεων» παραπέμπει στην αριστοτελική αντίληψη της ηθικής αρετής ως σταθερά διαμορφωμένης κατάστασης του χαρακτήρα. Η αρετή δεν εξαντλείται σε μία περιστασιακή πράξη, αλλά εκφράζει έναν παγιωμένο τρόπο συμπεριφοράς. Ο Δαμοδός τονίζει ότι οι διαμορφωμένες κλίσεις γίνονται στη συνέχεια αιτίες αντίστοιχων πράξεων, τις οποίες ο άνθρωπος εκτελεί με ευκολία. Έτσι αναδεικνύει μια αμφίδρομη σχέση: οι επαναλαμβανόμενες πράξεις διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και ο διαμορφωμένος χαρακτήρας επηρεάζει τις μελλοντικές πράξεις. Στο κείμενο αναφοράς η έμφαση βρίσκεται κυρίως στην πρώτη κατεύθυνση, όπως δείχνουν τα ζεύγη «δίκαια–δίκαιοι», «σώφρονα–σώφρονες» και «ἀνδρεῖα–ἀνδρεῖοι». Ο Δαμοδός αναπτύσσει ρητά και τη δεύτερη, συνδέοντας την κλίση με την ευκολία της αντίστοιχης ενέργειας.
δ. Ο ρυθμιστικός ρόλος της λογικής και η έμπρακτη ηθική αγωγή. Η αναφορά του Δαμοδού στην ηθική φιλοσοφία που διορθώνει τα ήθη και στη λογική που διευθύνει τον λόγο του νου παρουσιάζει τη φιλοσοφία ως μέσο καθοδήγησης. Η θέση αυτή συνδέεται με το ερμηνευτικό πλαίσιο της αριστοτελικής ενότητας, όπου το λογικό μέρος της ψυχής καθοδηγεί το μέρος που μετέχει στον λόγο και ρυθμίζει τις επιθυμίες και τις συναισθηματικές εκδηλώσεις. Ενδεικτική είναι η περιγραφή της πραότητας από τον Δαμοδό ως κλίσης προς την ηρεμία και την υποχώρηση της οργής: η ηθική αφορά έναν σταθερό τρόπο ρύθμισης της συμπεριφοράς. Όπως και τα αριστοτελικά παραδείγματα των τεχνών και των αρετών, τα παραδείγματα του Δαμοδού μεταφέρουν την αφηρημένη έννοια του χαρακτήρα στην καθημερινή εμπειρία.
Όριο της ταύτισης και συμπέρασμα. Η σύγκριση απαιτεί μία ουσιώδη διευκρίνιση: ο Δαμοδός δέχεται ότι οι κλίσεις μπορεί να προέρχονται είτε από τη φύση είτε από τη συνήθεια, ενώ ο Αριστοτέλης αποκλείει ρητά τον έμφυτο χαρακτήρα των ηθικών αρετών. Για τον Αριστοτέλη η φύση παρέχει μόνο τη δεκτικότητα προς την αρετή, η οποία ολοκληρώνεται μέσω του έθους. Δεν πρέπει, επομένως, να εξισώνουμε χωρίς διάκριση τις φυσικές κλίσεις του Δαμοδού με την ήδη καλλιεργημένη αριστοτελική αρετή. Παρά τη διαφοροποίηση αυτή, η βασική αριστοτελική επιρροή είναι σαφής: η επαναλαμβανόμενη πράξη, η συνήθεια, η σταθερότητα του χαρακτήρα και η σύνδεση των ηθικών ιδιοτήτων με αντίστοιχες ενέργειες αποτελούν τον κοινό άξονα των δύο αποσπασμάτων.
 
2. Ενστερνίζεται ο Δαμοδός τη διδασκαλία του Αριστοτέλη ότι η ηθική αρετή δεν αποτελεί έμφυτη ανθρώπινη ιδιότητα;
 
Απάντηση: Ο Δαμοδός δεν ενστερνίζεται πλήρως τη συγκεκριμένη αριστοτελική θέση. Παρότι αναγνωρίζει, όπως ο Αριστοτέλης, ότι η συνήθεια και η επανάληψη πράξεων διαμορφώνουν τον χαρακτήρα, δέχεται δύο δυνατές πηγές των ηθικών κλίσεων: τη φύση και τον εθισμό. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης αποκλείει κατηγορηματικά τον έμφυτο χαρακτήρα της ήδη διαμορφωμένης ηθικής αρετής.
Η θέση του Δαμοδού: Στο παράλληλο κείμενο τα ήθη ορίζονται ως κλίσεις προς το ηθικό καλό ή κακό, οι οποίες μπορεί να είναι είτε φυσικές είτε επίκτητες. Η ίδια διπλή προέλευση επαναλαμβάνεται όταν ο συγγραφέας εξηγεί την ευκολία με την οποία εκτελούμε αντίστοιχες πράξεις. Επομένως, δεν θεωρεί τη συνήθεια αποκλειστική αφετηρία όλων των ηθικών διαθέσεων. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η επανειλημμένη εκτέλεση καλών ή κακών πράξεων δημιουργεί κλίσεις, οι οποίες στη συνέχεια διευκολύνουν αντίστοιχες ενέργειες. Συμφωνεί, συνεπώς, με τον Αριστοτέλη ως προς τη σημασία της άσκησης, όχι όμως ως προς τον καθολικό αποκλεισμό της φυσικής προέλευσης.
Η θέση του Αριστοτέλη: Στο Κείμενο Αναφοράς η διατύπωση «οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται» αποκλείει κάθε ηθική αρετή από τις έμφυτες ιδιότητες. Ο φιλόσοφος διακρίνει, ωστόσο, τη φυσική δεκτικότητα προς την αρετή από την ίδια την αποκτημένη αρετή: οι άνθρωποι μπορούν από τη φύση τους να τη δεχθούν («πεφυκόσι μέν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς»), αλλά τελειοποιούνται σε αυτήν με το έθος («τελειουμένοις δέ διά τοῦ ἔθους»). Η φύση παρέχει τη δυνατότητα· η επανάληψη αντίστοιχων πράξεων την καλλιεργεί σε σταθερό ενάρετο χαρακτήρα. Γι’ αυτό οι αρετές δεν είναι ούτε έμφυτες ούτε αντίθετες προς την ανθρώπινη φύση.
Συμπέρασμα: Η αποδοχή φυσικών ηθικών κλίσεων από τον Δαμοδό διαφοροποιείται από την αριστοτελική απόρριψη του έμφυτου χαρακτήρα της αρετής. Χρειάζεται πάντως εννοιολογική προσοχή: ο Δαμοδός μιλά ευρύτερα για ήθη και κλίσεις προς το καλό ή το κακό, ενώ ο Αριστοτέλης εδώ για ηθικές αρετές. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να ταυτίσουμε αυτομάτως κάθε φυσική κλίση με ολοκληρωμένη αρετή. Με βάση το απόσπασμα, η ακριβέστερη απάντηση είναι ότι ο Δαμοδός υιοθετεί τον ρόλο του εθισμού, αλλά δεν επαναλαμβάνει την αυστηρή αριστοτελική θέση ότι καμία ηθική αρετή δεν είναι έμφυτη, αφού αφήνει χώρο και στη φυσική προέλευση των ηθικών διαθέσεων.