Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ιστορία Προσανατολισμού: Συνδυαστική πηγή για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Συνδυαστική πηγή για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας
 
ΘΕΜΑ Δ1
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. την ανάπτυξη των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1870 έως και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα
β. τον αντίκτυπο που είχε η άφιξη των προσφύγων στη βιομηχανία της χώρας.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Είναι γεγονός πως καθ’ όλη την περίοδο που ερευνούμε -αλλά και πριν- οι τράπεζες είναι ιδιαιτέρως συντηρητικές ως προς το δανεισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όχι με δική τους μόνον ευθύνη, αλλά και των επαγγελματιών (οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν τηρούσαν καν εμπορικά βιβλία), με αποτέλεσμα να προτιμούν ενυπόθηκα δάνεια ή επενδύσεις σε ακίνητα. Ο Ζολώτας περιγράφει: «Αι εν Ελλάδι τράπεζαι και δη η Εθνική Τράπεζα κατείχοντο υπό προλήψεως ότι η Ελλάς δεν είναι χώρα κατάλληλος δια βιομηχανική ανάπττυξιν…[και] δεν επιδεικνύουν ουδεμίαν προθυμίαν εις την παροχήν πιστώσεων δια βιομηχανικάς επιχειρήσεις».
 
Ιωάννης Παναγιώτου, Οικονομική Σκέψη σε Καιρούς Κρίσης, Ελλάδα (1880-1910)
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Στην αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων γυναικών στη βιομηχανία, ή και αλλού, συμβάλλει επίσης σημαντικά και η μικρασιατική καταστροφή, που οδηγεί πολλές γυναίκες – πρόσφυγες συχνά, αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών, να ενταχθούν στην Αγορά Εργασίας, ακολουθώντας επαγγέλματα - προεκτάσεις του κοινωνικού τους φύλου, όπως είναι, μεταξύ αυτών και της εργάτριας στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία.
 
Μ. Κανταράκη, Γυναίκες και εργασιακές σχέσεις στη βιομηχανική υφαντουργία
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
Από το 1869 και μετά ιδρύονται στην Ελλάδα 29 μεταλλευτικές εταιρείες. Το ονομαστικό κεφάλαιο αυτών των 29 επιχειρήσεων ήταν 50.829.000 δρχ., αρκετά ικανοποιητικό για την εποχή. Δύο από αυτές τις επιχειρήσεις είχαν ιδρυθεί το 1869 και 1870 και οι άλλες το 1872 και 1873. Από αυτές που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διαλύθηκαν και παρέμειναν 18 των οποίων το ονομαστικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 35.945.000 δρχ.
 
Παπαδάκη –Λάππα Ελευθερία, Ιστορία και πολιτική των επιχειρήσεων της Λαυρεωτικής 19ος -20ος αιώνας
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Δ
Σε όλη την περίοδο 1923-1938 η ελληνική βιομηχανία παρουσίασε εντυπωσιακούς ρυθμούς αναπτύξεως. Οι λόγοι που συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα ήταν δύο ειδών: η μαζική άφιξη των προσφύγων και η διεθνής ύφεση. […]
Μεταξύ 1928 και 1938, η συνολική βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 68%, ενώ οι βιομηχανικές εξαγωγές μόνο κατά 16%. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι το βασικό κίνητρο για την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής δεν ήταν η εξαγωγή, αλλά η εγχώρια αγορά. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο ίδιο διάστημα οι εισαγωγές βιομηχανικών πρώτων υλών δεν αυξήθηκαν ανάλογα με το προϊόν της βιομηχανίας, αλλά μόνο κατά 20%. Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές σύστημα έπαιξε ιδιαίτερα μειωμένο ρόλο στην ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας, τόσο από την άποψη των αγορών της ελληνικής βιομηχανίας, όσο και από την άποψη των προμηθειών. Και από τις δύο αυτές απόψεις, τον βασικό ρόλο έπαιξε η εγχώρια αγορά.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ΄
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Επιβεβαιωτικά λειτουργούν τα στοιχεία που παραθέτει η Ε. Παπαδάκη-Λάππα (Κείμενο Γ) αναφερόμενη στην ίδρυση μεταλλευτικών εταιρειών εκείνη την περίοδο. Ειδικότερα, όπως επισημαίνει, από το 1869 και εξής πραγματοποιείται η ίδρυση είκοσι εννέα μεταλλευτικών εταιρειών στην Ελλάδα, το ονομαστικό κεφάλαιο των οποίων ήταν 50.829.000 δραχμές, ποσό επαρκώς υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Από τις επιχειρήσεις αυτές δύο είχαν ιδρυθεί το 1869 και το 1860, ενώ οι υπόλοιπες κατά την περίοδο 1872-1873. Από εκείνες που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διέκοψαν τη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα να παραμείνουν σε λειτουργία δεκαοκτώ μεταλλευτικές εταιρείες με ονομαστικό κεφάλαιο 35.945.000 δραχμών. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα. Ένα αίτιο της στασιμότητας αυτής καταγράφεται από τον Ιωάννη Παναγιώτου (Κείμενο Α), ο οποίος αναφερόμενος στην περίοδο 1880-1910 επισημαίνει τη διστακτικότητα των τραπεζών της εποχής να δανείζουν σε επιχειρήσεις. Επρόκειτο για μια κατάσταση, για την οποία δεν ευθύνονταν μόνο οι τράπεζες αλλά και οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, καθώς πολλοί από αυτούς δεν διατηρούσαν ούτε εμπορικά βιβλία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προτιμούν οι τράπεζες να δίνουν ενυπόθηκα δάνεια ή να επενδύουν σε ακίνητα. Όπως, άλλωστε, είχε επισημάνει ο Ζολώτας, οι ελληνικές τράπεζες και κυρίως η Εθνική, είχαν διαμορφώσει την πεποίθηση πως η Ελλάδα δεν ήταν κατάλληλη για την ανάπτυξη βιομηχανίας, γι’ αυτό και δεν ήταν καθόλου πρόθυμες να παρέχουν δάνεια στις βιομηχανικές επιχειρήσεις. Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται μόλις στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και, κυρίως, στα πρώτα χρόνια του 20ού. Τότε δημιουργήθηκε ένα βιομηχανικό δυναμικό σχετικά σταθερό, πολυδιάστατο, με τάσεις ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, της ναυπηγικής και της τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του νέου αιώνα.
 
β. Η άφιξη των προσφύγων αναζωογόνησε και τη βιομηχανία με νέο, ειδικευμένο και φθηνό εργατικό δυναμικό, με τη διεύρυνση της καταναλωτικής αγοράς και με τη δράση ανθρώπων με επιχειρηματικές ικανότητες. Στη δεκαετία 1922-1932, διπλασιάστηκε ο αριθμός των βιομηχανικών μονάδων. Η ανάπτυξη αυτή επιβεβαιώνεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Δ), στην οποία τονίζεται πως οι λόγοι που κατέστησαν εφικτή την αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης ήταν αφενός η διεθνής οικονομική ύφεση και αφετέρου η μαζική άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους εστιάζει ειδικότερα στην περίοδο 1928-1932, κατά την οποία η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε άνοδο 68% τη στιγμή που οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν μόνο κατά 16%. Ως εκ τούτου, γίνεται σαφές πως η ενισχυμένη βιομηχανική παραγωγή είχε ως στόχο της την εγχώρια αγορά και όχι την εξαγωγή προϊόντων. Η εστίαση, άλλωστε, στην εγχώρια αγορά γίνεται εμφανής από το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη οι εισαγωγές πρώτων υλών για τη βιομηχανία αυξήθηκαν μόνο κατά 20% χωρίς να συμβαδίζουν με την πολύ μεγαλύτερη αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής. Γίνεται, επομένως, αντιληπτό πως οι διεθνείς αγορές διαδραμάτισαν πολύ μικρό ρόλο στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, εφόσον δεν υπήρξε άνοδος των εξαγωγών, αλλά ούτε και άνοδος στην εισαγωγή πρώτων υλών. Η πρόοδος όμως της ελληνικής βιομηχανίας δεν ήταν σημαντική, εξαιτίας κυρίως της διατήρησης των παραδοσιακών δομών λειτουργίας τους.
Η συμμετοχή των προσφύγων (ως κεφαλαιούχων και ως εργατών) ήταν μεγαλύτερη στην κλωστοϋφαντουργία, την ταπητουργία, τη μεταξουργία, την αλευροβιομηχανία και την παραγωγή οικοδομικών υλικών. Αρκετοί ήταν οι πρόσφυγες που αναδείχθηκαν ως επιχειρηματίες, βιομήχανοι ή μεγαλέμποροι. Οι Έλληνες που προέρχονταν από τα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας και την Κωνσταντινούπολη υπερείχαν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες σε επιχειρηματικό πνεύμα, εκπαίδευση, κατάρτιση και προοδευτικές αντιλήψεις. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της ζωής τους, η γνώση ξένων γλωσσών, οι επαφές που είχαν αναπτύξει με την Ευρώπη και η πείρα που διέθεταν τους βοήθησαν, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, να οργανώσουν δικές τους επιχειρήσεις ή να στελεχώσουν επιχειρήσεις άλλων, προσφύγων ή γηγενών.
Η άφιξη των προσφύγων επέδρασε και στην ένταξη των γυναικών στον ενεργό πληθυσμό. Το 1930 οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειονότητα των εργατών στην κλωστοϋφαντουργία, την καπνοβιομηχανία και τη βιομηχανία ετοίμων ενδυμάτων. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από τη Μ. Κανταράκη (Κείμενο Β), η οποία επισημαίνει πως λόγω της μικρασιατικής καταστροφής πολλές γυναίκες -κυρίως πρόσφυγες- που είχαν χάσει τον σύζυγό τους και ήταν πλέον αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών αναγκάστηκαν να εργαστούν, επιλέγοντας πρωτίστως επαγγέλματα που ανταποκρίνονταν στο φύλο τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, πολλές γυναίκες επέλεξαν να εργαστούν στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία.

Ιστορία Προσανατολισμού: Ο εθνικός διχασμός [Επεξεργασία Πηγών]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Ο εθνικός διχασμός [Επεξεργασία Πηγών]
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. τη διαφορά απόψεων που προκάλεσε το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλου, μέχρι και την παραίτηση του δεύτερου
β. το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά την άρνηση συμμετοχής των Φιλελευθέρων στις εκλογές μέχρι και την παράταση της θητείας της Βουλής.
                                                                                                                         
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Προβλέποντας την επικείμενη κατάρρευση της Σερβίας, ο Βενιζέλος αύξησε την πίεση που ασκούσε στον βασιλιά. Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε πεισματικά ουδετερόφιλος αρχικά δέχθηκε απλώς να κηρυχθεί επιστράτευση ως απάντηση στην επιστράτευση της Βουλγαρίας.
Ο Βενιζέλος επεσήμανε στον βασιλιά ότι η συστηματική άρνησή του να συνταχθεί με τη βούληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας συνιστούσε παραβίαση του Συντάγματος. Προσπάθησε επίσης να τον πείσει ότι η στάση της Ελλάδας δεν ήταν απλή ουδετερότητα αλλά «ευμενής ουδετερότης» υπέρ της Γερμανίας και στρεφόταν πλέον σαφώς κατά της Entente, η οποία θεωρούσε την Ελλάδα κατ’ ουσίαν σύμμαχο της Γερμανίας. Πράγματι, η Entente θα είχε ήδη κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα αν δεν υπήρχε η διεθνώς πασίγνωστη διαφωνία των δύο ανδρών και οι διπλωματικές προσπάθειες του Βενιζέλου να διατηρήσει ανοιχτές τις διαπραγματεύσεις με τη βρετανική κυβέρνηση.
Παρ’ όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος παρέμεινε αμετάπειστος και ο Βενιζέλος παραιτήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1915, καταγγέλλοντας ως αντισυνταγματική τη στάση του βασιλιά. 
 
Γιώργος Δερτιλής, Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις 1821-2016
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Στις 18 Νοεμβρίου 1916, συμμαχικά αγήματα (Γάλλων, Άγγλων και Ιταλών) επρόκειτο να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας ως «ειρηνική επίδειξη», χωρίς να περιμένουν αντίσταση, μετά από τις προσωπικές συνεννοήσεις του Κωνσταντίνου με τον Γάλλο ναύαρχο Φουρνέ. Αιφνιδιάστηκαν, όμως, και αποκρούστηκαν, με πολλές απώλειες (62 νεκρούς και 170 τραυματίες), από πολλαπλάσιες δυνάμεις τακτικού στρατού και Επιστράτων. Το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορούσε βέβαια να ανατρέψει ο σύντομος βομβαρδισμός της πρωτεύουσας από τον συμμαχικό στόλο.
Μετά την πλασματική αλλά μεθυστική νίκη κατά των ξένων, οι Επίστρατοι επιδόθηκαν από τις 19 Νοεμβρίου σε ένα έξαλλο «πογκρόμ» κατά των «προδοτών», δολοφονώντας άγνωστο αριθμό, διαπομπεύοντας, κακοποιώντας, ληστεύοντας και φυλακίζοντας εκατοντάδες επώνυμους και ανώνυμους Φιλελευθέρους (κατά προτίμηση Μικρασιάτες πρόσφυγες και Κρητικούς), με τη συνεργασία των αρχών.
Τότε εφευρέθηκαν και οι πρώτες «δηλώσεις μετανοίας», που εκβιάζονταν να υπογράψουν τα θύματα, αποκηρύσσοντας τον «προδότη» και «στασιαστή» Βενιζέλο.
 
Γιώργος Μαυρογορδάτος, 1915, ο Εθνικός Διχασμός
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Με αφορμή τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, εκφράστηκαν διαφορετικές απόψεις ως προς τη σκοπιμότητα ή μη της συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο. Οι Φιλελεύθεροι τάσσονταν υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, επειδή προσδοκούσαν ότι με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα είχε εδαφικά οφέλη. Ο βασιλιάς και το Γενικό Επιτελείο είχαν διαφορετική εκτίμηση. Θεωρούσαν ανεύθυνη τη θέση των Φιλελευθέρων, εκτιμώντας ότι η έκβαση του πολέμου ήταν αβέβαιη και θα μπορούσαν να νικήσουν οι Κεντρικές δυνάμεις. Δεδομένης της κυριαρχίας της Αγγλίας στην ανατολική Μεσόγειο, και παρά τους δεσμούς του με τη Γερμανία, ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να ζητήσει συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, γι’ αυτό έλαβε θέση υπέρ της ουδετερότητας της Ελλάδας. Όπως επισημαίνεται από τον Γ. Δερτιλή (Κείμενο Α), ακόμη κι όταν ο Βενιζέλος πίεσε εντονότερα τον βασιλιά επικαλούμενος την επικείμενη συντριπτική ήττα της Σερβίας από τη Βουλγαρία, ο Κωνσταντίνος παρέμεινε ανένδοτος. Η μόνη παραχώρησή του ήταν να δεχτεί την κήρυξη επιστράτευσης ως αντίδραση στην επιστράτευση της Βουλγαρίας. Η εμμονή, μάλιστα, του Κωνσταντίνου στη θέση του για την ουδετερότητα, τον οδήγησε να δράσει με τρόπο που υπέσκαπτε τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος. Ο βασιλιάς, ανέπτυξε μυστική διπλωματία εν αγνοία της κυβέρνησης, καταφεύγοντας ακόμη και σε παράνομα μέσα (π.χ. παράδοση απόρρητων διπλωματικών εγγράφων στους Γερμανούς.) Το 1915 προκάλεσε δύο φορές την παραίτηση της κυβέρνησης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον Γ. Δερτιλή (Κείμενο Α), ο οποίος αναφέρει τις ποικίλες προσπάθειες του Βενιζέλου να μεταπείσει τον Κωνσταντίνο. Ο πρωθυπουργός τόνιζε στον βασιλιά πως η επίμονη άρνησή του να αποδεχτεί την επιθυμία του κόμματος που είχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποτελούσε παραβίαση του Συντάγματος. Παραλλήλως, ο πρωθυπουργός επιχειρούσε να του εξηγήσει πως η τηρούμενη από την Ελλάδα ουδετερότητα δεν γινόταν αντιληπτή από τα μέλη της Αντάντ απλώς ως μη συμμετοχή στον πόλεμο, αλλά ως «ευμενής ουδετερότητα» προς όφελος της Γερμανίας, και, άρα, ως εχθρική στάση απέναντι στην Αντάντ. Η Ελλάδα, δηλαδή, δημιουργούσε την εντύπωση πως είχε συμμαχήσει με τη Γερμανία, κάτι που θα μπορούσε, όπως σχολιάζει ο ιστορικός, να οδηγήσει την Αντάντ στο να της κηρύξει τον πόλεμο. Το γεγονός, ωστόσο, πως η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο ήταν γνωστή διεθνώς, είχε αποτρέψει την εξέλιξη αυτή. Λαμβάνονταν, άλλωστε, υπόψη οι διπλωματικές προσπάθειες του Βενιζέλου να παραμένει σε συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Βρετανίας. Ο Βενιζέλος, εντούτοις, διαπιστώνοντας ότι ο Κωνσταντίνος δεν άλλαζε άποψη δήλωσε την παραίτησή του στις 5 Οκτωβρίου του 1915, καταγγέλλοντας την αντισυνταγματική στάση του βασιλιά.
 
β. Στις εκλογές που προκηρύχθηκαν μετά τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου, δεν συμμετείχαν οι Φιλελεύθεροι, καθώς θεωρούσαν την ενέργεια του βασιλιά ως παραβίαση του συντάγματος. Εκδηλώσεις βίας και φανατισμού δημιούργησαν χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις και κυριάρχησε το μίσος. Όποιος ήταν κατά του πολέμου, κινούσε αμέσως την υποψία στους Βενιζελικούς, ότι ήταν κατά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κατά των εθνικών συμφερόντων. Οι Αντιβενιζελικοί έβλεπαν στο πρόσωπο των Βενιζελικών βίαιους πράκτορες της Αντάντ, που μάχονταν τον βασιλιά, κατέστρεφαν την ενότητα του έθνους και έθεταν σε κίνδυνο το κράτος. Τα δύο κόμματα διέφεραν όλο και λιγότερο μεταξύ τους στην πολιτική πρακτική και την προπαγάνδα, παράλληλα όμως όλο και περισσότερο ενισχυόταν ο διπολισμός. Στα μέσα του 1916 το Κοινοβούλιο χάθηκε ουσιαστικά από το προσκήνιο. Το κλίμα της εποχής επέτρεψε να συμμετάσχουν στη διαμάχη και στρατιωτικοί, οι οποίοι δημιούργησαν δύο οργανώσεις αντίθετες μεταξύ τους, ανάλογα με το αν τα συμφέροντα κάθε ομάδας εξυπηρετούνταν από τον πόλεμο ή την ουδετερότητα. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1916 ο Βενιζέλος συγκρότησε δική του κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη.
Οι συγκρούσεις πήραν σταδιακά διαστάσεις εμφυλίου πολέμου. Ενδεικτικά του κλίματος της εποχής είναι τα όσα καταγράφει ο Γ. Μαυρογορδάτος (Κείμενο Β) σχετικά με τη στάση των υποστηρικτών του βασιλιά. Στις 18 Νοεμβρίου 1916 μικρές στρατιωτικές ομάδες των συμμάχων (Γαλλίας, Αγγλίας και Ιταλίας) σκόπευαν να καταλάβουν με συμβολικό τρόπο συγκεκριμένα σημεία στρατηγικής σημασίας στην πρωτεύουσα στο πλαίσιο μιας «ειρηνικής επίδειξης». Η όλη διαδικασία επρόκειτο να γίνει ύστερα από συνεννοήσεις ανάμεσα στον βασιλιά και τον Φουρνέ, ναύαρχο της Γαλλίας, οπότε δεν αναμενόταν καμία αντίδραση από τη μεριά των Ελλήνων. Ωστόσο, σημαντικές δυνάμεις του τακτικού ελληνικού στρατού, καθώς και Επίστρατοι, αιφνιδίασαν τους συμμάχους, σκοτώνοντας 72 από τους στρατιώτες τους και τραυματίζοντας 170, γεγονός που δεν μπορούσε να ανατραπεί από τον εκ των υστέρων σύντομο βομβαρδισμό της Αθήνας από τα συμμαχικά πλοία. Δημιουργήθηκε, έτσι, η εσφαλμένη εντύπωση στους υποστηρικτές του Κωνσταντίνου ότι είχαν πετύχει μια «σημαντική» νίκη εις βάρος των συμμάχων, κάτι που τους οδήγησε στο να πιστεύουν πως έχουν τον έλεγχο της κατάστασης. Από την επόμενη κιόλας μέρα (19 Νοεμβρίου 1916) ξεκίνησαν ανεξέλεγκτες διώξεις κατά των υποστηρικτών του Βενιζέλου, τους «προδότες», όπως τους θεωρούσαν, σκοτώνοντας αδιευκρίνιστο αριθμό. Πολλοί, άλλωστε, βενιζελικοί έπεσαν θύματα ληστείας, κακοποίησης, δημόσιας διαπόμπευσης, αλλά και φυλάκισης, καθώς οι υποστηρικτές του βασιλιά δίωκαν επώνυμους, αλλά και ανώνυμους Φιλελεύθερους, επιλέγοντας πρωτίστως όσους ήταν Κρητικοί ή πρόσφυγες Μικρασιάτες. Στις διώξεις αυτές, μάλιστα, είχαν τη στήριξη και των κρατικών αρχών. Παραλλήλως, μάλιστα, τότε επινόησαν και τις «δηλώσεις μετανοίας» τις οποίες εξανάγκαζαν τα θύματά τους να τις υπογράψουν, δηλώνοντας ότι αποκηρύσσουν τον Βενιζέλο, ο οποίος χαρακτηριζόταν «προδότης» και «στασιαστής». Οι Αντιβενιζελικοί, λοιπόν, άσκησαν τρομοκρατία στους αντιπάλους, ενώ ο Βενιζέλος κήρυξε έκπτωτο το βασιλιά, ο οποίος υπό την πίεση της Αντάντ εγκατέλειψε το θρόνο και τη χώρα. Οι Φιλελεύθεροι ανέλαβαν στην Αθήνα τη διακυβέρνηση και κήρυξαν τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Ο εθνικός διχασμός εξαπλώθηκε στο στράτευμα, καθώς ευνοήθηκαν οι αξιωματικοί της οργάνωσης «Εθνική Άμυνα» εις βάρος άλλων. Η κυβέρνηση παρέτεινε τη θητεία της Βουλής, παρά την πίεση που ασκούσαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ιστορία Προσανατολισμού: Η οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος (πρωτογενείς πηγές)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Φρούριο Φιρκά
 

Ιστορία Προσανατολισμού: Η οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος (πρωτογενείς πηγές)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε στην οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος.
 
Κείμενο Α
Ο κ. Δραγούμης Γενικός Διοικητής Εν Κρήτη
Ο υπουργός των Εξωτερικών κ. Κορομηλάς επί του διορισμού του κ. Δραγούμη ως Γενικού Διοικητού εν Κρήτη προέβη εις τους ξένους δημοσιογράφους εις τας εξής περίπου δηλώσεις.
Ο κ. Κορομηλάς είπεν, ότι ο διορισμός τούτου υπήρξε σύμφωνος προς την πολιτικήν της Κυβερνήσεως και προς τας δηλώσεις του κ. Πρωθυπουργού εν τη Βουλή. Ο Γενικός Διοικητής έχει εντολήν να παγιώση την τάξιν και να προβή εις την ενέργειαν εκλογών συμφώνως τω Ελληνικώ Συντάγματι. Η τοποθέτησις του κ. Δραγούμη σημαίνει αφομοίωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος.
Ο κ. Κορομηλάς εν τέλει είπεν, ότι η τάξις εν Κρήτη ουδέποτε διασαλεύθη, έφερε δε ως παράδειγμα το προχθεσινόν διάβημα των εν Κρήτη Μουσουλμάνων, οίτινες ετέλεσαν δοξολογίαν υπέρ κατισχύσεως των Τουρκικών όπλων, καθ’ ην στιγμήν ταύτα στρέφονται απανθρώπως όχι απλώς κατά των αντιμετώπων Ελλήνων αλλά κατ’ αόπλων ανδρών και γυναικοπαίδων.
 
Εφημερίδα Σκριπ, Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 1913
 
Κείμενο Β
Η επίστεψις των αγώνων των Κρητών
Ολοκλήρων αιώνων πόθους και όνειρα εθνικά επλήρωσε χθες η παρουσία του Στρατηλάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου του Νικητού εν Κρήτη υψούντος δια των χειρών γηραιών ηρωικών αγωνιστών επί του φρουρίου Φιρκά την Ελληνικήν σημαίαν, ως σύμβολον εθνικής Νίκης και Δόξης και ως επισφράγισιν αρρήκτου ενωτικού δεσμού της Κρήτης μετά της Ελλάδος.
[…]
Υπερήφανη δια την επιβράβευσιν προαιωνίων αγώνων των οι ηρωικοί της Κρήτης αγωνισταί δικαίως πανηγυρίζουσι σήμερον την νίκην των και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος παραδώσας εις τον γηραιόν αγωνιστήν Μάντακαν την Ελληνικήν σημαίαν, ίνα αυτός την υψώση επί του φρουρίου της Κρήτης, του το ηθέλησε είπει ότι η ελευθερία της Κρήτης και η συντελεσθείας χθες ένωσις αυτής μετά της Ελλάδος είναι έργον αυτών των Κρητών, οφειλόμενον εις την εθνικήν των πίστιν, εις την επιμονήν των, εις την γενναιοψυχίαν των, εις τον ηρωισμόν των. Και δια την κατάκτησιν της ελευθερίας των και της μετά της μητρός Ελλάδος ενώσεώς των είνε και πρέπει να είνε υπερήφανοι.
 
Εφημερίδα Σκριπ, Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 1913  
 
Ενδεικτική απάντηση
 
Εκείνο που δεν είχε κατορθώσει να λύσει η διπλωματία, το έλυσε ο πόλεμος. Ευθύς μετά την έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων (Οκτώβριος 1912) οι πύλες του ελληνικού Κοινοβουλίου άνοιξαν για τους Κρήτες βουλευτές, που έγιναν δεκτοί με εκδηλώσεις απερίγραπτου πατριωτικού ενθουσιασμού. Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων ανέγνωσε Ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο «η Ελλάς αποδέχεται όπως του λοιπού ενυπάρχη κοινόν Κοινοβούλιον δια το ελεύθερον Βασίλειον και διά την νήσον Κρήτην». Αλλά ο Βενιζέλος δεν προχώρησε περισσότερο, για να μη διαταράξει τις σχέσεις του με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις, εν όψει και του πολέμου που είχε αρχίσει. Αρκέστηκε να αποστείλει στην Κρήτη ως Γενικό Διοικητή το φίλο του Στέφανο Δραγούμη, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 12 Οκτωβρίου 1912. Πρόσθετα στοιχεία για τον διορισμό του Στέφανου Δραγούμη παρέχει το άρθρο της Εφημερίδας Σκριπ, το οποίο συνιστά πρωτογενή πηγή. Σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, Κορομηλά, η επιλογή του Δραγούμη ήταν σύμφωνη με την ακολουθούμενη πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς και με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου στην ελληνική Βουλή. Ο Στέφανος Δραγούμης, ως Γενικός Διοικητής, είχε λάβει συγκεκριμένες εντολές από τον πρωθυπουργό. Ειδικότερα, όφειλε να προχωρήσει στη διενέργεια εκλογών στην Κρήτη ακολουθώντας τις αρχές του ελληνικού Συντάγματος, κάτι που πιστοποιούσε την ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα. Έπρεπε, συνάμα, να παγιώσει την τάξη στη νήσο, παρ’ όλο που σύμφωνα με τον Κορομηλά αυτή δεν είχε ποτέ διαταραχθεί. Όπως επεξηγούσε, μάλιστα, ο υπουργός Εξωτερικών, οι Μουσουλμάνοι της νήσου δρούσαν απολύτως ελεύθερα, κάτι που γινόταν αντιληπτό από την πρωτοβουλία τους, λίγες μόλις μέρες πριν, να τελέσουν δοξολογία για την επικράτηση του τουρκικού στρατού στον Βαλκανικό πόλεμο, τη στιγμή που τα όπλα των Τούρκων στρέφονταν εντελώς απάνθρωπα όχι μόνο κατά των Ελλήνων στρατιωτών, αλλά κατά του άμαχου πληθυσμού.    
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα, καθώς ήταν πλέον ορατή η ήττα της Τουρκίας. Στην πράξη η ένωση είχε συντελεστεί και απλώς έμενε η επικύρωσή της με την υπογραφή μιας διεθνούς συνθήκης. Στις 14 Φεβρουαρίου 1913 αφαιρέθηκαν από το φρούριο της Σούδας οι σημαίες των Μ. Δυνάμεων και της Τουρκίας. Όλα τα σύμβολα της τουρκικής επικυριαρχίας, αλλά και της κηδεμονίας των Μ. Δυνάμεων, είχαν πλέον εξαφανιστεί από την Κρήτη.
Η ευτυχής για την Ελλάδα έκβαση των Βαλκανικών πολέμων έδωσε και στο Κρητικό Ζήτημα την οριστική λύση του. Με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματά του στην Κρήτη, την οποία παραχωρούσε στις Μ. Δυνάμεις της Ευρώπης. Με ιδιαίτερη συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας (14 Νοεμβρίου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμά του στην Κρήτη, η οποία έτσι εντάχθηκε στην ελληνική επικράτεια ως οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της. Οι Μ. Δυνάμεις αποδέχθηκαν σιωπηρά τη λύση αυτή, δηλώνοντας απλώς ότι έλαβαν γνώση των ενεργειών της ελληνικής κυβέρνησης.
Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1913, κηρύχθηκε και επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, με την παρουσία τού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Την αμέσως επόμενη ημέρα, η Εφημερίδα Σκριπ, παρουσίαζε σε άρθρο της λεπτομέρειες από την επίσημη τελετή. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, τον οποίο η εφημερίδα χαρακτήριζε «Νικητή» και «Στρατηλάτη», δήλωσε πως τόσο η ελευθερία της Κρήτης όσο και η ένωσή της με την Ελλάδα αποτέλεσε έργο των ίδιων των Κρητικών, το οποίο οφειλόταν στην εθνική τους πίστη, στην επιμονή, στη γενναιότητα και στον ηρωισμό τους. Έπρεπε, ως εκ τούτου, να είναι περήφανοι. Οι πανηγυρισμοί, άλλωστε, των αγωνιστών της Κρήτης ήταν απολύτως δικαιολογημένοι, εφόσον με τη δράση και τις νίκες τους επιτεύχθηκαν όνειρα και πόθοι αιώνων για τους Κρητικούς. Η κίνηση, επομένως, του βασιλιά Κωνσταντίνου να παραδώσει την Ελληνική σημαία στον ηλικιωμένο αγωνιστή Μάντακα, για να την υψώσει στο φρούριο της Κρήτης, αποτελούσε συμβολισμό της νίκης και της δόξας, αλλά και επισφράγιση της άρρηκτης ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Η ελληνική σημαία, λοιπόν, υψώθηκε στο ιστορικό φρούριο του Φιρκά και, στη θέση, όπου άλλοτε κυμάτιζε η τουρκική σημαία, στήθηκε μαρμάρινη επιγραφή, που έγραφε:
 
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΡΗΤΗ
1669-1913
ΗΤΟΙ, 267 ΕΤΗ, 7 ΜΗΝΕΣ, 7 ΗΜΕΡΑΙ
ΕΤΗ ΑΓΩΝΙΑΣ

Νικηφόρος Βρεττάκος «Συνδημιουργία»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Nikki Smith
 
Νικηφόρος Βρεττάκος «Συνδημιουργία»
 
Δεν ξέρω αν η ρέουσα αρχή του λόγου είναι μέσα μου.
Τη φωνή μου συμπλήρωσαν άλλες φωνές -όπως είναι
των νερών που έχω ακούσει, του ανέμου
σε μι’ άπειρη ποικιλία αποχρώσεων, της επίγειας
θλίψης που ο θεός μόνον ίσως την ακούει
με τα διάφανα μεγάλα του αυτιά, της σιωπής
τ’ ουρανού που περνάει από μέσα μου και βρίσκει
στα χείλη μου την άρθρωση που της λείπει.
                                                            Δεν ξέρω
αν τις λέξεις μου -άχτιστες όπως τις πέτρες-
τις διακίνησε ο Κόσμος κι έχτισε φως.
 
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος αντικρίζοντας την ποιητική δημιουργία με προφανή ειλικρίνεια, την παρουσιάζει όχι ως ατομικό έργο του ποιητή, αλλά ως αποτέλεσμα συνεργασίας («Συνδημιουργία»), δοθέντος πως τα αρχικά ερεθίσματα, το κύριο νοητικό υλικό, καθώς και το μεταδιδόμενο συναίσθημα αντλούνται συχνά από πηγές έξω από τον ίδιο τον ποιητή, ο οποίος, εν τέλει, λειτουργεί συνήθως ως διαμεσολαβητής και ως ερμηνευτής των όσων διαδραματίζονται γύρω του.
Με το αρχικό ήδη ερώτημα «Δεν ξέρω αν η ρέουσα αρχή του λόγου είναι μέσα μου», το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει πως δεν γνωρίζει -και, πιθανώς, δεν έχει τη βεβαιότητα- αν η αρχή του ποιητικού λόγου πηγάζει από μέσα του. Με τη μεταφορά, άλλωστε, «η ρέουσα αρχή του λόγου», μέσω της οποίας μεταδίδεται η λανθάνουσα αίσθηση πως ο λόγος ρέει, όπως το νερό ή όπως κάτι το αστείρευτο, θέτει περιορισμούς που η θνητή φύση του ποιητή δεν πληροί. Πώς θα μπορούσε, άρα, κάτι το ανεξάντλητο να έχει ως πηγή τη γεμάτη περιορισμούς οντότητα ενός ατόμου;
 
«Τη φωνή μου συμπλήρωσαν άλλες φωνές -όπως είναι
των νερών που έχω ακούσει, του ανέμου
σε μι’ άπειρη ποικιλία αποχρώσεων, της επίγειας
θλίψης που ο θεός μόνον ίσως την ακούει
με τα διάφανα μεγάλα του αυτιά, της σιωπής
τ’ ουρανού που περνάει από μέσα μου και βρίσκει
στα χείλη μου την άρθρωση που της λείπει.»
 
Το ποιητικό υποκείμενο με τη χρήση αλλεπάλληλων προσωποποιήσεων καταγράφει το πλήθος των στοιχείων που στέκονται αρωγοί στο ποιητικό του έργο. Η φωνή του συμπληρώθηκε από τη φωνή των νερών και του ανέμου, από το κάλλος, δηλαδή, της φύσης, το οποίο βρίσκει ηχητική έκφραση σε μια «άπειρη ποικιλία αποχρώσεων», συγκινώντας και εμπνέοντας με ποικίλους τρόπους τον ποιητή. Σημαντικός «συνδημιουργός», μάλιστα, στάθηκε η φωνή «της επίγειας θλίψης», εκείνη που δεν διατυπώνεται και δεν εκφράζεται με ένταση, αλλά περνά συχνά απαρατήρητη, καθώς οι άνθρωποι που τη βιώνουν την κρατούν μέσα τους, απρόθυμοι να τη μοιραστούν με τους άλλους, μη θέλοντας να τους επιβαρύνουν με όσα τους βασανίζουν. Πρόκειται για μια άρρητη θλίψη που μόνο ο Θεός «ίσως την ακούει», με τα «διάφανα μεγάλα του αυτιά», όπως μεταφορικά αποδίδει το ποιητικό υποκείμενο την ιδιαίτερη δεκτικότητα της θείας ακοής. Με το σχήμα υπερβολής, βέβαια, («που ο θεός μόνον ίσως την ακούει»), το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αναδείξει εμφατικά την ευαισθησία εκείνη των θεραπόντων της ποιητικής τέχνης, η οποία τους επιτρέπει να συναισθάνονται και να κατανοούν ακόμη και τα όσα οι άλλοι αποκρύπτουν επίμονα. Το ποιητικό υποκείμενο εκθειάζει εμμέσως την Τέχνη του, αφού αποδίδει στους λειτουργούς της τη δυνατότητα να αφουγκράζονται και να περνούν στο έργο τους ακόμη και τα βαθιά κρυμμένα εκείνα συναισθήματα που μόνο ο Θεός είναι -ίσως- σε θέση να αντιληφθεί και να τα λάβει υπόψη του.
Συνδημιουργός, επίσης, του ποιητικού έργου είναι η φωνή «της σιωπής τ’ ουρανού», η οποία θέλοντας να βρει «την άρθρωση που της λείπει», όπως επισημαίνεται με οξύμωρο σχήμα δοθέντος πως η σιωπή δεν μπορεί να έχει άρθρωση, χρησιμοποιεί ως μέσο της τον ποιητή. Η σιωπή του ουρανού που έχει πλήρη εποπτεία των ανθρώπινων πραγμάτων, αλλά και του δέους που προκαλεί το θαύμα της φύσης, αναζητά τρόπο να εκφραστεί με τα χείλη του ποιητή, προκειμένου να δηλώσει τα θλιβερά που ταλανίζουν τον ανθρώπινο βίο, μα και τις στιγμές εκπληκτικής ευδαιμονίας που βιώνουν οι άνθρωποι, όπως και την ασύγκριτη ομορφιά με την οποία έχει ο Δημιουργός κοσμήσει τη φύση. Η σιωπή του ουρανού που γνωρίζει καθετί που συμβαίνει και έχει, συνάμα, το προνόμιο να βλέπει όχι μόνο τον πόνο, αλλά και την αρετή των ανθρώπων, αναζητά τρόπο και μέσο για να αποτυπώσει τον θαυμασμό ή την οδύνη που συγκρατεί για χρόνια και για αιώνες.
Τα χείλη του ποιητή είναι αυτά που έχουν το εξαιρετικό προνόμιο να εκφέρουν τα όσα γνωρίζει ο ουρανός και τα όσα θέλει να μοιραστεί με τους ανθρώπους, πιθανά για να τους παρηγορήσει και για να μοιραστεί μαζί τους την κρυμμένη ομορφιά που βρίσκεται ολόγυρά τους.
 
«Δεν ξέρω
αν τις λέξεις μου -άχτιστες όπως τις πέτρες-
τις διακίνησε ο Κόσμος κι έχτισε φως.»   
 
Το ποιητικό υποκείμενο, πάντως, επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί έτι περαιτέρω από το τελικό αποτέλεσμα του ποιητικού του έργου, για να τονίσει ακόμη πιο εμφατικά πως αυτό δημιουργήθηκε όχι μόνο με τη συνδρομή πολλών «φωνών», αλλά και πως πιθανά έλαβε την τελική του μορφή με τη βοήθεια του Κόσμου (είτε ο Κόσμος νοηθεί ως το σύμπαν είτε ως το σύνολο των ανθρώπων που έγιναν αποδέκτες των λέξεων του ποιητή). Με έκφραση άγνοιας κλείνει, λοιπόν, το ποιητικό υποκείμενο το ποίημά του, επισημαίνοντας με μια παρομοίωση πως «τις λέξεις» του -τις ατελείς κάποτε ποιητικές του συνθέσεις- ίσως ήταν ο Κόσμος που τις διακίνησε άχτιστες ακόμη, «όπως τις πέτρες», και κατόρθωσε να χτίσει μέσω αυτών «φως». Μια ιδιαίτερη μεταφορά μέσω της οποίας το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να εκφράσει το τελικό αποτέλεσμα που είχε -ακούσια ή εκούσια- το έργο του. Πέρασε στα χέρια του Κόσμου και οδήγησε στη δημιουργία «φωτός», στη δημιουργία ενός θετικού και αισιόδοξου τελικού μηνύματος, στο πλαίσιο του οποίου το αγαθό, η καλοσύνη και η ελπίδα βαρύνουν περισσότερο από τον πόνο και τη θλίψη.