Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Λατινικά: Κλίση ρήματος metuo (Γ΄ Συζυγία)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Studio Grafiikka 
 
Λατινικά: Κλίση ρήματος metuo (Γ΄ Συζυγία)
 
metuo - metui - metutum - metuere (φοβάμαι)
 
Ενεργητική Φωνή
Οριστική
Ενεστώτας: metuo, metuis, metuit, metuimus, metuitis, metuunt
Παρατατικός: metuebam, metuebas, metuebat, metuebamus, metuebatis, metuebant
Μέλλοντας: metuam, metues, metuet, metuemus, metuetis, metuent
Παρακείμενος: metui, metuisti, metuit, metuimus, metuistis, metuerunt / metuere
Υπερσυντέλικος: metueram, metueras, metuerat, metueramus, metueratis, metuerant
Συντελεσμένος Μέλλοντας: metuero, metueris, metuerit, metuerimus, metueritis, metuerint
 
Υποτακτική
Ενεστώτας: metuam, metuas, metuat, metuamus, metuatis, metuant
Παρατατικός: metuerem, metueres, metueret, metueremus, metueretis, metuerent
Μέλλοντας: metuturus-a-um sim-sis-sit, metuturi-ae-a simus-sitis-sint
Παρακείμενος: metuerim, metueris, metuerit, metuerimus, metueritis, metuerint
Υπερσυντέλικος: metuissem, metuisses, metuisset, metuissemus, metuissetis, metuissent
 
Προστακτική
Ενεστώτας: ---, metue, ---, ---, metuite, ---
Μέλλοντας: ---, metuito, metuito, ---, metuitote, metuunto
 
Απαρέμφατο
Ενεστώτα: metuere
Μέλλοντας: metuturum-am-um esse, metuturos-as-a esse
Παρακείμενος: metuisse
 
Μετοχή
Ενεστώτα: metuens, metuentis
Μέλλοντας: metuturus, metutura, metuturum
 
Γερούνδιο
---, metuendi, metuendo, metuendum, metuendo
 
Σουπίνο
Αιτιατική: metutum
Αφαιρετική: metutu
 
Παθητική Φωνή
 
Οριστική
Ενεστώτας: metuor, metueris / metuere, metuitur, metuimur, metuimini, metuuntur
Παρατατικός: metuebar, metuebaris / metuebare, metuebatur, metuebamur, metuebamini, metuebantur
Μέλλοντας: metuar, metueris / metuerere, metuetur, metuemur, metuemini, metuentur
Παρακείμενος: metutus-a-um sum-es-est, metuti-ae-a sumus-estis-sunt
Υπερσυντέλικος: metutus-a-um eram-eras-erat, metuti-ae-a eramus-eratis-erant
Συντελεσμένος Μέλλοντας: metutus-a-um ero-eris-erit, metuti-ae-a erimus-eritis-erunt
 
Υποτακτική
Ενεστώτας: metuar, metuaris / metuare, metuatur, metuamur, metuamini, metuantur
Παρατατικός: metuerer, metuereris / metuerere, metueretur, metueremur, metueremini, metuerentur
Μέλλοντας: -----
Παρακείμενος: metutus-a-um sim-sis-sit, metuti-ae-a simus-sitis-sint
Υπερσυντέλικος: metutus-a-um essem-esses-esset, metuti-ae-a essemus-essetis-essent
 
Προστακτική
Ενεστώτας: ---, metuere, ---, ---, metuimini, ---
Μέλλοντας: ---, metuitor, metuitor, ---, ---, metuuntor
 
Απαρέμφατο
Ενεστώτα: metui
Μέλλοντας: metutum iri
Παρακείμενος: metutum-am-um esse, metutos-as-a esse
Συντελεσμένος Μέλλοντας: metutum-am-um fore, metutos-as-a fore
 
Μετοχή
Παρακειμένου: metutus, metuta, metutum
 
Γερουνδιακό
metuendus, metuenda, metuendum
 

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «παροτρύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Marion Rose

 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «παροτρύνω»

Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
παροτρύνω, παροτρύνεις, παροτρύνει, παροτρύνουμε, παροτρύνετε, παροτρύνουν (ή παροτρύνουνε)
Υποτακτική
να παροτρύνω, να παροτρύνεις, να παροτρύνει, να παροτρύνουμε, να παροτρύνετε, να παροτρύνουν (ή να παροτρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: παρότρυνε – β΄ πληθυντικό: παροτρύνετε
Μετοχή
παροτρύνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
παρότρυνα, παρότρυνες, παρότρυνε, παροτρύναμε, παροτρύνατε, παρότρυναν ή παροτρύνανε
 
Αόριστος
Οριστική
παρότρυνα, παρότρυνες, παρότρυνε, παροτρύναμε, παροτρύνατε, παρότρυναν ή παροτρύνανε
Υποτακτική
να παροτρύνω, να παροτρύνεις, να παροτρύνει, να παροτρύνουμε, να παροτρύνετε, να παροτρύνουν (ή να παροτρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: παρότρυνε – β΄ πληθυντικό: παροτρύνετε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνω, θα παροτρύνεις, θα παροτρύνει, θα παροτρύνουμε, θα παροτρύνετε, θα παροτρύνουν (ή θα παροτρύνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνω, θα παροτρύνεις, θα παροτρύνει, θα παροτρύνουμε, θα παροτρύνετε, θα παροτρύνουν (ή θα παροτρύνουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω παροτρύνει, θα έχεις παροτρύνει, θα έχει παροτρύνει, θα έχουμε παροτρύνει, θα έχετε παροτρύνει, θα έχουν(ε) παροτρύνει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω παροτρύνει, έχεις παροτρύνει, έχει παροτρύνει, έχουμε παροτρύνει, έχετε παροτρύνει, έχουν(ε) παροτρύνει
Υποτακτική
να έχω παροτρύνει, να έχεις παροτρύνει, να έχει παροτρύνει, να έχουμε παροτρύνει, να έχετε παροτρύνει, να έχουν(ε) παροτρύνει
Μετοχή
έχοντας παροτρύνει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα παροτρύνει, είχες παροτρύνει, είχε παροτρύνει, είχαμε παροτρύνει, είχατε παροτρύνει, είχαν(ε) παροτρύνει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
παροτρύνομαι, παροτρύνεσαι, παροτρύνεται, παροτρυνόμαστε, παροτρύνεστε, παροτρύνονται
Υποτακτική
να παροτρύνομαι, να παροτρύνεσαι, να παροτρύνεται, να παροτρυνόμαστε, να παροτρύνεστε, να παροτρύνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: παροτρύνεστε
Μετοχή
παροτρυνόμενος, παροτρυνόμενη, παροτρυνόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
παροτρυνόμουν, παροτρυνόσουν, παροτρυνόταν, παροτρυνόμαστε, παροτρυνόσαστε, παροτρύνονταν
(& παροτρυνόμουνα, παροτρυνόσουνα, παροτρυνότανε, παροτρυνόμασταν, παροτρυνόσασταν, παροτρυνόντουσαν ή παροτρυνόντανε)
 
Αόριστος
Οριστική
παροτρύνθηκα, παροτρύνθηκες, παροτρύνθηκε, παροτρυνθήκαμε, παροτρυνθήκατε, παροτρύνθηκαν ή παροτρυνθήκανε
Υποτακτική
να παροτρυνθώ, να παροτρυνθείς, να παροτρυνθεί, να παροτρυνθούμε, να παροτρυνθείτε, να παροτρυνθούν ή να παροτρυνθούνε
Προστακτική
β΄ ενικό: παροτρύνσου – β΄ πληθυντικό: παροτρυνθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνομαι, θα παροτρύνεσαι, θα παροτρύνεται, θα παροτρυνόμαστε, θα παροτρύνεστε, θα παροτρύνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρυνθώ, θα παροτρυνθείς, θα παροτρυνθεί, θα παροτρυνθούμε, θα παροτρυνθείτε, θα παροτρυνθούν ή θα παροτρυνθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω παροτρυνθεί, θα έχεις παροτρυνθεί, θα έχει παροτρυνθεί, θα έχουμε παροτρυνθεί, θα έχετε παροτρυνθεί, θα έχουν(ε) παροτρυνθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω παροτρυνθεί, έχεις παροτρυνθεί, έχει παροτρυνθεί, έχουμε παροτρυνθεί, έχετε παροτρυνθεί, έχουν(ε) παροτρυνθεί
Υποτακτική
να έχω παροτρυνθεί, να έχεις παροτρυνθεί, να έχει παροτρυνθεί, να έχουμε παροτρυνθεί, να έχετε παροτρυνθεί, να έχουν(ε) παροτρυνθεί
Μετοχή
παροτρυμένος, παροτρυμένη, παροτρυμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα παροτρυνθεί, είχες παροτρυνθεί, είχε παροτρυνθεί, είχαμε παροτρυνθεί, είχατε παροτρυνθεί, είχαν(ε) παροτρυνθεί
 

Αδίδακτο Κείμενο: Λυσίας, Επιτάφιος τοις Κορινθίων βοηθοίς (69-72) [Μετάφραση και συντακτική ανάλυση]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ron Brown 

 
Αδίδακτο Κείμενο: Λυσίας, Επιτάφιος τοις Κορινθίων βοηθοίς (69-72) [Μετάφραση και συντακτική ανάλυση]
 
Κείμενο: πιτάφιος τος Κορινθίων βοηθος
[69] κενοις μέν ον οτω διακειμνοις βος οκτρός καί θνατος εκτς· οτοι δ κα ζντες κα ποθανντες ζηλωτο, παιδευθντες μέν ν τος τν προγνων γαθος, νδρες δ γενμενοι τν τε κενων δξαν διασσαντες καί τήν ατν ρετήν πιδεξαντες. [70] Πολλν μέν γάρ καί καλν ατιοι γεγνηνται τ αυτν πατρδι, πηνρθωσαν δέ τά φ’ τρων δυστυχηθντα, πρρω δ’ π τς ατν τόν πλεμον κατστησαν. τελετησαν δέ τόν βον, σπερ χρή τούς γαθούς ποθνσκειν, τ μέν γάρ πατρδι τά τροφεα ποδντες, τος δ θρψασι λπας καταλιπντες. [71] στε ξιον τος ζσι τοτους ποθεν καί σφς ατούς λοφρεσθαι καί τούς προσκοντας ατν λεεν το πιλοπου βου. Τς γάρ ατος τι δονή καταλεπεται τοιοτων νδρν θαπτομνων, ο πντα περί λττονος τς ρετς γομενοι ατούς μέν πεστρησαν βου, χρας δέ γυνακας ποησαν, ρφανούς δέ τούς ατν παδας πλιπον, ρμους δ’ δελφούς καί πατρας καί μητρας κατστησαν; [72] Πολλν δέ καί δεινν παρχντων τούς μέν παδας ατν ζηλ, τι νετερο εσιν στε εδναι οων πατρων στρηνται, ξ ν δ’ οτοι γεγνασιν, οκτερω, τι πρεσβτεροι στε πιλαθσθαι τς δυστυχας τς αυτν.
 
Μετάφραση
Για εκείνους, λοιπόν, επειδή βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση, η ζωή ήταν άθλια και ο θάνατος επιθυμητός. Αυτοί, όμως, και όσο ζούσαν και αφού πέθαναν είναι αξιοζήλευτοι, διότι διαπαιδαγωγήθηκαν με τις αξίες των προγόνων, κι όταν ενηλικιώθηκαν διαφύλαξαν τη δόξα εκείνων και ανέδειξαν τη δική τους προσωπική αρετή. Διότι, συνάμα, υπήρξαν αίτιοι πολλών και καλών για την πατρίδα τους, επανόρθωσαν τα λάθη που έγιναν από άλλους, και απομάκρυναν τον πόλεμο από τη δική τους πατρίδα. Τελείωσαν τη ζωή τους, όπως πρέπει να πεθαίνουν οι γενναίοι άνδρες, ανταποδίδοντας στην πατρίδα τους όσα δαπάνησε γι’ αυτούς και αφήνοντας θλίψη σε εκείνους που τους ανέθρεψαν. Αξίζει, επομένως, στους επιζώντες να ποθούν αυτούς και να θρηνούν τους εαυτούς τους και να λυπούνται τους συγγενείς εκείνων για το υπόλοιπο της ζωής τους. Γιατί ποια ευχαρίστηση απομένει σε αυτούς, όταν ενταφιάζονται τέτοιοι άνδρες, οι οποίοι αφού θεώρησαν καθετί ως λιγότερο σημαντικό από την αρετή, στέρησαν τη ζωή από τον εαυτό τους, έκαναν χήρες τις γυναίκες τους, άφησαν τα παιδιά τους ορφανά, και έφεραν μοναξιά στους αδερφούς, στους πατεράδες και στις μητέρες τους; Αν και υπάρχουν πολλά και άσχημα για τα παιδιά τους, εγώ τα ζηλεύω, διότι είναι νεότερα, ώστε να μπορούν να καταλάβουν τι είδους πατεράδες στερήθηκαν. Λυπάμαι, όμως, εκείνους από τους οποίους γεννήθηκαν, διότι είναι μεγαλύτεροι, ώστε να είναι σε θέση να ξεχάσουν τη δυστυχία τους.
 
Συντακτική ανάλυση
 
κενοις μέν ον οτω διακειμνοις βος οκτρός καί θνατος εκτς
Κύρια πρόταση
εσί: Ρήμα (εννοείται). βος κα θνατος: Υποκείμενα ρήματος. οκτρός: Κατηγορούμενο στο βίος. εκτς: Κατηγορούμενο στο θάνατος. οτω: Επιρρηματικός προσδιορισμός τρόπου. διακειμνοις: Αιτιολογική μετοχή. κενοις: Δοτική προσωπική του ενεργούντος προσώπου (λόγω ενεργητικής σύνταξης του ρηματικού επιθέτους εκτς) και Υποκείμενο μετοχής.
 
οτοι δε καί ζντες καί ποθανντες ζηλωτο, παιδευθντες μέν ν τος τν προγνων γαθος, νδρες δε γενμενοι τν τε κενων δξαν διασσαντες καί τήν ατν ρετήν πιδεξαντες
Κύρια πρόταση
εσί: Ρήμα (εννοείται). οτοι: Υποκείμενο ρήματος. ζηλωτοί: Κατηγορούμενο του υποκειμένου. ζντες καί ποθανντες: Χρονικές μετοχές, συνημμένες στο υποκείμενο του ρήματος. παιδευθντες: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο ρήματος. ν τος γαθος: Εμπρόθετος προσδιορισμός του μέσου. τν προγνων: Γενική κτητική. γενόμενοι: Χρονική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. νδρες: Κατηγορούμενο στο υποκείμενο της μετοχής. διασσαντες: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. την δόξαν: Αντικείμενο της μετοχής. κενων: Γενική κτητικό στο δόξαν. πιδεξαντες: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. τήν ρετήν: Αντικείμενο της μετοχής. ατν: Γενική κτητική στο ρετήν.
 
πολλν μεν γάρ καί καλν ατιοι γεγνηνται τ αυτν πατρδι
Κύρια πρόταση
γεγένηνται: Ρήμα. οτοι: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). ατιοι: Κατηγορούμενο του υποκειμένου. πολλν καί καλν: Γενικές αντικειμενικές στο ατιοι. τ πατρδι: Δοτική προσωπική χαριστική. αυτν: Γενική κτητική.
 
πηνρθωσαν δε τά φ’ τρων δυστυχηθντα
Κύρια πρόταση
πηνρθωσαν: Ρήμα. οτοι: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). τά δυστυχηθντα: Αντικείμενο ρήματος (επιθετική μετοχή). φ’ τρων: Εμπρόθετος ποιητικού αιτίου.
 
πρρω δ’ πό τς ατν τόν πλεμον κατστησαν
Κύρια πρόταση
κατστησαν: Ρήμα. οτοι: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). τον πόλεμον: Αντικείμενο του ρήματος. πόρρω: Επιρρηματικός προσδιορισμός τόπου. πό τς (εννοείται: πατρίδος): Εμπρόθετος προσδιορισμός της απομάκρυνσης. ατν: Γενική κτητική.

τελετησαν δε τόν βον τ μέν γάρ πατρδι τά τροφεα ποδντες, τος δέ θρψασι λπας καταλιπντες
Κύρια πρόταση
τελετησαν: Ρήμα. οτοι: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). τόν βον: Αντικείμενο ρήματος. ποδντες: Τροπική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. τά τροφεα: Άμεσο αντικείμενο μετοχής. τ πατρδι: Έμμεσο αντικείμενο μετοχής. καταλιπόντες: Τροπική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. λύπας: Άμεσο αντικείμενο μετοχής. τος θρψασι: Έμμεσο αντικείμενο μετοχής.
 
σπερ χρή τούς γαθούς ποθνσκειν,
Δευτερεύουσα αναφορική παραβολική τρόπου
χρή: Ρήμα. ποθνσκειν: Τελικό απαρέμφατο, υποκείμενο απρόσωπου ρήματος. τούς γαθούς: Υποκείμενο απαρεμφάτου (σε αιτιατική λόγω αναγκαστικής ετεροπροσωπίας).
 
στε ξιον τος ζσι τοτους ποθεν καί σφς ατούς λοφρεσθαι καί τούς προσκοντας ατν λεεν το πιλοπου βου
Κύρια πρόταση
ξιον (στί): Απρόσωπη έκφραση. τος ζσι: Δοτική προσωπική (λόγω απρόσωπης σύνταξης). ποθεν: Υποκείμενο απρόσωπης έκφρασης, τελικό απαρέμφατο. τούς ζντας: Υποκείμενο απαρεμφάτου (εννοείται σε αιτιατική από τη δοτική προσωπική). τούτους: Αντικείμενο απαρεμφάτου. λοφρεσθαι: Υποκείμενο απρόσωπης έκφρασης, τελικό απαρέμφατο. τούς ζντας: Υποκείμενο απαρεμφάτου (εννοείται σε αιτιατική από τη δοτική προσωπική). σφς ατούς: Αντικείμενο απαρεμφάτου. λεεν: Υποκείμενο απρόσωπης έκφρασης, τελικό απαρέμφατο. τούς ζντας: Υποκείμενο απαρεμφάτου (εννοείται σε αιτιατική από τη δοτική προσωπική). τούς προσκοντας: Αντικείμενο απαρεμφάτου. ατν: Γενική κτητική. το βου: Γενική χρόνου (χρονική έκταση). πιλοπου: Επιθετικός προσδιορισμός στο βου.
 
τς γρ ατος τι δονή καταλεπεται τοιοτων νδρν θαπτομνων
Κύρια πρόταση
καταλεπεται: Ρήμα. δονή: Υποκείμενο ρήματος. ατος: Αντικείμενο ρήματος. τίς: Επιθετικός προσδιορισμός στο δονή. τι: Επιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου. θαπτομνων: Χρονική μετοχή, γενική απόλυτη. νδρν: Υποκείμενο μετοχής. τοιοτων: Επιθετικός προσδιορισμός στο νδρν.
 
ο πντα περί λττονος τς ρετς γομενοι ατούς μέν πεστρησαν βου
Δευτερεύουσα αναφορική πρόταση
πεστρησαν: Ρήμα. ο: Υποκείμενο ρήματος. ατούς: Άμεσο αντικείμενο ρήματος. βίου: Έμμεσο αντικείμενο ρήματος. γομενοι: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. πάντα: Αντικείμενο μετοχής. περί λττονος: Εμπρόθετος προσδιορισμός της αξίας. τς ρετς: Γενική συγκριτική.
 
χρας δ γυνακας ποησαν
Δευτερεύουσα αναφορική πρόταση
ποησαν: Ρήμα. ο: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). γυνακας: Αντικείμενο ρήματος. χήρας: Κατηγορούμενο του αντικειμένου.
 
ρφανούς δε τούς ατν παδας πλιπον
Δευτερεύουσα αναφορική πρόταση
πλιπον: Ρήμα. ο: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). τούς παδας: Αντικείμενο ρήματος. ρφανούς: Κατηγορούμενο αντικειμένου. ατν: Γενική κτητική.
 
ρμους δ’ δελφούς καί πατρας καί μητρας κατστησαν
Δευτερεύουσα αναφορική πρόταση
κατστησαν: Ρήμα. ο: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). δελφούς καί πατρας καί μητρας: Αντικείμενα ρήματος. ρμους: Κατηγορούμενο αντικειμένων.
 
πολλν δέ καί δεινν παρχντων τούς μέν παδας ατν ζηλ
Κύρια πρόταση
ζηλ: Ρήμα. γώ: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). τούς παδας: Αντικείμενο ρήματος. ατν: Γενική κτητική. παρχντων: Εναντιωματική μετοχή, γενική απόλυτη. πολλν καί δεινν: Υποκείμενα μετοχής.
 
τι νετερο εσιν
Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση
εσιν: Ρήμα. ο παδες: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). νεώτεροι: Κατηγορούμενο υποκειμένου.
 
στε εδναι
Δευτερεύουσα συμπερασματική (απαρεμφατική) πρόταση
εδναι: Απαρέμφατο σε θέση ρήματος. τούς παδας: Υποκείμενο απαρεμφάτου (εννοείται). Ως αντικείμενο λειτουργεί η πλάγια ερωτηματική πρόταση που ακολουθεί.
 
οων πατρων στρηνται
Δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική, αντικείμενο του απαρεμφάτου εδναι
στρηνται: Ρήμα. ο παδες: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). πατέρων: Αντικείμενο ρήματος. οων: Επιθετικός προσδιορισμός στο πατρων. 
 
ξ ν δ’ οτοι γεγνασιν
Δευτερεύουσα αναφορική πρόταση
γεγόνασιν: Ρήμα. οτοι: Υποκείμενο ρήματος. ξ ν: Εμπρόθετος προσδιορισμός καταγωγής.
 
οκτερω
Κύρια πρόταση
οκτερω: Ρήμα. γώ: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). τούτους: Αντικείμενο ρήματος (εννοείται).
 
τι πρεσβτεροι
Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση
εσιν: Ρήμα (εννοείται). οτοι: Υποκείμενο ρήματος. πρεσβύτεροι: Κατηγορούμενο υποκειμένου.
 
στε πιλαθσθαι τς δυστυχας τς αυτν
Δευτερεύουσα συμπερασματική (απαρεμφατική) πρόταση
πιλαθσθαι: Απαρέμφατο σε θέση ρήματος. τούτους: Υποκείμενο απαρεμφάτου (εννοείται). τς δυστυχας: Αντικείμενο απαρεμφάτου. τς αυτν: Επιθετικός προσδιορισμός του αντικειμένου.