Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ομιλία του Ε. Βενιζέλου για τους Βαλκανικούς και τον Α΄ Παγκόσμιο (2ο μέρος)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ομιλία του Ε. Βενιζέλου για τους Βαλκανικούς και τον Α΄ Παγκόσμιο (2ο μέρος)
 
ΑΓΟΡΕΥΣΙΣ ΚΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ  
Προέδρου της Κυβερνήσεως  
Συνεδρίασις της 13 Αυγούστου 1917.  
 
Κατάπτωσις του πολιτεύματος. 
     Κύριοι! Μετά τους κόπους, τους εκ της μακράς παραμονής εις την αρχήν επί πέντε έτη και τας συγκινήσεις των πολέμων, ότε είχον ανάγκην μικράς αναπαύσεως εξέδραμον εις Σπέτσας μετά την αποχώρησιν εκ της αρχής και όταν επέστρεψα είχεν εκδοθή αστυνομική διαταγή να μη επιτραπή η αποβίβασις εις Πειραιά εις τον χθεσινόν Πρωθυπουργόν και εδέησε ν’ αποβιβασθώ εις το Φάληρον. Ολίγας ημέρας ύστερον ετελείτο η Εθνική εορτή και ο ίδιος Πρωθυπουργός, όστις έπρεπε να παραστή εις την Εθνικήν εορτήν και ο οποίος έπρεπε να καταλάβη την κεκανονισμένην θέσιν εν αυτή, δεν ηδυνήθη να μεταβή εις αυτήν και εξεπολιόρκησαν και τον οίκον του. Αυτή ήτο η κατάπτωσις του πολιτεύματος, ήτις ήτο εμφανής έκτοτε. Οπωσδήποτε δεν ετολμάτο ακόμη εκ του εμφανούς πλήρης παραβίασις του πολιτεύματος και, αν παρετάθησαν προθεσμίαι τινές συνταγματικαί, τούτο ισχυρίζονται ότι έγινε δια την μη ύπαρξιν εκλογικών καταλόγων· δεν θέλω να πολυπραγμονήσω επί του πράγματος.
     Αι εκλογαί διεξήχθησαν τέλος την 31ην Μαΐου, γνωρίζετε υπό ποίας περιστάσεις. Γνωρίζετε ότι ο Αρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων ηναγκάσθη ν’ αποχωρήση του αγώνος, γνωρίζετε ότι εις όλην την Ελλάδα εξαπελύθησαν οι πράκτορες της Αυλής, θέτοντες το ζήτημα μεταξύ Βασιλέως και Βενιζέλου, μεταξύ πολέμου και ειρήνης. Και όμως, ενώ αι εκλογαί διεξήχθησαν εν απουσία εμού, ο λαός απεδοκίμαζε τον πρώτον Σωτήρα και ενέκρινε την πολιτικήν μου και επανέφερε το κόμμα των Φιλελευθέρων με 123 βουλευτάς εκ των 184 βουλευτών της Παλαιάς Ελλάδος. Χωρίζω την Παλαιάν Ελλάδα από της Νέας διότι γνωρίζετε τι έγινεν εις την Μακεδονίαν υπό του χερσαίου ναυάρχου, εις ον ανετέθη να μαγειρεύση τας εν Μακεδονία εκλογάς και όστις ωργάνωσεν αυτάς δι’ ανηκούστων επεμβάσεων κατά τοιούτον τρόπον, ώστε, ενώ όλοι οι έντιμοι άνθρωποι δύνανται να βεβαιώσωσιν ότι, εάν τας εκλογάς τας έκαμνε το κόμμα των Φιλελευθέρων εν πλήρει αμεροληψία, το κόμμα τούτο θα κατήγαγε πλήρη θρίαμβον εν Μακεδονία, δεν κατώρθωσε να περισώση εκεί παρά 4 μόνον βουλευτάς εκ των 78. Οπωσδήποτε εκ του όλου αριθμού των 310 βουλευτών το κόμμα των Φιλελευθέρων επέτυχεν 184 εν όλω έδρας, απέναντι 126 εδρών ας εκέρδισαν όλα ομού τα αντίθετα κόμματα. Το αποτέλεσμα αυτό εζητήθη να παρασταθή ως μία απόδειξις ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων είχεν ελαττωτέραν πλειοψηφίαν παρά πριν.
     Και το μεν τούτο, εάν κατωρθώθη υπό τοιούτους όρους δια παραβιάσεως του Συντάγματος, δια τοιαύτης εκμεταλλεύσεως κάθε πράγματος, εάν κατωρθώθη ν’ αποδειχθή ότι η πλειοψηφία δεν ήτο τόσον μεγάλη όσον προ τριετίας, τι σημαίνει αράγε τούτο; μήπως δια τούτου η επιβολή της πλειοψηφίας ήτο ολιγώτερον ενδεδειγμένη; μήπως ο Βασιλεύς ηδύνατο να αναλάβη εμφανέστερον πλέον το πρόσωπον μονάρχου, στηριζόμενος εις το ότι επέτυχε δια της πρώτης διαλύσεως να υποβιβάση την πλειοψηφίαν των Φιλελευθέρων, και ελπίζων να επιτύχη περαιτέρω υποβιβασμόν αυτής δια δευτέρας διαλύσεως και περαιτέρω δια τρίτης και ούτω καθεξής; (Ιλαρότης). Αλλά, Κύριοι, αι εκλογαί διεξάγονται, το κόμμα των Φιλελευθέρων θριαμβεύει και όμως οι αποδοκιμασθέντες πολιτικοί, η αποδοκιμασθείσα Κυβέρνησις δεν σπεύδει να καταλίπη την αρχήν, αποφεύγουσα τας ευθύνας τας οποίας επεσσώρευσεν εφ’ εαυτής, αλλά μένει εις την αρχήν καθ’ όλον τον Ιούλιον και μέχρι της 10ης Αυγούστου. Παραμένει εις την αρχήν 70 ημέρας μετά τας εκλογάς.
ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ραδιουργούσα και εξαγοράζουσα τους βουλευτάς.
Το πρόσχημα της ασθενείας του Βασιλέως.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Και όταν εζητούμεν να λειτουργήση το πολίτευμα απομακρυνομένης της αρχής της αποδοκιμασθείσης Κυβερνήσεως, μας επρόβαλλαν ότι ο Βασιλεύς εκινδύνευε ν’ αποθάνη εάν εκάλει εις την αρχήν τον αρχηγόν των Φιλελευθέρων και υπεβάλλετο εις τον κόπον να συζητήση μετ’ αυτού τα της πολιτικής καταστάσεως. Εις ταύτα ημείς απηντώμεν ότι το Σύνταγμα προενόησε περί της περιπτώσεως, επιτρέπον την σύστασιν Αντιβασιλείας. Αλλά οι σωτήρες και παρασωτήρες και όλοι οι αυλόδουλοι, οι οποίοι ενήργουν εις την καταπάτησιν του πολιτεύματος και εις την εγκαθίδρυσιν της τυραννίδος εν Ελλάδι, όλοι εξηγέρθησαν, και αυτός ο ταραξίας αναρχικός, ο χθες αγορεύσας εξ Αττικής βουλευτής, έφθασε να δώση συνέντευξιν, κατά την οποίαν ωνόμασεν ανίερον και βλάσφημον σκέψιν την αξίωσιν ημών περί λειτουργίας του πολιτεύματος δια της συστάσεως Αντιβασιλείας προς λύσιν του κυβερνητικού ζητήματος και εχαρακτήρισε περαιτέρω την αξίωσιν ταύτην ως ανευλαβές, ανόσιον, απρεπές και άνανδρον κίνημα. Και ενθυμείσθε, Κύριοι, την γλώσσαν του τότε Κυβερνητικού και Αυλικού τύπου. Άνευ τινός περικαλύμματος έγραφεν: «ο Βενιζέλος δεν δύναται να κληθή, διότι η πολιτική του δεν εγκρίνεται υπό του Βασιλέως», και άνθρωποι αξιούντες να θεωρώνται πολιτικοί και κοινοβουλευτικοί έμειναν εις τα εδώλια των υπουργών και άλλοι εζήτουν να λάβουν αυτά και άλλοι περιέπαιζαν, όπως ο κ. Ράλλης, ταύτα, δια να εγγράψωσι προσημείωσιν εις την πρόσκλησίν των εις την αρχήν, δεχόμενοι να υβρίζεται ούτω ο λαός και το πολίτευμα να καταρρακούται. Δεν θα κληθή, έλεγαν, ο εκλεκτός της πλειοψηφίας, διότι ο Βασιλεύς, έχων άλλην γνώμην, δεν εννοεί να υποκύψη εις την γνώμην του Ελληνικού λαού. Τέλος την 10ην Αυγούστου η Κυβέρνησις των Φιλελευθέρων αναλαμβάνει και πάλιν την αρχήν, αφού εβολιδοσκοπήθησαν τα πράγματα και εθεωρήθη ότι τα αποτελέσματα της τότε Γερμανικής προπαγάνδας, της υπό τον βαρώνον Σενκ, εργαζόμενον υπό την προστασίαν, δυστυχώς – οφείλω να το είπω – την προστασίαν των τότε βασιλέων, εκρίθη, λέγω, ότι τα αποτελέσματα της τότε προπαγάνδας της Γερμανίας δεν ήσαν ακόμη τοιαύτα, ώστε να ενθαρρύνωσι τον Βασιλέα να ρίψη το χειρόκτιον κατά της κοινής γνώμης. Εθεώρησεν επικίνδυνον το Στέμμα εκείνην την εποχήν να μη με καλέση εις την αρχήν, γνωρίζον ότι ήμην έτοιμος να αναλάβω και πάλιν την ηγεσίαν του κόμματος των Φιλελευθέρων· δεν ετόλμησε να αντιμετωπίση τον αγώνα, με εκάλεσε λοιπόν την 10ην Αυγούστου και μοι ανέθεσε την αρχήν, αλλ’ όχι δια να συνεργασθή μετ’ εμού ειλικρινώς, όχι δια να μοι παράσχη την εκ της θέσεώς του επιβεβλημένην αρωγήν, αλλά δια να με επιβουλευθή.
     Εκαλούμην την 10ην Αυγούστου και εις τον Βασιλέα τότε εξέθετα την πολιτικήν μου και έλεγα, ότι φυσικά περί Δαρδανελλίων δεν πρέπει να γίνεται λόγος, επανερχόμεθα όμως εις την αρχικήν πολιτικήν και εμμένομεν εις τας βάσεις τας χαραχθείσας από της πρώτης στιγμής, κυριωτάτη των οποίων ήτο ότι δεν θα επιτρέψωμεν εις την Βουλγαρίαν να συντρίψη την Σερβίαν. Και ο Βασιλεύς ενέκρινε την πολιτικήν εκείνην και εγώ ηρχόμην εις την Βουλήν και έκαμνα σχετικάς δηλώσεις και ανεκοίνουν ως υπεύθυνος Κυβερνήτης της Χώρας και εις την Σερβίαν και εις τας άλλας Δυνάμεις, και τας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, ότι η πολιτική μου είναι αυτή και δεν θ’ ανεχθώ ουδεμίαν επίθεσιν της Βουλγαρίας κατά της Σερβίας. πρώτη απόδειξις της αντεθνικής ενεργείας. Αλλ’ ενώ ταύτα εγώ έλεγα και ταύτα διετύπουν ως επίσημον πολιτικήν του Κράτους, η Βουλγαρία και η Τουρκία και η Αυστρία και η Γερμανία εγνώριζον ότι η πολιτική της Ελλάδος είναι άλλη παρά εκείνην την οποίαν εξήγγειλεν ο υπεύθυνος Κυβερνήτης, ο έχων την εμπιστοσύνην της Χώρας και ο έχων την εμπιστοσύνην την φαινομενικήν του Στέμματος. Πριν η αναλάβη το κόμμα των Φιλελευθέρων και πάλιν την αρχήν, το Στέμμα εν γνώσει, δεν το έχω αποδεδειγμένον, αλλά το θεωρώ πιθανώτατον εκ πολλών λόγων του τότε Προέδρου της Κυβερνήσεως κ. Γούναρη, ο οποίος, αν και Πρόεδρος της φαινομενικής Κυβερνήσεως, ήτο και μέλος της εκ των παρασκηνίων δρώσης πραγματικής τοιαύτης, - το Στέμμα εν γνώσει του Προέδρου της φαινομενικής Κυβερνήσεως είχεν ανακοινώσει προς τας Δυνάμεις ταύτας, ότι αδιαφορεί πλέον δια την συνθήκην προς την Σερβίαν και αφίνει ελευθέραν την Βουλγαρίαν να επιπέση κατ’ αυτής και ότι εντεύθεν ουδένα κίνδυνον έχει να φοβήται η Βουλγαρία εις την εφαρμογήν της πολιτικής της, συνισταμένης εις την απόκτησιν της ηγεμονίας επί του Αίμου.
ΣΤΡΑΤΟΣ. Ουδέν μέλος της τότε Κυβερνήσεως εγίνωσκε τοιαύτην ανακοίνωσιν.
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δια τα άλλα μέλη πως το γνωρίζετε;
ΣΤΡΑΤΟΣ. Διασαφίζων την πληροφορίαν μου, δηλώ προς την Βουλήν ότι εις Υπουργικόν Συμβούλιον ουδέποτε ανεκοινώθη τοιούτόν τι παρά του τότε Προέδρου της Κυβερνήσεως, όστις πιθανόν να εγνώριζε τοιούτον διάβημα.
ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Είσθε οι γυρολόγοι,
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Επαναλαμβάνω να είπω ότι εκφράζω μίαν πεποίθησιν, δεν έχω αποδείξεις υλικάς. Πεποίθησιν όμως την οποίαν συγκομίζω εκ των σχέσεων αι οποίαι υπήρχον καθ’ όλον το διάστημα της Κυβερνήσεως εκείνης μεταξύ του Προέδρου αυτής και της πραγματικής Κυβερνήσεως, της δρώσης εκ των παρασκηνίων.
     Είναι αδύνατον να παραδεχθώ ότι ευρέθη εν αγνοία ο κ. Γούναρης προσωπικώς της ενεργείας αυτής. Έχομεν τηλεγράφημα του κ. Ψύχα εκ Βουκουρεστίου της 17 Ιουλίου, λέγον: «Ο Άγγλος συνάδελφός μου μοι είπεν ότι, κατά θετικάς πληροφορίας, η Γερμανία διεβεβαίωσε κατηγορηματικώς την Κυβέρνησιν της Σόφιας ότι η Ελληνική ουδετερότης είναι οριστικώς εξησφαλισμένη και εν περιπτώσει ακόμη επιθέσεως της Βουλγαρίας κατά της Σερβίας».
     Αλλά έχετε και την δήλωσιν του Ραδοσλαύωφ προς τους φίλους του της 13 Σεπτεμβρίου. Ο κ. Πανουργιάς, επιτετραμμένος, τηλεγραφεί εκ Νύσσης: «Ο υφυπουργός μοι είπε προ μικρού ότι ο εν Σόφια πρέσβυς τον πληροφορεί, ότι ο Ραδοσλαύωφ εδήλωσεν εσχάτως εις τους πολιτικούς φίλους του ότι η Βουλγαρία δεν έχει να φοβήται τίποτε, διότι έχει επισήμους διαβεβαιώσεις ότι η Ελλάς και η Ρουμανία θα μείνωσιν ουδέτεραι εν περιπτώσει κατά την οποίαν ήθελε προσβάλει η Βουλγαρία την Σερβίαν, ήτις προσβαλλομένη υπό της Γερμανίας και Αυστρίας θα μείνη απομεμονωμένη, πράγμα το οποίον θα επιτρέψη εις την Βουλγαρίαν να πραγματοποιήση τας βλέψεις της. Πρέσβυς Δυνάμεως εν Σόφια επεβεβαίωσεν εις τον πρέσβυν της Σερβίας την είδησιν ταύτην».
     Αλλά δεν είναι ταύτα μόνον. Βραδύτερον, ότε διεξήχθη η σχετική συζήτησις εν τη Βουλή ταύτη και κατηγόρησα την προκάτοχον Κυβέρνησιν ως δώσασαν την διαβεβαίωσιν ταύτην εις την Βουλγαρίαν, ο κ. Γούναρης δεν ανεγνώρισε μεν το πράγμα, αλλά και δεν το ημφισβήτησε κατηγορηματικώς.
     Βραδύτερον δε, ότε δια του «Κήρυκος» διεξήγαγον συζήτησιν περί τούτου προς τους αντιπάλους, το Εσπερινόν Νέον Άστυ, όργανον τότε του κ. Γούναρη, ρητώς ανεγνώρισεν ότι η Γερμανία και η Βουλγαρία εγνώριζον εκ των προτέρων ότι η Ελλάς ήτο αποφασισμένη να μη εφαρμόση την Ελληνοσερβικήν Συνθήκην.
     Αλλ’ ερωτώ, Κύριοι: Πως θα κριθή η πολιτική του Βασιλέως, ο οποίος μετά το επί τέλους ημέρας από της ενεργείας των εκλογών απεφάσισε ν’ απευθυνθή εις το κόμμα των Φιλελευθέρων και ν’ αναθέση εις αυτό την αρχήν, εζήτησε δε να μάθη το πρόγραμμα του κόμματος τούτου, το εμάνθανε και το επεδοκίμαζε, και απέκρυπτεν από αυτό ότι η επιδοκιμασία ήτο φαινομενική, και ότι όταν θα ήρχετο ο κόμπος εις το χτένι θα απεδεικνύετο ότι δεν υπάρχει συμφωνία; Πώς θα εκτιμήσετε την ενέργειαν αυτήν του τότε Βασιλέως;
Πολλοί Βουλευταί. Άτιμον.
Η υποστήριξις της Βουλγαρίας επί βλάβη της Ελλάδος.
     ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αλλά, Κύριοι, ασχέτως προς την ηθικήν εκτίμησιν της ενεργείας αυτής του τότε Βασιλέως απέναντι του Πρωθυπουργού του, σας ερωτώ: Η ενέργειά του αποτελεί, ή δεν αποτελεί, κουρέλιασμα εντελώς του πολιτεύματος, όταν ο Βασιλεύς πλέον, είτε μόνος, είτε εν συμπράξει μετά του Προέδρου της Κυβερνήσεως, της ήδη αποδοκιμασθείσης δια των εκλογών, προέρχεται εις δηλώσεις τοιαύτας πολιτικάς, αι οποίαι είναι αντίθετοι προς την γνωστήν πολιτικήν του κόμματος το οποίον προήλθεν εκ των εκλογών, και το οποίον έμελλε να εφαρμόση την πολιτικήν ταύτην; Αλλά δεν είναι μόνον η έλλειψις καλής πίστεως προς την Κυβέρνησιν, την οποίαν εκάλει ο Βασιλεύς, δεν είναι μόνον το κουρέλιασμα του πολιτεύματος, το οποίον αποτελούσι τοιαύται δηλώσεις, γενόμεναι μετά τας εκλογάς. Αλλ’ ερωτώ: Πώς θα κρίνετε την συμπεριφοράν αυτήν του Στέμματος απέναντι της συμμάχου Σερβίας; Αποτελεί τούτο, ή δεν αποτελεί, μίαν πράξιν προδοσίας προς την σύμμαχον ημών Σερβίαν; Τις υπήρχε λόγος εκ των προτέρων να διαβεβαιώσωμεν τας Κεντρικάς Δυνάμεις ότι δύνανται να συντρίψουν τον εν τη Βαλκανική σύμμαχον, με την πεποίθησιν ότι ημείς δεν θα αντιταχθώμεν; Και πώς θα εκτιμήσετε ακόμη την συμπεριφοράν του τότε Βασιλέως, όταν μετά την άνοδόν μου εις την αρχήν έρχεται ο πρεσβευτής της Σερβίας κ. Μπαλούγκιτς και μου ανακοινοί τηλεγράφημα του κ. Πάσιτς, ερωτώντος τίνα γνώμην θα είχομεν ημείς επί των σκέψεων, αι οποίαι επικρατούσιν εις τους στρατιωτικούς εν Σερβία κύκλους, όπως η Σερβία επωφεληθή το ανετοιμοπόλεμον και εισέλθη εις Βουλγαρίαν και προκαταλάβη την επιστράτευσιν αυτής, όταν, λέγω, ο πρεσβευτής της Σερβίας μού έκαμε την ερώτησιν και επεφυλάχθην να απαντήσω μετά συνεννόησιν προς τον Βασιλέα, τον βλέπω έπειτα τον Βασιλέα, του ανακοινώ το διάβημα του πρεσβευτού της Σερβίας, και μου λέγει ότι θεωρεί καλλίτερον να μη επιτεθούν οι Σέρβοι κατά των Βουλγάρων, διότι η συμμαχία μας ήτο αμυντική, και αν οι Σέρβοι ήθελον πρώτοι να επιτεθούν κατά των Βουλγάρων, τότε είναι ζήτημα αν ημείς υποχρεούμεθα να τους βοηθήσωμεν εις τοιούτον πόλεμον, πώς θα χαρακτηρίσετε αυτήν την πολιτικήν, όταν δίδωμεν τοιαύτην γνώμην ενώ συγχρόνως ειδοποιούμεν τον κοινόν εχθρόν, όπως επιπέση κατά του συμμάχου μας, τον οποίον κρατούμεν εν πλάνη, ενώ θα κατώρθωνεν ίσως να σωθή τουλάχιστον δια της απηλπισμένης εκείνης προληπτικής επιθέσεως κατά της Βουλγαρίας;  Εφ’ όσον, Κύριοι, η Ελλάς ηπείλει σταθερώς, όπως έπραττεν επί της Κυβερνήσεως των Φιλελευθέρων, και τουλάχιστον δια των φαινομένων δηλώσεων της διαδεχθείσης αυτήν Κυβερνήσεως μέχρι τινός χρόνου, εφ’ όσον η Ελλάς σταθερώς ενέμενεν εις την πολιτικήν αυτήν, ότι δεν θα επιτρέψη εις την Βουλγαρίαν να επιτεθή κατά της Σερβίας, η Βουλγαρία δεν ετόλμησε να επιτεθή.
     Δεν θέλω να ισχυρισθώ ότι, εάν η Βουλγαρία εγνώριζεν ότι θα αντεπιτεθώμεν κατ’ αυτής, δεν θα προέβαινεν ασφαλώς εις πόλεμον κατά της Σερβίας.
     Θέλω μόνον να διαβεβαιώσω υμάς, ότι είναι αληθής πεποίθησίς μου ότι η Βουλγαρία θα εδίσταζε παρά πολύ να το πράξη. 
     Αλλά ασχέτως του ποίαν γνώμην έχετε υμείς περί του πράγματος, σας ερωτώ: Ήτο, ή δεν ήτο, εις ανασταλτικός χαλινός κατά της επιθέσεως κατά της Σερβίας εκ μέρους της Βουλγαρίας ο φόβος ότι η Ελλάς ήθελεν επιτεθή κατά της Βουλγαρίας; 
     Τίνα λόγον είχομεν, αυτόν τον ανασταλτικόν χαλινόν, να τον αφαιρέσωμεν από την Βουλγαρίαν; 
     Επιτρέψαντες, Κύριοι, και διευκολύναντες την ανάμιξιν της Βουλγαρίας εις τον πόλεμον, όπως επιτεθή κατά της Σερβίας - έχω το δικαίωμα να το διακηρύξω από του βήματος αυτού, με όλην την επισημότητα της θέσεώς μου, κατεπροδίδομεν όχι απλώς την σύμμαχόν μας Σερβίαν, κατεπροδίδομεν τα Ελληνικά συμφέροντα, τα ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδος, και εξυπηρετούμεν μόνον τα καθαρώς ξένα, τα Γερμανικά συμφέροντα. (Χειροκροτήματα).  Αφίνοντες την Βουλγαρίαν να επιτεθή κατά της Σερβίας, καθιστώμεν τον όλεθρον της συμμάχου μας απολύτως βέβαιον.
     Και μόνον τούτο, το γεγονός της κατασυντριβής της Σερβίας, ήτο πλήγμα τεράστιον, πλήγμα μέγα κατά της Ελλάδος, διότι μόνον αν από της Βαλκανικής χερσονήσου έφευγεν η Σερβία, και χωρίς ν’ αλλοιωθούν οι άλλοι όροι των Βαλκανικών Κρατών, μόνη η συντριβή της Σερβίας ανέτρεπε την ισορροπίαν των δυνάμεων εν τη Βαλκανική και καθίστα την θέσιν της Ελλάδος απέναντι των άλλων δυνάμεων, και ιδία απέναντι του κληρονομικού ημών ανταπαιτητού, υποδεεστέραν. 
     Η ύπαρξις Σερβίας ισχυράς εν τη Βαλκανική χερσονήσω ήτο κεφάλαιον και Ελληνικόν, το οποίον κατά τοιούτον τρόπον επαίσχυντον κατεστρέψαμεν ημείς αυτοί. 
     Αλλ’ η ζημία των Ελληνικών συμφερόντων δεν ήτο αύτη μόνη, η προερχομένη εκ της κατασυντρίψεως της συμμάχου ημών Σερβίας.
     Ήτο και άλλη, θετική, προφανής, σαφής, προβάλλουσα καταπληκτικώς και εμφανώς εις κάθε ένα, ο οποίος δεν ήθελε να εθελοτυφλή.
     Καταστροφή της Σερβίας, συμπράξει της Βουλγαρίας, εξησφάλιζε την πραγματοποίησιν των μάλλον παραβόλων αξιώσεων της Βουλγαρίας επί της ηγεμονίας εις τον Αίμον.
     Κατασύντριψις της Σερβίας, συμπράξει της Βουλγαρίας, έδωκεν εις την Βουλγαρίαν, όπως γνωρίζετε ήδη, από δύο περίπου ετών δεκαέξ νέους νομούς και ογδοήκοντα επαρχίας, εις τας οποίας προσετέθησαν βραδύτερον οι νομοί Πρισρένης και Πριστίνης. Δεκαοκτώ εν όλω νομούς έδωκεν εις την Βουλγαρίαν, με την επιφύλαξιν των όσων θα δώση η Δοβρουτσά, ίσως και η Αλβανία, δι’ εξόδου εις την Αδριατικήν. 
     Και ερωτώ, Κύριοι Βουλευταί: Η ενέργεια αύτη του Στέμματος και των ανεπισήμων συμβούλων του, η ενέργεια αύτη όπως εξασφαλισθή η επίθεσις της Βουλγαρίας κατά της Σερβίας, ασχέτως προς την συμμετοχήν ημών εις τον πόλεμον, επετρέπετο;
Επετρέπετο να λεχθή εκ των προτέρων προς την Βουλγαρίαν ότι θα εμέναμεν αδιάφοροι;
Η πολιτική του Στέμματος ήτο πολιτική ευμενούς ουδετερότητος προς την Σερβίαν, ή πολιτική προδοσίας προς αυτήν;
Γενική φωνή. Προδοσίας. 
Πολιτική του Στέμματος: «Η Γερμανία υπέρ παν εν τω κόσμω» 
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Και ερωτώ: Ήτο εκείνη πολιτική Ελληνική, πολιτική Ελληνική έστω και φιλοβουλγαρίζουσα, ή ήτο πλέον καθαρώς πολιτική ξένη, πολιτική αντεθνική, πολιτική Βουλγαρική ή Γερμανική;
Τι υπεχρέου το Στέμμα, τι υπεχρέου τον έκπτωτον Βασιλέα να δώση την διαβεβαίωσιν αυτήν, πριν ακόμη γίνη η επίθεσις;
Ερωτώ, και εις την ερώτησίν μου, η οποία δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποίαν απευθύνεται προς τους υπαιτίους, ουδέποτε εδόθη απάντησις. 
     Διατί το έλεγαν εκ των προτέρων; Διατί να εξασφαλίσωμεν εκ των προτέρων την επίθεσιν εκ της Βουλγαρίας;
Και ερωτώ: Τι, επί τέλους, αντάλλαγμα έλαβαν δια την ατιμίαν αυτήν;
Που είναι, επί τέλους, τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας;
Ούτε τα ανταλλάγματα, Κύριοι, βλέπομεν, ούτε τ’ αργύρια της προδοσίας.
Το ελατήριον ήτο εν και μόνον: «Η Γερμανία υπέρ παν εν τω κόσμω τούτω».
Αυτό ήτο το μόνον ελατήριον, αυτή ήτο η πολιτική του Στέμματος την εποχήν εκείνην.
Η Γερμανία είχε συμφέρον να συντρίψη την Σερβίαν, δια ν’ αποκαταστήση την συγκοινωνίαν μετά της Τουρκίας.
Η Γερμανία εύρισκε πρόσκομμα και εις αυτήν την απειλήν, όχι μόνον εις την μετοχήν, αλλά και εις την απλήν απειλήν της Ελλάδος κατά της Βουλγαρίας, και έπρεπε το πρόσκομμα τούτο να το αφαιρέσωμεν, να το θέσωμεν εκποδών, μη δυνάμενοι και μη τολμώντες να ταχθώμεν φανερά προς το μέρος της Γερμανίας, διότι εφοβούμεθα εσωτερικήν εξέγερσιν και μας επτόουν τα τηλεβόλα του Αγγλογαλλικού στόλου. 
Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δεν είναι δυνατόν να επιτρέψετε εις τους πολιτικούς αντιπάλους να δώσωσιν εξηγήσεις επί του προκειμένου; 
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δεν υπάρχει κανείς δυστυχώς, ο οποίος ν’ αναλαμβάνη τας ευθύνας. 
Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δεν απευθύνεσθε εις εμέ. 
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δικαίω τω λόγω. 
Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Επιτρέψατέ μοι να εξακολουθήσω την παρατήρησιν. Αφ’ ου δεν δύνανται να δώσωσιν εξηγήσεις, διατί εξακολουθούν να έχουν την πολιτικήν την οποίαν έχουν;
ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ο κ. βουλευτής εξ Αιτωλοακαρνανίας, απαντών εις την πρόκλησιν του κ. Καφαντάρη, είπεν ότι ευρίσκεται εν τω δικαίω. 
ΣΤΡΑΤΟΣ. Όχι. Είπον, ότε ηρώτησα τον κ. Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, αν συγκαταλέγει και εμέ εις τους υπευθύνους της Κυβερνήσεως του 1915 και μοι είπεν όχι. 
ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Εγώ έχω αντίθετον γνώμην και λέγω προς τον κ. βουλευτήν εξ Αιτωλοακαρνανίας: δεν είσθε σεις εν τω δικαίω τω λόγω, διότι μη λησμονείτε ότι είσθε ο μόνος εν τη αιθούση ταύτη ο οποίος υπεστηρίξατε την παράδοσιν του Ρούπελ. 
ΣΤΡΑΤΟΣ. Απατάσθε. 
Αι δηλώσεις προς την Γερμανίαν. 
     ΕΛ.ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Υπό τοιαύτην, Κύριοι, κατάστασιν πραγμάτων, αγνοουμένην, φυσικά, παρ’ εμού, αποκρυπτομένην υπό του τότε Βασιλέως, αναλαμβάνω την αρχήν.
Σπεύδω, όπως είπα, να κάμω τας δηλώσεις μου εις την Βουλήν, να κάμω τας δηλώσεις μου εις την Σερβίαν και τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, αλλά σπεύδω να κάμω τας δηλώσεις μου και προς την Γερμανίαν, λέγων: «Η προϋπόθεσις ενδεχομένης επιθέσεως των συνδυασμένων Αυστρογερμανικών δυνάμεων κατά της Σερβίας δεν παύει να απασχολή ζωηρώς την Β. Κυβέρνησιν, λαμβανομένης υπ’ όψιν της επί μάλλον και μάλλον εκδηλουμένης προσεγγίσεως της Βουλγαρίας προς τας Κεντρικάς Αυτοκρατορίας.
Εάν η προσέγγισις αύτη είχεν ως μόνον αποτέλεσμα την εξασφάλισιν της ελευθέρας διόδου των Γερμανικών δυνάμεων δια της Βουλγαρίας, ουδένα λόγον θα είχομεν όπως ανησυχώμεν.
Αλλ’ εάν, επωφελουμένη της αφίξεως των Γερμανικών δυνάμεων, η Βουλγαρία επεχείρει να επιτεθή κατά της Σερβίας, δεν θα ηδυνάμεθα να παραμείνωμεν απαθείς ενώπιον του ενδεχομένου πιθανής συντριβής της συμμάχου μας παρά της Βουλγαρίας. Αφιεμένης κατά μέρος της εκτάσεως των εκ της συμμαχίας υποχρεώσεών μας, το ζωτικόν ημών συμφέρον μας επιβάλλει να πράξωμεν το παν όπως προλάβωμεν την Βουλγαρικήν νίκην, ης ακολούθως, θάττον ή βράδιον, θα είμεθα τα πρώτα θύματα.
     Η Γερμανική Κυβέρνησις θα έχη, αναμφιβόλως, προ οφθαλμών τα διάφορα ταύτα ενδεχόμενα, αποφασίζουσα την δια της Βουλγαρίας εκστρατείαν. Θα ήτο, εν τούτοις, καλόν να επωφεληθήτε καταλλήλου ευκαιρίας, ίνα εκθέσητε εκ νέου τας ιδέας ταύτας, ως προσωπικάς σας γνώμας, λέγοντες ότι αύται αντιπροσωπεύουσι το εν τη Χώρα επικρατούν φρόνημα. Νομίζομεν ότι η Γερμανική Κυβέρνησις δεν έχει συμφέρον να εκραγή Βαλκανικός πόλεμος και θα εξακολουθήση επιθυμούσα, όπως η Ελλάς μη εξέλθη της ουδετερότητος.
     Δυνάμεθα κατόπιν τούτου να ελπίζωμεν ότι, εν οιαδήποτε στιγμή, και εν η έτι περιπτώσει διωργανούτο η εκστρατεία της Ανατολής, θα ασκήση άπασαν την επιρροήν αυτής όπως συγκρατήση την Βουλγαρίαν, αποτρέπουσα αυτήν να επιτεθή κατά της Σερβίας, και εξασφαλίση ούτω την διατήρησιν της ησυχίας εις τα ημέτερα σύνορα».  Εννοείτε με ποίον σαρκασμόν και μυκτηρισμόν ο κ. Γιάγκοω θα έλαβε γνώσιν του τηλεγραφήματος αυτού, εάν υποτεθή ότι και ο πρεσβευτής μας δεν ήτο εις γνώσιν των τεκταινομένων και το ανεκοίνωσεν εις τον προς ον όρον.  Η Βουλγαρική επιστράτευσις. Αποκάλυψις της πολιτικής του Βασιλέως. 
     Ένα μήνα μόλις μετά την ανάληψιν της αρχής ανεκοινούτο υπό του πρεσβευτού ημών εν Σόφια κ. Ναούμ, ότι η Βουλγαρία απεφάσισε την μερικήν επιστράτευσιν του στρατού αυτής. Ανήλθον εις τα Ανάκτορα και εζήτησα, αν επιβεβαιωθή η είδησις, να επιστρατεύσωμεν αμέσως τα δύο εν Μακεδονία Σώματα στρατού, το τρίτον και το τέταρτον, τα οποία και προ του Ευρωπαϊκού πολέμου ήσαν ενισχυμένα, κατά την στρατιωτικήν γλώσσαν, και δύο μεραρχίαι των ήσαν επιστρατευμέναι, η μία εντελώς και η δευτέρα μερικώς.
     Εζήτησα λοιπόν, όπως επιστρατευθώσι τα δύο Σώματα εν περιπτώσει επιστρατεύσεως της Βουλγαρίας, προς ασφάλειαν ημών.  Η πρότασίς μου εγένετο δεκτή. Αλλ’ ακριβώς την επιούσαν ήλθε τηλεγράφημα του κ. Ναούμ, αγγέλλον ότι η Βουλγαρία εκήρυξε γενικήν επιστράτευσιν. Το τηλεγράφημα έφθασε, νομίζω, περί την 9 1/2 της πρωίας. Ο Βασιλεύς ευρίσκετο εις Δεκέλειαν. Εζήτησα τηλεφωνικώς να με δεχθή, δια να του ανακοινώσω την είδησιν της επιστρατεύσεως της Βουλγαρίας και του υποβάλω Διάταγμα γενικής πλέον Ελληνικής επιστρατεύσεως. Δεν με εδέχθη αμέσως· με εδέχθη εις τας 5 μ.μ. (Αίσθησις). 
     Εκάλεσα προηγουμένως το Υπουργικόν Συμβούλιον, εμείναμεν σύμφωνοι, και ανέθηκα εις τον συνάδελφον Υπουργόν των Στρατιωτικών αντιστράτηγον Δαγκλήν να καλέση τον Επιτελάρχην και να αναθέση εις αυτόν την σύνταξιν του Διατάγματος της επιστρατεύσεως. Εγώ θα ανηρχόμην εις τας 5 μ.μ., ο κ. Δαγκλής θα ανήρχετο μετά 1 και 1/2 ώραν, ότε εγώ θα είχα περατώσει την ομιλίαν μου και θα είχεν έτοιμον το Διάταγμα προς υπογραφήν. 
     Αλλ’ όταν είπον εις τον Βασιλέα, ότι δεν πρόκειται περί μερικής επιστρατεύσεως, αλλά περί γενικής, αφού ευρισκώμεθα ενώπιον Βουλγαρικής επιστρατεύσεως γενικής, τότε απεκαλύφθησαν οι σκοποί και η πολιτική του Βασιλέως. Δεν μου είπε, βεβαίως, ότι δεν είμεθα υποχρεωμένοι να βοηθήσωμεν την Σερβίαν· αυτό δεν ετόλμησε να μου το είπη, ήξευρε πολύ καλά υπό τίνας όρους υπεγράφη η συνθήκη αυτή, και πόσον σαφής ήτο η υποχρέωσις ημών να βοηθήσωμεν την Σερβίαν και εις Ευρωπαϊκόν καθαρώς πόλεμον, αλλά μου είπεν: Ηξεύρετε, εγώ δεν θέλω να βοηθήσωμεν την Σερβίαν, διότι η Γερμανία θα νικήση και εγώ δεν θέλω να νικηθώ! 
     Ανέπτυξα κατά πρώτον λόγον την στρατιωτικήν άποψιν του ζητήματος. Επέστησα, επομένως, την προσοχήν του επί των τοπικών όρων της Βαλκανικής, επέστησα την προσοχήν του επί της γεωγραφικής θέσεως της Ελλάδος, επέστησα την προσοχήν του επί της ελλείψεως μέσων συγκοινωνίας εν τη χερσονήσω τη Βαλκανική και υπεστήριξα ότι κατά την εμήν πεποίθησιν, ή τουλάχιστον την ελπίδα την σοβαράν, εάν ημείς επετιθέμεθα κατά των Βουλγάρων, προκειμένου να επιτεθώσιν ούτοι από ενός μετώπου κατά των Σέρβων, υπήρχε πιθανότης, με το ηθικόν το ακμαίον το οποίον είχεν ο Ελληνικός στρατός και το πεπτωκός ηθικόν το εκ της προσφάτου ήττης του Βουλγαρικού, υπήρχε πάσα πιθανότης ότι θα ηδυνάμεθα να επιτύχωμεν νίκην κατά των Βουλγάρων και θα ηδυνάμεθα να ελπίζωμεν και άφιξιν ημών εις την πρωτεύουσαν της Βουλγαρίας. 
     Ανέφερα εις αυτόν γεγονός, το οποίον εγνώριζεν ήδη, ότι η Βουλγαρία είχε μόνον 400 βολάς κατά τηλεβόλον, όσαι δεν φθάνουν ουδέ δι’ απλήν σοβαράν σημερινήν μάχην, ώστε, αν κατωρθούμεν επί ένα μήνα να προλάβωμεν την κατασυντριβήν της Σερβίας, θα ηδυνάμεθα άνευ σοβαράς αντιστάσεως να φθάσωμεν εις την Σόφιαν. 
     Αλλά είπον εις τον Βασιλέα ότι, και αν δεν κατορθώσωμεν να συντρίψωμεν εγκαίρως την Βουλγαρίαν, θα φθάσωμεν όμως διατηρούντες την επαφήν μας μετά του Σερβικού στρατού και, υποχωρούντος του Σερβικού στρατού ενώπιον ανωτέρας Γερμανικής πιέσεως, θα φθάσωμεν εις εν σημείον, το οποίον εν γενικαίς γραμμαίς θα εξετείνετο από των συνόρων μας της Αν. Μακεδονίας δια της κοιλάδος της Στρωμνίτσης προς το Κριβολάκ και Τέτοβον, θα εφθάνομεν εις τοιαύτην γραμμήν, πέραν της οποίας πρόοδος Αυστρογερμανική ήτο απολύτως αδύνατος, εκ μηχανικών λόγων.
     Διότι γνωρίζετε, Κύριοι, ποίαι είναι αι ανάγκαι του ανεφοδιασμού του σημερινού πολέμου. Μία σιδηροδρομική γραμμή απλή, όπως είναι αι του Βαλκανικού μετώπου, είναι αδύνατον να εξυπηρετήση στρατόν περισσότερον των 133  120 έως 180 χιλιάδων ανδρών.
     Τούτου λαμβανομένου υπ’ όψιν, ήτο αδύνατον εις την Γερμανίαν και την Αυστρίαν να συγκεντρώσωσιν εις το μέτωπον τούτο και εφοδιάσωσι στρατόν ουχί ανώτερον από τον ιδικόν μας και τον Σερβικόν, καθώς και από τον Αγγλογαλλικόν, ο οποίος βαθμιαίως θα ήρχετο, αλλ’ ούτε ίσον καν προς τα 2/3 αυτού. 
     Θα μου είπετε: και διατί αυτοί δεν ηδύναντο να εφοδιάσουν στρατόν ίσον προς τον ιδικόν σας, αλλά μόνον τα δύο τρίτα, ενώ σεις ηδύνασθε να εφοδιάσετε περισσότερον στρατόν;
     Διότι ο στρατός των Βουλγάρων είχε προς εξυπηρέτησιν αυτού μίαν σιδηροδρομικήν γραμμήν, την γραμμήν του Βαρδάρ, και ετέραν γραμμήν ίσως, την γραμμήν Σόφιας – Φιλιππουπόλεως, ενώ ημείς είχομεν εις το αυτό μέρος τρεις σιδηροδρομικάς γραμμάς, είχομεν επομένως μίαν σιδηροδρομικήν γραμμήν πλειοτέραν εκείνων. 
     Αλλά δεν είναι τούτο μόνον. Το κέντρον του εφοδιασμού δια τους αντιπάλους μας ήτο η Βουδαπέστη. Το κέντρον λοιπόν του εφοδιασμού δι’ εκείνους ήτο η Βουδαπέστη, ενώ το κέντρον ημών ήτο εις την Θεσσαλονίκην.
     Τότε δε, ως ενθυμείσθε, τα αποτελέσματα του υποβρυχιακού πολέμου ήσαν εντελώς ασήμαντα και δεν ελαμβάνοντο υπ’ όψιν, από δε του κέντρου του εφοδιασμού ημών, της Θεσσαλονίκης, προς την γραμμήν την οποίαν ώρισα, ως γραμμήν ενδεχομένης υποχωρήσεως του Σερβικού στρατού και ημών, η απόστασις είναι πολύ μικροτέρα παρά η απόστασις προς την Βουδαπέστην, ενώ συγχρόνως ήτο δυνατή η κατασκευή πλειόνων οδών αμαξιτών καθέτων προς το μέτωπον ημών, δια των οποίων ηδύναντο κάλλιστα να εξυπηρετώνται το στράτευμα το Ελληνικόν και το Σερβικόν. 
     Έλεγα λοιπόν εις τον Βασιλέα ότι η Γερμανία, και αν είχε διαθέσιμα 5 εκατομμύρια στρατού εις άλλα μέτωπα, δεν ηδύνατο να τα φέρη εδώ, επομένως ο φόβος τοπικής ημών ήττης ήτο αδικαιολόγητος και ουδείς υπήρχε φόβος να υποστώμεν την τύχην του Βελγίου, με την οποίαν ηπείλουν την δημοσίαν γνώμην οι του Επιτελείου.
Αλλ’ η στρατιωτική συζήτησις απεδεικνύετο δυστυχώς ατελεσφόρητος.
     Επιχειρήματα δεν μοι αντετάσσοντο, αλλά το λέϊτ μοτίφ ήτο πάντοτε εν: «Δεν θέλω να λάβω μέρος, θα ηττηθώμεν από την Γερμανίαν, δεν θέλω να λάβω μέρος». 
Ο Βασιλεύς μη αναγνωρίζων την λαϊκήν κυριαρχίαν. 
Ηναγκάσθην τότε να προβάλω το βαρύ πυροβολικόν, να μεταχειρισθώ τα ηρωϊκά φάρμακα, και είπα: «Μεγαλειότατε, δεν κατώρθωσα να σας πείσω, λυπούμαι πολύ, αλλ’ έχω καθήκον να σας είπω, ως αντιπρόσωπος την στιγμήν ταύτην της Λαϊκής Κυριαρχίας, ότι δεν έχετε κανέν δικαίωμα να διαφωνήσετε προς εμέ την φοράν αυτήν.
Ο λαός δια των εκλογών της 31ης Μαΐου ενέκρινε την πολιτικήν μου, μοι παρέσχε την εμπιστοσύνην του.
Εγνώριζε δε, ότι η βάσις της πολιτικής μου ήτο να μη επιτρέψωμεν εις την Βουλγαρίαν να συντρίψη την Σερβίαν, δια να υπερεξογκωθή και συντρίψη και ημάς αύριον.
Δεν δύνασθε λοιπόν την στιγμήν αυτήν ν’ απομακρυνθήτε από της πολιτικής αυτής.
Εκτός εάν αποφασίσετε να θέσετε κατά μέρος το πολίτευμα, οπότε οφείλετε να το είπετε σαφώς, δι’ ενός Διατάγματος καταργούντες το πολίτευμα και αναλαμβάνοντες τας ευθύνας». 
Μου είπεν: «Ηξεύρετε, εγώ αναγνωρίζω ότι είμαι υποχρεωμένος να υπακούω εις την λαϊκήν ετυμηγορίαν, όταν πρόκειται δια τα εσωτερικά ζητήματα της Χώρας, αλλ’ όταν πρόκειται δια τα εξωτερικά ζητήματα, τα μεγάλα εθνικά ζητήματα, θεωρώ ότι, εφ’ όσον εγώ έχω την αντίληψιν ότι εν πράγμα είναι σωστόν ή ότι δεν είναι σωστόν, οφείλω να επιμείνω να γίνη ή να μη γίνη, διότι εγώ ειμί υπεύθυνος απέναντι του Θεού». (Ζωηροτάτη αίσθησις). 
Εννοείτε ποία η εντύπωσις ήτις παρήχθη εν εμοί.
     Ενθυμούμαι ότι ένα αίσθημα οδυνηρόν με κατέλαβε και με τας χείρας ηνωμένας εκίνησα μελαγχολικώς την κεφαλήν και είπα: «Αλλοίμονον! ευρισκόμεθα ενώπιον της θεωρίας της ελέω Θεού βασιλείας, δυστυχής Ελλάς!» Είπα δε μετ’ ολίγον εις τον Βασιλέα, ότι υπό τας σημερινάς περιστάσεις δεν δύναμαι ν’ αναλάβω αγώνα υπέρ του πολιτεύματος, «αφού δε επέστησα την προσοχήν σας επί του πολιτεύματος, είμαι διατεθειμένος να δώσω την παραίτησίν μου και σας παρακαλώ να την δεχθήτε». 
Ο τότε Βασιλεύς μου λέγει: «Πως είναι δυνατόν να παραιτηθήτε τώρα; Αφού η Βουλγαρική επιστράτευσις εκηρύχθη χθες; Όπως γνωρίζετε, εις αυτάς τας περιστάσεις δεν πρέπει να αργοπορούμεν ούτε 24 ώρας». 
Τότε του λέγω: «Εγώ δεν δύναμαι να γνωρίζω ότι η πολιτική των διαδόχων μου θα είναι πολιτική επιστρατεύσεως.
Εγώ θεωρώ ότι θα είναι τοιαύτη, διότι όσον και αν εγκαταλείψετε την Σερβίαν, δεν γνωρίζετε τι δύναται να γίνη, εφόσον τουλάχιστον δεν ασφαλισθήτε ότι η Βουλγαρία δεν θα επιτεθή πρώτον καθ’ ημών.
Δεν δύναμαι όμως και να επιβάλω πολιτικήν εις τους διαδόχους μου.
Δεν δύναμαι να προβώ εις τοιούτον σοβαρόν μέτρον.
     Καλέσατε αμέσως την διάδοχον Κυβέρνησιν όπως ορκισθή, έστω και με τέσσαρας υπουργούς προσωρινώς, και δη τον υπουργόν των Στρατιωτικών, καλέσατέ την αμέσως το εσπέρας, και κοινοποιήσατε το Διάταγμα της επιστρατεύσεως.
Εγώ δεν δύναμαι να υπογράψω τοιούτο Διάταγμα, αφού υπέβαλα παραίτησιν. 
Και μου λέγει τότε: «Και επί τέλους, ποίος μας βεβαιοί ότι η Βουλγαρία θα επιτεθή κατά της Σερβίας; Δυνατόν να τηρήση ένοπλον ουδετερότητα (ενθυμείσθε ότι τούτο ελέγετο τότε) και πολύ ενδεχόμενον να μη επιτεθή η Βουλγαρία κατά της Σερβίας, ότε αίρεται η διαφωνία και δύνασθε να εξακολουθήσετε παραμένοντες εις την Κυβέρνησιν και εφαρμόζοντες την πολιτικήν σας».
     Με έπεισεν ούτω να παραμείνω και υπογράψω το Διάταγμα της επιστρατεύσεως, ενώ, ως απεδεικνύετο εκ των υστέρων, είχεν ήδη δώσει όλας τας διαβεβαιώσεις του προς τον Κάιζερ ότι δεν εννοεί να κτυπήση τους συμμάχους του. 
     Σας αφίνω να εκτιμήσετε τώρα την ευθύτητα του Βασιλέως εκείνου προς τον υπεύθυνον τότε Πρωθυπουργόν, τον οποίον εξηπάτα ότι δύναται να κάμη χρήσιν της γνώμης αυτής. 
Εις Βουλευτής. Έκαμε και το ανακοινωθέν. 
Το ανακοινωθέν περί ομοφωνίας. 
ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Το ότι όμως δεν ήμην εν αρμονία προς το Στέμμα, τούτο το εγνώριζεν όλος ο κόσμος.
     Ο τύπος, έχων τας πληροφορίας του εκ του Επιτελείου, έγραφε την πρωίαν ότι ο Βασιλεύς με τον Βενιζέλον δεν είναι σύμφωνος καθ’ όλα, έγραφεν ότι, ενώ ο Βασιλεύς θέλει την επιστράτευσιν δια την άμυναν, ο Βενιζέλος την θέλει δια τον πόλεμον. 
     Ανέρχομαι τότε την επομένην ημέραν τεταραγμένος εις τα Ανάκτορα και λέγω εις τον Βασιλέα: Μεγαλειότατε, η συμπεριφορά του Επιτελείου είναι ανυπόφορος· διότι καθ’ ην στιγμήν εμείναμεν σύμφωνοι να υπογράψετε το Διάταγμα της επιστρατεύσεως, δεν δύναται το Επιτελείον να λέγη εις τον τύπον τον αντιβενιζελικόν και αυλικόν να γράφη αυτά που γράφει, διότι εξασθενεί όλην την σημασίαν της επιστρατεύσεως. Να προσκαλέσετε τον Επιτελάρχην και να τακτοποιήσετε την γλώσσαν των αυλικών. Αλλά θα επιτρέψετε επίσης να δημοσιευθή και το ανακοινωθέν τούτο, εν τω οποίω λέγω ότι το Στέμμα ευρέθη σύμφωνον με την υπεύθυνον Κυβέρνησιν όχι μόνον όσον αφορά την σύγκλησιν της επιστρατεύσεως, αλλά και την μέλλουσαν πολιτικήν».
Διότι μόνον υπ’ αυτούς τους όρους, έλεγον εις τον Βασιλέα, είναι δυνατόν να ασκηθή δύναμις εκφοβιστική κατά των Βουλγάρων. Και ενέκρινε το ανακοινωθέν ο Βασιλεύς.
     Εγώ δε ο αφελής επίστευα ότι δυνατόν να έχουν σημασίαν τινά αυτά, μη γνωρίζων μέχρι της ώρας ποίαι διαβεβαιώσεις είχον δοθή εις την Γερμανίαν. 
     Σημειωτέον, Κύριοι, ότι δια το πολεμικόν ζήτημα το οποίον μας απησχόλει, το ζήτημα της υποχρεώσεως ημών προς βοήθειαν της Σερβίας, ο Βασιλεύς, όταν επεκαλέσθην την ετυμηγορίαν των εκλογών, ούτε καν διενοήθη να μου είπη ότι ημφισβήτει τούτο. Αυτό είναι εύρημα των Σωτήρων.
Ο Βασιλεύς ούτε την υποχρεωτικήν ισχύν της Σερβικής Συνθήκης ημφισβήτησεν, ούτε την λαϊκήν ετυμηγορίαν, αλλ’ έλεγεν ότι «αυτό δεν δεσμεύει εμέ παρά μόνον δια τα εσωτερικά ζητήματα και όχι δια τα εξωτερικά». Ήτο εμφανές, ότι ο Βασιλεύς από της στιγμής εκείνης είχε μεταβληθή εις Μονάρχην ελέω Θεού. 
     Αλλά, διαρκούσης της συζητήσεως δια την βοήθειαν υπέρ της Σερβίας, ήλθεν εις μέσον το ζήτημα το οποίον είχεν ανακινήσει το Επιτελείον, υποστηρίζον ότι η Σερβία δεν ηδύνατο να διαθέση, ως υπεχρεούτο εκ της στρατιωτικής συμβάσεως, 150.000 μαχητών εις πόλεμον κατά της Βουλγαρίας. Χωρίς καθόλου να εξετάσω αν υπήρχε τοιαύτη υποχρέωσις της Σερβίας, είπον εις τον Βασιλέα: Δεν νομίζετε ότι θα ήτο δυνατόν, δια να αρθή αυτό το επιχείρημα, και ακόμη περισσότερον, δια να αυξηθή ουσιωδώς η στρατιωτική δύναμις ημών και των Σέρβων και δι’ επικουρίας Αγγλογάλλων, δεν νομίζετε ότι πρέπει να ερωτήσωμεν τους Αγγλογάλλους, μήπως ηδύναντο να μας δώσουν αυτοί 150.000 λόγχας; Διότι αν τας δώσουν αυτοί, τότε θα έχωμεν με τας 200.000 λόγχας των Σέρβων και τας 150.000 ιδικάς μας 500.000 λόγχας, ήτοι 800 περίπου χιλιάδας στρατού, δεν δύνανται δε οι Βούλγαροι και οι Αυστρογερμανοί να διαθρέψωσιν ούτε το ήμισυ απέναντί μας».
Ο Βασιλεύς είπε: «Βέβαια, αλλά να αποστείλωσιν όχι αποικιακόν στρατόν, αλλά Μητροπολιτικόν.  Δεν λέγω τούτο, Κύριοι, δια να ισχυρισθώ ότι ο Βασιλεύς εδέχθη την στιγμήν εκείνην, εάν μας δώσουν 150.000 μαχητάς οι Αγγλογάλλοι, να εξέλθη της ουδετερότητος. Ο άνθρωπος ήτο αποφασισμένος εν ουδεμιά περιπτώσει να εξέλθη. Αλλ’ ευρισκόμενος ενώπιον αυτής της ερωτήσεως δεν ενόμισεν ότι εδικαιούτο να μου είπη: Μη το κάμης». 
Η πρόσκλησις βοηθείας των Αγγλογάλλων. 
     Εγώ ανεχώρησα περί την 6 και 1/4 - 6 και 1/2 μ.μ. από το Παλάτι, ενώ ο κ. Δαγκλής εισήρχετο ίνα υπογραφή το Διάταγμα της επιστρατεύσεως. Επέστρεψα εις το Υπουργείον εις τας 7 μ.μ. και ετηλεφώνουν εις τους Πρεσβευτάς της Συνεννοήσεως να έλθουν εις συνάντησίν μου επειγόντως, ότε δε ήλθον τοις ανήγγειλα ότι υπογράφεται αυτήν την στιγμήν Διάταγμα επιστρατεύσεως, το οποίον δημοσιεύεται απόψε, αλλά δια την περαιτέρω πορείαν μας μου αναγκαιοί να γνωρίζω εάν αι Δυνάμεις θα ήσαν διατεθειμέναι ν’ αναπληρώσωσιν αυταί τας 150.000 λόγχας, τας οποίας εκ της Συνθήκης με την Σερβίαν υποχρεούται η Σερβία να διαθέση προς πόλεμον κατά της Βουλγαρίας.
     Οι Πρέσβεις μοι υπεσχέθησαν να τηλεγραφήσουν και αμέσως ετηλεγράφησαν τηλεγράφημα εξαιρέτως επείγον και μοι προσέθηκαν ότι θα μοι ανακοινώσωσι την απάντησιν. Τούτο εγένετο περί την 6ην μ.μ. Την 6ην και 1/4 όμως φθάνει ο κ. Μερκάτης και μου λέγει ότι έχει τηλεφώνημα του Βασιλέως να με παρακαλέση να μη κάμω το διάβημα αυτό προς την Αντάντ. Του απήντησα: Σας παρακαλώ ν’ ανακοινώσετε προς τον Βασιλέα, ότι το διάβημα εγένετο ήδη.
     Σας παρακαλώ μάλιστα να προσθέσετε ότι, και εάν δεν το είχα κάμει, δεν θα ημποδιζόμην να το κάμω εκ της γνώμης του Βασιλέως, διότι, ως υπεύθυνος Κυβερνήτης, έχω ανάγκην να γνωρίζω εάν είναι διατεθειμέναι αι Δυνάμεις να μου παράσχουν την συνδρομήν αυτήν δια τον σχηματισμόν των ιδεών μου».
(Εύγε! Εύγε!) 
     Μετά 48 ώρας η απάντησις των Δυνάμεων ήλθεν, ότι αι Δυνάμεις είναι διατεθειμέναι να δώσουν τας αιτηθείσας λόγχας Μητροπολιτικού στρατού, ώριζαν δε και τας προθεσμίας, εντός των οποίων θα ήρχετο ο στρατός ούτος.
     Όταν ήλθεν η απάντησις των Δυνάμεων, την ανεκοίνωσα προς τον Βασιλέα, ο δε Βασιλεύς μου είπε: «Παρακαλώ να είπητε εις τους κ.κ. Πρέσβεις ότι, εφ’ όσον η Βουλγαρία δεν επιτίθεται κατά της Σερβίας και επομένως δεν δημιουργείται η υποχρέωσις ημών όπως εξέλθωμεν της ουδετερότητος, δεν πρέπει να αποσταλούν τα στρατεύματα ταύτα -των οποίων η ετοιμασία προς αποστολήν είχεν αρχίση αμέσως- διότι η άφιξίς των επί του Ελληνικού εδάφους θα απετέλει παραβίασιν της ουδετερότητος, ενώ είναι δυνατόν ακόμη να μη επιτεθή η Βουλγαρία κατά της Σερβίας». Ανακοίνωσα την επιθυμίαν του Βασιλέως προς τους Πρέσβεις. Ετηλεγράφησαν αυτήν.
     Αλλά μου έφεραν νέαν απάντησιν των Δυνάμεων, αι οποίαι έλεγον ότι «διέταξαν να αναχωρήσουν τα στρατεύματά των-σημειωτέον ότι είχον αναχωρήσει απ’ εδώ πλησίον, από τον Μούδρον και από την Μασσαλίαν τα οποία και κατευθύνονται προς την Ελλάδα. Την στιγμήν δε κατά την οποίαν έλεγον αι Δυνάμεις-μας δηλύτε ότι η πολιτική σας είναι ότι εν η περιπτώσει η Βουλγαρία επιτεθή κατά της Σερβίας θ’ αντεπιτεθήτε κατά της Βουλγαρίας τασσόμενοι παρά το πλευρόν μας ως σύμμαχοι, δεν βλέπομεν διατί πρέπει να καθυστερήση η άφιξις των επικουρικών δυνάμεων, αφού είμεθα βέβαιοι ότι δεν θα μείνη η Βουλγαρία εν ενόπλω ουδετερότητι, αλλά θα επιτεθή κατά της Σερβίας, και θα μας είπετε τότε ευχαριστώ, διότι, αντί να αναμένετε επικουρίας, θα τας έχετε ετοίμους. Αναλαμβάνομεν προς τούτο πάσαν ευθύνην». 
     Τοις είπον ότι είναι πολύ σωστά αυτά που μου λέγουν, δεν δύναμαι να αμφισβητήσω ότι μου αρέσουν και εμέ παρά πολύ, αλλά είναι το ζήτημα της ουδετερότητος της τυπικής, τουλάχιστον μέχρι της στιγμής καθ’ ην θα γίνη η επίθεσις· «επομένως σας ανακοινώ ότι είμαι υποχρεωμένος να διαμαρτυρηθώ κατά της αποβιβάσεως αυτής των στρατευμάτων, ως αποτελούσης της πράξεως αυτής παραβίασιν της ουδετερότητός μας». 
     «Καλά, μου είπον, πολύ καλά, θα διαμαρτυρηθήτε, αλλά ελπίζομεν ότι η συμπεριφορά σας θα είναι όχι εχθρική, αλλά φιλική».
«Φιλικωτάτη, απήντησα. Όχι μόνον δεν θα ευρεθήτε εις τόπον εχθρικόν, αλλά μετά τας διαμαρτυρίας, θα σας παράσχωμεν όλας τας δυνατάς ευκολίας αποβιβάσεως, στρατωνισμού και λοιπάς».  Είδα τον Βασιλέα και ανεκοίνωσα εις αυτόν ταύτα. Ο δε Βασιλεύς μου είπεν: «Έχει καλώς, παρακαλώ μόνον η διαμαρτυρία σας να είναι οπωσδήποτε έντονος».
     «Έντονος, λέγω, ναι, μέχρις ενός σημείου όμως, διότι λαμβανομένου υπ’ όψιν του τι υποκρύπτεται από κάτω δεν δύναται να είναι παρά πολύ έντονος, αλλά θα προσπαθήσω να είναι μέχρις εκείνου του σημείου το οποίον επιτρέπει να είναι έντονος, αλλά συνάμα και σοβαρά». 
Η δευτέρα παραίτησις. 
     Σημειωτέον, Κύριοι, ότι η αποβίβασις των Αγγλογαλλικών στρατευμάτων, περί της οποίας τόσα ελέγοντο και η οποία εχρησίμευσεν ως όπλον μέγα εις χείρας των Σωτήρων, ήρχισε γινομένη μετά την παραίτησίν μου από της αρχής. Πολλοί δεν το γνωρίζουσιν, είτε δεν το ενθυμούνται.
Η συζήτησις εν τη Βουλή, οπότε ανεκοίνωσα την διαμαρτυρίαν, την οποίαν είχα κάμει το Σάββατον, η συζήτησις εγένετο την Δευτέραν. Και την Τρίτην προσεκαλούμην υπό του Βασιλέως και ηναγκαζόμην να παραιτηθώ και πάλιν, διότι δεν ήτο σύμφωνος με την πολιτικήν μου.
Την Τρίτην το πρωί υπέβαλα την παραίτησίν μου, την Τρίτην το απόγευμα έγινεν η νέα Κυβέρνησις υπό τον κ. Ζαΐμην και την Τρίτην εις τας 6 μ.μ. ήρχισεν η αποβίβασις των Αγγλογαλλικών στρατευμάτων εις Θεσσαλονίκην. 
     Λέγω αυτά, όχι δια να αποδείξω ότι είχα την συγκατάθεσιν του Βασιλέως. Θα ήτο κατώτερον της θέσεώς μου αυτό. Άλλως τε οφείλω να ομολογήσω ότι ο Βασιλεύς- διότι ο τύπος έλεγεν ότι ήτο εν αγνοία της αποβιβάσεως- έδωσε συνέντευξιν εις την οποίαν εβεβαίωσεν ότι το εγνώριζεν.
Αλλά θέλω να είπω μόνον ότι δια την πολιτικήν μου η άφιξις των Αγγλογάλλων ήτο ένα κεφάλαιον εκ των ουσιωδεστάτων. Εγώ επήγαινα δια πόλεμον κατά της Βουλγαρίας, και είχον αποφασίσει, εάν η Βουλγαρία επετίθετο κατά της Σερβίας, να πολεμήσω. Εγώ είχα συμφέρον, πλην των 150.000 Ελληνικών λογχών και των 200.000 Σερβικών, να έχω άλλας 150.000 Αγγλογαλλικού στρατού. Συνεπώς ήτο ενέργεια πολιτική απολύτως επιβεβλημένη δια την εφαρμογήν της ιδικής μου πολιτικής, ναι ή όχι; Αυτό ήτο πρόσκομμα βεβαίως, ήτο κάτι τι, το οποίον θα ηνώχλει την πολιτικήν των αντιπάλων μου.
     Αλλά δια την πολιτικήν των αντιπάλων δεν ήτο καθήκον μου να μεριμνήσω, τοσούτω δε μάλλον είμαι εν τω δικαίω, διότι, αφού εγώ απεχώρησα εκ της αρχής και εκείνοι είχον αντίθετον πολιτικήν, ηδύναντο να καλέσουν τον κ. Μοσχόπουλον και να είπουν δι’ αυτού προς τους Αγγλογάλλους: «Τα πράγματα ήλλαξαν, ο Βενιζέλος έφυγε, δεν θα βοηθήσωμεν την Σερβίαν, δεν μας χρειάζεσθε, παρακαλούμεν να μη αποβιβασθήτε». Αντί τούτου ο κ. Ζαΐμης υπεσχέθη εις αυτούς ότι θα παράσχη όλας τας ευκολίας.
     Και αν ο κ. Ζαΐμης ήτο Κυβέρνησις κατ’ επίφασιν, διότι η αληθής Κυβέρνησις ήτο το Επιτελείον, διατί το Επιτελείον δεν έπραξε τούτο, αφού συμφέρον της Γερμανίας ήτο να μη αποβιβασθούν οι Αγγλογάλλοι; Διότι, απησχολημένοι εντελώς εις τα πολιτικά έργα, εις τα οποία είχον ασχοληθή, δεν ελογάριαζαν πλέον τα στρατιωτικά ζητήματα και ουδείς εμερίμνα, άμα έφυγεν η Κυβέρνησις των Φιλελευθέρων, το τι εγίνετο το καράβι εις την φουρτούναν. 
     (Εις το σημείον τούτο ο κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, αγορεύων από της 5ης και 1/2 μ.μ. μέχρι της 8ης και 1/2 μ.μ. διακόπτει την αγόρευσίν του, ην επαναλαμβάνει την 9ην και 1/2 μ.μ.) 
Μετά την διακοπήν 
 
Πως ο κ. Βενιζέλος απέβλεψε προς την κατάστασιν. 
 
     ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πριν συνεχίσω την ομιλίαν μου, Κύριοι Βουλευταί, θα ήθελον, επανερχόμενος εις τα λεχθέντα να προσθέσω κάτι τι, το οποίον μοι υπέμνησεν ο αξιότιμος συνάδελφος βουλευτής εξ Αττικής κ. Ρακτιβάν, μέλος του τότε Υπουργικού Συμβουλίου, ότι, ότε ανέλαβον την αρχήν τον Αύγουστον του 1915, εις τον Βασιλέα τον τότε υπέβαλον εγγράφως τας δηλώσεις, τας οποίας θα έκαμνα εις την Βουλήν, περί της πολιτικής μου και επεστράφησαν εγκεκριμέναι.  Ενθυμείσθε την συζήτησιν η οποία προεκλήθη εις την Βουλήν, ακριβώς εξ αφορμής της διαμαρτυρίας, την οποίαν διετύπωσα κατά της επικειμένης τότε αποβάσεως των Αγγλογάλλων.
     Κατά την συζήτησιν εκείνην ηναγκάσθην απαντών εις ερώτησιν του τότε βουλευτού Κερκύρας, του μακαρίτου Θεοτόκη, ερωτώντος τι θα έκαμνα εάν, σπεύδων εις βοήθειαν της Σερβίας, συνήντων Γερμανικά στρατεύματα, να δώσω την απάντησιν, την οποίαν ώφειλα να δώσω, και τούτο κατέστησεν αδύνατον την επί πλέον παραμονήν μου εις την εξουσίαν.  Προσεκλήθην την επιούσαν υπό του Βασιλέως, όστις μου εδήλωσεν ότι δεν συμμερίζεται την πολιτικήν μου. Του εδήλωσα ότι θα υποβάλω την παραίτησίν μου, διότι δεν ενόμιζον ότι ηδυνάμην να εγείρω Συνταγματικόν αγώνα την στιγμήν εκείνην. 
     Με επέκριναν, Κύριοι Βουλευταί, διότι παρητήθην τότε της αρχής. Μ’ εθεώρησαν συνυπεύθυνον της γενομένης καταπατήσεως των ελευθέρων θεσμών της Χώρας. Ενόμισαν ότι, εφ’ όσον το Σύνταγμα αναθέτει εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων την περιφρούρησιν αυτού, πρωτίστως υποχρέους προς τούτο θεωρεί τους πολιτικούς άνδρας και ότι εγώ ώφειλα, τότε τουλάχιστον, αφού δεν το έπραξα τον Φεβρουάριον, ν’ αντισταθώ μη παραιτούμενος, θεωρών τον Βασιλέα εκτός του Συντάγματος, εκτός του Νόμου και των ελευθεριών, αναλαμβάνων επομένως υπ’ ευθύνην μου την προάσπισιν των ελευθεριών του τόπου και την καταπολέμησιν της Τυραννίας.
Αλλ’ οι διατυπούντες την κατηγορίαν ταύτην φαίνονται προ παντός αψυχολόγητοι.
     Εις άνθρωπος, Κύριοι, δεν μεταβάλλεται εντός ολίγων στιγμών, ούτε εντός 24 ωρών, από Κυβερνήτου μιας χώρας με εν καθεστώς κανονικόν εις αρχηγόν Επαναστάσεως. Πριν η ωριμάση εις την διάνοιαν και την ψυχήν του Κυβερνήτου η ιδέα της Επαναστάσεως, είναι ανάγκη να επέλθη κάποια εξέλιξις, η οποία δεν συντελείται πάντως εντός ολίγων στιγμών.
     Αλλά και αν τούτο δύναται να θεωρηθή ως μία κατηγορία, η οποία μοι αποτείνεται, λόγω του ότι δεν εδείχθην άνθρωπος των ταχειών αποφάσεων, θα είχα, Κύριοι, ν’ απαντήσω ότι κατά την στιγμήν εκείνην ήτο αδύνατον εις εμέ να μετέλθω άλλην πολιτικήν εκείνης την οποίαν μετήλθον.
Ήτο αδύνατον κατά την στιγμήν εκείνην ν’ αναλάβω τον αγώνα υπέρ των ελευθεριών της Χώρας.
Αγών υπέρ των ελευθεριών της Χώρας κατά την στιγμήν εκείνην θα προεκάλει εμφύλιον πόλεμον.
Δεν λέγω ότι ο εμφύλιος πόλεμος, όσον μέγα κακόν και αν είναι, δεν είναι ολιγώτερον κακόν από την αφαίρεσιν των ελευθεριών ενός Λαού, και ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι άξιον τίμημα της προασπίσεως των ελευθεριών μιας Χώρας. Αλλ’ ισχυρίζομαι ότι την στιγμήν εκείνην το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν ήτο δυνατόν ν’ ανάψη τον εμφύλιον πόλεμον· είχομεν επιστρατευθή, επιστρατευμένη δε ήτο και η Βουλγαρία. Αν τον επιστρατευθέντα στρατόν διηρούμεν εις Βασιλικόν ή Τυραννικόν και στρατόν Εθνικόν δια να αρχίσωμεν τον εμφύλιον πόλεμον, ήτο προφανές τι θα συνέβαινεν.
     Η Βουλγαρία, επωφελουμένη του εμφυλίου πολέμου, θα εισέβαλλεν εις Μακεδονίαν, θα συνέτριβε τον αλληλομαχούντα στρατόν μας, θα κατελάμβανεν ολόκληρον την Ανατολικήν Μακεδονίαν και ακολούθως, απερίσπαστος από πάσης ανησυχίας προς νότον, θα εστρέφετο προς την Σερβίαν, δια να συμπληρώση το έργον της καταστροφής των αντιπάλων αυτής εν τη Βαλκανική χερσονήσω και εγκαθιδρύσεως της πλήρους ηγεμονίας της. 
     Θα ήτο επομένως πολιτικόν έγκλημα εκ μέρους μου εάν επροκάλουν εμφύλιον ρήξιν την στιγμήν εκείνην, και δεν έκαμα τούτο, διότι απλώς θα συνετέλουν όπως εμφανισθώσιν ενωρίτερον αι καταστροφαί, αι οποίαι πάντως θα επήρχοντο και άνευ τούτου, και η ευθύνη δια την εθνικήν καταστροφήν εις τα όμματα της δημοσίας γνώμης θα έπιπτεν επί του κόμματος των Φιλελευθέρων. Θα έλεγαν όλοι: «Βλέπετε τι έκαμεν ο Βενιζέλος; Δεν εκάθητο ήσυχος, έστω και αν κατεπατείτο το Σύνταγμα! Η κατάστασις ήτο κρίσιμος και έπρεπε να καθήση ήσυχος. Ιδού τι προεκάλεσε δια της σπουδής του. Οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι του εμφυλίου πολέμου, εισέβαλον εις την Μακεδονίαν, και μας επήραν τας χώρας μας συντρίψαντες τον στρατόν μας!»  Η ευθύνη του κ. Ζαΐμη.
    Δεν ήτο δυνατόν λοιπόν να γίνω εγώ ο αίτιος τοιούτου εγκλήματος, ώστε να επισπεύσω την καταστροφήν εκείνην, η οποία ασφαλώς θα επήρχετο και άνευ τούτου. Την Κυβέρνησιν των Φιλελευθέρων διεδέχθη τότε η Κυβέρνησις των Προέδρων των Σωτήρων, υπό τον κ. Ζαΐμην. Δια τον κ. Ζαΐμην είχον ομιλήση πάντοτε μετά πολλής ευλαβείας και σήμερον ακόμη δεν θέλω να παραγνωρίσω τα χαρίσματα, με τα οποία κοσμείται, εις ένα τόπον, ο οποίος δυστυχώς, εις κανένα ας μη κακοφανή, πάσχει από μίαν παροδικήν λειψανδρίαν. Αλλ’ η ευθύνη του κ. Ζαΐμη δεχθέντος την αρχήν κατά την στιγμήν εκείνην, ίνα αθετήση την Συνθήκην προς την Σερβίαν, είναι κολοσσιαία.
     Ο κ. Ζαΐμης εις την ιστορίαν την Ελληνικήν θα μείνη, ατυχώς δι’ αυτόν, με το όνομα του καταπροδώσαντος την υπογραφήν της Ελλάδος!  Δεν έχω ανάγκην, Κύριοι, να σας απασχολήσω επί πολύ με το ζήτημα της Συνθήκης. Η Βουλή ήδη διεφωτίσθη πλήρως εξ όσων ελέχθησαν υπό των αξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων και από τας διακοπάς, τας οποίας εγώ ηναγκάσθην να κάμω προς τον αξιότιμον εξ Αιτωλοακαρνανίας βουλευτήν.
     Γνωρίζει ήδη ότι η Συνθήκη ήτο γενική, όχι απλώς Βαλκανική, ότι επομένως οι υποστηρίξαντες ότι δεν ηδυνάμεθα, ότι δεν υπεχρεούμεθα, να προστρέξωμεν εις βοήθειαν της Σερβίας, όταν η Βουλγαρία επετίθετο κατ’ αυτής, ως σύμμαχος της Γερμανίας και της Αυστρίας, εζήτησαν να εγκολάψουν μέγα στίγμα επί της Ελλάδος εν γνώσει. Εν γνώσει εζήτουν οι ένοχοι να επιθέσουν το στίγμα τούτο επί του μετώπου της Ελλάδος. 
     Διότι ο μεν Βασιλεύς εγνώριζε τα πάντα, ήτο αυτός υπό την προεδρείαν του οποίου είχε συγκροτηθή το Συμβούλιον το υπουργικόν, το οποίον απεφάσισε να υποκύψη εις την Σερβικήν απαίτησιν, δεν δύναμαι δε να δεχθώ τους άλλους, και δη τον κ. Ζαΐμην, Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και υπουργόν των Εξωτερικών, ως μη ευθυνόμενον επί τω ότι δεν εγνώριζε. Διότι προς τον γνωρίζοντα εξομοιείται και εκείνος ο οποίος ώφειλε να γνωρίζη, αλλά δεν έμαθε, διότι δεν ηθέλησε να μάθη. 
     Γνωρίζω ότι, όταν εζητήθη δια της υπηρεσίας του Υπουργείου να διαφωτισθή ο κ. Ζαΐμης, να επιστηθή η προσοχή του επί όλων των κειμένων, τα οποία υπήρχον, εζήτησε να «μη χάση τον καιρόν του ασχολούμενος εις τοιαύτα πράγματα», διότι έλεγε: Τίνα χρησιμότητα θα είχεν αυτό, αφού είχεν έλθει εις την Κυβέρνησιν ακριβώς ίνα μη εφαρμόση την Συνθήκην;  Η ευθύνη εκείνων, οι οποίοι ηθέτησαν την Συνθήκην, θα ήτο ευθύνη τρομερά, και αν ακόμη η υποχρέωσις ημών όπως σπεύσωμεν εις βοήθειαν της Σερβίας δεν ήτο άλλη παρά η προερχομένη εκ της Συνθήκης. Εάν εις τα μεγάλα Κράτη δύναται να αποτολμάται ακινδύνως η αθέτησις Συνθηκών, η διατύπωσις των θεωριών περί παληοχάρτων και κουρελοχάρτων, όπως ανέπτυξε και ο κ. υπουργός επί των Εξωτερικών, δεν είναι επιτετραμμένη εις τα μικρά Κράτη. Δεν είναι επιτετραμμένον εις τα μικρά Κράτη να κάμνουν μεγάλας ατιμίας.
     Η μεγίστη δε ατιμία, την οποίαν δύναται να πράξη εν Κράτος, είναι η αθέτησις της υποσχέσεως ότι θα βοηθήση έτερον Κράτος, αφού δια την υπόσχεσιν ταύτην έλαβε παρ' αυτού υπόσχεσιν αμοιβαιότητος.
Απεμπόλησις των συμφερόντων του Ελληνισμού χάριν της Γερμανίας. 
     Αλλ’ ηδύναντο τουλάχιστον οι Σωτήρες να εμφανισθώσιν ενώπιον της δημοσίας γνώμης με την κακοήθη ταπεινήν εκείνην δικαιολογίαν, την οποίαν οι κοινοί αχρείοι οφειλέται τολμώσι πολλάκις να προβάλλωσιν, όταν τους υπενθυμίσουν τας εγγράφους υποσχέσεις των, λέγοντες: «έγραψα, ξέγραψα», και δεν ηξεύρω τι άλλο. Αλλά δεν έχουσι καν αυτήν την κακοήθη και ταπεινήν δικαιολογίαν να προβάλλωσιν εις τον Ελληνικόν λαόν εκείνοι οι οποίοι ενεκόλαψαν το στίγμα της ατιμίας εις το μέτωπον αυτού.
     Προδίδοντες την Σερβίαν, κατεπρόδιδον συγχρόνως και την Ελλάδα, προδίδοντες την Σερβίαν και επιτρέποντες εις την Βουλγαρίαν να καταστρέψη αυτήν και εγκαθιδρύση εις την Βαλκανικήν την ηγεμονίαν της, επρόδιδον συγχρόνως και τον Ελληνισμόν. 
     Εγνώριζαν καλώς ότι, αν διαρκούντος του πολέμου ο Αυτοκράτωρ της Γερμανίας, πληρώνων τας προς αυτόν υπηρεσίας του Βασιλέως της Ελλάδος, απεφάσιζε να εμποδίση την Βουλγαρίαν να μας επιτεθή δια να μας αφαιρέση την Μακεδονίαν, ουδεμία δύναμις ανθρωπίνη θα υπήρχε να εμποδίση τους Βουλγάρους, αφού εξωγκούντο και θα εξωγκούντο κατασυντρίβοντες την Σερβίαν – να μας απωθήσουν όχι μόνον μέχρι του Στρυμόνος, αλλά και μέχρι της Οίτης. 
     Αυτά τα εγνώριζαν, διότι ουδείς εξ αυτών θα ηδύνατο σοβαρώς και καλοπίστως να ισχυρισθή ενώπιον της Βουλής και ενώπιον της Χώρας, ότι επίστευον ότι οι Βούλγαροι μεγεθυνόμενοι εις βάρος της Σερβίας, ίσως και της Ρουμανίας και της Τουρκίας, ήθελον χορτάση και ήθελον ζήση πλέον αδελφικώς μεθ’ ημών, μεταβαλλόμενοι από λύκων εις άκακα αρνία.
     Κανείς δεν δύναται να το είπη εις την Βουλήν και να την πείση ότι το πιστεύει και ο ίδιος.  Εκείνοι λοιπόν οι οποίοι κατεπρόδωσαν την προς την Σερβίαν συνθήκην κατεπρόδωσαν συγχρόνως και τα συμφέροντα τα Ελληνικά και ηνέχθησαν να δημιουργηθή εις την Βαλκανικήν χερσόνησον κατάστασις, η οποία θα ήτο ισοδύναμος προς τον ενταφιασμόν του Ελληνισμού.  Θα είπω ακόμη και άλλο τι.
     Εκείνοι οι κακοήθεις, οι οποίοι θα εσκέπτοντο όπως οι κοινοί αχρείοι, περί των οποίων ωμίλησα, θα ημπορούσε ίσως κανείς να σκεφθή ότι θα έλεγαν: «Μα τι θέλετε να σας κάμωμεν; με αυτόν τον τρόπον τουλάχιστον αποφεύγομεν τον πόλεμον».
     Επιχείρημα, το οποίον θα ήτο βδελυρόν, επιχείρημα το οποίον θα κατέρριπτεν εις την δημοσίαν συνείδησιν Έλληνα πολιτικόν άνδρα, ο οποίος θα ετόλμα ούτως ασυστόλως να το παρουσιάση ενώπιον της δημοσίας γνώμης, αλλ’ επιχείρημα τέλος πάντων το οποίον, υποτιθεμένου ότι ο δηλητηριασμός ο επελθών δια της Γερμανικής προπαγάνδας είχε κατορθώσει να διαφθείρη το όλον Ελληνικόν, ημπορούσε να έχη κάποιαν αξίαν εις τα όμματα του κόσμου. 
Αλλ’ ουδέ τούτο είναι αληθές.
     Εγνώριζαν οι μετελθόντες την πολιτικήν αυτήν ότι δεν εκέρδιζαν ένα πόλεμον, εγνώριζαν μόνον ότι τον ανέβαλλον, ανέβαλλον τον πόλεμον, τον οποίον θα μας έκαμνεν η Βουλγαρία, διότι δεν ήτο δυνατόν να καταρρίψωσι τόσον το Έθνος ψυχικώς, ώστε να παραχωρήση τούτο άνευ πολέμου εις τους Βουλγάρους όλην την χώραν μέχρι της Οίτης. Εγνώριζαν λοιπόν ότι δεν εκέρδιζαν ένα πόλεμον, εγνώριζαν ότι τον ανέβαλλον μόνον και δι’ ολίγα μόνον έτη, δια να τον διεξαγάγωσιν ύστερον υπό τους χειρίστους όρους δια την Ελλάδα, υπό τους αρίστους δε δια τους ανταπαιτητάς ημών. 
     Αλλ’ ας έλθωμεν ήδη να εξετάσωμεν, Κύριοι, πως μετήλθον την πολιτικήν αυτήν, την οποίαν περιεκάλυψαν με το όνομα της ουδετερότητος και η οποία ήτο πράγματι πολιτική απεμπολήσεως των εθνικών συμφερόντων χάριν απλής εξυπηρετήσεως των Γερμανικών κοσμοκρατορικών τάσεων. Ας ίδωμεν πως εφήρμοσαν την πολιτικήν αυτήν, την οποίαν ενεφάνιζον δημοσία ως πολιτικήν της ουδετερότητος, πολιτικήν ολεθρίαν κατά τα τελικά αποτελέσματα, εάν σκοπόν είχον να διατηρηθή μέχρι τέλους του πολέμου εν ουδετερότητι η Ελλάς, αλλά πολιτικήν η οποία ήτο δυνατόν να συγκομίση από του νυν τουλάχιστον και δια το μέλλον συνεπείας πολύ μικροτέρας, ανυπολογίστως μικροτέρας εκείνων τας οποίας συνεκόμισαν.  Ενθυμείσθε, Κύριοι, την εμφάνισιν της Κυβερνήσεως Ζαΐμη ενώπιον της Βουλής, θα ενθυμείσθε και κάποιαν προς Δημόνικον παραίνεσιν, την οποίαν έκαμα προς την εμφανισθείσαν ενώπιόν σας Κυβέρνησιν. 
Κύριοι Βουλευταί, παρακαλώ να μου επιτρέψετε να σας αναγνώσω μέρος τι των όσων είπα τότε.
     Αφού μετά 22 μήνας έχομεν την ευκαιρίαν να συζητήσωμεν τα μεγάλα εθνικά ζητήματα θεωρώ καθήκον να εξηγήσω όλα τα σημεία όσα είναι ανάγκη, διότι απευθύνομαι και προς υμάς και προς τον Ελληνικόν λαόν, και επιθυμώ να διαφωτίσω αυτόν και παράσχω όλα τα σημεία της πλήρους διαφωτίσεως. Θα σας αναγνώσω τι τους είπα την ημέραν εκείνην, αφού τους ανεκοίνωσα τας βλέψεις του Στέμματος, αφού τους είπα ότι έπαυσαν να αποτελούν Βουλήν, αλλά μόνον Σύλλογον προκρίτων – μόνον δε τώρα αποτελούμεν αληθή Βουλήν, ο δε αξιότιμος εκ Ψαρών βουλευτής θέλει να μας κάμη και Συντακτικήν Βουλήν. –
     Αφού τους ανεκοίνωσα εκείνα, τους είπα τους κινδύνους, οι οποίοι απειλούσι την Χώραν, και προσέθηκα:
Ποία η εθνική πολιτική
     «Εάν ήθελεν υποτεθή ότι εν τη εξελίξει των πραγμάτων η Κυβέρνησις δεν θα έκρινεν επιβεβλημένον να μετάσχη εις τον αγώνα και εις περίπτωσιν ακόμη συμμετοχής της Βουλγαρίας εις αυτόν συνέστησα τούτο. Ότι η ουδετερότης ημών δύναται να εμφανίζεται και ως φιλική προς την ετέραν των ομάδων, αν όχι δι’ άλλον λόγον, αλλά δια την ύπαρξιν της συμμαχίας ημών μετά της Σερβίας, προς την οποίαν η ουδετερότης ημών δεν ήτο δυνατόν ανέκαθεν παρά να είναι φιλική και εύνους.
     Αλλ’ εάν η ουδετερότης ημών η ένοπλος εξακολουθήση να είναι από διαθέσεως και συμφώνως προς την Ελληνικήν ψυχήν εύνους προς το έτερον μέρος, έργω όμως και εκ του αποτελέσματός της η ουδετερότης ημών δεν είναι παρά αποκλειστικώς ωφέλιμος εις τον αντίθετον συνδυασμόν.
Και θέλοντες, Κύριοι, και αν δεν είχομεν ειλικρινείς διαθέσεις ουδετερότητος, τας οποίας δεν αμφισβητώ καθόλου εκ μέρους της Κυβερνήσεως, και αν ηθέλομεν τυχόν να παράσχωμεν εις τον έτερον συνδυασμόν μείζονα συνδρομήν, δεν θα ηδυνάμεθα άλλο τι να πράξωμεν πέραν τούτου το οποίον πράττομεν.
     Λέγω τούτο δια να είπω, ότι η υπηρεσία, την οποίαν η Ελλάς δια της εμμονής αυτής της ενδεχομένης εν τη ουδετερότητι μέχρι τέλους θέλει παράσχει εις τον Αυστρογερμανικόν συνδυασμόν, η υπηρεσία αύτη είναι μεγάλη και η υπηρεσία αύτη είναι εύλογον και φυσικόν ότι πρέπει να τύχη αναλόγων ανταλλαγμάτων. Ήκουσα λεγόμενον, ότι δεν επιτρέπεται εις ημάς ν’ αποβλέψωμεν εις συνεννόησιν με τον έτερον συνδυασμόν, διότι θα εξετιθέμεθα ούτως εις την μήνιν του άλλου. Δεν είμαι καθόλου σύμφωνος εις τούτο.
     Εάν εξετιθέμεθα εις την μήνιν του ετέρου συνδυασμού, τηρούντες ευμενή ουδετερότητα μέχρι τέλους και ενδεχομένως μη σπεύδοντες εις βοήθειαν της Σερβίας, δεν θα εκτεθώμεν, διότι προσφέροντες τας υπηρεσίας αυτάς αθελήτως εις τον έτερον συνδυασμόν εφροντίσαμεν να λάβωμεν ανταλλάγματα· η μήνις αιτίαν θα είχεν, όχι διότι ηθελήσαμεν να εκπορισθώμεν ωφέλειάν τινα εκ της πολιτείας ημών ταύτης, ην νομίζομεν, κατά τας αντιλήψεις της Κυβερνήσεως, ότι επιβάλλουν τα εθνικά ημών συμφέροντα.
     Θα έλεγα λοιπόν, ότι, αν τοιαύτη η πολιτική της Κυβερνήσεως μέχρι τέλους ήθελε διαρρυθμισθή εκ των πραγμάτων, θα είναι επιβεβλημένον όπως εκπορισθή το Κράτος τας ωφελείας εκείνας, τας οποίας είναι δυνατόν να εκπορισθή εκ των υπηρεσιών αυτών τας οποίας προσφέρει, ουχί διότι θέλει να χρησιμεύση προς τον ένα συνδυασμόν, αλλά διότι νομίζει ότι εξυπηρετεί τα ίδια συμφέροντα.
     Είναι καθημερινόν το φαινόμενον των Κρατών εκείνων, τα οποία εν πολέμω, μένοντα ουδέτερα χάριν ιδίων συμφερόντων, ασφαλίζουν ανταλλάγματα και δια την ουδετερότητα και μόνην. Αλλά ποία θα ήσαν τα ανταλλάγματα εν τοιαύτη περιπτώσει, τα οποία θα ενόμιζα επιβεβλημένον όπως φροντίσωμεν ν’ ασφαλίσωμεν; 
     Και ας μοι επιτραπή να παρατηρήσω εν τούτω, ότι την επιδίωξιν των ανταλλαγμάτων τούτων θα ήθελα και δι’ άλλον ακόμη λόγον, όπως δια της κανονικής οδού και υπ’ ευθύνην των αρμοδίων διομολογηθή, διότι και η ευθύνη δια τοιαύτας συνεννοήσεις και δια τα τυχόν αποτελέσματα αυτών θα ήτο ορθόν να επιπέση επί την Κυβέρνησιν και γνωρίζω ότι η παρούσα τουλάχιστον Κυβέρνησις δεν θα ήθελε ν’ αποφύγη τοιαύτας ευθύνας όπως επιρρίψη αυτάς αλλαχού.
     Θα έλεγα λοιπόν, ότι εν τοιαύτη περιπτώσει θα ήτο ενδεδειγμένον να επέλθη συνεννόησις προς τον συνδυασμόν εκείνον, τον οποίον, έστω και αθελήτως, θα εξυπηρετούμεν δια της τοιαύτης πολιτικής μας, πρώτον μεν δια να μάθωμεν ποία είναι τα ανταλλάγματα τα οποία η Βουλγαρία πρόκειται να λάβη δια της συμμετοχής εις τον πόλεμον τούτον, διότι η γνώσις τούτου δύναται να χρησιμεύση εις υμάς ως στοιχείον ασφαλές ίνα κρίνητε αν αι ανησυχίαι και οι φόβοι τους οποίους έχω είναι τοσούτον βάσιμοι, ως εγώ φρονώ, ή είναι υπερβολικώς χρωματισμένοι.
     Δεύτερον δια να καθορισθώσιν ασφαλέστερον τα ανταλλάγματα εκείνα τα οποία πρόκειται να λάβωμεν ημείς, η επέκτασις δηλαδή προς την Νότιον Αλβανίαν, η παραχώρησις των κλειδών της Δοϊράνης - Γευγελής, τας οποίας άλλως τε νομίζω ότι έχομεν καθήκον να σπεύσωμεν να καταλάβωμεν εγκαίρως, μη αναβάλλοντες τούτο μετά το πέρας του πολέμου.
     Τρίτον θα εζήτουν, όπως η εγγύησις δια την ακεραιότητα της Χώρας μη περιορισθή μόνον εις την διάρκειαν του πολέμου, οπότε θα είναι ελαχίστης αξίας, αλλ’ επεκταθή και επί σειράν τινών ετών, ας είπω μίαν δεκαετίαν, ώστε την επιούσαν της λήξεως του πολέμου να μη ευρισκώμεθα εις την αγωνίαν τρίτου πολέμου καθ’ ημών, μονομαχίας προς την Βουλγαρίαν, ίνα μας δοθή και ο χρόνος δια να αναπτύξωμεν και οργανώσωμεν και τους πόρους των νέων ημών κτήσεων και τας στρατιωτικάς ημών δυνάμεις, ώστε ν’ αντιμετωπίσωμεν την μονομαχίαν εκείνην, η οποία πρόκειται να διεξαχθή μεταξύ ημών και της γείτονος Χώρας, άνευ πλέον φίλων και άνευ συμμάχων.
     Θα έλεγα ακόμη ότι θα ήτο δίκαιον και ανάλογον προς τας υπηρεσίας τας οποίας παρέχομεν, τηρούντες μέχρι τέλους ουδετερότητα, εάν εζητούμεν όπως δια της παρεμβάσεως της Αυστρίας και Γερμανίας επιβληθή η ανταλλαγή των πληθυσμών των δύο χωρών, αι οποίαι επί εκτάσεως πολλών εκατοντάδων χιλιομέτρων πρόκειται να συνορεύουν του λοιπού, όπως οι μεν Βουλγαρικοί πληθυσμοί, οι ζώντες ακόμη εντός του Ελληνικού εδάφους, μεταφερθώσιν εις την Βουλγαρίαν, οι δε Ελληνικοί πληθυσμοί, οι ζώντες ακόμη και μεθ’ όλας αυτάς τας καταστροφάς εν Βουλγαρία, μεταφερθώσιν επί του Ελληνικού εδάφους.
     Θα ήτο τούτο, Κύριοι, μία εκ των καλυτέρων εγγυήσεων ότι το καθεστώς το Βαλκανικόν, οίον θα προήρχετο εκ του παρόντος πολέμου, αναγνωρίζεται οπωσδήποτε ειλικρινώς υπό των ενδιαφερομένων Κρατών και τουλάχιστον θα έλειπεν από τον αντίπαλον το μέγα επιχείρημα ότι αγωνίζεται προς πραγματοποίησιν αξιώσεων αι οποίαι στηρίζονται τάχα επί εθνολογικής βάσεως.
Επιτρέψατέ μου, Κύριοι, να είπω ότι, αν ουδέ τούτο ήθελε γίνει, εάν ηθέλομεν αφεθή φερόμενοι υπό των περιστάσεων να φθάσωμεν μετά την λήξιν του πολέμου του Ευρωπαϊκού εις διαρρύθμισιν των Βαλκανικών πραγμάτων, οίαν εγώ την προβλέπω ασφαλή, με την ισορροπίαν της συνθήκης του Βουκουρεστίου ανατραπείσαν, με Βουλγαρίαν ουσιωδώς ισχυροτέραν της Ελλάδος, θα δημιουργήσωμεν μίαν αγωνίαν της εθνικής ψυχής δια την έκβασιν της αναποφεύκτου συγκρούσεως, η οποία θα καταστήση αβίωτον τον βίον της Χώρας ταύτης.
     Δεν θέλω, Κύριοι, κατά την στιγμήν ταύτην, την τόσον επίσημον, να υπάρξω πικρός προς ουδένα, δεν ποθώ να παρεξηγηθώ, αν είπω προς υμάς: προσέξατε ποίαν το κόμμα των Φιλελευθέρων παρέλαβε παρ’ υμών την Ελλάδα και ποίαν την παραδίδει προς υμάς· προσέξατε μήπως την παραδώσετε βραδύτερον ελάσσονα». Αλλ’ αι παραινέσεις αύται, Κύριοι, απηυθύνοντο εις ώτα μη ακουόντων.
     Εάν μετήρχοντο αληθώς ουδετερόφιλον πολιτικήν, θα ήσαν υποχρεωμένοι να λάβωσιν υπ’ όψιν όλας τας συστάσεις ταύτας, τας οποίας τους έκαμα. Δεν τας έλαβον όμως, ακριβώς διότι δεν μετήρχοντο ουδετερόφιλον πολιτικήν, μετήρχοντο απλώς Γερμανικήν πολιτικήν.
     Και δεν είναι ακατανόητον μόνον, ότι δεν επρονόησαν περί όσων τότε συνέστησα εις αυτούς να προνοήσουν· είναι ακατανόητον ακόμη πως δεν επρονόησαν, καταπροδίδοντες τον σύμμαχόν μας, επιτρέποντες εις τον κληρονομικόν εχθρόν να συντρίψη αυτόν και υπεραυξηθή επί ιδία ωφελεία, πως δεν εφρόντισαν να εξασφαλίσωσι τουλάχιστον κατά την στιγμήν εκείνην, όταν ήμεθα πάνοπλοι, το αλύμαντον του Ελληνικού εδάφους, εν πάση περιπτώσει. 
Τα εγκλήματα του Επιτελείου.
     Αφού, Κύριοι, απεμακρύνθην της αρχής δια να επιβάλη το Στέμμα την προσωπικήν του πολιτικήν, και η αληθής Κυβέρνησις της Χώρας, το Επιτελείον, εγνώριζεν ότι οι Αγγλογάλλοι ήρχιζαν την ημέραν της αποχωρήσεώς μου το απόγευμα να αποβιβάζωνται, αφού εγνώριζεν ότι δεν πρόκειται να διατυπώση η νέα Κυβέρνησις αντίρρησίν τινα κατά της αποβάσεως των Αγγλογάλλων, ότι επομένως θα ήρχετο εις στρατός Αγγλογαλλικός εις την Θεσσαλονίκην δια να σπεύση εις βοήθειαν των Σέρβων, αφού τούτο εγνώριζεν η αληθής Κυβέρνησις, το Επιτελείον, και διεκήρυττε παντού, και εις τούτο είχε δίκαιον, ότι η βοήθεια του Αγγλογαλλικού στρατού, μετά την καταπρόδοσιν εκ μέρους μας της Σερβίας, θα έφθανε βραδέως και δεν θα επρολάμβανε την καταστροφήν της Σερβίας, δεν ήτο υποχρεωμένον να προβλέψη ότι επερχομένης οπισθοχωρήσεως των Αγγλογάλλων, εξαναγκαζομένων εις τούτο υπό της πιέσεως των εχθρών των, η Χώρα ημών θ’ απέβαινε πεδίον πολέμου;
      Δεν ήτο υποχρεωμένον να γνωρίζη το Επιτελείον ότι, εάν οι Αγγλογάλλοι υποχωρούντες ωχυρούντο περί την Θεσσαλονίκην αποτελούντες απειλήν του δεξιού της Γερμανοβουλγαρικής παρατάξεως, ότι θα ήτο πολύ φυσικόν να ζητήσουν οι τελευταίοι να εισέλθουν, ίνα τους εκδιώξουν εκ Θεσσαλονίκης;
     Αφού ταύτα εγνώριζαν, διατί δεν εφρόντιζαν τουλάχιστον να συνομολογήσωσι κατά τας ημέρας εκείνας, ότε είχαν εις χείρας των επιστράτευσιν και την ελευθερίαν των κινήσεών των, ότι δεν θα εισέλθουν οι Γερμανοβούλγαροι εν ουδεμιά περιπτώσει εις το Ελληνικόν έδαφος; Και εάν με την Γερμανικήν πολιτικήν, την οποίαν ήσκουν, δεν τους ήτο δυνατόν να συνομολογήσωσι τοιαύτην υποχρέωσιν της Γερμανίας δια τα Γερμανικά στρατεύματα, διατί τουλάχιστον, εάν δεν ήσκουν όχι μόνον Γερμανικήν, αλλά και Βουλγαρικήν πολιτικήν, διατί τουλάχιστον δεν επρονόησαν όπως εξασφαλισθούν ότι δεν θα γίνη εισβολή και προέλασις Βουλγαρικών στρατευμάτων εντός του Ελληνικού εδάφους; Ποία είναι η εξήγησις των αποριών τούτων; Τι απαντούν οι κατηγορούμενοι εις τα ερωτήματα ταύτα;
     Ωμίλησα εν τούτω περί της ευθύνης, περί των εγκλημάτων του Επιτελείου. Δεν ωμίλησα περί ευθύνης εν τούτω της Κυβερνήσεως Ζαΐμη. Ο κ. Ζαΐμης, την στιγμήν εκείνην ερχόμενος, και ας είπω δε και τον χαρακτηρισμόν: μοιραίος πρωθυπουργός, δεν ήτο δυνατόν να προΐδη πάντα ταύτα και τα μελετήση. Δεν θεωρώ δια τούτο υπεύθυνον εκείνον.
     Πρέπει μάλιστα να ομολογήσω, αφού υπήρξα αυστηρός εις το να τον κακίσω, όπου ενόμισα ότι ήτο κακιστέος, ότι η κατ’ επίφασιν Κυβέρνησις Ζαΐμη, εφ’ όσον τουλάχιστον πρόκειται προσωπικώς περί του κ. Ζαΐμη, ο οποίος ήτο Πρωθυπουργός και Υπουργός των Εξωτερικών, ήσκει αληθώς φιλουδετέραν πολιτικήν, και δια τούτο βλέπετε ότι κατά το διάστημα της παραμονής του εις την αρχήν επί ένα μήνα αι σχέσεις μας με τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως υπήρξαν ομαλώταται, καίτοι δε ο κ. Ζαΐμης ήτο ο καταπατήσας την Συνθήκην την συμμαχικήν, και χρήματα εδόθησαν εκ μέρους των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως εις αυτόν και πάσα επεδείχθη ευμένεια προς την Κυβέρνησίν του. Αλλά δια τούτον ακριβώς τον λόγον η Κυβέρνησις του κ. Ζαΐμη ήτο Κυβέρνησις απαρέσκουσα εις την πραγματικήν Κυβέρνησιν.
     Η πραγματική Κυβέρνησις δεν έστεργε τον τοιούτον σχηματισμόν της φαινομένης Κυβερνήσεως. Ο κ. Ζαΐμης εφαίνετο άνθρωπος διατεθειμένος μεν να εξυπηρετήση μετά τινος, θα είπω, Αυλικής ευκαμψίας την επιθυμίαν του Στέμματος, αλλά δεν ήτο διατεθειμένος παντάπασι να υπάρξη άνθρωπος κακής πίστεως. Δια τούτο δεν έμενεν ή να παραιτηθή εκ της θέσεώς του ο κ. Ζαΐμης. Και όταν έγινεν εν τη Βουλή το επεισόδιον Γιαννακίτσα, η παρασκηνιακή Κυβέρνησις ώθησε τα πράγματα εις τα άκρα, ίνα απομακρυνθή ούτος της Κυβερνήσεως. 
Το επεισόδιον του πράκτορος του Στέμματος.
Ενθυμείσθε το επεισόδιον.
     Ο απροκαλύπτως εμφανιζόμενος δεσποτισμός δεν ηρκέσθη εις την ύβριν, η οποία εγένετο ενταύθα δια του απεσταλμένου του Στέμματος, αλλ’ επηύξησε την ύβριν και εδιπλασίασεν αυτήν δια της περιβολής του υβρίσαντος υπουργού με ανώτατον αυλικόν αξίωμα. Ενθυμείσθε ποία κατεβλήθη ειλικρινής προσπάθεια εκ μέρους του κόμματος των Φιλελευθέρων, όπως μεθ’ όλον το επεισόδιον εκείνο μη ωθηθώσι τα πράγματα εις διάλυσιν της Βουλής. Εδηλώσαμεν ότι, εάν η Κυβέρνησις ανασυνεκροτείτο άνευ του υβρίσαντος υπουργού, θα ήμεθα πρόθυμοι να συνεργασθώμεν μετ’ αυτής εν τη Βουλή. Εδηλώσαμεν ότι, και αν η Κυβέρνησις συνεκροτείτο μετά του υβριστού υπουργού, ήμεθα διατεθειμένοι να μη προσέλθωμεν εις την Βουλήν, ίνα αφήσωμεν την Κυβέρνησιν μετά των φίλων της να προέλθη εις την ψήφισιν των κατεπειγόντων νομοσχεδίων.
     Η ψήφισις θα εγίνετο εντός 10 – 15 ημερών και η Βουλή ηδύνατο συνταγματικώς να διακόψη τας εργασίας της επί εν έτος, μέχρι του Οκτωβρίου του 1916. Αλλ’ όλαι αι δηλώσεις και αι ενέργειαι ημών αύται εθράσυνον μάλλον αντί να συγκρατήσουν τον δεσποτισμόν εις τον κατήφορον όπου εφέρετο.
     Όλα αυτά εθεωρούντο όχι προσπάθειαι προς αποτροπήν των πραγμάτων εις τα έσχατα, αλλά ως αδυναμία πολιτική, ως μία ανασκόπησις καθαρώς κομματική, η οποία σκοπόν είχε να προλάβη εκλογάς κατά την στιγμήν εκείνην, διότι αι εκλογαί, γινόμεναι κατά την εποχήν εκείνην, και υφ’ ους όρους έμελλον να τας κάμουν, εθεωρούντο ως ασφαλίζουσαι εις αυτούς την επιτυχίαν.  Εφρόντισα να γνωρίσω εις τους υπευθύνους, ότι, εάν προβώσι μέχρι διαλύσεως της Βουλής, πρέπει να γνωρίζουν ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν θα προσέλθη εις τας εκλογάς.
     Ενόμισα ότι ήτο καθήκον μου να διαμηνύσω προς αυτούς δια τινος τότε φίλου μου, σήμερον λιποτάκτου, ότι η μη προσέλευσις εις τας εκλογάς ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος σεβομένου εαυτό, είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να έχη τας συνεπείας τας οποίας είχε κατά τας εκλογάς του 1910 η αποχή των παλαιών κομμάτων. Η πράξις της μη προσελεύσεως εις τας εκλογάς έθετε καθαρώς το ζήτημα το Συνταγματικόν, το ζήτημα των ελευθεριών του λαού, το ζήτημα μεταξύ της λαϊκής κυριαρχίας και του Στέμματος, ζήτημα του οποίου δεν ηθέλομεν μεν τότε να επιδιώξωμεν την λύσιν, δι' ους λόγους εξήγησα προ μικρού, αλλά του οποίου θα επεδιώκομεν εν καιρώ την λύσιν.
Οι μικροί και ταπεινοί μας αντίπαλοι τα εδέχθησαν και αυτά με μειδιάματα.
     Είπον: «Α! μας τα λέγει δια να μας φοβίση, ενώ ήδη είναι καιρός να συντρίψωμεν αυτόν και να έχωμεν πλειοψηφίαν εις την Βουλήν και διακανονίσωμεν τας ενεργείας μας όπως θέλομεν ημείς».
Και ούτως εσχηματίσθη η Κυβέρνησις των νέων Σωτήρων υπό αρχηγόν τον Αρχισωτήρα, οι οποίοι κατεκυλίσθησαν μέχρι του ονείδους, του αίσχους και της προδοσίας του Ρούπελ. 
Η κυβέρνησις των γερόντων.
     Εκλήθη λοιπόν η Κυβέρνησις των γερόντων, όπως ωνομάσθη – δεν δύναται δε η ονομασία αύτη εκ μέρους μου να έχη καμμίαν έννοιαν κακήν, διότι δυστυχώς και εγώ είμαι γέρων, ώστε δεν το λέγω με έννοιαν υβριστικήν, (γέλωτες), – εκλήθη λοιπόν η Κυβέρνησις των γερόντων δια να εφαρμόση δήθεν την λεγομένην ουδετερόφιλον πολιτικήν, και ο κ. Σκουλούδης, δια να ρίψη στάχτη στα μάτια των Φράγκων, έκαμε τας γνωστάς δηλώσεις του, ως λέγει η τηλεγραφική εγκύκλιος του κ. Σκουλούδη της 26 Αυγούστου προς τους εν Παρισίοις, Ρώμη και Πετρουπόλει πρεσβευτάς: «Ομιλούντες προς τον Υπουργόν των Εξωτερικών θέλετε ευαρεστηθή να δώσητε αυτώ εκ μέρους μου την κατηγορηματικωτέραν διαβεβαίωσιν περί της σταθεράς ημών αποφάσεως, όπως εξακολουθήσωμεν την ουδετερότητα ημών υπό τον τύπον της ειλικρινεστέρας ευμενείας προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως. Ευαρεστηθήτε να προσθέσητε, ότι η νέα Κυβέρνησις υιοθετεί τας επανειλημμένας δηλώσεις του κ. Ζαΐμη περί της φιλικής στάσεως της Β. Κυβερνήσεως έναντι των εν Θεσσαλονίκη Συμμαχικών στρατευμάτων και ότι έχει αρκούσαν συνείδησιν των αληθών αυτής συμφερόντων και του τι οφείλει εις τας Προστάτιδας της Ελλάδος Δυνάμεις ίνα μη παρεκκλίνη δι’ όλον τον κόσμον της χαραχθείσης πολιτικής, ελπίζει δε κατόπιν τούτου ότι τα αισθήματα της φιλίας των Δυνάμεων τούτων προς την Ελλάδα εν ουδεμιά στιγμή θέλουσιν επηρεασθή υπό κακοβούλων και υποβολιμαίων ειδήσεων, αίτινες τίθενται σκοπίμως εν κυκλοφορία επί τω ματαίω σκοπώ να ψυχράνωσι τας αγαθάς σχέσεις της Συνεννοήσεως μετά της Ελλάδος».
     Θα έλεγε κανείς ότι το περιεχόμενον της εγκυκλίου αυτής απετέλει ερωτικάς ντεκλαρασιόν. (Γέλωτες). Αλλά τας πρώτας δηλώσεις διεδέχθησαν αι δεύτεραι γκάφες του αμέσως.
     Δεν επέρασαν ολίγαι ημέραι και, υποχωρούντος του Αγγλογαλλικού στρατού, εγεννήθη το ζήτημα του τι θα εγίνετο όταν θα υπεχώρουν επί του Ελληνικού εδάφους και οι Σέρβοι. Και ο κ. Σκουλούδης εις μίαν των συναντήσεων αυτού προς ένα των πρέσβεων της Συνεννοήσεως έλεγεν: «Ηξεύρετε, αν υποχωρήσουν οι Σέρβοι είμεθα υποχρεωμένοι να τους συλλάβωμεν!»
Και του έλεγεν ο πρεσβευτής: «Πως είναι δυνατόν;
Είναι σύμμαχοί σας, είσθε υποχρεωμένοι να τηρήσετε ευμενεστάτην ουδετερότητα, έπειτα οι Σέρβοι είναι σύμμαχοί μας και ημείς ήλθομεν εδώ τη συγκαταθέσει σας».
Και ο κ. Σκουλούδης απήντα: «Και εις σας θα έπρεπε να κάμωμεν το ίδιον!»
Συζήτησις εγεννήθη αν είπε «θα έπρεπε» ή «θα κάμωμεν το ίδιον», αλλ’ εννοείτε ποίαν σημασίαν είχε το πράγμα όπως και αν το είπε.
     Σας αφίνω να εννοήσετε ποία εντύπωσις παρήχθη και ποίαι έμελλον να καταστώσιν αι σχέσεις της Κυβερνήσεως των γερόντων προς την ομάδα της Συνεννοήσεως, ενώ, όπως σας ανέγνωσα προ μικρού, έδιδε την διαβεβαίωσιν της διατηρήσεως της ειλικρινεστέρας ευμενείας προς τας Δυνάμεις της Συνεννοήσεως. Και όταν του εγένετο παρατήρησις, ότι αυτά τα οποία λέγει δια τους Σέρβους και αυτή η πολιτεία του η μεταγενεστέρα δεν συμβιβάζεται καθόλου προς την υπεσχημένην ευμενή ουδετερότητα, ο κ. Σκουλούδης ελησμόνησεν όλα όσα είχεν είπει εν αρχή και παρετήρησε μετ’ οργής:
«Τι μου ομιλείτε περί ευμενος ουδετερότητος;
Εγώ δεν ηξεύρω πολλών ειδών ουδετερότητας, ηξεύρω μόνον δύο ειδών· την ουδετερότητα την εκουσίαν και την ουδετερότητα την αναγκαστικήν!»
Και ελησμόνει ότι είχε υποσχεθή όχι απλήν ουδετερότητα, ουδέ απλώς ευμενή, αλλά ειλικρινέστατα ευμενή.
     Ενόμισεν ότι ήρκει να είπη τούτο την πρώτην ημέραν και να κάμη ό,τι του ήρεσε τας άλλας, διότι υπέθετε, φαίνεται, ότι θα ελησμονούντο αι πρώται δηλώσεις του και ούτω δεν θα επήρχετο κανέν επιβλαβές αποτέλεσμα, μη εννοών ότι θα εγίνετο αφορμή να εκπέση εις την εκτίμησιν των Μεγάλων Δυνάμεων, εις ο σημείον εξέπεσεν η Ελλάς κατά την Κυβέρνησιν των γερόντων.
Γ. ΠΩΠ. Ουδετερότης του γήρατος. (Γέλωτες)