Οδυσσέας Ελύτης
«Ψαλμός ΙΗ΄» [Το Άξιον Εστί] Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα μ’ ακολουθούν
κορίτσια κυανά κι αλογάκια
πέτρινα με τον τροχίσκο
του ήλιου στο πλατύ μέτωπο. Γενιές μυρτιάς μ’
αναγνωρίζουν από τότε που
έτρεμα στο τέμπλο του νερού, άγιος, άγιος,
φωνάζοντας. Ο νικήσαντας τον
Άδη και τον Έρωτα σώσαντας, αυτός ο Πρίγκιπας
των Κρίνων είναι. Κι από κείνες πάλι
τις πνοές της Κρήτης, μια στιγμή
ζωγραφιζόμουν. Για να λάβει ο
κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο. Στον ασβέστη τώρα
τους αληθινούς μου Νόμους κλείνω κι
εμπιστεύομαι. Μακάριοι, λέγω, οι
δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο. Γι’ αυτών τα
δόντια η ρόγα που μεθά, στων ηφαιστείων το
στήθος και στο κλήμα των παρθένων. Ιδού ας
ακολουθήσουνε τα βήματά μου! Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα το χέρι του
Θανάτου αυτό χαρίζει τη
Ζωή και ο ύπνος δεν
υπάρχει. Χτυπά η καμπάνα
του μεσημεριού κι αργά στις
πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα: ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Αιέν αιέν και νυν
και νυν τα πουλιά κελαηδούν ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το
τίμημα. Ο ποιητής έχοντας
δηλώσει στο πλαίσιο προγενέστερων ενοτήτων πως λειτουργεί ως ο λογοτεχνικός
δημιουργός ενός νέου κόσμου που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βία και την
οδύνη που ταλαιπώρησε τον ελληνισμό, παρουσιάζει στον συγκεκριμένο ψαλμό την
«αποθέωσή» του. Η δύσκολη πορεία του ποιητή μέσα από τις στιγμές του πολέμου,
της κατοχής, της πείνας και της εξαθλίωσης, τού δίνει το δικαίωμα να
αναδημιουργήσει τον ελληνικό χώρο με τους δικούς του πλέον όρους. Βίωσε πλήθος
ματαιώσεων, γνώρισε από κοντά τον πόνο των συνανθρώπων του, αλλά έχει πια
οδηγηθεί στη Γένεση ενός καθαγιασμένου ελληνικού χώρου που τού προσφέρει
-δικαιωματικά- την αναγνώριση, τη δόξα και την ευδαιμονία. «Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα μ’ ακολουθούν
κορίτσια κυανά κι αλογάκια
πέτρινα με τον τροχίσκο
του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.» Ο ποιητής
οδεύοντας προς την ολοκλήρωση της εκτενούς ποιητικής του σύνθεσης δηλώνει πως
πλέον μεταβαίνει σε μια χώρα «μακρινή» και «αρυτίδωτη». Σε μια χώρα που
βρίσκεται πέρα από τις συνήθεις ανθρώπινες παθογένειες και ανέγγιχτη από τη
φθορά του χρόνου⸱ μια νέα και νεανική χώρα δημιουργημένη εν μέρει από τον ίδιο, στην οποία
κυριαρχεί η αγνότητα του ποιητικού κόσμου. Κοντά στον ποιητή, άλλωστε, έρχονται
σύμβολα του κάλλους τόσο της φύσης όσο και της τέχνης, τα οποία αναδεικνύουν
την ιδιαιτερότητα του ποιητικού του σύμπαντος. Κορίτσια που έχουν το χρώμα του
ουρανού και της θάλασσας -σταθερές παρουσίες στην ποίηση του Ελύτη-, σύμβολα κι
εκείνα ενός αναγεννημένου, πάναγνου και ευδαιμονικού κόσμου. Τον ακολουθούν,
συνάμα, «αλογάκια πέτρινα», ομοιώματα πιθανώς ιππόκαμπων, που έχουν στο μέτωπό
τους έναν μικρό τροχό ως σύμβολο του ήλιου, του φωτός και της πνευματικής
διαύγειας. Το μπλε του ελληνικού ουρανού και της θάλασσας μαζί με μια υπόμνηση
του ηλιακού φωτός είναι οι συνοδοιπόροι του ποιητή στο ταξίδι του προς τη νέα,
ανέγγιχτη και άφθαρτη χώρα. «Γενιές μυρτιάς μ’
αναγνωρίζουν από τότε που
έτρεμα στο τέμπλο του νερού, άγιος, άγιος,
φωνάζοντας.» Ο ποιητής υπήρξε
από τα χρόνια της νεότητάς του «πιστός» της φύσης και των θαυμάτων της,
διαμορφώνοντας το πνεύμα του υπό τις επιταγές αρμονίας και κάλλους του φυσικού
περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, εύλογα αναγνωρίζεται από τις μυρτιές, εφόσον τον
γνώριζαν από τα πρώτα πνευματικά του βήματα, όταν με βαθιά αίσθηση περισυλλογής
και σεβασμού απέτινε τιμή στο ιερό «τέμπλο» του νερού∙ στο βασικό αυτό στοιχείο
της φύσης. Ο ποιητής ασπάστηκε εξαρχής τα διδάγματα της φύσης -κάτι που είναι
εμφανές στο σύνολο του έργου του- και χάρη στη μαθητεία αυτή κατόρθωσε να φέρει
εις πέρας την ποιητική ανάπλαση του ελληνισμού, εξαγνισμένου από τα δεινά του
πολέμου, έτοιμου να κάνει μια νέα αρχή. Δικαίως, έτσι, αποθεώνεται από τη φύση
(«άγιος, άγιος»), αφού κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του. ἅγιος, ἅγιος, φωνάζοντας. Πρβλ. Κ. Δ.: «καὶἀνάπαυσιν οὐκ ἔχουσιν ἡμέρας και νυκτός λέγοντες ἅγιος, ἅγιος ἅγιος, κύριος ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ, ὁἦν και ὁὢν και ὁἐρχόμενος» (Ἀποκαλ. Ἰωάνν. Δ, 8). Τον ἀποκαλοῦν ἅγιο, διότι ἐξεπλήρωσε την ἐντολή. «Ο νικήσαντας τον
Άδη και τον Έρωτα σώσαντας, αυτός ο Πρίγκιπας
των Κρίνων είναι.» Η ποιητική
δημιουργία του Ελύτη είναι ξεκάθαρα συνδεδεμένη με την ελληνική παράδοση σε όλη
της διαχρονία της, εκκινώντας από το Μινωικό πολιτισμό, ενσωματώνοντας τη
χριστιανική πίστη και ατενίζοντας σε ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Ο ποιητής, ως
ζωοδότης δημιουργός και ως θεράπων του αισθητικού και συναισθηματικού κάλλους,
υπερνικά τη λήθη του θανάτου και επαναφέρει την προσοχή στη σωτήρια λειτουργία
του Έρωτα. Ταυτίζεται, άλλωστε, με τον περίφημο Πρίγκιπα των Κρίνων, των
μινωικών ανακτόρων, απολυτρωμένος κι ο ίδιος από τους περιορισμούς και τη φθορά
του χρόνου. Διαχρονικό σύμβολο της ισχύος που διακρίνει την τέχνη και τα
δημιουργήματά της, ο Πρίγκιπας των Κρίνων, είναι, συνάμα, σαφής αναφορά στη
γενέτειρα του ίδιου του ποιητή, την Κρήτη. «Κι από κείνες
πάλι τις πνοές της Κρήτης, μια στιγμή
ζωγραφιζόμουν. Για να λάβει ο
κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.» Η πνευματική
διαμόρφωση του ποιητή, όπως και η σωματική γένεσή του, συνέβησαν στην Κρήτη,
όπου δεχόμενος τον ήπιο άνεμο της κρητικής γης απαθανατίστηκε για μια στιγμή η
μορφή του∙ ζωγραφίστηκε, όπως ο Πρίγκιπας των Κρίνων∙ γνήσιος γόνος -και
συνεχιστής- της μινωικής τέχνης. Στο πρόσωπο και στο πνεύμα του ποιητή η
ελληνική τέχνη βρίσκει τη νέα πραγμάτωσή της και την αναγκαία συνέχισή της.
Δικαιώνεται, διαιωνίζεται και διασώζεται, κατ’ αυτό τον τρόπο, στην απεικόνιση
του ποιητή-Πρίγκιπα, ο κρόκος -το σαφράνι που χρησιμοποιήθηκε ως χρωστικό υλικό
στις μινωϊκές τοιχογραφίες- διασφαλίζοντας τη διαχρονική του αναγνώριση.
Στόχος, άλλωστε, του Ελύτη στο «Άξιον εστί» υπήρξε το να αναδείξει το
πολύπλευρο, αιώνιο, συνεχές και αδιάσπαστο της ελληνικής τέχνης και κατ’
επέκταση του ελληνικού πνεύματος. Για να λάβει ὁ κρόκος ἀπό τους αἰθέρες δίκαιο. Το νόημα
συνεχίζεται συνειρμικά ἀπό την τοιχογραφία
με το χρῶμα τῆς βαφῆς τοῦ κρόκου. Ὁ κρόκος ἢ κοινῶς ζαφορά ἦταν σύμβολο τῆς μεγάλης Κρητικῆς Θεᾶς. Νομίζω ὅτι ο συνειρμός εἶναι
προφανῶς καὶ... ἀρχαιολογικός : ἀπό τον Πρίγκιπα τῶν
Κρίνων στον Κροκοσυλλέκτη! «Στον ασβέστη τώρα
τους αληθινούς μου Νόμους κλείνω κι
εμπιστεύομαι.» Ο ποιητής περνά
από τη μινωική τέχνη στο σύγχρονο κυκλαδίτικο τοπίο με τα ασβεστωμένα σπίτια
που δημιουργούν μια εντυπωσιακή σύνθεση με το γαλάζιο της θάλασσας. Στον
ασβέστη που χρησιμοποιούν οι νησιώτες, φανερώνοντας την έμφυτη καλαισθησία
τους, εμπιστεύεται ο ποιητής τους αληθινούς, τους γνήσια ελληνικούς, Νόμους
του. Εκφράζει την πεποίθησή του πως ο ελληνικός λαός γνωρίζει πώς να σεβαστεί
την αξία της φύσης, το ανεκτίμητο της τέχνης και την ουσία του ελληνικού
πνεύματος σε όλες τις εκφάνσεις του. Δεν φοβάται, άρα, πως υπάρχει κάποιος
κίνδυνος να εκπέσει ή να υπονομευτεί η πολυδιάστατη ελληνική ταυτότητα, εφόσον
οι Έλληνες φέρουν μέσα τους άδολο το πνεύμα των προγόνων τους και των
πνευματικών τους πατέρων. Στο ἀσβεστοκονίαμα· ἡἰδέα τῆς τοιχογραφία συνεχίζεται. Ὁ Μαρωνίτης (ἔ. ἀ.) πιστεύει ὅτι ἀναφέρεται στους Νόμους τοῦ Πλάτωνος. Το ὅλο βιβλικό ὕφος, νομίζω, μᾶς φέρνει στο νοῦ τον Μωϋσῆ. Ὁ νόμος εἶναι ἡἐντολὴἐδῶ. Ἡ κατάληξη «κλείνω
κι ἐμπιστεύομαι»
νομίζω ὅτι ἐμπεδώνει τη γνώμη. Ὁἀσβέστης, για να ἀποδώση
ἑλληνικό ὑλικό (ἀσβεστωμένα σπίτια-νησιά) στην γραφή. Πρβλ. Ὀδ. Ἐλύτη: «Ἔριξα τους ὁρίζοντες μες στον ἀσβέστη και με χέρι ἀργό
ἀλλά σίγουρο πῆρα να χρίσω τους
τέσσερεις τοίχους τοῦ μέλλοντος μου. / Ἡἀσέλγεια, εἶπα, εἶναι καιρός ν’ ἀρχίσει το ἱερατικό της
στάδιο» (Ἕξη καὶ Μία Τύψεις για τον Οὐρανό, ὉἌλλος Νῶε). «Μακάριοι, λέγω,
οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο. Γι’ αυτών τα
δόντια η ρόγα που μεθά, στων ηφαιστείων το
στήθος και στο κλήμα των παρθένων.» Ευτυχισμένοι,
σύμφωνα με τον ποιητή, είναι εκείνοι που έχουν το ψυχικό και πνευματικό σθένος
να ερμηνεύσουν και να αποδεχθούν με όλη την απλότητα και όλο του το μυστήριο το
Άσπιλο της ελληνικής χριστιανικής ψυχής. Χρειάζεται, άλλωστε, μεγάλη δύναμη για
να αποδεχτεί κάποιος όσα υπερέχουν αυτού και όσα υλοποιούνται και γεννιούνται
σε επίπεδα απρόσιτα στην ανθρώπινη υπόσταση και σκέψη. Η δύναμή τους, πάντως,
δικαίως επιβραβεύεται με την απόλαυση των όσων έχει άδολα να προσφέρει η
ελληνική φύση. Η ρόγα του σταφυλιού και το κρασί -κυριολεκτικό και μεταφορικό-
που δημιουργείται στην αγκαλιά των ηφαιστείων -υπόμνηση κυκλαδίτικου τοπίου-,
καθώς και στα αμπέλια «των παρθένων». Στα αγνά αμπέλια της ελληνικής φύσης,
αλλά και σε δεύτερη ανάγνωση στην υπόσχεση της ερωτικής ηδονής που προσφέρει ως
δώρο η φύση στους ανθρώπους. Εκείνοι που
αποδέχονται τον μυστηριακό χαρακτήρα μέρους της ελληνικής ταυτότητας, εκείνοι
διεκδικούν δικαίως και τις αντίστοιχες πνευματικές, αισθητικές και σωματικές
απολαύσεις. Γι’ αὐτῶν τα δόντια ἡ ρόγα που μεθᾶ, Δίσημο: ἡ θηλὴ τοῦ μαστοῦ καὶ τὸ σταφύλι.
Συμβολίζει τὸ γάλα καὶ τὸν οἶνο τῆς ζωῆς, τὴν εὐδαιμονία. Ἡ διατύπωση κατὰ τὴ λαϊκὴἔκφραση: «δὲν εἶναι γιὰ τὰ δόντια σου ».
Πρβλ. Π. Δ.: «Φιλησάτω με ἀπό φιλημάτων
στόματος αὐτοῦ, ὅτι ἀγαθοί μαστοί σου ὑπέρ
οἶνον» (Ἄσμα Ἀσμάτων, Α΄ 2) και «μαστοί σου ὡς βότρυες τῆς ἀμπέλου » (αὐτ. Ε΄, 9). στῶν ἡφαιστείων το στῆθος και στο κλῆμα τῶν παρθένων. Ἀντιμετάθεση τῶν ἑτεροπτώτων προσδιορισμῶν με κέρδος μια ἐπιτυχημένη
μεταφορά. Ἡ κυριολεξία: « στῶν ἡφαιστείων το κλῆμα και στο στῆθος τῶν παρθένων»· συνδέει και ἀλλοῦ το κλῆμα με τα ἡφαίστεια, ὅπως στο στ’ ἆσμα: «στα ἡφαίστεια κλήματα σειρά». Ὁ συμβολισμός εἶναι προφανής: το
γάλα τῆς ζωῆς που προετοιμάζουν τα στήθη, και τα ἡφαίστεια, τα τόσο κοντά στο θάνατο, που ἔχουν τη μορφὴ μαστοῦ, προετοιμάζουν με το κλῆμα τη μέθη (οἶνος) τῆς ζωῆς. «Ιδού ας
ακολουθήσουνε τα βήματά μου! Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.» Ο ποιητής
λειτουργεί ως πρότυπο για τους υπόλοιπους ανθρώπους και δη για τους «δυνατούς»
του πνεύματος, οι οποίοι μπορούν να τον ακολουθήσουν στον νέο -ποιητικά
πλασμένο- κόσμο του κάλλους και της αρετής. Με σχήμα επανάληψης, για λόγους
έμφασης, ο ποιητής επαναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της νέας «αρυτίδωτης» χώρας
που ο ίδιος δημιούργησε. «Τώρα το χέρι του
Θανάτου αυτό χαρίζει τη
Ζωή και ο ύπνος δεν
υπάρχει.» Στον νέο -ποιητικά
πλασμένο- κόσμο ο προσωποποιημένος Θάνατος είναι αυτός που χαρίζει στους
ανθρώπους τη Ζωή. Η αυτοθυσία των ανθρώπων για την υπεράσπιση της πατρίδας,
τούς διασφαλίζει μια διαρκέστερη και ακλόνητη «ζωή» στη μνήμη των απογόνων και
των μεταγενέστερων. Το όνομά τους καθαγιάζεται και λειτουργεί ως εξιδανικευμένο
πρότυπο. Στον νέο κόσμο, άλλωστε, δεν υπάρχει καν ο ύπνος, εφόσον οι άνθρωποι
δεν παύουν να μοχθούν για την τελείωση της κοινωνίας και για την υλοποίηση όσων
μέχρι πρότινος κινούνταν μόνο στο πεδίο ενός ονειρώδους ιδανικού. «Χτυπά η καμπάνα
του μεσημεριού κι αργά στις
πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:» Στην κορύφωση της
ημέρας, την ώρα που χτυπά -κατά τρόπο μεταφορικό- η καμπάνα του ήλιου, του
ελληνικού πύρινου ήλιου, αρχίζει να χαράζεται στις πέτρες που φλέγονται το
τελικό μήνυμα προς τους ανθρώπους που βρίσκουν το ψυχικό σθένος να μεταβούν
στον νέο κόσμο, απαλλαγμένοι από τις ελλείψεις, τα ελαττώματα και τις
μικροπρέπειες του παρελθόντος. Η επίγνωση, άλλωστε, πως το ιδανικό δεν
βρίσκεται πια στο επίπεδο του ονείρου, αλλά πραγματώνεται μπροστά στα μάτια
τους, τούς επιτρέπει να αποδεχτούν το καθήκον τους με μεγαλύτερη ευκολία. κι ἀργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα: Δικαιολογεῖ νομίζω ὅσα προηγουμένως ἀνέφερα για τους Νόμους· βιβλικὴἡ μεταφορά. Δεν θα ἦταν, νομίζω, ἄσκοπο, να ἀναφερθῇἐδῶὅτι κατά τις ἁγιορείτικες
παραδόσεις ἡἀρχή τοῦὕμνου «Ἄξιόν Ἐστι» συνετέθη ἐκ θαύματος. ὉἈρχάγγελος Γαβριήλ,
παρουσιάσθηκε σαν ἕνας ξένος, στὴ Σκήτη τοῦ Πρωτάτου, στις
Καρυές και ἔγραψε με το
δάχτυλό του ἐπάνω σε πλάκα το «Ἄξιόν Ἐστι» και τα
γράμματα ἐχαράχθηκαν βαθειά
στην πέτρα (ἀγγελοχάρακτα). Ἀπό τότε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, που
βρίσκονταν στο κελλί που ἔγινε το θαῦμα, ὀνομάζεται «ΤὸἌξιόν Ἐστι» (Βλ. Κοσμᾶ καὶἈρέθα, Μοναχῶν, ᾿Ανωτέρα ᾿Επισκίασις ἐπὶ τοῦ᾿Αθω, ἐκδ. Γ΄, Καρυαὶ 1957). «ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Αιέν αιέν και νυν
και νυν τα πουλιά κελαηδούν ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το
τίμημα.» Το μήνυμα στους
ανθρώπους της αναγεννημένης πολιτείας είναι πως τώρα και πάντοτε αξίζει να
διεκδικούν το δικαίωμα στην αναδημιουργία και στην απομάκρυνση από τα λάθη και
τις οδύνες του παρελθόντος. Ο ελληνισμός δεν είναι καταδικασμένος να βυθίζεται
στα δεινά του παρελθόντος. Μπορεί, όπως ιστορικά το έχει πετύχει πολλές φορές,
να κάνει ένα νέο, αγαθότερο και αρτιότερο ξεκίνημα. Πάντοτε και τώρα∙
ένα μήνυμα που το μεταδίδουν ακόμη και τα πουλιά, τα οποία ως εκπρόσωποι της
φύσης αναγνωρίζουν το κάλεσμα του ποιητή -τον οποίον αποδέχονται ως γνήσιο γόνο
του φυσικού κόσμου- και ανταποκρίνονται σε αυτό. Αξίζει -υπό κάθε
έννοια και με οποιουσδήποτε όρους- το τίμημα που χρειάστηκε να πληρωθεί για τη
διαμόρφωση του νέου εξαγνισμένου κόσμου των Ελλήνων. Οι θυσίες των προηγούμενων
γενιών, οι άνθρωποι που κατά χιλιάδες χάθηκαν τυραννισμένοι από την πείνα και
τις κακουχίες, βρίσκουν τη δικαίωσή τους στην «αρυτίδωτη» χώρα. Κανένας από
αυτούς και κανένα από τα μαρτύριά τους δεν θα υποκύψουν στη λήθη. Οι άνθρωποι
του νέου κόσμου θα γνωρίζουν πόσα οφείλουν σε εκείνους που προηγήθηκαν και θα
τους τιμούν. ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Παρήχηση τῶν ν για να δώση τον ἦχο
τῆς καμπάνας· προτιμᾷ
τον τύπο αἰέν: α) για να ἀποκαθάρῃἀπό συγκεκριμένη πολυχρησία τοἀεί και β) για να κερδίσῃ το
ν. Πρέπει να ὁμολογηθῇὅτι ἐπιτυγχάνεται ἐδῶ μια ἀκουστική
πανδαισία. Αἰέν αἰέν και νῦν και νῦν τα πουλιά κελαηδοῦν ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το
τίμημα Με τους ἰάμβους το καμπάνισμα γίνεται κελαηδισμός. Οἱἀνάπαιστοι (τὰ πουλιὰ κελαηδοῦν) χωρίζουν τον ἀκουστικό
ἀπό τον ἀφηγηματικό λόγο. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Ὁ δέκατος ὄγδοος ψαλμός τῶν Παθῶν συνεχίζει το
θέμα τοῦ προηγουμένου,
προεκτείνοντας ὥς το σημεῖο που θα γίνῃἡ σύνδεση με το τρίτον μέρος τῆς συνθέσεως, το Μεγαλυνάριον (Δοξαστικόν). Στη χώρα τῆς Αθανασίας και τῆς Ἥβης πορεύεται ὁ ποιητής, με τα
πλάσματα τῆς ὑπαρξιακῆς του μυθολογίας,
τα κυανά κορίτσια και τα πέτρινα ἀλογάκια, εἰκόνες τῆς θαλάσσης. Τον ἀναγνωρίζουν οἱ προηγούμενες
γενιές τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ὀμορφιᾶς, ἀπό τότε που ἔτρεμε, πριν μπῇἀκόμα στο ἱερό τοῦἔρωτος και τῆς ζωῆς. Ἅγιος εἶναι αὐτός, που συγκρατώντας το φῶς τῆς ψυχῆς και τοῦ πνεύματός του ἐνίκησε τον φόβο τοῦ
θανάτου και ἔσωσε τον ἔρωτα, δηλ. τη φυσική συνέχεια τῆς ζωῆς. Εἶναι ὁ πρίγκιψ τῆς ὀμορφιᾶς, καθώς τον παρέστησαν στους αἰῶνες τα χρώματα τῆς
κρητικῆς τέχνης. Κι αὐτό, για να δικαιωθῇἡ τέχνη και ἡ πεῖρα του, που ἐκέρδισε παλεύοντας
με τη φωτιά, να χαραχθῇ στην πέτρα, σε ὑλικό γνήσια ἑλληνικό, για τους
μεταγενεστέρους. Καλότυχοι, λέγει, ἐκεῖνοι που μποροῦν να ἑρμηνεύσουν το
μυστήριο τῆς ἀθωότητος· σ’ αὐτούς ἀνήκει κάθε εὐδαιμονία. Τον
δρόμον αὐτό τον ἀκολούθησε ὁἴδιος. Ἡἴδια ἡ πεῖρα τοῦ θανάτου χαρίζει τη ζωή και ἡἀνυπαρξία εἶναι ἀνύπαρκτη. Στη
μεγάλη ἀκμαία ὥρα τῆς ζωικῆς πείρας χαράζεται σαν μία ἐντολή ἐπάνω στην πυρωμένη
πέτρα το μεγαλυνάριο, το δοξαστικό τῆς ζωῆς, που ἀναπέμπεται σε μία ἐκκωφαντική συνήχηση ἀπό
καμπάνες και κελάηδημα πουλιῶν. Το περιεχόμενο
αὐτοῦ τοῦ δοξαστικοῦὕμνου θα ἀναπτυχθῇ στο τρίτο μέρος που ἀκολουθεῖ. Βιβλιογραφία: Με πλαγιασμένη
γραφή διευκρινίσεις και σχόλια από το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη, Το Άξιον Εστί
του Ελύτη, από τις εκδόσεις Πορεία.