Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διογένης Λαέρτιος «Πρωταγόρας» (Βίοι, 9.51-52)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Rafal Kulik
 
Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διογένης Λαέρτιος «Πρωταγόρας» (Βίοι, 9.51-52)
 
Ο Διογένης Λαέρτιος (3ος αι. μ.Χ.) καταγράφει τη ζωή και τις θεωρίες πολλών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και αποτελεί σημαντική πηγή για όσους δεν διαθέτουμε άλλες μαρτυρίες. Στο απόσπασμα παρουσιάζει τις βασικές θέσεις του Πρωταγόρα.
 
Καί πρῶτος ἔφη δύο λόγους εἶναι περί παντός πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις· οἷς και συνηρώτα, πρῶτος τοῦτο πράξας⸱ ἀλλά καί ἤρξατό που τοῦτον τόν τρόπον· «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος, τῶν μέν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν». Ἔλεγέ τε μηδέν εἶναι ψυχήν παρά τάς αἰσθήσεις, καθά καί Πλάτων φησίν ἐν Θεαιτήτῳ, καί πάντα εἶναι ἀληθῆ. Καί ἀλλαχοῦ δέ τοῦτον ἤρξατο τόν τρόπον· «περί μέν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι οὔθ’ ὡς εἰσίν, οὔθ’ ὡς οὐκ εἰσίν· πολλά γάρ τά κωλύοντα εἰδέναι, ἥ τ’ ἀδηλότης καί βραχύς ὤν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου». Διά ταύτην δέ τήν ἀρχήν τοῦ συγγράμματος ἐξεβλήθη πρός Ἀθηναίων· καί τά βιβλία αὐτοῦ κατέκαυσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὑπό κήρυκι ἀναλεξάμενοι παρ’ ἑκάστου τῶν κεκτημένων.
 
Μετάφραση
Και πρώτος υποστήριξε ότι για κάθε ζήτημα υπάρχουν δύο λόγοι αντίθετοι μεταξύ τους· με αυτούς διεξήγε και τις συζητήσεις του, εφαρμόζοντας πρώτος αυτή την πρακτική. Μάλιστα, άρχισε κάπου ένα έργο του με τον εξής τρόπο: «Μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος: αυτών που υπάρχουν, ως προς το ότι υπάρχουν, και αυτών που δεν υπάρχουν, ως προς το ότι δεν υπάρχουν». Έλεγε επίσης ότι η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αισθήσεις, όπως αναφέρει και ο Πλάτων στον Θεαίτητο, και ότι όλα είναι αληθινά. Και σε άλλο έργο του άρχισε με τον εξής τρόπο: «Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν· γιατί πολλά είναι όσα εμποδίζουν τη γνώση: τόσο η ασάφεια του ζητήματος όσο και η συντομία της ανθρώπινης ζωής». Εξαιτίας αυτής της εισαγωγής στο σύγγραμμά του, εκδιώχθηκε από τους Αθηναίους· και τα βιβλία του τα έκαψαν στην αγορά, αφού τα συγκέντρωσαν με τη βοήθεια κήρυκα από καθέναν που τα είχε στην κατοχή του.
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Ποια είναι η άποψη του Πρωταγόρα για την αλήθεια;
 
Σύμφωνα με το απόσπασμα, ο Πρωταγόρας θεωρεί ότι η αλήθεια έχει ως κριτήριο τον άνθρωπο και συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο αυτός αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Η θέση του συνοψίζεται στη φράση «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος»: ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, τόσο ως προς την ύπαρξή τους όσο και ως προς τη μη ύπαρξή τους. Με αυτή την έννοια, η αλήθεια δεν παρουσιάζεται ως κάτι ανεξάρτητο από τον άνθρωπο, αλλά προσδιορίζεται σε σχέση με την ανθρώπινη αντίληψη. Η άποψη αυτή συνδέεται με τη διατύπωση ότι η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αισθήσεις, η οποία τονίζει τη σημασία της αισθητηριακής εμπειρίας.
Παράλληλα, ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι για κάθε ζήτημα υπάρχουν δύο λόγοι αντίθετοι μεταξύ τους («δύο λόγους εἶναι περί παντός πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις») και ότι όλα είναι αληθινά («πάντα εἶναι ἀληθῆ»). Οι θέσεις αυτές, σε συνδυασμό με τον άνθρωπο ως μέτρο, οδηγούν στην αντίληψη ότι διαφορετικές ή και αντίθετες κρίσεις μπορούν να θεωρούνται αληθινές για εκείνους που τις διατυπώνουν, ανάλογα με την αντίληψη και την εμπειρία τους. Επομένως, η αλήθεια έχει υποκειμενικό και σχετικό χαρακτήρα: αυτό που είναι αληθινό για έναν άνθρωπο δεν είναι αναγκαστικά αληθινό και για έναν άλλον. Δεν πρόκειται απλώς για την αποδοχή οποιουδήποτε αυθαίρετου ισχυρισμού, αλλά για τη σύνδεση της αλήθειας με όσα ο καθένας αντιλαμβάνεται. Συνολικά, στο απόσπασμα προβάλλεται μια σχετικιστική αντίληψη της αλήθειας, με κεντρικό κριτήριο τον άνθρωπο και τις αισθήσεις του.
 
2. Σε ποια υποκείμενα αναφέρονται οι προτάσεις ὡς εἰσίν και ὡς οὐκ εἰσίν; Τι είδους προτάσεις είναι;
 
Υποκείμενο και σημασία: Και στις δύο προτάσεις, «ὡς εἰσίν» και «ὡς οὐκ εἰσίν», υποκείμενο του ρήματος «εἰσίν» είναι το εννοούμενο «οἱ θεοί». Το υποκείμενο παραλείπεται, επειδή προκύπτει από το προηγούμενο «περί μέν θεῶν». Ωστόσο, το «θεῶν» δεν είναι το ίδιο συντακτικά υποκείμενο: βρίσκεται σε γενική, καθώς εξαρτάται από την πρόθεση «περί». Αν συμπληρώσουμε το υποκείμενο μέσα στις δύο προτάσεις, αυτό τίθεται σε ονομαστική: «ὡς οἱ θεοὶ εἰσίν» και «ὡς οἱ θεοὶ οὐκ εἰσίν». Το «εἰσίν» χρησιμοποιείται εδώ με υπαρκτική σημασία, δηλαδή σημαίνει «υπάρχουν», και όχι ως συνδετικό ρήμα με κατηγορούμενο. Οι προτάσεις αποδίδονται επομένως «ότι οι θεοί υπάρχουν» και «ότι οι θεοί δεν υπάρχουν».
Συντακτική αναγνώριση: Πρόκειται για δύο δευτερεύουσες ονοματικές ειδικές προτάσεις. Εισάγονται με τον ειδικό σύνδεσμο «ὡς» και εξαρτώνται άμεσα από το γνωστικό απαρέμφατο «εἰδέναι» (= γνωρίζω), στο οποίο λειτουργούν ως αντικείμενα: δηλώνουν το περιεχόμενο της γνώσης που ο Πρωταγόρας λέει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει. Το «εἰδέναι», με τη σειρά του, εξαρτάται από το «οὐκ ἔχω» (= δεν μπορώ). Οι δύο ειδικές προτάσεις συνδέονται παρατακτικά με τους επαναλαμβανόμενους αποφατικούς συνδέσμους «οὔθ’ … οὔθ’» (= ούτε … ούτε).
Εκφέρονται με οριστική ενεστώτα («εἰσίν»: γ΄ πληθυντικό του «εἰμί»), ως προτάσεις κρίσεως που παρουσιάζουν την ύπαρξη και τη μη ύπαρξη των θεών ως δύο αντίθετα ενδεχόμενα περιεχόμενα γνώσης. Η οριστική δεν σημαίνει εδώ ότι ο Πρωταγόρας βεβαιώνει την αλήθεια κάποιου από αυτά: η άρνηση στο «οὐκ ἔχω εἰδέναι» δηλώνει ακριβώς την αδυναμία του να γνωρίζει είτε το ένα είτε το άλλο. Στη δεύτερη πρόταση η άρνηση είναι «οὐκ», όπως συμβαίνει στις ειδικές προτάσεις. Ο σύνδεσμος «ὡς» αποδίδεται εδώ με «ότι», χωρίς να είναι αναγκαίο να προσθέσουμε «τάχα» ή «δήθεν».
 
3. Στο κείμενο υπάρχει τρεις φορές το απαρέμφατο εἶναι. Πρόκειται για ειδικό ή τελικό απαρέμφατο; Θα μπορούσε να αντικατασταθεί με πρόταση; Να ελέγξετε αν έχουμε ταυτοπροσωπία ή ετεροπροσωπία.
 
Γενική παρατήρηση: Και στις τρεις εμφανίσεις του, το «εἶναι» είναι άναρθρο απαρέμφατο ενεστώτα του «εἰμί» και είναι ειδικό, όχι τελικό. Εξαρτάται από λεκτικά ρήματα («ἔφη», «ἔλεγε») και δηλώνει το περιεχόμενο όσων υποστήριζε ο Πρωταγόρας, όχι σκοπό, επιθυμία ή εντολή. Μεταφράζεται με «ότι» και λειτουργεί ως αντικείμενο του ρήματος εξάρτησης. Και στις τρεις περιπτώσεις έχουμε ετεροπροσωπία: υποκείμενο των ρημάτων «ἔφη» και «ἔλεγε» είναι ο εννοούμενος Πρωταγόρας, ενώ κάθε απαρέμφατο έχει διαφορετικό υποκείμενο, σε αιτιατική.
α. «δύο λόγους εἶναι … ἀντικειμένους ἀλλήλοις»: Το «εἶναι» είναι ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο στο «ἔφη». Υποκείμενό του είναι το «δύο λόγους» σε αιτιατική, ενώ υποκείμενο του «ἔφη» είναι ο Πρωταγόρας· επομένως έχουμε ετεροπροσωπία. Το «ἀντικειμένους» είναι κατηγορηματικός προσδιορισμός στο «λόγους» και δηλώνει ότι οι δύο λόγοι είναι αντίθετοι μεταξύ τους. Η απαρεμφατική σύνταξη μπορεί να αντικατασταθεί με ειδική πρόταση: «ἔφη ὅτι δύο λόγοι εἶεν περὶ παντὸς πράγματος ἀντικείμενοι ἀλλήλοις» (= έλεγε ότι για κάθε ζήτημα υπάρχουν δύο λόγοι αντίθετοι μεταξύ τους). Κατά τη μετατροπή, το υποκείμενο γίνεται ονομαστική («δύο λόγοι») και ο προσδιορισμός συμφωνεί μαζί του («ἀντικείμενοι»).
β. «μηδὲν εἶναι ψυχὴν παρὰ τὰς αἰσθήσεις»: Το «εἶναι» είναι ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο στο «ἔλεγε». Υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το «ψυχήν» σε αιτιατική, ενώ το «μηδέν» είναι κατηγορούμενο στο «ψυχήν». Η σειρά των λέξεων δεν αλλάζει τους συντακτικούς ρόλους: η κρίση αφορά την ψυχή, για την οποία λέγεται ότι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από τις αισθήσεις. Επειδή υποκείμενο του «ἔλεγε» είναι ο Πρωταγόρας και του «εἶναι» η ψυχή, έχουμε ετεροπροσωπία. Αντικατάσταση με ειδική πρόταση: «ἔλεγε ὅτι ἡ ψυχὴ οὐδὲν εἴη παρὰ τὰς αἰσθήσεις» (= έλεγε ότι η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αισθήσεις). Το υποκείμενο τίθεται σε ονομαστική («ἡ ψυχή»). Το «μηδέν» αποδίδεται στη μετατροπή ως «οὐδέν», επειδή οι ειδικές προτάσεις δέχονται άρνηση «οὐ». Η παρουσία του «μηδέν» στο πρωτότυπο δεν αρκεί για να χαρακτηρίσουμε το απαρέμφατο τελικό: αποφασιστικά κριτήρια είναι η λεκτική εξάρτηση και το νόημα της κρίσης.
γ. «καὶ πάντα εἶναι ἀληθῆ»: Το «εἶναι» είναι ειδικό απαρέμφατο και εξαρτάται επίσης από το «ἔλεγε», ως αντικείμενό του, παράλληλα με το προηγούμενο απαρέμφατο. Υποκείμενό του είναι το «πάντα» σε αιτιατική ουδετέρου πληθυντικού και κατηγορούμενο το «ἀληθῆ», που συμφωνεί με το «πάντα». Υποκείμενο του «ἔλεγε» είναι ο Πρωταγόρας· άρα και εδώ έχουμε ετεροπροσωπία. Αντικατάσταση με ειδική πρόταση: «ἔλεγε ὅτι πάντα ἀληθῆ εἴη» (= έλεγε ότι όλα είναι αληθινά). Στη νέα σύνταξη το «πάντα» είναι ονομαστική ουδετέρου πληθυντικού, μολονότι ο τύπος του παραμένει ίδιος με την αιτιατική. Το «εἴη» τίθεται σε ενικό σύμφωνα με την αττική σύνταξη: υποκείμενο ουδετέρου πληθυντικού με ρήμα ενικού.
Εκφορά των ειδικών προτάσεων: Στις παραπάνω μετατροπές χρησιμοποιείται ευκτική του πλαγίου λόγου («εἶεν», «εἴη»), επειδή τα ρήματα εξάρτησης «ἔφη» και «ἔλεγε» βρίσκονται σε ιστορικό χρόνο. Είναι επίσης δυνατή η διατήρηση της οριστικής του ευθέος λόγου: «ὅτι δύο λόγοι εἰσίν …», «ὅτι ἡ ψυχὴ οὐδέν ἐστι …», «ὅτι πάντα ἀληθῆ ἐστι». Επομένως, η ευκτική του πλαγίου λόγου αποτελεί αποδεκτή αλλά όχι υποχρεωτική εκφορά. Συμπέρασμα: Και τα τρία «εἶναι» είναι ειδικά απαρέμφατα, αντικείμενα λεκτικών ρημάτων, μπορούν να αναλυθούν σε ειδικές προτάσεις και παρουσιάζουν ετεροπροσωπία. Τα υποκείμενά τους είναι αντίστοιχα «δύο λόγους», «ψυχήν» και «πάντα».
 
Συντακτική ανάλυση
 
«Καί πρῶτος ἔφη δύο λόγους εἶναι περί παντός πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, με ρήμα το «ἔφη» και εννοούμενο υποκείμενο τον Πρωταγόρα. Το περιεχόμενο της δήλωσής του αποδίδεται με την ειδική απαρεμφατική σύνταξη «δύο λόγους εἶναι περὶ παντὸς πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις», η οποία λειτουργεί ως αντικείμενο στο «ἔφη».
πρῶτος: επιρρηματικό κατηγορούμενο της σειράς στο εννοούμενο υποκείμενο «Πρωταγόρας», μέσω του «ἔφη». ἔφη: ρήμα της κύριας πρότασης, γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού ενεργητικής φωνής του «φημί» (= έλεγε, υποστήριζε). Υποκείμενό του: ο εννοούμενος «Πρωταγόρας».  εἶναι: άναρθρο ειδικό απαρέμφατο ενεστώτα του «εἰμί», αντικείμενο στο «ἔφη». Αποδίδεται με «ότι υπάρχουν» και δηλώνει το περιεχόμενο της κρίσης, όχι σκοπό ή επιθυμία. Στην παρούσα ανάλυση λαμβάνεται με υπαρκτική σημασία. λόγους: υποκείμενο του «εἶναι», σε αιτιατική αρσενικού πληθυντικού. Έχουμε ετεροπροσωπία, επειδή υποκείμενο του «ἔφη» είναι ο Πρωταγόρας, ενώ υποκείμενο του «εἶναι» είναι οι «λόγοι». Γι’ αυτό το υποκείμενο του απαρεμφάτου βρίσκεται σε αιτιατική. δύο: απόλυτο αριθμητικό, επιθετικός προσδιορισμός στο «λόγους». περί παντός πράγματος: εμπρόθετος προσδιορισμός της αναφοράς, που προσδιορίζει το περιεχόμενο της απαρεμφατικής κρίσης: «σχετικά με κάθε ζήτημα». Η πρόθεση «περί» συντάσσεται εδώ με γενική.  ἀντικειμένους: μετοχή ενεστώτα του «ἀντίκειμαι», σε αιτιατική αρσενικού πληθυντικού. Λειτουργεί ως κατηγορηματικός προσδιορισμός στο άναρθρο «λόγους», με το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση. Δηλώνει την ιδιότητα με την οποία παρουσιάζονται οι δύο λόγοι: υπάρχουν ως αντίθετοι μεταξύ τους. ἀλλήλοις: αλληλοπαθητική αντωνυμία σε δοτική αρσενικού πληθυντικού, αντικείμενο της μετοχής «ἀντικειμένους», επειδή το «ἀντίκειμαι» συντάσσεται με δοτική. Αναφέρεται στους δύο λόγους και δηλώνει την αμοιβαία αντίθεσή τους («ο ένας προς τον άλλον»).
 
«οἷς και συνηρώτα, πρῶτος τοῦτο πράξας⸱»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, με αναφορική σύνδεση προς την προηγούμενη ημιπερίοδο. Το «οἷς» βρίσκεται στην αρχή ημιπεριόδου και χρησιμοποιείται συνδετικά, με δεικτική σημασία («με αυτούς»), επαναφέροντας τους δύο αντίθετους λόγους.
οἷς: αναφορική αντωνυμία, δοτική αρσενικού πληθυντικού του «ὅς, ἥ, ὅ». Αναφέρεται στους «δύο λόγους» της προηγούμενης ημιπεριόδου και λειτουργεί ως δοτική του μέσου στο «συνηρώτα»: με αυτούς τους λόγους διεξήγε τη συζήτηση μέσω ερωταποκρίσεων. συνηρώτα: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού ενεργητικής φωνής του «συνερωτάω / συνερωτῶ». Είναι το ρήμα της πρότασης, με εννοούμενο υποκείμενο τον Πρωταγόρα. Σημαίνει ότι διατύπωνε ή εξέταζε επιχειρήματα με αλλεπάλληλες ερωτήσεις και απαντήσεις. Ο παρατατικός παρουσιάζει τη δραστηριότητα ως επαναλαμβανόμενη ή διαρκή στο παρελθόν. πράξας: άναρθρη μετοχή αορίστου ενεργητικής φωνής του «πράττω», σε ονομαστική αρσενικού ενικού. Αναλύεται ως επιρρηματική χρονική μετοχή, συνημμένη στο εννοούμενο υποκείμενο «Πρωταγόρας» του «συνηρώτα». Δηλώνει προτερόχρονο: «αφού πρώτος εφάρμοσε αυτή την πρακτική». πρῶτος: επιρρηματικό κατηγορούμενο της σειράς στο εννοούμενο υποκείμενο της μετοχής «πράξας». Συμφωνεί με αυτό σε ονομαστική αρσενικού ενικού και προσδιορίζει τη σειρά πραγματοποίησης της ενέργειας (= πρώτος από όλους). τοῦτο: δεικτική αντωνυμία σε αιτιατική ουδετέρου ενικού, αντικείμενο στο «πράξας». Αναφέρεται ανακεφαλαιωτικά στην προηγούμενη πρακτική: τη χρήση των αντίθετων λόγων κατά τη διεξαγωγή ερωταποκρίσεων. Δεν είναι αντικείμενο του «συνηρώτα».
 
«ἀλλά καί ἤρξατό που τοῦτον τόν τρόπον»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, που συνδέεται παρατακτικά με την προηγούμενη με το «ἀλλά». Η φράση προαναγγέλλει τα λόγια με τα οποία άρχιζε ένα έργο του· αυτά βρίσκονται μετά το τέλος της επιλογής και δεν αναλύονται εδώ.
ἀλλά καί: το «ἀλλά» είναι αντιθετικός παρατακτικός σύνδεσμος, εδώ με μεταβατική και ενισχυτική λειτουργία, ενώ το «καί» είναι προσθετικό / επιδοτικό. Ο συνδυασμός αποδίδεται «αλλά και», «μάλιστα, και» και προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην παρουσίαση.
ἤρξατο: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου μέσης φωνής του «ἄρχομαι» (= άρχισε). Ρήμα της κύριας πρότασης, με εννοούμενο υποκείμενο τον Πρωταγόρα. Από τα συμφραζόμενα εννοείται ότι άρχισε ένα έργο ή σύγγραμμά του. που: εγκλιτικό αόριστο επίρρημα, επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου στο «ἤρξατο», με κειμενική σημασία: «κάπου», δηλαδή σε κάποιο σημείο ή σε κάποιο έργο του. Δεν είναι το ερωτηματικό «ποῦ» και δεν εισάγει πρόταση.
τοῦτον τόν τρόπον: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου σε αιτιατική στο «ἤρξατο» (= με αυτόν τον τρόπο).
 
«πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική και ελλειπτική ως προς το συνδετικό ρήμα «ἐστί». Η συντακτική της βάση είναι: «ἄνθρωπος ἐστί μέτρον πάντων χρημάτων». Πρόκειται για αυτούσια διατύπωση σε ευθύ λόγο.
ἄνθρωπος: υποκείμενο του εννοούμενου «ἐστί», σε ονομαστική αρσενικού ενικού. Έχει γενική σημασία («ο άνθρωπος») και όχι αναφορά σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. μέτρον: κατηγορούμενο στο «ἄνθρωπος», μέσω του εννοούμενου συνδετικού «ἐστί», σε ονομαστική ουδετέρου ενικού. χρημάτων: γενική πληθυντικού του «χρῆμα», ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός, γενική αντικειμενική στο «μέτρον»: δηλώνει τα πράγματα που αποτελούν το αντικείμενο της μέτρησης ή της κρίσης. πάντων: επιθετικός προσδιορισμός στο άναρθρο «χρημάτων», σε γενική ουδετέρου πληθυντικού· δηλώνει το σύνολο των πραγμάτων. τῶν ὄντων / τῶν οὐκ ὄντων: δύο έναρθρες επιθετικές μετοχές ενεστώτα του «εἰμί», σε γενική ουδετέρου πληθυντικού, με ουσιαστικοποιημένη χρήση (= των πραγμάτων που υπάρχουν / των πραγμάτων που δεν υπάρχουν). Το «εἰμί» έχει εδώ υπαρκτική σημασία, επομένως οι μετοχές δεν χρειάζονται κατηγορούμενο. Τα δύο μετοχικά σύνολα λειτουργούν από κοινού ως επεξήγηση στο «πάντων χρημάτων»: αναλύουν το σύνολο σε δύο αντίθετες κατηγορίες. Συγχρόνως διατηρούν τη σχέση γενικής αντικειμενικής προς το «μέτρον»: ο άνθρωπος είναι μέτρο τόσο αυτών που υπάρχουν όσο και αυτών που δεν υπάρχουν.
 
«ὡς ἔστιν» / «ὡς οὐκ ἔστιν»
Με βάση την απόδοση «ότι υπάρχουν / ότι δεν υπάρχουν», οι δύο προτάσεις αναλύονται ως δευτερεύουσες ονοματικές ειδικές, με επεξηγηματική λειτουργία: διευκρινίζουν ως προς τι ο άνθρωπος αποτελεί μέτρο για καθεμία από τις δύο κατηγορίες, δηλαδή ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξή τους. ὡς: ειδικός σύνδεσμος (= ότι), με τον οποίο εισάγεται καθεμία από τις δύο προτάσεις. οὐκ: άρνηση του ρήματος της δεύτερης πρότασης. ἔστιν: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του «εἰμί», και στις δύο προτάσεις με υπαρκτική σημασία (= υπάρχει / υπάρχουν). Στην πρώτη εννοείται ως υποκείμενο το «τά ὄντα» και στη δεύτερη το «τά οὐκ ὄντα», δηλαδή τα αντίστοιχα πράγματα. Το υποκείμενο του προσωπικού ρήματος νοείται σε ονομαστική και όχι στη γενική των προηγούμενων μετοχών. Παρότι είναι ουδέτερο πληθυντικού, το ρήμα βρίσκεται σε ενικό σύμφωνα με την αττική σύνταξη. Εκφορά: απλή οριστική ενεστώτα, ως διατύπωση κρίσης. Η άρνηση «οὐκ» στη δεύτερη ειδική πρόταση είναι η κανονική άρνηση των προτάσεων κρίσεως.
 
«Ἔλεγέ τε μηδὲν εἶναι ψυχὴν παρὰ τὰς αἰσθήσεις… καί πάντα εἶναι ἀληθῆ.»
ἔλεγε: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού ενεργητικής φωνής του «λέγω», λεκτικό ρήμα της κύριας καταφατικής πρότασης κρίσεως. Υποκείμενο: ο εννοούμενος Πρωταγόρας. τε: εγκλιτικός συμπλεκτικός σύνδεσμος, ο οποίος μαζί με το τελικό «καί» συνδέει τις δύο κρίσεις που εξαρτώνται από το «ἔλεγε». εἶναι: άναρθρο ειδικό απαρέμφατο ενεστώτα του «εἰμί», αντικείμενο στο «ἔλεγε». Έχει συνδετική χρήση και συνδέει το υποκείμενο «ψυχήν» με το κατηγορούμενο «μηδέν».  ψυχήν: υποκείμενο του «εἶναι», σε αιτιατική θηλυκού ενικού. Έχουμε ετεροπροσωπία: άλλο το υποκείμενο του «ἔλεγε» (Πρωταγόρας) και άλλο του απαρεμφάτου (ψυχή). μηδέν: αρνητική αντωνυμία, αιτιατική ουδετέρου ενικού, κατηγορούμενο στο «ψυχήν». παρά τάς αἰσθήσεις: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της εξαίρεσης στο «εἶναι», σε συνδυασμό με το «μηδέν» (= τίποτε άλλο εκτός από τις αισθήσεις). καί: συμπλεκτικός σύνδεσμος, που συνδέει το δεύτερο απαρεμφατικό σύνολο με το πρώτο, σε αντιστοιχία με το «τε». Και οι δύο κρίσεις εξαρτώνται από το ίδιο «ἔλεγε»· δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε ότι υπάρχει νέο προσωπικό ρήμα.
εἶναι: δεύτερο άναρθρο ειδικό απαρέμφατο ενεστώτα του «εἰμί», επίσης αντικείμενο στο «ἔλεγε». Είναι συνδετικό: συνδέει το «πάντα» με το «ἀληθῆ». πάντα: τύπος του «πᾶς» σε αιτιατική ουδετέρου πληθυντικού, υποκείμενο του απαρεμφάτου. Και εδώ υπάρχει ετεροπροσωπία, αφού το υποκείμενο του «ἔλεγε» είναι ο Πρωταγόρας, ενώ του «εἶναι» το «πάντα». ἀληθῆ: επίθετο, αιτιατική ουδετέρου πληθυντικού του «ἀληθής», κατηγορούμενο στο «πάντα», με το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση.
 
«καθά καί Πλάτων φησίν ἐν Θεαιτήτῳ»
Δευτερεύουσα αναφορική παραβολική πρόταση, παρενθετική, που προσδιορίζει την προηγούμενη διατύπωση και δηλώνει συμφωνία προς τη μαρτυρία του Πλάτωνα (= όπως αναφέρει και ο Πλάτων). Εισάγεται με το αναφορικό επίρρημα «καθά» και εκφέρεται με οριστική ενεστώτα («φησίν»), επειδή παρουσιάζει τη μαρτυρία ως πραγματική. Δεν είναι ειδική πρόταση ούτε αντικείμενο του «ἔλεγε».
καθά: αναφορικό επίρρημα με παραβολική σημασία (= όπως, σύμφωνα με όσα), που εισάγει την πρόταση. καί: προσθετικό (= επίσης), με έμφαση στο «Πλάτων»: τη θέση αυτή την αναφέρει και ο Πλάτων. Πλάτων: υποκείμενο του «φησίν», σε ονομαστική αρσενικού ενικού. φησίν: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «φημί» (= αναφέρει, λέει), λεκτικό ρήμα της παραβολικής πρότασης. ἐν Θεαιτήτῳ: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου στο «φησίν», με μεταφορική–κειμενική σημασία: μέσα στον διάλογο «Θεαίτητος».
 
«Καί ἀλλαχοῦ δέ τοῦτον ἤρξατο τόν τρόπον·»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, με ρήμα το «ἤρξατο» και εννοούμενο υποκείμενο τον Πρωταγόρα. Συνδέεται παρατακτικά με τα προηγούμενα και προαναγγέλλει μια ακόμη εισαγωγική διατύπωση έργου του. Καί: προσθετικό «καί» (= επίσης), που προσθέτει άλλη μία περίπτωση έναρξης έργου. δέ: μεταβατικός παρατακτικός σύνδεσμος, ο οποίος συνεχίζει την αφήγηση. Εδώ δεν δηλώνει έντονη αντίθεση, αλλά μετάβαση σε νέο στοιχείο· δεν χρειάζεται να αποδοθούν χωριστά και τα δύο συνδετικά στοιχεία στη μετάφραση.
ἀλλαχοῦ: τοπικό επίρρημα (= αλλού), επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου στο «ἤρξατο». Έχει μεταφορική–κειμενική σημασία: σε άλλο έργο ή σε άλλο σημείο των συγγραμμάτων του.
ἤρξατο: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου μέσης φωνής του «ἄρχομαι» (= άρχισε), ρήμα της κύριας πρότασης. Υποκείμενο: ο εννοούμενος Πρωταγόρας. Από τα συμφραζόμενα συμπληρώνεται νοηματικά «άρχισε ένα έργο του».  τοῦτον … τόν τρόπον: ενιαίο ονοματικό σύνολο σε αιτιατική, που λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο «ἤρξατο» (= με αυτόν τον τρόπο). Το «τρόπον» είναι ουσιαστικό σε αιτιατική αρσενικού ενικού και αποτελεί τον πυρήνα της επιρρηματικής έκφρασης. Το «τοῦτον» είναι δεικτική αντωνυμία σε αιτιατική αρσενικού ενικού, επιθετικός προσδιορισμός στο «τρόπον», με το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση. Το ρήμα παρεμβάλλεται ανάμεσα στην αντωνυμία και στο ουσιαστικό («τοῦτον ἤρξατο τόν τρόπον»), αλλά δεν διασπά τη συντακτική τους σχέση. Πρόκειται για υπερβατό σχήμα.
 
«περί μέν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι»
περί θεῶν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της αναφοράς στο «εἰδέναι» (= σχετικά με τους θεούς). Το «περί» συντάσσεται με γενική. οὐκ: άρνηση του «ἔχω»· δηλώνει την αδυναμία γνώσης και δεν αναιρεί απευθείας την ύπαρξη των θεών. ἔχω: α΄ ενικό οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ἔχω», ρήμα της κύριας πρότασης. Εδώ έχει δυνητική σημασία (= μπορώ), όχι σημασία κατοχής. Υποκείμενο: το εννοούμενο «ἐγώ», δηλαδή ο Πρωταγόρας που μιλά σε ευθύ λόγο. εἰδέναι: άναρθρο τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο στο δυνητικό «ἔχω» (= δεν μπορώ να γνωρίζω). Μορφολογικά είναι απαρέμφατο παρακειμένου του «οἶδα», με σημασία ενεστώτα. Έχουμε ταυτοπροσωπία: το εννοούμενο «ἐγώ» είναι υποκείμενο τόσο του «ἔχω» όσο και του «εἰδέναι».
 
«οὔθ’ ὡς εἰσίν, οὔθ’ ὡς οὐκ εἰσίν»
οὔθ’ … οὔθ’: επαναλαμβανόμενοι αποφατικοί συμπλεκτικοί σύνδεσμοι, τύποι του «οὔτε» με έκθλιψη και τροπή του «τ» σε «θ» πριν από τη δασεία του «ὡς». Συνδέουν τις δύο ειδικές προτάσεις (= ούτε … ούτε).
ὡς: ειδικός σύνδεσμος (= ότι) και στις δύο περιπτώσεις. Εισάγει δύο δευτερεύουσες ονοματικές ειδικές προτάσεις, οι οποίες λειτουργούν ως αντικείμενα στο γνωστικό απαρέμφατο «εἰδέναι». Δηλώνουν τα δύο αντίθετα περιεχόμενα γνώσης: την ύπαρξη και τη μη ύπαρξη των θεών. Στο συγκεκριμένο νόημα δεν χρειάζεται να αποδοθεί «τάχα» ή «δήθεν».
εἰσίν: γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του «εἰμί», με υπαρκτική σημασία (= υπάρχουν), και στις δύο προτάσεις. Υποκείμενο: οι εννοούμενοι «οἱ θεοί», σε ονομαστική αρσενικού πληθυντικού.  οὐκ: άρνηση του δεύτερου «εἰσίν» (= δεν υπάρχουν), η κανονική άρνηση της ειδικής πρότασης.
Οι δύο ειδικές προτάσεις εκφέρονται με απλή οριστική ενεστώτα, ως προτάσεις κρίσεως. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Πρωταγόρας βεβαιώνει συγχρόνως ότι οι θεοί υπάρχουν και ότι δεν υπάρχουν: τα δύο περιεχόμενα βρίσκονται υπό την εξάρτηση του «οὐκ ἔχω εἰδέναι», με το οποίο δηλώνει ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ούτε το ένα ούτε το άλλο.
 
«πολλά γάρ τά κωλύοντα εἰδέναι, ἥ τ’ ἀδηλότης καί βραχύς ὤν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, ελλειπτική ως προς το συνδετικό «ἐστί»: «πολλὰ γὰρ ἐστὶ τὰ κωλύοντα εἰδέναι». Ακολουθούν δύο επεξηγηματικοί όροι που κατονομάζουν εμπόδια στη γνώση: «ἡ ἀδηλότης» και «ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου», ο οποίος παρουσιάζεται ως σύντομος με το «βραχύς ὤν».
γάρ: αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος (= γιατί), που συνδέει την κύρια πρόταση με την προηγούμενη δήλωση αδυναμίας γνώσης και την αιτιολογεί. τά κωλύοντα: έναρθρη επιθετική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «κωλύω», σε ονομαστική ουδετέρου πληθυντικού, με ουσιαστικοποιημένη χρήση (= όσα εμποδίζουν, τα εμπόδια). Είναι υποκείμενο του εννοούμενου «ἐστί». Το εννοούμενο ρήμα τίθεται σε ενικό σύμφωνα με την αττική σύνταξη, επειδή το υποκείμενο είναι ουδέτερο πληθυντικού. πολλά: επίθετο σε ονομαστική ουδετέρου πληθυντικού του «πολύς», κατηγορούμενο στο «τὰ κωλύοντα», μέσω του εννοούμενου «ἐστί». Δηλώνει το πλήθος των εμποδίων. εἰδέναι: άναρθρο τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο στη μετοχή «κωλύοντα», επειδή το «κωλύω» είναι κωλυτικό ρήμα (= εμποδίζουν να γνωρίζει κανείς). Μορφολογικά είναι απαρέμφατο παρακειμένου του «οἶδα», με σημασία ενεστώτα. Υποκείμενό του εννοείται ο άνθρωπος που επιχειρεί να γνωρίσει, σε αιτιατική («τὸν ἄνθρωπον»· στο πλαίσιο του ευθέος λόγου μπορεί να νοηθεί ειδικότερα «ἐμέ»). Υπάρχει ετεροπροσωπία μεταξύ της μετοχής και του απαρεμφάτου: τα εμπόδια εμποδίζουν, ενώ ο άνθρωπος γνωρίζει.
ἡ ἀδηλότης / ὁ βίος: ουσιαστικά σε ονομαστική θηλυκού και αρσενικού ενικού αντίστοιχα, που λειτουργούν από κοινού ως επεξήγηση στο «τὰ κωλύοντα». Μεταβαίνουμε από τη γενική αναφορά στα εμπόδια στη συγκεκριμένη κατονομασία τους: την ασάφεια του ζητήματος και την ανθρώπινη ζωή, λόγω της σύντομης διάρκειάς της. Δεν είναι κατηγορούμενα στο «πολλά». Τα «ἡ» και «ὁ» είναι τα άρθρα των δύο ουσιαστικών.
ὤν: άναρθρη μετοχή ενεστώτα του «εἰμί», σε ονομαστική αρσενικού ενικού, με υποκείμενο το «ὁ βίος». Στο συγκεκριμένο νόημα αναλύεται ως επιρρηματική αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο «βίος»: η ζωή εμποδίζει την απόκτηση γνώσης επειδή είναι σύντομη. Δηλώνει το σύγχρονο προς την κατάσταση της κύριας πρότασης και αναλύεται νοηματικά «ἐπεὶ βραχύς ἐστιν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου». Δεν είναι γενική απόλυτη ούτε νέο προσωπικό ρήμα. βραχύς: επίθετο σε ονομαστική αρσενικού ενικού, κατηγορούμενο στο «ὁ βίος» μέσω της συνδετικής μετοχής «ὤν». Σημαίνει «σύντομος σε διάρκεια». τοῦ ἀνθρώπου: ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός, γενική κτητική στο «βίος» (= η ζωή του ανθρώπου). Το «ἀνθρώπου» είναι γενική αρσενικού ενικού και το «τοῦ» το άρθρο του.
 
«Διά ταύτην δέ τήν ἀρχήν τοῦ συγγράμματος ἐξεβλήθη πρός Ἀθηναίων·»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, με παθητική σύνταξη. Ρήμα είναι το «ἐξεβλήθη» και υποκείμενο ο εννοούμενος Πρωταγόρας, ο οποίος δέχεται την ενέργεια της εκδίωξης. Η πρόταση περιλαμβάνει έναν προσδιορισμό της αιτίας («διά ταύτην τήν ἀρχὴν τοῦ συγγράμματος») και το ποιητικό αίτιο («πρός Ἀθηναίων»).
ἐξεβλήθη: γ΄ ενικό οριστικής παθητικού αορίστου α΄ του «ἐκβάλλω» (= εκδιώχθηκε, εξορίστηκε). Είναι το ρήμα της πρότασης, με υποκείμενο τον εννοούμενο «Πρωταγόρα» σε ονομαστική. Δεν έχει εδώ αντικείμενο: ο Πρωταγόρας είναι αυτός που υφίσταται την ενέργεια, όχι αυτός που την πραγματοποιεί. διά τήν ἀρχήν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας στο «ἐξεβλήθη» (= εξαιτίας αυτής της εισαγωγής). Η πρόθεση «διά» συντάσσεται με αιτιατική και δηλώνει εδώ αιτία, όχι μέσο. Το «ταύτην» είναι δεικτική αντωνυμία σε αιτιατική θηλυκού ενικού, επιθετικός προσδιορισμός στο «ἀρχήν». Αναφέρεται στην προηγούμενη εισαγωγική δήλωση για την αδυναμία γνώσης σχετικά με τους θεούς. τοῦ συγγράμματος: ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός, γενική διαιρετική στο «ἀρχήν»: η αρχή αποτελεί μέρος του συνόλου που δηλώνει το σύγγραμμα. πρός Ἀθηναίων: εμπρόθετος προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου στο παθητικό «ἐξεβλήθη» (= από τους Αθηναίους). Η πρόθεση «πρός» συντάσσεται με γενική και δηλώνει τα πρόσωπα από τα οποία προέρχεται η ενέργεια.
 
«καί τά βιβλία αὐτοῦ κατέκαυσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὑπό κήρυκι ἀναλεξάμενοι παρ’ ἑκάστου τῶν κεκτημένων.»
Κύρια πρόταση κρίσεως, καταφατική, με ενεργητική σύνταξη. Ρήμα είναι το «κατέκαυσαν» και εννοούμενο υποκείμενο οι Αθηναίοι. Η μετοχή «ἀναλεξάμενοι» δηλώνει την προηγούμενη συγκέντρωση των βιβλίων, ενώ η έναρθρη μετοχή «τῶν κεκτημένων» δηλώνει τους κατόχους τους.
κατέκαυσαν: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου α΄ ενεργητικής φωνής του «κατακαίω» (= έκαψαν ολοσχερώς). Υποκείμενο: οι εννοούμενοι «οἱ Ἀθηναῖοι», που προκύπτουν από τα προηγούμενα. Αντικείμενο: «τὰ βιβλία». τά βιβλία: αντικείμενο του «κατέκαυσαν», σε αιτιατική ουδετέρου πληθυντικού. αὐτοῦ: επαναληπτική αντωνυμία σε γενική αρσενικού ενικού, γενική κτητική στο «βιβλία». Αναφέρεται στον Πρωταγόρα (= τα βιβλία του) και όχι στους Αθηναίους. ἐν τῇ ἀγορᾷ: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου, ειδικότερα της στάσης σε τόπο, στο «κατέκαυσαν». ἀναλεξάμενοι: άναρθρη μετοχή αορίστου α΄ μέσης φωνής του «ἀναλέγομαι» (= συγκεντρώνω, συλλέγω), σε ονομαστική αρσενικού πληθυντικού. Είναι επιρρηματική χρονική μετοχή, συνημμένη στο εννοούμενο υποκείμενο «οἱ Ἀθηναῖοι» του «κατέκαυσαν». Δηλώνει προτερόχρονο (= αφού συγκέντρωσαν): η συγκέντρωση προηγήθηκε της καύσης. Αντικείμενό της εννοείται το «τὰ βιβλία». ὑπὸ κήρυκι: εμπρόθετος προσδιορισμός του τρόπου στο «ἀναλεξάμενοι», με την ειδικότερη έννοια της διαμεσολάβησης / εποπτείας κήρυκα (= μέσω κήρυκα, με τη συνδρομή κήρυκα). Το «ὑπό» συντάσσεται εδώ με δοτική· «κήρυκι» είναι δοτική αρσενικού ενικού του «κῆρυξ». Δεν είναι ποιητικό αίτιο: η μετοχή έχει μέση και όχι παθητική σημασία, και υποκείμενο της συγκέντρωσης παραμένουν οι Αθηναίοι. Δεν πρέπει να συγχέεται με το «ὑπὸ κήρυκος» σε παθητική σύνταξη. παρ’ ἑκάστου: εμπρόθετος προσδιορισμός της προέλευσης στο «ἀναλεξάμενοι» (= από καθέναν). τῶν κεκτημένων: έναρθρη επιθετική μετοχή παρακειμένου μέσης φωνής του «κτάομαι», σε γενική αρσενικού πληθυντικού, ουσιαστικοποιημένη (= αυτών που είχαν στην κατοχή τους τα βιβλία). Το σύνολο λειτουργεί ως γενική διαιρετική στο «ἑκάστου»: καθένας αποτελεί ένα μέλος του συνόλου των κατόχων. Αντικείμενο του «κεκτημένων» εννοείται επίσης το «τά βιβλία».