CharlesChadwick«Η
θεωρία του Συμβολισμού» Γραμμένη με μικρό το αρχικό της γράμμα,
η λέξη «συμβολισμός», όπως και οι λέξεις «ρομαντισμός» και «κλασικισμός»,
αποκτά μια εξαιρετικά πλατιά σημασία. Μπορεί τότε να περιγράψει οποιοδήποτε
τρόπο έκφρασης που, αντί να αναφέρεται άμεσα σε κάτι, αναφέρεται έμμεσα, μέσα
από κάτι άλλο. Γι’ αυτό είναι απαραίτητος ένας περιορισμός της έννοιας της
λέξης «συμβολισμός», αν πρόκειται να έχει κάποια χρησιμότητα ως κριτικός όρος. Ένα πρώτο στάδιο σ’ αυτή τη διαδικασία
θα ήταν να συμφωνήσουμε ότι συμβολισμός δεν είναι η απλή αντικατάσταση ενός
αντικειμένου με κάποιο άλλο - συγκρίνοντας, λ.χ., όπως ο Milton, τις ηττημένες
λεγεώνες του Σατανά με «τα φθινοπωρινά φύλλα που σκορπίσαν στης Βαλλομπρόζα τα
ρυάκια» - αλλά η χρήση μιας συγκεκριμένης εικονοποιίας για να εκφράσουμε
αφηρημένες ιδέες και συναισθήματα. Όμως, κι αυτό ακόμη δεν περιορίζει αρκετά
την έννοια της λέξης αφού, όπως παρατήρησε ο T.S. Eliot σ’ ένα δοκίμιό του για
τον Hamlet, ο μόνος τρόπος να εκφραστεί ένα συναίσθημα με τη μορφή της τέχνης
είναι να βρεθεί, όχι κάποιο σύμβολο, αλλά μια «αντικειμενική συστοιχία»
(«objective correlative») όπως την ονομάζει, δηλαδή «ένα σύνολο αντικειμένων,
μια κατάσταση, μια αλυσίδα γεγονότων που θα αποτελέσουν τη φόρμουλα αυτού
ειδικά του συναισθήματος». Τριάντα χρόνια πριν από τον Eliot, το 1891, ο
Stéphane Mallarmé είπε κάτι παρόμοιο, όταν όρισε τον Συμβολισμό ως την τέχνη
«του να ανακαλείς βαθμιαία ένα αντικείμενο έτσι ώστε να φανερώσεις μια διάθεση,
ή, αντίστροφα, του να διαλέγεις ένα αντικείμενο και ν’ αποστάξεις από αυτό μια “ψυχική
κατάσταση” (état d'âme)» («Oeuvres Completes»). Αλλά είχε προσθέσει πως αυτή η
διάθεση πρέπει να εξαχθεί «με μια σειρά αποκρυπτογραφήσεων» («par une série de
dechiffrements») και αξίζει να σημειωθεί ότι στο πρώτο μισό του ορισμού του
λέει ότι η υποβολή του αντικειμένου γίνεται βαθμιαία. Και οι δύο αυτές φράσεις
υποδηλώνουν ότι και «το αντικειμενικό σύστοιχο» και η συσχετισμένη με αυτό
διάθεση δεν πρέπει να φανερωθούν καθαρά και ξάστερα, αλλά πρέπει απλώς να
υπονοούνται. Αυτό ακριβώς είναι ένα σημείο στο οποίο ο Mallarmé δίνει ιδιαίτερη
έμφαση αλλού στην ίδια περικοπή, όταν ισχυρίζεται ότι «με το να κατονομάσεις
ένα αντικείμενο καταστρέφεις το μεγαλύτερο μέρος της απόλαυσης που προσφέρει
ένα ποίημα, αφού η απόλαυση αυτή συνίσταται στη διαδικασία της σταδιακής
αποκάλυψης». Όπως ισχυρίζεται, το αντικείμενο πρέπει απλά και μόνο να
υποβάλλεται («suggérer, voilà le rêve») και συμπεραίνει ότι η τέλεια χρήση
αυτής της μυστηριώδους διαδικασίας αποτελεί το Συμβολισμό («c’est le parfait
usage de ce mystère qui constitue le symbole»). Ο μαθητής του Mallarmé, Henri de
Régnier έκανε περίπου την ίδια παρατήρηση ορίζοντας ότι ο όρος «σύμβολο» είναι
η σύγκριση μεταξύ του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, όταν ο ένας από τους
δυό όρους της σύγκρισης υπονοείται μόνο — «une comparaison de l’abstrait au
concret dont un des termes reste sous-entendu». Και όπως ακόμη επεσήμανε ο
Régnier, επειδή έτσι το σύμβολο στέκεται συχνά από μόνο του, ενώ στον αναγνώστη
δίνεται ελάχιστη ή καμιά ένδειξη γι’ αυτό που συμβολίζεται, η Συμβολιστική
ποίηση χαρακτηρίζεται αναπόφευκτα από μια κάποια ενδογενή σκοτεινότητα. Λέγεται
ότι ο Mallarmé είχε αποβάλει από το λεξιλόγιό του τις λέξεις «όπως» και «σαν»
και παρόλο που μερικά από τα πρώτα του ποιήματα χωρίζονται σαφώς σε μια αρχική
εικόνα και σ’ ένα δεύτερο ερμηνευτικό τμήμα που την ακολουθεί, στα μετέπειτα
ποιήματά του τείνει όλο και πιο πολύ να παραλείπει ή τουλάχιστο να μειώνει τη
σημασία της ερμηνείας και ν’ αφήνει το σύμβολο δίχως επεξήγηση. Με τον ίδιο
τρόπο, τα θλιμμένα και πένθιμα τοπία του Mallarmé, Paul Verlaine, έχουν σκοπό
να μεταδώσουν στον αναγνώστη τη βαθιά μελαγχολία του ποιητή, μόλο που τα
ποιήματά του σπάνια δηλώνουν ξεκάθαρα ότι αυτή είναι η πρόθεσή τους. Μπορούμε λοιπόν να ορίσουμε το
Συμβολισμό ως την τέχνη που εκφράζει ιδέες και συναισθήματα όχι όμως με την
άμεση περιγραφή τους ούτε προσδιορίζοντάς τα με φανερές παρομοιώσεις ή με
συγκεκριμένες εικόνες, αλλά με την υποβολή αυτών των ιδεών και συναισθημάτων,
με την ανασύνταξή τους στο νου του αναγνώστη, ανασύνταξη που χρησιμοποιεί
σύμβολα που δεν επεξηγούνται. Αυτή όμως είναι μια μόνο όψη του
συμβολισμού, η προσωπική όψη, θα λέγαμε, που παραμένει στο ανθρώπινο επίπεδο.
Υπάρχει μια δεύτερη όψη που συχνά ονομάζεται «υπερβατικός Συμβολισμός», στη
οποία συγκεκριμένες εικόνες χρησιμοποιούνται όχι ως σύμβολα των προσωπικών
σκέψεων και συναισθημάτων του ποιητή αλλά ως σύμβολα ενός ιδεατού κόσμου,
απέραντου και γενικού, του οποίου ατελή μόνο απεικόνιση αποτελεί η
πραγματικότητα. Αυτή η αντίληψη ενός ιδεατού κόσμου που βρίσκεται πέρα και πάνω
από την πραγματικότητα είχε διαδοθεί από το φιλόσοφο του 18ου αιώνα Swedenborg,
ανάγεται βέβαια τουλάχιστο ως τον Πλάτωνα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στο
Χριστιανισμό. Αλλά μόλις το 19ο αιώνα, όταν η παρακμή της Χριστιανικής πίστης
συνοδεύτηκε από την αναζήτηση τρόπων φυγής από τη σκληρή πραγματικότητα, έγινε
αντιληπτή η ιδέα πως αυτός ο άλλος κόσμος είναι εφικτός όχι μέσα από το
μυστικισμό ή τη θρησκεία, αλλά μέσα από την ποίηση. «C’estparet à traverslapoésie», είπε ο Baudelaireστις
«Νέες Σημειώσεις για τον Edgar Poe» («Notes NouvellessurEdgarPoe»), « quel’âmeentrevoitlessplendeurssituées derrière le tombeau» («με την
ποίηση και διά μέσου της ποίησης, η ψυχή διακρίνει το μεγαλείο που υπάρχει πέρα
από τον τάφο») και συνέχισε λέγοντας ότι όταν ένα τέλειο ποίημα φέρνει δάκρυα
στα μάτια, αυτό αποδείχνει ότι ο αναγνώστης νιώθει εξόριστος σ’ έναν κόσμο
ατελή και επιθυμεί να δραπετεύσει σ’ έναν παράδεισο που του έχει φανερωθεί (c’estletemoignaged’unenatureexiléedansl'imparfaitetquevoudraits’emparerimmediatementsurcetteterremême, d’unparadisrévélé). Ο Baudelaire και οι διάδοχοί του
ήταν εκείνοι που ανύψωσαν τον ποιητή στη θέση ενός ιερέα, ενός προφήτη, ή αυτού
που ο Rimbaud ονόμασε «le poète - voyant» («ο ποιητής οραματιστής»), προικισμένου
με την ικανότητα να βλέπει πίσω και πέρα από τα αντικείμενα του πραγματικού
κόσμου τις ουσίες που κρύβονται στον ιδεατό κόσμο. Σκοπός της ποίησης ήταν τώρα
να δημιουργεί για χάρη του αναγνώστη αυτό τον εξωπραγματικό κόσμο με μια
επιδέξια μεταμόρφωση της πραγματικότητας που ξέρουμε. Ο Mallarmé προσδιόρισε
αυτό το σκοπό σ’ ένα πολύ γνωστό απόσπασμα, όπου δηλώνει ότι έχει δη- μιουργήσει με την ποίησή του όχι κάποιο
πραγματικό λουλούδι, αλλά «l’absente de tous bouquets», το ουσιαστικό λουλούδι
που δε βρίσκεται ανάμεσα στα λουλούδια αυτού του κόσμου. Όλος ο σκοπός της
ποίησης, είπε σε μια άλλη περίφημη φράση του, είναι να δημιουργεί «sans la gêne
d’un procheouconcretrappel, lanotionpure» («καθαρές ουσίες, απρόσβλητες από
οποιαδήποτε ηχώ της συγκεκριμένης πραγματικότητας που μας περιβάλλει»). Παρόλο
που σκοπός του υπερβατικού Συμβολιστή είναι να προχωρήσει πέρα από την
πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από αυτήν, ακριβώς όπως και ο
Συμβολιστής που κινείται σ’ ένα ανθρώπινο επίπεδο. Για να γίνει, όμως, δυνατή η
μετάβαση από τον πραγματικό στον ιδεατό κόσμο, η εικονοποιία αυτού του είδους
της συμβολιστικής ποίησης γίνεται συχνά σκοτεινή ή και συγκεχυμένη. Αυτό όμως
είναι ένα σκόπιμο θόλωμα, έτσι ώστε η προσοχή του αναγνώστη να συγκεντρωθεί
στην ιδέα καθαυτή (για να χρησιμοποιήσουμε τον πλατωνικό όρο, στον οποίο είχαν
ιδιαίτερη προτίμηση οι ίδιοι οι Συμβολιστές) της οποίας τα διάφορα σύμβολα είναι
μερικές και ανεπαρκείς φανερώσεις. Για να πάρουμε ένα παράδειγμα που έδωσε ο
ίδιος ο Mallarmé — αν ο ποιητής θέλει να παρουσιάσει στον αναγνώστη το ιδεατό
άνθος δεν πρέπει να περιγράψει την ιδεατή εικόνα ενός τριαντάφυλλου ή ενός
κρίνου, αλλά πρέπει να περιπλέξει τις δύο εικόνες έτσι ώστε να γίνει αντιληπτή
η ιδέα και των δύο λουλουδιών μαζί. Ο ίδιος, ο υπέροχος και σχεδόν αμετάφραστος
ορισμός του Mallarmé, μέρος του οποίου έχουμε ήδη παραθέσει, έχει ως εξής: «Jedis: unefleur! ethorsdel’ oublioù mavoixrelégueaucuncontour, ettantquequelquechosed’autrequelescalicessus, musicalementselève, idéemêmeetsuave, l’absentedetousbouquets» («OeuvresComplétes»). Συνεπώς, ο Mallarmé ξεκινά
από την πραγματικότητα, αλλά κάθε απτό λουλούδι παραμερίζεται και κάτι
διαφορετικό από «ένα γνωστό κάλυκα» ξεπετιέται, δηλαδή η τέλεια ιδέα ενός
άνθους «l’ absente de tous bouquets» πού έχει ήδη αναφερθεί πιό πάνω. Αξιοσημείωτο είναι ότι σ’ αυτό τό
απόσπασμα ο Mallarmé χρησιμοποιεί το επίρρημα «musicalement» και αυτό γιατί μία
από τις αρχές του Συμβολισμού, του υπερβατικού αλλά και του ανθρώπινου, που
βοηθά στον ακριβέστερο ορισμό του, ήταν η εξίσωση της ποίησης με τη μουσική
κατά προτίμηση, αντί για την εξίσωση της ποίησης με τη γλυπτική ή με τη
ζωγραφική που ήταν διαδομένη στα μέσα του 19ου αιώνα στη Γαλλία. Ο λόγος αυτής
της πίστης ήταν όπως το διατύπωσε ο Walter Pater στο Δοκίμιό του για τον Giorgione,
δημοσιευμένο το 1873, ότι «όλη η τέχνη επιδιώκει την κατάσταση της μουσικής»,
ήταν πως η μουσική κατέχει ακριβώς την ιδιότητα της υποβολής που ζητούσαν οι
Συμβολιστές ενώ, αντίθετα, δε διαθέτει αυτό ακριβώς το στοιχείο της ακρίβειας
που αναγκαστικά έχουν οι λέξεις και που οι Συμβολιστές επιδίωκαν να
καταπνίξουν. «De la musique avant toute chose» είναι η περίφημη εντολή με την
ο- ποία αρχίζει η «Art Poétique» («Ποιητική Τέχνη») του Verlaine, γραμμένη το
1874, και τελειώνει με μια κατηγορηματική αποπομπή όλων όσων δε διαθέτουν αυτή
την ασαφή υποβλητική μουσική ιδιότητα, επειδή όλα
αυτά δεν είναι παρά απλή φιλολογία: «Ettoutleresteestlittérature» («Oeuvres Complétes»). Με αυτό τον
τρόπο απηχεί την εξίσου κατηγορηματική απόρριψη ολόκληρης της γαλλικής ποίησης
από το Rimbaud σ’ ένα γράμμα του τρία χρόνια νωρίτερα: «tout est prose rimée»
(«Όλα είναι πρόζα που ομοιοκαταληκτεί»). Ο Paul Valéry, ο οποίος μπορεί ίσως να
θεωρηθεί ο τελευταίος από τους Συμβολιστές, εκφράζει μια παρόμοια ιδέα όταν
ορίζει το Συμβολισμό, σ’ ένα δοκίμιο για τον Baudelaire («Oeuvres Complétes»)
ως την επιθυμία μερικών ποιητών «να πάρουν πίσω από τη μουσική ό,τι βασικά τους
ανήκει» (reprendre à la musique leur bien), σκέψη που είχε ήδη εκφράσει ο
Mallarmé, από την αντίθετη όμως πλευρά, στο δοκίμιό του για τον Wagner, που τον
είχε περιγράψει ως «σφετεριστή του καθήκοντος του ποιητή» («Oeuvres Complétes»). Εξαιτίας αυτής της επιθυμίας για τη
ρευστότητα της μουσικής η Συμβολική ποίηση συχνά αρνήθηκε να υπακούσει στους
αυστηρούς κανόνες της μετρικής, που, παρά τις προηγούμενες επαναστατικές
απόπειρες των Ρομαντικών ποιητών, κυριαρχούσαν ακόμα στη Γαλλία. Το είδος και ο
βαθμός της ελευθερίας ποικίλλει, φυσικά, ανάλογα με το άτομο — ο πρώτος από
τους Συμβολιστές ο Baudelaire δεν ήταν μεγάλος νεωτεριστής και ο Verlaine δεν
τόλμησε να προχωρήσει πέρα από τον «ελευθερωμένο στίχο» - «vers libérés» - ως
τον «ελεύθερο στίχο» - «vers libres». Ο Rimbaud όμως σύντομα ξεπέρασε αυτές τις
διστακτικές προσπάθειες για την απελευθέρωση της γαλλικής ποίησης από τα δεσμά
των παραδοσιακών προτύπων της ρίμας και του ρυθμού και υιοθέτησε τη μορφή του
πεζού ποιήματος. Όσο για τον Mallarmé, μολονότι φαίνεται να κινείται στο μεγαλύτερο
μέρος του έργου του μέσα στα παραδοσιακά πλαίσια, στην πραγματικότητα είναι, με
τον παράδοξα διακριτικό τρόπο του, τόσο επαναστατικός όσο και ο Rimbaud και στους
τελευταίους μήνες της ζωής του, το 1898, έγραψε το «UnCoupdeDés» («Μια Ριξιά Ζαριών») («OeuvresCom- plétes»), την πρωτοτυπία του οποίου δεν
μπόρεσε να φτάσει κανένα άλλο γραπτό από τότε. Μπορούμε τελικά να πούμε ότι ο
Συμβολισμός ήταν μια προσπάθεια να διεισδύσει μέσα και πέρα από την
πραγματικότητα σ’ έναν κόσμο ιδεών, είτε των ιδεών και των συναισθημάτων του
ίδιου του ποιητή, είτε των Ιδεών με την πλατωνική σημασία που αποτελούν έναν
τέλειο υπερφυσικό κόσμο στον οποίο αποβλέπει ο άνθρωπος. Με σκοπό να προχωρήσει
πέρα από την επιφάνεια της πραγματικότητας γίνεται συχνά μια συγχώνευση των
εικόνων, ένα είδος στερεοσκοπικής εντύπωσης, ώστε να δοθεί μια τρίτη διάσταση.
Μεγάλη έμφαση δίνεται επίσης στη μουσική ιδιότητα της ποίησης (που ο Valéryόρισε
ως «cettehésitationprolongéeentreleson
et le sens» - «αυτή η παρατεταμένη ταλάντευση ανάμεσα στον ήχο και το νόημα»)
και επειδή γίνεται επιθυμητή μια μεγαλύτερη ευλυγισία εγκαταλείπεται, λ.χ., ο
κανονικός ρυθμός του αλεξανδρινού δωδεκασύλλαβου και τα επαναλαμβανόμενα
πρότυπα των παραδοσιακών μορφών ομοιοκαταληξίας. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια έγινε ο ορισμός
του Συμβολισμού, που είχε αρχίσει σιγά σιγά να αποκτά τη δική του ταυτότητα, σε
ένα μανιφέστο δημοσιευμένο από το Jean Moréas σε άρθρο της εφημερίδας «Le
Figaro», στις 18 Σεπτέμβρη 1886. Μέσα σ αυτό υποστήριζε ότι είχε περάσει η
εποχή του Ρομαντισμού καθώς και των διαδόχων του, δηλ. το κίνημα του Παρνασσισμού
στην ποίηση και του Νατουραλισμού στο μυθιστόρημα και ότι αναμενόταν μια νέα μορφή
τέχνης που ήταν και αναγκαία και αναπόφευκτη. Όριζε ότι η καινούρια κίνηση ήταν
εναντίον της μετάδοσης πληροφοριών, εναντίον της ρητορείας, εναντίον της ψεύτικης
συναισθηματικότητας και εναντίον της αντικειμενικής περιγραφής. Αντίθετα
διακήρυσσε ότι σκοπός της νέας κίνησης ήταν η προσπάθεια να δώσει εξωτερική
μορφή στις Ιδέες (σαφέστατα εννοεί τον όρο «Ιδέα» με τη σημασία της πλατωνικής
φιλοσοφίας) — «la poésie symbolique cherche à vétir
l’idée d'une forme sensible». Ανάμεσα
στους ηγέτες του νέου κινήματος αποκαλούσε τον Baudelaire «τον πραγματικό
πρόδρομο» (le véritable précurseur) και επαινούσε το Mallarmé, επειδή είχε
δώσει στο νέο κίνημα «την αίσθηση του μυστηρίου και του άφατου» (lesensdumystèreetdel’ineffable), ενώ η συμβολή του Verlaine ήταν κατά
τη γνώμη του Moréas «το σπάσιμο των βασανιστικών δεσμών της στιχουργίας». Η
απουσία του Rimbaud από αυτό τον κατάλογο μπορεί να εκπλήσσει, αλλά ασφαλώς
εξηγείται από το γεγονός ότι η φήμη του μόλις είχε αρχίσει να εδραιώνεται
εκείνο τον καιρό. Αν και ο Moréas έτσι παραδεχόταν ότι ο
Συμβολισμός υπήρχε ήδη πριν από το 1886 και ότι ο ίδιος έκανε απλώς γνωστή την
ύπαρξή του στο πλατύ κοινό, όμως πίστευε συγχρόνως ότι το μανιφέστο του ήταν
ένα πρόγραμμα για το μέλλον και ότι είχε ιδρύσει τη «Συμβολιστική σχολή» (Ecole
Symboliste), στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα όπως οι René Ghil, Stuart Merrill,
Francis Viélé - Griffin και Gustave Kahn. Αυτό προκάλεσε μια κάποια σύγχυση,
αφού υπάρχουν ορισμένοι κριτικοί που ταυτίζουν το Συμβολισμό με την «Ecole
Symboliste» και κατά συνέπεια αφιερώνουν πολύ χώρο στους πολύ μικρότερης αξίας
ποιητές που ανήκουν στη «συμβολιστική σχολή» ενώ περιορίζουν τους Baudelaire,
Verlaine, Rimbaud και Mallarmé μόνο στο ρόλο των απλών προδρόμων της κίνησης
του Συμβολισμού. Άλλοι κριτικοί όμως αναγνωρίζουν τη ματαιότητα της σπατάλης
ενός χρήσιμου και πρόσφορου κριτικού όρου για τους όχι πρώτης σειράς ποιητές
και την εξαιτίας αυτής της σπατάλης εγκατάλειψη των τεσσάρων μεγάλων ποιητών σ’
ένα χώρο λησμοσύνης που δεν ανήκει σε κανένα από τα τρία μεγάλα κινήματα που
κυριαρχούσαν στη γαλλική ποίηση του 19ου αιώνα, δηλαδή το Ρομαντισμό, τον Παρνασσισμό
και το Συμβολισμό. Charles Chadwick, Συμβολισμός, Εκδόσεις
Ερμής