Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κυκλόω / κυκλῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Marvin Spates 
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κυκλόω / κυκλ»
 
(κυκλ = περικυκλώνω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κυκλ, κυκλος, κυκλο, κυκλομεν, κυκλοτε, κυκλοσι(ν)
Υποτακτική
κυκλ, κυκλος, κυκλο, κυκλμεν, κυκλτε, κυκλσι(ν)
Ευκτική
κυκλομι, κυκλος, κυκλο, (ή κυκλοίην, κυκλοίης, κυκλοίη), κυκλομεν, κυκλοτε, κυκλοεν
Προστακτική
---, κύκλου, κυκλούτω, ---, κυκλοτε, κυκλούντων (ή κυκλούτωσαν)
Απαρέμφατο
κυκλον
Μετοχή
κυκλν, κυκλοσα, κυκλον
 
Παρατατικός
Οριστική
κύκλουν, κύκλους, κύκλου, κυκλομεν, κυκλοτε, κύκλουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
κυκλώσω, κυκλώσεις, κυκλώσει, κυκλώσομεν, κυκλώσετε, κυκλώσουσι(ν)
Ευκτική
κυκλώσοιμι, κυκλώσοις, κυκλώσοι, κυκλώσοιμεν, κυκλώσοιτε, κυκλώσοιεν
Απαρέμφατο
κυκλώσειν
Μετοχή
κυκλώσων, κυκλώσουσα, κυκλσον
 
Αόριστος
Οριστική
κύκλωσα, κύκλωσας, κύκλωσε(ν), κυκλώσαμεν, κυκλώσατε, κύκλωσαν
Υποτακτική
κυκλώσω, κυκλώσς, κυκλώσ, κυκλώσωμεν, κυκλώσητε, κυκλώσωσι(ν)
Ευκτική
κυκλώσαιμι, κυκλώσαις ή κυκλώσειας, κυκλώσαι ή κυκλώσειε(ν), κυκλώσαιμεν, κυκλώσαιτε, κυκλώσαιεν ή κυκλώσειαν
Προστακτική
---, κύκλωσον, κυκλωσάτω, ---, κυκλώσατε, κυκλωσάντων (ή κυκλωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
κυκλσαι
Μετοχή
κυκλώσας, κυκλώσασα, κυκλσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεκύκλωκα, κεκύκλωκας, κεκύκλωκε, κεκυκλώκαμεν, κεκλυκώκατε, κεκλυκώκασι(ν)
 
Υποτακτική
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός ς
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός
κεκυκλωκότες- κεκυκλωκυαι- κεκυκλωκότα μεν
κεκυκλωκότες- κεκυκλωκυαι- κεκυκλωκότα τε
κεκυκλωκότες- κεκυκλωκυαι- κεκυκλωκότα σι
 
Ευκτική
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός εην
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός εης
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός εη
κεκυκλωκότες- κεκυκλωκυαι- κεκυκλωκότα εημεν (εμεν)
κεκυκλωκότες- κεκυκλωκυαι- κεκυκλωκότα εητε (ετε)
κεκυκλωκότες- κεκυκλωκυαι- κεκυκλωκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός σθι
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός στω
---
κεκλυκωκότες- κεκλυκωκυαι- κεκλυκωκότα στε
κεκλυκωκότες- κεκλυκωκυαι- κεκλυκωκότα στων
 
Απαρέμφατο
κεκυκλωκέναι
Μετοχή
κεκυκλωκώς- κεκυκλωκυα- κεκυκλωκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
κεκυκλώκειν, κεκυκλώκεις, κεκυκλώκει, κεκυκλώκεμεν, κεκυκλώκετε, κεκυκλώκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κυκλομαι, κυκλο, κυκλοται, κυκλούμεθα, κυκλοσθε, κυκλονται
Υποτακτική
κυκλμαι, κυκλο, κυκλται, κυκλώμεθα, κυκλσθε, κυκλνται
Ευκτική
κυκλοίμην, κυκλοο, κυκλοτο, κυκλοίμεθα, κυκλοσθε, κυκλοντο
Προστακτική
---, κυκλο, κυκλούσθω, ---, κυκλοσθε, κυκλούσθων ή κυκλούσθωσαν
Απαρέμφατο
κυκλοσθαι
Μετοχή
κυκλούμενος
κυκλουμένη
κυκλούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
κυκλούμην, κυκλο, κυκλοτο, κυκλούμεθα, κυκλοσθε, κυκλοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
κυκλώσομαι, κυκλώσ/κυκλώσει, κυκλώσεται, κυκλωσόμεθα, κυκλώσεσθε, κυκλώσονται
Ευκτική
κυκλωσοίμην, κυκλώσοιο, κυκλώσοιτο, κυκλωσοίμεθα, κυκλώσοισθε, κυκλώσοιντο
Απαρέμφατο
κυκλώσεσθαι
Μετοχή
κυκλωσόμενος
κυκλωσομένη
κυκλωσόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
κυκλωθήσομαι, κυκλωθήσ/κυκλωθήσει, κυκλωθήσεται, κυκλωθησόμεθα, κυκλωθήσεσθε, κυκλωθήσονται
Ευκτική
κυκλωθησοίμην, κυκλωθήσοιο, κυκλωθήσοιτο, κυκλωθησοίμεθα, κυκλωθήσοισθε, κυκλωθήσοιντο
Απαρέμφατο
κυκλωθήσεσθαι
Μετοχή
κυκλωθησόμενος
κυκλωθησομένη
κυκλωθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
κυκλωσάμην, κυκλώσω, κυκλώσατο, κυκλωσάμεθα, κυκλώσασθε, κυκλώσαντο
Υποτακτική
κυκλώσωμαι, κυκλώσ, κυκλώσηται, κυκλωσώμεθα, κυκλώσησθε, κυκλώσωνται
Ευκτική
κυκλωσαίμην, κυκλώσαιο, κυκλώσαιτο, κυκλωσαίμεθα, κυκλώσαισθε, κυκλώσαιντο
Προστακτική
---, κύκλωσαι, κυκλωσάσθω, ---, κυκλώσασθε, κυκλωσάσθων ή κυκλωσάσθωσαν
Απαρέμφατο
κυκλώσασθαι
Μετοχή
κυκλωσάμενος
κυκλωσαμένη
κυκλωσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
κυκλώθην, κυκλώθης, κυκλώθη, κυκλώθημεν, κυκλώθητε, κυκλώθησαν
Υποτακτική
κυκλωθ, κυκλωθς, κυκλωθ, κυκλωθμεν, κυκλωθτε, κυκλωθσι(ν)
Ευκτική
κυκλωθείην, κυκλωθείης, κυκλωθείη, κυκλωθείημεν ή κυκλωθεμεν, κυκλωθείητε ή κυκλωθετε, κυκλωθείησαν ή κυκλωθεεν
Προστακτική
---, κυκλώθητι, κυκλωθήτω, ---, κυκλώθητε, κυκλωθέντων ή κυκλωθήτωσαν
Απαρέμφατο
κυκλωθναι
Μετοχή
κυκλωθείς
κυκλωθεσα
κυκλωθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεκύκλωμαι, κεκύκλωσαι, κεκύκλωται, κεκυκλώμεθα, κεκύκλωσθε, κεκύκλωνται
 
Υποτακτική
κεκυκλωμένος- κεκυκλωμένη-κεκυκλωμένον
κεκυκλωμένος- κεκυκλωμένη-κεκυκλωμένον ς
κεκυκλωμένος- κεκυκλωμένη-κεκυκλωμένον
κεκυκλωμένοι- κεκυκλωμέναι-κεκυκλωμένα μεν
κεκυκλωμένοι- κεκυκλωμέναι-κεκυκλωμένα τε
κεκυκλωμένοι- κεκυκλωμέναι-κεκυκλωμένα σι
 
Ευκτική
κεκυκλωμένος- κεκυκλωμένη-κεκυκλωμένον εην
κεκυκλωμένος- κεκυκλωμένη-κεκυκλωμένον εης
κεκυκλωμένος- κεκυκλωμένη-κεκυκλωμένον εη
κεκυκλωμένοι- κεκυκλωμέναι-κεκυκλωμένα εημεν (εμεν)
κεκυκλωμένοι- κεκυκλωμέναι-κεκυκλωμένα εητε (ετε)
κεκυκλωμένοι- κεκυκλωμέναι-κεκυκλωμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, κεκύκλωσο, κεκυκλώσθω, --- κεκύκλωσθε, κεκυκλώσθων ή κεκυκλώσθωσαν
 
Απαρέμφατο
κεκυκλσθαι
Μετοχή
κεκυκλωμένος,
κεκυκλωμένη,
κεκυκλωμένον

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δέχομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Veronica Minozzi
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δέχομαι»
 
Ενεστώτας
Οριστική
δέχομαι, δέχ/δέχει, δέχεται, δεχόμεθα, δέχεσθε, δέχονται
Υποτακτική
δέχωμαι, δέχ, δέχηται, δεχώμεθα, δέχησθε, δέχωνται
Ευκτική
δεχοίμην, δέχοιο, δέχοιτο, δεχοίμεθα, δέχοισθε, δέχοιντο
Προστακτική
---, δέχου, δεχέσθω, ---, δέχεσθε, δεχέσθων ή δεχέσθωσαν
Απαρέμφατο
δέχεσθαι
Μετοχή
δεχόμενος
δεχομένη
δεχόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
δεχόμην, δέχου, δέχετο, δεχόμεθα, δέχεσθε, δέχοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
δέξομαι, δέξ/δέξει, δέξεται, δεξόμεθα, δέξεσθε, δέξονται
Ευκτική
δεξοίμην, δέξοιο, δέξοιτο, δεξοίμεθα, δέξοισθε, δέξοιντο
Απαρέμφατο
δέξεσθαι
Μετοχή
δεξόμενος
δεξομένη
δεξόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
δεχθήσομαι, δεχθήσ/δεχθήσει, δεχθήσεται, δεχθησόμεθα, δεχθήσεσθε, δεχθήσονται
Ευκτική
δεχθησοίμην, δεχθήσοιο, δεχθήσοιτο, δεχθησοίμεθα, δεχθήσοισθε, δεχθήσοιντο
Απαρέμφατο
δεχθήσεσθαι
Μετοχή
δεχθησόμενος
δεχθησομένη
δεχθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
δεξάμην, δέξω, δέξατο, δεξάμεθα, δέξασθε, δέξαντο
Υποτακτική
δέξωμαι, δέξ, δέξηται, δεξώμεθα, δέξησθε, δέξωνται
Ευκτική
δεξαίμην, δέξαιο, δέξαιτο, δεξαίμεθα, δέξαισθε, δέξαιντο
Προστακτική
---, δέξαι, δεξάσθω, ---, δέξασθε, δεξάσθων ή δεξάσθωσαν
Απαρέμφατο
δέξασθαι
Μετοχή
δεξάμενος
δεξαμένη
δεξάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
δέχθην, δέχθης, δέχθη, δέχθημεν, δέχθητε, δέχθησαν
Υποτακτική
δεχθ, δεχθς, δεχθ, δεχθμεν, δεχθτε, δεχθσι(ν)
Ευκτική
δεχθείην, δεχθείης, δεχθείη, δεχθείημεν ή δεχθεμεν, δεχθείητε ή δεχθετε, δεχθείησαν ή δεχθεεν
Προστακτική
---, δέχθητι, δεχθήτω, ---, δέχθητε, δεχθέντων ή δεχθήτωσαν
Απαρέμφατο
δεχθναι
Μετοχή
δεχθείς
δεχθεσα
δεχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δέδεγμαι, δέδεξαι, δέδεκται, δεδέγμεθα, δέδεχθε, δεδεγμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
δεδεγμένος- δεδεγμένη-δεδεγμένον
δεδεγμένος- δεδεγμένη-δεδεγμένον ς
δεδεγμένος- δεδεγμένη-δεδεγμένον
δεδεγμένοι- δεδεγμέναι-δεδεγμένα μεν
δεδεγμένοι- δεδεγμέναι-δεδεγμένα τε
δεδεγμένοι- δεδεγμέναι-δεδεγμένα σι
 
Ευκτική
δεδεγμένος- δεδεγμένη-δεδεγμένον εην
δεδεγμένος- δεδεγμένη-δεδεγμένον εης
δεδεγμένος- δεδεγμένη-δεδεγμένον εη
δεδεγμένοι- δεδεγμέναι-δεδεγμένα εημεν (εμεν)
δεδεγμένοι- δεδεγμέναι-δεδεγμένα εητε (ετε)
δεδεγμένοι- δεδεγμέναι-δεδεγμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, δέδεξο, δεδέχθω, --- δέδεχθε, δεδέχθων ή δεδέχθωσαν
 
Απαρέμφατο
δεδέχθαι
Μετοχή
δεδεγμένος,
δεδεγμένη,
δεδεγμένον
 
Υπερσυντέλικος
δεδέγμην, δέδεξο, δέδεκτο, δεδέγμεθα, δέδεχθε, δεδεγμένοι σαν
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...