Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Πραγματολογία & Κειμενογλωσσολογία

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Vanessa Bates

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Πραγματολογία & Κειμενογλωσσολογία

Σύμφωνα με τις Οδηγίες για τη διδασκαλία του μαθήματος: Νεοελληνική Γλώσσα & Λογοτεχνία της Γ΄ Λυκείου (16-9-2019) τα κριτήρια με τα οποία αποτιμάται η πληρότητα των απαντήσεων των μαθητών και των μαθητριών είναι: α) η ποιότητα (αλήθεια και ακρίβεια των δεδομένων), β) η ποσότητα (η επάρκεια των στοιχείων), γ) η συνάφεια του περιεχομένου με τον επικοινωνιακό στόχο και δ) η σαφήνεια σε επίπεδο έκφρασης και διατύπωσης του περιεχομένου (περισσότερα βλ. Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας -Σωφρόνης Χατζησαββίδης – Αθανασία Χατζησαββίδου-, Κεφάλαιο Πέμπτο, Ενότητα 1 «Πραγματολογία»).

Στη συνέχεια παρατίθεται το κεφάλαιο της Πραγματολογίας από τη Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και επικουρικά το εισαγωγικό μέρος του κεφαλαίου της Κειμενογλωσσολογίας, προκειμένου να διευκολυνθεί η εξοικείωση των μαθητών με σημαντικούς για την κατανόηση και προσέγγιση κειμένων όρους.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Η Πραγματολογία αποτελεί ένα επίπεδο ανάλυσης της γλώσσας το οποίο εξετάζει τη σχέση του εκφωνήματος με την περίσταση στην οποία χρησιμοποιείται. Ενώ δηλαδή σε όλα τα άλλα επίπεδα ανάλυσης, από τη Φωνητική έως και το Λεξιλόγιο, εξετάζεται το παραγόμενο γλωσσικό προϊόν, ανεξάρτητα από τον παραγωγό του και τις συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται, στην Πραγματολογία αυτό που ενδιαφέρει είναι τα νοήματα και οι σημασίες που παίρνουν τα εκφωνήματα ανάλογα με τον χρόνο, τον χώρο, την κοινωνική θέση, τον ρόλο των ομιλητών, τον στόχο που επιδιώκεται και τα γλωσσικά και άλλα εξωγλωσσικά συμφραζόμενα.
Στην Πραγματολογία, λοιπόν, η γλώσσα εξετάζεται ως πράξη που επιτελείται από κάποιον ομιλητή και επηρεάζει τους συνομιλητές. Άλλωστε, η Πραγματολογία ως επίπεδο ανάλυσης της γλώσσας γεννήθηκε ουσιαστικά από την ανάπτυξη της θεωρίας των λεκτικών πράξεων που διατυπώθηκε από τους φιλοσόφους John Austin, Paul Grice και John Searle κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Βασική θέση της θεωρίας αυτής είναι ότι, κάθε φορά που λέμε ή γράφουμε κάτι στο πλαίσιο της επικοινωνίας, πράττουμε κάτι, π.χ. εκφωνώντας τη φράση Ξεκίνα για το σχολείο ζητώ από τον συνομιλητή μου να πάει στο σχολείο, να κάνει δηλαδή μια πράξη. Αντίθετα, αν η φράση Ξεκίνα για το σχολείο ήταν μια φράση που έπρεπε να τη μάθω απέξω ή να την εκφωνήσω για να μάθω, για παράδειγμα, πώς σχηματίζεται η προστακτική στο β΄ πρόσωπο του ρήματος ξεκινώ, δε θα αποτελούσε η εκφώνησή της λεκτική πράξη.
Η θεωρία των λεκτικών πράξεων έστρεψε το ενδιαφέρον της Γλωσσολογίας από την εξέταση και την περιγραφή του συστήματος της γλώσσας στην εξέταση και περιγραφή εκφωνημάτων στο πλαίσιο της επικοινωνίας, όπου κάθε εκφώνημα αποκτά σημασία ανάλογα με τους παράγοντες που συμμετέχουν σε αυτήν, δηλαδή τις συνθήκες επικοινωνίας (πομπός, δέκτης, κανάλι, θέμα, σκοπός κτλ.). Στο πλαίσιο της επικοινωνίας, λοιπόν, προφορικής ή γραπτής, ο άνθρωπος, όταν παράγει λόγο, ταυτόχρονα επιτελεί και μια πράξη, η οποία μπορεί να είναι μια δήλωση, μια παράκληση, μια απειλή κ.ο.κ. Βασική μονάδα, λοιπόν, της Πραγματολογίας είναι η λεκτική πράξη, η οποία, σύμφωνα με τη θεωρία που ανέπτυξε ο Austin, περιέχει τρεις διαφορετικές πράξεις:

α) Την πράξη της εκφώνησης, η οποία, αναφέρεται στην εκφώνηση μιας φράσης μέσω του συνδυασμού ήχων ή γραφημάτων και λέξεων. Πρόκειται δηλαδή για την απλή εκφορά λέξεων και προτάσεων.

β)   Την προσλεκτική πράξη, η οποία αναφέρεται στην πράξη που επιτελεί ο ομιλητής. Σ’ αυτήν συνδέονται σε ένα εκφώνημα το πρόσωπο στο οποίο γίνεται αναφορά με το ρήμα που πραγματώνει την πρόθεση του αναφερόμενου. Μπορεί να έχει τη μορφή μιας παράκλησης, μιας ερώτησης, μιας ανακοίνωσης, μιας προσφοράς κ.ο.κ. Πρόκειται στην ουσία για την πράξη με την οποία ο ομιλητής προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα καταλάβει ο ακροατής την πρόθεσή του.

γ)  Την πράξη επιτέλεσης, η οποία αναφέρεται στο αποτέλεσμα που επιδιώκει ο ομιλητής να έχει ένα εκφώνημα στον αποδέκτη.

Παράδειγμα
Αν δε μου δώσεις το βιβλίο, δε θα σου ξαναμιλήσω. (1)
Μου δίνεις, σε παρακαλώ, το βιβλίο; (2)
Είπες ότι θα μου δώσεις το βιβλίο. (3)
Θα μου δώσεις το βιβλίο; (4)
Δώσε μου αμέσως το βιβλίο. (5)

Υποθέτουμε ότι οι πέντε παραπάνω φράσεις εκφωνούνται από το ίδιο άτομο (π.χ. έναν/μια μαθητή/-τρια) και έχουν τον ίδιο αποδέκτη (π.χ. έναν/μια συμμαθητή/-τριά του/της). Και οι πέντε φράσεις περιέχουν τον ίδιο συνδυασμό αντικειμένου αναφοράς (βιβλίο) και ρήματος (δίνω). Καθεμιά όμως από αυτές τις φράσεις διαφέρει και ως προς την πράξη εκφώνησης και ως προς την προσλεκτική πράξη. Η (1) εκφράζει απειλή, η (2) παράκληση, η (3) αποτελεί μια ανακοίνωση, η (4) είναι ερώτηση και η (5) εκφράζει προσταγή.

Η παραπάνω θεωρία των λεκτικών πράξεων οδήγησε τους θεωρητικούς στην προσπάθεια ταξινόμησής τους. Σύμφωνα λοιπόν με την κατάταξη του Searle οι κατηγορίες των λεκτικών πράξεων είναι οι εξής:

α) Δηλωτικές, με τις οποίες δηλώνεται από τον ομιλητή η αλήθεια του περιεχομένου του εκφωνήματός του, π.χ. Η κ. Παπαδοπούλου βρίσκεται στο γραφείο της.

β) Κατευθυντικές, με τις οποίες ο ομιλητής επιχειρεί να πείσει ή να κατευθύνει τον ακροατή, π.χ. Άνοιξέ μου, σε παρακαλώ, την πόρτα.

γ) Δεσμευτικές, με τις οποίες ο ομιλητής δεσμεύεται να πραγματοποιήσει αυτό που λέει, π.χ. Θα σου δώσω αύριο τα κλειδιά του σπιτιού.

δ) Εκφραστικές, με τις οποίες ο ομιλητής εκφράζει την ψυχική του κατάσταση απέναντι στο περιεχόμενο του εκφωνήματος, π.χ. Χαίρομαι πολύ για την επιτυχία σου.

ε) Διακηρυκτικές, με τις οποίες ο ομιλητής επιτελεί άμεσα μια πράξη, π.χ. Σε αναγορεύω διδάκτορα Φιλοσοφίας.

Η ταξινόμηση αυτή δεν είναι και ούτε μπορεί να είναι απόλυτη, αφού μπορεί ένα εκφώνημα να ανήκει στη μια ή στην άλλη κατηγορία, π.χ. η φράση Χαίρομαι πολύ για την επιτυχία σου μπορεί να είναι είτε εκφραστική είτε δηλωτική λεκτική πράξη. Εξαρτάται από τη συνθήκη επικοινωνίας και από τα συμφραζόμενα.

Η συσχέτιση μιας πράξης εκφώνησης με την προσλεκτική πράξη και την πράξη επιτέλεσης από τον παραγωγό ενός εκφωνήματος αποτελεί διαδικασία η οποία διέπεται από ορισμένες αρχές που ισχύουν για κάθε είδος αλληλεπίδρασης στον γραπτό και στον προφορικό λόγο. Η κυριότερη από αυτές τις αρχές, που διατύπωσε ο φιλόσοφος Grice, είναι η αρχή της συνεργασίας, η οποία αφορά την επιθυμία των επικοινωνούντων να συνεργαστούν και μέσω της οποίας εξελίσσεται ο διάλογος μεταξύ των συνομιλητών. Η αρχή της συνεργασίας αποτελείται, σύμφωνα πάντα με τον Grice, από τα εξής τέσσερα αξιώματα, τα οποία είναι κανόνες που ρυθμίζουν την επικοινωνία:

α) Το αξίωμα της ποιότητας, το οποίο αφορά την επιθυμία μετάδοσης της αλήθειας από τους επικοινωνούντες.

β) Το αξίωμα της ποσότητας, το οποίο αφορά την ποσότητα των στοιχείων που μεταδίδονται από τους επικοινωνούντες, η οποία θα πρέπει να είναι επαρκής.

γ) Το αξίωμα της συνάφειας, το οποίο αφορά τη συνάφεια του υπό συζήτηση θέματος με τον σκοπό της επικοινωνίας, τα οποία θα πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους στενά.

δ) Το αξίωμα του τρόπου, το οποίο αφορά τη σαφήνεια του λόγου και τη συνάφεια που πρέπει να έχουν μεταξύ τους τα νοήματα που μεταδίδουν οι επικοινωνούντες

Οι αρχές αυτές συχνά παραβιάζονται από τους επικοινωνούντες με σκοπό να δηλωθούν κάποια υπονοήματα.
Με την έννοια που δόθηκε και δίνεται στην Πραγματολογία, αυτή σχετίζεται και με τη Σημασιολογία, αφού εξετάζει σημασίες, αλλά και με τον κλάδο που εξετάζει τη διάρθρωση των εκφωνημάτων σε κείμενα, δηλαδή την Κειμενογλωσσολογία ή Κειμενολογία. Γι’ αυτό, στο παρόν κεφάλαιο θα γίνει λόγος για στοιχεία που έχουν σχέση με το κείμενο, τη διάρθρωσή του, τα είδη του, την υφή και την ποικιλότητά του, στοιχεία δηλαδή που σχετίζονται με τη χρήση της γλώσσας σε πραγματικές επικοινωνιακές συνθήκες.

Η ΚΕΙΜΕΝΟΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ

Το κείμενο και η έννοιά του
Είναι γνωστό ότι η επικοινωνία μεταξύ των ατόμων γίνεται με διάφορα συστήματα σημείων (χειρονομίες, διάφορα σήματα, εικόνες κτλ.). Το πιο σημαντικό από αυτά τα συστήματα είναι η γλώσσα, μέσω της οποίας μπορούν να αποδοθούν λεπτές αποχρώσεις της πραγματικότητας. Όταν λέμε ότι η επικοινωνία διεξάγεται μέσω της γλώσσας, δεν εννοoύμε ότι γίνεται μέσω φθόγγων ή γραμμάτων ή μεμονωμένων λέξεων, αλλά με συνδυασμό αυτών των μονάδων, οι οποίες κατά την επικοινωνία συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε κείμενο. Για να χαρακτηριστεί μια γλωσσική ενότητα κείμενο, είναι απαραίτητες κάποιες προϋποθέσεις:

α) Να έχει καθορισμένα όρια, αναγνωρίσιμα από τους συμμετέχοντες στην επικοινωνία, π.χ. μια διάλεξη για ένα συγκεκριμένο θέμα έχει μια αρχή και ένα τέλος που τα αναγνωρίζουν όλοι οι συμμετέχοντες. Πριν και μετά από τη διάλεξη αυτήν ο ομιλητής μπορεί να παράγει λόγο, αλλά ο λόγος αυτός συγκροτεί άλλα κείμενα.
β) Να έχει εσωτερική συνοχή, να αναφέρεται δηλαδή σε κάποια εξωγλωσσική πραγματικότητα, η οποία μπορεί να αποτελέσει μια ολότητα, π.χ. σε μια τηλεφωνική επικοινωνία, αν το ένα άτομο μιλά για τον καιρό, χωρίς να δίνει σημασία στο τι λέει ο άλλος, και αν ο άλλος μιλά για τις εξετάσεις που έχει την επόμενη ημέρα, η επικοινωνία αυτή δεν έχει συνοχή και δεν αποτελεί μια ολότητα, άρα δεν είναι ενιαίο κείμενο. Αντίθετα, αν και τα δύο άτομα αναφέρονται στην ίδια εξωγλωσσική πραγματικότητα, για παράδειγμα στον καιρό ή στις εξετάσεις, αυτή η τηλεφωνική επικοινωνία έχει συνοχή, αποτελεί μια ολότητα και χαρακτηρίζεται κείμενο.
γ) Να συνδέεται με την πράξη της επικοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι θα είναι αναγνωρίσιμες από τους συμμετέχοντες στην επικοινωνία οι προθέσεις του παραγωγού του λόγου και οι καταστάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος, π.χ. η εκφώνηση της παροιμίας «Κάλλιο αργά παρά ποτέ» αποτελεί κείμενο, αν ειπωθεί από έναν ομιλητή με πρόθεση να συνοψίσει και να συμβολοποιήσει κάποιες καταστάσεις που παρουσιάζονται ή που περιέγραψε ο ίδιος ή κάποιος συνομιλητής του. Αλλιώς η ξερή εκφώνηση, χωρίς πρόθεση και χωρίς αναφορά σε κάποια κατάσταση, δεν την καθιστά κείμενο.
δ) Να έχει νόημα, να είναι δηλαδή τα νοήματα που περιέχει η γλωσσική ενότητα αναγνωρίσιμα όχι μόνο από σημασιολογική άποψη, αλλά και από την άποψη των νοημάτων που αναδύονται από τους παράγοντες που συμμετέχουν στην επικοινωνιακή συνθήκη στην οποία εντάσσεται το κείμενο, π.χ. η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ως τίτλος εφημερίδας έχει μια σημασία, αλλά ταυτόχρονα αναδύεται από τους επικοινωνιακούς παράγοντες (θέση τίτλου, έντυπο κτλ.) ένα ιδιαίτερο νόημα που την απομακρύνει από την κυριολεκτική σημασία της λέξης και δίνει το νόημά της.

Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις ορίζουμε το κείμενο ως μια γλωσσική ενότητα που έχει καθορισμένα όρια, εσωτερική συνοχή και φέρνει τόσο στοιχεία από τις προθέσεις του δημιουργού όσο και νοήματα που συνδέονται με εξωγλωσσικές καταστάσεις και επικοινωνιακές συνθήκες.

Παρατηρώ και… καταλαβαίνω…

1. ΦΩΤΙΑ
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη φωτιά. Η λέξη αυτή, είτε στον προφορικό είτε στον γραπτό λόγο, αποτελεί απλώς έναν συνδυασμό γραμμάτων (φθόγγων) με κάποια αρχή και τέλος και με μια εσωτερική συνοχή, αλλά δεν αναφέρεται σε καμιά αναγνωρίσιμη από τον ακροατή ή αναγνώστη κατάσταση, ούτε γίνονται γνωστές οι προθέσεις του παραγωγού αυτής της λέξης ούτε οι επικοινωνιακές συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει παραχθεί. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η λέξη φωτιά δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση κείμενο. Αν όμως η λέξη φωτιά εκφωνηθεί με δυνατή και αγωνιώδη φωνή από ένα άτομο προς άλλα άτομα σε χώρο που υπάρχουν οι προϋποθέσεις να ανάψει φωτιά (κτίριο, δάσος κτλ.), τότε αποτελεί κείμενο, γιατί συγκροτεί μια γλωσσική ενότητα που έχει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις να γίνει αντιληπτή ως κείμενο (όρια, εσωτερική συνοχή, προθετικότητα, επικοινωνιακές συνθήκες).

2. Παρατηρήστε την παρακάτω πινακίδα:
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ
Η ΕΙΣΟΔΟΣ
ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ
Οι σημασίες που μπορεί θεωρητικά να έχει είναι πολλές:
 α) Απαγορεύεται η είσοδος σε όσους είναι άνεργοι.
β) Απαγορεύεται η είσοδος σε όσους δεν εργάζονται αυτή τη στιγμή κτλ.

Αν η πινακίδα αυτή αναρτηθεί έξω από ένα εργοτάξιο, χώρο έξω από τον οποίο συνήθως τη βλέπουμε, παίρνει το εξής νόημα: «Απαγορεύεται να μπαίνουν στον χώρο του εργοταξίου όσοι δε δουλεύουν σε αυτό και δεν έχουν σχέση με αυτό». Το νόημα αυτό το δίνει η ύπαρξη της περίστασης επικοινωνίας μαζί με τις άλλες προϋποθέσεις που την κάνουν κείμενο (όρια, εσωτερική συνοχή, προθετικότητα, επικοινωνιακές συνθήκες).

3. Το ίδιο μπορεί να παρατηρήσει κανείς στο παρακάτω εκφώνημα:
ΤΖΑΜΙΑ ΔΙΠΛΑ
Η φράση αυτή, γραμμένη με κεφαλαία, μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους:
 α) τζάμια δίπλα,
β) τζάμια διπλά.

Τη λύση θα τη δώσει η επικοινωνιακή συνθήκη. Η πινακίδα αυτή, γραμμένη έξω από ένα κατάστημα που πουλάει τζάμια, θα διαβαστεί «Τζάμια διπλά». Αν όμως βρίσκεται στο διπλανό κατάστημα που πουλάει πιθανόν καθρέφτες ή είδη οικιακής χρήσης, θα διαβαστεί «Τζάμια δίπλα».
Επαρκής επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων υπάρχει μόνον, όταν οι συμμετέχοντες σε αυτήν είναι σε θέση να αντιληφθούν όλες τις παραπάνω παραμέτρους που συνθέτουν αυτό που ορίσαμε ως κείμενο. Το κείμενο λοιπόν αποτελεί τη βασική μονάδα επικοινωνίας και γι’ αυτό η παρουσία του στη ζωή του ανθρώπου είναι ουσιώδης και σημαντική. Ο λόγος αυτός οδήγησε στα νεότερα χρόνια πολλούς επιστήμονες από διαφορετικές επιστημονικές περιοχές να ασχοληθούν θεωρητικά και πρακτικά με αυτό και την ανάλυσή του. Στον χώρο της Γλωσσολογίας ο κλάδος που ασχολείται με το κείμενο και την ανάλυσή του είναι η Κειμενογλωσσολογία.
Η Κειμενογλωσσολογία φαίνεται να συγκροτείται ως ιδιαίτερη επιστημονική περιοχή το τελευταίο τέταρτο του 20ού αι.
Τα πρώτα ίχνη της Κειμενογλωσσολογίας βρίσκονται στη Ρητορική των Αρχαίων Ελλήνων, που στόχευε στην ανάδειξη των λεκτικών στοιχείων και των μηχανισμών με τα οποία διαμορφώνονται τα κείμενα πειθούς. Θεωρητικός της Ρητορικής στην ελληνική αρχαιότητα του 4ου αι. π.Χ. είναι ο Αριστοτέλης.
Από τα τέλη του 19ου αι., και ιδίως μέσα στον 20ό αι., η έννοια του κειμένου θεωρητικοποιείται αρκετά και διαμορφώνονται ορισμένες τάσεις και σχολές. Ορισμένες από αυτές τις τάσεις θεωρούν το κείμενο ένα στατικό προϊόν, μέσα στο οποίο αποτυπώνονται τα δεδομένα και οι προσωπικές καταστάσεις ενός ατόμου, του συγγραφέα, και τα στοιχεία του κοινωνικού και ιδεολογικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο παράγεται. Άλλες τάσεις πάλι θεωρούν το κείμενο ένα δυναμικό προϊόν, που δίνει τη δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη.
Στα νεότερα χρόνια το κείμενο θεωρείται γενικά ένα πολυεπίπεδο νοηματικά προϊόν και έχει αποκτήσει τη σημασία που αναλύθηκε προηγουμένως (σσ. 172-173).

Κειμενικά είδη

Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφέραμε ότι η γλώσσα αποκτά νόημα μόνο μέσα στο κείμενο. Τα κείμενα παρουσιάζονται πάντοτε μέσα σε κοινωνικές συνθήκες και κατασκευάζονται πάντοτε για κάποιους σκοπούς: να πληροφορήσουν, να διασκεδάσουν, να διαφημίσουν κτλ. Οι κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγονται τα κείμενα ασκούν μεγάλη επίδραση σε αυτά, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό τους. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κείμενο φέρνει μαζί του ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των συνθηκών και ιδίως των περιστάσεων που προκάλεσαν την παραγωγή του. Πολλές από αυτές τις συνθήκες και τις περιστάσεις είναι εντελώς τελετουργικές, με αυστηρή σειρά στους λόγους και στις πράξεις, όπως για παράδειγμα είναι η βάπτιση, η συνεδρίαση της Βουλής, ένας αθλητικός αγώνας κτλ. Άλλες πάλι είναι λιγότερο τελετουργικές, όπως οι συζητήσεις ανθρώπων που δε γνωρίζονται καλά, μια γραπτή ανακοίνωση κτλ.
Τα κειμενικά είδη, λοιπόν, ή «τα είδη λόγου», είναι συμβατικές μορφές κειμένων που περιέχουν ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά ως προς τη δομή, τη μορφή και  το περιεχόμενο. Τα χαρακτηριστικά αυτά αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές περιστάσεις μέσα στις οποίες παράγονται τα κείμενα. Έτσι, μια συνέντευξη ανήκει σε ένα κειμενικό είδος με ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αντιπροσωπεύουν την κοινωνική περίσταση της συνέντευξης, τη συζήτηση δηλαδή δύο ανθρώπων, κατά την οποία ο ένας ρωτά και ο άλλος απαντά, με σκοπό αυτή η συζήτηση (συνέντευξη) να δημοσιοποιηθεί σε τρίτα πρόσωπα. Μια διαφήμιση ανήκει σε ένα κειμενικό είδος που έχει ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά και στη δομή και στη μορφή και στο περιεχόμενο (σύντομο κείμενο, περιεκτικό, ελκυστικό κτλ.), που αντικατοπτρίζουν την κοινωνική περίσταση της διαφήμισης.
Με την έννοια που δόθηκε προηγουμένως στα κειμενικά είδη, γίνεται αντιληπτό ότι αυτά είναι πάρα πολλά σε αριθμό. Γι’ αυτό έχουν γίνει προσπάθειες να κατηγοριοποιηθούν με βάση ορισμένα κριτήρια (δομικά, περιεχομένου, γλωσσικά κ.ά.), να ομαδοποιηθούν σε μεγάλες κατηγορίες και να ταξινομηθούν. Σήμερα υφίστανται στη βιβλιογραφία ορισμένες προτάσεις κατηγοριοποίησης και ταξινόμησης, οι οποίες, χωρίς να συμφωνούν μεταξύ τους, υποδεικνύουν πολύ γενικές κατηγορίες ομοειδών κειμένων, που ονομάζονται «γένη». Μία από αυτές τις προτάσεις διακρίνει τρεις μεγάλες γενικές κατηγορίες κειμένων: τα περιγραφικά (περιγραφή) και τα  αφηγηματικά  (αφήγηση), τα οποία εντάσσονται στον  αναφορικό λόγο, και τα επιχειρηματολογικά (επιχειρηματολογία), τα οποία εντάσσονται στον κατευθυντικό λόγο.

Περιγραφικά κείμενα: αναπαριστούν γλωσσικά πρόσωπα, χώρους, αντικείμενα και καταστάσεις της εμπειρίας του ομιλητή-συντάκτη και διακρίνονται σε αντικειμενικά και υποκειμενικά. Στα πρώτα χρησιμοποιείται συνήθως γ΄ πρόσωπο, παθητική σύνταξη και απουσιάζει ο μεταφορικός λόγος. Στα δεύτερα χρησιμοποιούνται κυρίως το α΄ πρόσωπο και αρκετές μεταφορές. Τα συχνότερα μορφοσυντακτικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται στα περιγραφικά κείμενα είναι τα επίθετα, τα επιρρήματα, ο ενεστώτας και τα βοηθητικά ρήματα. Τα περιγραφικά κείμενα χαρακτηρίζονται συνήθως από σαφήνεια, ακρίβεια και παραστατικότητα.

Αφηγηματικά κείμενα: αναπαριστούν γλωσσικά εξιστορήσεις με μιαν ορισμένη σειρά πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων, πράξεων και ενεργειών, που συνέβησαν ή κατασκευάστηκαν από τα συμμετέχοντα στην αφήγηση πρόσωπα. Διακρίνονται σε μυθοπλαστικά, που ανήκουν στη λογοτεχνία και έχουν περιεχόμενο μη πραγματικό, σε ιστορικά, όπου εξιστορούνται γεγονότα του παρελθόντος, και ρεαλιστικά, όπου εξιστορούνται γεγονότα σύγχρονα με τον χρόνο του αφηγητή. Εξελίσσονται πάνω σε δομικά σχήματα συμβάντων, τα οποία συνδέονται συνήθως μεταξύ τους χρονικά. Κυριαρχεί ο αόριστος χρόνος και το συνοπτικό ποιόν ενέργειας, ενώ πολύ συχνά χρησιμοποιούνται χρονικά επιρρήματα. Τα αφηγηματικά κείμενα περιέχουν συνδετικές λέξεις και φράσεις που δείχνουν τη χρονική σειρά των γεγονότων.

Επιχειρηματολογικά κείμενα: περιέχουν γλωσσικά στοιχεία με τα οποία ο ομιλητής-συντάκτης επιχειρεί να επηρεάσει τον αποδέκτη του κειμένου, με σκοπό την αλλαγή της άποψης και της στάσης του. Εξελίσσονται πάνω σε δομικά σχήματα συμβάντων και καταστάσεων, που οδηγούν σε μια έκβαση την οποία ο ομιλητής (ή ο συγγραφέας) προαποφάσισε. Από τα πιο συνηθισμένα γλωσσικά στοιχεία που  χρησιμοποιούνται είναι τα σχήματα λόγου (ρητορικές ερωτήσεις, επαναλήψεις, ελλείψεις κ.ά.), σύνδεσμοι και επιρρήματα που εξασφαλίζουν τη στενή σύνδεση των νοημάτων (και, αλλά, βέβαια, φυσικά, λοιπόν κ.ά.) και εκφράσεις που δηλώνουν το πιθανό (μπορεί, υποθέτω, κατά τη γνώμη μου κ.ά.) και το αναγκαίο (πρέπει, χρειάζεται κ.ά.).

Μια ανάλογη αλλά πιο γενική κατηγοριοποίηση των κειμένων είναι αυτή που τα διακρίνει σε προφορικά και σε γραπτά.

Τα προφορικά κείμενα διέπονται από τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου, ο οποίος είναι οικείος, απροσχεδίαστος, αυθόρμητος, άμεσος και εφήμερος. Γι’ αυτό τα προφορικά κείμενα περιέχουν γλωσσικά στοιχεία που αποτελούν απόρροια αυτών των χαρακτηριστικών, όπως η παρατακτική σύνταξη, η ενεργητική σύνταξη, οι ελλείψεις, οι επανεκκινήσεις, οι επαναλήψεις, συχνά οι ασυνταξίες κ.ά.

Τα γραπτά κείμενα διέπονται από τα χαρακτηριστικά του γραπτού λόγου, ο οποίος είναι προσχεδιασμένος, έμμεσος και έχει διάρκεια. Απόρροια αυτών των χαρακτηριστικών είναι τα γλωσσικά στοιχεία των γραπτών κειμένων, που είναι συνήθως η υποτακτική σύνταξη, ο μεγάλος αριθμός ονοματικών φράσεων, η παθητική σύνταξη κ.ά.
Ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες κειμένων, οι οποίες, όπως περιγράφηκαν, αποτελούν τα δύο άκρα ενός συνεχούς, βρίσκονται προφορικά κείμενα, άλλα με περισσότερα και άλλα με λιγότερα στοιχεία των γραπτών κειμένων, και γραπτά με περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία των προφορικών.

Λένα Καλλέργη «Σκαρί»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Presniakov Oleksandr

Λένα Καλλέργη «Σκαρί»

Το κορμί
πάντα μπαίνει
σε μανίκια στενά
σε φόδρες αλύγιστες
σε κουμπιά που κοντεύουν να σπάσουν.

Δεν χωρά
στα δοσμένα μεγέθη να πάλλεται
και γυμνό δεν μπορεί να πηγαίνει.
Έτσι λέει η ιστορία του.

Τι να το έντυνα
ώστε όταν φυσάει
να μην μένουν επάνω του
οι εποχές και τα κρίματα.

Κι όταν βρέχει να στέκεται
να θυμάται τη δίψα του
να επιστρέφει στον ήλιο
με ολάνθιστο δέρμα.

Δεν έχω παρά
ένα σώμα φωνή
όλο αλάτι στην άρθρωση.

Αν όμως είχα
ένα πανί.

Καλλέργη, Λ. (2016). Περισσεύει ένα πλοίο, Αθήνα: Γαβριηλίδης.

Στο επίκεντρο του ποιήματος τίθενται οι περιορισμοί που συνοδεύουν το ανθρώπινο σώμα είτε αυτοί σχετίζονται με την κοινωνική του υπόσταση είτε με την ίδια του τη φύση. Η ελευθερία του περιορίζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά κι αυτό με τη σειρά του θέτει όρια στην επιθυμία του ανθρώπου να βιώνει μια διαρκή αίσθηση ελευθερίας και ευδαιμονίας, αφού είναι δέσμιο της φθοράς και της κούρασης.

«Το κορμί
πάντα μπαίνει
σε μανίκια στενά
σε φόδρες αλύγιστες
σε κουμπιά που κοντεύουν να σπάσουν.»

Το ποιητικό υποκείμενο αντιμετωπίζει την υποχρέωση που έχουν οι άνθρωποι να φορούν ρούχα ως πηγή καταπίεσης για το κορμί, αφού πάντοτε το σώμα καταλήγει να μπαίνει σε ρούχα που το στενεύουν και του προκαλούν ασφυξία. Τα μανίκια των ρούχων του έρχονται στενά κι οι φόδρες των ενδυμάτων είναι αλύγιστες, μη επιτρέποντας στο σώμα να κινηθεί με πλήρη ελευθερία. Πολύ συχνά, μάλιστα, τα ρούχα το σφίγγουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα κουμπιά τους μοιάζουν έτοιμα να σπάσουν. Το κορμί αδυνατεί, έτσι, να βρει την ελευθερία κίνησης και ύπαρξης που του αναλογεί.
Η ενδυμασία δεν είναι ιδωμένη εδώ ως μέσο προφύλαξης του σώματος από τα καιρικά φαινόμενα, μήτε ως εύλογα επιβεβλημένη απόκρυψη της γύμνιας ως ένδειξη σεβασμού προς τους άλλους, αλλά και προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Ελέγχεται ως μέσο ανεπιθύμητου περιορισμού της ελευθερίας που έχει ανάγκη το σώμα.

«Δεν χωρά
στα δοσμένα μεγέθη να πάλλεται
και γυμνό δεν μπορεί να πηγαίνει.
Έτσι λέει η ιστορία του.»

Το ανθρώπινο σώμα δεν βρίσκει μέσα στα ενδύματα που του επιβάλλονται τον αναγκαίο για τη ζωτικότητά του χώρο, μα δεν έχει και τη δυνατότητα να κινείται γυμνό. Έτσι, τουλάχιστον, έχει δείξει η ιστορία του. Το κορμί αναγκάζεται, επομένως, να υποταχθεί στις κοινωνικώς επιβεβλημένες συμβάσεις, έστω κι αν καταπιέζεται, αφού η γυμνότητά του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

«Τι να το έντυνα
ώστε όταν φυσάει
να μην μένουν επάνω του
οι εποχές και τα κρίματα.»

Με τι θα μπορούσα να ντύσω το κορμί μου, αναρωτιέται το ποιητικό υποκείμενο, ώστε όταν φυσάει να απομακρύνονται από αυτό οι επιπτώσεις τόσο του χρόνου που περνά, όσο και των λαθών που διέπραξε κατά το προηγούμενο διάστημα. Με το ερώτημα αυτό το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινωνία στο κορμί, σ’ αυτούς που προκύπτουν απ’ την ίδια του τη φύση. Το σώμα φθείρεται με το πέρασμα του χρόνου, αλλά και εξαιτίας των λανθασμένων επιλογών του ατόμου. Κάθε κατάχρηση και κάθε υπερβολή αφήνουν τα σημάδια τους στο σώμα, το οποίο δεν «ξεχνά» και δεν «συγχωρεί» κανένα από τα συνήθη αμαρτήματα των ανθρώπων. Το κάπνισμα, το αλκοόλ, η παρατεταμένη κούραση και κάθε άλλη υπερβολή που γίνεται στο όνομα της ευχαρίστησης του ατόμου, έχουν τον δικό τους αντίκτυπο στο ευάλωτο ανθρώπινο κορμί.

«Κι όταν βρέχει να στέκεται
να θυμάται τη δίψα του
να επιστρέφει στον ήλιο
με ολάνθιστο δέρμα.»

Η ποιήτρια θα ήθελε, συνάμα, να επαναφέρει στο κορμί της την επίγνωση του πόσο άμεσα συνδεδεμένο είναι με τη φύση. Έτσι, αντί να το καλύπτει με ρούχα που θα του παρέχουν προφύλαξη από τη βροχή, θα προτιμούσε να βρει ένα τρόπο να του υπενθυμίζει τη δίψα του, ώστε κάθε φορά που βρέχει, αυτό να στέκεται και να δέχεται τη ζωοποιό δύναμη του νερού. Η άμεση και άφοβη επαφή με τη βροχή θα το ανανέωνε και θα του επέτρεπε να επιστρέφει κατόπιν στον ήλιο με το δέρμα του δροσερό και ολάνθιστο. Η ποιήτρια δανείζεται εδώ μια ιδιότητα διαρκούς ανανέωσης από τον κόσμο της φύσης, η οποία δεν μπορεί εντούτοις να βρει εφαρμογή στο ανθρώπινο σώμα, υπό την έννοια πως η δική του πορεία είναι μια πορεία φθοράς.
Η επιθυμία της ποιήτριας να αποκτήσει το ανθρώπινο σώμα τη δυνατότητας μιας αέναης ανανέωσης είναι εξίσου ανέφικτη με το ενδεχόμενο να βρεθεί ένας τρόπος να απαλλάσσεται αυτό από τη φθορά που του προκαλούν ο χρόνος κι οι πιθανές καταχρήσεις ή λανθασμένες επιλογές. Το σώμα παραμένει δέσμιο των δικών του περιορισμών που το θέλουν να ακολουθεί μια πορεία φθοράς.

«Δεν έχω παρά
ένα σώμα φωνή
όλο αλάτι στην άρθρωση.»

Η ποιήτρια οδηγείται στην παραδοχή πως παρά τις επιθυμίες της, το μόνο που έχει στη διάθεσή της είναι ένα σώμα έτοιμο να διαμαρτυρηθεί για το καθετί ένα σώμα με τη δική του φωνή, που δεν παύει να της θυμίζει πόσο ευάλωτο είναι στην πάροδο του χρόνου. Οι αρθρώσεις του είναι γεμάτες αλάτι (αρθρίτιδα), γεγονός που της προκαλεί όχι μόνο συνεχείς ενοχλήσεις, αλλά και της υπενθυμίζει πως δεν μπορεί να παραβλέψει, όσο κι αν το θέλει, τους φυσικούς περιορισμούς του. Το κορμί δεν μπορεί να ανανεώνεται αέναα, μήτε να καταπονείται χωρίς τίμημα.  

«Αν όμως είχα
ένα πανί.»

Το ποιητικό υποκείμενο αναρωτιέται πόσο διαφορετική θα ήταν η κατάσταση αν αντί για ένα θνητό κορμί διέθετε ένα πανί που θα τη μετέτρεπε σ’ ένα καλοτάξιδο «σκαρί». Ένα πανί θα της έδινε την απεριόριστη εκείνη ελευθερία που αποζητά και θα την απάλλασσε απ’ το πλήθος των περιορισμών που της θέτει το ανθρώπινο κορμί της. Ένα πανί θα αποτελούσε το μέσο για την πραγματοποίηση πολλών και συνεχών ταξιδιών, χωρίς να έχει να αναλογιστεί την κούραση και την καταπόνηση του κορμιού της. Το πανί δεν θα διαμαρτυρόταν, μήτε θα της θύμιζε πόσο φθοροποιό είναι το πέρασμα του χρόνου. Θα την ταξίδευε αδιάκοπα, προσφέροντάς της νέες πρωτόγνωρες συγκινήσεις.
Με τους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος γίνεται παράλληλα αντιληπτό το νόημα του τίτλου που έχει επιλεχθεί για το ποίημα. Η διττή έννοια που μπορεί να λάβει η λέξη «σκαρί», πλεούμενο, αλλά κι η κατάσταση του ανθρώπινου σώματος, επιτρέπει στην ποιήτρια να δημιουργήσει μια υποθετική σύνδεση μεταξύ των δύο. Το πέρασμα από το θνητό και ευάλωτο σώμα σ’ ένα γερό κι ευκίνητο πλεούμενο θα μπορούσε να αποτελέσει την απάντηση στην ανάγκη της ποιήτριας για περισσότερη ελευθερία, όπως και για μια ύπαρξη που δεν θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο του χρόνου και της φθοράς.

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: «Είμαστε όλοι εντός του μέλλοντός μας» [Φάκελος Υλικού]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Silkandfire

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: «Είμαστε όλοι εντός του μέλλοντός μας» [Φάκελος Υλικού]

Εισαγωγικό σημείωμα
Ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης στοχάζεται σχετικά με τα αποτελέσματα της τέταρτης τεχνολογικής επανάστασης στην καθημερινότητα των ανθρώπων

Κείμενο
Το θέαμα κάποιων ταξιτζήδων να προπηλακίζουν στην Πλατεία Συντάγματος έναν οδηγό γνωστής εταιρείας μεταφορών ήταν απολύτως οικτρό. Ακόμα και για εκείνους που συμφωνούν ότι ο κλάδος του ταξί υφίσταται αθέμιτο ανταγωνισμό από την εν λόγω εταιρεία και –ως έναν βαθμό– δικαιολογούν την αγανάκτησή τους.
Κοιτάζοντάς τους, ωστόσο, εγώ είδα σκηνές από το εγγύς μέλλον. Τους φαντάστηκα –σε δέκα; σε δεκαπέντε χρόνια το αργότερο– να ωρύονται εναντίον του αυτοκινήτου δίχως οδηγό, το οποίο ήδη έχει κατασκευαστεί και δοκιμάζεται στην Αμερική. Χωρίς άνθρωπο στο τιμόνι κι εν τούτοις απολύτως αξιόπιστο και ασφαλές. Το κομπιούτερ που θα το κατευθύνει θα αντιδρά στα απρόοπτα πιο ψύχραιμα, πιο αποτελεσματικά κι από τον πλέον προικισμένο ραλίστα. Τι θα κάνουν τότε οι ταξιτζήδες; Θα πυρπολήσουν μήπως τα αυτοκίνητα - ρομπότ, όπως έβαζαν οι Λουδίτες στην Αγγλία στις αρχές του 19ου αιώνα φωτιά στους ηλεκτροκίνητους αργαλειούς; Θα απεργήσουν; Από ποιον θα λείψουν τραβώντας χειρόφρενο; Αφού το επάγγελμά τους θα έχει σαρωθεί ανεπιστρεπτί από την τεχνολογία...
Οι προφητείες της επιστημονικής φαντασίας επαληθεύονται. Η τέταρτη τεχνολογική επανάσταση είναι κιόλας εδώ. Η τεχνητή νοημοσύνη εισβάλλει στην καθημερινότητά μας για να ανατρέψει δεδομένα που εκλαμβάνονταν ως αιώνια, ως ακατάλυτα. Λειτουργούν ήδη τα πρώτα σουπερμάρκετ χωρίς υπαλλήλους. Οι καταναλωτές διαλέγουν από τα ράφια τα προϊόντα, το σύστημα χρεώνει τον λογαριασμό τους, μία μηχανική –εγκάρδια εντούτοις– γυναικεία φωνή τούς εύχεται «εις το επανιδείν». Στην Ιαπωνία τα τραπεζικά καταστήματα έχουν εν πολλοίς καταργηθεί, οι συναλλαγές γίνονται ηλεκτρονικά. Η κυκλοφορία του μετρητού χρήματος περιορίζεται διαρκώς, οι
κάρτες –πιστωτικές και χρεωστικές– παρέχουν ασυγκρίτως μεγαλύτερη ασφάλεια, τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα θα αποτελούν για τα εγγόνια μας μουσειακό είδος. Όπως και οι βιομηχανικοί εργάτες. Όπως και οι ταμίες. Ίσως ακόμα και οι πλοίαρχοι και οι πιλότοι αεροπλάνων.
Οι μετριοπαθείς μιλούν για ταχεία έκλειψη των καθαρά διεκπεραιωτικών επαγγελμάτων, στα οποία δεν απαιτείται ιδιαίτερη πρωτοβουλία ή δημιουργικότητα. Οι τολμηρότεροι προβλέπουν ότι τα κομπιούτερ θα αναλάβουν τη διαγνωστική –ίσως και την επεμβατική– ιατρική. Θα αντικαταστήσουν τους θεράποντες της Εκπαίδευσης και της Δικαιοσύνης. Θα λαμβάνουν σε βάθος χρόνου και πολιτικές ακόμα αποφάσεις, σταθμίζοντας το συλλογικό ανθρώπινο συμφέρον, με γνώμονα τις γενικές αρχές που εμείς θα τους έχουμε εμφυτέψει. Η πρόσβαση και η ταχύτατη επεξεργασία όλων των διαθέσιμων δεδομένων, η ακρίβεια στους υπολογισμούς και η δυνατότητα να σταθμίζουν απροκατάληπτα –ελεύθερα από κάθε ιδιοτέλεια– τους δίνει αυτή την προοπτική.

Το εφιαλτικό σενάριο του υπερ-υπολογιστή (ή του δικτύου υπολογιστών) που αυτονομείται και «επαναστατεί» εναντίον μας μοιάζει απλοϊκά κινδυνολόγο. Οι μηχανές διαθέτουν μεν ευφυΐα, στερούνται δε «εγώ», βούλησης και αντίληψης ιδίου συμφέροντος. Επιλύουν και τα πιο δύσκολα προβλήματα. Συναισθηματικά όμως είναι ανύπαρκτες. Έννοιες όπως στοργή, αγάπη, μίσος, έρωτας –ό,τι πηγάζει από τον τρόμο του θανάτου κι από τη λαχτάρα της διαιώνισης– τις αγνοούν εντελώς. Η ευγενέστερη εξάλλου ανθρώπινη δραστηριότητα, η τέχνη, βασίζεται σε ελεύθερους συνειρμούς, σε αυθαίρετους εν πολλοίς συνδυασμούς χρωμάτων, ήχων, λέξεων. Θα παραμείνει συνεπώς για τα κομπιούτερ απάτητος πλανήτης. Μόνο να τη μιμούνται θα μπορούν. Αλλά γιατί να το κάνουν;
Οι επιστήμονες που ιχνηλατούν το μέλλον ομοφωνούν ότι η τέταρτη τεχνολογική επανάσταση θα αυξήσει θεαματικά τον πλούτο στη Γη. Η βαριά και ανθυγιεινή εργασία θα καταργηθεί. Η γενετική θα εκτινάξει την παραγωγικότητα σε τροφή. Δισεκατομμύρια άνθρωποι θα περάσουν από την αγωνία της επιβίωσης στην ευδαιμονία της υλικής αφθονίας.
Εκτός και αν τα οφέλη της τα καρπώνεται μια ελάχιστη κάστα υπερπρονομιούχων, σπρώχνοντας όλους τους υπόλοιπους στο περιθώριο, μετατρέποντάς τους σε παρίες. Κάτι τέτοιο εντούτοις θα πυροδοτούσε διαρκώς εντάσεις και εξεγέρσεις, θα σήμαινε μια κατάσταση μόνιμης αστάθειας και οικονομικά –συν τοις άλλοις– ασύμφορη. Ποιος ο λόγος; Τα αγαθά θα αρκούν για όλους. Ο καταναλωτισμός, όπως έχει αποδειχθεί, είναι ο ισχυρότερος παράγοντας κοινωνικής ειρήνης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα χρησιμοποιούν τα παιδιά ή τα εγγόνια μας τον άπλετο χρόνο τους. Θα ανοιχτούν άραγε καινούργιοι ορίζοντες δημιουργίας και απόλαυσης ή θα βουλιάξει ο άνθρωπος μέσα σε ένα σύμπαν εικονικής πραγματικότητας και videogames; Θραύοντας τα δεσμά της αναγκαστικής, για το προς το ζην, εργασίας, θα απελευθερωθούμε ή θα νοσήσουμε όλοι ψυχικά; [...]

Χωμενίδης, Χ. (10.03.2018 ). «Είμαστε όλοι εντός του μέλλοντός μας». Τα Νέα.
Ανακτήθηκε από http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5525536/eimaste-oloientos-toy-mellontos-mas/ στις 10/04/2019.

ΘΕΜΑΤΑ
1. α) Ποιο είναι το βασικό θέμα του κειμένου; β) Ποιες είναι οι θέσεις του συγγραφέα απέναντι στο θέμα αυτό; γ) Πώς τις τεκμηριώνει;  

α) Βασικό θέμα του κειμένου είναι οι αναπόφευκτες και δραστικές αλλαγές που θα προκύψουν στον εργασιακό χώρο λόγω της διαρκούς επέκτασης του αυτοματισμού. Με αφορμή τις αντιδράσεις των οδηγών ταξί στις φτηνότερες υπηρεσίες που παρείχε γνωστή εταιρία μεταφορών, ο συγγραφέας θέτει τον καίριο προβληματισμό σχετικά με το πώς θα αντιδράσουν οι οδηγοί των ταξί -και κατ’ επέκταση γενικότερα οι πολίτες- όταν χάρη στον αυτοματισμό, θα «αφανιστούν» πολλά επαγγέλματα, εφόσον οι σχετικές υπηρεσίες θα καλύπτονται από τις δυνατότητες του αυτοματισμού.
β) Ο συγγραφέας θεωρεί πως η εποχή του αυτοματισμού κι οι δραστικές αλλαγές στο χάρτη των επαγγελμάτων δεν αφορούν μια πολύ μακρινή εποχή και πως, άρα, οι πολίτες θα πρέπει να ξεκινήσουν από τώρα να προετοιμάζονται για τις επερχόμενες μεταβολές. Σημειώνει, πάντως, πως κατά την άποψή του η εποχή του αυτοματισμού θα ωφελήσει συνολικά τους πολίτες, αφού θα τους απαλλάξει εν γένει από την αγωνία της επιβίωσης, δημιουργώντας για όλους μια εποχή υλικής αφθονίας και άπλετου ελεύθερου χρόνου. Οι επόμενες γενιές, κατά τη γνώμη του, θα έχουν κυρίως να προβληματίζονται για το πώς θα αξιοποιούν το χρόνο τους, αφού η εργασία θα έχει πάψει να είναι συνδεδεμένη με την κάλυψη των βιοτικών αναγκών.
γ) Ο συγγραφέας προκειμένου να τεκμηριώσει την άποψή του πως οι αλλαγές στον εργασιακό χώρο μάς αφορούν άμεσα, αξιοποιεί μια σειρά από παραδείγματα -τεκμήρια-, τα οποία αναδεικνύουν πως οι αλλαγές αυτές έχουν ήδη ξεκινήσει να συμβαίνουν. Τα αυτοκίνητα που δεν απαιτούν οδηγό, τα οποία έχουν κατασκευαστεί και δοκιμάζονται, τα σουπερμάρκετ που λειτουργούν χωρίς υπαλλήλους, η σταδιακή κατάργηση των τραπεζικών καταστημάτων, συνιστούν υπαρκτές εκφάνσεις των αλλαγών αυτών.
Σε ό,τι αφορά την άποψή του πως οι αλλαγές αυτές θα ωφελήσουν συνολικά τους πολίτες, καταφεύγει σ’ έναν συλλογισμό -επιχείρημα- που θέτει στη βάση του τη σκέψη πως οι ισχυροί -οι μόνοι που μπορούν να παρεμποδίσουν την από κοινού εκμετάλλευση των ωφελειών της τεχνολογικής επανάστασης- δεν θα θελήσουν να παρακρατήσουν για τον εαυτό τους τα οφέλη αυτά, προκειμένου να αποφύγουν την οικονομικά ασύμφορη αστάθεια που θα προκύψει σε περίπτωση δημιουργίας ανισοτήτων μεταξύ των πολιτών.

2. Να εντοπίσετε στο πλαίσιο του κειμένου -αρκούν τρία παραδείγματα- διαβαθμίσεις βεβαιότητας (επιστημική τροπικότητα) στις απόψεις που καταγράφει ο συγγραφέας και να τις αιτιολογήσετε.

- «Οι επιστήμονες που ιχνηλατούν το μέλλον ομοφωνούν ότι η τέταρτη τεχνολογική επανάσταση θα αυξήσει θεαματικά τον πλούτο στη Γη.»

Ο συγγραφέας επικαλούμενος τις απόψεις των επιστημόνων καταγράφει με βεβαιότητα, όπως αυτό διαφαίνεται από την επισήμανση σχετικά με την ομοφωνία τους, πως χάρη στη νέα τεχνολογική επανάσταση θα προκύψει θεαματική αύξηση στον πλούτο της Γης. Προσέχουμε, ωστόσο, πως η αναφορική πρόταση «που ιχνηλατούν το μέλλον» θέτει εύλογα περιορισμούς στο βαθμό βεβαιότητας, εφόσον καθίσταται σαφές πως πρόκειται για μια εικασία, έστω κι αν αυτή αποτελεί προϊόν επιστημονικής επεξεργασίας δεδομένων.

- «Η βαριά και ανθυγιεινή εργασία θα καταργηθεί.»

Η συντομία της συγκεκριμένης διαπίστωσης υποδηλώνει υψηλό βαθμό βεβαιότητας, ο οποίος προκύπτει απ’ την ήδη υπάρχουσα τάση να αυτοματοποιούνται κατά προτεραιότητα οι τομείς εκείνοι της κοπιώδους χειρωνακτικής εργασίας. Ο συγγραφέας θεωρεί σχεδόν δεδομένη την εξέλιξη αυτή, με την αναγκαία επισήμανση πως αφορά μια μελλοντική εποχή και υπάρχει εκ των πραγμάτων πάντοτε η πιθανότητα διάψευσης.

- «Εκτός και αν τα οφέλη της τα καρπώνεται μια ελάχιστη κάστα υπερπρονομιούχων, σπρώχνοντας όλους τους υπόλοιπους στο περιθώριο, μετατρέποντάς τους σε παρίες.»

Στο συγκεκριμένο χωρίο ο συγγραφέας θέτει υπό αίρεση την άποψη που έχει εκφράσει προηγουμένως πως οι άνθρωποι θα περάσουν στην «ευδαιμονία της υλικής αφθονίας» λαμβάνοντας υπόψη την παράμετρο εκείνη που αφορά την απληστία των ισχυρών και τη συνήθη τακτική τους να παρακρατούν για τον εαυτό τους τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από την αξιοποίηση ποικίλων δυνατοτήτων. Η βεβαιότητα των απόψεών του εδώ υποχωρεί, αφού αναγνωρίζει το ενδεχόμενο να μην κατανεμηθούν ισομερώς τα οφέλη της τεχνολογικής ανάπτυξης.

3. Πώς αντιλαμβάνεστε τη σύνδεση ανάμεσα στον τίτλο του κειμένου και το βασικό θέμα που αναπτύσσεται σε αυτό.

Η εξέταση των επιπτώσεων που θα επιφέρει η νέα τεχνολογική επανάσταση στον εργασιακό χάρτη γίνεται αντιληπτή από τον συγγραφέα ως ένα θέμα που σχετίζεται όχι με μια πολύ μακρινή εποχή, αλλά με το άμεσο μέλλον, κι ως εκ τούτου είναι κάτι που μας αφορά όλους. Έτσι, προκειμένου να καταστήσει σαφές στους αναγνώστες του πως όσα ακολουθούν πρόκειται να συμβούν κατά τη διάρκεια της δικής τους ζωής και πιθανώς κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, επισημαίνει πως «Είμαστε όλοι εντός του μέλλοντός μας». Ζούμε, δηλαδή, όλοι μέσα στα όρια διαμόρφωσης μιας τελείως διαφορετικής εποχής, η οποία θα επιφέρει αλλαγές σε πολλούς επιμέρους τομείς. Το άρθρο κατ’ αυτό τον τρόπο διαβάζεται ως μια έγκαιρη προειδοποίηση για τη νέα πραγματικότητα που θα κληθούμε σύντομα να αντιμετωπίσουμε και να διαχειριστούμε.

4. «Θα λαμβάνουν σε βάθος χρόνου και πολιτικές ακόμα αποφάσεις, σταθμίζοντας το συλλογικό ανθρώπινο συμφέρον, με γνώμονα τις γενικές αρχές που εμείς θα τους έχουμε εμφυτέψει. Η πρόσβαση και η ταχύτατη επεξεργασία όλων των διαθέσιμων δεδομένων, η ακρίβεια στους υπολογισμούς και η δυνατότητα να σταθμίζουν απροκατάληπτα –ελεύθερα από κάθε ιδιοτέλεια– τους δίνει αυτή την προοπτική.» Συμφωνείτε με την άποψη αυτή του συγγραφέα; Θεωρείτε ότι η λήψη πολιτικών αποφάσεων βασίζεται μόνο στην αντικειμενική επεξεργασία δεδομένων;

Η εκτίμηση του συγγραφέα πως τα κομπιούτερ θα είναι μελλοντικά σε θέση να λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις, σταθμίζοντας το συλλογικό συμφέρον χωρίς να επηρεάζονται από ιδιοτελείς προθέσεις, όπως συμβαίνει συχνά στην παρούσα πολιτική κατάσταση, είναι σε μεγάλο βαθμό ορθή. Χάρη στη δυνατότητά τους να επεξεργάζονται ταχύτατα όλα τα διαθέσιμα δεδομένα και να υπολογίζουν με ακρίβεια τις επιπτώσεις ποικίλων επιλογών, θα υπερτερούν έναντι των ανθρώπων που σαφώς δεν έχουν ανάλογες ικανότητες επεξεργασίας δεδομένων και συνεκτίμησης διαφόρων παραγόντων. Εντούτοις, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως οι πολιτικές αποφάσεις δεν βασίζονται πάντοτε ή κυρίως στην επεξεργασία των δεδομένων ή στην αναζήτηση της πιο συμφέρουσας επιλογής για την πλειονότητα των πολιτών. Πολύ συχνά οι πολιτικοί καλούνται να διαμορφώσουν τις αποφάσεις του όχι με βάση το ποια επιλογή είναι καλύτερη με οικονομικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα τις αρχές του ανθρωπισμού και της συμπόνοιας. Μια απόφαση που μοιάζει συμφέρουσα σε οικονομικό επίπεδο, δημιουργεί ωστόσο πρόβλημα σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, είναι πιθανό να απορριφθεί ακριβώς επειδή επιδεινώνει -έστω και βραχυπρόθεσμα- την κατάσταση των ομάδων αυτών. Αντιστοίχως, ακόμη κι αν μια πολιτική απόφαση μοιάζει σωστή και συμφέρουσα από κάθε άποψη, αλλά έρχεται σε αντίθεση είτε με το κοινό αίσθημα περί δικαίου, είτε της ηθικής ή εθνικής συνείδησης των πολιτών, προφανώς θα απορριφθεί, εφόσον ενδέχεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Μια πολιτική απόφαση, επομένως, δεν αποτελεί προϊόν αποκλειστικά και μόνο λογικής επεξεργασίας δεδομένων, ώστε να ληφθεί από έναν υπολογιστή. Ενέχει στοιχεία συναισθηματικής και ηθικής αξιολόγησης ορισμένων πτυχών της πραγματικότητας, κάτι που δεν μπορεί να αναμένει κανείς από ένα μηχάνημα, όσο εξελιγμένο κι αν είναι αυτό.

5. Στο κλείσιμο του κειμένου το ρηματικό πρόσωπο μετατρέπεται από γ΄ (ενικό ή πληθυντικό) σε α΄ πληθυντικό. Να ερμηνεύσετε την επιλογή του συγγραφέα σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει να επιτύχει.

«Θραύοντας τα δεσμά της αναγκαστικής, για το προς το ζην, εργασίας, θα απελευθερωθούμε ή θα νοσήσουμε όλοι ψυχικά;»
Με δεδομένη την πρόθεση του συγγραφέα να καταστήσει σαφές στους αναγνώστες το γεγονός πως οι επιπτώσεις της νέας τεχνολογικής επανάστασης θα γίνουν άμεσα αντιληπτές στη ζωή μας, επιλέγει να χρησιμοποιήσει το α΄ πληθυντικό, ώστε να διαφανεί πως τα όσα γράφει μας αφορούν όλους, όπως και τον ίδιο τον γράφοντα. Έτσι, έστω κι αν στην τελευταία παράγραφο αναφέρεται σε μια εξέλιξη που πιθανολογεί πως θα αφορά τα παιδιά ή τα εγγόνια της γενιάς του, καταφεύγει στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να επαναφέρει στη σκέψη των αναγνωστών την αίσθηση πως η πλειονότητα των εξελίξεων θα προκύψει σε άμεσο χρόνο κι όχι στο απώτερο μέλλον.

6. Σε ποιο είδος ανήκει το κείμενο; Ποια χαρακτηριστικά του σας οδηγούν σε αυτή τη διαπίστωση;

Το κείμενο μπορεί να χαρακτηριστεί άρθρο, εφόσον, πέρα από το γεγονός ότι έχει δημοσιευτεί σε εφημερίδα, ασχολείται με ένα γεγονός της επικαιρότητας -τον προπηλακισμό του οδηγού της εταιρίας μεταφορών- και αποσκοπεί στο να αξιολογήσει ένα σύγχρονο φαινόμενο που επηρεάζει τη ζωή των πολιτών. Ο συγγραφέας, άλλωστε, αντιμετωπίζει τις αλλαγές που επιφέρει η τεχνολογική επανάσταση όχι ως κάτι που θα συμβεί στο μέλλον, αλλά ως κάτι που έχει ήδη ξεκινήσει να επηρεάζει τον εργασιακό χάρτη.

7. Να ερμηνεύσετε τη χρήση των ερωτήσεων στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου, λαμβάνοντας υπόψη την επικοινωνιακή περίσταση (πομπός, δέκτης, σκοπός του κειμένου).

Λαμβάνοντας υπόψη πως το κείμενο έχει χαρακτηριστικά άρθρου, εφόσον συντίθεται με αφορμή ένα γεγονός της επικαιρότητας και διερευνά ένα σύγχρονο ζήτημα, ο συντάκτης του -πομπός- απευθύνεται στους συμπολίτες του με σκοπό αφενός να τους ενημερώσει κι αφετέρου να τους προβληματίσει. Ειδικότερα, ο συγγραφέας έχοντας αντικρίσει τον προπηλακισμό του οδηγού της εταιρείας μεταφορών από ταξιτζήδες, θέτει μια σειρά από εύλογα ερωτήματα σχετικά με την πιθανή αντίδραση των οδηγών ταξί όταν στο άμεσο μέλλον έρθουν αντιμέτωποι με την πλήρη κατάργηση του επαγγέλματός τους. Σ’ έναν κόσμο, όπου θα κυριαρχεί η αυτόματη οδήγηση και το επάγγελμα του ταξιτζή «θα έχει σαρωθεί ανεπιστρεπτί από την τεχνολογία», κάθε αντίδραση των επαγγελματιών οδηγών θα είναι μάταιη, έστω κι αν οι ίδιοι δεν θα θέλουν να το αποδεχτούν.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει, λοιπόν, μέσω των ερωτημάτων του πιθανές εκφάνσεις της αντίδρασης των ταξιτζήδων ξεκινώντας από την πιο βίαιη -πυρπόληση των αυτοκινήτων- έως την πιο ήπια, την κήρυξη απεργίας. Απώτερος στόχος των ερωτημάτων αυτών, βέβαια, δεν είναι να διαφανεί το κατά πόσο είναι έτοιμοι να αποδεχτούν οι ταξιτζήδες τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται εξαιτίας της επέλασης των νέων τεχνολογιών, αλλά το κατά πόσο είναι έτοιμοι εν γένει οι πολίτες της χώρας να συνειδητοποιήσουν τις δραστικές αλλαγές που θα προκύψουν στον εργασιακό χάρτη λόγω της συστηματικής αξιοποίησης καινοτόμων τεχνολογικών επιτευγμάτων.

8. Ποιος είναι ο ισχυρισμός τον οποίο επιχειρεί να αποδείξει ο συγγραφέας στην τρίτη παράγραφο του κειμένου; Με ποια μέσα επιτυγχάνει τον στόχο του;

Ο συγγραφέας επισημαίνει πως εξαιτίας της τεχνολογικής εξέλιξης πρόκειται πολύ σύντομα να ανατραπούν και να αναδιαμορφωθούν δεδομένα που από πολλούς εκλαμβάνονται ως «αιώνια» και «ακατάλυτα». Επιχειρεί, δηλαδή, να θέσει υπόψη των πολιτών τη σκέψη πως οι ανατροπές που έρχονται θα είναι τέτοιας έκτασης, ώστε δεν θα μείνει επί της ουσίας κανένας επαγγελματικός κλάδος ανεπηρέαστος. Προκειμένου, μάλιστα, να αποδείξει την ορθότητα αυτής του της άποψης παραθέτει μια σειρά παραδειγμάτων αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών σε άλλες χώρες, που έχουν ήδη απειλήσει ή και καταστήσει περιττά ορισμένα επαγγέλματα. Αναφέρει, έτσι, τη λειτουργία σουπερμάρκετ χωρίς υπαλλήλους, το γεγονός πως στην Ιαπωνία έχουν σχεδόν καταργηθεί τα τραπεζικά καταστήματα, αλλά και τον δραστικό περιορισμό της κυκλοφορίας μετρητών. Προχωρά, επίσης, στην εικασία πως σε λίγες γενιές οι βιομηχανικοί εργάτες, όπως κι οι ταμίες θα ανήκουν στο παρελθόν, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο να εγκαταλειφθούν ακόμη κι επαγγέλματα που απαιτούν υψηλού επιπέδου κατάρτιση, όπως είναι αυτά του πλοιάρχου και του πιλότου.   

9. Να εξηγήσετε με πιο απλά λόγια το περιεχόμενο του υπογραμμισμένου χωρίου του κειμένου, ώστε να γίνει κατανοητό από έναν φίλο σας που δεν το καταλαβαίνει.

«Οι μηχανές διαθέτουν μεν ευφυΐα, στερούνται δε «εγώ», βούλησης και αντίληψης ιδίου συμφέροντος. Επιλύουν και τα πιο δύσκολα προβλήματα. Συναισθηματικά όμως είναι ανύπαρκτες. Έννοιες όπως στοργή, αγάπη, μίσος, έρωτας –ό,τι πηγάζει από τον τρόμο του θανάτου κι από τη λαχτάρα της διαιώνισης– τις αγνοούν εντελώς.»

Ο συγγραφέας προκειμένου να τονίσει πως το ενδεχόμενο μιας αυτονόμησης των υπολογιστών που θα τους οδηγούσε στο να επαναστατήσουν εναντίον μας είναι απίθανο να συμβεί, επισημαίνει πως οι μηχανές αν και διαθέτουν υψηλή ευφυΐα, δεν έχουν εντούτοις καμία αίσθηση «εαυτού», προσωπικότητας και ατομικού συμφέροντος. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους που δρουν συχνά υπό την επίδραση των συναισθημάτων, των φόβων και των φιλοδοξιών τους, οι μηχανές δεν επηρεάζονται μήτε στο ελάχιστο από ανάλογα συναισθήματα. Δεν θέλουν να κερδίσουν κάτι για τον εαυτό τους, δεν έχουν φιλοδοξίες που να υποκινούνται από εγωισμό και εγωκεντρισμό, δεν έχουν επίγνωση της έννοιας του θανάτου, ούτε ασχολούνται με το ποια θα είναι η παρακαταθήκη τους στους επόμενους. Λειτουργούν αποκλειστικά με βάση τις εντολές που τους δίνονται και την επεξεργασία των δεδομένων που τους παρέχονται. Δεν αισθάνονται τίποτε, οπότε δεν υπάρχει ο κίνδυνος να μισήσουν, να αγαπήσουν ή να φθονήσουν κάποιον.

10. «Δισεκατομμύρια άνθρωποι θα περάσουν από την αγωνία της επιβίωσης στην ευδαιμονία της υλικής αφθονίαςΠώς τεκμηριώνει την αισιόδοξη αυτή άποψη ο συγγραφέας; Θεωρείτε πειστική την τεκμηρίωσή του;


Ο συγγραφέας λαμβάνοντας υπόψη του την επερχόμενη ισχυρή ανάπτυξη της παραγωγικότητας και τη συνεπαγόμενη διασφάλιση αφθονίας τροφίμων και υλικών αγαθών, εικάζει πως το σύνολο σχεδόν της ανθρωπότητας θα απαλλαγεί από την αγωνία της επιβίωσης. Πιστεύει, μάλιστα, πως σε αντίθεση με το παρελθόν, αυτή τη φορά δεν θα καρπωθεί τα οφέλη της αφθονίας μια μικρή μόνο κάστα προνομιούχων, με την εξώθηση όλων των άλλων στο περιθώριο. Θεωρεί ότι οι οικονομικά ισχυροί θα θελήσουν να αποφύγουν το κλίμα αστάθειας που θα προκαλούταν από τις διαρκείς εξεγέρσεις εκείνων που θα παρέμεναν στην ένδεια ενώ θα έβλεπαν γύρω τους να υπάρχει πληθώρα αγαθών. Εικάζει πως οι ισχυροί θα συνειδητοποιήσουν πόσο ασύμφορη είναι η ύπαρξη αστάθειας και θα επιλέξουν να αξιοποιήσουν τα θέλγητρα του καταναλωτισμού για να διασφαλίσουν την κοινωνική ειρήνη. Αυτή τη φορά, όπως επισημαίνει, τα αγαθά θα επαρκούν για όλους, οπότε θα είναι μια εύλογη επιλογή το να προσφερθούν ισότιμα σε όλους.
Η τεκμηρίωση του συγγραφέα βασίζεται σ’ ένα συλλογισμό που υποδεικνύει πως η αποφυγή των εντάσεων κι η αποσόβηση του κινδύνου περιθωριοποίησης μέρους του πληθυσμού αποτελεί σε οικονομικό επίπεδο την πιο συμφέρουσα επιλογή για τους ισχυρούς. Υπ’ αυτό το πρίσμα η αισιόδοξη εκδοχή που παρουσιάζει λαμβάνει ικανοποιητική τεκμηρίωση. Ωστόσο, η υπάρχουσα εμπειρία των διακρίσεων και της εκμετάλλευσης, την οποία αναφέρει ο συγγραφέας ως την αρνητική εξέλιξη που θα θελήσουν οι ισχυροί να αποφύγουν, αποτελεί μια υπενθύμιση της απληστίας που έχει ως τώρα υπαγορεύσει με συνέπεια τη στάση των ισχυρών. Δημιουργείται, έτσι, μια αίσθηση αμφιβολίας, η οποία υπονομεύει τη βεβαιότητα της αισιόδοξης προοπτικής που θέλει να παρουσιάσει.

11. Να συντάξετε ένα άρθρο για την εφημερίδα του σχολείου σας, στο πλαίσιο του οποίου, αξιοποιώντας στοιχεία του κειμένου, να δίνετε τη δική σας απάντηση σ’ εκείνους που αντιτίθενται στον αυτοματισμό, καθώς θεωρούν ότι θέτει σε κίνδυνο την επαγγελματική τους ασφάλεια. (350-400 λέξεις)

Ο αυτοματισμός οδηγεί στην παγκόσμια ευημερία!

Οι διαρκώς αυξανόμενες δυνατότητες των τεχνολογικών επιτευγμάτων στον τομέα της αυτοματοποίησης και των ρομπότ επιτρέπουν την υποκατάσταση των εργαζομένων σε ολοένα και περισσότερους επαγγελματικούς τομείς. Από το χώρο της βιομηχανικής παραγωγής μέχρι τη διεκπεραίωση τραπεζικών συναλλαγών, ο αυτοματισμός επεκτείνεται με σταθερό ρυθμό προκαλώντας δραστικές αλλαγές στον εργασιακό χάρτη.
Εύλογα πολλοί εργαζόμενοι αντιδρούν και εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους, εφόσον θεωρούν πως η εξέλιξη αυτή θέτει σε κίνδυνο το εργασιακό τους μέλλον. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πως η μετάβαση στην εποχή του αυτοματισμού δεν αποτελεί μια αρνητική αλλαγή που θα πρέπει να προκαλεί την αντίδραση των πολιτών, αφού κάθε νέο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση τους προσφέρει σημαντικά οφέλη. Ταχύτερη και ποιοτικότερη εξυπηρέτηση, μεγαλύτερη και ποιοτικώς ανώτερη παραγωγή, σημαντική μείωση του καθημερινού κόπου για τους ανθρώπους, είναι μερικά μόνο από τα οφέλη του αυτοματισμού. Υπ’ αυτή την έννοια, έστω κι αν βραχυπρόθεσμα σημειώνονται απώλειες θέσεων εργασίας, μακροπρόθεσμα οι επιπτώσεις είναι αμιγώς θετικές για το κοινωνικό σύνολο, αφού οι ίδιοι απολαμβάνουν αρτιότερες υπηρεσίες και το οικονομικό κλίμα βελτιώνεται.
Ο αυτοματισμός, αν και πράγματι στερεί ορισμένες θέσεις εργασίας, δημιουργεί εντούτοις άλλες, μιας κι ενισχύεται η ζήτηση σε αναδυόμενους επαγγελματικούς τομείς που σχετίζονται με τον έλεγχο, τον σχεδιασμό και τη συντήρηση των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων. Η απάντηση, επομένως, στην αγωνία πολλών ανθρώπων σχετικά με το επαγγελματικό τους μέλλον βρίσκεται ακριβώς στη σύμπλευση με το νέο αυτό τεχνολογικό ρεύμα. Θα απαιτηθεί, βέβαια, η απόκτηση εντελώς νέων δεξιοτήτων και γνώσεων, για να επιτευχθεί η προσαρμογή των εργαζομένων αυτών στον σύγχρονο εργασιακό χάρτη, σίγουρα όμως δεν οδηγούνται σε αδιέξοδο, όπως πιθανώς φοβούνται.
Είναι, άλλωστε, σημαντικό να γίνει εγκαίρως αντιληπτό πως το να καταδικάζεται ο αυτοματισμός με κριτήριο μόνο τις αλλαγές που επιφέρει στον εργασιακό χώρο αποτελεί μια ελάχιστα διορατική επιλογή. Έχει ουσιώδη σημασία να αντικρίσουν οι πολίτες την ευρύτερη εικόνα του φαινομένου αυτού και να συνειδητοποιήσουν πως πρόκειται για μια εξέλιξη που θα βελτιώσει δραστικά την κοινωνική λειτουργία και υπόσταση σε όλους τους τομείς. Ακόμη περισσότερο πρόκειται για μια εξέλιξη που ανοίγει το δρόμο για τη διαμόρφωση ενός τελείως διαφορετικού αυριανού κόσμου. Η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής και η αυτοματοποιημένη ανάλυση των δεδομένων για τις διατροφικές και ενεργειακές ανάγκες σε παγκόσμιο επίπεδο, θα επιτρέψουν την επαρκή διασφάλιση των σχετικών αναγκών για όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο για τους πολίτες ορισμένων αναπτυγμένων κρατών.
Ο αυτοματισμός επιφέρει σαφώς μια δραστική ανακατάταξη στον εργασιακό χώρο, που μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα σε όσους είναι ανέτοιμοι να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Οι ανακατατάξεις αυτές, εντούτοις, αποτελούν ένα ελάχιστο τίμημα σε σχέση με τα οφέλη που θα αποκομίσουν οι πολίτες σε παγκόσμιο πια επίπεδο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...