Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χωρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χωρίζω»
 
χωρίζω: ξεχωρίζω, διακρίνω, διαιρώ
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χωρίζω, χωρίζεις, χωρίζει, χωρίζομεν, χωρίζετε, χωρίζουσι(ν)
Υποτακτική
χωρίζω, χωρίζς, χωρίζ, χωρίζωμεν, χωρίζητε, χωρίζωσι(ν)
Ευκτική
χωρίζοιμι, χωρίζοις, χωρίζοι, χωρίζοιμεν, χωρίζοιτε, χωρίζοιεν
Προστακτική
---, χώριζε, χωριζέτω, ---, χωρίζετε, χωριζόντων (ή χωριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίζειν
Μετοχή
χωρίζων, χωρίζουσα, χωρίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
χώριζον, χώριζες, χώριζε, χωρίζομεν, χωρίζετε, χώριζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
χωρι, χωριες, χωριε, χωριομεν, χωριετε, χωριοσι(ν)
Ευκτική
χωριοίμι, χωριος, χωριο (ή χωριοίην, χωριοίης, χωριοίη), χωριομεν, χωριοτε, χωριοεν
Απαρέμφατο
χωριεν
Μετοχή
χωριν, χωριοσα, χωριον
 
Αόριστος
Οριστική
χώρισα, χώρισας, χώρισε(ν), χωρίσαμεν, χωρίσατε, χώρισαν
Υποτακτική
χωρίσω, χωρίσς, χωρίσ, χωρίσωμεν, χωρίσητε, χωρίσωσι(ν)
Ευκτική
χωρίσαιμι, χωρίσαις (ή χωρίσειας), χωρίσαι (ή χωρίσειε), χωρίσαιμεν, χωρίσαιτε, χωρίσαιεν (ή χωρίσειαν)
Προστακτική
---, χώρισον, χωρισάτω, ---, χωρίσατε, χωρισάντων (ή χωρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίσαι
Μετοχή
χωρίσας, χωρίσασα, χωρίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεχώρικα, κεχώρικας, κεχώρικε, κεχωρίκαμεν, κεχωρίκατε, κεχωρίκασι(ν)
 
Υποτακτική
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός ς
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα μεν
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα τε
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα σι
 
Ευκτική
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός εην
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός εης
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός εη
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα εημεν (εμεν)
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα εητε (ετε)
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός σθι
κεχωρικώς- κεχωρικυα- κεχωρικός στω
---
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα στε
κεχωρικότες- κεχωρικυαι- κεχωρικότα στων
 
Απαρέμφατο
κεχωρικέναι
Μετοχή
κεχωρικώς, κεχωρικυα, κεχωρικός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
κεχωρίκειν, κεχωρίκεις, κεχωρίκει, κεχωρίκεμεν, κεχωρίκετε, κεχωρίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χωρίζομαι, χωρίζ (ή χωρίζει), χωρίζεται, χωριζόμεθα, χωρίζεσθε, χωρίζονται
Υποτακτική
χωρίζωμαι, χωρίζ, χωρίζηται, χωριζώμεθα, χωρίζησθε, χωρίζωνται
Ευκτική
χωριζοίμην, χωρίζοιο, χωρίζοιτο, χωριζοίμεθα, χωρίζοισθε, χωρίζοιντο
Προστακτική
---, χωρίζου, χωριζέσθω, ---, χωρίζεσθε, χωριζέσθων (ή χωριζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίζεσθαι
Μετοχή
χωριζόμενος
χωριζομένη
χωριζόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
χωρίσθην, χωρίσθης, χωρίσθη, χωρίσθημεν, χωρίσθητε, χωρίσθησαν
Υποτακτική
χωρισθ, χωρισθς, χωρισθ, χωρισθμεν, χωρισθτε, χωρισθσι(ν)
Ευκτική
χωρισθείην, χωρισθείης, χωρισθείη, χωρισθείημεν (ή χωρισθεμεν), χωρισθείητε (ή χωρισθετε), χωρισθείησαν (ή χωρισθεεν)
Προστακτική
---, χωρίσθητι, χωρισθήτω, ---, χωρίσθητε, χωρισθέντων (ή χωρισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρισθναι
Μετοχή
χωρισθείς
χωρισθεσα
χωρισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεχώρισμαι, κεχώρισαι, κεχώρισται, κεχωρίσμεθα, κεχώρισθε, κεχωρισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον ς
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα μεν
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα τε
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα σι
 
Ευκτική
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον εην
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον εης
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον εη
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα εμεν
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα ετε
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα εεν
 
Προστακτική
---, κεχώρισο, κεχωρίσθω, ---, κεχώρισθε, κεχωρίσθων
 
Απαρέμφατο
κεχωρίσθαι
Μετοχή
κεχωρισμένος,
κεχωρισμένη,
κεχωρισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
κεχωρίσμην, κεχώρισο, κεχώριστο, κεχωρίσμεθα, κεχώρισθε, κεχωρισμένοι σαν

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χειμάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χειμάζω»
 
χειμάζω: περνάω τον χειμώνα, διαχειμάζω
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χειμάζω, χειμάζεις, χειμάζει, χειμάζομεν, χειμάζετε, χειμάζουσι(ν)
Υποτακτική
χειμάζω, χειμάζς, χειμάζ, χειμάζωμεν, χειμάζητε, χειμάζωσι(ν)
Ευκτική
χειμάζοιμι, χειμάζοις, χειμάζοι, χειμάζοιμεν, χειμάζοιτε, χειμάζοιεν
Προστακτική
---, χείμαζε, χειμαζέτω, ---, χειμάζετε, χειμαζόντων (ή χειμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
χειμάζειν
Μετοχή
χειμάζων, χειμάζουσα, χειμάζον
 
Παρατατικός
Οριστική
χείμαζον, χείμαζες, χείμαζε, χειμάζομεν, χειμάζετε, χείμαζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
χειμάσω, χειμάσεις, χειμάσει, χειμάσομεν, χειμάσετε, χειμάσουσι(ν)
Ευκτική
χειμάσοιμι, χειμάσοις, χειμάσοι, χειμάσοιμεν, χειμάσοιτε, χειμάσοιεν
Απαρέμφατο
χειμάσειν
Μετοχή
χειμάσων, χειμάσουσα, χειμάσον
 
Αόριστος
Οριστική
χείμασα, χείμασας, χείμασε(ν), χειμάσαμεν, χειμάσατε, χείμασαν
Υποτακτική
χειμάσω, χειμάσς, χειμάσ, χειμάσωμεν, χειμάσητε, χειμάσωσι(ν)
Ευκτική
χειμάσαιμι, χειμάσαις ή χειμάσειας, χειμάσαι ή χειμάσειε(ν), χειμάσαιμεν, χειμάσαιτε, χειμάσαιεν ή χειμάσειαν
Προστακτική
---, χείμασον, χειμασάτω, ---, χειμάσατε, χειμασάντων (ή χειμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
χειμάσαι
Μετοχή
χειμάσας, χειμάσασα, χειμάσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χειμάζομαι, χειμάζ ή χειμάζει, χειμάζεται, χειμαζόμεθα, χειμάζεσθε, χειμάζονται
Υποτακτική
χειμάζωμαι, χειμάζ, χειμάζηται, χειμαζώμεθα, χειμάζησθε, χειμάζωνται
Ευκτική
χειμαζοίμην, χειμάζοιο, χειμάζοιτο, χειμαζοίμεθα, χειμάζοισθε, χειμάζοιντο
Προστακτική
---, χειμάζου, χειμαζέσθω, ---, χειμάζεσθε, χειμαζέσθων ή χειμαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
χειμάζεσθαι
Μετοχή
χειμαζόμενος
χειμαζομένη
χειμαζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
χειμαζόμην, χειμάζου, χειμάζετο, χειμαζόμεθα, χειμάζεσθε, χειμάζοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
χειμάσθην, χειμάσθης, χειμάσθη, χειμάσθημεν, χειμάσθητε, χειμάσθησαν
Υποτακτική
χειμασθ, χειμασθς, χειμασθ, χειμασθμεν, χειμασθτε, χειμασθσι(ν)
Ευκτική
χειμασθείην, χειμασθείης, χειμασθείη, χειμασθείημεν, χειμασθείητε, χειμασθεεν
Προστακτική
---, χειμάσθητι, χειμασθήτω, ---, χειμάσθητε, χειμασθέντων ή χειμασθήτωσαν
Απαρέμφατο
χειμασθναι
Μετοχή
χειμασθείς
χειμασθεσα
χειμασθέν

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀλλοτριόω - ἀλλοτριῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λλοτριόω - λλοτρι»
 
λλοτρι: αποξενώνω κάποιον από κάτι, αλλάζω προς το χειρότερο, αποξενώνομαι από τη φύση μου, γίνομαι εχθρός κάποιου
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λλοτρι, λλοτριος, λλοτριο, λλοτριομεν, λλοτριοτε, λλοτριοσι(ν)
Υποτακτική
λλοτρι, λλοτριος, λλοτριο, λλοτριμεν, λλοτριτε, λλοτρισι(ν)
Ευκτική
λλοτριομι, λλοτριος, λλοτριο, ή λλοτριοίην, λλοτριοίης, λλοτριοίη, λλοτριομεν, λλοτριοτε, λλοτριοεν
Προστακτική
---, λλοτρίου, λλοτριούτω, ---, λλοτριοτε, λλοτριούντων (ή λλοτριούτωσαν)
Απαρέμφατο
λλοτριον
Μετοχή
λλοτριν, λλοτριοσα, λλοτριον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
λλοτριν, το λλοτριοντος, τ λλοτριοντι, τόν λλοτριοντα, λλοτριν
ο λλοτριοντες, τν λλοτριούντων, τος λλοτριοσι, τούς λλοτριοντας, λλοτριοντες
 
Θηλυκό
λλοτριοσα, τς λλοτριούσης, τ λλοτριούσ, τήν λλοτριοσαν, λλοτριοσα
α λλοτριοσαι, τν λλοτριουσν, τας λλοτριούσαις, τάς λλοτριούσας, λλοτριοσαι
 
Ουδέτερο
τό λλοτριον, το λλοτριοντος, τ λλοτριοντι, τό λλοτριον, λλοτριον
τά λλοτριοντα, τν λλοτριούντων, τος λλοτριοσι, τά λλοτριοντα, λλοτριοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
λλοτρίουν, λλοτρίους, λλοτρίου, λλοτριομεν, λλοτριοτε, λλοτρίουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
λλοτριώσω, λλοτριώσεις, λλοτριώσει, λλοτριώσομεν, λλοτριώσετε, λλοτριώσουσι(ν)
Ευκτική
λλοτριώσοιμι, λλοτριώσοις, λλοτριώσοι, λλοτριώσοιμεν, λλοτριώσοιτε, λλοτριώσοιεν
Απαρέμφατο
λλοτριώσειν
Μετοχή
λλοτριώσων, λλοτριώσουσα, λλοτρισον
 
Αόριστος
Οριστική
λλοτρίωσα, λλοτρίωσας, λλοτρίωσε(ν), λλοτριώσαμεν, λλοτριώσατε, λλοτρίωσαν
Υποτακτική
λλοτριώσω, λλοτριώσς, λλοτριώσ, λλοτριώσωμεν, λλοτριώσητε, λλοτριώσωσι(ν)
Ευκτική
λλοτριώσαιμι, λλοτριώσαις ή λλοτριώσειας, λλοτριώσαι ή λλοτριώσειε(ν), λλοτριώσαιμεν, λλοτριώσαιτε, λλοτριώσαιεν ή λλοτριώσειαν
Προστακτική
---, λλοτρίωσον, λλοτριωσάτω, ---, λλοτριώσατε, λλοτριωσάντων (ή λλοτριωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
λλοτρισαι
Μετοχή
λλοτριώσας, λλοτριώσασα, λλοτρισαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λλοτρίωκα, λλοτρίωκας, λλοτρίωκε, λλοτριώκαμεν, λλοτριώκατε, λλοτριώκασι(ν)
 
Υποτακτική
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός ς
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα μεν
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα τε
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα σι
 
Ευκτική
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός εην
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός εης
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός εη
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα εημεν (εμεν)
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα εητε (ετε)
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός σθι
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός στω
---
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα στε
λλοτριωκότες - λλοτριωκυαι - λλοτριωκότα στων (ή στωσαν)
 
Απαρέμφατο
λλοτριωκέναι
Μετοχή
λλοτριωκώς - λλοτριωκυα - λλοτριωκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
λλοτριώκειν, λλοτριώκεις, λλοτριώκει, λλοτριώκεμεν, λλοτριώκετε, λλοτριώκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λλοτριομαι, λλοτριο, λλοτριοται, λλοτριούμεθα, λλοτριοσθε, λλοτριονται
Υποτακτική
λλοτριμαι, λλοτριο, λλοτριται, λλοτριώμεθα, λλοτρισθε, λλοτρινται
Ευκτική
λλοτριοίμην, λλοτριοο, λλοτριοτο, λλοτριοίμεθα, λλοτριοσθε, λλοτριοντο
Προστακτική
---, λλοτριο, λλοτριούσθω, ---, λλοτριοσθε, λλοτριούσθων ή λλοτριούσθωσαν
Απαρέμφατο
λλοτριοσθαι
Μετοχή
λλοτριούμενος
λλοτριουμένη
λλοτριούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
λλοτριούμην, λλοτριο, λλοτριοτο, λλοτριούμεθα, λλοτριοσθε, λλοτριοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
λλοτριωθήσομαι, λλοτριωθήσ/λλοτριωθήσει, λλοτριωθήσεται, λλοτριωθησόμεθα, λλοτριωθήσεσθε, λλοτριωθήσονται
Ευκτική
λλοτριωθησοίμην, λλοτριωθήσοιο, λλοτριωθήσοιτο, λλοτριωθησοίμεθα, λλοτριωθήσοισθε, λλοτριωθήσοιντο
Απαρέμφατο
λλοτριωθήσεσθαι
Μετοχή
λλοτριωθησόμενος
λλοτριωθησομένη
λλοτριωθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
λλοτριώθην, λλοτριώθης, λλοτριώθη, λλοτριώθημεν, λλοτριώθητε, λλοτριώθησαν
Υποτακτική
λλοτριωθ, λλοτριωθς, λλοτριωθ, λλοτριωθμεν, λλοτριωθτε, λλοτριωθσι(ν)
Ευκτική
λλοτριωθείην, λλοτριωθείης, λλοτριωθείη, λλοτριωθείημεν (ή λλοτριωθεμεν), λλοτριωθείητε (ή λλοτριωθετε), λλοτριωθείησαν (ή λλοτριωθεεν)
Προστακτική
---, λλοτριώθητι, λλοτριωθήτω, ---, λλοτριώθητε, λλοτριωθέντων ή λλοτριωθήτωσαν
Απαρέμφατο
λλοτριωθναι
Μετοχή
λλοτριωθείς
λλοτριωθεσα
λλοτριωθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
λλοτριωθείς, το λλοτριωθέντος, τ λλοτριωθέντι, τόν λλοτριωθέντα, λλοτριωθείς
ο λλοτριωθέντες, τν λλοτριωθέντων, τος λλοτριωθεσι, τούς λλοτριωθέντας, λλοτριωθέντες
 
Θηλυκό
λλοτριωθεσα, τς λλοτριωθείσης, τ λλοτριωθείσ, τήν λλοτριωθεσαν, λλοτριωθεσα
α λλοτριωθεσαι, τν λλοτριωθεισν, τας λλοτριωθείσαις, τάς λλοτριωθείσας, λλοτριωθεσαι
 
Ουδέτερο
τό λλοτριωθέν, το λλοτριωθέντος, τ λλοτριωθέντι, τό λλοτριωθέν, λλοτριωθέν
τά λλοτριωθέντα, τν λλοτριωθέντων, τος λλοτριωθεσι, τά λλοτριωθέντα, λλοτριωθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
λλοτρίωμαι, λλοτρίωσαι, λλοτρίωται, λλοτριώμεθα, λλοτρίωσθε, λλοτρίωνται
 
Υποτακτική
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον ς
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα μεν
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα τε
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα σι
 
Ευκτική
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον εην
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον εης
λλοτριωμένος - λλοτριωμένη - λλοτριωμένον εη
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα εημεν (εμεν)
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα εητε (ετε)
λλοτριωμένοι - λλοτριωμέναι - λλοτριωμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, λλοτρίωσο, λλοτριώσθω, ---, λλοτρίωσθε, λλοτριώσθων ή λλοτριώσθωσαν
 
Απαρέμφατο
λλοτρισθαι
Μετοχή
λλοτριωμένος,
λλοτριωμένη,
λλοτριωμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
λλοτριώμην, λλοτρίωσο, λλοτρίωτο, λλοτριώμεθα, λλοτρίωσθε, λλοτρίωντο