Ιστορία
Προσανατολισμού: Η ανάθεση της προεδρίας της Τραπεζούντας στον Χρύσανθο
(πηγές) Συνδυάζοντας
τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται,
να αναφερθείτε: α) στην παράδοση της Τραπεζούντας στον
μητροπολίτη Χρύσανθο, και β) στην παρουσία του μητροπολίτη
Χρύσανθου στο συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι. Κείμενο
Α Χαρακτηριστικό
της εμπιστοσύνης που απέλαυε ο Χρύσανθος ακόμη και στην επίσημη τουρκική ηγεσία
είναι η ανάθεση της προεδρίας της προσωρινής κυβερνήσεως της Τραπεζούντας στο
μητροπολίτη σε δραματική συνομιλία λίγο πριν αποχωρήσει η τουρκική ηγεσία και
εγκαταλείψει την πόλη στα ρωσικά στρατεύματα (3 Απριλίου 1916). Η προσωπική
μαρτυρία του μητροπολίτη Χρύσανθου για το γεγονός διακρίνεται από ιερατική
αξιοπρέπεια: « […] Οι υπό του βαλή Τραπεζούντος και του αντιπροσώπου του
κεντρικού νεοτουρκικού κομιτάτου κατά την νύκτα εκείνη λεχθέντες λόγοι ήταν
επίσημος αναγνώρισις της ανθρωπιστικής και χριστιανικής αποστολής και δράσεως
της Ελληνικής Εκκλησίας». Ο
ανθρωπισμός και η πολιτικότητα του Χρύσανθου αποδείχτηκαν και στη διάρκεια της
ρωσικής κατοχής με την περίθαλψη στην Τραπεζούντα χιλιάδων Τούρκων προσφύγων
και τη διάσωσή τους από την εκδίκηση των Αρμενίων στρατιωτών του ρωσικού
στρατού. […] Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί πως και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση
ο Χρύσανθος διατήρησε την προεδρία στην προσωρινή διοίκηση της περιοχής και
ήταν σύμβουλος του τοπικού σοβιέτ. Ιστορία
του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών Κείμενο
Β Από
τον Απρίλιο του 1919 η εκπροσώπηση των ποντιακών διεκδικήσεων ανατίθεται στον
μητροπολίτη Χρύσανθο, που πείθεται να υιοθετήσει τη συμβιβαστική άποψη του
Βενιζέλου για ομοσπονδιακό Αρμενικό κράτος, όπου θα ίσχυε για τους Έλληνες
καθεστώς αυτονομίας. Στις επαφές του με τους ιθύνοντες του Συνεδρίου ο
μητροπολίτης συνάντησε ευνοϊκή αποδοχή των απόψεών του. Ο Ουίλσον, ο Κλεμανσώ
και ο Ταρντιέ έδειξαν διατεθειμένοι να υποστηρίξουν τις προτάσεις του, που
αντίθετα προκάλεσαν την αντίδραση τόσο των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου. Ιστορία
του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών Ενδεικτική
απάντηση α. Λίγες
μέρες πριν από τη ρωσική κατοχή της πόλης, τον Απρίλιο του 1916, έγινε η
παράδοση της Τραπεζούντας από τον Τούρκο Βαλή Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμή μπέη στο
μητροπολίτη Χρύσανθο. Όπως επισημαίνεται στο Κείμενο Α΄, επιβεβαιώνοντας το
γεγονός αυτό, η ανάθεση στον Χρύσανθο της προεδρίας του προσωρινού
κυβερνητικού σχήματος της Τραπεζούντας φανέρωνε τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης
που του είχε ακόμη και η επίσημη τουρκική ηγεσία. Η παράδοση της προεδρίας
έγινε λίγο προτού εγκαταλειφθεί η Τραπεζούντα στα ρωσικά στρατεύματα (3
Απριλίου 1916), με τον μητροπολίτη να μεθερμηνεύει την κίνηση αυτή του Τούρκου
βαλή και του εκπροσώπου του νεοτουρκικού κομιτάτου όχι ως αναγνώριση
εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, αλλά ως αναγνώριση του ανθρωπιστικού και χριστιανικού
έργου της Ελληνικής Εκκλησίας εν γένει. Πρόκειται για μια προσωπική μαρτυρία
του μητροπολίτη που φανερώνει την αξιοπρέπεια και την ταπεινοφροσύνη του. Ο
Χρύσανθος λόγω της συνετής πολιτικής του απέναντι στους μουσουλμάνους της
περιοχής, έγινε δεκτός, από τους Ρώσους αλλά και από τους προξενικούς
εκπροσώπους των άλλων κρατών, ως ηγέτης στην ευαίσθητη περιοχή, όπου ήταν ακόμη
νωπές στους κατοίκους οι μνήμες από τις σφαγές και τις εχθροπραξίες. Το
γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το Κείμενο Α΄, στο οποίο σημειώνεται
επιπροσθέτως πως ο Χρύσανθος διατήρησε την προεδρία της προσωρινής διοίκησης της
Τραπεζούντας ακόμη και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, λειτουργώντας παράλληλα
ως σύμβουλος του τοπικού σοβιέτ (συμβουλίου). Η δίχρονη προεδρία του Χρύσανθου
ήταν ένα αληθινό διάλειμμα δημοκρατίας και αρμονικής συμβίωσης χριστιανών και
μουσουλμάνων. Όπως, άλλωστε, σημειώνεται στο Κείμενο Α΄, ο Χρύσανθος μερίμνησε
για την περίθαλψη χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών, τους οποίους διέσωσε από την
εκδικητική διάθεση Αρμένιων στρατιωτών που ήταν μέλη του ρωσικού στρατού. Το
Φεβρουάριο του 1918 η κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά, όταν ύστερα από την
επικράτηση των μπολσεβίκων το 1917, ο ρωσικός στρατός εγκατέλειψε την
Τραπεζούντα και η περιοχή ξαναπέρασε στην κατοχή των Νεοτούρκων. β. Η
πρόταση του Ελ. Βενιζέλου να παραχωρηθεί η περιοχή του Πόντου στην υπό ίδρυση
Αρμενική Δημοκρατία προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση στους Έλληνες του Πόντου, οι
οποίοι στα διάφορα συνέδρια που πραγματοποίησαν στο Μπακού, στο Κρασνοντάρ, στο
Βατούμ και στη Μασσαλία, διαμαρτυρήθηκαν έντονα για τη στάση της ελληνικής
κυβέρνησης. Πολλά ποντιακά σωματεία έστειλαν τότε τηλεγραφήματα στο Παρίσι για
να μεταπείσουν τον πρωθυπουργό, τον οποίο επισκέφθηκε μάλιστα τον Απρίλιο του
1919 ο μητροπολίτης Χρύσανθος, ο οποίος, σύμφωνα με το Κείμενο Β΄, ανέλαβε
την περίοδο εκείνη την ευθύνη της εκπροσώπησης των διεκδικήσεων των Ποντίων.
Μετά τη διεξοδική ενημέρωση που έλαβε ο Έλληνας πρωθυπουργός από τον Χρύσανθο,
για το Ποντιακό Ζήτημα, αποφάσισε να ενισχύσει τις προσπάθειες των Ποντίων και
έδωσε την έγκριση του στο μητροπολίτη να συνεχίσει την προσπάθεια ενημέρωσης
όλων των πολιτικών που έλαβαν μέρος στη Συνδιάσκεψη. Το Κείμενο Β΄, ωστόσο,
παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή, εφόσον επισημαίνει πως ο Χρύσανθος
πείστηκε από τον Βενιζέλο και υιοθέτησε τη συμβιβαστική του άποψη, σύμφωνα με
την οποία οι Έλληνες του Πόντου θα εντάσσονταν στο ομόσπονδο Αρμενικό κράτος, έχοντας
καθεστώς αυτονομίας. Οι
περισσότεροι από αυτούς, με εξαίρεση τους Άγγλους αντιπροσώπους, είδαν με πολλή
κατανόηση τα αιτήματα των Ελληνοποντίων. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από
το Κείμενο Β΄, στο οποίο αναφέρεται η θετική στάση τόσο του Αμερικανού Προέδρου
Ουίλσον όσο και του Γάλλου πρωθυπουργού Κλεμανσώ και του Γάλλου Προέδρου Ταρντιέ.
Συγκεκριμένα, στην πρόταση του μητροπολίτη να γίνει ο Πόντος ανεξάρτητο κράτος
υπό ελληνική εντολή, ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Ούιλσον απάντησε: «Είναι θαυμάσια
όσα μου λέτε. Ο Πόντος πρέπει να γίνει ανεξάρτητος. Μίαν ψήφον έχω εις την
Συνδιάσκεψιν, αλλά θα την διαθέσω υπέρ του λαού σας». Σύμφωνα, πάντως, με το
Κείμενο Β΄, οι προτάσεις του Χρύσανθου σχετικά με την ένταξη του Πόντου στο
Αρμενικό κράτος προκάλεσαν τις αντιδράσεις όχι μόνο των Ελλήνων του Πόντου,
αλλά και των Αρμενίων.
Νέα ελληνικά: Αναλυτική
κλίση ρήματος «αποθαρρύνω» Ενεργητική φωνή Ενεστώτας Οριστική αποθαρρύνω, αποθαρρύνεις, αποθαρρύνει,
αποθαρρύνουμε, αποθαρρύνετε, αποθαρρύνουν (ή αποθαρρύνουνε) Υποτακτική να αποθαρρύνω, να αποθαρρύνεις,
να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε) Προστακτική β΄ ενικό: αποθάρρυνε
– β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε Μετοχή αποθαρρύνοντας Παρατατικός Οριστική αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε,
αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε Αόριστος Οριστική αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε,
αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε Υποτακτική να αποθαρρύνω, να
αποθαρρύνεις, να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να
αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε) Προστακτική β΄ ενικό: αποθάρρυνε
– β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε Εξακολουθητικός
Μέλλοντας Οριστική θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις,
θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα
αποθαρρύνουνε) Συνοπτικός
Μέλλοντας Οριστική θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις,
θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα
αποθαρρύνουνε) Συντελεσμένος
Μέλλοντας Οριστική θα έχω αποθαρρύνει, θα έχεις αποθαρρύνει,
θα έχει αποθαρρύνει, θα έχουμε αποθαρρύνει, θα έχετε αποθαρρύνει, θα έχουν(ε) αποθαρρύνει Παρακείμενος Οριστική έχω αποθαρρύνει, έχεις
αποθαρρύνει, έχει αποθαρρύνει, έχουμε αποθαρρύνει, έχετε αποθαρρύνει, έχουν(ε)
αποθαρρύνει Υποτακτική να έχω
αποθαρρύνει, να έχεις αποθαρρύνει, να έχει αποθαρρύνει, να έχουμε αποθαρρύνει, να
έχετε αποθαρρύνει, να έχουν(ε) αποθαρρύνει Μετοχή έχοντας αποθαρρύνει Υπερσυντέλικος Οριστική είχα αποθαρρύνει, είχες αποθαρρύνει,
είχε αποθαρρύνει, είχαμε αποθαρρύνει, είχατε αποθαρρύνει, είχαν(ε) αποθαρρύνει Παθητική φωνή Ενεστώτας Οριστική αποθαρρύνομαι, αποθαρρύνεσαι, αποθαρρύνεται,
αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρύνεστε, αποθαρρύνονται Υποτακτική να αποθαρρύνομαι, να
αποθαρρύνεσαι, να αποθαρρύνεται, να αποθαρρυνόμαστε, να αποθαρρύνεστε, να αποθαρρύνονται Προστακτική β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνεστε Μετοχή αποθαρρυνόμενος,
αποθαρρυνόμενη, αποθαρρυνόμενο Παρατατικός Οριστική αποθαρρυνόμουν, αποθαρρυνόσουν, αποθαρρυνόταν,
αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρυνόσαστε, αποθαρρύνονταν (& αποθαρρυνόμουνα,
αποθαρρυνόσουνα, αποθαρρυνότανε, αποθαρρυνόμασταν, αποθαρρυνόσασταν, αποθαρρυνόντουσαν
ή αποθαρρυνόντανε) Αόριστος Οριστική αποθαρρύνθηκα, αποθαρρύνθηκες, αποθαρρύνθηκε,
αποθαρρυνθήκαμε, αποθαρρυνθήκατε, αποθαρρύνθηκαν ή αποθαρρυνθήκανε Υποτακτική να αποθαρρυνθώ, να
αποθαρρυνθείς, να αποθαρρυνθεί, να αποθαρρυνθούμε, να αποθαρρυνθείτε, να αποθαρρυνθούν
ή να αποθαρρυνθούνε Προστακτική β΄ ενικό: αποθαρρύνσου
– β΄ πληθυντικό: αποθαρρυνθείτε Εξακολουθητικός
Μέλλοντας Οριστική θα αποθαρρύνομαι, θα
αποθαρρύνεσαι, θα αποθαρρύνεται, θα αποθαρρυνόμαστε, θα αποθαρρύνεστε, θα
αποθαρρύνονται Συνοπτικός
Μέλλοντας Οριστική θα αποθαρρυνθώ, θα
αποθαρρυνθείς, θα αποθαρρυνθεί, θα αποθαρρυνθούμε, θα αποθαρρυνθείτε, θα
αποθαρρυνθούν ή θα αποθαρρυνθούνε Συντελεσμένος
Μέλλοντας Οριστική θα έχω αποθαρρυνθεί, θα έχεις αποθαρρυνθεί,
θα έχει αποθαρρυνθεί, θα έχουμε αποθαρρυνθεί, θα έχετε αποθαρρυνθεί, θα
έχουν(ε) αποθαρρυνθεί Παρακείμενος Οριστική έχω αποθαρρυνθεί, έχεις
αποθαρρυνθεί, έχει αποθαρρυνθεί, έχουμε αποθαρρυνθεί, έχετε αποθαρρυνθεί, έχουν(ε)
αποθαρρυνθεί Υποτακτική να έχω
αποθαρρυνθεί, να έχεις αποθαρρυνθεί, να έχει αποθαρρυνθεί, να έχουμε
αποθαρρυνθεί, να έχετε αποθαρρυνθεί, να έχουν(ε) αποθαρρυνθεί Μετοχή αποθαρρυμένος, αποθαρρυμένη,
αποθαρρυμένο Υπερσυντέλικος Οριστική είχα αποθαρρυνθεί, είχες αποθαρρυνθεί,
είχε αποθαρρυνθεί, είχαμε αποθαρρυνθεί, είχατε αποθαρρυνθεί, είχαν(ε) αποθαρρυνθεί Σημείωση: αποθαρρυμένος ή
αποθαρρημένος; Η λέξη δεν σχετίζεται με το αρχ. ρήμα ἀποθαρρῶ (-έω) ούτε με το ελληνιστικό ἀποθαρρύνομαι «παίρνω θάρρος», αλλά σχηματίστηκε στη Νέα Ελληνική με τον
ενεστωτικό τύπο αποθαρρύνω ως μεταφραστικό δάνειο από το γαλλ. decourager. Συνεπώς, εφόσον
δεν συνδέεται με τους αρχαίους τύπους είναι προτιμότερο η μετοχή του
μεσοπαθητικού παρακειμένου να ορθογραφείται με τον απλούστερο τρόπο:
αποθαρρυμένος (με -υ-). Σύμφωνα με τη
σχολική γραμματική η λέξη γράφεται *αποθαρρημένος (με -η-). Η γραφή αυτή όμως προκαλεί
την παραπλανητική εντύπωση ότι η μετοχή προέρχεται από το αρχ. ρήμα ἀποθαρρῶ ή από νεότερο αντίστοιχο, ενώ θα ήγειρε προβλήματα στην
αντιμετώπιση σύνθετων ρημάτων με κοινή προέλευση, δηλ. των ενθαρρύνω και
αποθρασύνω. Πηγή σημειώσεων:
Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής,
Κέντρο Λεξικολογίας
Νέα ελληνικά: Αναλυτική
κλίση ρήματος «καταχωρίζω» καταχωρίζω = καταγράφω
με αναλυτικό τρόπο (στοιχεία) στην κατάλληλη θέση (σε κατάλογο, πίνακα, βιβλίο,
λογαριασμό, έντυπο). Ενεργητική φωνή Ενεστώτας Οριστική καταχωρίζω, καταχωρίζεις, καταχωρίζει,
καταχωρίζουμε, καταχωρίζετε, καταχωρίζουν (ή καταχωρίζουνε) Υποτακτική να καταχωρίζω, να καταχωρίζεις,
να καταχωρίζει, να καταχωρίζουμε, να καταχωρίζετε, να καταχωρίζουν (ή να καταχωρίζουνε) Προστακτική β΄ ενικό: καταχώριζε
– β΄ πληθυντικό: καταχωρίζετε Μετοχή καταχωρίζοντας Παρατατικός Οριστική καταχώριζα, καταχώριζες, καταχώριζε,
καταχωρίζαμε, καταχωρίζατε, καταχώριζαν ή καταχωρίζανε Αόριστος Οριστική καταχώρισα, καταχώρισες, καταχώρισε,
καταχωρίσαμε, καταχωρίσατε, καταχώρισαν ή καταχωρίσανε Υποτακτική να καταχωρίσω, να καταχωρίσεις,
να καταχωρίσει, να καταχωρίσουμε, να καταχωρίσετε, να καταχωρίσουν (ή να καταχωρίσουνε) Προστακτική β΄ ενικό: καταχώρισε
– β΄ πληθυντικό: καταχωρίστε Εξακολουθητικός
Μέλλοντας Οριστική θα καταχωρίζω, θα καταχωρίζεις,
θα καταχωρίζει, θα καταχωρίζουμε, θα καταχωρίζετε, θα καταχωρίζουν (ή θα
καταχωρίζουνε) Συνοπτικός
Μέλλοντας Οριστική θα καταχωρίσω, θα καταχωρίσεις,
θα καταχωρίσει, θα καταχωρίσουμε, θα καταχωρίσετε, θα καταχωρίσουν (ή θα
καταχωρίσουνε) Συντελεσμένος
Μέλλοντας Οριστική θα έχω καταχωρίσει, θα έχεις καταχωρίσει,
θα έχει καταχωρίσει, θα έχουμε καταχωρίσει, θα έχετε καταχωρίσει, θα έχουν(ε) καταχωρίσει Παρακείμενος Οριστική έχω καταχωρίσει, έχεις
καταχωρίσει, έχει καταχωρίσει, έχουμε καταχωρίσει, έχετε καταχωρίσει, έχουν(ε)
καταχωρίσει Υποτακτική να έχω
καταχωρίσει, να έχεις καταχωρίσει, να έχει καταχωρίσει, να έχουμε καταχωρίσει, να
έχετε καταχωρίσει, να έχουν(ε) καταχωρίσει Μετοχή έχοντας καταχωρίσει Υπερσυντέλικος Οριστική είχα καταχωρίσει, είχες καταχωρίσει,
είχε καταχωρίσει, είχαμε καταχωρίσει, είχατε καταχωρίσει, είχαν(ε) καταχωρίσει Παθητική φωνή Ενεστώτας Οριστική καταχωρίζομαι, καταχωρίζεσαι, καταχωρίζεται,
καταχωριζόμαστε, καταχωρίζεστε, καταχωρίζονται Υποτακτική να καταχωρίζομαι, να
καταχωρίζεσαι, να καταχωρίζεται, να καταχωριζόμαστε, να καταχωρίζεστε, να καταχωρίζονται Προστακτική β΄ πληθυντικό: καταχωρίζεστε Μετοχή --- Παρατατικός Οριστική καταχωριζόμουν, καταχωριζόσουν, καταχωριζόταν,
καταχωριζόμαστε, καταχωριζόσαστε, καταχωρίζονταν (& καταχωριζόμουνα,
καταχωριζόσουνα, καταχωριζότανε, καταχωριζόμασταν, καταχωριζόσασταν, καταχωριζόντουσαν) Αόριστος Οριστική καταχωρίστηκα, καταχωρίστηκες, καταχωρίστηκε,
καταχωριστήκαμε, καταχωριστήκατε, καταχωρίστηκαν ή καταχωριστήκανε Υποτακτική να καταχωριστώ, να
καταχωριστείς, να καταχωριστεί, να καταχωριστούμε, να καταχωριστείτε, να καταχωριστούν
ή να καταχωριστούνε Προστακτική β΄ ενικού: καταχωρίσου
– β΄ πληθυντικό: καταχωριστείτε Εξακολουθητικός
Μέλλοντας Οριστική θα καταχωρίζομαι, θα
καταχωρίζεσαι, θα καταχωρίζεται, θα καταχωριζόμαστε, θα καταχωρίζεστε, θα
καταχωρίζονται Συνοπτικός
Μέλλοντας Οριστική θα καταχωριστώ, θα
καταχωριστείς, θα καταχωριστεί, θα καταχωριστούμε, θα καταχωριστείτε, θα
καταχωριστούν ή θα καταχωριστούνε Συντελεσμένος
Μέλλοντας Οριστική θα έχω καταχωριστεί, θα έχεις καταχωριστεί,
θα έχει καταχωριστεί, θα έχουμε καταχωριστεί, θα έχετε καταχωριστεί, θα
έχουν(ε) καταχωριστεί Παρακείμενος Οριστική έχω καταχωριστεί, έχεις
καταχωριστεί, έχει καταχωριστεί, έχουμε καταχωριστεί, έχετε καταχωριστεί, έχουν(ε)
καταχωριστεί Υποτακτική να έχω
καταχωριστεί, να έχεις καταχωριστεί, να έχει καταχωριστεί, να έχουμε
καταχωριστεί, να έχετε καταχωριστεί, να έχουν(ε) καταχωριστεί Μετοχή καταχωρισμένος, καταχωρισμένη,
καταχωρισμένο Υπερσυντέλικος Οριστική είχα καταχωριστεί, είχες καταχωριστεί,
είχε καταχωριστεί, είχαμε καταχωριστεί, είχατε καταχωριστεί, είχαν(ε) καταχωριστεί Σημείωση: καταχωρίζω –
καταχώριση: Το αρχαίο ρήμα καταχωρίζω, που αρχικά σήμαινε «τακτοποιώ» και
αργότερα «ταξινομώ», οδήγησε στον σχηματισμό του νεότερου όρου καταχώριση (με
-ι-), όπως συνέβη και με άλλα παράγωγα ρημάτων σε -ίζω (π.χ. ασφαλίζω –
ασφάλιση, ρυθμίζω – ρύθμιση, εξαφανίζω – εξαφάνιση). Συνεπώς είναι προτιμότερο
να ορθογραφείται η συγκεκριμένη ομάδα λέξεων ως εξής: καταχωρίζω, καταχώριση⸱ ρηματικοί τύποι:
καταχωρισμένος (μετοχή), καταχωρίσω / καταχωριστώ (εξαρτημένοι), καταχώρισα /
καταχωρίστηκα (συνοπτικός τύπος του παρελθόντος, αόριστος). Πηγή σημειώσεων:
Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής,
Κέντρο Λεξικολογίας
Ηλίας Βενέζης «Αφιέρωμα στη Σαντορίνη»
(απόσπασμα) Το απόσπασμα προέρχεται από το ομότιτλο
οδοιπορικό του Ηλία Βενέζη (1904-1974), που δημοσιεύτηκε την 1η Αυγούστου 1956
στο Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχ. 698. […] Σαν αέρας βίαιος να μας έσεισε.
Κάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Και τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα
θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η «Θεοσκέπαστη». Πάνω
απ’ τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ’ το ηφαίστειο. Οι ύμνοι τώρα έρχονταν πιο καθαροί.
Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το
ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Ελλήνων. Μονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό,
παμπάλαιο τέμπλο με δυο όφεις. Και μπρος στο Ιερό, κάτω απ’ το φαγωμένο τέμπλο,
γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, απορροφημένες στη δέησή τους,
μόνες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξυπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες,
που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. […] Σαν τέλειωσε η παράκληση και οι
γυναίκες σηκωθήκαν απ’ τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή.
Μας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί
σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που
ταξιδεύει στη θάλασσα. Κάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα το νησί, με τα
πόδια, ν’ ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι και φέτος ξεκινήσανε. Με τα
χαράματα πέσαν στο δρόμο απ’ τον Πύργο, ξυπόλυτες, κ’ η σκόνη σκέπαζε τα
σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Τώρα, ύστερα απ’ τη χάρη της, μετά τη
Θεοσκέπαστη, θ’ ανηφορίζαν για τ’ άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά. Βγάλανε απ’ το μπογαλάκι τους το γιόμα
τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της
τράτας τηγανητά. «Ήντλησαν» νερό απ᾿ τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας
φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό -
το ψωμί και το νερό. Μα επιμείνανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά
μες στα μάτια, σα να το γυρεύαν για χάρη. «Τώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη», είπαν. Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε να
ζήσουμε λίγο ακόμα στη Θεοσκέπαστη, μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα ν’
ανηφορίζουνε το, σκαλισμένο στο βράχο, μονοπάτι του Σκάρου οι μαυροφορεμένες,
ξυπόλυτες γυναίκες της Σαντορίνης, πηγαίνοντας ν’ ανάψουν τα καντήλια στ’ άλλα
εξωκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη
τους, -θυμήθηκα απότομα τη μακρινή μεγάλη πόλη, την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ω,
τι ξένη πόλη, ξεκομμένη απ’ τον κορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανά
της, για την πικρία και την καρτερία της, αδιάφορη και αλαζών, αυτή η πόλη των
Αθηνών! Ερωτήσεις α.
Να εντοπίσετε την παρομοίωση στο σημείο «Σαν αέρας βίαιος να μας έσεισε» και
να εξηγήσετε τι θέλει να εκφράσει ο αφηγητής με αυτήν. Η αξιοποίηση της παρομοίωσης λειτουργεί
ως προϊδεασμός για τη βαθιά εντύπωση που θα προκαλέσει το θέαμα της
Θεοσκέπαστης στους περιηγητές του νησιού. Ο αφηγητής αξιοποιεί ένα φαινόμενο
οικείο στα κυκλαδίτικα νησιά, τους έντονους ανέμους, για να διαμορφώσει το
πλαίσιο της παρομοίωσης. Καθώς οι περιηγητές πλησιάζουν στον ναό της
Θεοσκέπαστης και καθώς αναδύεται ο περιβάλλοντας χώρος, με την εντυπωσιακή θέα,
βιώνουν μια εσωτερική έκπληξη, σαν να τους ταρακουνά αιφνιδίως βίαιος αέρας. Με
αυτό τον τρόπο αισθητοποιείται εμφατικά η εσωτερική αντίδραση στο επιβλητικό
θέαμα που προσφέρει η Σαντορίνη στους επισκέπτες της. β.
Στη φράση «όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, πάντα, άσπρο, πάλλευκο» να
σχολιάσετε το σχήμα της επανάληψης και τη συσσώρευση επιθέτων, σχετικά με το αποτέλεσμα
που δημιουργούν. Με την επανάληψη του χρονικού
επιρρήματος «πάντα» ο αφηγητής δηλώνει εμφατικά πως το θέαμα της Θεοσκέπαστης
θα παραμείνει χαραγμένο στη μνήμη τους, καθώς ο ναός με το τοπίο γύρω του
προκαλούν συγκλονιστική εντύπωση. Κατορθώνει, έτσι, να κινήσει την περιέργεια
του αναγνώστη, ο οποίος αισθάνεται την ανάγκη να αντικρίσει κι ο ίδιος την
πανέμορφη αυτή εκκλησία. Με την αξιοποίηση πολλών επιθέτων
(«θαμπωτικό», «αλησμόνητο», «άσπρο», πάλλευκο») ο αφηγητής αποδίδει αφενός το
εντυπωσιακό του θεάματος, δίνοντας έμφαση στο γεγονός πως συνιστά έναν χώρο
εκθαμβωτικό, τον οποίο δεν μπορεί κάποιος να τον ξεχάσει από τη στιγμή που θα
τον αντικρίσει, κι αφετέρου στο κύριο γνώρισμά του ναού, στην απόλυτη λευκότητά
του. Τα επίθετα φανερώνουν τόσο την περιγραφική διάσταση του κειμένου
-πρόκειται, άλλωστε, για ένα οδοιπορικό- όσο και την πρόθεση του αφηγητή να
επαινέσει με τον πλέον εμφατικό τρόπο το κάλλος του τοπίου και του ναού. γ.
Στο τέλος του αποσπάσματος («Ω, τι ξένη πόλη… αυτή η πόλη των Αθηνών!») να
εντοπίσετε το σχήμα λόγου της αποστροφής ή της επιφώνησης και να εξηγήσετε τι
συναίσθημα εκφράζει. Στο κλείσιμο του αποσπάσματος
εντοπίζεται το σχήμα της επιφώνησης, μέσω του οποίου ο αφηγητής καταγράφει ως
επίλογο ένα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε μετά την περιήγησή του στο νησί της
Σαντορίνης. Πιο συγκεκριμένα, ο αφηγητής διακρίνει τη μεγάλη αντίθεση που
υπάρχει ανάμεσα στην πρωτεύουσα της χώρας και τις μικρότερες επαρχιακές
περιοχές του ελληνικού χώρου. Η Αθήνα, έχοντας πρόσβαση σε όλα τα αγαθά και σε
κάθε πιθανή άνεση, στέκει αδιάφορη και εντελώς αλαζονική απέναντι στις άλλες
περιοχές, καθώς αγνοεί πλήρως το πλήθος των δυσκολιών που βιώνουν οι κάτοικοί
τους. Απορροφημένη στη δική της πραγματικότητα, αν και πρωτεύουσα του κράτους,
η Αθήνα δεν έχει επίγνωση πως πέρα από τα δικά της όρια η ζωή είναι εξαιρετικά
σκληρή και με πολλές ελλείψεις και δυσχέρειες. Με τη διαπίστωση αυτή ο αφηγητής
επιχειρεί να ευαισθητοποιήσει τους κατοίκους της Αθήνας, αλλά και τους
κρατικούς φορείς, για το γεγονός πως οι επαρχιακές περιοχές, παρά την
εντυπωσιακή ομορφιά τους, δεν διαθέτουν τις αναγκαίες υποδομές και τις ευκολίες
που έχουν διασφαλιστεί για την πρωτεύουσα. Είναι ένα πικρό παράπονο και συνάμα
μια φράση διαμαρτυρίας για την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζονται οι
υπόλοιπες περιοχές της χώρας. δ.
Να ερμηνεύσεις σε 100-150 λέξεις τις σκέψεις και τα συναισθήματα του αφηγητή
τεκμηριώνοντας την απάντησή σου με σχετικές αναφορές στο κείμενο. Ο αφηγητής βιώνει αισθήματα θαυμασμού
για την ομορφιά της Σαντορίνης, καθώς και βαθιά συγκίνηση για τον θρησκευτικό
σεβασμό, το ήθος και τις δυσκολίες των κατοίκων της. Το τοπίο του νησιού
διακρίνεται για τη μοναδικότητά του, η οποία αποδίδεται από τον αφηγητή με τη
χρήση μεταφορικού λόγου («Πάνω απ’ τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ’
το ηφαίστειο»). Ενώ το εξωκλήσι της Θεοσκέπαστης, που εντυπωσιάζει τον αφηγητή,
είναι εξαιρετικά λιτό, όπως αυτό αποδίδεται με τη χρήση επιθέτων («Κατακάθαρο,
γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι»), γεγονός που φανερώνει τη λιτότητα του βίου
των ανθρώπων του νησιού. Ιδιαίτερη προσοχή δίνει ο αφηγητής σε μια ομάδα
ντόπιων γυναικών, οι οποίες με συνέπεια εκπληρώνουν το ετήσιο τάμα τους να
ανάβουν τα καντήλια στα εξωκλήσια του νησιού, διατρέχοντάς το όλο ξυπόλητες και
με ελάχιστη τροφή στη διάθεσή τους («η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα
πόδια τους», «το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό»). Οι γυναίκες αυτές
προσεύχονταν για τα παιδιά τους που είτε ήταν στον πόλεμο είτε στα καράβια, και
βρίσκονταν, ως εκ τούτου, σε διαρκή κίνδυνο («ικέτιδες για τα παιδιά τους,
πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη τους»). Ο πόνος κι η ταλαιπωρία των
γυναικών αυτών προκαλεί προβληματισμό, αλλά και αγανάκτηση στον αφηγητή, ο
οποίος συγκρίνει την απαιτητική ζωή στη Σαντορίνη με την προνομιακή Αθήνα, που
αγνοεί το τι περνούν οι Έλληνες των άλλων περιοχών («τι ξένη πόλη, ξεκομμένη
απ’ τον κορμό της Ελλάδας»).