Αδαμάντιος Κοραής,
Περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης (απόσπασμα) Είναι και τούτο σημειώσεως άξιον, ότι η
ακμή της ορθής Ρητορικής έγινε σύγχρονος της Φιλοσοφίας, ή τουλάχιστον εκείνου
της Φιλοσοφίας του μέρους, το οποίον διδάσκει την τέχνην του συλλογίζεσθαι, και
την θεωρίαν της πολιτικής κοινωνίας. Πολλοί Ρήτορες των Αθηνών ήσαν σύγχρονοι
του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους· και όταν εδημηγόρει κατά του Μακεδόνος
Φιλίππου ο αμίμητος ρήτωρ Δημοσθένης, τον αυτόν εκείνον σχεδόν καιρόν εσύγγραφε
ρητορικήν τέχνην ο πολυμαθέστατος των φιλοσόφων Αριστοτέλης. Θέλομεν ιδείν μετ’
ολίγα ότι και ο πρώτος ευρετής της Ρητορικής ήτον εις από τους παλαιούς της
Ελλάδος φιλοσόφους. Και τί καλόν επροξένησεν η Ρητορική εις
τους ανθρώπους; ήθελεν ίσως ερωτήσειν όστις δεν πισεύει την συγγένειαν αυτής με
την Φιλοσοφίαν. Μήπως εδυνήθη ο Δημοσθένης να σώση την Ελλάδα από τον ζυγόν των
Μακεδόνων; ή ο Κικέρων να παύση τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι αφάνισαν την
ελευθερίαν της πατρίδος του; Αι τέχναι, αποκρίνομαι, δεν πρέπει να κρίνωνται αφ’
ό,τι κάμνουν ή δεν κάμνουν, αλλ’ αφ’ ό,τι δύνανται να κάμωσι· και αρκεί να το
κάμνωσι ποτέ να τας ελευθερώση από το όνειδος να μη το κατορθώνωσι πάντοτε. Η
Ρητορική δεν επαγγέλλεται να πείση, αλλά να εύρη και να μεταχειρισθῇ με τέχνην όσα είναι δυνατά να πείσωσι. Ουδ’ αυτή η ιατρική δίδει πάντοτε
την υγείαν εις τον άρρωστον, διότι ουδ’ αυτής επάγγελμα κυρίως είναι να
ιατρεύη, αλλά να γνωρίζη και να μεταχειρίζεται εις τον πρέποντα καιρόν όσα
είναι επιτήδεια εις ιατρείαν. Και της αυτής αδικίας είναι να ατιμάζη τις τον
Ρήτορα, διότι δεν έπεισεν ανθρώπους, των οποίων η ψυχή ελιθώθη, και να
κατακρίνη τον ιατρόν, ότι δεν ελευθέρωσεν από τον θάνατον τους ανίατα
νοσούντας. Εις εκείνην την περίοδον του χρόνου ότ’ εδημηγόρει ο Δημοσθένης, των
Αθηναίων και όλης της Ελλάδος η πολιτική αρρώστια είχε φθάσειν εις τοιούτον
βαθμόν, εις τον οποίον όταν καταντήσωσι τα έθνη, ολίγη πλέον θεραπείας ελπίς
μένει εις αυτά. Εις παρομοίαν χρόνου περίοδον ήκμασε και ο Κικέρων. Μ’ όλα ταύτα,
και ο Δημοσθένης εξύπνισε πολλάκις από τον βαθύν αυτών λήθαργον τους Αθηναίους·
και ίσχυσε του Κικέρωνος η ευγλωττία να διασκεδάση την συνωμοσίαν του Κατιλίνα,
και να καταπολεμήση την αναίσχυντον πλεονεξίαν του Ουήρου, και τον κραταιότατον
αυτής σύμμαχον άδικον πλούτον. Αλλ’ εάν εις τα παρακμάζοντα και
καταφερόμενα εις την απώλειαν έθνη της Ρητορικής η δύναμις δεν ήναι τόσον
πολλή, εις τα αναγεννώμενα είναι πολλά μεγάλη. Εκείνα ίσως αρμόζει να
παρομοιάση τις με τα γηραλαία σώματα, από τα οποία καμμί’ ανθρωπίνη δύναμις να
διώξη τον απαραίτητον θάνατον δεν είναι καλή· τούτα δυνατόν είναι να φέρη τις
εις αύξησιν με την νουθεσίαν, ως τα νεογέννητα βρέφη με την τροφήν. Και τοιαύτη είναι του Ελληνικού γένους η
σημερινή κατάστασις. Ότι αναγεννάται και αυξάνει καθημέραν από το καλόν εις το
κάλλιον, δεν έμεινε πλέον ουδεμία αμφιβολία, πλην εις εκείνων μόνων τας
κεφαλάς, όσοι κρίνουσι τα έθνη, των οποίων ούτε γλώσσαν, ούτε ήθη, ούτε
σχέσεις, ούτε τας άλλας διαφόρους και πολυειδείς περιστάσεις γνωρίζουν, με την
αυτήν τόλμην, ως ήθελαν κρίνειν ότινα βλέπουν καθημέραν, μ’ ότινα συγκατοικούν
ή συναναστρέφονται παιδιόθεν. Ταύτην την αύξησιν και προκοπήν δύνανται να την
επιταχύνωσιν οι λόγιοι του γένους άνδρες με την Ρητορικήν οδηγουμένην από την
Φιλοσοφίαν, ήγουν τοιαύτην Ρητορικήν, οποία να διδάσκη τους αγνοούντας και την
δόξαν των προγόνων ημών, και τα σφάλματα τα αφανίσαντα τόσην δόξαν, και τα
μέσα, δια των οποίων εμπορούμεν πάλιν να την αναλάβωμεν, και τα οποία πρέπει να
ήναι θεμελιωμένα εις την αληθινήν Ηθικήν. Αλλ’ οι λόγιοι του γένους (και τούτο
αποβλέπει μόνους τους νέους· ούτε τόσον τολμηρός είμαι, ώστε να συμβουλεύω τους
μην έχοντας χρείαν συμβουλής, ούτε καιρόν έχω να δαπανώ ματαίως δια τους όσοι
δεν είναι πλέον εις κατάστασιν να ωφεληθώσιν από συμβουλήν)· οι λόγιοι λέγω του
γένους πρέπει μάλιστα να προσέχωσιν εις το οποίον και άλλοτε είπα, και δεν θέλω
παύσειν να λέγω, ότι την αληθινήν τέχνην του γράφειν ν’ αποκτήση είναι των
αδυνάτων, όστις δεν εφρόντισε σύγκαιρα να ενδυναμώση την ψυχήν αυτού με
φρονήματα ελευθερίας ακατάπληκτα. Από του Ρητορικού λόγου τα τρία γένη, το
Δικανικόν, το Επιδεικτικόν και το Συμβουλευτικόν, η παρούσα της Ελλάδος
κατάστασις του πρώτου σχεδόν ουδεμίαν ακόμη, του δευτέρου πολλά ολίγην, του
τρίτου έχει μεγαλωτάτην χρείαν. Εις τούτο λοιπόν πρέπει να βάλλωσιν όλην αυτών
την φροντίδα όσοι θέλουν να κατασταθώσι σωτήρες του γένους των· αλλ’ εις τούτο
να ευδοκιμήσωσι (και τούτο είναι να πείσωσι) δεν είναι δυνατόν, αν ο λόγος
αυτών δεν ήναι αληθινή εικών λογισμών ψυχής ελευθέρας. Εκείνο μόνον δύναται τις
να εκφράση πιθανώς, ό,τι συλλογίζεται καλώς· και μην ελπίση ποτέ να πείση τους
άλλους τα συμφέροντα, όστις δεν τα κατεπείσθη πρώτον αυτός, μηδέ να πυρώση τας
ψυχάς των ακουόντων με τας φλόγας του ρητορικού λόγου, αν δεν τας ανάψη πρώτον
εις την ιδίαν του ψυχήν. Εις αγενείς ανδραπόδων ψυχάς τοιαύτη πύρωσις ή δεν
έχει χώραν παντάπασιν, ή, καθώς το πυρ των αχύρων, μόλις αναφθείσα μαραίνεται·
και η Ρητορική εις των τοιούτων το στόμα γίνεται όργανον να πολεμώσι τους
ανθρώπους με την συκοφαντίαν, ή να τους φθείρωσι με την κολακείαν. Το πρώτον έργον του θέλοντος να πείση
είναι να λαλή σαφώς, ήγουν εις τρόπον ώστε να καταλαμβάνεται από τον προς τον
οποίον λαλεί. Και αυτός ο Δημοσθένης ήθελεν είσθαι των ρητόρων όλων
απιθανώτατος, εάν εδημηγόρει δεν λέγω (πράγμα αδύνατον) εις γλώσσαν αλλόφυλον,
αλλ’ εάν μόνου του ήρχετο εις την φαντασίαν, να συγκεράση την Αττικήν διάλεκτον
με την Αιολικήν, ή καμμίαν άλλην από της Ελλάδος τας διαλέκτους. Ο ορθός λόγος,
όστις εδίδασκεν εκείνον να γράφη Αττικώς, επειδή σκοπός του ήτο να πείση
Αθηναίους, διδάσκει και τους Γραικούς να γράφωσι των Γραικών την γλώσσαν, εάν
θέλωσι να μιμηθώσιν ευτυχώς τον Δημοσθένην. Αλλ’ η αφιλόσοφος Ρητορική έκαμε να
γράφωνται και τα ρητορικά προγυμνάσματα των σχολείων, καθώς τα γραμματικά
θέματα. Και ταύτα μέν έχουσι καν εύλογον πρόφασιν την ανάγκην να μάθωσιν οι
θεματογραφούντες τους κανόνας της Ελληνικής συντάξεως· κ’ ήθελαν κατορθώσειν
ό,τι επαγγέλλονται, αν η θεματογραφία εχειραγωγείτο από διδασκάλους ειδήμονας.
Τα δε ρητορικά προγυμνάσματα, εις τα οποία δεν είναι πλέον ο λόγος να γνωρίση ο
προγυμναζόμενος την κατάλληλον του λόγου των μερών σύνταξιν, αλλά τον τρόπον
πώς, και την αιτίαν διά τί, η αυτή γραμματική κατάλληλος σύνταξις θέλγει
περισσότερον ή ολιγώτερον την ψυχήν του ακούοντος, κατά την θέσιν εις την
οποίαν τάσσονται τα μέρη της, και τον καιρόν εις τον οποίον προφέρονται· ταύτα
λέγω τα ρητορικά προγυμνάσματα πώς είναι δυνατόν να κατασταθώσιν αληθώς
διδασκαλικά, εάν δεν γράφωνται εις την κοινήν γλώσσαν, ήγουν την γλώσσαν του περισσότερου
μέρους του έθνους. Δια το περισσότερον μέρος τούτο, με τους οποίους μέλλει να
ζήση, και τους οποίους εις ανάγκην πολλάκις θέλει ελθείν να καταπείση,
διδάσκεται την Ρητορικήν ο μαθητής, όχι δια τους ολίγους συμμαθητάς και
συνελληνιστάς αυτού, μέγα μέρος των οποίων ενδεχόμενον, αφού παύσωσι να
μαθητεύωνται, μηδέ ν’ απαντήση πούποτε πλέον επί ζωής του. Εάν εξ ανάγκης πρέπει να γράφη την γλώσσαν
του όστις θέλει να δώση, κατά τας περιστάσεις, εις τους λόγους όλην εκείνην την
πιθανότητα, όσης είναι δεκτικοί οι λόγοι, γίνεται φανερωτέρα η τοιαύτη ανάγκη,
όταν η γλώσσα ήναι έτι ατελής και βάρβαρος· επειδή εις τοιαύτην περίστασιν η
ρητορεία του λόγου γίνετ’ ενταυτώ και όργανον της τελειώσεως της γλώσσης.
Λανθάνεται όστις νομίση, ότι δια ταύτην μάλιστα της γλώσσης την ατέλειαν,
συγχωρείται εις τον λέγοντα να συνθέτη εις τελειοτέραν γλώσσαν. Όσον δύσκολος
υποτεθή η ρητορεία εις την μητρικήν εκάστου διάλεκτον, δυσκολωτέραν ασυγκρίτως
θέλει την καταστήσει όστις γράφει εις άλλην παρά την εις την οποίαν εσυνείθισε
να συλλογίζεται και να λαλή παιδιόθεν. Μαρτυρούσί μου τον λόγον αι σύντομοι των
αγρίων της Αμερικής δημηγορίαι, συνθεμέναι εις γλώσσαν, οποία πρέπει εξ ανάγκης
να ήναι τοιούτων ανθρώπων γλώσσα, και όμως περιέχουσαι καμμίαν φοράν ενθυμήματα
ρητορικά άξια της γλώσσης και της κεφαλής του Δημοσθένους· διότι ευρίσκονται
και εις αυτούς άνθρωποι, οι οποίοι, οδηγούμενοι από μόνην την μετά προσοχής των
κινούντων της ψυχής τα πάθη παρατήρησιν, έφθασαν ν’ αποκτήσωσιν οπωσδήποτε
φιλοσοφικήν θεωρίαν της Ρητορικής, ώστε και της γλώσσης να νικώσι την
απείθειαν, και να γίνωνται (τουλάχιστον εις ολίγας τινάς αναγκαίας περιστάσεις)
αυτοδίδακτοι ρήτορες. Και μή νομίση τις, επειδή ο Ρητορικός
λόγος διαιρείται (ως είπα) εις τον Επιδεικτικόν, τον Δικανικόν και τον
Συμβουλευτικόν, ότι δια τούτο δεν έχει η Ρητορική χώραν αλλού, πλην όταν ή εις
τα θέατρα εγκωμιάζη τινά ο πανηγυριστής, ή εις τα δικαστήρια κατηγορή ή
απολογήται ο δικαζόμενος ή ο συνήγορος αυτού, ή εις τας πολιτικάς ή
χριστιανικάς συνελεύσεις συμβουλεύη ο δημηγόρος, ή ο ιεροκήρυξ. Η Ρητορική
εμβαίνει εις την ποίησιν, εις τον διάλογον, εις τον μύθον, εις την επιστολήν,
εις αυτήν την ιστορίαν, εις ολίγα λόγια, όπου είναι χρεία να γράψη τις, ή να
λαλήση με σκοπόν να πείση, εκεί πάραυτα αισθάνεται και την χρείαν της τέχνης.
Και η τέχνη αύτη δεν λαμβάνει την οικείαν εις αυτήν ακμήν και τελειότητα πάρεξ
εις έθνη ελεύθερα· ότι μόνος όστις έχει φρονήματα αδούλωτα είναι καλός και με
παρρησίαν να συμβουλεύση, και, χωρίς να βλάψη την αλήθειαν, να εγκωμιάση, και,
χωρίς να παραβή της δικαιοσύνης τα όρια, εις τα δικαστήρια να δικολογήση. Αλλ’
ο ελεύθερος ούτος Ρήτωρ συμβουλεύει, εγκωμιάζει, και δικολογεί δια συγχρόνους,
συμπολίτας και ομογλώσσους, όχι δια τους ζήσαντας προ πολλών εκατονταετηρίδων
ανθρώπους. Των συγχρόνων και συμπολιτών αυτού λοιπόν την γλώσσαν εξ ανάγκης
πρέπει να λαλή· εάν ήναι ακανονίστος, δια τούτο μάλιστα πρέπει να την λαλή και
να την γράφη, δια να τελειώση με την Ρητορικήν την γλώσσαν, και με ταύτην πάλιν
την Ρητορικήν, και εντάμα με τας δύο την ευδαιμονίαν και την δόξαν του έθνους
του. Ούτε ρήτορα μ’ εγέννησεν η φύσις, ούτε
τους κανόνας της τέχνης μ’ εσυγχώρησαν αι περιστάσεις ποτέ να μελετήσω· αλλ’
εάν ευτυχήσω να εμπνεύσω εις των νέων τας ψυχάς τον ζήλον και της πατρίδος και
της γλώσσης, και απλώς της τελειώσεως όλων των καλών, όσα μας λείπουσιν ακόμη,
δια να καθαρισθώμεν από την λέπραν της αμαθίας, την οποίαν πολλά ολίγοι τινές
ψευδώνυμοι Γραικοί, επαινούντες ηλιθίως, έδωκαν αφορμήν εις τους αλλογενείς αφ’
ό,τι αληθώς είναι να την παραστήσωσι δυσωδεστέραν· εάν (λέγω) ευτυχήσω να τους
πείσω, ότι η αληθινή δόξα την σήμερον στέκει ν’ αφιερώσωσι και ψυχήν και σώμα
εις την αναγέννησιν της Ελλάδος, θέλει είσθαι πληρωμένον ικανώς το επιβάλλον
μέρος εις εμέ του κοινού προς την πατρίδα χρέους όλων ημών. Έχετε, φίλοι νέοι, μυρίας αφορμάς να
γυμνάζεσθε εις την γραμματικήν και ρητορικήν της γλώσσης τελείωσιν, επειδή
καταγίνεσθε καθημέραν εις το αξιέπαινον της μεταφράσεως των αλλογλώσσων βιβλίων
έργον· δι’ αυτά, και προλεγόμενα συνθέτετε, και σημειώσεις αναγκάζεσθε να
γράφετε. Εάν εις ό,τι γράφετε παρά μόνον τον πρέποντα εις τας ευγενείς ψυχάς
της κοινής ωφελείας σκοπόν άλλον δεν έχετε, πρέπει να το γράφετε πιθανώς. Πώς
είναι δυνατόν να ωφελήσετε τους αναγινώσκοντας συμπολίτας, αν δεν πυρώσετε τας
ψυχάς των πείθοντες αυτούς τα συμφέροντα; Αλλά δια να τους πείσετε, ανάγκη
είναι πρώτον να σας καταλαμβάνωσι· πρώτη λοιπόν αρετή του λόγου, καθώς προείπα,
είναι η σαφήνεια. Τούτο όμως δεν αρκεί. Έλεγεν εις από τους
ευφυεστάτους ποιητάς της Γαλλίας περί της στιχουργίας, ότι ο στίχος, δια να
ήναι καλός, πρέπει να ομοιάζη το ακίβδηλον χρυσίον, το οποίον δοκιμάζεται, από
το βάρος, από την καθαρότητα, και από τον εις αυτό ίδιον ήχον. Τούτο δύναται να
προσαρμοσθή οπωσδήποτε και εις τον πεζόν λόγον. Το βάρος είναι το οποίον οι
Ελληνικοί τεχνογράφοι ονομάζουσι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΝ μέρος των λεγομένων· η
καθαρότης και ο ήχος περιέχονται εις το απ’ εκείνους ονομαζόμενον ΛΕΚΤΙΚΟΝ. Το
βάρος αποβλέπει τα νοήματα, τα οποία πρέπει να ήναι αξιόλογα· η καθαρότης τα
ονόματα, ήγουν τας λέξεις, δια των οποίων εκφράζονται τα νοήματα, και αι οποίαι
πρέπει να ήναι οικείαι και αρμόζουσαι εις αυτά· και ο ήχος την διάφορον τάξιν των
λέξεων, τας οποίας εις εκείνο το μέρος της φράσεως, ή περιόδου, πρέπει να θέτη
ο γράφων, όπου δύνανται και περισσότεραν ηδονήν να προξενήσωσιν εις την ακοήν,
και σφοδρότερον να κεντήσωσι την ψυχήν. Η τεχνική θέσις των λέξεων συνεργεί και
εις την σαφήνειαν του λόγου, εις ημάς μάλιστα, των οποίων η γλώσσα, ενδεής
ακόμη από πολλούς αναγκαίους όρους εις την έκφρασιν των εννοιών, αναγκάζεται να
δανείζεται από την μητέρα της την Ελληνικήν λέξεις όχι γνωστάς επίσης εις όλους
τους αναγνώσας. Εάν αι τοιαύται λέξεις θέτωνται εις τόπον πρέποντα και
κατάλληλον, η μόνη θέσις κάμνει τον αναγνώστην ικανόν να τας μαντεύση, καθώς
και άλλοτε το είπα, και καθώς πριν εμού το είπεν ο κριτικώτατος Διονύσιος ο
Αλικαρνασσεύς. Εις την τεχνικήν θέσιν ανήκει και η
προσοχή ν’ αποφεύγη, όσον είναι δυνατόν, ο γράφων τον κόρον και την αηδίαν,
ήτις εξ ανάγκης γεννάται από την συνεχή, όχι μόνον των αυτών φράσεων, ή λέξεων,
αλλά και των αυτών στοιχείων επανάληψιν. Αγαπά η ακοή φυσικά την ποικιλίαν, και
αποστρέφεται των αυτών ήχων και τύπων την αδιάκοπον προσβολήν. Τόσον είναι
δυσκολώτερον τούτο το μέρος εις τας ατελείς και ακανονίστους γλώσσας, όσον και
εις αυτάς τας εντελείς και δια την ποικιλίαν αυτών γλυκυτάτας έσφαλαν πολλάκις
και αυτοί οι δοκιμώτατοι συγγραφείς και ποιηταί, δια το οποίον και εκωμωδήθησαν
επί σκηνής. Ο Αριστοφάνης αναφέρει εις τον Αισχύλον δώδεκα στίχους, εις τους
οποίους υποθέτει ευρισκόμενον πεντάκις το όνομα ΚΟΠΟΣ. Αδαμάντιος Κοραής,
Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες Συγγραφείς, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής
Τραπέζης
Οδυσσέας Ελύτης
«Ψαλμός ΙΗ΄» [Το Άξιον Εστί] Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα μ’ ακολουθούν
κορίτσια κυανά κι αλογάκια
πέτρινα με τον τροχίσκο
του ήλιου στο πλατύ μέτωπο. Γενιές μυρτιάς μ’
αναγνωρίζουν από τότε που
έτρεμα στο τέμπλο του νερού, άγιος, άγιος,
φωνάζοντας. Ο νικήσαντας τον
Άδη και τον Έρωτα σώσαντας, αυτός ο Πρίγκιπας
των Κρίνων είναι. Κι από κείνες πάλι
τις πνοές της Κρήτης, μια στιγμή
ζωγραφιζόμουν. Για να λάβει ο
κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο. Στον ασβέστη τώρα
τους αληθινούς μου Νόμους κλείνω κι
εμπιστεύομαι. Μακάριοι, λέγω, οι
δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο. Γι’ αυτών τα
δόντια η ρόγα που μεθά, στων ηφαιστείων το
στήθος και στο κλήμα των παρθένων. Ιδού ας
ακολουθήσουνε τα βήματά μου! Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα το χέρι του
Θανάτου αυτό χαρίζει τη
Ζωή και ο ύπνος δεν
υπάρχει. Χτυπά η καμπάνα
του μεσημεριού κι αργά στις
πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα: ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Αιέν αιέν και νυν
και νυν τα πουλιά κελαηδούν ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το
τίμημα. Ο ποιητής έχοντας
δηλώσει στο πλαίσιο προγενέστερων ενοτήτων πως λειτουργεί ως ο λογοτεχνικός
δημιουργός ενός νέου κόσμου που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βία και την
οδύνη που ταλαιπώρησε τον ελληνισμό, παρουσιάζει στον συγκεκριμένο ψαλμό την
«αποθέωσή» του. Η δύσκολη πορεία του ποιητή μέσα από τις στιγμές του πολέμου,
της κατοχής, της πείνας και της εξαθλίωσης, τού δίνει το δικαίωμα να
αναδημιουργήσει τον ελληνικό χώρο με τους δικούς του πλέον όρους. Βίωσε πλήθος
ματαιώσεων, γνώρισε από κοντά τον πόνο των συνανθρώπων του, αλλά έχει πια
οδηγηθεί στη Γένεση ενός καθαγιασμένου ελληνικού χώρου που τού προσφέρει
-δικαιωματικά- την αναγνώριση, τη δόξα και την ευδαιμονία. «Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα μ’ ακολουθούν
κορίτσια κυανά κι αλογάκια
πέτρινα με τον τροχίσκο
του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.» Ο ποιητής
οδεύοντας προς την ολοκλήρωση της εκτενούς ποιητικής του σύνθεσης δηλώνει πως
πλέον μεταβαίνει σε μια χώρα «μακρινή» και «αρυτίδωτη». Σε μια χώρα που
βρίσκεται πέρα από τις συνήθεις ανθρώπινες παθογένειες και ανέγγιχτη από τη
φθορά του χρόνου⸱ μια νέα και νεανική χώρα δημιουργημένη εν μέρει από τον ίδιο, στην οποία
κυριαρχεί η αγνότητα του ποιητικού κόσμου. Κοντά στον ποιητή, άλλωστε, έρχονται
σύμβολα του κάλλους τόσο της φύσης όσο και της τέχνης, τα οποία αναδεικνύουν
την ιδιαιτερότητα του ποιητικού του σύμπαντος. Κορίτσια που έχουν το χρώμα του
ουρανού και της θάλασσας -σταθερές παρουσίες στην ποίηση του Ελύτη-, σύμβολα κι
εκείνα ενός αναγεννημένου, πάναγνου και ευδαιμονικού κόσμου. Τον ακολουθούν,
συνάμα, «αλογάκια πέτρινα», ομοιώματα πιθανώς ιππόκαμπων, που έχουν στο μέτωπό
τους έναν μικρό τροχό ως σύμβολο του ήλιου, του φωτός και της πνευματικής
διαύγειας. Το μπλε του ελληνικού ουρανού και της θάλασσας μαζί με μια υπόμνηση
του ηλιακού φωτός είναι οι συνοδοιπόροι του ποιητή στο ταξίδι του προς τη νέα,
ανέγγιχτη και άφθαρτη χώρα. «Γενιές μυρτιάς μ’
αναγνωρίζουν από τότε που
έτρεμα στο τέμπλο του νερού, άγιος, άγιος,
φωνάζοντας.» Ο ποιητής υπήρξε
από τα χρόνια της νεότητάς του «πιστός» της φύσης και των θαυμάτων της,
διαμορφώνοντας το πνεύμα του υπό τις επιταγές αρμονίας και κάλλους του φυσικού
περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, εύλογα αναγνωρίζεται από τις μυρτιές, εφόσον τον
γνώριζαν από τα πρώτα πνευματικά του βήματα, όταν με βαθιά αίσθηση περισυλλογής
και σεβασμού απέτινε τιμή στο ιερό «τέμπλο» του νερού∙ στο βασικό αυτό στοιχείο
της φύσης. Ο ποιητής ασπάστηκε εξαρχής τα διδάγματα της φύσης -κάτι που είναι
εμφανές στο σύνολο του έργου του- και χάρη στη μαθητεία αυτή κατόρθωσε να φέρει
εις πέρας την ποιητική ανάπλαση του ελληνισμού, εξαγνισμένου από τα δεινά του
πολέμου, έτοιμου να κάνει μια νέα αρχή. Δικαίως, έτσι, αποθεώνεται από τη φύση
(«άγιος, άγιος»), αφού κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του. ἅγιος, ἅγιος, φωνάζοντας. Πρβλ. Κ. Δ.: «καὶἀνάπαυσιν οὐκ ἔχουσιν ἡμέρας και νυκτός λέγοντες ἅγιος, ἅγιος ἅγιος, κύριος ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ, ὁἦν και ὁὢν και ὁἐρχόμενος» (Ἀποκαλ. Ἰωάνν. Δ, 8). Τον ἀποκαλοῦν ἅγιο, διότι ἐξεπλήρωσε την ἐντολή. «Ο νικήσαντας τον
Άδη και τον Έρωτα σώσαντας, αυτός ο Πρίγκιπας
των Κρίνων είναι.» Η ποιητική
δημιουργία του Ελύτη είναι ξεκάθαρα συνδεδεμένη με την ελληνική παράδοση σε όλη
της διαχρονία της, εκκινώντας από το Μινωικό πολιτισμό, ενσωματώνοντας τη
χριστιανική πίστη και ατενίζοντας σε ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Ο ποιητής, ως
ζωοδότης δημιουργός και ως θεράπων του αισθητικού και συναισθηματικού κάλλους,
υπερνικά τη λήθη του θανάτου και επαναφέρει την προσοχή στη σωτήρια λειτουργία
του Έρωτα. Ταυτίζεται, άλλωστε, με τον περίφημο Πρίγκιπα των Κρίνων, των
μινωικών ανακτόρων, απολυτρωμένος κι ο ίδιος από τους περιορισμούς και τη φθορά
του χρόνου. Διαχρονικό σύμβολο της ισχύος που διακρίνει την τέχνη και τα
δημιουργήματά της, ο Πρίγκιπας των Κρίνων, είναι, συνάμα, σαφής αναφορά στη
γενέτειρα του ίδιου του ποιητή, την Κρήτη. «Κι από κείνες
πάλι τις πνοές της Κρήτης, μια στιγμή
ζωγραφιζόμουν. Για να λάβει ο
κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.» Η πνευματική
διαμόρφωση του ποιητή, όπως και η σωματική γένεσή του, συνέβησαν στην Κρήτη,
όπου δεχόμενος τον ήπιο άνεμο της κρητικής γης απαθανατίστηκε για μια στιγμή η
μορφή του∙ ζωγραφίστηκε, όπως ο Πρίγκιπας των Κρίνων∙ γνήσιος γόνος -και
συνεχιστής- της μινωικής τέχνης. Στο πρόσωπο και στο πνεύμα του ποιητή η
ελληνική τέχνη βρίσκει τη νέα πραγμάτωσή της και την αναγκαία συνέχισή της.
Δικαιώνεται, διαιωνίζεται και διασώζεται, κατ’ αυτό τον τρόπο, στην απεικόνιση
του ποιητή-Πρίγκιπα, ο κρόκος -το σαφράνι που χρησιμοποιήθηκε ως χρωστικό υλικό
στις μινωϊκές τοιχογραφίες- διασφαλίζοντας τη διαχρονική του αναγνώριση.
Στόχος, άλλωστε, του Ελύτη στο «Άξιον εστί» υπήρξε το να αναδείξει το
πολύπλευρο, αιώνιο, συνεχές και αδιάσπαστο της ελληνικής τέχνης και κατ’
επέκταση του ελληνικού πνεύματος. Για να λάβει ὁ κρόκος ἀπό τους αἰθέρες δίκαιο. Το νόημα
συνεχίζεται συνειρμικά ἀπό την τοιχογραφία
με το χρῶμα τῆς βαφῆς τοῦ κρόκου. Ὁ κρόκος ἢ κοινῶς ζαφορά ἦταν σύμβολο τῆς μεγάλης Κρητικῆς Θεᾶς. Νομίζω ὅτι ο συνειρμός εἶναι
προφανῶς καὶ... ἀρχαιολογικός : ἀπό τον Πρίγκιπα τῶν
Κρίνων στον Κροκοσυλλέκτη! «Στον ασβέστη τώρα
τους αληθινούς μου Νόμους κλείνω κι
εμπιστεύομαι.» Ο ποιητής περνά
από τη μινωική τέχνη στο σύγχρονο κυκλαδίτικο τοπίο με τα ασβεστωμένα σπίτια
που δημιουργούν μια εντυπωσιακή σύνθεση με το γαλάζιο της θάλασσας. Στον
ασβέστη που χρησιμοποιούν οι νησιώτες, φανερώνοντας την έμφυτη καλαισθησία
τους, εμπιστεύεται ο ποιητής τους αληθινούς, τους γνήσια ελληνικούς, Νόμους
του. Εκφράζει την πεποίθησή του πως ο ελληνικός λαός γνωρίζει πώς να σεβαστεί
την αξία της φύσης, το ανεκτίμητο της τέχνης και την ουσία του ελληνικού
πνεύματος σε όλες τις εκφάνσεις του. Δεν φοβάται, άρα, πως υπάρχει κάποιος
κίνδυνος να εκπέσει ή να υπονομευτεί η πολυδιάστατη ελληνική ταυτότητα, εφόσον
οι Έλληνες φέρουν μέσα τους άδολο το πνεύμα των προγόνων τους και των
πνευματικών τους πατέρων. Στο ἀσβεστοκονίαμα· ἡἰδέα τῆς τοιχογραφία συνεχίζεται. Ὁ Μαρωνίτης (ἔ. ἀ.) πιστεύει ὅτι ἀναφέρεται στους Νόμους τοῦ Πλάτωνος. Το ὅλο βιβλικό ὕφος, νομίζω, μᾶς φέρνει στο νοῦ τον Μωϋσῆ. Ὁ νόμος εἶναι ἡἐντολὴἐδῶ. Ἡ κατάληξη «κλείνω
κι ἐμπιστεύομαι»
νομίζω ὅτι ἐμπεδώνει τη γνώμη. Ὁἀσβέστης, για να ἀποδώση
ἑλληνικό ὑλικό (ἀσβεστωμένα σπίτια-νησιά) στην γραφή. Πρβλ. Ὀδ. Ἐλύτη: «Ἔριξα τους ὁρίζοντες μες στον ἀσβέστη και με χέρι ἀργό
ἀλλά σίγουρο πῆρα να χρίσω τους
τέσσερεις τοίχους τοῦ μέλλοντος μου. / Ἡἀσέλγεια, εἶπα, εἶναι καιρός ν’ ἀρχίσει το ἱερατικό της
στάδιο» (Ἕξη καὶ Μία Τύψεις για τον Οὐρανό, ὉἌλλος Νῶε). «Μακάριοι, λέγω,
οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο. Γι’ αυτών τα
δόντια η ρόγα που μεθά, στων ηφαιστείων το
στήθος και στο κλήμα των παρθένων.» Ευτυχισμένοι,
σύμφωνα με τον ποιητή, είναι εκείνοι που έχουν το ψυχικό και πνευματικό σθένος
να ερμηνεύσουν και να αποδεχθούν με όλη την απλότητα και όλο του το μυστήριο το
Άσπιλο της ελληνικής χριστιανικής ψυχής. Χρειάζεται, άλλωστε, μεγάλη δύναμη για
να αποδεχτεί κάποιος όσα υπερέχουν αυτού και όσα υλοποιούνται και γεννιούνται
σε επίπεδα απρόσιτα στην ανθρώπινη υπόσταση και σκέψη. Η δύναμή τους, πάντως,
δικαίως επιβραβεύεται με την απόλαυση των όσων έχει άδολα να προσφέρει η
ελληνική φύση. Η ρόγα του σταφυλιού και το κρασί -κυριολεκτικό και μεταφορικό-
που δημιουργείται στην αγκαλιά των ηφαιστείων -υπόμνηση κυκλαδίτικου τοπίου-,
καθώς και στα αμπέλια «των παρθένων». Στα αγνά αμπέλια της ελληνικής φύσης,
αλλά και σε δεύτερη ανάγνωση στην υπόσχεση της ερωτικής ηδονής που προσφέρει ως
δώρο η φύση στους ανθρώπους. Εκείνοι που
αποδέχονται τον μυστηριακό χαρακτήρα μέρους της ελληνικής ταυτότητας, εκείνοι
διεκδικούν δικαίως και τις αντίστοιχες πνευματικές, αισθητικές και σωματικές
απολαύσεις. Γι’ αὐτῶν τα δόντια ἡ ρόγα που μεθᾶ, Δίσημο: ἡ θηλὴ τοῦ μαστοῦ καὶ τὸ σταφύλι.
Συμβολίζει τὸ γάλα καὶ τὸν οἶνο τῆς ζωῆς, τὴν εὐδαιμονία. Ἡ διατύπωση κατὰ τὴ λαϊκὴἔκφραση: «δὲν εἶναι γιὰ τὰ δόντια σου ».
Πρβλ. Π. Δ.: «Φιλησάτω με ἀπό φιλημάτων
στόματος αὐτοῦ, ὅτι ἀγαθοί μαστοί σου ὑπέρ
οἶνον» (Ἄσμα Ἀσμάτων, Α΄ 2) και «μαστοί σου ὡς βότρυες τῆς ἀμπέλου » (αὐτ. Ε΄, 9). στῶν ἡφαιστείων το στῆθος και στο κλῆμα τῶν παρθένων. Ἀντιμετάθεση τῶν ἑτεροπτώτων προσδιορισμῶν με κέρδος μια ἐπιτυχημένη
μεταφορά. Ἡ κυριολεξία: « στῶν ἡφαιστείων το κλῆμα και στο στῆθος τῶν παρθένων»· συνδέει και ἀλλοῦ το κλῆμα με τα ἡφαίστεια, ὅπως στο στ’ ἆσμα: «στα ἡφαίστεια κλήματα σειρά». Ὁ συμβολισμός εἶναι προφανής: το
γάλα τῆς ζωῆς που προετοιμάζουν τα στήθη, και τα ἡφαίστεια, τα τόσο κοντά στο θάνατο, που ἔχουν τη μορφὴ μαστοῦ, προετοιμάζουν με το κλῆμα τη μέθη (οἶνος) τῆς ζωῆς. «Ιδού ας
ακολουθήσουνε τα βήματά μου! Σε χώρα μακρινή
και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.» Ο ποιητής
λειτουργεί ως πρότυπο για τους υπόλοιπους ανθρώπους και δη για τους «δυνατούς»
του πνεύματος, οι οποίοι μπορούν να τον ακολουθήσουν στον νέο -ποιητικά
πλασμένο- κόσμο του κάλλους και της αρετής. Με σχήμα επανάληψης, για λόγους
έμφασης, ο ποιητής επαναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της νέας «αρυτίδωτης» χώρας
που ο ίδιος δημιούργησε. «Τώρα το χέρι του
Θανάτου αυτό χαρίζει τη
Ζωή και ο ύπνος δεν
υπάρχει.» Στον νέο -ποιητικά
πλασμένο- κόσμο ο προσωποποιημένος Θάνατος είναι αυτός που χαρίζει στους
ανθρώπους τη Ζωή. Η αυτοθυσία των ανθρώπων για την υπεράσπιση της πατρίδας,
τούς διασφαλίζει μια διαρκέστερη και ακλόνητη «ζωή» στη μνήμη των απογόνων και
των μεταγενέστερων. Το όνομά τους καθαγιάζεται και λειτουργεί ως εξιδανικευμένο
πρότυπο. Στον νέο κόσμο, άλλωστε, δεν υπάρχει καν ο ύπνος, εφόσον οι άνθρωποι
δεν παύουν να μοχθούν για την τελείωση της κοινωνίας και για την υλοποίηση όσων
μέχρι πρότινος κινούνταν μόνο στο πεδίο ενός ονειρώδους ιδανικού. «Χτυπά η καμπάνα
του μεσημεριού κι αργά στις
πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:» Στην κορύφωση της
ημέρας, την ώρα που χτυπά -κατά τρόπο μεταφορικό- η καμπάνα του ήλιου, του
ελληνικού πύρινου ήλιου, αρχίζει να χαράζεται στις πέτρες που φλέγονται το
τελικό μήνυμα προς τους ανθρώπους που βρίσκουν το ψυχικό σθένος να μεταβούν
στον νέο κόσμο, απαλλαγμένοι από τις ελλείψεις, τα ελαττώματα και τις
μικροπρέπειες του παρελθόντος. Η επίγνωση, άλλωστε, πως το ιδανικό δεν
βρίσκεται πια στο επίπεδο του ονείρου, αλλά πραγματώνεται μπροστά στα μάτια
τους, τούς επιτρέπει να αποδεχτούν το καθήκον τους με μεγαλύτερη ευκολία. κι ἀργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα: Δικαιολογεῖ νομίζω ὅσα προηγουμένως ἀνέφερα για τους Νόμους· βιβλικὴἡ μεταφορά. Δεν θα ἦταν, νομίζω, ἄσκοπο, να ἀναφερθῇἐδῶὅτι κατά τις ἁγιορείτικες
παραδόσεις ἡἀρχή τοῦὕμνου «Ἄξιόν Ἐστι» συνετέθη ἐκ θαύματος. ὉἈρχάγγελος Γαβριήλ,
παρουσιάσθηκε σαν ἕνας ξένος, στὴ Σκήτη τοῦ Πρωτάτου, στις
Καρυές και ἔγραψε με το
δάχτυλό του ἐπάνω σε πλάκα το «Ἄξιόν Ἐστι» και τα
γράμματα ἐχαράχθηκαν βαθειά
στην πέτρα (ἀγγελοχάρακτα). Ἀπό τότε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, που
βρίσκονταν στο κελλί που ἔγινε το θαῦμα, ὀνομάζεται «ΤὸἌξιόν Ἐστι» (Βλ. Κοσμᾶ καὶἈρέθα, Μοναχῶν, ᾿Ανωτέρα ᾿Επισκίασις ἐπὶ τοῦ᾿Αθω, ἐκδ. Γ΄, Καρυαὶ 1957). «ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Αιέν αιέν και νυν
και νυν τα πουλιά κελαηδούν ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το
τίμημα.» Το μήνυμα στους
ανθρώπους της αναγεννημένης πολιτείας είναι πως τώρα και πάντοτε αξίζει να
διεκδικούν το δικαίωμα στην αναδημιουργία και στην απομάκρυνση από τα λάθη και
τις οδύνες του παρελθόντος. Ο ελληνισμός δεν είναι καταδικασμένος να βυθίζεται
στα δεινά του παρελθόντος. Μπορεί, όπως ιστορικά το έχει πετύχει πολλές φορές,
να κάνει ένα νέο, αγαθότερο και αρτιότερο ξεκίνημα. Πάντοτε και τώρα∙
ένα μήνυμα που το μεταδίδουν ακόμη και τα πουλιά, τα οποία ως εκπρόσωποι της
φύσης αναγνωρίζουν το κάλεσμα του ποιητή -τον οποίον αποδέχονται ως γνήσιο γόνο
του φυσικού κόσμου- και ανταποκρίνονται σε αυτό. Αξίζει -υπό κάθε
έννοια και με οποιουσδήποτε όρους- το τίμημα που χρειάστηκε να πληρωθεί για τη
διαμόρφωση του νέου εξαγνισμένου κόσμου των Ελλήνων. Οι θυσίες των προηγούμενων
γενιών, οι άνθρωποι που κατά χιλιάδες χάθηκαν τυραννισμένοι από την πείνα και
τις κακουχίες, βρίσκουν τη δικαίωσή τους στην «αρυτίδωτη» χώρα. Κανένας από
αυτούς και κανένα από τα μαρτύριά τους δεν θα υποκύψουν στη λήθη. Οι άνθρωποι
του νέου κόσμου θα γνωρίζουν πόσα οφείλουν σε εκείνους που προηγήθηκαν και θα
τους τιμούν. ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Παρήχηση τῶν ν για να δώση τον ἦχο
τῆς καμπάνας· προτιμᾷ
τον τύπο αἰέν: α) για να ἀποκαθάρῃἀπό συγκεκριμένη πολυχρησία τοἀεί και β) για να κερδίσῃ το
ν. Πρέπει να ὁμολογηθῇὅτι ἐπιτυγχάνεται ἐδῶ μια ἀκουστική
πανδαισία. Αἰέν αἰέν και νῦν και νῦν τα πουλιά κελαηδοῦν ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το
τίμημα Με τους ἰάμβους το καμπάνισμα γίνεται κελαηδισμός. Οἱἀνάπαιστοι (τὰ πουλιὰ κελαηδοῦν) χωρίζουν τον ἀκουστικό
ἀπό τον ἀφηγηματικό λόγο. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Ὁ δέκατος ὄγδοος ψαλμός τῶν Παθῶν συνεχίζει το
θέμα τοῦ προηγουμένου,
προεκτείνοντας ὥς το σημεῖο που θα γίνῃἡ σύνδεση με το τρίτον μέρος τῆς συνθέσεως, το Μεγαλυνάριον (Δοξαστικόν). Στη χώρα τῆς Αθανασίας και τῆς Ἥβης πορεύεται ὁ ποιητής, με τα
πλάσματα τῆς ὑπαρξιακῆς του μυθολογίας,
τα κυανά κορίτσια και τα πέτρινα ἀλογάκια, εἰκόνες τῆς θαλάσσης. Τον ἀναγνωρίζουν οἱ προηγούμενες
γενιές τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ὀμορφιᾶς, ἀπό τότε που ἔτρεμε, πριν μπῇἀκόμα στο ἱερό τοῦἔρωτος και τῆς ζωῆς. Ἅγιος εἶναι αὐτός, που συγκρατώντας το φῶς τῆς ψυχῆς και τοῦ πνεύματός του ἐνίκησε τον φόβο τοῦ
θανάτου και ἔσωσε τον ἔρωτα, δηλ. τη φυσική συνέχεια τῆς ζωῆς. Εἶναι ὁ πρίγκιψ τῆς ὀμορφιᾶς, καθώς τον παρέστησαν στους αἰῶνες τα χρώματα τῆς
κρητικῆς τέχνης. Κι αὐτό, για να δικαιωθῇἡ τέχνη και ἡ πεῖρα του, που ἐκέρδισε παλεύοντας
με τη φωτιά, να χαραχθῇ στην πέτρα, σε ὑλικό γνήσια ἑλληνικό, για τους
μεταγενεστέρους. Καλότυχοι, λέγει, ἐκεῖνοι που μποροῦν να ἑρμηνεύσουν το
μυστήριο τῆς ἀθωότητος· σ’ αὐτούς ἀνήκει κάθε εὐδαιμονία. Τον
δρόμον αὐτό τον ἀκολούθησε ὁἴδιος. Ἡἴδια ἡ πεῖρα τοῦ θανάτου χαρίζει τη ζωή και ἡἀνυπαρξία εἶναι ἀνύπαρκτη. Στη
μεγάλη ἀκμαία ὥρα τῆς ζωικῆς πείρας χαράζεται σαν μία ἐντολή ἐπάνω στην πυρωμένη
πέτρα το μεγαλυνάριο, το δοξαστικό τῆς ζωῆς, που ἀναπέμπεται σε μία ἐκκωφαντική συνήχηση ἀπό
καμπάνες και κελάηδημα πουλιῶν. Το περιεχόμενο
αὐτοῦ τοῦ δοξαστικοῦὕμνου θα ἀναπτυχθῇ στο τρίτο μέρος που ἀκολουθεῖ. Βιβλιογραφία: Με πλαγιασμένη
γραφή διευκρινίσεις και σχόλια από το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη, Το Άξιον Εστί
του Ελύτη, από τις εκδόσεις Πορεία.