Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Λίνα Λούβη, Μηχανισμοί της ελληνικής εξωτερική πολιτικής μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923-1928)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Λίνα Λούβη, Μηχανισμοί της ελληνικής εξωτερική πολιτικής μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923-1928)
 
     Μετά το 1923 αποκλειστικός στόχος της ελληνικής διπλωματίας θα είναι η διατήρηση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Αυτός ο βασικός προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής, που αιτιολογείται κυρίως από την ανάγκη της Ελλάδας να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για την εγκατάσταση των προσφύγων και τη σταθεροποίηση της οικονομίας της, επιβάλλει την παθητική αποδοχή του καθεστώτος που όρισαν οι συνθήκες ειρήνης και οι κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών.
     Κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων ετών που ακολούθησαν τη συνθήκη της Λωζάννης, η ελληνική εξωτερική πολιτική καθορίζεται από την ανάγκη να εξασφαλίσει την έγκριση της Κοινωνίας των Εθνών. Αυτό το γεγονός προκαλεί συχνά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης: «Είναι αναντίρρητον ότι καταντά κατώτερον Κράτους», θα γράψει αντιπολιτευόμενη εφημερίδα, «να ρυθμίζει την όλην του ζωήν και υπόστασιν με μόνον σκοπόν την εξασφάλισιν της ευνοίας εκείνων, οι οποίοι θα συγκατανεύσουν να δανεισθή η Ελλάς ολίγα χρήματα με υποθήκευσιν ολοκλήρου του ελληνικού εδάφους».
     Η Ελλάδα μεταξύ των πρώτων είχε γίνει μέλος της Κοινωνίας των Εθνών και μετά το 1923 υιοθέτησε κατά γράμμα τις αρχές της, που βρίσκονταν άλλωστε σε σύμπτωση με τα ελληνικά συμφέροντα. Ωστόσο όμως, με τον καινούριο συσχετισμό των δυνάμεων, τις καινούριες οικονομικές ισορροπίες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη και τη νέα πολιτική πραγματικότητα που δημιουργήθηκε στα Βαλκάνια, οι μεγάλες δυνάμεις αδιαφόρησαν για τη διπλωματική θέση και τα συμφέροντα της Ελλάδας, που το 1923 βρίσκεται απομονωμένη.
     Η εναλλαγή εξάλλου στρατιωτικών και πολιτικών βενιζελογενών κυβερνήσεων, τα προνουντσιαμέντα, οι δικτατορίες και η όλη πολιτική αναστάτωση μέχρι την επίσημη επάνοδο του Βενιζέλου το 1928, (σε συνάρτηση ασφαλώς με το νέο συσχετισμό δυνάμεων που επικράτησε στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια μετά τις συνθήκες ειρήνης που τερμάτισαν το μεγάλο πόλεμο) είχαν ως αποτέλεσμα να περάσουν τα εξωτερικά προβλήματα μετά τη συνθήκη της Λωζάννης σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με τα εσωτερικά, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε πριν το 1923.
     Άλλωστε η Μεγάλη Ιδέα είναι πια αναχρονιστική. Η Ελλάδα –επίσημα τουλάχιστον– την έχει οριστικά εγκαταλείψει, ενώ αφετέρου δεν έχει ούτε την πολιτική δύναμη, ούτε την εξωτερική υποστήριξη και ακόμη περισσότερο τα οικονομικά μέσα για να επιδιώξει μια μεγαλοϊδεατική πολιτική.
     Μ’ αυτούς τους όρους λοιπόν, όλες οι κυβερνήσεις θα δώσουν προτεραιότητα στα μεγάλα εσωτερικά προβλήματα. Ακόμη και οι στρατιωτικοί, με εξαίρεση τον Πάγκαλο, δεν θα αναμειχθούν στην πολιτική ζωή με πνεύμα μεγαλοϊδεατικού ρεβανσισμού, δεδομένου μάλιστα ότι ούτε τα πραξικοπήματα υπαγορεύονται από έξαρση πατριωτισμού. Έτσι η εξωτερική πολιτική έχει αφεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στους διπλωμάτες. Η απουσία εξάλλου εμπνευσμένων ηγετών και βαρυσήμαντων γεγονότων, οδηγούσε σε μια μετριοπαθή εξωτερική πολιτική, που μπορεί να αποκαλεσθεί σύμφωνα με τις ερμηνείες σύγχρονων αναλυτών, «γραφειοκρατική διπλωματία».
     Το Κοινοβούλιο αφετέρου ασκεί ένα μάλλον αναιμικό ρόλο: δεν συμμετέχει ουσιαστικά στην εξωτερική πολιτική και καλείται μόνο να επικυρώσει αποφάσεις που έχουν ήδη παρθεί εκτός Κοινοβουλίου, και εκτός Ελλάδας καμιά φορά. Η αντιπολίτευση παράλληλα, η οποία δηλώνει ότι δεν διαφωνεί με τον «καθορισμόν της γενικής κατευθύνσεως της εξωτερικής πολιτικής», είναι αντιφατική και χωρίς σαφείς και συγκεκριμένες απόψεις. Αρκείται στην καταγγελία των σφαλμάτων του παρελθόντος ή στην αναζήτηση ευθυνών, με επιθέσεις εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, κυρίως του Βενιζέλου και του Πολίτη, για εσωτερική κατανάλωση. Αυτή η στάση συνοδεύεται από διακηρύξεις που αποδίδουν τη διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας στην εγκληματική τακτική του βενιζελισμού «όστις εδημιούργει και επέσυρε κατά της Ελλάδος εχθρότητας ξένων δια να τας εκμεταλλεύεται υπέρ αυτού».
     Κατά τη διάρκεια της απουσίας του από την Ελλάδα και παρ’ όλους τους ενδοιασμούς του, ο Βενιζέλος θα παραμείνει ο πρωταγωνιστής της καινούριας μετριοπαθούς πολιτικής, χωρίς να γίνουν ποτέ σαφή τα κίνητρα της συμμετοχής του σ’ αυτή τη νέα διπλωματία. Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω αν αυτή η παρασκηνιακή δραστηριότητα ήταν προσφορά υπηρεσιών στην απομονωμένη διπλωματικά Ελλάδα ή αν ήταν προμελετημένη ενέργεια με στόχο την πραγματοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών. Ο ίδιος πάντως ποτέ δεν διατύπωσε, επίσημα τουλάχιστον, την ύπαρξη τέτοιων φιλοδοξιών. Αντίθετα, αρνιόταν επίμονα να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική κάθε φορά που του γίνονταν ανάλογες προτάσεις από τους συνεργάτες του. Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι δεν είναι τυχαία η παρουσία του πίσω από κάθε σημαντική διπλωματική ή οικονομική κίνηση της Ελλάδας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Βενιζέλος εξακολουθεί να είναι ο αυθεντικός ερμηνευτής της θέλησης των μεγάλων δυνάμεων και είναι η μόνη εγγύηση ότι τίποτα δεν θα παρεκκλίνει από τα σχέδιά τους για ασφάλεια και διατήρηση του status quo στον εύθραυστο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων. Έτσι, ανεξάρτητα από τα κίνητρα, θα κατευθύνει, για μεγάλο διάστημα, τις εξωτερικές δραστηριότητες της Ελλάδας μαζί με το Υπ. Εξωτερικών και το Διπλωματικό Σώμα, και με κύριους συνεργάτες τον Μιχαλακόπουλο, τον Πολίτη, τον Κακλαμάνο.
     Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η σχέση που ένωσε τους συγκεκριμένους διπλωμάτες με τον Βενιζέλο, στάθηκε ένας βασικός παράγοντας για ν’ αναδυθεί μια νέα αυτόνομη τάξη, κάτοχος μιας προσωπικής ισχύος, που θα συγκρουσθεί και με τον ίδιο τον Βενιζέλο. Χωρίς καθορισμένο στάτους, ο αυτοεξόριστος πρωθυπουργός τους χρησίμευε ως άλλοθι. Επιπλέον τους εξασφάλιζε τις προϋποθέσεις για να διεκδικήσουν κάποια αυτονομία απέναντι στην εκάστοτε βενιζελογενή πολιτική ή στρατιωτική εξουσία, η οποία, μετά την αποτυχία της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής, σχεδόν αδιαφορεί, όπως προαναφέρθηκε, για την καινούρια μετριοπαθή εξωτερική πολιτική.
     Η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας θα παίξει επίσης έναν εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1923. Οι προσωπικές διασυνδέσεις του Αλ. Διομήδη με το Υπ. Εξωτερικών, την πρεσβεία του Λονδίνου και τον Βενιζέλο, με τον οποίο τελικά θα συγκρουσθεί, θα επηρεάσουν τη στάση της Ελλάδας απέναντι στην Κοινωνία των Εθνών, από την οποία εξαρτιόταν η σύναψη δανείου και το άνοιγμα της ξένης χρηματαγοράς. Παρά όμως την καλή διάθεση της Ελλάδας να μην παρεκκλίνει από τους κανόνες που όριζαν η Κ.τ.Ε. και οι μεγάλες δυνάμεις, η συγκυρία στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια έχει αλλάξει και η προσπάθεια της Ελλάδας να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ευρώπης και την ισοτιμία των σχέσεων με τους βαλκανικούς γείτονες για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους θα είναι πολύ δύσκολη.
     Η Αγγλία στη δεκαετία του 1920 εξακολουθεί να είναι δυναμικός παράγοντας στην Ευρώπη, διατηρώντας την οικονομική της κυριαρχία με την τραπεζική της οργάνωση, τις επενδύσεις της και τις πιστώσεις της στους συμμάχους. Με τη διαφορά ότι μετά τον πόλεμο, έχει καταλυθεί ο μηχανισμός που ένωνε το αγγλικό τραπεζικό σύστημα και το γερμανικό εμπόριο. Την ίδια εποχή η Αμερική, με τις συμμαχικές πιστώσεις, έχει κάνει δυναμικά την είσοδό της στην ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ζωή, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην επαναλειτουργία του οικονομικού μηχανισμού της Ευρώπης και γίνεται απαραίτητη για την επανόρθωση του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος. Αμέσως μετά τον πόλεμο θα ζητήσει την επιστροφή στο ακέραιο των συμμαχικών χρεών, ενώ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, δηλαδή η Αγγλία και η Γαλλία, δεν είναι σε θέση ν’ ανταποκριθούν.
     Η επιρροή των συμμαχικών χρεών στην οικονομική ανασυγκρότηση της Ευρώπης ήταν τεράστια. Οι δυσκολίες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη από την πολιτική της Αμερικής στο ζήτημα των πιστώσεων, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και τις ελληνοαγγλικές σχέσεις, ειδικότερα: «Η Μ. Βρετανία ήταν διατεθειμένη», θα γράψει ο Τσώρτσιλ στον Βενιζέλο, «να ακυρώσει όλα τα πολεμικά δάνεια που της οφείλονταν, με την προϋπόθεση ότι αυτή η πολιτική θα γινόταν επίσης δεκτή και από τους πιστωτές της. Δυστυχώς η κυβέρνηση των Ην. Πολιτειών δεν συμφώνησε μαζί μας και απαίτησε την εξόφληση του χρέους που είχαμε συνάψει για τον κοινό σκοπό, γεγονός που θα επηρεάσει το επίπεδο ζωής στη χώρα μας για δύο γενεές. [...] Δεν μπορεί να απαιτήσει [η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος] από το βρετανό φορολογούμενο να αντιμετωπίσει το βάρος των χρεών προς τις Ην. Πολιτείες και από την άλλη μεριά να αρνηθεί τα ακόμη μεγαλύτερα ποσά που της οφείλονται. Ό,τι μπόρεσε να κάνει γι’ αυτό το έκανε».
     Αφετέρου η Αγγλία που διατηρεί την κυριαρχία της στη Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή, ελέγχοντας το Σουέζ με την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο και εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στις Ινδίες με τον Περσικό Κόλπο, στα Βαλκάνια διατηρεί μια πολιτική ουδετερότητας: αποφεύγει ν αναλαμβάνει ευθύνες και παράλληλα προσπαθεί να χειραγωγήσει μια άλλη ανερχόμενη δύναμη σ’ αυτό το χώρο, την Ιταλία, με την οποία άλλωστε επιδιώκει να έχει άριστες σχέσεις. Η Ελλάδα εξακολουθεί βέβαια να είναι ένας παράγοντας ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της ασφάλειας προς το Σουέζ και τα Δαρδανέλλια, και συγκεντρώνει πάντοτε το εμπορικό και το επενδυτικό ενδιαφέρον της Μ. Βρετανίας, αλλά οπωσδήποτε το 1923 η σημασία της δεν είναι για τα αγγλικά συμφέροντα ίδια με το 1914 ή το 1919.
     Εξάλλου η εσωτερική ανωμαλία και οι στρατιωτικές κυβερνήσεις δεν εμπνέουν καμιά εμπιστοσύνη στην Αγγλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας δεν δέχθηκε να διαπραγματευθεί για το θέμα των δανείων παρά μόνο με τον Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας επειδή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διομήδη «ενεφανίζετο ενώπιόν του ως Διοικητής του κεντρικού εκδοτικού ιδρύματος της Ελλάδος» και ότι δεν θα δεχόταν να συνεργαστεί με άλλον αντιπρόσωπον της κυβερνήσεως. «Έμεινα εννεός» θα σχολιάσει σχετικά ο Διομήδης στον Κοφινά.
     Η εκτέλεση των Έξι επίσης έχει ψυχράνει τις ελληνοβρετανικές σχέσεις, και το θέμα της αβασίλευτης και της συνακόλουθης πολιτικής αστάθειας ήταν ένας σοβαρός λόγος που έκανε την Αγγλία δύσπιστη απέναντι στην Ελλάδα.
     Αντίστοιχη πολιτική ουδετερότητας, που αποφεύγει συστηματικά την ανάληψη ευθυνών, ακολουθεί και η Γαλλία απέναντι στην Ελλάδα. Καταστραμμένη οικονομικά από τον πόλεμο, διεκδικεί με κάθε μέσο τις γερμανικές επανορθώσεις και κύριο μέλημά της θα είναι η διατήρηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας και η απομόνωση της Γερμανίας. Η εξωτερική της πολιτική λοιπόν, κυριαρχείται από το φόβο της γερμανικής εκδίκησης και έχει ως πρώτιστο στόχο τη δημιουργία ενός συστήματος ασφαλείας για τον κίνδυνο από τα ανατολικά. Έτσι, η Ελλάδα έμενε έξω από τους συνδυασμούς της Κεντρικής Ευρώπης, τη Μικρή Αντάντ δηλαδή, που προσπαθούσε να δημιουργήσει η Γαλλία.
     Στην Ιταλία η πολιτική του Μουσολίνι έχει ανάγκη από μεγάλες εξωτερικές επιτυχίες. Οι αρχές όμως της Κοινωνίας των Εθνών, την οποία ο Μουσολίνι κατηγορούσε ως «αγγλογαλλικό όργανο», έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του επεκτατισμού και του «mare nostrum». Ταυτόχρονα η ιταλική διπλωματία, που ανησυχεί για την ευρωπαϊκή ισορροπία και βλέπει στο γαλλικό σύστημα ασφαλείας, και συγκεκριμένα στη Μικρή Αντάντ, ένα στοιχείο γαλλικής υπεροχής στην Ευρώπη, θα προσπαθήσει να δημιουργήσει τη δική της πελατεία στην Κεντρική Ευρώπη και κυρίως στα Βαλκάνια.
     Η Ελλάδα πάλι δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σ’ αυτή την πελατεία καθώς δεν εντάσσεται σε κανένα συνδυασμό που μπορεί να βοηθήσει την Ιταλία να εξουδετερώσει τη γαλλική επιρροή στα Βαλκάνια· έτσι δεν έχει τη δυνατότητα να κερδίσει ούτε την υποστήριξη της Ιταλίας, μολονότι δείχνει, όλο αυτό το διάστημα, υπερβάλλοντα ζήλο προς αυτή την κατεύθυνση.
     Είναι λοιπόν φανερό ότι η συγκυρία στην Ευρώπη κάθε άλλο παρά ευνοεί τους στόχους της ελληνικής διπλωματίας για μεγάλα ανοίγματα και εγγυήσεις εκ μέρους των δυτικών δυνάμεων. Το 1923, μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, η Ελλάδα έχει ελάχιστη σημασία για τα κέντρα αποφάσεων της ευρωπαϊκής πολιτικής. Σ’ αυτή τη δύσκολη θέση της στην ευρωπαϊκή ισορροπία προστίθενται τα προβλήματα με τις γειτονικές χώρες. Πρέπει να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια των αναθεωρητικών κρατών, όπως είναι η Βουλγαρία, που αρνείται να παραδεχθεί ως τελειωτικό το καθεστώς των συνθηκών ειρήνης και διεκδικεί άνοιγμα στο Αιγαίο, συγκεκριμένα το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Επιπλέον το θέμα των μειονοτήτων θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις.
     Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα της ελληνικής διπλωματίας είναι η Γιουγκοσλαβία, που βρίσκεται μετά τον πόλεμο με τεράστια εδαφικά οφέλη και με την υποστήριξη της Γαλλίας. Αυτοί ίσως οι λόγοι ερμηνεύουν την αδιαλλαξία της στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για το θέμα της ελεύθερης σερβικής ζώνης της Θεσσαλονίκης και της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Γευγελής. Από την άλλη, η απειλή μιας βουλγαροσερβικής προσέγγισης σε βάρος της Ελλάδας, θα οδηγήσει την ελληνική διπλωματία σε συνεχείς υποχωρήσεις έναντι της Σερβίας. Ωστόσο έπρεπε ν’ αποφευχθεί να εμπλακεί η Ελλάδα σε συστήματα αμυντικά ή επιθετικά που ήταν έξω από τα συμφέροντά της και δεν της απέδιδαν κανένα οικονομικό όφελος: ήταν σαφές ότι η γραμμή Θεσσαλονίκης-Γευγελής θα ενωνόταν με τη γραμμή Βελιγραδίου-Πράγας-Βαρσοβίας-Ντάντζιγκ ανεφοδιάζοντας από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, με πολεμικό υλικό αν ήταν ανάγκη, χωρίς καμμία συμμετοχή της Ελλάδας.
     Οι εκκρεμότητες που άφησε η συνθήκη της Λωζάννης ως προς το θέμα των αποζημιώσεων των ανταλλαξίμων και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, θα έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κλίμα έντασης με την Τουρκία, το οποίο θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια της ελληνικής διπλωματίας να βγει από την απομόνωση.
     Η προσήλωση στους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών δεν αρκούσε και δεν μπορούσε να δώσει τη λύση σ’ όλα αυτά τα εξωτερικά προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Ελλάδα μετά τη συνθήκη της Λωζάννης. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ούτε η ασταθής εσωτερική κατάσταση, ούτε η οικονομική καχεξία ενέπνεαν εμπιστοσύνη και ενδιαφέρον στις δυτικές δυνάμεις. Με αυτούς τους όρους λοιπόν, καθώς η χώρα είχε επείγουσα ανάγκη και από χρήματα (δεδομένου ότι ο εξωτερικός δανεισμός ήταν η μόνη λύση για ν’ αντιμετωπισθούν οι ανάγκες που δημιούργησε ο πόλεμος με την Τουρκία), και από διπλωματικά στηρίγματα, η ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται αμέσως μετά τη συνθήκη της Λωζάννης χωρίς πολλές δυνατότητες ελιγμών.
     Έτσι, όταν τον Αύγουστο του 1923 ο Μουσολίνι θα βομβαρδίσει, για ασήμαντη αφορμή, την Κέρκυρα, προμελετημένη ίσως επίδειξη δυνάμεως, η αντίδραση της Ελλάδας, μετά από σύσταση του Υπ. Εξωτερικών, ήταν αναγκαστικά ήπια και υποτονική.
     Η Ιταλία ζήτησε να λυθεί η διαφορά από την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη, ενώ το επεισόδιο υπαγόταν ουσιαστικά στην αρμοδιότητα της Κοινωνίας των Εθνών. Η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε ωστόσο να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Πρεσβευτικής μολονότι η υποχώρηση αυτή δεν αντιπροσώπευε παρά τη γνώμη των διπλωματών, ενώ η στρατιωτική κυβέρνηση Γονατά-Πλαστήρα επιθυμούσε να διασωθεί με κάθε μέσο το εθνικό γόητρο. Έτσι το επεισόδιο της Κέρκυρας δίνει την πρώτη ευκαιρία για να φανεί η διάσταση απόψεων μεταξύ κυβερνήσεως και διπλωματών: «Η παρούσα κυβέρνηση αποτελείται από άπειρους στρατιωτικούς που δεν κατέχουν τίποτα από διπλωματία», θα δηλώσει στο Quai d’ Orsay την επομένη του βομβαρδισμού ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι, «ελπίζω να εισακουσθεί η γνώμη του Poincaré, γιατί φοβάμαι ότι οι Ιταλοί θα καταλάβουν και τη Σάμο. Θα επέμβω στην κυβέρνησή μου για να δεχθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα τους όρους της Πρεσβευτικής». Τελικά, η Ελλάδα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δείξει καλή διάθεση και υπακούοντας στις αποφάσεις της Πρεσβευτικής, αναγκάστηκε επιπλέον να πληρώσει 50.000.000 λιρ. στην Ιταλία. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις αποφεύγουν με κάθε τρόπο τη σύγκρουση με την Ιταλία· η Αγγλία επειδή έβλεπε στην Ιταλία ένα σύμμαχο στη Μεσόγειο και η Γαλλία επειδή, κατέχοντας τη Ρουρ, δεν ήθελε η Κοινωνία των Εθνών ν’ ασχοληθεί μ' ένα παρεμφερές ζήτημα, φοβούμενη τα αντίποινα της Ιταλίας στο Φιούμε.
     Σ’ αυτή την περίοδο, κατά την οποία η ελληνική διπλωματία διακρίνεται από αναποφασιστικότητα και προσπάθεια αναζήτησης στηριγμάτων, η Ελλάδα, κατά παράδοξο τρόπο, θα επιδιώξει να συμφιλιωθεί με την Ιταλία, παρά το επεισόδιο της Κέρκυρας και την κατοχή της Δωδεκανήσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις τρεις μήνες μετά το βομβαρδισμό ο καθηγητής Ανδρεάδης, στενός συνεργάτης του Πολίτη, θα γράψει στο περιβόητο άρθρο του στη Revue de Genève: «Η παρεξήγηση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας δεν είναι αποτέλεσμα σοβαρών διαφωνιών, δεν είναι σύγκρουση συμφερόντων, θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε φανταστική σύγκρουση».
     Το Υπ. Εξωτερικών, με επικεφαλής τον Μιχαλακόπουλο, θα συνεχίσει την πολιτική αυτή απέναντι στην Ιταλία μέχρι την υπογραφή του ελληνοϊταλικού συμφώνου το 1928 από τον Βενιζέλο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος μάλιστα, επιθυμώντας από την αρχή τη συμφιλίωση με την Ιταλία, θα συμβουλέψει τον ελληνικό τύπο να χρησιμοποιεί φιλική γλώσσα για τη γειτονική χώρα.
     Το επεισόδιο της Κέρκυρας είναι το πρώτο παράδειγμα της συγκεχυμένης και ήπιας εξωτερικής πολιτικής που υπαγορευόταν από την αρχή ότι η Ελλάδα δεν είχε συμφέρον να εναντιωθεί στις μεγάλες δυνάμεις. Το γεγονός εξάλλου ότι την ίδια εποχή η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει την έκδοση του προσφυγικού δανείου, η οποία εξαρτάται από την Κοινωνία των Εθνών, δεν πρέπει να οφείλεται σε απλή σύμπτωση.
     Τον Ιούλιο του 1923, ο Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Αλ. Διομήδης, «με ευρυτάτην πληρεξουσιότητα ελληνικής κυβερνήσεως», όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Υπουργός Εξωτερικών Αλεξανδρής, πηγαίνει στη Λωζάννη, στο Παρίσι και στο Λονδίνο για να υποστηρίξει την αίτηση δανείου την οποία είχε υποβάλει η Ελλάδα από το Νοέμβριο του 1922.
     Η ανάγκη αυτή εύρεσης πόρων από το εξωτερικό, θα κινήσει και το θέμα των πολεμικών πιστώσεων που είχαν διατεθεί στην Ελλάδα με τις συμφωνίες του 1918 και 1919. Από τη στιγμή που τίθεται θέμα δανείου, ο Βενιζέλος θα αντιταχθεί σ’ αυτή τη λύση, επιμένοντας ότι οι συμμαχικές δυνάμεις οφείλουν στην Ελλάδα το υπόλοιπο των πιστώσεων που δεν της είχαν δοθεί εξαιτίας της κυβερνητικής αλλαγής του Νοεμβρίου του 1920. Τόσο όμως ο Βενιζέλος, όσο και η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας και οι διπλωμάτες, έχουν ν’ αντιμετωπίσουν όχι μόνο την άρνηση των συμμαχικών κυβερνήσεων, λόγω των γνωστών αντιρρήσεων περί οικονομικής και πολιτικής ομαλότητας, αλλά και τη δυσφορία της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, η οποία οφείλεται πιθανόν στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν στην Ευρώπη: η Αμερική απαιτεί τα συμμαχικά χρέη, η Γερμανία έχει σταματήσει να πληρώνει τις επανορθώσεις που οφείλει στους συμμάχους και η γαλλική κυβέρνηση αποφασίζει ως αντίποινα την εισβολή στη Ρουρ, ενέργεια που έχει καταστρεπτικές συνέπειες και εξαγριώνει την κοινή γνώμη. Η απαίτηση λοιπόν της Ελλάδας για πληρωμή του υπολοίπου των πιστώσεων, που είναι 23.000.000 ή ακόμη και για δάνειο, συμπίπτει με τη χειρότερη στιγμή για την Ευρώπη και δεν μπορεί παρά να βρει αντίθετες τις Μ. Δυνάμεις. Η έκδοση νέου δανείου, εξάλλου, προϋπέθετε άδεια εκ μέρους των κυβερνήσεων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αμερικής, με βάση τη συμφωνία του 1918 που ανέφερε ότι «μέχρι να εξοφληθούν οι υποχρεώσεις της Ελλάδας, καμμία καινούρια εγγύηση δεν μπορεί να δοθεί για εξωτερικό δάνειο χωρίς την έγκριση των κυβερνήσεων των Ην. Πολιτειών, της Γαλλίας και της Αγγλίας».
     Το πρωτόκολλο που υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1924 μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, στα πλαίσια της Κοινωνίας των Εθνών και που αναγνώριζε την ύπαρξη βουλγαρικών μειονοτήτων στην Ελλάδα, είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποταγής της ελληνικής διπλωματίας στην Κοινωνία των Εθνών (που στην ουσία ήταν οι Μ. Δυνάμεις) και της ανεπάρκειας των μηχανισμών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ανεπάρκεια που ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα της αυτονομίας του διπλωματικού σώματος. Το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ θεωρήθηκε διπλωματικό ολίσθημα και προσωπικό λάθος του Ν. Πολίτη, στον οποίο είχε δοθεί πλήρης ελευθερία κινήσεων από την ελληνική κυβέρνηση. Η υπογραφή του είχε αφενός τεράστιες συνέπειες στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και έδινε αφετέρου στη Βουλγαρία δικαίωμα παρέμβασης στα ελληνικά πράγματα. Η κυβέρνηση φάνηκε σχεδόν απληροφόρητη για την υπογραφή του πρωτοκόλλου, το οποίο εξόργισε τον Βενιζέλο, που ανέλαβε τελικά και τη διαδικασία ακύρωσης: «Ενήργησε μετ’ αφελείας και μετά πλήρους περιφρονήσεως προς τας πραγματικότητας της ελληνικής ζωής», θα πει ο Βενιζέλος στη Γενεύη. Η αφέλεια όμως ενός διπλωμάτη, και μάλιστα σαν τον Πολίτη, δεν είναι αρκετή, κατά την κρίση μου, για να εξηγήσει μια τέτοια διπλωματική «γκάφα», όπως ονομάστηκε. Πάντως τα κίνητρά του δεν έχουν διευκρινιστεί: μπορεί να υπέκυψε στις πιέσεις των Μ. Δυνάμεων, μελών της Κοινωνίας των Εθνών, οι οποίες ήθελαν να λύσουν το ζήτημα των μειονοτήτων της Μακεδονίας (που αποτελούσε μια μόνιμη αιτία αναταραχών και μεγάλο πρόβλημα για τον Διεθνή Οργανισμό) και έτσι να δέχθηκε την υπογραφή του πρωτοκόλλου, για να μην εναντιωθεί δηλαδή στην επιθυμία της Κοινωνίας των Εθνών, σε μια περίοδο τόσο άσχημη για την ελληνική εξωτερική και οικονομική πολιτική. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Ελλάδα δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στις χώρες μέλη της Κοινωνίας των Εθνών. Έτσι αναγκάζεται να χρηματοδοτήσει στη Γαλλία φιλελληνική προπαγάνδα μέσω του τύπου για να επηρεαστεί η κοινή γνώμη για το ζήτημα των πιστώσεων και του δανείου. Πρέπει αφετέρου να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Αγγλίας που προβάλλει μονίμως εμπόδια για να εκδώσει δάνειο με την αιτιολογία της ανώμαλης ζωής στο εσωτερικό της χώρας. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο, κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι το πρωτόκολλο για τις μειονότητες υπογράφηκε λίγους μήνες μετά τη δεύτερη κρούση που έκανε η Ελλάδα μέσω του Διομήδη για δάνειο, που θα είχε εγγυήτρια την Κοινωνία των Εθνών.
     Η δικτατορία του Πάγκαλου δεν θα θέσει στους στόχους της την ευθυγράμμιση της διπλωματίας της με τους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών. Θ’ ακολουθήσει μια αναθεωρητική εξωτερική πολιτική, πέφτοντας συχνά σε αντιφάσεις, αλλά έχοντας ως βασικό σκοπό της μια εντυπωσιακή εξωτερική επιτυχία, όπως θα ήταν ένας νικηφόρος πόλεμος με την Τουρκία. Η κρίση της Μοσούλης έδινε τη μεγάλη ευκαιρία στον Πάγκαλο. Η Τουρκία και η Μ. Βρετανία θα έρχονταν οπωσδήποτε σε ρήξη και η Ελλάδα έπρεπε να είναι έτοιμη να βοηθήσει τη σύμμαχό της Βρετανία. Συγχρόνως πλησιάζοντας τον Μουσολίνι και έχοντας ως συμμάχους της τις δυο Μ. Δυνάμεις, θα μπορούσε να ξαναπάρει τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, και ο Μουσολίνι θα της επέστρεφε τα Δωδεκάνησα, αφού αυτός έπαιρνε τις ακτές της Μ. Ασίας. Έχοντας λοιπόν ως κύριο μέλημα την ανάκτηση των χαμένων εδαφών, ο Πάγκαλος θα κάνει πολλούς συμβιβασμούς απέναντι στην Ιταλία, αλλά κυρίως απέναντι στη γειτονική Γιουγκοσλαβία, αφού διεκδικούσε τη φιλική της στάση και ίσως τη βοήθειά της σε περίπτωση επίθεσης στην Τουρκία. Έτσι, θα υπογράψει τη συμφωνία για την ελεύθερη ζώνη της Θεσσαλονίκης και τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Γευγελής, σύμφωνα με την οποία παραχωρούσε στη Γιουγκοσλαβία ένα μεγάλο τμήμα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ανεπίσημες ωστόσο πληροφορίες, που δεν έχω κατορθώσει ως τώρα να εξακριβώσω, αναφέρουν ότι υπήρχαν μυστικές ρήτρες στη συμφωνία αυτή, που εξασφάλιζαν ως αντάλλαγμα προς την Ελλάδα τη συμπαράσταση της Σερβίας σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου.
     Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στη δικτατορία του Πάγκαλου είναι ότι η αλλοπρόσαλλη μεγαλοϊδεατική πολιτική του, έδωσε στο Λαϊκό Κόμμα πολλές φορές την ευκαιρία να κατακρίνει τον μέχρι τότε κακό χειρισμό των εξωτερικών υποθέσεων και να υποστηρίξει με έμμεσο τρόπο την πολιτική αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης, ενώ νωρίτερα δήλωνε ότι δεν είχε βασικές διαφωνίες με τη γραμμή της εξωτερικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστική η καταγγελία του Γ. Βλάχου στην Καθημερινή της 17ης Φεβρουαρίου 1926: «Ο υπογράψας τη συνθήκη ήτο υπέρ της εκριζώσεως των περαιτέρω βλέψεων και ελπίδων. [...] Δεν παραβιάζεται η συνθήκη τοιαύτη ήτο[...] Όταν συμπληρούται η προσπάθεια προς εκρίζωσιν του ελληνισμού της Τουρκίας, η συνθήκη της Λωζάννης απλώς εκτελείται». Αφετέρου ενώ το Λαϊκό Κόμμα κατέκρινε τις αξιώσεις των Σέρβων και τη δουλοπρέπεια της ελληνικής διπλωματίας, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να υποχωρήσει η Ελλάδα σ’ αυτές, τις παραμονές της υπογραφής της συμφωνίας «παραχωρήσεως», στην ουσία, του λιμανιού της Θεσσαλονίκης στη Γιουγκοσλαβία, οι εφημερίδες του Λαϊκού Κόμματος θριαμβολογούν γιατί «εξομαλύνθησαν πλήρως αι υφιστάμεναι δυσχέρειαι».
     Φαίνεται τελικά ότι η εξωτερική πολιτική του βενιζελικού δικτάτορα, συνέπιπτε με τους βασικούς άξονες της πολιτικής του αντιβενιζελισμού.
     Μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις θα επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι έπρεπε να μην τεθεί σε ισχύ η συμφωνία για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και παράλληλα να επιδιωχθεί η υπογραφή ενός συμφώνου φιλίας. Η προσέγγιση με την Ιταλία, τη μόνιμη απειλή για τα σερβικά συμφέροντα, θ’ αποδειχθεί η μόνη λύση που μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα.
     Η υποταγή της εξωτερικής πολιτικής στην Κοινωνία των Εθνών ήταν πια γνωστό ότι δεν μπορούσε να φέρει κανένα αποτέλεσμα. Η Κ.τ.Ε. δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την ειρήνη και να θέσει σε λειτουργία τους μηχανισμούς της συλλογικής ασφάλειας. Αφετέρου η αναθεωρητική πολιτική του Πάγκαλου αποδείχθηκε σχεδόν καταστροφική για την ελληνική διπλωματία. Μετά από αυτές τις αποτυχημένες προσπάθειες, η οικουμενική κυβέρνηση θα θέσει ως στόχο της την πολιτική της ισορροπίας των δυνάμεων. Έτσι, η σύναψη διμερών συνθηκών με τους γείτονες, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ενός «βαλκανικού Λοκάρνο», θα γίνει η βασική επιδίωξη της πολιτικής του Μιχαλακόπουλου. Ωστόσο παρά τις προσπάθειες των διπλωματών και του Μιχαλακόπουλου ειδικότερα, η Ελλάδα, πέντε χρόνια μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, δεν θα έχει καμιά διπλωματική επιτυχία στο ενεργητικό της, εκτός από ένα σύμφωνο «φιλίας και μη επιθέσεως» με τη Ρουμανία, με την οποία όμως δεν είχε καμιά διαφορά.
     Οι σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία παραμένουν τεταμένες λόγω του ζητήματος του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, ενώ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χειροτέρευσαν και οι διαπραγματεύσεις για την εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάννης είχαν φθάσει σε αδιέξοδο. Θα χρειασθεί ν’ αναλάβει ο Βενιζέλος, επίσημα πια, την εξωτερική πολιτική για ν’ αρχίσει η Ελλάδα να βγαίνει από τη διπλωματική απομόνωση.
     Ταυτόχρονα όμως η υποταγή της οικονομικής πολιτικής στην Κοινωνία των Εθνών και στην Αγγλία ειδικότερα, γίνεται, σ’ αυτή τη φάση, απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει η Ελλάδα να πάρει δεύτερο δάνειο το οποίο ήταν αναγκαίο για την αποκατάσταση των προσφύγων και την σταθεροποίηση της οικονομίας της. Κύριο μέλημα της οικουμενικής θα γίνει η προσπάθεια να καταστήσει τη χώρα «άξια» δανείου. Απ’ τη μεριά του ο Πολίτης στην Κοινωνία των Εθνών, επιδιώκει να μη δυσαρεστήσει την Αγγλία, από την οποία εξαρτάται και η έκδοση του δανείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν και γαλλόφιλος, ο Πολίτης πήρε θέση υπέρ της Αγγλίας και εναντίον της Πολωνίας, όταν η τελευταία έκανε πρόταση υποστήριξης του πρωτοκόλλου περί αμοιβαίας ασφάλειας και περιορισμού των εξοπλισμών, που εξασφάλιζε τα μικρά κράτη και κατά συνέπεια και την Ελλάδα. Ασφαλώς η Αγγλία το 1927 δεν ήθελε να πέσει στην παγίδα παροχής εγγυήσεων προς τα μικρά κράτη της Ευρώπης.
     Η ευθυγράμμιση των ελληνικών συμφερόντων με αυτά της Αγγλίας θα γίνει ακόμη μια φορά εμφανής με την άρνηση της Ελλάδας ακόμη και να συζητήσει την προσφορά της Σουηδίας για ενδεχόμενο δάνειο επιμένοντας στην συνδιαλλαγή με τον Hambro. Η Αγγλία όμως απαιτεί την επιστροφή των πολεμικών χρεών της Ελλάδας για να της δώσει νέο δάνειο. Η Εθνική Τράπεζα και το Υπ. Εξωτερικών συμφωνούν ότι η Ελλάδα πρέπει να υποχωρήσει. Είναι σαφές ότι χωρίς συμβιβασμό από τη μεριά της Ελλάδας, ο Άγγλος αντιπρόσωπος στην Οικονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών θα απέκρουε, βρίσκοντας οποιαδήποτε πρόφαση, την πρότασή της για δάνειο. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που η Κοινωνία των Εθνών ενέκρινε το δάνειο, η πραγματοποίησή του θα ήταν αδύνατη στην αγορά του Λονδίνου, εφόσον το Θησαυροφυλάκιο είχε θέσει ως όρο ότι κανένα δάνειο δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε χώρες που δεν είχαν κανονίσει το ζήτημα των χρεών τους. Κάτω από την πίεση της Εθνικής, που επείγεται ν’ ανοίξει η χρηματαγορά του Λονδίνου, η κυβέρνηση υποχωρεί στις απαιτήσεις της Αγγλίας. Ο Βενιζέλος όμως, που θ’ αναλάβει επίσημα τις διαπραγματεύσεις, διαφωνεί και με την κυβέρνηση και με την Εθνική και με τους διπλωμάτες, διακηρύσσοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να παραιτηθεί από το υπόλοιπο των συμμαχικών πιστώσεων που της οφείλονται από τις δυτικές δυνάμεις. Τελικά ο Βενιζέλος θα παραιτηθεί από τις διαπραγματεύσεις και ο Κακλαμάνος, σε πλήρη συντονισμό με την Εθνική, θα υπογράψει τον Απρίλιο του ‘27 συμφωνία για τον διακανονισμό του πολεμικού χρέους. Στη συνέχεια η Ελλάδα, υποκύπτοντας στους όρους της Αγγλίας για δημιουργία ξεχωριστού Εκδοτικού Ιδρύματος, θα κάνει αίτηση για δάνειο στην Κοινωνία των Εθνών η οποία εγγυήθηκε για 9.000.000 £.
     Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις εξής συνοπτικές διαπιστώσεις:
     Το 1923, η ελληνική εξωτερική πολιτική κατευθύνεται από την ανάγκη σύναψης εξωτερικού δανείου και εξεύρεσης διπλωματικών στηριγμάτων. Θα προσαρμοστεί στους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών, και για το λόγο ότι αυτοί συμπίπτανε απόλυτα με τα πολιτικά της συμφέροντα, και επειδή δεν θέλει να εναντιωθεί στις δυτικές δυνάμεις, από τις οποίες εξαρτώνται τα εξωτερικά δάνεια. Οι μηχανισμοί της όμως θ’ αποδειχθούν ανεπαρκείς και αντιφατικοί για να κατορθώσει η Ελλάδα να βγει από την απομόνωση που βρίσκεται μετά τη μικρασιατική καταστροφή.
     Το αδιέξοδο αυτό οφείλεται αφενός στην αρνητική ευρωπαϊκή και βαλκανική συγκυρία, και αφετέρου στο γεγονός ότι οι πολυάριθμες και βραχύβιες στρατιωτικές ή πολιτικές κυβερνήσεις, δεν έδωσαν πρωταρχική σημασία στη νέα εξωτερική πολιτική, με αποτέλεσμα να περάσουν οι διεθνείς σχέσεις της χώρας σχεδόν αποκλειστικά στους διπλωμάτες. Η έλλειψη συνεννόησης και κατευθυντήριας γραμμής θα οδηγήσει σε λάθος χειρισμούς, που θα έχουν πολλές φορές αρνητικά αποτελέσματα.
      Ο Βενιζέλος θα είναι ο μεγάλος παρών-απών. Θα κατευθύνει, όταν χρειάζεται, την ελληνική διπλωματία, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι τίποτα δεν θα επιτευχθεί στην ελληνική πολιτική πριν αναλάβει επίσημα τη διακυβέρνηση της Ελλάδας.
 
Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός, Επιμέλεια: Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος – Χρήστος Χατζηιωσήφ, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Στέφανος Π. Παπαγεωργίου «Η Μεγάλη Ιδέα»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Στέφανος Π. Παπαγεωργίου «Η Μεγάλη Ιδέα»
 
     Οι δύο μείζονες στόχοι της ελληνικής επανάστασης, όπως αυτοί εκφράστηκαν μέσα από τα επίσημα και ανεπίσημα κείμενα και τις διακηρύξεις των επαναστατών, ήταν η δημιουργία ελεύθερου ελληνικού κράτους και η ένταξη του ελληνικού έθνους (δηλαδή όλων των Ελλήνων) σε αυτό. Ωστόσο, ο δεκαετής αγώνας δεν επέτυχε την απελευθέρωση όλων των «ελληνικών» επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1828, όταν ιδρύθηκε η Ελληνική Πολιτεία και, αμέσως μετά, το Βασίλειο της Ελλάδος, εντάχθηκαν σε αυτό μόνον οι επαρχίες της Πελοποννήσου και της Στερεάς, καθώς και τα νησιά των Κυκλάδων. Σε αυτές ζούσαν 750.000 περίπου Έλληνες, ενώ εκτός των ορίων του κράτους και εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διαβιούσαν, κατά τους ελληνικούς υπολογισμούς, περισσότεροι από 2.000.000.
     Η αδυναμία, λοιπόν, των επαναστατημένων Ελλήνων να απελευθερώσουν το σύνολο των ελληνικών εδαφών (δηλαδή εκείνων που οι Έλληνες όριζαν ως ελληνικά είτε επειδή η πλειοψηφία ή ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού τους ήταν Έλληνες –ή ελληνικής συνείδησης–, είτε επειδή οι επαρχίες αυτές συγκροτούσαν μέρος του ευρύτερου «ιστορικού ελληνικού χώρου»), προσδιόρισε και την εξωτερική πολιτική του νεόδμητου κράτους.
     Τις εκκρεμότητες, λοιπόν, που άφησε η ημιτελής ελληνική επανάσταση ανέλαβε να τις θεραπεύσει μία επεκτατική και αδιάλλακτη εξωτερική πολιτική, την οποία υιοθέτησαν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιμονή, όλες οι κυβερνήσεις του βασιλείου, από το 1833 και μετά. Η πολιτική αυτή στόχευε στην ενσωμάτωση σε ένα κράτος του συνόλου του ελληνισμού· το κράτος αυτό, κατά την πλέον αισιόδοξη γεωγραφική του εκδοχή, ταυτιζόταν με τα όρια της παλαιάς Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, που τα ιστορικά της δικαιώματα επιδίωξε, σχεδόν εξαρχής, να κατοχυρώσει αποκλειστικώς υπέρ αυτού.
     Η αντίληψη αυτή, τα ιδεολογικά της συμφραζόμενα και οι αντίστοιχες νοοτροπίες που κυριάρχησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, είναι γνωστή ως η Μεγάλη Ιδέα.
     Στο ευρύ μέτωπο αυτής της πολιτικής, της οποίας την «πρωταρχική μορφή» ορισμένοι ιστορικοί την εντοπίζουν στα χρόνια των βασιλέων της Μακεδονίας Φιλίππου και Αλεξάνδρου και των επιγόνων τους, τότε που «το μεγαλεπήβολον όνειρον της οικουμενικότητας του Ελληνισμού ήρχισε να γίνεται πραγματικότης», ήρθαν να συμπαραταχθούν ο ίδιος ο βασιλιάς, το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων πολιτικών και των διανοουμένων, το σύνολο σχεδόν των στρατιωτικών, και η συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας.
     Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά γόνιμες συνθήκες, τότε που τα κράτη και τα υπό κατασκευήν κράτη του 19ου αιώνα προσπαθούσαν, το καθένα ξεχωριστά και το ένα εις βάρος του άλλου, να «ολοκληρωθούν» εθνικά, η ελληνική εθνική ιδεολογία βρήκε το βασικό της στήριγμα· σε αυτήν ακριβώς τη σαγηνευτική πολιτική που γοήτευε τις μάζες με υποσχέσεις μεγαλείου και υλικών ανταμοιβών.
     Η προϊούσα παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η συνακόλουθη εκδήλωση εθνικών επαναστατικών κινημάτων εντός των ορίων της, υποχρέωσε τις Μεγάλες Δυνάμεις να σχεδιάσουν τον μελλοντικό χάρτη των υπό οθωμανική κυριαρχία περιοχών. Οι διαφορές που εκδηλώθηκαν μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων κατά πρώτιστο λόγο, και των Δυνάμεων με τους επιτόπιους μνηστήρες της οθωμανικής κληρονομιάς σε σχέση με τη διαχείριση αυτής ακριβώς της κληρονομιάς, δημιούργησαν το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα.
     Η Μεγάλη Ιδέα, λοιπόν, η οποία βεβαίως δεν συνιστά ελληνική πρωτοτυπία (μιας και ανάλογες πολιτικές εφάρμοσαν ή προσπάθησαν να εφαρμόσουν όλα, ανεξαιρέτως, τα ευρωπαϊκά κράτη ή εθνικά κινήματα, και ιδιαίτερα στα Βαλκάνια), άρχισε να διαμορφώνεται εντός και παραλλήλως προς την πορεία του Ανατολικού Ζητήματος, του οποίου αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος.
     Όπως σημείωνε και η Έλλη Σκοπετέα, «από την εθνική συνθηματολογία του 19ου αιώνα η Μεγάλη Ιδέα είναι ίσως ο μόνος όρος του οποίου σήμερα κατέχουμε, καθ’ όλες τις ενδείξεις, τη ληξιαρχική πράξη γέννησης.» Ανάδοχος του όρου υπήρξε ο Ιωάννης Κωλέττης. Στις 14 Ιανουαρίου 1844, σε ομιλία του στην Συντακτική Εθνοσυνέλευση σχετικά με το μείζον τότε θέμα που είχε προκύψει περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, εξέθεσε με γλαφυρό τρόπο το νόημα της Μεγάλης Ιδέας:
     «Δια την γεωγραφικήν αυτής θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης ισταμένη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται ώστε δια μεν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δύσιν, δια δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν. Το μεν πρώτον εξεπλήρωσαν οι προπάτορες ημών, το δε δεύτερον είναι εις ημάς ανατεθειμένον. Εν τω πνεύματι του όρκου τούτου και της μεγάλης ταύτης ιδέας, είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του Έθνους να συνέρχονται δια να αποφασίσουν ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλά περί της ελληνικής φυλής.»  
     Οι δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η Μεγάλη Ιδέα προέρχονταν κυρίως από το εξωτερικό. Και αυτό διότι η εφαρμογή της ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα, βεβαίως, της ίδιας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία ευθέως απειλούσε, με την πολιτική του συνόλου ή μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων σχετικά με το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και με τις ανάλογες εθνικές (δηλαδή εδαφικές) διεκδικήσεις των υπολοίπων βαλκανικών λαών, που, όπως και οι Έλληνες, επιδίωκαν και αυτοί τη δική τους «εθνική ολοκλήρωση». 
     Από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, η τσαρική Ρωσία υπήρξε ο κύριος τροφοδότης και εμπνευστής των ελληνικών προσδοκιών, εφόσον κατά την Αθήνα η πολιτική της ήταν συμβατή με το ακραίο και ουτοπιστικό όνειρο της αναβίωσης μίας νέας Βυζαντινής (Ελληνικής) Αυτοκρατορίας. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για μία ξεκάθαρη πολιτική. Απλώς, πολλά από τα στελέχη του ρωσικού κόμματος θεωρούσαν ότι ενδεχόμενη ένοπλη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση με αλυτρωτικούς στόχους θα αντιμετωπιζόταν ευνοϊκά από τη Ρωσία, εφόσον κάτι τέτοιο θα διευκόλυνε τις επεκτατικές επιδιώξεις της εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
     Τα ίδια ίσχυαν, κατά δεύτερο λόγο, και για τη Γαλλία. Διάχυτη στην ελληνική κοινωνία ήταν η φήμη περί της γαλλικής συμπάθειας στα ελληνικά αλυτρωτικά όνειρα. Στη δημιουργία αυτής της φήμης θα πρέπει να συνεισέφερε καθοριστικά ο επικεφαλής του γαλλικού κόμματος Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος υπήρξε διαπρύσιος υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας, και φαίνεται ότι, όντως, πίστευε πως το Παρίσι επιθυμούσε τη δημιουργία ισχυρού ελληνικού βασιλείου. Στην πραγματικότητα η Γαλλία ουδέποτε αντιμετώπισε ευνοϊκά τις έμπρακτες εκδηλώσεις –δηλαδή τα πολεμικά εγχειρήματα– της Μεγάλης Ιδέας, αλλά αρκέστηκε σε ρητορικές δηλώσεις κάποιων πολιτικών της υπέρ των ελληνικών εθνικών στόχων.
     Η Αγγλία, αντιθέτως, είχε, ως συνήθως, σαφέστερη πολιτική, που συνίστατο στη διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το αγγλικό κόμμα, από την πλευρά του, το οποίο έβλεπε την επιρροή του να μειώνεται μιας και ήταν υποχρεωμένο να ακολουθεί την αγγλική πολιτική, επιχειρούσε να πείσει την ελληνική κοινωνία ότι επρόκειτο για μία πολιτική προσωρινή και πως μόνον η Αγγλία μπορούσε –όταν θα το επιθυμούσε– προσφέροντας την υποστήριξή της να βοηθήσει ουσιαστικά στην πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.
     Δεν επρόκειτο, τουλάχιστον εντελώς, για πολιτικό επινόημα με σκοπό να εμποδίσει την περιθωριοποίηση του αγγλικού κόμματος. Οι ελληνικές αλυτρωτικές διεκδικήσεις στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας –που συνιστούσε αναπόσπαστο τμήμα του ευρύτερου Ανατολικού Ζητήματος– είχαν ευτυχή κατάληξη μόνον όταν τις επιθυμούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Και κάτι τέτοιο συνέβαινε όταν οι ελληνικές προσδοκίες ευθυγραμμίζονταν με τα συμφέροντά τους ή με τα συμφέροντα της ισχυρότερης από αυτές, δηλαδή της Αγγλίας.
     Στο εσωτερικό της χώρας, η εκ μέρους των κυβερνήσεων υποστήριξη και προβολή της Μεγάλης Ιδέας ως κεντρικού άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής δεν είχε να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα, εφόσον διέθετε ευρύτατη πολιτική και κοινωνική στήριξη. Ο Κάρολος Τάκερμαν (Charles Tuckerman), πρέσβης των Η.Π.Α. στην Αθήνα, έδειχνε να έχει πλήρως αντιληφτεί την ισχύ της: «Υπάρχει αύτη παρ’ όλες τις τάξεσι της κοινωνίας. Το άνευ οδόντων έτι βρέφος βυζάνει αυτήν εν τω γάλατι της μητρός του, και υπέρ αυτής αφθόνους σπένδει σπονδάς ρητινίτου ο νωδός γέρων. Ο ποιμήν ονειροπωλεί ταύτην εν τω ψυχρώ του όρους αέρι υπό την τριχίνην καπόταν του, και ο πλούσιος κτηματίας σχεδιογραφεί ταύτην εν τοις κομψοίς εκ καπνού νέφεσιν.»
     Έτσι οι πολιτικοί, ιδιαιτέρως του γαλλικού και του ρωσικού κόμματος, χρησιμοποίησαν ασύστολα τις εθνικές ευαισθησίες και χρησιμοποίησαν τη Μεγάλη Ιδέα προς άγραν ανέξοδων ψήφων και «προς ιδίους σκοπούς.» Αντιθέτως, προβλήματα αντιμετώπιζαν οι πολιτικοί οι οποίοι, χωρίς βεβαίως να την απαρνούνται –μία ανοικτή απόρριψη της Μεγάλης Ιδέας θα σήμαινε τον πολιτικό τους θάνατο– έθεταν διαφορετικές προτεραιότητες.
     Η μεγαλοϊδεατική πολιτική και ιδεολογία συνάρπασε την ελληνική κοινωνία καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, διά της κολακείας και των υποσχέσεων. Οι Έλληνες, σύμφωνα με αυτήν, ήταν ο περιούσιος λαός της ευρύτερης περιοχής, η «εκλεκτή φυλή», που θεία βουλήσει είχε ως προορισμό τον εκπολιτισμό (δηλαδή τον εξελληνισμό και την κατάκτηση) της βόρειας Βαλκανικής και της Εγγύς Ανατολής. Οι μάζες, θαμπωμένες από την προοπτική της δημιουργίας –της αναβίωσης όπως προτιμούσαν να την ονομάζουν– μίας μεγάλης ελληνικής αυτοκρατορίας, και γοητευμένες από την προοπτική μίας πρωταγωνιστικής παρουσίας και δράσης του Ελληνικού Βασιλείου στα Βαλκάνια και τη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου, δεν δυσκολεύτηκαν να της παραδώσουν την πρωτοκαθεδρία στην ατζέντα των συλλογικών τους αναγκών και επιθυμιών. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της οθωνικής περιόδου κυκλοφορούσαν, γραπτώς και προφορικώς, χρησμοί και προφητείες που προέβλεπαν ένα μεγαλειώδες ελληνικό μέλλον, θέτοντας, έτσι, σε δεύτερη μοίρα τα πολλά, και σοβαρά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της χώρας.
     Ο ελληνικός λαός, όλη αυτήν την περίοδο, ήταν πεπεισμένος ότι ο σημαντικότερος λόγος της οικονομικής του ανέχειας οφειλόταν στη γεωγραφική στενότητα των συνόρων της Ελλάδας, στη συρρίκνωσή της στο νότο της βαλκανικής χερσονήσου, και ήταν βέβαιος πως η εκπλήρωση των εθνικών του πόθων –δηλαδή η γεωγραφική επέκταση– θα συνοδευόταν από μία βελτίωση του υλικού επιπέδου της ζωής του. Ότι η προσάρτηση των μεγάλων πεδιάδων της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, των σημαντικών πόλεων καθώς και λιμανιών του βορρά κ.λπ., θα άνοιγε το δρόμο της οικονομικής του αναβάθμισης, και γενικώς θα επέλυε όλα τα κοινωνικά του προβλήματα.
 
Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, Από το γένος στο έθνος, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, Εκδόσεις Παπαζήση

Douglas Dakin, Ο δεύτερος απελευθερωτικός αγώνας: Η πρώτη φάση της Κρητικής επανάστασης 1866-1869

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Douglas Dakin, Ο δεύτερος απελευθερωτικός αγώνας: Η πρώτη φάση της Κρητικής επανάστασης 1866-1869
 
Η Κρήτη στην περίοδο 1830-1866
 
     Το 1830 οι Τούρκοι παραχώρησαν την Κρήτη στους Αιγύπτιους, ανταμείβοντας έτσι τον Μοχάμεντ Άλι για τις υπηρεσίες του προς την οθωμανική αυτοκρατορία στον αγώνα κατά των Ελλήνων. Το καθεστώς των Αιγυπτίων υπήρξε επαχθέστερο για τους μωαμεθανούς παρά για τους χριστιανούς, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός του νησιού, που το 1821 αριθμούσε 289.000 κατοίκους, να ελαττωθεί ως το 1840 σε 129.000 άτομα.
     Μετά την ήττα του Μοχάμεντ Άλι το 1840, η Κρήτη πέρασε και πάλι υπό τον έλεγχο των Τούρκων και κατά τη διάρκεια του 1841 οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι της Κρήτης προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να βελτιώσουν τη θέση τους. Ενώ όμως οι μουσουλμάνοι περιορίζονταν στην απαίτηση για ελάττωση της φορολογίας και μεταρρύθμιση της διοίκησης, πολλοί από τους ηγέτες των χριστιανών ζήτησαν να ενωθεί η Κρήτη με την Ελλάδα. Με την ενθάρρυνση μιας «Κρητικής Επιτροπής» που είχε δημιουργηθεί στην Αθήνα, οι Κρητικοί της περιφέρειας των Σφακίων επαναστάτησαν. Αλλά παρόλο που οι Σφακιανοί ήταν αρκετά ισχυροί, δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα με τις κατά πολύ υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις.
     Στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια η Κρήτη έμεινε ήρεμη. Στο διάστημα αυτό ο Αλβανός διοικητής του νησιού έδειξε πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα προς τους Τούρκους μπέηδες παρά προς τους χριστιανούς. Αντιμετωπίζοντας βαρύτατες φορολογίες πολλοί μουσουλμάνοι πούλησαν τα κτήματά τους και έφυγαν από το νησί. Κατά συνέπεια όλο και μεγαλύτερες εκτάσεις πέρασαν σε χριστιανικά χέρια — μια εξέλιξη που είχε ήδη αρχίσει την εποχή της αιγυπτιακής κατοχής.
     Αλλά εκείνο που είχε ακόμα μεγαλύτερη σημασία ήταν ότι αυξήθηκε σταθερά ο χριστιανικός πληθυσμός της Κρήτης. Ενώ το 1821 υπήρχαν 160.000 μουσουλμάνοι και 129.000 χριστιανοί, το 1866 η αναλογία ήταν περίπου 60.000 προς 200.000. Για τον αυξανόμενο χριστιανικό πληθυσμό οι συνθήκες είχαν βελτιωθεί τουλάχιστον θεωρητικά, μετά τη διακήρυξη το 1856 του Hati-i-Humayun, ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος που αντιπροσώπευε την έκφραση ευγνωμοσύνης του σουλτάνου προς τον Αλλάχ για τη διάσωση της αυτοκρατορίας του κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κριμαίας. Οι κατά τόπους Τούρκοι όμως δεν εφάρμοσαν στην πράξη τα μεταρρυθμιστικά εκείνα μέτρα, με αποτέλεσμα το 1858 οι χριστιανοί να αρχίσουν να διαμαρτύρονται. Οι διαμαρτυρίες τους δεν έμειναν αναπάντητες. Η Πύλη, καθώς φοβόταν ότι οι Κρητικοί, αν δεν ηρεμούσε η κατάσταση στην Κρήτη, θα ξεσηκώνονταν, εξέδωσε διάταγμα που όχι μόνο επιβεβαίωνε αλλά και διεύρυνε την έκταση των μεταρρυθμίσεων του 1856. Εκεί έμειναν τα πράγματα ως το 1866. Στο μεταξύ ο κυβερνήτης της Κρήτης Ισμαήλ πασάς προσπάθησε να περικόψει τα δικαιώματα των υποτελών του. Έτσι για μια ακόμα φορά οι χριστιανοί της Κρήτης άρχισαν τις διαμαρτυρίες.
     Το 1866 οι ηγέτες της Κρήτης ήταν διχασμένοι. Μερικοί από αυτούς περιορίζονταν να ζητούν να τους δοθεί μερική αυτονομία και να γίνουν ειδικές μεταρρυθμίσεις – να ελαττωθούν οι φόροι, να ιδρυθούν δικαστήρια και να χρησιμοποιηθεί η ελληνική γλώσσα στη δικαστηριακή πρακτική, να χτιστούν σχολεία, να ανοιχτούν δρόμοι και να ιδρυθεί Αγροτική Τράπεζα. Άλλοι που ζήλευαν τους Έλληνες των Ιονίων νήσων ήταν αποφασισμένοι να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που παρουσιαζόταν και να πετύχουν την ένωση με την Ελλάδα. Έκριναν ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη. Κατά τη γνώμη τους η Πύλη είχε φανερώσει την αδυναμία της καθώς είχε αποτύχει να διατηρήσει τα δικαιώματά της στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στις οποίες είχε παραχωρηθεί καθεστώς αυτονομίας στη συνδιάσκεψη των Παρισίων το 1856.
     Είχαν δει ότι, στη δεκαετία που είχε μεσολαβήσει, οι Ρουμάνοι – με κάποια υποστήριξη από την πλευρά των ευρωπαϊκών Δυνάμεων – είχαν κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την ανεξαρτησία της χώρας τους. Πιο πρόσφατα είχαν δει ότι οι Τούρκοι, έπειτα από την πτώση του Κούζα, τον Φεβρουάριο του 1866, δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν την απειλή τους ότι θα ανακαταλάμβαναν τις επίμαχες περιοχές, και ότι αντίθετα η Πύλη είχε βρεθεί αντιμέτωπη με την απόφαση των Δυνάμεων, κατά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων τον Μάρτιο, να προσφερθεί το στέμμα της Ρουμανίας στον πρίγκιπα Κάρολο των Hohenzollern-Sigmaringen.
     Είχαν επίσης πληροφορηθεί ότι οι Σέρβοι θεωρούσαν τη στιγμή ευνοϊκή για να ζητήσουν τον έλεγχο των φρουρίων του Sabac, του Βελιγραδίου και του Ada-Kale. Τέλος είχαν αντιληφθεί ότι η Αυστρία είχε εγκαταλείψει την παραδοσιακή της πολιτική που ευνοούσε τη διατήρηση της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ότι τώρα πια είχε την τάση να ευνοεί τις προσδοκίες των υποτελών χριστιανικών πληθυσμών. Αυτοί όμως οι ευσεβείς πόθοι δεν ευδοκιμούσαν μόνο στη σκέψη των Κρητικών. Οι Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν ακόμα πιο αισιόδοξοι, και αυτοί ακριβώς ενθάρρυναν τους Κρητικούς που ζητούσαν την ένωση.
     Στη δεκαετία 1856-1866 οι Κρητικοί είχαν με το μέρος τους τη διαρκή ενθάρρυνση όχι μόνο του Κουμουνδούρου, αλλά και των Ρώσων προξένων, του Δενδρινού στα Χανιά και του Μητσοτάκη στο Ηράκλειο. Οι δυο αυτοί άνδρες είχαν κάνει τους Κρητικούς να ελπίζουν ότι θα τους υποστήριζε η Ρωσία, που φαινόταν πιθανό (όπως έγινε και στην πραγματικότητα) ότι θα κέρδιζε και τη συμπαράσταση της Γαλλίας. Επίσης, ο Έλληνας πρόξενος στην Κρήτη έδινε ελπίδες για υλική υποστήριξη (όσο ασήμαντη και να ήταν αυτή) από την Ελλάδα. Αλλά η κυβέρνηση Ρούφου, που είχε σχηματιστεί τον Φεβρουάριο του 1866, χαρακτηριζόταν μάλλον από διστακτικότητα. Όπως συνήθως, ο Βούλγαρης είχε την τάση να συμβαδίζει με την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και, παρά το γεγονός ότι ο Κουμουνδούρος είχε φιλορωσικές διαθέσεις και επιθυμούσε να βοηθήσει τους Κρητικούς, η όλη κυβερνητική κατάσταση στην Ελλάδα του έδενε προς το παρόν τα χέρια.
     Τα πιο τολμηρά στοιχεία μπορούσε να τα συναντήσει κανείς έξω από τους κόλπους της κυβέρνησης. Ο Κρητικός Ρενιέρης, ένας από τους διοικητές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, ίδρυσε το 1866 την ονομαζόμενη «Κεντρική Επιτροπή», που συγκέντρωνε χρήματα, πολεμοφόδια και εθελοντές με προορισμό την Κρήτη. Ο Κουμουνδούρος, ο Καλλέργης και άλλα μέλη από τους κυβερνητικούς κύκλους είχαν και αυτοί τις διασυνδέσεις τους με αυτή την επιτροπή. Και ναι μεν της έδιναν κάποιο θάρρος, αλλά επίσημα ήταν υποχρεωμένοι να αρνούνται τη συμμετοχή τους στην κρητική επανάσταση.
 
Η έκρηξη της Κρητικής επανάστασης
Κατά τα τέλη Απριλίου του 1866 οι Κρητικοί ηγέτες συναντήθηκαν στον Ομαλό (πράγμα που το ήξερε ο Δενδρινός) και μετά από μακρές συζητήσεις συνέταξαν στις 15/27 Μαΐου ένα υπόμνημα για το σουλτάνο, ζητώντας να καταργηθούν ορισμένοι φόροι που μόλις είχαν επιβληθεί, καθώς και ορισμένα άλλα μέτρα που είχαν θεσπιστεί κατά παράβαση του διατάγματος του 1858. Αυτό το υπόμνημα το κοινοποίησαν με επεξηγηματικές σημειώσεις και στους ξένους προξένους. Στις σημειώσεις που απευθύνονταν στους εκπροσώπους της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας υπογράμμιζαν ότι οι Κρητικοί ποθούσαν να αποκτήσουν την αυτονομία τους ή ένα ηγεμονικό καθεστώς παρόμοιο με εκείνο που είχε δημιουργηθεί στην περίπτωση της Σάμου. Την επόμενη μέρα πολλοί (ουσιαστικά οι περισσότεροι) από τους Κρητικούς αρχηγούς υπέγραψαν ένα μυστικό μήνυμα προς τους μονάρχες των τριών Δυνάμεων αξιώνοντας την ένωση με την Ελλάδα — πράγμα που φανέρωνε ότι οι ίδιοι οι Κρητικοί ήταν διασπασμένοι.
     Ο Ισμαήλ πασάς θεώρησε τις κινήσεις αυτές ανατρεπτικές και πληροφόρησε τους Ευρωπαίους προξένους στις 17/29 Μαΐου ότι, αν οι εκπρόσωποι των Κρητικών δεν διαλύονταν, θα έπαιρνε τα απαιτούμενα μέτρα για να τους απομακρύνει. Οι Κρητικοί όμως, στους οποίους έδινε θάρρος ο Χ. Ζυμβρακάκης, υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Βούλγαρη-Δεληγιώργη, που είχε αναλάβει καθήκοντα τον Ιούνιο, αντί να διαλυθούν ίδρυσαν στον Αποκόρωνα μια «Γενική Συνέλευση» και ειδοποίησαν τους ξένους προξένους στις 22 Ιουλίου / 3 Αυγούστου ότι δεν τους έμενε παρά να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους με τα όπλα απέναντι στις δυνάμεις (8.000 Τούρκους και 6.000 Αιγυπτίους) που είχε στείλει η Πύλη στο νησί.
     Στο μεταξύ οι Τούρκοι είχαν μαζευτεί στα κάστρα, ενώ μικρές ομάδες Ελλήνων γύριζαν τα βουνά συγκεντρώνοντας προμήθειες και στρατολογώντας εθελοντές. Οι αψιμαχίες άρχισαν κατά τα τέλη Αυγούστου. Τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου η εκτελεστική επιτροπή της κρητικής συνέλευσης κήρυξε την κατάργηση της τουρκικής κυριαρχίας και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η ίδια επιτροπή προχώρησε ένα βήμα πάρα πέρα ζητώντας και τυπικά από τις Δυνάμεις να θέσουν στη διάθεσή της τις καλές τους υπηρεσίες — αίτημα που το υποστήριζε και ο Έλληνας πληρεξούσιος στην Κωνσταντινούπολη και ο ίδιος ο βασιλιάς Γεώργιος, που διέδωσε ότι διάφοροι πλούσιοι Έλληνες τού είχαν στείλει χρήματα, ότι είχε στη διάθεσή του 10.000 τουφέκια στην Ελλάδα, ότι φιλικά διακείμενοι Γαριβαλδινοί ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν στην Κρήτη και ότι ο ίδιος ίσως αναγκαζόταν να αναλάβει ηγετικό ρόλο σ’ αυτή την τόσο δημοφιλή υπόθεση.
     Οι Δυνάμεις είχαν ήδη αρχίσει να εξετάζουν την περίπτωση να συσταθεί μια επιτροπή για να ερευνήσει το θέμα. Η Ρωσία και η Γαλλία είχαν δείξει την επιθυμία να επέμβουν πιο ενεργά. Ο Stanley όμως, ο υπουργός των Εξωτερικών της Βρετανίας, που προσπαθούσε να αποφύγει τη δημιουργία βασικών ζητημάτων στην Ανατολή σε μια περίοδο που οι δυτικές Δυνάμεις αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα στον ευρωπαϊκό χώρο, ήταν έντονα αντίθετος σε ενέργειες που το μόνο που μπορούσαν να πετύχουν ήταν να παίξουν το παιχνίδι της Ρωσίας. Πραγματικά, από τον Σεπτέμβριο του 1866 φαινόταν ήδη καθαρά ότι η πολιτική που ακολουθούσαν οι Ρώσοι είχε στόχο της την προώθηση των ρωσικών θέσεων. Βέβαιο είναι ότι έστελναν όπλα στην Κρήτη. Γράμματα που υποκλάπηκαν έδειχναν ότι ο Δενδρινός ενίσχυε τους Κρητικούς με κάθε δυνατό τρόπο. Η δραστηριότητα όμως των Ρώσων δεν ήταν τόσο προμελετημένη, ούτε αποτελούσε τόσο μέρος ενός γενικότερου σχεδίου, όπως φαντάζονταν οι Γάλλοι και οι Άγγλοι. Ο Gorchakov έμενε στο βάθος άτολμος. Εκείνο που ήθελε απλώς να πετύχει ήταν να φαίνεται λιγότερο ανθέλληνας από τον Γάλλο και τον Βρετανό συνάδελφό του.
     Για να προλάβει την πιθανή επέμβαση των Δυνάμεων, ο Ααλί πασάς, ο Μεγάλος Βεζίρης, διόρισε τον Μουσταφά Κυρτλί πασά έκτακτο αρμοστή στην Κρήτη με αποστολή να εξετάσει τους όρους που έθεταν οι Κρητικοί. Πρόθεσή του ήταν να κάνει ορισμένες παραχωρήσεις. Όταν όμως ο Μουσταφά κάλεσε τους Κρητικούς να του γνωστοποιήσουν τα παράπονά τους, αυτοί αξίωσαν (με το θάρρος που τους είχε εμπνεύσει η κεντρική επαναστατική επιτροπή στην Αθήνα) την ένωση με την Ελλάδα.
     Οι εξελίξεις αυτές κατατρόμαξαν το βασιλιά Γεώργιο, που ειδοποίησε τους Τούρκους διαμέσου της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα ότι μόνο σε περίπτωση που θα έκαναν παραχωρήσεις στους Κρητικούς θα έβρισκε ο ίδιος την ευκαιρία να εργαστεί για τη διατήρηση της ειρήνης. Εξίσου θορυβήθηκαν και οι Γάλλοι. Ο Moustier, που ανακλήθηκε από τη θέση του στην Κωνσταντινούπολη για να διαδεχτεί τον Drouyn de Lhuys ως υπουργός των Εξωτερικών, όταν πέρασε από την Αθήνα κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου, είπε ξεκάθαρα στο βασιλιά, στον Καλλέργη και στον Βούλγαρη ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να ελπίζει στη βοήθεια της Γαλλίας. Από εκείνη τη στιγμή και προς μεγάλη απογοήτευση του Gobineau, η γαλλική επιρροή μειώθηκε στην Αθήνα, όπου ο τύπος ανοιχτά κατηγορούσε τον Ναπολέοντα και τους υπουργούς του για έλλειψη καλής πίστης.
     Ως τις αρχές Οκτωβρίου η εξέγερση απλώθηκε σε ολόκληρο το νησί, μια και οι Κρητικοί είχαν πάρει θάρρος τον Σεπτέμβριο μετά τη νίκη τους κατά των Αιγυπτίων στις Βρύσες. Ο υποστράτηγος Πάνος Κορωναίος (ριψοκίνδυνος πολεμιστής και πατριώτης δημαγωγός) και ο συνταγματάρχης Ιωάννης Ζυμβρακάκης (αδελφός του υπουργού των Στρατιωτικών) είχαν ήδη αναχωρήσει από την Ελλάδα με κατεύθυνση την Κρήτη έχοντας μαζί τους περίπου 800 εθελοντές. Η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, και ιδιαίτερα ο υπουργός των Στρατιωτικών, παρακάλεσε το βασιλιά να δώσει άδεια στους αξιωματικούς του στρατού για να μπορέσουν να πάνε στην Κρήτη ως άτακτοι. Οι ελληνικές εφημερίδες φανάτιζαν τον κόσμο με ιστορίες για τις φρικαλεότητες των Τούρκων. Κυκλοφορούσαν επίσης φήμες ότι ελληνικές οργανώσεις είχαν υποκινήσει ταραχές σε άλλες επαρχίες της Τουρκίας.
     Δεν ήταν αβάσιμες αυτές οι φήμες. Η Κεντρική Επιτροπή, που είχε ιδρύσει παραρτήματα στην Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο, το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ, δεν περιορίστηκε στην αγορά όπλων με προορισμό την Κρήτη, αλλά προετοίμασε και μελλοντικές εξεγέρσεις στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, που είχαν σχεδιαστεί να γίνουν το αργότερο ως τον Μάρτιο του 1867. Εξάλλου, η επιτροπή αυτή δεν ήταν η μόνη οργάνωση που υπήρχε. Γύρω στην εποχή εκείνη ιδρύθηκε μια «Φιλική Εταιρεία» υπό την ηγεσία του μητροπολίτη Αθηνών, που πρωταρχικό σκοπό είχε να συγκεντρώσει από πατριωτικό δάνειο 25 εκατομμύρια φράγκα.
     Οι Έλληνες δεν είχαν καμιά διάθεση να ακούσουν τους απεσταλμένους της Γαλλίας και της Βρετανίας που τους συμβούλευαν να δείξουν μετριοπάθεια. Πήραν θάρρος όταν έμαθαν ότι οι Times ήταν αντίθετοι με την πολιτική της Βρετανίας. Θάρρος τούς έδωσε επίσης η φιλελληνική στάση του τύπου της Βιέννης (μια κάπως απροσδόκητη εξέλιξη) και οι αόριστες απειλές του Gorchakov ότι, αν οι Τούρκοι διέκοπταν τις διπλωματικές σχέσεις με την Αθήνα, η Ελλάδα δεν θα έμενε μόνη.
     Όταν στις 12/24 Οκτωβρίου οι Κρητικοί επαναστάτες και εθελοντές από την Ελλάδα ηττήθηκαν στον Βαφέ, κοντά στα Σφακιά, και οι Σφακιανοί έδειξαν καθαρά ότι ήταν διατεθειμένοι να συνθηκολογήσουν αν τους έδιναν υπόσχεση αμνηστίας, η κεντρική επαναστατική επιτροπή, έπειτα από συμβουλή του Ρώσου απεσταλμένου Novikov, πίεσε την κυβέρνηση να υποστηρίξει μια εξέγερση στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο. Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στην πίεση. Έστειλε στρατό στα βόρεια σύνορα με επικεφαλής τους Σκαρλάτο Σούτσο, Σπυρομήλιο και Κωνσταντίνο Σμολένσκη. Μεταφέρθηκαν επίσης στην Κρήτη κι άλλα πολεμοφόδια και ακόμα πιο πολλοί εθελοντές (ανάμεσά τους ήταν και Γαριβαλδινοί και Ευρωπαίοι φιλέλληνες). Αυτές οι κινήσεις έδωσαν θάρρος στους Κρητικούς, που διακήρυξαν στις 4/16 Νοεμβρίου την απόφασή τους να συνεχίσουν τον απελευθερωτικό τους αγώνα.
     Αυτή η αγέρωχη χειρονομία εξόργισε τον Μουσταφά Κυρτλί πασά, ο οποίος επιτέθηκε στο αρχηγείο του Κορωναίου στη μονή του Αρκαδίου. Οι γενναίοι πολιορκούμενοι, έπειτα από διήμερη μάχη, τίναξαν τις πυριτιδαποθήκες τους στον αέρα, ακριβώς όπως και οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου πριν από σαράντα χρόνια περίπου. Τότε βρήκαν το θάνατο 450 Τούρκοι και περισσότεροι από 400 Έλληνες.
     Οι Έλληνες που ήταν παντού αριθμητικά υποδεέστεροι (οι τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις αριθμούσαν τον καιρό εκείνο γύρω στους 45.000 άνδρες περίπου) αντιμετώπιζαν τρομερές δυσκολίες να αναπληρώσουν τόσο μεγάλες απώλειες. Παρ’ όλα αυτά, αν και είχαν μεγάλη έλλειψη από εφόδια εξαιτίας του τουρκικού αποκλεισμού, κατόρθωσαν να συνεχίσουν τον αγώνα τους και με τον συνεχή ανταρτοπόλεμο που έκαναν κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών έγιναν τρομερό οικονομικό και στρατιωτικό πρόβλημα για την τουρκική αυτοκρατορία.
     Οι αντάρτες (με τη γενική καθοδήγηση του Ζυμβρακάκη, του Κορωναίου, του Μιχάλη Κόρακα και του Χιονουδάκη) πολύ σπάνια κατόρθωναν να συγκεντρώσουν μεγάλες δυνάμεις. Μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους ήταν αναγκασμένοι να το αφιερώνουν στην προστασία των οικογενειών τους, από τις οποίες μπόρεσαν πάντως να στείλουν κάμποσες στην Ελλάδα για να σωθούν. Παρά τις προμήθειες που στέλνονταν από την Ελλάδα και από άλλα μέρη, τα τρόφιμα ήταν πάντα μετρημένα – το ίδιο και τα πολεμοφόδια.
     Παρ’ όλα αυτά προξενούσαν σταθερές απώλειες στο τακτικό στράτευμα των Τούρκων. Όταν ο τακτικός στρατός έκανε επιθέσεις στα χωριά που ήταν τα κέντρα της ελληνικής οργάνωσης έπεφτε συχνά –μπαίνοντας ή βγαίνοντας– στις ενέδρες των Κρητικών. Λέγεται ότι ένας Τούρκος στρατηγός, που ήταν υπεύθυνος για τον αφανισμό 600 χωριών περίπου, είχε τουλάχιστον 20.000 άνδρες νεκρούς και τραυματίες.
 
Η διπλωματία και το Κρητικό ζήτημα
     Η πτώση του Αρκαδίου, που τη διαδέχτηκαν συστηματική ερήμωση και θηριωδίες από την πλευρά των Τούρκων, κίνησε τη συμπάθεια της Ευρώπης και έκανε την υπόθεση της Κρήτης (και το Ανατολικό ζήτημα γενικότερα) το φλέγον ευρωπαϊκό πρόβλημα.
     Ο Ignatiev, ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, θεώρησε ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για το σχηματισμό βαλκανικού συνασπισμού κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ίδια η Ρωσία δεν θα είχε ενεργό επέμβαση: επωφελούμενη από τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας, που ήταν αντίθετη προς κάθε επέμβαση, θα προωθούσε και μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων μια πολιτική μη ανάμειξης. Παράλληλα όμως, θα εργαζόταν αθόρυβα στα παρασκήνια, δίνοντας στους χριστιανούς των Βαλκανίων ηθική συμπαράσταση και ενότητα δράσης. Θα προωθούσε μια συμμαχία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σερβία και θα εγκαθιστούσε κέντρα δράσης σε όλα τα Βαλκάνια.
     Ελπίζοντας να βγει κερδισμένος από την κρητική εξέγερση, ο πρίγκιπας Μιχαήλ της Σερβίας στις 17/29 Οκτωβρίου έστειλε στην Πύλη μια αίτηση που την είχε μελετήσει από καιρό: να εκκενωθούν τα φρούρια του Δούναβη. Τον Σεπτέμβριο είχε συνάψει συνθήκη με το Μαυροβούνιο. Είχε επιπλέον αρχίσει στρατιωτικές προετοιμασίες περιμένοντας να ξεσπάσει την άνοιξη γενική εξέγερση στα Βαλκάνια. Με τη Ρουμανία είχε ήδη συνάψει συνθήκη που ίσως είχε υπογραφεί τον Μάιο του 1865. Αυτή τη συνθήκη τη μνημόνευσε όταν άρχισε διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα.
     Αποτέλεσμα αυτών των διαπραγματεύσεων ήταν η σύναψη συμμαχίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σερβία στις 14/26 Αυγούστου 1867. Τον Ιανουάριο ο Χαρίλαος Τρικούπης, που είχε αναλάβει το υπουργείο των Εξωτερικών στη νέα κυβέρνηση Κουμουνδούρου κατά τα τέλη Δεκεμβρίου 1866, άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τη Ρουμανία. Οι δυο πλευρές συμφώνησαν αμέσως σε τρεις θεμελιώδεις αρχές: στην ανάγκη κοινής δράσης των χριστιανών στα Βαλκάνια, στη διαρρύθμιση του βαλκανικού χώρου με γνώμονα τις εθνικότητες, και στην από κοινού συμφωνία των τεσσάρων χριστιανικών βαλκανικών κρατών (Σερβίας, Ελλάδας, Ρουμανίας και Μαυροβουνίου) για τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν και για τις αναγκαίες στρατιωτικές προετοιμασίες.
     Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν οδήγησαν στη σύναψη συμμαχίας: οι Ρουμάνοι είχαν αμφιβολίες αν οι Κρητικοί ήταν σε θέση να αντισταθούν για πολύν καιρό. Αμφισβητούσαν κατά πόσο η Ελλάδα ήταν ικανή να παρατάξει επαρκείς δυνάμεις στο πεδίο της μάχης. Γνώριζαν επίσης ότι είχαν να αντιμετωπίσουν τη δική τους αστάθεια και έλλειψη στρατιωτικής οργάνωσης. Ανάλογη τύχη είχαν και οι προσπάθειες της Ελλάδας να συνάψει συμμαχία με τον αντιβασιλέα της Αιγύπτου και τον πρίγκιπα Νικόλαο του Μαυροβουνίου.
     Οι πληροφορίες για τις κινήσεις αυτές στο χώρο των Βαλκανίων, καθώς και η βεβαιότητα ότι πίσω τους κρυβόταν η Ρωσία, παρακίνησαν τις δυτικές Δυνάμεις και ιδιαίτερα τη Γαλλία να αναζητήσουν κάποια λύση στο Κρητικό ζήτημα πριν αυτό συνδυαστεί με το τουρκικό πρόβλημα με όλες τις περιπλοκές και τους κινδύνους του. Ο Ναπολέων Γ΄, έχοντας υπόψη την πολιτική που ακολουθούσε στη Ρηνανία, καθώς και ότι υπήρχε ήδη κάποια μορφή φιλικής συνεννόησης (entente) ανάμεσα στην Πρωσία και τη Ρωσία, έλπιζε να βρεθεί μια λύση με βάση την εθνικότητα, που θα ικανοποιούσε τη Ρωσία και θα έδινε με αυτό τον τρόπο στη Γαλλία την ευκαιρία να έχει κάποια ωφελήματα στη Δύση. Στις 26 Νοεμβρίου / 8 Δεκεμβρίου του 1866 έστειλε μήνυμα σε απειλητικό ύφος στην Πύλη πληροφορώντας την ότι, αν δεν δινόταν στην Κρήτη νέο καθεστώς με μορφή πριγκιπάτου μέσα σε τρεις εβδομάδες, αυτό θα είχε σοβαρότατες επιπτώσεις. Η πίεση όμως που ασκήθηκε από την πλευρά των Άγγλων στην Πύλη ήταν πολύ πιο διακριτική: ο Stanley, υπουργός των Εξωτερικών, δεχόμενος ότι ήταν αδύνατο στη Μεγάλη Βρετανία να υπερασπίσει τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης στην Κρήτη, έκανε απλώς έκκληση στην Πύλη να τηρήσει μετριοπαθή στάση και να μη δυσκολέψει η ίδια τη θέση της.
     Ο Gorchakov όμως βρήκε την ευκαιρία να προχωρήσει πολύ πιο μακριά: πληροφόρησε τους Τούρκους ότι η μόνη βάση για να εδραιωθεί η γαλήνη στην αυτοκρατορία τους ήταν η παραχώρηση καθεστώτος αυτονομίας σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Έλπιζε να συνδυάσει αυτή την πολιτική με μια φιλική συνεννόηση (entente) Αυστρίας, Γαλλίας και Ρωσίας, αλλά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του γιατί ανακάλυψε πως ο Αυστριακός υπουργός Beust ήταν έτοιμος να ασκήσει πίεση με στόχο την προσάρτηση της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης.
     Από την άλλη μεριά βρήκε ότι ήταν ευκολότερη η συνεργασία με τη Γαλλία και συμφώνησε μαζί της να προτείνουν οι δυο τους στη Μεγάλη Βρετανία να παραχωρηθεί αυτονομία στην Κρήτη. Η λύση όμως αυτή δεν άρεσε στον Stanley, του οποίου η άκαμπτη στάση έβαλε τον Ναπολέοντα σε δίλημμα: αν ενεργούσε σε συνεννόηση μόνο με τη Ρωσία, ήταν πιθανό να προσπαθήσει η Ρωσία να κατευθύνει η ίδια τις κινήσεις. Γι’ αυτόν το λόγο έδωσε απλώς στον Bourée, που ήταν στην Κωνσταντινούπολη, οδηγίες να παρακινήσει τον Ααλί να δώσει αυτονομία στην Κρήτη και να παραχωρήσει τα φρούρια του Δούναβη στη Σερβία, έστω και για να αποτραπεί έτσι ο σχηματισμός φιλικής συμφωνίας ανάμεσα στους Σέρβους και τους Έλληνες.
     Αλλά και αυτή ακόμα η φιλική συμβουλή θορύβησε πολύ τον Ααλί πασά, που παραπονέθηκε γι’ αυτήν στους Βρετανούς. Ο Stanley όμως κατόρθωσε να τον διαβεβαιώσει ότι η πολιτική της Βρετανίας δεν αποσκοπούσε στο διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στηριζόμενος στην ισχύ της βρετανικής διαβεβαίωσης ο Ααλί αποφάσισε να υποχωρήσει στο θέμα των σερβικών φρουρίων και να φανεί αδιάλλακτος στο ζήτημα της Κρήτης. Αυτό είχε αποτέλεσμα να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις Σερβίας-Ελλάδας.
     Ο διαχωρισμός των ελληνικών προβλημάτων από τα σερβικά βοήθησε τον Moustier να πετύχει ευκολότερα το στόχο του, δηλαδή το σχηματισμό φιλικής συμμαχίας ανάμεσα στη Γαλλία και τη Ρωσία, έτσι ώστε να μη δοθεί στη Ρωσία μεγάλο πεδίο πρωτοβουλιών στις σχέσεις της με τους Σλάβους.
     Στις 11/23 Ιανουαρίου 1867 πρότεινε στον Gorchakov να προσαρτήσει η Ελλάδα την Κρήτη αλλά και να διορθωθεί προς όφελός της η γραμμή των συνόρων στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία. Ο Gorchakov όμως ήθελε να προωθήσει τη δημιουργία αυτόνομων καθεστώτων με την εγγύηση των μεγάλων Δυνάμεων για όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς στα Βαλκάνια και ήθελε να μάθει περισσότερα για τα σχέδια της Γαλλίας στη δυτική Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, καθώς φοβόταν ότι ο Moustier θα φρόντιζε να συμφωνήσει με την Αυστρία (που θα προσαρτούσε τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη), έδωσε στη συνέχεια απτές ενδείξεις ότι ήταν αποφασισμένος να αναθεωρήσει ευρύτατα τις απόψεις του για να ικανοποιήσει τα αιτήματα της Γαλλίας.
     Η πολιτική αυτή ενόχλησε τον Ignatiev που ήθελε να αναλάβει η Ρωσία την πρωτοβουλία και να επιλύσει ταυτόχρονα τόσο το σλαβικό όσο και το ελληνικό ζήτημα σύμφωνα με μια τελική ρύθμιση που θα έδινε στους Σέρβους τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. Δείχνοντας περιφρόνηση και ανυπακοή στον Gorchakov αποκάλυψε τα γαλλικά σχέδια στους Τούρκους, συμβουλεύοντάς τους να μη φανούν υποχωρητικοί. Τους έδωσε επίσης καθαρά να καταλάβουν ότι οι προστάτιδες Δυνάμεις δεν αποτελούσαν με κανένα τρόπο ενιαίο μέτωπο.
     Παρ’ όλα αυτά ο Moustier συνέχισε να επιμένει στα σχέδιά του για επέμβαση. Είχε με το μέρος του την υποστήριξη της Αυστρίας, της Ιταλίας, ακόμα και του Bismarck, ο οποίος σκεφτόταν να μετατοπίσει την προσοχή της Γαλλίας από τη Ρηνανία στη Μέση Ανατολή. Κατά τα τέλη Μαρτίου ο Ignatiev ενεργώντας κατόπιν εντολής έλαβε μέρος σε ένα διάβημα των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, και ο Bismarck πληροφόρησε τους Τούρκους ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις της Τουρκίας προς τη Γαλλία θα είχαν ένα μόνο αποτέλεσμα: να εγείρει αξιώσεις και η Ρωσία. Σωστά υπολόγιζε ότι οι Τούρκοι θα απέρριπταν χωρίς δεύτερη συζήτηση το διάβημα βασιζόμενοι στην ουδετερότητα της Μεγάλης Βρετανίας.
     Για ένα μικρό διάστημα ο Moustier ασχολήθηκε με το πρόβλημα του Λουξεμβούργου στη Δύση, αλλά μετά τα μέσα Απριλίου προσπάθησε και πάλι να πείσει τους Τούρκους να προβούν σε παραχωρήσεις προς τους Έλληνες, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι, αν συμφιλιώνονταν, οι Έλληνες θα ήταν χρήσιμοι για την Τουρκία στην καταπολέμηση των Σλάβων. Όταν άκουσε γι’ αυτό το διάβημα ο Gorchakov προσπάθησε να συνενώσει όλες τις Δυνάμεις σε μια γενική επέμβαση, αλλά απέτυχε πάλι εξαιτίας της κατηγορηματικής άρνησης της βρετανικής πλευράς και της απροθυμίας της Αυστρίας να λάβει μέρος σε οποιοδήποτε διάβημα που δεν το υποστήριζε η Μεγάλη Βρετανία.
     Οι Αυστριακοί άλλαξαν στη συνέχεια στάση και στις 3/15 Ιουνίου η Γαλλία, η Ρωσία, η Ιταλία, η Πρωσία και η Αυστρία έδωσαν στην Πύλη μια συλλογική νότα ζητώντας να εξεταστούν σε βάθος οι υποθέσεις της Κρήτης. Η νότα αυτή δεν επηρέασε την κατάσταση. Ο Ignatiev έπεισε τους Τούρκους ότι αυτή η ενέργεια ήταν το αποτέλεσμα γαλλικών σχεδίων με απώτερο σκοπό την απόσπαση της Κρήτης. Πέρασαν κάμποσοι μήνες. Η προσέγγιση Ρωσίας και Τουρκίας, που την προώθησε ο Ignatiev, δεν οδήγησε σε κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αλλά και οι μακρές διαπραγματεύσεις που τελείωσαν στις 18/30 Οκτωβρίου με δήλωση των τεσσάρων Δυνάμεων, από την οποία απουσίαζαν οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και της Αυστρίας, δεν είχαν επίσης κανένα αποτέλεσμα.
 
Οι ελληνοσερβικές διαπραγματεύσεις (Αύγουστος 1867)
     Στο μεταξύ η κυβέρνηση Κουμουνδούρου, με την έγκριση του βασιλιά, είχε κάνει δημόσια γνωστή την πρόθεσή της να βελτιώσει τις σχέσεις με την Τουρκία. Η πολιτική τους όμως αποσκοπούσε ουσιαστικά να κερδηθεί χρόνος, να κατασταλούν οι εξεγέρσεις στο χώρο των Βαλκανίων και να γίνουν οι προετοιμασίες για τη διεξαγωγή πολέμου την άνοιξη.
     Συνεχίστηκε η αποστολή εφοδίων και εθελοντών στην Κρήτη και αγοράστηκαν για τη μεταφορά τα πλοία «Αρκάδι», «Ένωσις» και «Κρήτη». Παρόμοια περίπου ήταν η πολιτική στην ίδια την Κρήτη. Η κρητική εθνοσυνέλευση είχε διορίσει προσωρινή κυβέρνηση με οχτώ μέλη, η οποία, για να κερδίσει τη συμπάθεια των προξένων των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, παρότρυνε τους Κρητικούς που είχαν πάρει τα όπλα να προσποιηθούν ότι ήταν έτοιμοι να συνθηκολογήσουν, απαίτησε να αφεθούν ελεύθεροι διάφοροι επιφανείς Κρητικοί, και έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στις τουρκικές αγριότητες.
     Οι ενέργειες αυτές το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να κάνουν τους Τούρκους να πολλαπλασιάσουν τις προσπάθειές τους για να καθυποτάξουν το νησί. Τον Απρίλιο του 1867 οι Τούρκοι έστειλαν στην Κρήτη το στρατηγό Ομέρ πασά με ενισχύσεις από 15.000 άνδρες, μαζί με ιππικό και πυροβολικό. Στις 24 Απριλίου / 6 Μαΐου όμως οι δυνάμεις αυτές ηττήθηκαν συντριπτικά από τους Κρητικούς, οι οποίοι ένα μήνα αργότερα (στις 25 Μαΐου / 6 Ιουνίου) επανέλαβαν αυτό το κατόρθωμά τους. Ο Ομέρ για να εκδικηθεί έκαψε χωριά εξασθένισε τη χώρα, και γενικά έγινε αιτία να χάσει την αξιοπιστία της. Στο άμεσο μέλλον οδήγησε σε διάσταση Ελλάδας και Σερβίας. Οι Έλληνες αισθάνονταν ότι οι Σέρβοι απλώς εκμεταλλεύτηκαν την κρητική εξέγερση για να ξεφορτωθούν τις τουρκικές φρουρές.
 
Η ελληνοτουρκική κρίση (Δεκέμβριος 1868 - Ιανουάριος 1869): η αποτυχία της κρητικής εξέγερσης
     Αν και οι νέες συνθήκες επέβαλλαν στην ελληνική κυβέρνηση να είναι προσεχτική, η Κεντρική Επιτροπή στην Αθήνα συνέχιζε να στέλνει εφόδια και εθελοντές στην Κρήτη και η αντιπολίτευση στο ελληνικό κοινοβούλιο εξακολουθούσε να διαμαρτύρεται και να ζητά να δοθεί τουλάχιστον ένας ξεκάθαρος ορισμός της ελληνικής πολιτικής. Η ένταση αυξήθηκε όταν έγινε αντιληπτό ότι οι Τούρκοι δεν είχαν πια σκοπό να κάνουν τους Κρητικούς να ηρεμήσουν προβαίνοντας σε παραχωρήσεις, αλλά είχαν επιστρέψει στα παλιά τους σχέδια να τους καθυποτάξουν με τη βία.
     Η νέα κατάσταση (μαζί με τις φήμες ότι ήταν πιθανό να αναλάβει ο Gladstone την πρωθυπουργία στην Αγγλία) έκανε τον Βούλγαρη να αλλάξει πορεία. Υιοθέτησε απέναντι στην Τουρκία επιθετική πολιτική που σύντομα εκδηλώθηκε φανερά, όταν η στρατολόγηση εθελοντών με προορισμό την Κρήτη γινόταν ανοιχτά στους δρόμους της Αθήνας και όταν στις 7/19 Νοεμβρίου αναχώρησε μπροστά στα μάτια του αθηναϊκού κοινού ομάδα από 200 άνδρες, που φορούσαν ελληνικές στρατιωτικές στολές, με ηγέτη τον Μανιάτη καπετάνιο Δημήτριο Πετροπουλάκη, για να πάει στο νησί.
     Ο Ααλί πασάς διαμαρτυρήθηκε στις Δυνάμεις γι’ αυτή την ανοιχτή πράξη εχθρότητας από την πλευρά της Ελλάδας. Στις 20 Νοεμβρίου / 2 Δεκεμβρίου η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε να απελάσει όλους τους Έλληνες υπηκόους από το έδαφος της Τουρκίας. Ο Βρετανός πρεσβευτής Sir Henry Elliot συμβούλεψε τους Τούρκους να φανούν πιο προσεχτικοί.
     Ο Ignatiev όμως, που κατηγορούσε τον Elliot ότι ενθάρρυνε τους Τούρκους να ακολουθήσουν αυτή τη νέα πολιτική, συμβούλευε τον Δεληγιάννη να αγνοήσει τις τουρκικές απειλές και να στηριχτεί στο ότι οι Δυνάμεις θα παρενέβαιναν στην Κωνσταντινούπολη. Έλπιζε να μπορέσει να εγκαινιάσει ο ίδιος αυτή την παρέμβαση, αλλά εξαιτίας της στάσης του Elliot και του Bourée αποδείχτηκε ότι η πολιτική αυτή δεν ήταν και τόσο αποτελεσματική όσο τη φανταζόταν. Οι μόνες παραχωρήσεις που ήταν διατεθειμένοι να κάνουν οι Τούρκοι ήταν να αναβάλουν κάθε δράση τους κατά της Ελλάδας, με την προϋπόθεση ότι οι Δυνάμεις θα κατόρθωναν μέσα σε πέντε μέρες να πείσουν την ελληνική κυβέρνηση να αναθεωρήσει τη στάση της. Οι συμβουλές όμως των Δυνάμεων προς την Αθήνα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε στις 27 Νοεμβρίου / 9 Δεκεμβρίου όλες τις αξιώσεις της Τουρκίας. Δύο μέρες αργότερα οι Τούρκοι επέδωσαν στην Αθήνα ένα τελεσίγραφο στο οποίο δήλωναν ότι θα διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις αν οι Έλληνες εθελοντές δεν εγκατέλειπαν την Κρήτη μέσα σε πέντε μέρες και αν οι πρόσφυγες της Κρήτης δεν γύριζαν στα σπίτια τους. Στις 3/15 Δεκεμβρίου η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε το τελεσίγραφο και την επόμενη μέρα ο Τούρκος πληρεξούσιος ζήτησε να του επιστραφεί το διαβατήριό του.
     Έτσι είχαν τα πράγματα όταν ένας τουρκικός στολίσκος με αρχηγό τον Hobart πασά (έναν Άγγλο πρώην αξιωματικό του ναυτικού) υποχρέωσε, ύστερα από ανταλλαγή πυρών, το ελληνικό μεταφορικό πλοίο «Ένωσις» να ζητήσει καταφύγιο στο λιμάνι της Σύρου. Ο Έλληνας διοικητής του νησιού, όταν ο Hobart τού ζήτησε να συλλάβει το σκάφος, αρνήθηκε να συμμορφωθεί χωρίς να του έχουν σταλεί ρητές οδηγίες από την Αθήνα. Η ελληνική κυβέρνηση όμως, αντί να στείλει την εξουσιοδότησή της για τη σύλληψη της «Ένωσης», έστειλε ένα στολίσκο από πλοία στη Σύρο με την εντολή να αξιώσει, απειλώντας ότι θα χρησιμοποιούσε βία, από τον Hobart πασά να εγκαταλείψει αμέσως τα ελληνικά χωρικά ύδατα.
     Η επέμβαση της Γαλλίας πρόλαβε την ένοπλη σύγκρουση. Ο Hobart συμφώνησε να φύγει από την είσοδο του λιμανιού. Έμεινε όμως εκεί γύρω και η συνέπεια ήταν να μην μπορεί το «Ένωσις» να φύγει. Η ενέργειά του αυτή εμπόδισε τους Έλληνες να στείλουν κι άλλους εθελοντές και πολεμοφόδια στην Κρήτη για να ενισχύσουν τον Πετροπουλάκη, ο οποίος, αφού ηττήθηκε στον Κισσό, στον Άγιο Βασίλειο και στον Ασκύφο, αναγκάστηκε να παραδοθεί χωρίς όρους κατά τα τέλη Δεκεμβρίου. Αυτό υπήρξε και το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων στην Κρήτη.
     Στο μεταξύ οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις προσπάθησαν να καταλήξουν σε συμφωνία για κάποια επέμβαση ώστε να αποτραπεί ο πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ο Gorchakov, που ήθελε να ασκηθεί πίεση τόσο προς την Τουρκία όσο και προς την Ελλάδα, ζήτησε από τον Bismarck να προτείνει τη σύγκληση μιας συνδιάσκεψης των έξι Δυνάμεων σύμφωνα με τις διατάξεις του 23ου πρωτοκόλλου της συνθήκης του 1856. Αυτή η πρόταση έγινε δεκτή από τη Γαλλία και την Αυστρία και τελικά οι Βρετανοί συμφώνησαν και αυτοί με ορισμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές έγιναν αντικείμενο σημαντικών συζητήσεων αλλά στο τέλος συμφωνήθηκε να πάρει μέρος στη συνδιάσκεψη ένας Έλληνας αντιπρόσωπος με συμβουλευτικό ρόλο.
     Η συνδιάσκεψη άρχισε τις εργασίες της στο Παρίσι στις 28 Δεκεμβρίου / 9 Ιανουαρίου 1869. Οι Τούρκοι είχαν ήδη δηλώσει ότι θα έδιωχναν με τη βία τα ελληνικά πλοία από τα οθωμανικά λιμάνια και ότι θα απέλαυναν από τα εδάφη τους όλα τα άτομα που, έχοντας ήδη πολιτογραφηθεί Έλληνες υπήκοοι, αρνιούνταν να αποκτήσουν και πάλι την αρχική οθωμανική υπηκοότητά τους. Οι Έλληνες, από την άλλη μεριά, πρόβαλλαν το αίτημα της προσάρτησης της Κρήτης και της ευνοϊκής διόρθωσης των βόρειων συνόρων της Ελλάδας. Ζητούσαν επίσης ο αντιπρόσωπός τους στη συνδιάσκεψη να έχει ίση μεταχείριση με τον Τούρκο συνάδελφό του. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, αν και το ευνοούσαν η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία.
     Μία από τις πρώτες ενέργειες της συνδιάσκεψης ήταν να ζητηθεί από τις δύο χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία, η τήρηση του status quo όσον καιρό θα διαρκούσαν οι εργασίες της συνδιάσκεψης. Οι Τούρκοι συμφώνησαν αμέσως με αυτό το αίτημα, αλλά δεν δόθηκε καμιά απάντηση από την πλευρά της Ελλάδας.
     Κατόπιν, οι Δυνάμεις κατάρτισαν μια δήλωση των θεμελιωδών αρχών που έπρεπε στο μέλλον να διέπουν τις σχέσεις Τουρκίας και Ελλάδας. Η Ελλάδα δεν θα επέτρεπε να συγκεντρώνονται στο έδαφός της ένοπλες συμμορίες και εξοπλισμένα σκάφη που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον γειτονικής χώρας. Η Τουρκία έπρεπε να δεχτεί την πρόταση της Ελλάδας να επιστρέψουν στην Κρήτη οι οικογένειες των Κρητικών που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στην Ελλάδα. Έπρεπε επίσης να ακολουθήσει την κανονική νομική διαδικασία για να αποζημιωθεί για τις καταστροφές που είχαν υποστεί Οθωμανοί υπήκοοι και να εγκαταλείψει τα σχεδιαζόμενα μέτρα κατά των Ελλήνων υπηκόων στην Τουρκία.
     Η απάντηση της Πύλης σ’ αυτή τη δήλωση δεν ήταν δυσμενής. Ωστόσο, παρά την ισχυρή πίεση που ασκήθηκε από όλες τις Δυνάμεις, η απάντηση της Αθήνας δεν ήρθε αμέσως. Στην Αθήνα, η δήλωση αυτή έγινε αιτία νέας κυβερνητικής κρίσης. Στις 21 Ιανουαρίου / 2 Φεβρουαρίου παραιτήθηκε ο Βούλγαρης. Ο Δεληγιώργης αρνήθηκε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε κυβέρνηση θα σχηματιζόταν με σκοπό την αποδοχή των προσταγών των Δυνάμεων. Ο Ζαΐμης έθεσε πολύ αυστηρούς όρους που ήταν αδύνατο να τους δεχτεί ο βασιλιάς Γεώργιος.
     Τέλος, ο Σπυρίδων Βαλαωρίτης απέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση. Αφού κάλεσε τους εκπροσώπους των προστάτιδων Δυνάμεων στο παλάτι στις 23 Ιανουαρίου / 4 Φεβρουαρίου, ο βασιλιάς εξήγησε τις δυσκολίες που συναντούσε και δήλωσε εμπιστευτικά ότι, αν δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν, θα αναγκαζόταν να πάει στο Παρίσι για να πάρει μέρος στις διαβουλεύσεις της συνδιάσκεψης.
     Την επόμενη μέρα όμως, σχημάτισε κυβέρνηση ο Ζαΐμης και στις 25 Ιανουαρίου / 6 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση αυτή αποδέχτηκε τη δήλωση των Δυνάμεων. Παράλληλα, έκανε διάγγελμα προς το λαό εκφράζοντας με αόριστες φράσεις τη συμπάθεια των Ελλήνων προς τους Κρητικούς και κατηγορώντας την κυβέρνηση Βούλγαρη ότι, επειδή είχε παραμελήσει τις υλικές προετοιμασίες, ήταν υπεύθυνη για την αδυναμία της Ελλάδας να ακολουθήσει τη φυσική και ορθή πολιτική της.
     Αυτό το χρονικό διάλειμμα έσωσε τα προσχήματα αλλά δεν καθυστέρησε την εφαρμογή της ρύθμισης. Στις 6/18 Φεβρουαρίου αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις Τουρκίας και Ελλάδας. Ως την ημερομηνία αυτή είχαν επιστρέψει από την Κρήτη όλοι οι Έλληνες εθελοντές και οι κρητικές οικογένειες είχαν επαναπατριστεί. Στις 10/22 Φεβρουαρίου είχε αποκατασταθεί η ειρήνη στο νησί και ο αποκλεισμός του από τη θάλασσα είχε αρθεί.
 
Ο δεύτερος απελευθερωτικός αγώνας: η δεύτερη φάση της Κρητικής επανάστασης
Η έκρηξη της Κρητικής επανάστασης, 1896-1897
 
     Κατά τη διάρκεια της πέμπτης πρωθυπουργίας του Τρικούπη, οι χριστιανοί της Κρήτης είχαν αρχίσει πάλι να ξεσηκώνονται. Για δέκα χρόνια, υπό το καθεστώς της σύμβασης της Χαλέπας, είχαν αφοσιωθεί σε σφοδρότατες πολιτικές διαμάχες γύρω από τοπικά ζητήματα και είχαν ενταχθεί σε δύο κύρια κόμματα: το κόμμα των Συντηρητικών («καραβανάδες») και το κόμμα των Φιλελευθέρων («ξυπόλητοι»). Οι Φιλελεύθεροι κέρδισαν το 1888 την πλειοψηφία στην κρητική συνέλευση και αυτό έγινε το έναυσμα βιαιότατων ρήξεων ανάμεσα στις δύο παρατάξεις.
     Οι Τούρκοι έστειλαν στο νησί στρατό, με διοικητή τον στρατηγό Σακίρ πασά, για την επιβολή της τάξης και τον περιορισμό των ελευθεριών που απολάμβανε ο πληθυσμός σύμφωνα με τη σύμβαση της Χαλέπας. Η ενέργεια αυτή έκανε τους Κρητικούς να αρχίσουν τις προετοιμασίες για μια εξέγερση που είχε την υποστήριξη και των πατριωτικών οργανώσεων στην Ελλάδα, καταγγέλλοντας τη στάση του Τρικούπη, ο οποίος τους συμβούλεψε να δείξουν μετριοπάθεια εξαιτίας του διεθνούς κλίματος.
     Τον Αύγουστο του 1889 οι Κρητικοί απευθύνθηκαν στους Ευρωπαίους προξένους ζητώντας να τηρηθούν οι διατάξεις της σύμβασης της Χαλέπας. Ο Τρικούπης αξίωσε από τις Δυνάμεις να εγγυηθούν ότι οι Τούρκοι θα απέσυραν το στρατό τους από την Κρήτη. Δεν ήταν όμως διατεθειμένος να προχωρήσει παραπέρα. Τον Δεκέμβριο η Πύλη κατάργησε εντελώς τις πολιτικές ελευθερίες των Κρητικών. Η ενέργεια αυτή δεν προκάλεσε παρά ήπιες μόνο διαμαρτυρίες από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας, ενώ οι υπόλοιπες Δυνάμεις δεν αντέδρασαν καν.
     Ξεσηκώθηκε όμως αληθινή θύελλα στην Αθήνα, όπου ο Δημήτριος Ράλλης, ένας ευέξαπτος δημαγωγός του οποίου οι οπαδοί κατάγονταν κυρίως από την Αττική, κατάγγειλε τη στάση του Τρικούπη και της δυναστείας. Ακόμα και ο Δεληγιάννης, μόλις έγινε πρωθυπουργός τον Οκτώβριο του 1890, θεώρησε πολιτικά σκόπιμο να προσπαθήσει να εξαναγκάσει σε σιγή την Κρητική Επιτροπή στην Ελλάδα.
     Μετά από αυτά η ένταση ελαττώθηκε τόσο στην Αθήνα όσο και στην Κρήτη και τον Μάιο του 1895 οι Τούρκοι έστειλαν τον χριστιανό Καραθεοδωρή πασά κυβερνήτη του νησιού. Ο Καραθεοδωρής όμως προκάλεσε την αντίθεση των μουσουλμάνων της Κρήτης και τον Δεκέμβριο παραιτήθηκε.
     Στο διάστημα που μεσολάβησε είχε ιδρυθεί τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα η Εθνική Εταιρεία, βασισμένη στην παλαιά Φιλική Εταιρεία. Το σώμα αυτό είχε ιδρυθεί για πρώτη φορά το 1894 ως στρατιωτικός όμιλος με εξήντα μέλη, αργότερα όμως δόθηκε και σε πολίτες η δυνατότητα να γίνουν μέλη. Τον Σεπτέμβριο επίσης είχαν ιδρύσει επιτροπή και οι χριστιανοί της Κρήτης με ηγέτη τον Μανούσο Κούνδουρο. Έλπιζαν να μπορέσουν να επωφεληθούν από τις σφαγές των Αρμενίων, που είχαν αρχίσει νωρίτερα το ίδιο καλοκαίρι.
     Τον Δεκέμβριο του 1895 η Πύλη έστειλε ένα μωαμεθανό διοικητή στην Κρήτη, τον Τουρχάν πασά, οπότε η Κρητική Επιτροπή αποφάσισε η ίδια τη μετατροπή της σε επαναστατική συνέλευση. Έπαιρνε χρήματα και όπλα από την Εταιρεία της Αθήνας και ενθάρρυνση να ζητήσει την ένωση. Ο Κούνδουρος όμως ανήκε σε μια μερίδα Κρητικών που ευνοούσαν όχι την ένωση αλλά την αυτονομία του νησιού, πράγμα που θεωρούνταν πιο ρεαλιστικό και φαινόταν πιο πιθανό ότι θα το υποστήριζε και η Βρετανία. Ακόμα πιο αδιάλλακτος και συντηρητικός από τον Κούνδουρο ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, νεαρός δικηγόρος τότε. Σύμφωνα με την άποψή του θα ήταν τελείως άσκοπη μια επανάσταση. Η στάση του Βενιζέλου εξόργισε τους οπαδούς των άκρων, που ζήτησαν την παραπομπή του σε δίκη και την εκτέλεσή του.
     Την άνοιξη του 1896 η Εθνική Εταιρεία αριθμούσε ήδη πενήντα έξι παραρτήματα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και ογδόντα τρεις υποοργανώσεις στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Ο συνολικός αριθμός των μελών της ξεπερνούσε τις 3.000. Με την υποστήριξη άλλων πατριωτικών ομίλων και πολιτικών της αντιπολίτευσης όπως ο Ράλλης, που διοργάνωνε το δικό του προσωπικό κόμμα, άσκησε εντονότατη πίεση στην κυβέρνηση Δεληγιάννη κατηγορώντας την ότι δεν έδωσε καμιά βοήθεια στους Κρητικούς και ότι παραμελούσε το στράτευμα, όπου η Εταιρεία κέρδιζε καθημερινά ολοένα και περισσότερους οπαδούς μέσα στους μη κυβερνητικούς αξιωματικούς. Η Εταιρεία μεταβλήθηκε τελικά σε κράτος εν κράτει και οι δραστηριότητές της δεν περιορίστηκαν στην Κρήτη αλλά απλώθηκαν και στη Μακεδονία και στην Ήπειρο.
     Έτσι είχαν τα πράγματα όταν στις 6/18 Μαΐου του 1896 η Κρητική Επιτροπή ανέλαβε δράση και περικύκλωσε 1.600 Τούρκους στρατιώτες στον Βάμο. Οι Τούρκοι έσφαξαν σε επιχείρηση αντιποίνων Έλληνες στην περιοχή των Χανίων. Παρά την πάνδημη αξίωση να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες η ελληνική κυβέρνηση κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια, γιατί οι Δυνάμεις είχαν στείλει τα θωρηκτά τους στο νησί. Όταν όμως οι Τούρκοι άρχισαν να αποβιβάζουν και νέα στρατεύματα στην Κρήτη, άρχισαν να καταφθάνουν πάλι από την Ελλάδα όπλα και εθελοντές. Για την ενέργεια αυτή δεν ευθυνόταν η ελληνική κυβέρνηση, αλλά η Εταιρεία. Αν και ο υπουργός Στρατιωτικών Σμολένσκης υπέβαλε την πρόταση να έρθει η κυβέρνηση σε κάποια συνεννόηση με την Εταιρεία για να είναι σε θέση να την ελέγχει, ο Δεληγιάννης φάνηκε διστακτικός - πήρε μάλιστα μέτρα για να ενισχύσει τις φρουρές στα βόρεια σύνορα της χώρας, με την ελπίδα να κατορθώσει έτσι να εμποδίσει την Εταιρεία να στείλει ομάδες ενόπλων στη Μακεδονία.
     Περίμενε να δει τι θα γινόταν με το αίτημα που είχαν απευθύνει οι Κρητικοί προς τη Βρετανία ζητώντας της να καταλάβει το νησί, καθώς και με την πρόταση των Δυνάμεων, που έγινε με πρωτοβουλία της Αυστρίας, να διορίσει η Πύλη πάλι χριστιανό διοικητή, να συγκαλέσει την κρητική συνέλευση, να θέσει σε εφαρμογή τις διατάξεις της σύμβασης της Χαλέπας και να χορηγήσει γενική αμνηστία. Η Πύλη υποχώρησε, με αποτέλεσμα οι Δυνάμεις να ζητήσουν με διάβημά τους προς την Αθήνα, στις 24 Ιουνίου / 6 Ιουλίου, να σταματήσει αμέσως η αποστολή χρημάτων, όπλων και εθελοντών στην Κρήτη.
     Όταν τον ίδιο μήνα συνήλθε η κρητική συνέλευση, οι χριστιανοί αντιπρόσωποι ζήτησαν να ισχύσει και για την Κρήτη καθεστώς παρόμοιο με της Σάμου, η οποία είχε ζήσει με καθεστώς αυτονομίας από το 1832 υπό την ηγεσία πρίγκιπα διοικητή και είχε δημοκρατικό σύνταγμα από το 1852. Εκείνον όμως τον καιρό οι Τούρκοι στρατιωτικοί άρχισαν να καταστρατηγούν τις αποφάσεις του χριστιανού διοικητή. Οι μάχες ξανάρχισαν, έγιναν νέες σφαγές, οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν και οι Τούρκοι στην απάντησή τους προς τις Δυνάμεις κατηγόρησαν τους Έλληνες ότι προμήθευαν όπλα και έστελναν εθελοντές όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Ήπειρο και στη Μακεδονία. Η κατηγορία δεν ήταν αβάσιμη. Ο Ναούμ Σπανός, συνοδευόμενος από τους Μήτρο και Χατζή, παλαιούς κλέφτες της Θεσσαλίας, είχε διαβεί τα σύνορα και είχε μπει στη Μακεδονία, όπου οργανώνονταν τοπικές ένοπλες ομάδες. Η πιο γνωστή ανάμεσά τους ήταν η ομάδα του Μπρούφα, οπλαρχηγού από τα Γρεβενά.
 
Η επέμβαση των Δυνάμεων
Στο σημείο αυτό ο Goluchowski, υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας, πρότεινε τον ειρηνικό αποκλεισμό της Κρήτης, αλλά η πρόταση αυτή – όπως και μια πρόταση της Γερμανίας για ναυτικές επιχειρήσεις κατά της Ελλάδας – βρήκε σταθερά αντίθετο το λόρδο Salisbury.
     Στις 13/25 Αυγούστου οι Τούρκοι παρουσίασαν τις δικές τους προτάσεις, που πρόβλεπαν την τοποθέτηση χριστιανού διοικητή που θα τον ενέκριναν οι Δυνάμεις και θα διοριζόταν για πέντε χρόνια. Τα δύο τρίτα των θέσεων του δημοσίου θα επανδρώνονταν με χριστιανούς υπαλλήλους. Οι προτάσεις περιείχαν επίσης διατάξεις για τη σύγκληση διετούς συνέλευσης με έργο την ψήφιση προϋπολογισμού και τη συζήτηση διαφόρων νομοθετημάτων. Τέλος προβλέπονταν ξένες επιτροπές με αποστολή τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος και την αναδιοργάνωση της χωροφυλακής.
     Η ελληνική κυβέρνηση και η Κρητική Επιτροπή δεν απέρριψαν τις προτάσεις αυτές, αλλά ο πρόξενος της Ελλάδας Γεννάδης και οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης στην Αθήνα Ράλλης, Σιμόπουλος και Θεοτόκης άρχισαν να αναπτύσσουν ανεξάρτητη δράση στην Κρήτη, δίνοντας έτσι στους Τούρκους την ευκαιρία να προβαίνουν σε αντίποινα και να αποδεικνύουν στις Δυνάμεις ότι οι Κρητικοί φέρονταν παράλογα.
      Ακολούθησαν νέες εξεγέρσεις και σφαγές πληθυσμού. Υποχωρώντας στη λαϊκή πίεση ο Δεληγιάννης έστειλε πλοία του στόλου στα νερά της Κρήτης. Το μέτρο αυτό ενθάρρυνε τα εξτρεμιστικά στοιχεία που σήκωσαν την ελληνική σημαία στη Χαλέπα και κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα. Στις 29 Ιανουαρίου / 10 Φεβρουαρίου του 1897 ο Αλέξανδρος Σκουζές, υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, έκανε διάβημα στις Δυνάμεις εκθέτοντάς τους την υπόθεση της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα και τρεις μέρες αργότερα στάλθηκε στο νησί μια δύναμη ελληνικού στρατού με αρχηγό τον συνταγματάρχη Βάσσο, υπασπιστή του βασιλιά, για να καταλάβει το νησί στο όνομα του βασιλιά Γεωργίου.
     Στις 3/15 Φεβρουαρίου οι Δυνάμεις αποβίβασαν αγήματα ναυτών, κήρυξαν τον αποκλεισμό του νησιού και κάλεσαν την Ελλάδα να αποσύρει το στρατό της. Η ελληνική κυβέρνηση όμως όχι μόνο αρνήθηκε να συμμορφωθεί μ' αυτό το αίτημα αλλά ονόμασε τον Γεννάδη βασιλικό επίτροπο. Αυτή η περιφρονητική ενέργεια είχε συνέπεια να αντιδράσει έντονα η Γερμανία: ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος υπολόγιζε ότι αν ο βασιλιάς Γεώργιος πιεζόταν πολύ θα παραιτούνταν από το θρόνο υπέρ του διαδόχου πρίγκιπα Κωνσταντίνου, που θεωρούνταν περισσότερο γερμανόφιλος από τον πατέρα του.
     Οι Βρετανοί όμως απέρριψαν τη γερμανική πρόταση για αποκλεισμό του Πειραιά και άλλων λιμανιών της Ελλάδας και, έπειτα από διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, οι Δυνάμεις υιοθέτησαν μια γαλλική πρόταση που την ασπάστηκε και η Ρωσία και με βάση αυτήν κατέστρωσαν το πρόγραμμά τους: η Κρήτη θα αποκτούσε αυτόνομο καθεστώς, αλλά θα εξακολουθούσε να αποτελεί τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι αποδέχτηκαν κατά βάση την πρόταση. Η απάντηση όμως της ελληνικής πλευράς ήταν διφορούμενη: η Ελλάδα ήταν μεν πρόθυμη να αποσύρει τα πλοία της, ήθελε όμως να μείνουν οι δυνάμεις της στη μεγαλόνησο για την τήρηση της τάξης. Οι Δυνάμεις δεν έπρεπε να επιβάλουν καθεστώς που θα κατέληγε σε αποτυχία όπως τα προηγούμενα· εκείνο που χρειαζόταν ήταν η διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
     Η απάντηση αυτή βρίσκει σύμφωνο και το βασιλιά Γεώργιο, που είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του με τους περίπλοκους ελιγμούς της διπλωματίας των Δυνάμεων. «Η Βρετανία –παραπονιόταν– είχε καταλάβει την Κύπρο· η Γερμανία είχε προσαρτήσει το Schleswig-Holstein· η Αυστρία διεκδικούσε τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη· οπωσδήποτε η Ελλάδα είχε περισσότερα δικαιώματα να ενσωματώσει την Κρήτη».
     Η βρετανική κυβέρνηση δεν θεώρησε εντελώς απαράδεκτη την απάντηση της ελληνικής πλευράς, αλλά η Γερμανία εξακολουθούσε να υποστηρίζει την εφαρμογή δρακόντειων μέτρων, που θα αναλάμβαναν να τα εφαρμόσουν η Γαλλία και η Ιταλία. Η Γερμανία προσπαθούσε να στρέψει τη Βρετανία εναντίον της Γαλλίας και της Ρωσίας. Η Γαλλία όμως εργαζόταν σταθερά για μια από κοινού λύση, και τελικά ακόμα και ο Salisbury συμφώνησε στον αποκλεισμό της Κρήτης, που αναγγέλθηκε στις 6/18 Μαρτίου.
     Πέντε μέρες αργότερα οι Δυνάμεις αποβίβασαν στο νησί 3.000 άνδρες. Αλλά τα μέτρα αυτά εξόργισαν απλώς τα εξτρεμιστικά στοιχεία της Κρήτης και μόνο η παρουσία των αγημάτων του Βάσσου χαλιναγωγούσε κάπως την κατάσταση. Στο μεταξύ οι Δυνάμεις συζητούσαν την εκλογή γενικού διοικητή. Οι Ρώσοι πρότειναν τον πρίγκιπα Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του Έλληνα βασιλιά, οι Τούρκοι όμως επέμεναν να ανατεθεί το αξίωμα σε Tούρκο υπήκοο.
     Αποφασισμένη να κανονίσει τους λογαριασμούς της με τους Έλληνες μια για πάντα, η Πύλη ετοιμαζόταν για πόλεμο. Το ίδιο και οι Έλληνες: άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατό στη Θεσσαλία, και η Εταιρεία διοχέτευσε –ή ήταν έτοιμη να διοχετεύσει– στη Μακεδονία τριάντα τέσσερις ένοπλες ομάδες ατάκτων, στις οποίες συμμετείχαν και Ιταλοί εθελοντές. Τότε η Ρωσία θορυβήθηκε πολύ και πρότεινε τον αποκλεισμό του Βόλου. (Η Ρωσία, μολονότι δεν αντιμετώπιζε εχθρικά τις ελληνικές διεκδικήσεις στην Κρήτη, ήθελε να κρατήσει τους Έλληνες μακριά από τους σλαβικούς θυλάκους στο βορρά.) Σ' αυτή την πρόταση αντιτάχθηκαν οι Βρετανοί, που συνέστησαν αντίθετα να υποδειχθεί τόσο στους Τούρκους όσο και στους Έλληνες να κρατήσουν το στρατό τους σε απόσταση 50 μιλίων από τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Αν η Ελλάδα απέρριπτε αυτό το αίτημα, τότε η Βρετανία θα έδινε τη συγκατάθεσή της για τον αποκλεισμό του Βόλου· αν όμως αρνιούνταν οι Τούρκοι, τότε η Βρετανία θα συμφωνούσε να ληφθούν πιεστικά μέτρα, τα οποία υποτίθεται ότι θα αναλάμβαναν να τα εφαρμόσουν η Αυστρία και η Ρωσία.
 
Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897
     Όπως συνήθως, η περίπλοκη διπλωματία των Δυνάμεων εμπόδιζε να ληφθούν γρήγορες αποφάσεις. Στο μεταξύ ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που είχε ονομαστεί αρχηγός του στρατού της Θεσσαλίας, επιβιβάστηκε σε πλοίο με κατεύθυνση τον Βόλο στις 15/27 Μαρτίου. Στις 25 Μαρτίου / 6 Απριλίου οι Δυνάμεις προειδοποίησαν την Ελλάδα και την Τουρκία ότι ο επιτιθέμενος θα αναγκαζόταν να υποστεί τις συνέπειες. Αυτό ήταν όλο κι όλο που κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στις διαπραγματεύσεις τους για την ανάληψη κοινής δράσης. Στο χρονικό αυτό διάστημα οι Γερμανοί ενθάρρυναν το σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ να αποδυθεί σε πόλεμο. Αντίθετα, η Ρωσία και η Αυστρία, καθώς καμιά τους δεν ήταν προετοιμασμένη για την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, είχαν την πρόθεση να εμποδίσουν τους Σλάβους να επέμβουν σε μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη. Πέτυχαν το στόχο τους: η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο διαβεβαίωσαν την Πύλη ότι θα τηρούσαν αυστηρή ουδετερότητα. 
     Στις 28 Μαρτίου / 9 Απριλίου οι Τούρκοι έμαθαν ότι ελληνικές ένοπλες ομάδες που αριθμούσαν χίλιους περίπου άνδρες είχαν διαβεί τα σύνορα προς την πλευρά του Μετσόβου. Διαμαρτυρήθηκαν στις Δυνάμεις, αλλά ο Σκουζές, όταν τον ρώτησαν οι ξένοι απεσταλμένοι, ισχυρίστηκε ότι οι ομάδες αυτές ήταν Μακεδόνες που επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Αυτό ήταν σχεδόν αλήθεια, γιατί εκτός από μια ή δυο εξαιρέσεις όλοι οι ένοπλοι καταγόνταν από τη Μακεδονία. Στο μεταξύ τα ελληνικά και τα τουρκικά στρατεύματα βρίσκονταν αντιμέτωπα κατά μήκος των συνόρων. Έπειτα από επεισόδια που έγιναν στην Ανάληψη, άρχισαν εχθροπραξίες στις 5/17 Απριλίου.
     Ύστερα από λίγες αρχικές επιτυχίες οι Έλληνες, άσχημα εφοδιασμένοι και με ανίκανη στρατιωτική ηγεσία, ανακάλυψαν ότι ήταν υποδεέστεροι από τις καλά οπλισμένες μονάδες του τουρκικού στρατού που είχαν εκπαιδευτεί από Γερμανούς αξιωματικούς. Γρήγορα επικράτησε μεγάλη σύγχυση στις γραμμές των ελληνικών στρατευμάτων και κάποιος (δεν είναι γνωστό ποιος ήταν) έδωσε την εντολή υποχώρησης, παρόλο που τη στιγμή εκείνη οι κατώτεροι Έλληνες αξιωματικοί και οι καλύτερα εκπαιδευμένες μονάδες του ελληνικού στρατού συνέχιζαν να αντιστέκονται σθεναρά. Η υποχώρηση που ακολούθησε έγινε τόσο άτακτα ώστε οι Τούρκοι, που νόμισαν ότι ήταν απλώς τέχνασμα για να καλυφθούν οι κινήσεις του κύριου όγκου των ελληνικών δυνάμεων, κατέλαβαν με πολύ μεγάλες προφυλάξεις τις εγκαταλειμμένες πόλεις και τα χωριά, και μόλις στις 13/25 Απριλίου μπήκαν στη Λάρισα.
     Όταν οι ειδήσεις για την υποχώρηση έφτασαν στην Αθήνα, επικράτησε μεγάλη αναστάτωση. Αποδιοπομπαίος τράγος έγινε ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος. Ο ίδιος ο βασιλιάς κατηγορήθηκε για αμέλεια, επειδή δεν φρόντισε να κινηθεί ο στόλος εχθρικά, και οργισμένα πλήθη πολιόρκησαν τα ανάκτορα.
     Στις 15/27 Απριλίου ο Σκουζές εκλιπάρησε τις προστάτιδες Δυνάμεις να επέμβουν. Όπως γινόταν συνήθως, υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση που έδωσε την ευκαιρία στο βασιλιά να αντικαταστήσει τον Δεληγιάννη και στη θέση του να βάλει τον Ράλλη ως πρωθυπουργό, ενώ ο Στέφανος Σκουλούδης διαδέχτηκε τον Σκουζέ στο υπουργείο Εξωτερικών. Η νέα κυβέρνηση απέσυρε τα ελληνικά στρατεύματα από την Κρήτη, και στις 29 Απριλίου / 11 Μαΐου, καθώς ο δρόμος που οδηγούσε στην Αθήνα ήταν ορθάνοιχτος στους Τούρκους, ζήτησε τη μεσολάβηση των Δυνάμεων.
     Ο τσάρος Νικόλαος Β΄ και η βασίλισσα Βικτώρια ήταν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν να συντριβεί η Ελλάδα, και οι προσπάθειές τους κατέληξαν στις 8/20 Μαΐου στην υπογραφή ανακωχής. Στις διαπραγματεύσεις που έγιναν κατόπιν, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία, που υποστηρίζονταν ως ένα βαθμό από τη Γαλλία, την Αυστρία και τη Ρωσία, ενώ είχαν να αντιμετωπίσουν την εχθρική στάση της Γερμανίας, έσωσαν την Ελλάδα από οποιαδήποτε μείωση της επικράτειάς της με εξαίρεση ορισμένους θυλάκους στις όχθες του ποταμού Νεζερού, στα ανατολικά, στην περιοχή βορειοδυτικά και δυτικά της Λάρισας και στον επάνω βραχίονα του Πηνειού.
     Η Ελλάδα όμως υποχρεωνόταν να καταβάλει αποζημίωση 4 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών και, για να διευκολυνθεί η τακτική καταβολή των ποσών, τα δημοσιονομικά της Ελλάδας θα υποβάλλονταν σε κάποια μορφή διεθνούς ελέγχου. Τέλος, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία ανέλαβαν την υποχρέωση να μην επιτρέψουν να χρησιμοποιηθεί το έδαφός τους για οποιαδήποτε προπαγάνδα ικανή να απειλήσει την ασφάλεια και την τάξη σε κάποιο γειτονικό κράτος. 
     Το τελικό κείμενο της ειρήνης υπογράφηκε μόλις στις 22 Νοεμβρίου / 4 Δεκεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι Τούρκοι προσπάθησαν, με τη συνεχή υποστήριξη της Γερμανίας, να αναθεωρήσουν το προκαταρκτικό σκέλος της συνθήκης και η Ελλάδα, αν δεν τη βοηθούσαν η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία, θα είχε ίσως αναγκαστεί να υπογράψει μια εξευτελιστική ειρήνη. Διέθετε όμως ένα μεγάλο χαρτί — την απειλή του βασιλιά Γεωργίου ότι θα παραιτηθεί, που αν πραγματοποιούνταν θα προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση σε όλο το χώρο της Μέσης Ανατολής. Αυτός ο κίνδυνος ήταν που παρακίνησε τις προστάτιδες Δυνάμεις να εργαστούν για το συμφέρον της Ελλάδας. Τον καιρό της κρίσης η Αυστρία εγκατέλειψε την Ελλάδα και σχημάτισε ενιαίο μέτωπο με τη Γερμανία. Αυστρία και Γερμανία ήταν σαφώς αντίθετες στο διορισμό του πρίγκιπα Γεωργίου στη θέση του διοικητή της Κρήτης — πρόταση που την είχε ανακινήσει η Ρωσία.
     Παρά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης οι Τούρκοι άργησαν να αποσύρουν τις δυνάμεις τους όχι μόνο από τη Θεσσαλία αλλά και από την Κρήτη· προσπάθησαν μάλιστα να τις ενισχύσουν, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν νέες ταραχές κατά το τέλος του καλοκαιριού. Στις 25 Αυγούστου / 6 Σεπτεμβρίου σκοτώθηκαν 500 χριστιανοί της Κρήτης και δεκατέσσερις Βρετανοί στρατιώτες. Ο τοπικός Βρετανός διοικητής των ναυτικών δυνάμεων πήρε δραστικά μέτρα και αργά τον Οκτώβριο ακολούθησαν το παράδειγμά του η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Ιταλία (η Γερμανία και η Αυστρία είχαν ουσιαστικά νίψει τας χείρας τους σχετικά με τις εξελίξεις στην Κρήτη) όταν αξίωσαν να εκκενώσει η Πύλη το νησί μέσα σε δεκαπέντε μέρες.
     Οι Τούρκοι, που υπολόγιζαν στην υποστήριξη της Γερμανίας, κωλυσιεργούσαν, αλλά στις 28 Οκτωβρίου / 9 Νοεμβρίου οι ναύαρχοι των τεσσάρων συμμάχων έδωσαν τελεσίγραφο στον Τούρκο διοικητή. Έξι μέρες αργότερα τα τουρκικά στρατεύματα αναχώρησαν από την Κρήτη και στις 18/30 Νοεμβρίου οι τέσσερις Δυνάμεις γνωστοποίησαν στην Πύλη ότι είχαν επιλέξει τον πρίγκιπα Γεώργιο για το αξίωμα του διοικητή του νησιού.
     Έτσι η Κρήτη έγινε αυτόνομη επαρχία και το μόνο σύμβολο που έμεινε για να θυμίζει την επικυριαρχία της Τουρκίας ήταν η τουρκική σημαία. Όσο ενοχλητική και αν ήταν αυτή η υπενθύμιση, η Κρήτη είχε ουσιαστικά κατακυρωθεί στην Ελλάδα η οποία, παρόλο που είχε ηττηθεί, είχε βγει τελικά κερδισμένη. Αυτό το όφειλε κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία και στη Ρωσία, οι οποίες, παρ’ όλη την αντιζηλία τους, είχαν συνδυάσει τις δυνάμεις τους για άλλη μια φορά εναντίον της Γερμανίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Η συνεργασία όμως αυτή Αγγλίας και Ρωσίας είχε φτάσει στα όριά της σε ό,τι αφορούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας. Τα κέρδη που είχε αποκομίσει η Ελλάδα στην περίπτωση της Κρήτης (όπως είχε ανέκαθεν προβλέψει ο βασιλιάς Γεώργιος) ίσως εξωθούσαν τη Ρωσία να προσπαθήσει να αποζημιώσει τους αδελφούς Σλάβους στη Μακεδονία. Προς το παρόν όμως προτίμησε να παραμείνει πιστή στη συμφωνία που είχε συνάψει τον Μάιο του 1897 με την Αυστρία σχετικά με τη διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος, σε περίπτωση όμως διατάραξης της ισορροπίας θα ευνοούσε πλέον τα σλαβικά κράτη.
     Γι’ αυτό η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη σε τελική ανάλυση να στραφεί προς την Αυστρία, που οπωσδήποτε θα προτιμούσε να έβλεπε Έλληνες εγκατεστημένους στην Αλβανία παρά Ιταλούς, και Έλληνες στη Θεσσαλονίκη παρά Σλάβους. Στο θέμα της Μακεδονίας η Ελλάδα δεν μπορούσε να ελπίζει παρά σε μικρή ή καθόλου βοήθεια από τη Γαλλία ή τη Μεγάλη Βρετανία.
     Η Γαλλία ήταν απασχολημένη σε άλλες περιοχές και την ενδιέφερε να διατηρήσει τους δεσμούς της με τη Ρωσία. Η Βρετανία πάλι αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Οπωσδήποτε όμως, αν υπήρχε πραγματικά μια πολιτική που ακολουθούσε η Βρετανία, αυτή ήταν να ενθαρρύνει τις μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της τουρκικής αυτοκρατορίας, αν και αυτό σήμαινε αντιδημοτικότητα στην Κωνσταντινούπολη και εχθρότητα απέναντι στα βρετανικά οικονομικά συμφέροντα.
 
Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης