Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία Γ΄ Λυκείου: Θουκυδίδη Ιστορίαι Γ΄ 62 [Κείμενο αυτενέργειας]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Albena Hristova

 
Αρχαία Γ΄ Λυκείου: Θουκυδίδη Ιστορίαι Γ΄ 62 [Κείμενο αυτενέργειας]
Οι Πλαταιείς μετά την οικειοθελή παράδοση της πόλης τους στους Σπαρτιάτες απολογούνται σε αυτούς για τη μέχρι τώρα εναντίον τους στάση αποδίδοντας την ευθύνη κυρίως στους Θηβαίους. Οι Θηβαίοι αναγκάζονται να απαντήσουν ενώπιον των Λακεδαιμονίων απεσταλμένων στις Πλαταιές στους ισχυρισμούς των Πλαταιέων.
 
Ἐπειδή δέ καί ὁ βάρβαρος ἦλθεν ἐπί τήν Ἑλλάδα, φασί μόνοι Βοιωτῶν οὐ μηδίσαι, καί τούτῳ μάλιστα αὐτοί τε ἀγάλλονται καί ἡμᾶς λοιδοροῦσιν. Ἡμεῖς δέ μηδίσαι μέν αὐτούς οὔ φαμεν διότι οὐδ’ Ἀθηναίους, τῇ μέντοι αὐτῇ ἰδέᾳ ὕστερον ἰόντων Ἀθηναίων ἐπί τούς Ἕλληνας μόνους αὖ Βοιωτῶν ἀττικίσαι. Καίτοι σκέψασθε ἐν οἵῳ εἴδει ἑκάτεροι ἡμῶν τοῦτο ἔπραξαν. Ἡμῖν μέν γάρ ἡ πόλις τότε ἐτύγχανεν οὔτε κατ’ ὀλιγαρχίαν ἰσόνομον πολιτεύουσα οὔτε κατά δημοκρατίαν· ὅπερ δέ ἐστι νόμοις μέν καί τῷ σωφρονεστάτῳ ἐναντιώτατον, ἐγγυτάτω δέ τυράννου, δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν εἶχε τά πράγματα. Καί οὗτοι ἰδίας δυνάμεις ἐλπίσαντες ἔτι μᾶλλον σχήσειν εἰ τά τοῦ Μήδου κρατήσειε, κατέχοντες ἰσχύι τό πλῆθος ἐπηγάγοντο αὐτόν· καί ἡ ξύμπασα πόλις οὐκ αὐτοκράτωρ οὖσα ἑαυτῆς τοῦτ’ ἔπραξεν, οὐδ’ ἄξιον αὐτῇ ὀνειδίσαι ὧν μή μετά νόμων ἥμαρτεν. Ἐπειδή γοῦν ὅ τε Μῆδος ἀπῆλθε καί τούς νόμους ἔλαβε, σκέψασθαι χρή, Ἀθηναίων ὕστερον ἐπιόντων τήν τε ἄλλην Ἑλλάδα καί τήν ἡμετέραν χώραν πειρωμένων ὑφ’ αὑτοῖς ποιεῖσθαι καί κατά στάσιν ἤδη ἐχόντων αὐτῆς τά πολλά, εἰ μαχόμενοι ἐν Κορωνείᾳ καί νικήσαντες αὐτούς ἠλευθερώσαμεν τήν Βοιωτίαν καί τούς ἄλλους νῦν προθύμως ξυνελευθεροῦμεν, ἵππους τε παρέχοντες καί παρασκευήν ὅσην οὐκ ἄλλοι τῶν ξυμμάχων.
 
Μετάφραση
Και όταν ο βάρβαρος εισέβαλε στην Ελλάδα, ισχυρίζονται ότι μόνοι αυτοί από τους Βοιωτούς δεν μήδισαν, και γι’ αυτό κυρίως και οι ίδιοι καμαρώνουν και εμάς κατηγορούν. Εμείς, βέβαια, δεν λέμε ότι αυτοί μήδισαν, επειδή ούτε οι Αθηναίοι μήδισαν· όταν όμως αργότερα οι Αθηναίοι κινήθηκαν εναντίον των Ελλήνων, με τον ίδιο τρόπο μόνοι πάλι αυτοί από τους Βοιωτούς αττίκισαν. Σκεφτείτε, ωστόσο, κάτω από ποιες συνθήκες έπραξε έτσι καθεμιά από τις δύο πλευρές μας. Γιατί η πόλη μας τότε συνέβαινε να μην κυβερνιέται ούτε με μια ολιγαρχία που εξασφάλιζε ισονομία ούτε με δημοκρατία· αντίθετα, την εξουσία είχε μια μικρή ομάδα ανδρών, πολίτευμα που είναι εντελώς αντίθετο προς τους νόμους και τη μετριοπάθεια και βρίσκεται πολύ κοντά στην τυραννία. Και αυτοί, ελπίζοντας ότι θα ενίσχυαν ακόμη περισσότερο την προσωπική τους δύναμη, αν επικρατούσαν οι Πέρσες, κρατούσαν με τη βία τον λαό υποταγμένο και προσκάλεσαν τον Πέρση· και ολόκληρη η πόλη, επειδή δεν ήταν κυρία του εαυτού της, έπραξε έτσι· ούτε είναι δίκαιο να της προσάπτει κανείς ως κατηγορία τα σφάλματα που διέπραξε όταν δεν κυβερνιόταν σύμφωνα με τους νόμους. Όταν, λοιπόν, έφυγε ο Πέρσης και η πόλη απέκτησε νόμιμο πολίτευμα, πρέπει να εξετάσετε αν, όταν αργότερα οι Αθηναίοι εκστράτευσαν εναντίον της υπόλοιπης Ελλάδας και επιχείρησαν να υποτάξουν και τη δική μας χώρα, ενώ εξαιτίας της εμφύλιας διαμάχης κατείχαν ήδη το μεγαλύτερο μέρος της, εμείς, αφού τους πολεμήσαμε στην Κορώνεια και τους νικήσαμε, απελευθερώσαμε τη Βοιωτία και τώρα συμβάλλουμε πρόθυμα στην απελευθέρωση και των άλλων, προσφέροντας ιππικό και πολεμική προετοιμασία σε βαθμό που κανένας άλλος από τους συμμάχους δεν προσφέρει.
 
Ενδεικτικές Δραστηριότητες
1. Τι ισχυρίζονται οι Πλαταιείς για τους Θηβαίους και τι οι Θηβαίοι για τους Πλαταιείς; Να εντοπίσετε τα απαρέμφατα του πλαγίου λόγου που εκφράζουν τους ισχυρισμούς αυτούς.
 
Απάντηση: Οι Πλαταιείς ισχυρίζονται ότι, όταν ο Πέρσης εισέβαλε στην Ελλάδα, αυτοί ήταν οι μόνοι από τους Βοιωτούς που δεν μήδισαν, δηλαδή δεν συντάχθηκαν με τους Πέρσες· γι’ αυτή τη στάση υπερηφανεύονται και συγχρόνως κατηγορούν τους Θηβαίους, επειδή εκείνοι είχαν μηδίσει. Ο ισχυρισμός τους αποδίδεται με το απαρέμφατο οὐ μηδίσαι, το οποίο εξαρτάται από το ρήμα φασί.
Οι Θηβαίοι δεν αρνούνται ότι οι Πλαταιείς δεν μήδισαν, επισημαίνουν όμως ότι ούτε οι Αθηναίοι μήδισαν. Ανταποδίδουν μάλιστα την κατηγορία υποστηρίζοντας ότι αργότερα, όταν οι Αθηναίοι στράφηκαν εναντίον των άλλων Ελλήνων, οι Πλαταιείς ήταν οι μόνοι από τους Βοιωτούς που αττίκισαν, δηλαδή προσχώρησαν στην αθηναϊκή παράταξη. Οι θέσεις των Θηβαίων εκφράζονται με τα απαρέμφατα μηδίσαι και ἀττικίσαι, τα οποία εξαρτώνται από το φαμέν· το πρώτο συνοδεύεται από την άρνηση οὔ (οὔ φαμεν = «αρνούμαστε ότι»), ενώ το δεύτερο αποτελεί τον βασικό αντεπιχείρημά τους προς τους Πλαταιείς.
 
2. Καί οὗτοι ἰδίας δυνάμεις ἐλπίσαντες ἔτι μᾶλλον σχήσειν εἰ τά τοῦ Μήδου κρατήσειε: Μπορείτε να διατυπώσετε την ελπίδα, έτσι όπως ειπώθηκε από αυτούς που την εξέφρασαν; (Για να απαντήσετε, θα χρειαστεί πρώτα να σκεφτείτε το είδος του υποθετικού λόγου, εστιάζοντας την προσοχή σας στην απόδοσή του.)
 
Απάντηση: Η ελπίδα, όπως θα διατυπωνόταν σε ευθύ λόγο από τους ίδιους τους ολιγαρχικούς Θηβαίους, είναι: «Ἐάν τα τοῦ Μήδου κρατήσῃ, ἔτι μᾶλλον ἰδίας δυνάμεις ἕξομεν», δηλαδή «Αν επικρατήσουν οι Πέρσες, θα ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο την προσωπική μας δύναμη».
Ο υποθετικός λόγος δηλώνει το προσδοκώμενο: η απόδοση αναφέρεται στο μέλλον, όπως δείχνει το απαρέμφατο μέλλοντα σχήσειν, το οποίο στον ευθύ λόγο γίνεται οριστική μέλλοντα, α΄ πληθυντικού προσώπου, ἕξομεν. Επομένως, η υπόθεση στον ευθύ λόγο εκφέρεται με ἐάν + υποτακτική: ἐάν… κρατήσῃ.
Στον πλάγιο λόγο, επειδή η εξάρτηση γίνεται από ιστορικό χρόνο (ἐλπίσαντες), η υποτακτική κρατήσῃ μετατράπηκε σε ευκτική του πλαγίου λόγου (κρατήσειε) και το ἐάν έγινε εἰ. Παράλληλα, το α΄ πληθυντικό πρόσωπο του ευθέος λόγου αποδόθηκε στον πλάγιο λόγο με το υποκείμενο οὗτοι και το απαρέμφατο σχήσειν.
 
3. Ἐπειδή γοῦν ὅ τε Μῆδος ἀπῆλθε καί τούς νόμους ἔλαβε, σκέψασθαι χρή: Να επαναδιατυπώσετε τη φράση, ώστε η πράξη της δευτερεύουσας πρότασης να μην παρουσιάζεται ως πράξη που δεν έχει γίνει, αλλά αναμένεται να συμβεί.
 
Απάντηση: Η φράση επαναδιατυπώνεται ως εξής: «Ἐπειδάν γοῦν ὅ τε Μῆδος ἀπέλθῃ καί τούς νόμους λάβῃ, σκέψασθαι χρή», δηλαδή «Όταν λοιπόν φύγει ο Πέρσης και η πόλη αποκτήσει νόμιμο πολίτευμα, πρέπει να εξετάσετε…».
Στο αρχικό κείμενο η χρονική πρόταση Ἐπειδή… ἀπῆλθε καί… ἔλαβε εκφέρεται με οριστική αορίστου και δηλώνει δύο πραγματικά γεγονότα του παρελθόντος: την αποχώρηση του Πέρση και την αποκατάσταση των νόμων στην πόλη. Για να παρουσιαστούν οι ίδιες πράξεις όχι ως ήδη συντελεσμένες αλλά ως αναμενόμενες στο μέλλον, ο χρονικός σύνδεσμος ἐπειδή γίνεται ἐπειδάν (ἐπειδή + ἄν) και οι οριστικές αορίστου ἀπῆλθε και ἔλαβε μετατρέπονται αντίστοιχα σε υποτακτικές αορίστου, ἀπέλθῃ και λάβῃ. Έτσι σχηματίζεται χρονική πρόταση που αναφέρεται στο προσδοκώμενο μέλλον. Το σκέψασθαι χρή παραμένει αμετάβλητο, επειδή εξακολουθεί να εκφράζει την αναγκαιότητα της εξέτασης αφού εκπληρωθούν οι δύο χρονικές προϋποθέσεις. Στο δεύτερο ρήμα εννοείται ως υποκείμενο η πόλη: «όταν η πόλη λάβει τους νόμους», δηλαδή όταν αποκτήσει ξανά νόμιμο πολίτευμα.
 
Αναλυτική σύνταξη
«Ἐπειδή δέ καί ὁ βάρβαρος ἦλθεν ἐπί τήν Ἑλλάδα»
Δευτερεύουσα επιρρηματική χρονική πρόταση, η οποία εισάγεται με τον χρονικό σύνδεσμο ἐπειδή, εκφέρεται με οριστική αορίστου (ἦλθεν) και δηλώνει πραγματικό γεγονός του παρελθόντος. Προσδιορίζει χρονικά το περιεχόμενο του οὐ μηδίσαι («όταν εισέβαλε ο βάρβαρος»).
ἦλθεν: ρήμα της χρονικής πρότασης ὁ βάρβαρος: υποκείμενο στο ἦλθεν· με τον όρο εννοείται ο Πέρσης βασιλιάς και, συνεκδοχικά, οι Πέρσες.. ἐπί τήν Ἑλλάδα: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της εχθρικής κατεύθυνσης/κίνησης στο ἦλθεν.
 
«φασὶ μόνοι Βοιωτῶν οὐ μηδίσαι»
Κύρια πρόταση κρίσεως.
φασί: ρήμα της κύριας πρότασης, με εννοούμενο υποκείμενο οὗτοι (οἱ Πλαταιεῖς). οὐ μηδίσαι: ειδικό απαρέμφατο αορίστου, αντικείμενο στο φασί. [Η άρνησή του είναι οὐ, επειδή πρόκειται για απαρέμφατο κρίσεως. Το απαρέμφατο αορίστου δηλώνει πράξη προτερόχρονη σε σχέση με το φασί.] Υποκείμενο του μηδίσαι είναι το εννοούμενο οὗτοι (= οι Πλαταιείς), το οποίο ταυτίζεται με το εννοούμενο υποκείμενο του φασί (ταυτοπροσωπία). μόνοι: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο εννοούμενο οὗτοι, με επιρρηματική σημασία αποκλεισμού («μόνον αυτοί»). Βοιωτῶν: γενική διαιρετική από το μόνοι («μόνοι από τους Βοιωτούς»).
 
«καί τούτῳ μάλιστα αὐτοί τε ἀγάλλονται καὶ ἡμᾶς λοιδοροῦσιν»
Δύο κύριες προτάσεις, παρατακτικά συνδεδεμένες μεταξύ τους με το ζεύγος τε… καί και με κοινό υποκείμενο το οὗτοι.
ἀγάλλονται: ρήμα της πρώτης κύριας πρότασης, απόλυτα χρησιμοποιούμενο («καμαρώνουν / υπερηφανεύονται»). οὗτοι: κοινό εννούμενο υποκείμενο των ἀγάλλονται και λοιδοροῦσιν· αὐτοί: Κατηγορηματικός προσδιορισμός στο εννοούμενο υποκείμενο. τούτῳ: δοτική της αιτίας στα ἀγάλλονται και λοιδοροῦσιν («γι’ αυτό»), η οποία αναφέρεται στο ότι οι Πλαταιείς δεν μήδισαν. μάλιστα: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού, κυρίως στο ἀγάλλονται και νοηματικά σε όλη τη φράση. τε… καί: συμπλεκτικοί σύνδεσμοι που συνδέουν τα δύο ρήματα και τις αντίστοιχες κύριες προτάσεις. ἡμᾶς: άμεσο αντικείμενο στο λοιδοροῦσιν· αναφέρεται στους Θηβαίους που μιλούν. λοιδοροῦσιν: ρήμα της δεύτερης κύριας πρότασης.
 
«Ἡμεῖς δέ μηδίσαι μέν αὐτούς οὔ φαμεν»
φαμεν: ρήμα της κύριας πρότασης, οριστική ενεστώτα, α΄ πληθυντικό, του «φημί».
Ἡμεῖς: υποκείμενο του «φαμεν»· αναφέρεται στους Θηβαίους που μιλούν και αντιδιαστέλλεται προς τους Πλαταιείς. δέ: μεταβατικός–αντιθετικός σύνδεσμος, που συνδέει την περίοδο με τα προηγούμενα. οὔ: άρνηση του «φαμεν», όχι άμεσα του «μηδίσαι»: «δεν λέμε ότι μήδισαν». μηδίσαι: ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο του «φαμεν». Δηλώνει πράξη προτερόχρονη σε σχέση με το ρήμα εξάρτησης. αὐτούς: υποκείμενο του «μηδίσαι» σε αιτιατική· αναφέρεται στους Πλαταιείς (ετεροπροσωπία).
μέν: αντιθετικό μόριο· προετοιμάζει το δεύτερο σκέλος με το «μέντοι», αντιπαραθέτοντας το «μηδίσαι» προς το «ἀττικίσαι».

«διότι οὐδ’ Ἀθηναίους»
Δευτερεύουσα επιρρηματική αιτιολογική πρόταση, εισαγόμενη με το «διότι». Αιτιολογεί την προηγούμενη άρνηση: οι Θηβαίοι δεν ισχυρίζονται ότι οι Πλαταιείς μήδισαν, επειδή ούτε οι Αθηναίοι μήδισαν.
Η διατύπωση είναι ελλειπτική και συμπληρώνεται: «διότι οὐδ’ Ἀθηναίους [μηδίσαι φαμεν]».
διότι: αιτιολογικός σύνδεσμος. ο
διότι: αιτιολογικός σύνδεσμος. οὐδ’ (= οὐδέ): αρνητικό μόριο με προσθετική σημασία, «ούτε / ούτε και». Ἀθηναίους: υποκείμενο του εννοούμενου ειδικού απαρεμφάτου «μηδίσαι» σε αιτιατική, όχι αντικείμενο του «φαμεν». [μηδίσαι]: εννοούμενο ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο του εννοούμενου «φαμεν». [φαμεν]: εννοούμενο ρήμα της αιτιολογικής πρότασης, με υποκείμενο το «Ἡμεῖς». Η πρόταση παρουσιάζει την αιτία ως πραγματική, με εννοούμενη οριστική. Η νοηματική απόδοση «διότι οὐδ’ Ἀθηναῖοι ἐμήδισαν» εξηγεί το νόημα, αλλά δεν αναπαράγει τη σύνταξη της αιτιατικής «Ἀθηναίους».

«τῇ μέντοι αὐτῇ ἰδέα ὕστερον ἰόντων Ἀθηναίων ἐπί τούς Ἕλληνας μόνους αὖ Βοιωτῶν ἀττικίσαι»
Δεύτερο, αντιθετικό σκέλος του πλαγίου λόγου. Κύρια πρόταση με εννοούμενο καταφατικό «φαμέν».
μέντοι: αντιθετικό μόριο, «όμως / ωστόσο», που εισάγει την ανταπάντηση των Θηβαίων.
ἀττικίσαι: ειδικό απαρέμφατο αορίστου ενεργητικής φωνής, αντικείμενο του εννοούμενου «φαμέν». Σημαίνει «συντάχθηκαν με τους Αθηναίους» και δηλώνει πράξη προτερόχρονη σε σχέση με το ρήμα εξάρτησης. [αὐτούς]: εννοούμενο υποκείμενο του «ἀττικίσαι», σε αιτιατική· είναι οι Πλαταιείς. Και εδώ υπάρχει ετεροπροσωπία ως προς το «[Ἡμεῖς φαμέν]». μόνους: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο εννοούμενο «αὐτούς», με σημασία αποκλεισμού («μόνον αυτοί»). Η αιτιατική συμφωνεί με το υποκείμενο του απαρεμφάτου. Βοιωτῶν: γενική διαιρετική από το «μόνους»: «μόνοι από τους Βοιωτούς». αὖ: επιρρηματικός προσδιορισμός με σημασία «πάλι / από την άλλη», που υπογραμμίζει την αντιπαραβολή των δύο περιστάσεων. τῇ αὐτῇ ἰδέᾳ: δοτική του τρόπου στο «ἀττικίσαι», «με τον ίδιο τρόπο»· παραπέμπει στην προηγούμενη περίπτωση της στάσης απέναντι στους Πέρσες. αὐτῇ: επιθετικός προσδιορισμός στο «ἰδέᾳ». Με το άρθρο δηλώνει ταυτότητα («την ίδια»), όχι έμφαση («την ίδια την…»).
ἰόντων: επιρρηματική χρονική μετοχή. Με το υποκείμενό της σχηματίζει γενική απόλυτη, αφού οι Αθηναίοι δεν αποτελούν συντακτικό όρο του «ἀττικίσαι», του οποίου υποκείμενο είναι οι Πλαταιείς. Δηλώνει το σύγχρονο προς το «ἀττικίσαι»: «όταν οι Αθηναίοι κινούνταν εναντίον των Ελλήνων». Ἀθηναίων: υποκείμενο της μετοχής «ἰόντων» σε γενική. ὕστερον: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στη μετοχή «ἰόντων»· τοποθετεί την αθηναϊκή επέκταση μετά την περσική εισβολή. ἐπί τούς Ἕλληνας: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της εχθρικής κατεύθυνσης στη μετοχή «ἰόντων».
 
«Καίτοι σκέψασθε»
Κύρια πρόταση επιθυμίας, η οποία εκφέρεται με προστακτική και εκφράζει προτροπή. Οι Θηβαίοι καλούν τους Λακεδαιμονίους να εξετάσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ενήργησε καθεμιά από τις δύο πλευρές.
Καίτοι: αντιθετικός σύνδεσμος («ωστόσο / κι όμως»), που συνδέει την περίοδο με τα προηγούμενα και εισάγει την προτροπή για εξέταση των διαφορετικών συνθηκών.
σκέψασθε: ρήμα της κύριας πρότασης, προστακτική αορίστου μέσης φωνής, β΄ πληθυντικού, του «σκέπτομαι». [ὑμεῖς]: εννοούμενο υποκείμενο του «σκέψασθε»· αναφέρεται στους Λακεδαιμονίους προς τους οποίους απευθύνονται οι Θηβαίοι. Αντικείμενο του «σκέψασθε» είναι ολόκληρη η πλάγια ερωτηματική πρόταση που ακολουθεί.

«ἐν οἵῳ εἴδει ἑκάτεροι ἡμῶν τοῦτο ἔπραξαν»
Δευτερεύουσα ονοματική πλάγια ερωτηματική πρόταση μερικής αγνοίας, η οποία εισάγεται με την ερωτηματική αντωνυμία «οἵῳ», μέσα στον εμπρόθετο προσδιορισμό «ἐν οἵῳ εἴδει». Εξαρτάται από το «σκέψασθε», ρήμα που δηλώνει εξέταση, και λειτουργεί ως αντικείμενό του. Εκφέρεται με οριστική αορίστου («ἔπραξαν»), επειδή αναφέρεται σε πραγματική πράξη του παρελθόντος.
ἔπραξαν: ρήμα της πλάγιας ερωτηματικής πρότασης, οριστική αορίστου ενεργητικής φωνής, γ΄ πληθυντικού, του «πράττω». ἑκάτεροι: υποκείμενο του «ἔπραξαν», σε ονομαστική πληθυντικού· δηλώνει καθεμιά από τις δύο πλευρές, τους Θηβαίους και τους Πλαταιείς. ἡμῶν: γενική διαιρετική από το «ἑκάτεροι» («καθεμιά από τις δύο πλευρές μας»). Εδώ περιλαμβάνει και τους Θηβαίους και τους Πλαταιείς, όχι μόνο τους Θηβαίους που μιλούν. τοῦτο: αντικείμενο του «ἔπραξαν», σε αιτιατική ουδετέρου ενικού. Αναφέρεται στην προσχώρηση καθεμιάς πλευράς σε μια εξωτερική δύναμη: των Θηβαίων στους Πέρσες και των Πλαταιέων στους Αθηναίους. ἐν οἵῳ εἴδει: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου, με ειδικότερη σημασία των περιστάσεων ή της πολιτειακής κατάστασης, στο «ἔπραξαν» («κάτω από ποιες συνθήκες / σε ποια πολιτειακή κατάσταση»). οἵῳ: ερωτηματική αντωνυμία σε δοτική ουδετέρου ενικού, επιθετικός προσδιορισμός στο «εἴδει»· συμφωνεί μαζί του σε γένος, αριθμό και πτώση. εἴδει: δοτική ουδετέρου ενικού του «εἶδος», ως όρος της πρόθεσης «ἐν». Εδώ δηλώνει τη μορφή της πολιτειακής οργάνωσης ή την κατάσταση μέσα στην οποία έγινε η πράξη.

Ἡμῖν μέν γάρ ἡ πόλις τότε ἐτύγχανεν οὔτε κατ’ ὀλιγαρχίαν ἰσόνομον πολιτεύουσα οὔτε κατά δημοκρατίαν·
Κύρια πρόταση κρίσεως, η οποία εκφέρεται με οριστική παρατατικού («ἐτύγχανεν») και παρουσιάζει την πολιτειακή κατάσταση της Θήβας κατά το παρελθόν. Με το «γάρ» αιτιολογεί την προηγούμενη προτροπή «σκέψασθε»: πρέπει να εξεταστούν οι συνθήκες της πράξης, γιατί η πόλη τότε δεν είχε ούτε ισόνομη ολιγαρχία ούτε δημοκρατία.
ἐτύγχανεν: ρήμα της κύριας πρότασης, οριστική παρατατικού ενεργητικής φωνής, γ΄ ενικού, του «τυγχάνω». Εδώ δεν σημαίνει «πετύχαινε», αλλά συντάσσεται με κατηγορηματική μετοχή και σημαίνει «συνέβαινε να / βρισκόταν να». ἡ πόλις: υποκείμενο του «ἐτύγχανεν» και της μετοχής «πολιτεύουσα»· αναφέρεται στη Θήβα. Ἡμῖν: δοτική προσωπική κτητική, που δηλώνει σε ποιους ανήκει η πόλη («η πόλη μας»). Αναφέρεται στους Θηβαίους που μιλούν. Δεν είναι αντικείμενο του «ἐτύγχανεν», ούτε υποκείμενο της μετοχής. πολιτεύουσα: κατηγορηματική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής, ονομαστική θηλυκού ενικού, του «πολιτεύω». Εξαρτάται από το «ἐτύγχανεν» και αναφέρεται στο υποκείμενό του, «ἡ πόλις», με το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση. Συμπληρώνει το νόημα του ρήματος και δηλώνει το σύγχρονο προς αυτό: «συνέβαινε να έχει / να λειτουργεί με ένα πολίτευμα». τότε: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο «ἐτύγχανεν», και νοηματικά στο σύνολο «ἐτύγχανεν… πολιτεύουσα»· αναφέρεται στην εποχή της περσικής εισβολής. κατ’ ὀλιγαρχίαν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στη μετοχή «πολιτεύουσα» («με ολιγαρχικό πολίτευμα / σύμφωνα με ολιγαρχική πολιτειακή οργάνωση»). Το «κατ’» προέρχεται από το «κατά» με έκθλιψη πριν από το αρχικό φωνήεν του «ὀλιγαρχίαν». ἰσόνομον: επιθετικός προσδιορισμός στο «ὀλιγαρχίαν», σε αιτιατική θηλυκού ενικού. Το επίθετο «ἰσόνομος» είναι δικατάληκτο· εδώ χαρακτηρίζει ολιγαρχία που εξασφαλίζει ισονομία. κατά δημοκρατίαν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στην ίδια μετοχή «πολιτεύουσα» («με δημοκρατικό πολίτευμα»).
οὔτε… οὔτε: αποφατικοί συμπλεκτικοί σύνδεσμοι, που συνδέουν τους ομοειδείς προσδιορισμούς «κατ’ ὀλιγαρχίαν ἰσόνομον» και «κατά δημοκρατίαν», αποκλείοντας και τις δύο μορφές πολιτεύματος. Δεν αρνούνται ότι η πόλη είχε πολιτειακή οργάνωση, αλλά ότι είχε κάποια από αυτές τις δύο μορφές.
μέν: αντιθετικό μόριο· προετοιμάζει την αντιπαράθεση με το «δέ» της συνέχειας («ὅπερ δέ…»), όπου παρουσιάζεται η πραγματική μορφή εξουσίας, η δυναστεία λίγων ανδρών.
γάρ: αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος, που συνδέει την κύρια πρόταση με τα προηγούμενα και προσδίδει αιτιολογική–επεξηγηματική σημασία.
γάρ: αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος, που συνδέει την κύρια πρόταση με τα προηγούμενα και προσδίδει αιτιολογική–επεξηγηματική σημασία.

«δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν εἶχε τά πράγματα»
Κύρια πρόταση κρίσεως, που εκφέρεται με οριστική παρατατικού και παρουσιάζει την πραγματική μορφή εξουσίας στην πόλη τότε.
εἶχε: ρήμα της κύριας πρότασης, οριστική παρατατικού ενεργητικής φωνής, γ΄ ενικού, του «ἔχω». δυναστεία: υποκείμενο του «εἶχε», σε ονομαστική ενικού. Δηλώνει την αυθαίρετη εξουσία μιας περιορισμένης ομάδας ανδρών, όχι κληρονομική δυναστεία με τη νεότερη σημασία της λέξης. ἀνδρῶν: γενική υποκειμενική από το «δυναστεία»: οι άνδρες είναι αυτοί που ασκούν την εξουσία. ὀλίγων: επιθετικός προσδιορισμός στο «ἀνδρῶν», σε γενική πληθυντικού. τά πράγματα: αντικείμενο του «εἶχε», σε αιτιατική ουδετέρου πληθυντικού. Η φράση «ἔχειν τά πράγματα» σημαίνει «έχειν την εξουσία / διοικείν τις δημόσιες υποθέσεις».

«ὅπερ… ἐστι νόμοις μέν καί τῷ σωφρονεστάτῳ ἐναντιώτατον, ἐγγυτάτω δέ τυράννου»
Δευτερεύουσα αναφορική ονοματική πρόταση, με επεξηγηματική λειτουργία ως προς τη «δυναστεία». Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία «ὅπερ» και εκφέρεται με οριστική ενεστώτα («ἐστι»), επειδή διατυπώνει έναν γενικό χαρακτηρισμό του καθεστώτος.
ὅπερ: υποκείμενο του «ἐστι», σε ονομαστική ουδετέρου ενικού. Το «-περ» ενισχύει την αναφορά («ακριβώς αυτό το οποίο»). Η αντωνυμία παραπέμπει νοηματικά στη «δυναστεία» που ακολουθεί· το ουδέτερο αναφέρεται στο καθεστώς ως πράγμα ή έννοια, με νοηματικά εννοούμενο «πολίτευμα», και όχι με γραμματική συμφωνία προς το θηλυκό «δυναστεία». ἐστι: συνδετικό ρήμα, οριστική ενεστώτα, γ΄ ενικού, του «εἰμί». ἐναντιώτατον: κατηγορούμενο στο «ὅπερ» μέσω του «ἐστι», σε ονομαστική ουδετέρου ενικού· υπερθετικός βαθμός του «ἐναντίος», με σημασία «εντελώς αντίθετο». νόμοις: δοτική αντικειμενική ως συμπλήρωμα του «ἐναντιώτατον» («αντίθετο προς τους νόμους»), όχι αντικείμενο του συνδετικού ρήματος. τῷ σωφρονεστάτῳ: δεύτερη δοτική αντικειμενική από το «ἐναντιώτατον», συνδεδεμένη με το «νόμοις» μέσω του «καί». Είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο ουδετέρου γένους, υπερθετικού βαθμού, και δηλώνει την εντονότερη σωφροσύνη ή την πιο συνετή και μετριοπαθή πολιτειακή τάξη. ἐγγυτάτω: υπερθετικός βαθμός του επιρρήματος «ἐγγύς». Χρησιμοποιείται κατηγορηματικά με το «ἐστι» και αποδίδει δεύτερο χαρακτηρισμό στο «ὅπερ»: «βρίσκεται πολύ κοντά». Δεν είναι επίθετο που συμφωνεί με το «ὅπερ». τυράννου: γενική ως συμπλήρωμα του «ἐγγυτάτω», κατά τη σύνταξη των επιρρημάτων εγγύτητας. Δεν είναι γενική συγκριτική. Κυριολεκτικά σημαίνει «κοντά σε τύραννο», ενώ νοηματικά παραπέμπει στην εξουσία του τυράννου, δηλαδή στην τυραννία.
 
«Καί οὗτοι ἰδίας δυνάμεις ἐλπίσαντες ἔτι μᾶλλον σχήσειν… κατέχοντες ἰσχύι τό πλῆθος ἐπηγάγοντο αὐτόν·»
Κύρια πρόταση
Καί: συμπλεκτικός σύνδεσμος που συνδέει την περίοδο με τα προηγούμενα.
ἐπηγάγοντο: ρήμα της κύριας πρότασης, οριστική αορίστου β΄ μέσης φωνής, γ΄ πληθυντικού, του «ἐπάγομαι», με σημασία «προσκάλεσαν / έφεραν εναντίον της χώρας τους». οὗτοι: υποκείμενο του «ἐπηγάγοντο» και των δύο μετοχών· αναφέρεται στους λίγους άνδρες που ασκούσαν την εξουσία. αὐτόν: αντικείμενο του «ἐπηγάγοντο», σε αιτιατική αρσενικού ενικού· αναφέρεται στον Πέρση βασιλιά.
ἐλπίσαντες: επιρρηματική αιτιολογική μετοχή αορίστου ενεργητικής φωνής, ονομαστική αρσενικού πληθυντικού, του «ἐλπίζω». Είναι συνημμένη στο «οὗτοι» και δηλώνει το κίνητρο του «ἐπηγάγοντο»: «επειδή έλπισαν ότι…». Ο αόριστος παρουσιάζει την ελπίδα ως προγενέστερη της πρόσκλησης. σχήσειν: ειδικό απαρέμφατο μέλλοντα ενεργητικής φωνής του «ἔχω», αντικείμενο της μετοχής «ἐλπίσαντες». Δηλώνει το υστερόχρονο σε σχέση με την ελπίδα: «ότι θα αποκτούσαν / θα είχαν». [οὗτοι]: εννοούμενο υποκείμενο του «σχήσειν». Υπάρχει ταυτοπροσωπία με το υποκείμενο του «ἐλπίσαντες»· γι’ αυτό δεν εκφέρεται ιδιαίτερο υποκείμενο σε αιτιατική. δυνάμεις: αντικείμενο του «σχήσειν», σε αιτιατική θηλυκού πληθυντικού· δηλώνει την προσωπική ισχύ και τις δυνατότητες επιβολής τους. ἰδίας: επιθετικός προσδιορισμός στο «δυνάμεις», με το οποίο συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση: «δικές τους / προσωπικές». μᾶλλον: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού ή του βαθμού στο «σχήσειν». ἔτι: επιρρηματικός προσδιορισμός που ενισχύει τον συγκριτικό βαθμό «μᾶλλον». Το σύνολο «ἔτι μᾶλλον» σημαίνει «ακόμη περισσότερο».
κατέχοντες: επιρρηματική τροπική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής, ονομαστική αρσενικού πληθυντικού, του «κατέχω». Είναι συνημμένη στο «οὗτοι» και δηλώνει τον τρόπο ή τη συνοδευτική περίσταση της πρόσκλησης: «κρατώντας τον λαό υποταγμένο». Ο ενεστώτας δηλώνει το σύγχρονο προς το «ἐπηγάγοντο». τό πλῆθος: αντικείμενο της μετοχής «κατέχοντες», σε αιτιατική ουδετέρου ενικού· αναφέρεται στον λαό, στο σύνολο των πολιτών που δεν μετείχαν στην κυβερνώσα ομάδα. ἰσχύι: δοτική του μέσου στη μετοχή «κατέχοντες»: «με τη δύναμη / με τη βία».

«εἰ τά τοῦ Μήδου κρατήσειε» — ο υποθετικός λόγος
Δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση, η οποία προσδιορίζει το «σχήσειν» και αποτελεί την υπόθεση ενός υποθετικού λόγου σε πλάγια διατύπωση.
εἰ: υποθετικός σύνδεσμος.
κρατήσειε: ρήμα της υποθετικής πρότασης, ευκτική αορίστου ενεργητικής φωνής, γ΄ ενικού, του «κρατέω». Είναι ευκτική του πλαγίου λόγου, λόγω της εξάρτησης από την ελπίδα που τοποθετείται στο παρελθόν. τά τοῦ Μήδου: υποκείμενο του «κρατήσειε», σε ονομαστική ουδετέρου πληθυντικού: «οι υποθέσεις / η παράταξη του Πέρση». Το ρήμα βρίσκεται σε ενικό λόγω αττικής σύνταξης, αφού το υποκείμενο είναι ουδέτερο πληθυντικού. τοῦ Μήδου: γενική κτητική στο ουσιαστικοποιημένο «τά», με εννοούμενο «πράγματα»· δηλώνει όσα ανήκουν ή αφορούν τον Πέρση.
Υπόθεση: «εἰ τά τοῦ Μήδου κρατήσειε».
Απόδοση: «ἰδίας δυνάμεις… ἔτι μᾶλλον σχήσειν»· όχι το «ἐπηγάγοντο αὐτόν». Η επικράτηση των Περσών αποτελεί προϋπόθεση της αναμενόμενης ενίσχυσης της προσωπικής τους δύναμης, όχι της ήδη πραγματοποιημένης πρόσκλησης.
Ο υποθετικός λόγος δηλώνει το προσδοκώμενο. Στον ευθύ λόγο αποδίδεται: «Ἐάν τά τοῦ Μήδου κρατήσῃ, ἰδίας δυνάμεις ἔτι μᾶλλον ἕξομεν». Η υπόθεση εκφέρεται με «ἐάν + υποτακτική» και η απόδοση με οριστική μέλλοντα. Επομένως, το «εἰ + ευκτική» εδώ δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί ο λόγος ως απλή σκέψη του λέγοντος· πρέπει να ληφθούν υπόψη η πλάγια διατύπωση και το απαρέμφατο μέλλοντα της απόδοσης.
 
«καί ἡ ξύμπασα πόλις οὐκ αὐτοκράτωρ οὖσα ἑαυτῆς τοῦτ’ ἔπραξεν»
Κύρια πρόταση κρίσεως, η οποία εκφέρεται με οριστική αορίστου. Περιλαμβάνει τη συνημμένη αιτιολογική μετοχή «οὐκ αὐτοκράτωρ οὖσα ἑαυτῆς».
καί: συμπλεκτικός σύνδεσμος που συνδέει την πρόταση με τα προηγούμενα. ἔπραξεν: ρήμα της κύριας πρότασης, οριστική αορίστου ενεργητικής φωνής, γ΄ ενικού, του «πράττω». ἡ πόλις: υποκείμενο του «ἔπραξεν» και της μετοχής «οὖσα»· αναφέρεται στη Θήβα ως σύνολο πολιτών. ξύμπασα: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο «ἡ πόλις», με σημασία ολότητας («ολόκληρη η πόλη»). Βρίσκεται σε κατηγορηματική θέση, έξω από το σύνολο άρθρου και ουσιαστικού, και δεν είναι κατηγορούμενο του «ἔπραξεν». τοῦτ’ (= τοῦτο): αντικείμενο του «ἔπραξεν», σε αιτιατική ουδετέρου ενικού. Αναφέρεται στην προηγουμένως μνημονευόμενη πράξη, δηλαδή στην πρόσκληση του Πέρση και στη σύμπραξη μαζί του.
οὖσα: επιρρηματική αιτιολογική μετοχή ενεστώτα του «εἰμί», ονομαστική θηλυκού ενικού, συνημμένη στο υποκείμενο «ἡ πόλις». Δηλώνει το σύγχρονο προς το «ἔπραξεν» και παρουσιάζει την αιτία ως πραγματική: «επειδή δεν ήταν κυρία του εαυτού της». Δεν είναι κατηγορηματική μετοχή, αφού δεν συμπληρώνει κάποιο ρήμα που απαιτεί τέτοια σύνταξη. αὐτοκράτωρ: κατηγορούμενο στο υποκείμενο «ἡ πόλις» μέσω της συνδετικής μετοχής «οὖσα», σε ονομαστική θηλυκού ενικού. Σημαίνει «αυτεξούσια / κυρία», όχι «αυτοκράτειρα» με τη νεότερη σημασία. ἑαυτῆς: γενική ως συμπλήρωμα του «αὐτοκράτωρ», κατά τη σύνταξη των λέξεων που δηλώνουν εξουσία· στη σχολική ορολογία, γενική αντικειμενική («κυρία του εαυτού της»). Η αυτοπαθής αντωνυμία αναφέρεται στην πόλη. οὐκ: άρνηση της αιτιολογικής μετοχικής φράσης. Η χρήση του «οὐ» συνδέεται με την παρουσίαση της αιτίας ως πραγματικού γεγονότος.

«οὐδ’ ἄξιον αὐτῇ ὀνειδίσαι»
Δεύτερη κύρια πρόταση κρίσεως, παρατακτικά συνδεδεμένη με την προηγούμενη. Είναι ελλειπτική: εννοείται το συνδετικό ρήμα «ἐστί».
οὐδ’ (= οὐδέ): αρνητικός συμπλεκτικός σύνδεσμος, «ούτε / και δεν», που συνδέει τις δύο κύριες προτάσεις και αρνείται το «ἄξιον [ἐστί]». ἄξιον [ἐστί]: απρόσωπη έκφραση, «είναι δίκαιο / πρέπον». Το «ἄξιον» είναι κατηγορούμενο στο απαρεμφατικό υποκείμενο μέσω του εννοούμενου «ἐστί». ὀνειδίσαι: τελικό απαρέμφατο αορίστου ενεργητικής φωνής του «ὀνειδίζω», υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης «ἄξιον [ἐστί]». Ο αόριστος παρουσιάζει την πράξη συνολικά και δεν δηλώνει εδώ κατ’ ανάγκην προτερόχρονο. [τινά]: εννοούμενο υποκείμενο του «ὀνειδίσαι», σε αιτιατική, με αόριστη–γενική σημασία («να της καταλογίσει κανείς»). Από τα συμφραζόμενα η κρίση απευθύνεται στους Λακεδαιμονίους. αὐτῇ: αντικείμενο του «ὀνειδίσαι», σε δοτική θηλυκού ενικού· αναφέρεται στην πόλη. Δεν είναι δοτική προσωπική που δηλώνει το υποκείμενο του απαρεμφάτου: η πόλη δέχεται τον καταλογισμό, δεν τον ασκεί.

«ὧν μή μετά νόμων ἥμαρτεν»
Δευτερεύουσα αναφορική ονοματική πρόταση, η οποία εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία «ὧν» και εκφέρεται με οριστική αορίστου («ἥμαρτεν»), επειδή αναφέρεται σε πράξεις του παρελθόντος. Προσδιορίζει το εννοούμενο «[ταῦτα / ἁμαρτήματα]», που αποτελεί το άμεσο αντικείμενο του «ὀνειδίσαι».
ἥμαρτεν: ρήμα της αναφορικής πρότασης, οριστική αορίστου β΄ ενεργητικής φωνής, γ΄ ενικού, του «ἁμαρτάνω». [ἡ πόλις]: εννοούμενο υποκείμενο του «ἥμαρτεν». ὧν: αναφορική αντωνυμία, γενική ουδετέρου πληθυντικού. Αναφέρεται στα σφάλματα της πόλης. Η γενική εξηγείται ως έλξη του αναφορικού από το εννοούμενο «τούτων»: αντί «ὀνειδίσαι αὐτῇ ταῦτα, ἅ… ἥμαρτεν», η αναφορική αντωνυμία εμφανίζεται στη γενική που μπορεί να δηλώνει την αιτία του ονειδισμού («να την κατηγορεί γι’ αυτά»). Μέσα στην αναφορική αντιστοιχεί στο «ἅ», σύστοιχο αντικείμενο του «ἥμαρτεν» («τα σφάλματα που διέπραξε»). Δεν πρέπει επομένως η μορφή της γενικής να ταυτιστεί χωρίς εξήγηση με τη συντακτική λειτουργία της μέσα στην πρόταση. μετά νόμων: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου ή των συνοδευτικών συνθηκών στο «ἥμαρτεν»: «με νόμιμη πολιτειακή τάξη / σύμφωνα με τους νόμους».
μή: αρνητικό μόριο που αφορά τον εμπρόθετο προσδιορισμό «μετά νόμων», όχι την πράξη «ἥμαρτεν». Το «μή μετά νόμων» σημαίνει «χωρίς νόμιμη πολιτειακή τάξη»· δεν δηλώνει ότι η πόλη δεν έσφαλε. Ολόκληρη η φράση αποδίδεται «τα σφάλματα που διέπραξε όταν δεν κυβερνιόταν σύμφωνα με τους νόμους».

«Ἐπειδή γοῦν ὅ τε Μῆδος ἀπῆλθε καί τούς νόμους ἔλαβε»
Δύο δευτερεύουσες επιρρηματικές χρονικές προτάσεις, συνδεδεμένες με το «τε… καί». Εισάγονται με τον κοινό χρονικό σύνδεσμο «ἐπειδή», εκφέρονται με οριστική αορίστου και παρουσιάζουν πραγματικά γεγονότα του παρελθόντος, προτερόχρονα προς την απαιτούμενη εξέταση. Προσδιορίζουν χρονικά το «σκέψασθαι χρή»: «αφού αποχώρησε ο Πέρσης και η πόλη απέκτησε νόμιμο πολίτευμα».
ἐπειδή: χρονικός σύνδεσμος. γοῦν: συμπερασματικό–βεβαιωτικό μόριο, «λοιπόν / πάντως», που συνδέει την εξέταση της μεταγενέστερης στάσης της πόλης με το προηγούμενο επιχείρημα.
ἀπῆλθε: ρήμα της πρώτης χρονικής πρότασης, οριστική αορίστου β΄ ενεργητικής φωνής, γ΄ ενικού, του «ἀπέρχομαι». ὁ Μῆδος: υποκείμενο του «ἀπῆλθε»· δηλώνει τον Πέρση και, συνεκδοχικά, την περσική δύναμη. τε… καί: συμπλεκτικοί σύνδεσμοι που συνδέουν τις δύο χρονικές προτάσεις.
ἔλαβε: ρήμα της δεύτερης χρονικής πρότασης, οριστική αορίστου β΄ ενεργητικής φωνής, γ΄ ενικού, του «λαμβάνω». [ἡ πόλις]: εννοούμενο υποκείμενο του «ἔλαβε», όχι το «ὁ Μῆδος». Υπάρχει αλλαγή υποκειμένου χωρίς ρητή επανάληψή του. τούς νόμους: αντικείμενο του «ἔλαβε». Η φράση σημαίνει ότι η πόλη απέκτησε ξανά νόμιμη πολιτειακή οργάνωση.

«σκέψασθαι χρή Ἀθηναίων ὕστερον ἐπιόντων τήν τε ἄλλην Ἑλλάδα καί τήν ἡμετέραν χώραν πειρωμένων ὑφ’ αὑτοῖς ποιεῖσθαι καί κατά στάσιν ἤδη ἐχόντων αὐτῆς τά πολλά»
Κύρια πρόταση με απρόσωπη σύνταξη, η οποία εκφράζει αναγκαιότητα και λειτουργεί ως προτροπή.
χρή: απρόσωπο ρήμα, οριστική ενεστώτα, γ΄ ενικού, με σημασία «πρέπει». σκέψασθαι: τελικό απαρέμφατο αορίστου μέσης φωνής του «σκέπτομαι», υποκείμενο του «χρή». Ο αόριστος δηλώνει την εξέταση ως συνολική πράξη, όχι ως ήδη πραγματοποιημένη. [ὑμᾶς]: εννοούμενο υποκείμενο του «σκέψασθαι», σε αιτιατική· αναφέρεται στους Λακεδαιμονίους προς τους οποίους απευθύνονται οι Θηβαίοι. [Αντικείμενο του «σκέψασθαι» είναι το σύνολο των πλάγιων ερωτηματικών προτάσεων που ακολουθούν.]
ἐπιόντων: επιρρηματική χρονική μετοχή ενεστώτα του «ἔπειμι» («έρχομαι εναντίον / επιτίθεμαι»), γενική αρσενικού πληθυντικού, σε γενική απόλυτη: «όταν οι Αθηναίοι αργότερα επιτέθηκαν». Ἀθηναίων: υποκείμενο του «ἐπιόντων» και των επόμενων δύο μετοχών. ὕστερον: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο «ἐπιόντων»· δηλώνει χρόνο μεταγενέστερο της αποχώρησης των Περσών. πειρωμένων: επιρρηματική χρονική μετοχή ενεστώτα μέσης φωνής του «πειράομαι», γενική αρσενικού πληθυντικού, σε γενική απόλυτη με υποκείμενο το «Ἀθηναίων»: «όταν επιχειρούσαν να υποτάξουν…». Η φράση εξηγεί τον σκοπό της αθηναϊκής επίθεσης. ποιεῖσθαι: τελικό απαρέμφατο ενεστώτα μέσης φωνής του «ποιέω», αντικείμενο της μετοχής «πειρωμένων». Υποκείμενό του είναι οι ίδιοι Αθηναίοι· υπάρχει ταυτοπροσωπία και διατηρείται η γενική του υποκειμένου της μετοχής. τήν Ἑλλάδα και τήν χώραν: δύο αντικείμενα του «ποιεῖσθαι», σε αιτιατική, συνδεδεμένα με το «τε… καί». Δεν αποτελούν υποκείμενα του απαρεμφάτου. ἄλλην: επιθετικός προσδιορισμός στο «Ἑλλάδα», «την υπόλοιπη Ελλάδα». ἡμετέραν: επιθετικός προσδιορισμός στο «χώραν», εκφερόμενος με κτητική αντωνυμία· δηλώνει τη χώρα των Θηβαίων, τη Βοιωτία. ὑφ’ αὑτοῖς: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της υποταγής ή εξάρτησης στο «ποιεῖσθαι». Το σύνολο «ὑφ’ αὑτοῖς ποιεῖσθαι» σημαίνει «θέτειν υπό τη δική τους εξουσία / υποτάσσειν».
ἐχόντων: επιρρηματική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «ἔχω», γενική αρσενικού πληθυντικού, σε γενική απόλυτη. Δηλώνει συνοδευτική χρονική περίσταση, με δυνατή παραχωρητική απόχρωση στο συγκεκριμένο νόημα: «ενώ κατείχαν ήδη» ή «μολονότι κατείχαν ήδη». [Ἀθηναίων]: κοινό υποκείμενο της μετοχής, εννοούμενο από τα προηγούμενα. τά πολλά: αντικείμενο του «ἐχόντων», ουσιαστικοποιημένο επίθετο ουδετέρου πληθυντικού: «το μεγαλύτερο μέρος». αὐτῆς: γενική διαιρετική από το «τά πολλά»· αναφέρεται στην «ἡμετέραν χώραν», δηλαδή στη Βοιωτία. κατά στάσιν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας στο «ἐχόντων», «εξαιτίας της εσωτερικής διαμάχης». ἤδη: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο «ἐχόντων».
καί: συμπλεκτικός σύνδεσμος που συνδέει το «ἐχόντων» με την προηγούμενη μετοχική φράση.

«εἰ μαχόμενοι ἐν Κορωνείᾳ καί νικήσαντες αὐτούς ἠλευθερώσαμεν τήν Βοιωτίαν»
Δευτερεύουσα ονοματική πλάγια ερωτηματική πρόταση ολικής αγνοίας, αντικείμενο του «σκέψασθαι». Εισάγεται με το ερωτηματικό «εἰ» («αν / κατά πόσον»), όχι με υποθετικό σύνδεσμο· επομένως δεν σχηματίζει υποθετικό λόγο. Εκφέρεται με οριστική αορίστου και ζητεί να εξεταστεί ένα ιστορικό γεγονός, το οποίο οι ομιλητές προβάλλουν ως τεκμήριο της στάσης τους.
ἠλευθερώσαμεν: ρήμα της πλάγιας ερωτηματικής, οριστική αορίστου ενεργητικής φωνής, α΄ πληθυντικού, του «ἐλευθερόω». [ἡμεῖς]: εννοούμενο υποκείμενο του ρήματος και των μετοχών «μαχόμενοι», «νικήσαντες»· αναφέρεται στους Θηβαίους. τήν Βοιωτίαν: αντικείμενο του «ἠλευθερώσαμεν». μαχόμενοι: συνημμένη επιρρηματική τροπική μετοχή ενεστώτα του «μάχομαι», ονομαστική αρσενικού πληθυντικού, με υποκείμενο το «[ἡμεῖς]»: «πολεμώντας». Δηλώνει το σύγχρονο και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκε η απελευθέρωση. ἐν Κορωνείᾳ: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου στη μετοχή «μαχόμενοι».
νικήσαντες: συνημμένη επιρρηματική χρονική μετοχή αορίστου ενεργητικής φωνής του «νικάω», ονομαστική αρσενικού πληθυντικού: «αφού τους νικήσαμε». Δηλώνει το προτερόχρονο προς το «ἠλευθερώσαμεν» και συγχρόνως, νοηματικά, το μέσο με το οποίο επιτεύχθηκε η απελευθέρωση. αὐτούς: αντικείμενο του «νικήσαντες», σε αιτιατική αρσενικού πληθυντικού· αναφέρεται στους Αθηναίους. Νοηματικά δηλώνει και τον αντίπαλο του «μαχόμενοι», χωρίς να έχει την ίδια συντακτική εξάρτηση: το «μάχομαι» θα απαιτούσε δοτική («αὐτοῖς»).

«καί τούς ἄλλους νῦν προθύμως ξυνελευθεροῦμεν ἵππους τε παρέχοντες καί παρασκευήν»
Δεύτερη πλάγια ερωτηματική πρόταση, συνδεδεμένη με την προηγούμενη μέσω του «καί», με εννοούμενο εισαγωγικό «εἰ». Αποτελεί επίσης αντικείμενο του «σκέψασθαι». Εκφέρεται με οριστική ενεστώτα και αφορά τη σημερινή δράση των Θηβαίων.
ξυνελευθεροῦμεν: ρήμα της πρότασης, οριστική ενεστώτα ενεργητικής φωνής, α΄ πληθυντικού, του «ξυνελευθερόω» (= συνελευθερόω), «συμβάλλουμε στην απελευθέρωση». [ἡμεῖς]: εννοούμενο υποκείμενο, κοινό με το «ἠλευθερώσαμεν» και με τη μετοχή «παρέχοντες». τούς ἄλλους: αντικείμενο του «ξυνελευθεροῦμεν», ουσιαστικοποιημένο επίθετο σε αιτιατική αρσενικού πληθυντικού, με εννοούμενο «Ἕλληνας». νῦν: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου. προθύμως: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο «ξυνελευθεροῦμεν».
παρέχοντες: συνημμένη επιρρηματική τροπική μετοχή ενεστώτα ενεργητικής φωνής του «παρέχω», ονομαστική αρσενικού πληθυντικού, με υποκείμενο το «[ἡμεῖς]». Προσδιορίζει το «ξυνελευθεροῦμεν» και δηλώνει τον τρόπο της συμβολής τους, σύγχρονο προς τη δράση αυτή: «παρέχοντας…». ἵππους και παρασκευήν: δύο αντικείμενα του «παρέχοντες», σε αιτιατική, συνδεδεμένα με το «τε… καί». Το «ἵππους» δηλώνει συνεκδοχικά ιππικό, ενώ το «παρασκευήν» πολεμική προετοιμασία, εξοπλισμό και μέσα.

«ὅσην οὐκ ἄλλοι τῶν ξυμμάχων»
Δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική πρόταση με ποσοτική–συγκριτική σημασία, η οποία προσδιορίζει το «παρασκευήν». Είναι ελλειπτική και συμπληρώνεται: «ὅσην οὐκ ἄλλοι τῶν ξυμμάχων [παρέχουσιν]».
ὅσην: αναφορική αντωνυμία, αιτιατική θηλυκού ενικού, αντικείμενο του εννοούμενου «παρέχουσιν». Αναφέρεται στο «παρασκευήν» και δηλώνει την ποσότητά της, όχι απλώς το είδος της. [παρέχουσιν]: εννοούμενο ρήμα, οριστική ενεστώτα ενεργητικής φωνής, γ΄ πληθυντικού, του «παρέχω», συναγόμενο από το «παρέχοντες». ἄλλοι: υποκείμενο του εννοούμενου «παρέχουσιν», ουσιαστικοποιημένο επίθετο σε ονομαστική αρσενικού πληθυντικού. τῶν ξυμμάχων: γενική διαιρετική από το «ἄλλοι», «άλλοι από τους συμμάχους». οὐκ: άρνηση του εννοούμενου ρήματος. Η πρόταση εκφέρεται με εννοούμενη οριστική και παρουσιάζει την υπεροχή της προσφοράς ως πραγματική.