Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Τι είναι γλωσσολογία

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Τι είναι γλωσσολογία  
 
Πολλά από τα μαθήματα που διδάσκονται στο πανεπιστήμιο είναι ήδη γνωστά από το γυμνάσιο. Έτσι, όταν ακούμε ότι κάποιος σπουδάζει ιστορία, μαθηματικά, φυσική κ.λπ. στο πανεπιστήμιο, καταλαβαίνομε περίπου τι περιέχει ο κλάδος αυτός. Για τη γλωσσολογία όμως η εικόνα είναι πιο σκοτεινή, και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες που έχουν πιο μακρόχρονη παράδοση στη νεότερη γλωσσολογία. Πολύ συχνά, όταν ένας μη μυημένος ακούσει τον όρο «γλωσσολογία», νομίζει ότι πρόκειται για την ενεργό γνώση πολλών γλωσσών. Έχω ακούσει πολλές φορές την έκφραση: «Είσαστε γλωσσολόγος. Πόσες γλώσσες μιλάτε;». Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι γλωσσολόγος είναι αυτός που διδάσκει μια ξένη γλώσσα, ή ακόμη αυτός που ασχολείται με τη συγκριτική μελέτη των αρχαίων κλασικών γλωσσών, όπως τα Αρχαία Ελληνικά, τα Λατινικά, τα Σανσκριτικά κ.λπ. Είναι αλήθεια ότι πολλοί γλωσσολόγοι είναι και γλωσσομαθείς, αλλά υπάρχουν πολλοί γλωσσομαθείς που δεν είναι γλωσσολόγοι. Είναι επίσης αλήθεια ότι η μελέτη και η διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας αλλά και η σύγκριση των γλωσσών, και όχι μόνο των κλασικών, αποτελούν θέματα που εμπίπτουν στους προβληματισμούς της γλωσσολογικής επιστήμης, αλλά ο κλάδος δεν ορίζεται και δεν εξαντλείται από τα θέματα αυτά. Το τι ακριβώς αποτελεί κεντρικό αντικείμενο της γλωσσολογίας ελπίζομε να γίνει κατανοητό μέσα από το παρόν σύγγραμμα. Ένας πρώτος γενικός ορισμός που μπορεί να δοθεί και καθ’ οδόν να διαφωτιστεί περισσότερο είναι ο εξής:  
«Γλωσσολογία είναι η επιστημονική μελέτη της γλώσσας».  
Στη συνέχεια, και μέσα στις επόμενες σελίδες του βιβλίου, θα προσπαθήσομε να διευκρινίσομε πλήρως τον ορισμό αυτό.
 
1. Το αντικείμενο της γλωσσολογίας
Αναφέραμε ήδη ότι αντικείμενο της γλωσσολογίας είναι η γλώσσα, αλλά, επειδή η λέξη «γλώσσα» έχει χρησιμοποιηθεί με ποικίλες έννοιες, πρέπει πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσομε τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο αυτό μέσα στα πλαίσια της επιστήμης μας.  
Ένας πολύ κοινός ορισμός θέλει τη «γλώσσα» ως «σύστημα επικοινωνίας». Ο ορισμός όμως αυτός καλύπτει όχι μόνο τις φυσικές γλώσσες, όπως π.χ. τα Ελληνικά ή τα Αγγλικά, αλλά και άλλα συστήματα επικοινωνίας που έχουν δημιουργηθεί τεχνητά κι ενσυνείδητα από τον άνθρωπο, όπως είναι π.χ. ο κώδικας Μορς, τα μαθηματικά σύμβολα κ.ά. Η γλωσσολογία μπορεί να διαφωτίζει κάπως τη μελέτη των συστημάτων αυτών, αλλά η ίδια δεν μελετά όλα τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για επικοινωνία, εφόσον περιορίζει το αντικείμενό της σε εκείνο που στοιχειοθετεί μιαν φυσική γλώσσα: στο σύστημα, δηλαδή, επικοινωνίας που υπάρχει και μαθαίνεται φυσικά (δεν κατασκευάζεται) από τα μέλη μιας κοινωνίας.  
Υπάρχουν και άλλα συστήματα επικοινωνίας που αναπτύσσονται φυσικά, όπως είναι, π.χ., αυτά που χρησιμοποιούνται από τα ζώα. Ένα τέτοιο αρκετά σύνθετο και φυσικό σύστημα επικοινωνίας έχουν αναπτύξει οι μέλισσες, οι οποίες με μια σειρά διαφοροποιημένων κινήσεων του σώματος και των φτερών μεταδίδουν πληροφορίες για τη θέση, την απόσταση και την ποιότητα της τροφής. Μολαταύτα, ούτε τα συστήματα του είδους αυτού αποτελούν το αντικείμενο της γλωσσολογίας.  
Έτσι, καταλήγομε στο συμπέρασμα ότι ο όρος «γλώσσα», όταν αναφέρεται στο αντικείμενο της γλωσσολογικής επιστήμης, περιορίζεται μόνο στο φυσικό εκείνο σύστημα επικοινωνίας που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο και που έχει ως βάση του τον έναρθρο λόγο.  
Αξίζει να σημειώσομε εδώ ότι, όταν λέμε πως η γλώσσα έχει ως βάση της «τον έναρθρο λόγο», δεν προσπαθούμε να πούμε ότι η γλωσσολογική μελέτη αγνοεί το γραπτό λόγο ή ακόμη και τις γλώσσες των κωφαλάλων. Και τα συστήματα αυτά, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελούν μια προφορική έκφραση της γλώσσας, αντανακλούν πολλά από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της και είναι άξια μελέτης. Εντούτοις, η πρωτογενής και γι’ αυτό πιο φυσική έκφραση της γλώσσας, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι ο προφορικός λόγος, και συνεπώς η νεότερη γλωσσολογία δίνει περισσότερη έμφαση και προσοχή σε αυτόν.  
Υπάρχει ακόμη ένα σημείο λίγο ασαφές στον ορισμό που δώσαμε για το αντικείμενο της γλωσσολογίας. Αναφέραμε ότι η γλωσσολογία μελετά «τη γλώσσα». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει μόνο μια γλώσσα για όλο το ανθρώπινο γένος και ότι αυτή είναι το αντικείμενό μας. Από την άλλη πλευρά, η γλωσσολογία δεν περιορίζεται σε μια μόνο συγκεκριμένη γλώσσα από τις χιλιάδες των γλωσσών που μιλιούνται ανά τον κόσμο, αλλά ούτε θέτει ως σκοπό της τη μελέτη της καθεμιάς από τις γλώσσες αυτές χωριστά. Η γλωσσολογία μελετά «τη γλώσσα» ως φαινόμενο και σκοπός της είναι να καθορίσει αν υπάρχουν και ποια είναι τα γενικά, καθολικά, χαρακτηριστικά του φαινομένου αυτού. Για τη γλωσσολογία, λοιπόν, η μελέτη της καθεμιάς συγκεκριμένης γλώσσας ενδιαφέρει κυρίως στο βαθμό που μέσω αυτής διαφωτίζεται η φύση αυτής της κατεξοχήν ανθρώπινης ικανότητας.  
Τα βασικά ερωτήματα που θέτει η θεωρητική γλωσσολογία είναι τα εξής:
α) Πώς οργανώνεται (διαρθρώνεται) η ανθρώπινη φωνή έτσι ώστε να δημιουργείται η γλώσσα; Ποια είναι, δηλαδή, τα στοιχεία της γλώσσας και οι μεταξύ τους σχέσεις;
β) Υπάρχουν χαρακτηριστικά κοινά για όλες τις γλώσσες και ποια είναι αυτά;
γ) Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στις γλώσσες και πόσο αυθαίρετη ή περιορισμένη είναι η ποικιλία τους;  
 
2. Άλλοι κλάδοι της γλωσσολογίας  
Παραπάνω ορίσαμε το αντικείμενο και τους σκοπούς του κλάδου της θεωρητικής γλωσσολογίας, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα της γλωσσολογικής επιστήμης. Επειδή όμως η γλώσσα αποτελεί βασικό στοιχείο σε μια μεγάλη ποικιλία ανθρώπινων εκδηλώσεων, η γλωσσολογία επεκτείνεται και σε άλλους χώρους και συνδυάζεται με άλλες συγγενικές επιστήμες. Δημιουργούνται έτσι κάποιοι άλλοι κλάδοι μέσα στα πλαίσια της επιστήμης της γλωσσολογίας. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι οι εξής: ψυχογλωσσολογία, κοινωνιογλωσσολογία, υφολογία, εφαρμοσμένη γλωσσολογία, μαθηματική γλωσσολογία, γλωσσολογία των υπολογιστών, κλινική γλωσσολογία κ.ά. Οι κλάδοι αυτοί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν λίγο πολύ πρακτικούς προβληματισμούς, ενώ συγχρόνως βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση με τη θεωρητική γλωσσολογία. Η θεωρητική γλωσσολογία τροφοδοτεί και καθοδηγεί την έρευνά τους αλλά και τα συμπεράσματα της δικής τους έρευνας ελέγχουν σε κάποιο βαθμό τη θεωρία. Παρακάτω δίδεται μια πολύ σύντομη περιγραφή του περιεχομένου του καθενός από τους κλάδους που αναφέραμε εδώ, οι οποίοι όμως δεν εξαντλούν το φάσμα των επιστημών που εφάπτονται της γλωσσολογίας.  
Η ψυχογλωσσολογία μελετά τη σχέση η οποία υπάρχει ανάμεσα στη γλωσσική συμπεριφορά και τους ψυχολογικούς μηχανισμούς (π.χ. μνήμη, προσοχή κ.λπ.) που συνοδεύουν, υποβαστάζουν ή κατευθύνουν τη συμπεριφορά αυτή.
Η κοινωνιογλωσσολογία μελετά τους τρόπους με τους οποίους η γλώσσα επηρεάζεται από —και κατά συνέπεια αντανακλά— κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας, ενώ η διαλεκτολογία, που θεωρείται υποδιαίρεση της κοινωνιογλωσσολογίας, εξετάζει τις γλωσσικές ποικιλίες μιας γλώσσας οι οποίες αντιστοιχούν με γεωγραφικές διαφορές.
Η υφολογία εξετάζει αυτό που ονομάζομε «λογοτεχνικό ύφος». Τις συγκεκριμένες, δηλαδή, γλωσσικές επιλογές που κάνει κάποιος λογοτέχνης σε συγκεκριμένα κείμενα, επιλογές που προσδίδουν ιδιαιτερότητα στο συγγραφέα και το έργο του.
Η εφαρμοσμένη γλωσσολογία, στην πιο γενική της ερμηνεία, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τα συμπεράσματα της θεωρίας και τις μεθόδους ανάλυσης για να επιλύσει διάφορα πρακτικά προβλήματα της χρήσης κι εκμάθησης της γλώσσας. Κάτω από την ερμηνεία αυτή καλύπτονται όλοι οι παραπάνω κλάδοι. Σύμφωνα όμως με την επικρατέστερη χρήση του όρου, η εφαρμοσμένη γλωσσολογία ασχολείται με προβλήματα μεθοδολογίας στη διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας.  
Η μαθηματική γλωσσολογία ενδιαφέρεται να αποκαλύψει τις μαθηματικές ιδιότητες της γλώσσας χρησιμοποιώντας μαθηματικές έννοιες και μεθόδους (άλγεβρα, υπολογιστές, στατιστική κ.λπ.).  
Η γλωσσολογία των υπολογιστών μελετά τη γλώσσα με τη χρήση των υπολογιστών με σκοπό να ρίξει φως σε προβλήματα αυτόματης μετάφρασης ή να προσεγγίσει το πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης.  
Η κλινική γλωσσολογία εφαρμόζει τα πορίσματα της θεωρίας και τις μεθόδους της για να διαφωτίσει γλωσσικές ανωμαλίες στην προφορά (ψεύδισμα) ή τη γραφή (δυσλεξία) κ.ά.  
Οι παραπάνω διεπιστημονικοί κλάδοι δεν εξαντλούν το φάσμα των αποχρώσεων που έχει η μελέτη της γλώσσας. Αναφέρονται εδώ μόνο σαν χαρακτηριστικά παραδείγματα για την ευρύτητα του αντικειμένου της γλωσσικής μελέτης και της σχέσης της με τη βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου και του πολιτισμού.  
 
3. Η βιολογική βάση της γλώσσας  
Στον ορισμό που δώσαμε για τη γλωσσολογία περιορίσαμε το αντικείμενό της στην ανθρώπινη γλώσσα. Είναι η επιλογή αυτή αυθαίρετη ή υπάρχουν σοβαροί λόγοι κι ενδείξεις ότι η γλώσσα των ανθρώπων είναι όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά διαφορετική από τα συστήματα επικοινωνίας των ζώων; Η απάντηση που δίδεται στο ερώτημα αυτό είναι ότι η ανθρώπινη γλώσσα αποτελεί μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή ικανότητα για τους λόγους που θα δούμε τώρα.  
Η ομοιότητα ανάμεσα στα συστήματα επικοινωνίας των ζώων και την ανθρώπινη γλώσσα έγκειται στο ότι και στις δυο περιπτώσεις γίνεται χρήση αισθητών συμβολισμών, φωνητικών, κινητικών κ.λπ., προκειμένου να δηλωθεί κάποιο μήνυμα από το ένα ζώο ή άτομο στο άλλο. Η ομοιότητα όμως σταματάει εδώ, ενώ οι διαφορές είναι εντυπωσιακές.  
α) Η πρώτη, αν και όχι η πιο σπουδαία διαφορά, είναι ότι τα συστήματα των ζώων περιορίζονται σε πολύ μικρά και κλειστά σύνολα συμβόλων που μεταβιβάζουν μόνο βιολογικές ανάγκες σχετικά με φαγητό, φόβο, σεξουαλική επιθυμία, μητρική τρυφερότητα κ.λπ., ενώ η ανθρώπινη γλώσσα περιέχει ένα απέραντο λεξιλόγιο που επεκτείνεται σε όλα τα αισθητά και πέρα από αυτά σε σύνθετες και αφηρημένες έννοιες.  
β) Η χρήση των συμβόλων που κάνουν τα ζώα είναι άμεσα συνδεδεμένη με κάποιο περιβάλλον κι εμφανίζεται μόνο όταν στο περιβάλλον αυτό υπάρχουν οι κατάλληλοι εξωτερικοί ερεθισμοί. Έχομε, δηλαδή, τη συγκεκριμένη επιλογή της κατάλληλης κραυγής του φόβου από τους πιθήκους μόνο όταν στο άμεσο περιβάλλον υπάρχει ο κίνδυνος. Με άλλα λόγια, ο πίθηκος —και αυτό ισχύει για όλα τα ζώα— δεν μπορεί να κάνει χρήση των συμβόλων του προκειμένου να περιγράψει ένα χθεσινό κίνδυνο ή να προετοιμάσει τους άλλους πιθήκους για ένα πιθανό μελλοντικό κίνδυνο. Η έκφραση, δηλαδή, των ζώων είναι μια βιολογική, αντανακλαστική απόκριση σε ένα παρόντα ερεθισμό. Αντίθετα, η ανθρώπινη γλώσσα πηγαίνει πέρα από το άμεσο περιβάλλον. Περιέχει εκφράσεις που αναφέρονται όχι μόνο στο παρόν αλλά και το παρελθόν και το μέλλον, όχι μόνο σε πραγματικές αλλά και σε φανταστικές καταστάσεις.  
γ) Το βασικότερο όμως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γλώσσας είναι ότι λειτουργεί με γραμματικούς κανόνες. Περιέχει, δηλαδή, γραμματική δομή και η δομή αυτή είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει στον άνθρωπο να αναπτύξει απεριόριστη δημιουργικότητα στα μηνύματα που μπορεί να συλλάβει και να μεταδώσει. Έχει παρατηρηθεί ότι και οι μέλισσες μπορούν να μεταδώσουν απεριόριστο αριθμό μηνυμάτων αφού η ποιότητα και ποσότητα της τροφής μπορεί να ποικίλλει από περίπτωση σε περίπτωση, πληροφορία που μεταδίδουν αυξομειώνοντας ανάλογα την ταχύτητα της κίνησης των φτερών τους. Στην περίπτωση όμως αυτή, η ποικιλία αφορά μόνο το βαθμό μιας και της ίδιας διάστασης. Περιορίζεται, δηλαδή, σε ένα και μόνο μήνυμα.
Η δημιουργικότητα και η ποικιλία που υπάρχει στην ανθρώπινη γλώσσα είναι η ποικιλία μηνυμάτων.  
Η ύπαρξη γραμματικής δομής και απεριόριστης δημιουργικότητας στην ανθρώπινη γλώσσα οδήγησαν πολλούς θεωρητικούς στο παρελθόν (Humboldt, Καρτέσιος κ.ά.) αλλά και σήμερα, με επικεφαλής τον Αμερικανό Noam Chomsky, στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη γλώσσα είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο, αποκλειστικά ανθρώπινη ικανότητα. Αυτή η ικανότητα ευθύνεται για τη διαφοροποίηση του ανθρώπου από τα ζώα.  
Για τη θέση αυτή του Chomsky υπήρξαν αντιρρήσεις από ψυχολόγους που ισχυρίζονται ότι η βιολογική διαφορά ανάμεσα στους πιθήκους και στον άνθρωπο είναι μόνο ποσοτική. Κατά τη γνώμη τους, το μυαλό του ανθρώπου είναι απλώς πιο πολύπλοκο από εκείνο των πιθήκων και αυτό ευθύνεται για τη διαφορά στην επικοινωνιακή συμπεριφορά. Μερικοί από τους ψυχολόγους αυτούς, μάλιστα, υποστήριξαν ότι οι πίθηκοι διαθέτουν τη διανοητική ικανότητα να μάθουν μια ανθρώπινη γλώσσα αλλά δεν είναι εξοπλισμένοι με τα κατάλληλα φωνητικά όργανα. Ο λάρυγγάς τους και το στόμα τους δεν είναι έτσι διαμορφωμένα ώστε να μπορούν να παραγάγουν έναρθρο λόγο.  
Για να αποδείξουν τη θέση ότι οι διανοητικές ικανότητες των πιθήκων δεν διαφέρουν ποιοτικά από εκείνες του ανθρώπου, οι ψυχολόγοι αυτοί προσπάθησαν να διδάξουν σε πιθήκους συστήματα επικοινωνίας τέτοια που να περιέχουν τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης γλώσσας αλλά να βρίσκουν έκφραση ή με κινήσεις των χεριών, όπως στη γλώσσα των κωφαλάλων, ή με τη χρήση και το συνδυασμό πλαστικών αντικειμένων ποικίλου σχήματος και χρώματος. Τα σχήματα αυτά αποτελούσαν ξεχωριστές λέξεις. Και στις δυο περιπτώσεις δεν ήταν αρκετό να μάθει ο πίθηκος τη συμβολική αξία της χειρονομίας ή του πλαστικού αντικειμένου, αλλά απαιτούνταν να αποδειχθεί ότι τα σύμβολα αυτά χρησιμοποιούνται σε συνδυασμούς τέτοιους που να αποτελούν προτάσεις, να έχουν δηλαδή γραμματική δομή. Έπρεπε, επίσης, να φανεί ότι ο πίθηκος έχει την ικανότητα να σχηματίζει δικούς του πρωτότυπους συνδυασμούς και όχι απλώς να επαναλαμβάνει εκείνους που διδάχθηκε.  
Ένα τέτοιο πείραμα έγινε το 1966 από δυο ψυχολόγους στο Πανεπιστήμιο της Νεβάδας, τους Allen και Beatrice Gardner, οι οποίοι υιοθέτησαν ένα μικρό θηλυκό χιμπατζή που ονόμασαν Washoe και άρχισαν να του διδάσκουν τις χειρονομίες της αμερικανικής γλώσσας των κωφαλάλων (Gardner A. - Gardner B., 1978). Μέσα σε τέσσερα χρόνια, η Washoe έμαθε να αναγνωρίζει 132 διαφορετικές χειρονομίες και να γενικεύει τη χρήση των συμβόλων έτσι ώστε το σύμβολο για το σκύλο να χρησιμοποιείται σωστά όχι μόνο για αληθινούς σκύλους διαφορετικής ράτσας αλλά και για εικόνες σκύλων, ακόμη και για τον ήχο του γαυγίσματος. Αναφέρεται μάλιστα ότι ανακάλυψε μόνη της καινούργιες σύνθετες λέξεις συνδυάζοντας απλές, όπως τη λέξη για το ψυγείο, το οποίο δήλωνε με τη σύνθετη έκφραση «άνοιξε-φαγητό-ποτό».  
Ο David Premack (1985) προσπάθησε να διδάξει μια άλλη χιμπατζίνα, τη Σάρα, να αναγνωρίζει πλαστικά σύμβολα που τοποθετούνταν πάνω σε ένα μαγνητικό πίνακα. Η Σάρα έμαθε να αναγνωρίζει μια μεγάλη ποικιλία συμβόλων, ακόμη και για κάποιες αφηρημένες έννοιες όπως «ίδιος» και να τα χρησιμοποιεί σωστά σε σύντομους συνδυασμούς για να ζητήσει κάτι. Π.χ., μπορούσε να αποδώσει την έκφραση «Η Μαρία δώσει μήλο Σάρα».  
Τέλος, ο ψυχολόγος Terrace (1979) προσπάθησε να δοκιμάσει την ισχύ των αποτελεσμάτων των Gardner με το χιμπατζή Nim Chimsky (που το όνομά του είναι παραφθορά του ονόματος του γλωσσολόγου Noam Chomsky), στον οποίο προσπάθησε να διδάξει την αμερικανική γλώσσα των κωφαλάλων. Σκοπός των πειραμάτων αυτών ήταν να δειχτεί μια για πάντα ότι ο Chomsky είχε άδικο και ότι οι χιμπατζήδες μπορούν να κατακτήσουν την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι, θα αποδεικνυόταν ότι η γλωσσική ικανότητα δεν περιορίζεται στο ανθρώπινο είδος.  
Ύστερα από πειράματα τεσσάρων ετών και κάποιο αρχικό ενθουσιασμό για τα αποτελέσματά του, ο Terrace αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι τόσο τα δικά του πειράματα όσο κι εκείνα των προηγούμενων μελετητών έδειχναν μόνο ότι οι χιμπατζήδες μπορούν να μάθουν να χρησιμοποιούν σύμβολα με γενικευμένη αναφορά. Αλλά σε καμιά από τις περιπτώσεις δεν αποδείχτηκε ότι μπορούν να συνδυάσουν τα σύμβολα αυτά σε δομημένα σχήματα πλήρων προτάσεων. Ο ελάχιστος συνδυασμός των συμβόλων δεν φαίνεται να έχει γραμματική δομή, και για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να θεωρήσομε ότι οι χιμπατζήδες είναι σε θέση να δημιουργήσουν καινούργια μηνύματα.  
Αν τώρα συγκρίνομε, από τη μια μεριά, το χρόνο και την προσπάθεια που χρειάστηκαν οι χιμπατζήδες για να μάθουν ένα μικρό αριθμό συμβόλων και να κάνουν κάποιους περιορισμένους, γραμματικά αδόμητους, συνδυασμούς, με την ταχύτητα, από την άλλη μεριά, με την οποία απορροφούν τα παιδιά (χωρίς να τη διδάσκονται) τη γλώσσα και τη δομή της και τη δημιουργικότητα και πρωτοτυπία με την οποία τη χρησιμοποιούν από πολύ νωρίς, φτάνομε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι ο Chomsky έχει απόλυτο δίκιο. Η γλωσσική ικανότητα είναι ποιοτικά διαφορετική από τα συστήματα επικοινωνίας των ζώων, και η ικανότητα αυτή περιορίζεται στο ανθρώπινο είδος.  
 
4. Ιστορική θεώρηση της γλωσσολογίας  
Είπαμε ότι οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις, στόχοι και μεθοδολογία της γλωσσολογικής έρευνας διαφέρουν από εποχή σε εποχή και διαμορφώνονται ανάλογα με το ευρύτερο φιλοσοφικό κλίμα. Η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης της γλωσσολογίας αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα ακριβώς γιατί αντανακλά τη φιλοσοφική θέση που παίρνει ο άνθρωπος απέναντι στη φύση του και στο γύρω του κόσμο. Γι’ αυτό, πριν προχωρήσομε στο κύριο θέμα του βιβλίου αυτού, είναι χρήσιμο να δώσομε μια ιστορική ανασκόπηση του κλάδου της γλωσσολογίας.  
 
4α. Οι Αρχαίοι Έλληνες  
Η γλώσσα έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας για χιλιετίες. Όπως συμβαίνει και με άλλους επιστημονικούς κλάδους, η μελέτη της γλώσσας μέσα στα πλαίσια του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού έχει τις πηγές της στις φιλοσοφικές ανησυχίες των Αρχαίων Ελλήνων του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ., ιδίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Και στις Ινδίες του 4ου αιώνα π.Χ. βρίσκομε αξιόλογες γλωσσικές μελέτες πάνω στα Σανσκριτικά από τον Panini, που μάλιστα διατύπωσε μια ανεπτυγμένη γλωσσολογική θεωρία, ιδιαίτερα στα επίπεδα της φωνολογίας και της μορφολογίας. Οι μελέτες όμως του Panini έγιναν γνωστές στη Δύση μόνο κατά το 19ο αιώνα κι έτσι δεν τροφοδότησαν τις γλωσσολογικές έρευνες νωρίτερα.  
Οι γλωσσικές μελέτες των Αρχαίων Ελλήνων αποτελούν μέρος γενικότερου φιλοσοφικού προβληματισμού και η γλωσσική έρευνα σκοπό έχει να εξυπηρετήσει τη φιλοσοφία. Τα βασικά ερωτήματα που θέτουν οι Αρχαίοι είναι: α) ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα και τη φύση των πραγμάτων (Πλάτωνας) και β) ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα, τη σκέψη και τη λογική (Αριστοτέλης).  
Ο Πλάτωνας αντιμετωπίζει το πρόβλημα γλώσσα/φύση μέσα στο διάλογο Κρατύλος, όπου παρουσιάζονται δυο αντιμαχόμενες θέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, οι λέξεις, η φωνητική και μορφολογική τους δομή, συνδέονται κατά τρόπο φυσικό και αναγκαίο (φύσει) με τα πράγματα στα οποία αναφέρονται. Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε η ανάλυση και μελέτη των λέξεων θα μας οδηγήσει πιο κοντά στην αληθινή γνώση της φύσης των πραγμάτων. Η αντίθετη γνώμη υποστηρίζει ότι οι λέξεις αποτελούν απλώς αυθαίρετα σύμβολα αναφοράς που έχουν γίνει αποδεκτά κατά τρόπο συμβατικό (θέσει) από τα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας.
Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης (φύσει) βασίζονται σε λέξεις που προέρχονται από ονοματοποιία, όπως είναι τα «βελάζω», «μουρμουρίζω», «κούκος» κ.ά. Στις λέξεις αυτές παρατηρούμε ότι τα ηχητικά τους στοιχεία μιμούνται τους ήχους που παράγονται από τα ζώα κ.λπ. Έτσι, από τη λέξη «κούκος» συνάγομε ότι πρόκειται για το πουλί που κάνει κου-κου. Η λέξη η ίδια μας οδήγησε σε μια πλευρά της φύσης του αντικειμένου αναφοράς. Ένα δεύτερο επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής προέρχεται από το φωνητικό συμβολισμό. Π.χ. μέσα σε λέξεις όπως «ύδωρ», «ροή», «ρέω», «δρόμος» περιέχεται ο φθόγγος ρ. Ο φθόγγος αυτός διαμορφώνεται στο στόμα με μια γρήγορη κι επαναληπτική τοποθέτηση του άκρου της γλώσσας στα φατνία. Η επαναληπτική αυτή κίνηση της γλώσσας αποδίδει συμβολικά την ιδιότητα της επανάληψης, η οποία βρίσκεται μέσα στη φύση των αντικειμένων αναφοράς των παραδειγμάτων που δώσαμε. Οι οπαδοί της θεωρίας αυτής πιστεύουν ότι συνολικά η γλώσσα βασίζεται στην αρχή της ονοματοποιίας και του φωνητικού συμβολισμού. Για να εξηγήσουν ένα άλλο πλήθος λέξεων που δεν καλύπτονται με τον τρόπο αυτό, επικαλούνται άλλα φαινόμενα όπως είναι η μεταφορά (π.χ. «οι πρόποδες του βουνού»), ενώ άλλες, σύνθετες, λέξεις ζητούν να τις εξηγήσουν αναλύοντάς τις στα μορφήματα που τις αποτελούν (π.χ. «άστυάναξ = ἄναξ τοῦ ἄστεως»).  
Παρά τις προσπάθειες αυτές, είναι προφανές ότι η πλειονότητα των λέξεων δεν καλύπτεται από καμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις, γι’ αυτό πολλές φορές οι ερμηνείες φθάνουν σε σοφιστείες. Π.χ., ο ήχος που αποδίδεται με το γράμμα λ είναι μαλακός και λείος, γι’ αυτό τον βρίσκομε μέσα στις δυο αυτές λέξεις. Για να εξηγηθεί η παρουσία του μέσα στη λέξη «σκληρότης», της οποίας η έννοια αντιτίθεται σε εκείνη του μαλακού, καταφεύγουν στη λύση του ευφημισμού. Επειδή η σκληρότητα είναι κάτι το αποκρουστικό, προσπαθούμε να μειώσομε τη δύναμή της προσθέτοντας το σύμβολο της μαλακότητας, το φθόγγο λ. Η θετική, πάντως, προσφορά των οπαδών της άποψης αυτής είναι η ανάπτυξη της έρευνας της ετυμολογίας («έτυμον» = αληθινό), που είχε σαν αποτέλεσμα τη μελέτη της φωνολογίας και της μορφολογίας των λέξεων.  
Επικρατέστερη αποδείχτηκε η άποψη ότι οι λέξεις στην πλειονότητά τους αποτελούν αυθαίρετα και κατά συνθήκη σύμβολα. Την άποψη αυτή υποστηρίζει, όπως θα δούμε παρακάτω, και ο θεμελιωτής της νεότερης γλωσσολογίας, ο Ferdinand de Saussure.  
Ο Αριστοτέλης ενδιαφέρεται περισσότερο για τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη σκέψη. Με τον όρο λόγος που εισάγει, και που αναφέρεται συγχρόνως και στη λογική αλλά και στη γλώσσα, βλέπομε ότι ταυτίζονται οι δυο αυτές έννοιες κι ερμηνεύονται σαν δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Η γλώσσα δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να εξωτερικεύει τη σκέψη. Μελετώντας τη γλώσσα, τις κατηγορίες και τα στοιχεία της, κατανοούμε τον ανθρώπινο νου. Ενώ η προσέγγιση του Πλάτωνα μας οδήγησε στη μελέτη της φωνολογίας και της μορφολογίας, ο Αριστοτέλης ξεκινά τη μελέτη των γραμματικών κατηγοριών (μέρη του λόγου) και της σύνταξης.
Μια άλλη φιλοσοφική διαμάχη της εποχής αυτής αφορά το κατά πόσο η γλώσσα διέπεται από αναλογία ή από ανωμαλία. Οι οπαδοί της αναλογίας, που ήταν κυρίως οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί (Απολλώνιος ο Δύσκολος, Διονύσιος ο Θράκας κ.ά.), υποστηρίζουν ότι η γλώσσα διέπεται από συστηματικότητα και νομοτέλεια και ότι οι γλωσσικές σχέσεις είναι όμοιες με τις μαθηματικές σχέσεις.
Έτσι, π.χ., η σχέση 
 γράφω        διαβάζω        παίζω
έγραφα      διάβαζα        έπαιζα  
είναι παράλληλη με τη μαθηματική αναλογία  
1              2              4
2              4              8.  
Όσον αφορά τις περιπτώσεις γλωσσικών τύπων που δεν φαίνεται να ακολουθούν τους γενικούς κανόνες, αυτοί εξηγούνται, σύμφωνα με τις απόψεις των οπαδών της αναλογίας, με κάποιο συμπληρωματικό κανόνα. Οι Στωικοί, από την άλλη μεριά, πίστευαν ότι τη γλώσσα τη χαρακτηρίζει ανωμαλία μάλλον παρά ομαλότητα.  
Η Αλεξάνδρεια του 3ου αιώνα, με την ανέγερση της μεγάλης βιβλιοθήκης, αποτέλεσε το πρώτο σπουδαίο κέντρο λογοτεχνικών, φιλοσοφικών και γλωσσικών σπουδών. Εδώ μάλιστα μπήκαν τα θεμέλια της έννοιας της γραμματικής (από τον όρο γραμματική τέχνη = η τέχνη της γραφής), η οποία, όπως υποδηλώνει και ο όρος, αποτελούσε την εξονυχιστική μελέτη της γλώσσας γραπτών κειμένων.
Εκτός από τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς, οι Αλεξανδρινοί είχαν να αντιμετωπίσουν πρακτικά προβλήματα αποκατάστασης παρεφθαρμένων κειμένων αλλά και προβλήματα διδασκαλίας της γλώσσας της κλασικής περιόδου στους συγχρόνους τους, των οποίων η γλώσσα είχε απομακρυνθεί φωνολογικά, μορφολογικά και συντακτικά από εκείνη των κλασικών συγγραφέων. Οι πρακτικοί αυτοί προβληματισμοί αντιμετωπίστηκαν με βάση τη θεωρία της αναλογίας. Με συστηματικές μελέτες, οι Αλεξανδρινοί ανακαλύπτουν ένα πιο λεπτομερές σύστημα γραμματικών κατηγοριών (μερών του λόγου) και γλωσσικών κανόνων από εκείνο που είχαν εντοπίσει οι προγενέστεροί τους. Αλλά η υπερβολική τους προσήλωση στα γραπτά κείμενα των αρχαίων συγγραφέων οδήγησε και σε ορισμένες προκαταλήψεις όσον αφορά το αντικείμενο, τη μέθοδο και το σκοπό της γλωσσικής επιστήμης.  
Από τους Αλεξανδρινούς ξεκινά η παράδοση η οποία διήρκεσε μέχρι το 19ο αιώνα και διατηρείται σε μεγάλο βαθμό ακόμη και σήμερα, και η οποία διαμορφώνεται με τα εξής χαρακτηριστικά:  
α) Προτεραιότητα του γραπτού λόγου. Αντικείμενο της γλωσσικής μελέτης πρέπει να είναι ο γραπτός λόγος, και μάλιστα εκείνος που παρουσιάζεται μέσα σε αξιόλογα λογοτεχνικά έργα.  
β) Διδακτική (ρυθμιστική) γραμματική. Από τα αξιόλογα λογοτεχνικά έργα θα αποκομίσομε τη σωστή γλώσσα, η οποία θεωρείται η νόρμα, το γλωσσικό μοντέλο με το οποίο πρέπει να διδάσκεται η γλώσσα και να διορθώνεται κάθε χρήση που αποκλίνει από αυτό.
γ) Η γλωσσική αλλαγή ισούται με γλωσσική φθορά. Η απόκλιση από τη «σωστή» γλώσσα, όπως την ορίσαμε πιο πάνω, ακόμη κι όταν αυτή δημιουργείται φυσιολογικά με την πάροδο του χρόνου, θεωρείται ότι είναι απόρροια άγνοιας.  
Θα δούμε παρακάτω τους λόγους για τους οποίους η νεότερη γλωσσολογία αντιδρά και απορρίπτει τις αρχές αυτές της παραδοσιακής γραμματικής.  
 
4β. Η ρωμαϊκή περίοδος  
Οι Λατίνοι γραμματικοί και φιλόσοφοι θαυμάζουν και γι’ αυτό μιμούνται τους Έλληνες σε όλες τους τις εκφράσεις. Μαθαίνουν οι ίδιοι και διδάσκουν Ελληνικά και κληρονομούν τις ίδιες φιλοσοφικές και γλωσσολογικές διαμάχες. Ένας αξιόλογος Λατίνος γραμματικός, ο Ουάρρων (1ος αιώνας π.Χ.), που έγραψε γραμματική της Λατινικής, επηρεάστηκε πολύ από τους Αλεξανδρινούς και τους Στωικούς. Άλλοι Λατίνοι γραμματικοί, όπως ο Δονάτος (4ος αιώνας μ.Χ.) και ο Πρισκιανός (5ος αιώνας μ.Χ.) έγραψαν διδακτικές γραμματικές της Λατινικής που διδάσκονταν μέχρι και το 17ο αιώνα.  
 
4γ. Ο Μεσαίωνας  
Ο Μεσαίωνας κυριαρχείται από τη διδασκαλία της Λατινικής, που είναι η μόνη αναγνωρισμένη γλώσσα της εκκλησίας, σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Από την άλλη μεριά, οι σχολαστικοί φιλόσοφοι της εποχής αυτής συνεχίζουν τη θεωρία του Αριστοτέλη και των Στωικών κατά την οποία οι κατηγορίες της γλώσσας (μέρη του λόγου) αντανακλούν τις κατηγορίες της λογικής σκέψης. Ο απώτερος σκοπός της επιστημονικής μελέτης της γλώσσας ήταν, επομένως, η ανακάλυψη των αρχών βάσει των οποίων μια λέξη ως σημείο συνδεόταν από τη μια μεριά με την ανθρώπινη σκέψη και από την άλλη με το αντικείμενο αναφοράς της. Πίστευαν επίσης ότι οι αρχές αυτές είναι καθολικές και αναλλοίωτες. (Θα επιστρέψομε στην έννοια της καθολικής γραμματικής και στην έκφραση που βρίσκει αυτή σε πιο σύγχρονες θεωρίες).  
 
4δ. Η Αναγέννηση  
Με την Αναγέννηση έρχεται πάλι στο προσκήνιο η μελέτη των Αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων, και η γραμματική καλλιεργείται πάλι εντατικά γιατί γίνεται μέσο για να κατανοηθούν τα αρχαία κείμενα. Με το Διαφωτισμό, που έφερε η Αναγέννηση, ενθαρρύνονται και οι μελέτες των ντόπιων, μη κλασικών, γλωσσών. Μερικές μάλιστα από τις γλώσσες αυτές εξυψώνονται σε αξιόλογο εκφραστικό όργανο από σπουδαίους λογοτέχνες. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα της καινούργιας αυτής κατεύθυνσης είναι ο Δάντης, που έγραψε τη Θεία Κωμωδία του στην τοπική διάλεκτο της Τοσκάνα αλλά και δημοσίευσε μελέτη για τη διάλεκτο αυτή με τίτλο De vulgari eloquentia. Η διάλεκτος μάλιστα αυτή αποτέλεσε τη βάση της ιταλικής. Αντίστοιχο παράδειγμα μας δίνει για την Αγγλική ο Μίλτον. Με τον τρόπο αυτό, άρχισαν να γράφονται γραμματικές περιγραφές και για τις υπόλοιπες ντόπιες γλώσσες της Ευρώπης. Η γλώσσα όμως που επικρατεί και διδάσκεται στα σχολεία είναι η Λατινική.  
Παράλληλα συνεχίζεται η φιλοσοφική παράδοση, ιδιαίτερα από τους Γάλλους φιλόσοφους του Port Royal, που υποστηρίζουν με νέα επιχειρήματα τη θεωρία ότι η γλώσσα αντανακλά τη σκέψη και ότι πίσω από την επιφανειακή και τυχαία ποικιλία των διαφόρων γλωσσών υπάρχει η καθολική γραμματική. Δηλαδή, η γραμματική, της οποίας τα στοιχεία και οι κατηγοριοποιήσεις έχουν καθολική ισχύ.  
 
4ε. Η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία  
Όταν στο τέλος του 18ου αιώνα ανακαλύφθηκαν τα Σανσκριτικά και οι μελέτες του Panini, φιλόλογοι όπως ο Άγγλος Daniel Jones και άλλοι πρόσεξαν ότι ανάμεσα στα Γοτθικά (αρχαία γερμανικά), τα Σανσκριτικά, τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά υπήρχαν χτυπητές ομοιότητες και ηχητικές αντιστοιχίες. Π.χ., σε κάποιες βασικές λέξεις το ελληνικό p αντιστοιχεί συστηματικά με λατινικό p, σανσκριτικό p και γοτθικό f (ελλ. podos, λατ. pedis, σανσκρ. padas, γοτθ. fotus (σημερινό αγγλικό foot), το ελληνικό b αντιστοιχεί με το λατινικό και το σανσκριτικό b και με Γοτθικό p, το ελληνικό ph αντιστοιχεί με λατινικό f, σανσκριτικό bh και γοτθικό b κ.λπ. Οι αντιστοιχίες αυτές δεν ήταν δυνατό να αποδοθούν σε σύμπτωση αλλά ούτε και σε δανεισμό από τη μια γλώσσα στην άλλη, γιατί η απόσταση μεταξύ των χωρών στις οποίες αναπτύχθηκαν οι γλώσσες αυτές ήταν πάρα πολύ μεγάλη, αλλά και γιατί το είδος των λέξεων που παρουσίαζαν τις αντιστοιχίες ανήκει σε λέξεις καθημερινές και απαραίτητες τις οποίες κάθε γλώσσα διαθέτει και γι’ αυτό δεν τις δανείζεται. Παρουσιάστηκε, λοιπόν, η ανάγκη να βρεθεί μια ικανοποιητική εξήγηση για το φαινόμενο αυτό. Η πιο πειστική ερμηνεία που δόθηκε ήταν ότι οι γλώσσες αυτές είναι συγγενικές. Ότι δηλαδή όλες κατάγονται από μια και την ίδια μητέρα γλώσσα, την Πρωτο-ινδοευρωπαϊκή.  
Από τις παρατηρήσεις αυτές ξεκίνησε η μελέτη των κλασικών αλλά και των νεότερων γλωσσών, και η θεωρία της γενετικής μεταξύ τους σχέσης. Φυσικά, ο βαθμός συγγένειας διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Έτσι, τα Αγγλικά δείχνουν περισσότερη συγγένεια με τα Γερμανικά απ’ ό,τι με τα Ρωσικά. Στην πρώτη περίπτωση έχομε γλώσσες αδερφές, ενώ στη δεύτερη ξαδέρφες. Τα Ρωσικά και τα Κινέζικα δεν εμφανίζουν καμία γενετική συγγένεια. Με τον τρόπο αυτό, διαμορφώνεται η θεωρία της γλωσσικής οικογένειας, η οποία αναπαριστάται με το σχεδιάγραμμα του γλωσσικού γενεαλογικού δέντρου.  
Για να αποδειχθεί ο βαθμός συγγένειας ανάμεσα σε δυο ή περισσότερες γλώσσες, έπρεπε να μελετηθούν αυστηρά οι φωνητικές αντιστοιχίες. Με τον τρόπο αυτό, αναπτύσσεται μια αυστηρή μεθοδολογία η οποία βασίζεται σε προσεκτική παρατήρηση γλωσσικών δεδομένων απ’ όπου εξάγονται εμπειρικά οι φωνητικές αντιστοιχίες, που παίρνουν τη μορφή νόμων (φωνητικοί νόμοι). Οι νόμοι αυτοί περιγράφουν την αλλαγή που υπέστη ένας φθόγγος, από ένα προηγούμενο χρονικό στάδιο (τη μητέρα γλώσσα) στο επόμενο (θυγατρικές γλώσσες).  
Η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία έχει να επιδείξει τρία σημαντικά επιτεύγματα στον κλάδο της γλωσσολογίας γενικότερα:
α) Εγκαθίδρυσε μια αυστηρά εμπειρική μέθοδο γλωσσικής περιγραφής χάρη στην οποία η μελέτη της γλώσσας καθιερώνεται πια σαν επιστήμη.
β) Με την ιδιαίτερη προσοχή που έδωσε στους φθόγγους της γλώσσας, κατηύθυνε την προσοχή και προς την προφορική μορφή της, όχι μόνο τη γραπτή, και κυρίως
γ) Ερμήνευσε την ιστορική εξέλιξη της γλώσσας σαν κάτι το φυσικό και συστηματικό που διέπεται από νόμους της φύσης, κι έδειξε ότι, αντίθετα με τη γνώμη των Αλεξανδρινών, η γλωσσική αλλαγή δεν είναι γλωσσική φθορά.  
 
5. Νεότερη γλωσσολογία  
Το 1916, εκατό ακριβώς χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου σημαντικού έργου της συγκριτικής γλωσσολογίας με τίτλο Το σύστημα ρηματικής κλίσης της Σανσκριτικής σε σύγκριση με εκείνα της Ελληνικής, της Λατινικής, της Περσικής και της Γερμανικής από τον Franz Bopp, κάνει την εμφάνισή του το βιβλίο του Ferdinand de Saussure Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας. Το βιβλίο αυτό, που δημοσίευσαν οι μαθητές του Saussure μετά το θάνατό του, με βάση τις σημειώσεις από τις παραδόσεις του, αποτελεί σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της γλωσσολογικής θεωρίας. Μέσα σε αυτό παρουσιάζονται οι σοβαρές αντιρρήσεις του Saussure απέναντι στην παραδοσιακή γραμματική και θεμελιώνονται οι καινούργιες αρχές της γλωσσικής έρευνας, τις οποίες σε γενικές γραμμές ακολουθούμε μέχρι σήμερα. Παρακάτω, θα δώσομε συνοπτικά τα κεντρικότερα σημεία της θεωρίας του Saussure, η οποία είναι γνωστή και σαν θεωρία του δομισμού (structuralism).  
 
5α. Η γλώσσα έχει δομή  
Η πρώτη σημαντική στροφή που έκανε ο Saussure ήταν να δει τη γλώσσα όχι σαν εκφραστικό μέσο της λογοτεχνίας ούτε σαν αντικείμενο φιλοσοφικών προβληματισμών αλλά σαν όργανο επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας. Αφού μέσω της γλώσσας επιτυγχάνεται επικοινωνία, η γλώσσα τόσο στη γραπτή όσο και στην προφορική της έκφραση πρέπει να αποτελεί ένα σύστημα. Πρέπει, δηλαδή, τα σημεία και τα σύμβολα που χρησιμοποιεί να λειτουργούν με κανονικότητα και συστηματικότητα. Με τον τρόπο αυτό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα έχει δομή (structure) και ότι ο σκοπός της γλωσσολογικής θεωρίας είναι να αποκαλύψει τη δομή αυτή και να την περιγράψει. Η συνειδητοποίηση της ύπαρξης γλωσσικής δομής και η έμφαση που έδωσε ο Saussure στο σημείο αυτό είχαν σαν αποτέλεσμα την αναθεώρηση πολλών από τις προκαταλήψεις που προήλθαν από την παραδοσιακή γραμματική, όπως εξηγούμε αμέσως παρακάτω.
 
5β. Η προτεραιότητα του προφορικού λόγου  
Η παραδοσιακή γραμματική, που ξεκίνησε από τους Αλεξανδρινούς, όπως ήδη αναφέραμε, βασιζόταν σε γραπτά κείμενα των αρχαίων κλασικών συγγραφέων. Επειδή τα έργα αυτά ήταν υψηλής λογοτεχνικής και φιλοσοφικής αξίας, δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι η γραπτή γλώσσα είναι η πιο σωστή και η πιο αντιπροσωπευτική έκφραση του λόγου. Κατά την αντίληψη αυτή, ο προφορικός λόγος, επειδή απέχει από τον γραπτό, θεωρήθηκε κατώτερος, λανθασμένος, προϊόν άγνοιας και κατά συνέπεια ανάξιος μελέτης.  
Ο Saussure προβάλλει το επιχείρημα ότι σκοπός της γλωσσολογίας δεν είναι η μελέτη της λογοτεχνίας αλλά ο καθορισμός της φύσης, η ανακάλυψη της δομής του ανθρώπινου φαινομένου γλώσσα. Η πιο φυσική έκφραση της γλώσσας είναι ο προφορικός και όχι ο γραπτός λόγος, γι’ αυτό η γλωσσική έρευνα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στον προφορικό λόγο.  
Η προτεραιότητα του προφορικού λόγου υποστηρίζεται από τις εξής παρατηρήσεις:  
α) Ο προφορικός λόγος είναι πολύ προγενέστερος του γραπτού. Οι ανθρώπινες κοινωνίες επικοινωνούσαν με τον προφορικό λόγο πολλές χιλιετίες πριν την ανακάλυψη της γραφής, η οποία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, πρέπει να έγινε πριν 6.000 χρόνια περίπου.  
β) Ο προφορικός λόγος είναι πολύ ευρύτερα διαδεδομένος από τον γραπτό. Υπάρχουν ακόμη πρωτόγονες κοινωνίες που δεν κάνουν χρήση γραπτού λόγου, αν και με την εξάπλωση άλλων πολιτισμών και την ταχύτητα της διάδοσής τους οι κοινωνίες αυτές βαθμηδόν εξαφανίζονται.  
γ) Το παιδί κατακτά πρώτα τη γλώσσα στην προφορική της μορφή και μόνο αργότερα, κατά τη σχολική θητεία, μαθαίνει τη γραφή.  
δ) Είναι, επίσης, πολύ χαρακτηριστικό και πολύ σημαντικό ότι, για να μάθει το παιδί να επικοινωνεί με τον προφορικό λόγο, αρκεί απλώς και μόνο να εκτεθεί σε περιβάλλον όπου μιλιέται μια γλώσσα. Ο προφορικός, δηλαδή, λόγος αναπτύσσεται φυσικά, ενώ, για να μάθει τη γραφή, πρέπει να δεχθεί συστηματική διδασκαλία. Η γραφή, δηλαδή, αποτελεί μια επίκτητη ικανότητα αναπαράστασης της προφορικής γλωσσικής έκφρασης.  
ε) Στις περισσότερες μορφές γραφής, τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται βασίζονται σε στοιχεία του προφορικού λόγου. Π.χ. το αλφαβητικό σύστημα αποτελείται από στοιχεία που το καθένα τους αντιστοιχεί με ένα ήχο (φθόγγο). Η ψυχολογική πραγματικότητα του φθόγγου προϋποτίθεται για την αιτιολόγηση του γράμματος ενός αλφαβητικού συστήματος. Η έλλειψη απόλυτης αντιστοιχίας, σε όλες τις λέξεις, ανάμεσα στα γράμματα και τους φθόγγους οφείλεται σε ιστορικούς παράγοντες και γι’ αυτό δεν μειώνει την ισχύ της παραπάνω παρατήρησης. Το συλλαβικό σύστημα γραφής που χρησιμοποιείται, π.χ., από τους Γιαπωνέζους βασίζεται στη μονάδα της συλλαβής. Αλλά και η έννοια της συλλαβής ορίζεται φωνολογικά, δηλαδή μέσα από τον προφορικό λόγο. Μόνο το ιδεογραμματικό σύστημα γραφής, όπως εκείνο των ιερογλυφικών ή το σύστημα που χρησιμοποιούν οι Κινέζοι, λειτουργεί με σύμβολα που αντιπροσωπεύουν άμεσα τις έννοιες των λέξεων. Όλες οι παραπάνω μαρτυρίες μάς πείθουν ότι η πιο φυσική έκφραση της γλώσσας είναι ο προφορικός λόγος και ότι επομένως η γλωσσολογική έρευνα όχι μόνο δεν πρέπει να τον αγνοεί αλλά πρέπει να του δώσει προτεραιότητα.  
 
5γ. Η γλωσσολογία είναι επιστήμη περιγραφική και όχι ρυθμιστική  
Η γραμματική παράδοση των Αλεξανδρινών έθετε ως σκοπό της όχι απλώς να περιγράψει τους κανόνες της γλώσσας αλλά βάσει των κανόνων αυτών να διδάξει και να ρυθμίσει τη χρήση της γλώσσας. Ο θαυμασμός τους για τη λογοτεχνική ποιότητα των κλασικών κειμένων τούς οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο προφορικός λόγος των συγχρόνων τους ήταν όχι μια καινούργια γλωσσική μορφή αλλά μια λανθασμένη γλώσσα που όφειλαν να διορθώσουν με βάση τους κανόνες της γλώσσας των κλασικών.  
Ο Saussure, ως ιστορικοσυγκριτικός γλωσσολόγος, γνωρίζει ότι η γλωσσική αλλαγή δεν είναι προϊόν άγνοιας αλλά φυσική εξέλιξη. Αν τώρα στην αντίληψη αυτή των ιστορικοσυγκριτικών προσθέσομε και την βασική άποψη του Saussure ότι η γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα, θα καταλήξομε στο συμπέρασμα του Saussure ότι σκοπός της γλωσσολογίας είναι να περιγράψει το σύστημα αυτό όπως είναι και όπως λειτουργεί σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Με τον τρόπο αυτό, βλέπομε ότι η θέση του Saussure βρίσκεται σε αντίθεση με την τακτική της παραδοσιακής γραμματικής, που προσπαθούσε να διδάξει κάποια μορφή της γλώσσας η οποία έχει εξιδανικευθεί για ποικίλους κοινωνικούς ή αισθητικούς λόγους. Ο γλωσσολόγος περιγράφει αντικειμενικά, δεν ρυθμίζει.  
Σύμφωνα με τη νέα αυτή αντίληψη, κάθε γλώσσα όπως και κάθε διάλεκτός της, σε κάθε στάδιο της εξέλιξής τους, αποτελούν γλωσσικά συστήματα και για το λόγο αυτό είναι εξίσου σωστά κι εξίσου ενδιαφέροντα ως αντικείμενα γλωσσολογικής περιγραφής. Μέσα στα πλαίσια της περιγραφικής γλωσσολογίας δεν υπάρχει πλέον ανώτερη ή κατώτερη γλώσσα. Όλες οι γλώσσες, κι εκείνες ακόμη των υπανάπτυκτων κοινωνιών, βασίζονται σε κάποιο αυτοτελές σύστημα γλωσσικών στοιχείων και σχέσεων.  
Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι η γλώσσα ενός πολιτιστικά ανεπτυγμένου λαού έχει πιο πλούσιο λεξιλόγιο, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι το λεξιλόγιο είναι κάτι που μπορεί ανά πάσα στιγμή να επεκταθεί και να εμπλουτισθεί όταν προκύψει η ανάγκη προσθήκης κάποιας καινούργιας έννοιας. Η επέκταση του λεξιλογίου δεν αλλοιώνει τη δομή της γλώσσας, που είναι το κύριο αντικείμενο ενδιαφέροντος της θεωρητικής γλωσσολογίας.  
Ακόμη, είναι γεγονός ότι, ανάμεσα στις γλωσσικές ποικιλίες που χρησιμοποιούνται σε μια χώρα, ξεχωρίζει συνήθως μία που έχει το κύρος της νόρμας (standard language). Είναι η ποικιλία που αναγνωρίζουν όλοι ως πιο ουδέτερη, πιο αντιπροσωπευτική και πιο ενωτική. Η ποικιλία αυτή γίνεται η επίσημη γλώσσα του κράτους και διδάσκεται στα σχολεία. Οι λόγοι όμως που οδήγησαν στην επιλογή μιας διαλέκτου —ή ενός ιδιώματος— και στην ανύψωσή της στο επίπεδο της νόρμας είναι καθαρά κοινωνικοπολιτικοί. Η προώθηση της ποικιλίας αυτής, που συνήθως προέρχεται από την τοπική διάλεκτο της πρωτεύουσας πόλης, δεν βασίζεται σε αντικειμενικά γλωσσολογικά κριτήρια. Όταν εφαρμόσομε τα κριτήρια αυτά στη μελέτη των γλωσσικών ποικιλιών, αποδεικνύεται ότι κάθε διάλεκτος και κάθε ιδίωμα έχουν τον ίδιο πλούτο και την ίδια συστηματικότητα από άποψη δομής.  
 
5δ. Η γλωσσολογία ενδιαφέρεται και μελετά όλες τις γλώσσες  
Μια φυσική συνέπεια της έμφασης που δίνει η θεωρία του Saussure στη γλώσσα ως σύστημα και δομή είναι η ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για τη μελέτη όλων των γλωσσών και όχι μόνο των κλασικών όπως γινόταν πριν. Όσο πιο μεγάλη και πλούσια είναι η ποικιλία των γλωσσών που μελετούμε, τόσο ευρύτερη αλλά και βαθύτερη θα είναι η γνώση που θα συνάγομε για τη φύση και λειτουργία της γλώσσας ως γενικού φαινομένου.  
 
5ε. Η γλωσσολογική περιγραφή πρέπει να διακρίνεται σε συγχρονική και διαχρονική  
Η θεωρητική διαφοροποίηση που κάνει ο Saussure σε συγχρονία και διαχρονία αποτελεί αντίδραση τόσο στην παραδοσιακή γραμματική, που, όπως είπαμε, μελετούσε τις προγενέστερες μορφές των κλασικών γλωσσών και αγνοούσε τις σύγχρονες, όσο και στους ιστορικοσυγκριτικούς γλωσσολόγους, που περιόριζαν τη γλωσσική επιστήμη στην περιγραφή των κανόνων της αλλαγής από ένα προγενέστερο σε ένα μεταγενέστερο στάδιο μιας γλώσσας.  
Ο Saussure θέτει ότι η γλώσσα λειτουργεί ως σύστημα αυτοτελές σε μια δεδομένη χρονική στιγμή μέσα σε μια γλωσσική κοινότητα. Ο γλωσσολόγος οφείλει να περιγράψει το σύστημα αυτό και η περιγραφή αυτή λέγεται συγχρονική περιγραφή. Με την πάροδο του χρόνου, η γλώσσα αλλάζει, όπως είναι φυσικό, και το ένα γλωσσικό σύστημα δίνει τη θέση του σε κάποιο νεότερο. Η περιγραφή της αλλαγής από ένα προγενέστερο σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της ίδιας γλώσσας λέγεται διαχρονική περιγραφή. Και τα δυο αυτά είδη περιγραφής προσφέρουν πολλά και συμβάλλουν στην κατανόηση της φύσης της γλώσσας, αλλά σύμφωνα με την άποψη του Saussure ο γλωσσολόγος οφείλει να δώσει προτεραιότητα στη συγχρονική περιγραφή αφού αυτή προϋποτίθεται και για τη σωστή διαχρονική μελέτη.  
Για να γίνουν πιο κατανοητοί οι όροι «συγχρονία» και «διαχρονία», θα παραθέσομε αμέσως παρακάτω ένα παράδειγμα από την καθεμιά περίπτωση.  
Σε μια συγχρονική περιγραφή των τριών χρόνων του ρηματικού συστήματος της Νέας Ελληνικής διαπιστώνομε ότι σε αυτό εκφράζονται οι εξής κατηγορίες (παραλείπουμε για λόγους απλοποίησης τον παρακείμενο):
                                    Μη-Παρελθόν           Παρελθόν                  Μέλλον
Διαρκές                      γράφω                        έγραφα                       θα γράφω 
Μη-διαρκές               γράψω                        έγραψα                      θα γράψω  
Το σύστημα αυτό λειτουργεί πάνω σε δυο διαστάσεις, του χρόνου και του ποιού ενέργειας. Όπως βλέπομε, στους μονολεκτικούς ρηματικούς τύπους δεν εμφανίζεται η κατηγορία της έγκλισης. Οι ρηματικοί τύποι δεν έχουν καταλήξεις υποτακτικής. Το ότι πολλές γραμματικές περιγραφές της Νέας Ελληνικής εξακολουθούν να αναφέρονται στον τύπο «γράψω» ως υποτακτική αορίστου δείχνει πόσο αναχρονιστική και συγκεχυμένη είναι η ορολογία με την οποία περιγράφομε τη νεότερη γλώσσα αλλά και πόσο αντιστεκόμαστε στο να αναγνωρίσομε τη νέα δομή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σήμερα. Η αναχρονιστική χρήση ορολογίας δημιουργεί μεγάλη σύγχυση, που γίνεται αμέσως αντιληπτή όταν προσπαθήσεις να εξηγήσεις σε ξένους φοιτητές που μαθαίνουν τη Νέα Ελληνική γιατί το «γράψω» λέγεται αόριστος και γιατί υποτακτική.  
Η μόνη δικαιολογία για να αποκαλέσομε τον τύπο «γράψω» υποτακτική είναι το γεγονός ότι ο τύπος αυτός δεν απαντά μόνος και ανεξάρτητος αλλά εισάγεται με κάποιο μόριο («θα», «να», «ας»). Από την άποψη αυτή, μπορούμε να πούμε ότι ο ρηματικός αυτός τύπος είναι υποταγμένος ή εξαρτημένος ρηματικός τύπος. Από την άλλη μεριά, ο παραδοσιακός αλλά και σύγχρονος όρος «υποτακτική έγκλιση» αναφέρεται σε τυπικά διαφοροποιημένες ρηματικές εκφράσεις (με καταλήξεις, μόρια, άρνηση, κ.λπ.) που εκφράζουν σημασιολογικές διαφοροποιήσεις τροπικότητας. Αναγνωρίζομε, π.χ., την έγκλιση του πραγματικού (οριστική) και την έγκλιση του μη πραγματικού (υποτακτική). Η οριστική έγκλιση αποδίδεται με την επιλογή του αρνητικού μορίου «δεν» και μπορεί να συνυπάρχει με όλους τους χρόνους συμπεριλαμβανομένου του μέλλοντος, ενώ η υποτακτική χαρακτηρίζεται από την υποχρεωτική παρουσία του μορίου «να» ή «ας» και την επιλογή του αρνητικού μορίου «μη». Δηλαδή, οριστική έγκλιση είναι η περίφραση: (δεν) (θα) + ρήμα. Π.χ. «γράφω», «θα γράφω», «θα γράψω», «έγραψα», «δεν γράφω», «δεν θα γράψω» κ.λπ. Υποτακτική έγκλιση είναι η περίφραση: να (μη) + ρήμα. Π.χ. «να γράφω», «να γράψω», «να μην έγραφα» κ.λπ.  
Στην αρχαία γλώσσα η έγκλιση εμφανιζόταν στις ρηματικές καταλήξεις έτσι ώστε η τυπική διαφορά στην κατάληξη αντιστοιχούσε με τη σημασιολογική διαφορά στην τροπικότητα. Η σύγχρονη γλώσσα διατηρεί ένα μόνο εξαρτημένο ρηματικό τύπο, το «γράψω», αλλά η σημασιολογική διαφορά στην τροπικότητα των προτάσεων ανάμεσα στην οριστική και την υποτακτική εκφράζεται, όπως δείξαμε, τυπικά με περιφράσεις μορίων κι επιλογής του κατάλληλου μορφήματος της άρνησης. Ο τύπος «γράψω», όπως είδαμε, δεν περιορίζεται μόνο στην υποτακτική έγκλιση αλλά εμφανίζεται και συμμετέχει και στις δυο εγκλίσεις, γι’ αυτό και είναι σοβαρό λάθος να αναφερόμαστε στον τύπο αυτό ως «υποτακτική».  
Σύμφωνα με τη θεωρία του Saussure, που ασπάζονται πια όλοι οι γλωσσολόγοι, η περιγραφή της γλώσσας πρέπει να αποκαλύπτει το σύστημα που λειτουργεί συγχρονικά. Το μονολεκτικό ρηματικό σύστημα της Ελληνικής σήμερα λειτουργεί με τις δυο διαστάσεις, χρόνου και ποιού ενέργειας, που δώσαμε πιο πάνω. Η υποτακτική έγκλιση σήμερα εκφράζεται με μόρια όπως το «να» που συνοδεύουν τους ρηματικούς τύπους και με την επιλογή της άρνησης «μη».  
Όπως είπαμε πιο πάνω, διαχρονική περιγραφή είναι εκείνη που παρουσιάζει ένα γλωσσικό σύστημα στα διάφορα στάδια της εξέλιξής του. Π.χ. ο μέλλοντας της Νέας Ελληνικής «θα γράψουμε» προήλθε από την περίφραση «θέλομε ίνα γράψωμεν» ακολουθώντας τα στάδια: «θέλει ίνα γράψωμεν»-«θέλανα γράψουμε»-«θένα γράψουμε»-«θέλα γράψουμε»-«θάνα γράψουμε»-«θα γράψουμε». Στην περίπτωση αυτή, η ανάλυση κάνει διαφανείς τις αλλαγές ενός τύπου και την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο. Για μια πιο πλήρη και σωστή διαχρονική περιγραφή, θα έπρεπε να είχαμε παρουσιάσει την εξέλιξη όλου του ρηματικού συστήματος, γιατί ο μέλλοντας λειτουργεί μέσα στο σύστημα και αλλάζει όπως αλλάζει το όλο σύστημα. Στο παράδειγμά μας περιοριστήκαμε στο μέλλοντα για λόγους συντομίας.  
Για να εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στη συγχρονία και τη διαχρονία, ο Saussure χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα το σκάκι. Αν, σε μια δεδομένη στιγμή, ένας παρατηρητής διακόψει το παιγνίδι και περιγράψει σε ποια ακριβώς θέση βρίσκεται το κάθε πιόνι σχετικά με τα άλλα, τότε έχομε συγχρονική περιγραφή. Αν όμως θελήσει να ανατρέξει στο πώς, με ποιες δηλαδή ενδιάμεσες φάσεις, κατέληξε το κάθε πιόνι στη θέση όπου βρίσκεται, τότε η παρουσίασή μας είναι διαχρονική.  
Αξίζει να τονιστεί ότι κατά την άποψη του Saussure και των οπαδών του είναι απαραίτητο να αποφεύγεται κάθε σύγχυση ανάμεσα στους δυο αυτούς τρόπους περιγραφής. Μια συγχρονική περιγραφή της γλώσσας δεν πρέπει να περιέχει ιστορικούς κανόνες κι ερμηνείες ούτε να επικαλείται στοιχεία που κάποτε λειτουργούσαν μέσα στη γλώσσα αλλά δεν λειτουργούν πια.  
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχυσης ανάμεσα στη συγχρονία και τη διαχρονία είναι η περιγραφή που προτείνει ο B. Newton στο βιβλίο του A generative interpretation of dialect (1972) για τη μετακίνηση του τόνου στα Ελληνικά. Ο Newton παρατηρεί ότι τύποι όπως «μάθημα» - «μαθήματος» δείχνουν μετακίνηση του τόνου κατά μια συλλαβή προς τα δεξιά και ότι το φαινόμενο αυτό εξηγείται βάσει του κανόνα της τρισυλλαβίας. Ο κανόνας αυτός ορίζει ότι ο τόνος μιας λέξης πρέπει να περιορίζεται στη λήγουσα ή την παραλήγουσα ή την προπαραλήγουσα, αλλά ποτέ πιο πέρα από αυτήν. Επιστρέφοντας τώρα στο παράδειγμά μας, βλέπομε ότι η ονομαστική «μάθημα» τονίζεται στην προπαραλήγουσα. Στη γενική πτώση όμως προστίθεται ακόμη μια συλλαβή στην κατάληξη και, αν ο τόνος παρέμενε στην ίδια θέση με εκείνη που έχει στην ονομαστική, θα καταλήγαμε στον τύπο «*μάθηματος», που παραβιάζει τον κανόνα της τρισυλλαβίας. Για να ικανοποιηθεί, λοιπόν, ο κανόνας αυτός, ο τόνος μεταφέρεται μια συλλαβή προς τα δεξιά δίνοντας το σωστό «μαθήματος».  
Μετακίνηση όμως του τόνου κατά μια συλλαβή προς τα δεξιά σε κάποιες πτώσεις παρατηρείται και σε άλλα προπαροξύτονα ουσιαστικά χωρίς να γίνεται προσθήκη συλλαβής στις περιπτώσεις αυτές, π.χ. «άνθρωπος» - «ανθρώπου». Γεννάται τώρα το ερώτημα πώς εξηγείται η μετακίνηση αυτή. Ο Newton, θέλοντας να δώσει την ίδια ακριβώς εξήγηση όπως και στην περίπτωση του «μαθήματος», προτείνει ότι σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο οι λέξεις «ανθρώπου», «ανθρώπων», «ανθρώπους» κ.λπ. πρέπει να θεωρηθούν ότι περιέχουν μακρά φωνήεντα: /ánθropuu/, /ánθropoon/, /ánθropuus/. Αφού θεωρούμε ότι το κάθε μακρό φωνήεν ισοδυναμεί με δυο βραχέα φωνήεντα, μπορούμε να επικαλεστούμε τον κανόνα της τρισυλλαβίας για την ερμηνεία της μετακίνησης του τόνου προς τα δεξιά. Θα υποχρεωθούμε όμως στη συνέχεια να προσθέσομε στην ανάλυσή μας έναν κανόνα που να απλοποιεί τα διπλά φωνήεντα σε μονά.  
Αφηρημένο επίπεδο: ánθropuu  
Νόμος τρισυλλαβίας και μετακίνηση: anθrópuu  
Απλοποίηση διπλών: anθrópu  
Η εξήγηση αυτή που δίνει ο Newton, όπως και μια παρόμοια ανάλυση που προτείνεται από την Α. Μαλικούτη στο βιβλίο της Μετασχηματιστική μορφολογία του νεοελληνικού ονόματος (1970), συγχέουν διαχρονία και συγχρονία. Η φωνολογική διαφοροποίηση ανάμεσα σε μακρά και σε βραχέα φωνήεντα δεν ισχύει για τη Νέα Ελληνική. Στα Αρχαία Ελληνικά υπήρχε η διαφορά αυτή. Αλλά σε μια συγχρονική περιγραφή της Νέας Ελληνικής δεν μπορούμε να επικαλεστούμε στοιχεία και φωνολογικές διακρίσεις που δεν ισχύουν συγχρονικά. Η αδυναμία της ανάλυσης του Newton είναι ότι έχει μεταφέρει το αρχαίο φωνολογικό σύστημα μέσα στο αφηρημένο επίπεδο (1) της ανάλυσής του. Το επίπεδο αυτό, που δεν έχει συγχρονική αιτιολόγηση, το χρησιμοποιεί για τη μετακίνηση του τόνου. Κατόπιν, επειδή δεν μπορούμε να παραμείνομε στο αρχαίο ελληνικό σύστημα με τα μακρά και τα βραχέα, αναγκαζόμαστε να προσθέσομε ως συγχρονικό κανόνα τον κανόνα (3), ο οποίος όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ιστορική αλλαγή που έγινε γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ. και μετέτρεψε τα μακρά σε βραχέα. Βλέπομε, λοιπόν, ότι η ανάλυση που προτείνει ο Newton συγχέει συγχρονία και διαχρονία και γι’ αυτό δεν είναι αποδεκτή.  
Η απόρριψη της ανάλυσης του Newton δεν απορρέει μόνο από θεωρητικές απαιτήσεις. Υπάρχουν εμπειρικές μαρτυρίες που δείχνουν ότι το φαινόμενο της μετακίνησης του τόνου σε ονόματα ανισοσύλλαβα, όπως «μάθημα», στα οποία προστίθεται συλλαβή, και σε ισοσύλλαβα, όπως «άνθρωπος», στα οποία δεν προστίθεται, δεν υπακούνε τον ίδιο κανόνα. Παρατηρούμε, π.χ., ότι οι Έλληνες ομιλητές, ανεξάρτητα από τη μόρφωσή τους και από την ηλικία τους, δεν κάνουν ποτέ λάθος στον τονισμό των ανισοσυλλάβων, πράγμα που δείχνει ότι ο αριθμός των συλλαβών είναι το καίριο σημείο και ότι αυτός ο κανόνας είναι σαφώς ένας αυτόματος φωνολογικός κανόνας. Στην περίπτωση των ισοσυλλάβων, από την άλλη μεριά, τα λάθη που γίνονται είναι πολύ συχνά. Είναι ακόμα αξιοσημείωτο ότι δεν έχομε μόνο λάθη μη μετακίνησης του τόνου, /ánθropu/, /δáskalu/ κ.λπ., αλλά και λάθη μετακίνησης του τόνου εκεί που δεν πρέπει, όπως /anθrópi/, /δaskáli/ κ.λπ. Αυτό δείχνει ότι εδώ δεν ακολουθείται ο αυτόματος κανόνας της τρισυλλαβίας αλλά ότι ο ομιλητής υποχρεώνεται να μάθει ξεχωριστά ποιες ακριβώς είναι οι πτώσεις εκείνες στις οποίες γίνεται η μετακίνηση. Επειδή δεν υπάρχει κάποια κοινή μορφολογική κατηγορία η οποία να ενώνει όλες τις κατάλληλες πτώσεις που απαιτούν μετακίνηση του τόνου, είναι φυσικό να γίνονται λάθη. Η μαρτυρία αυτή δείχνει τελικά ότι ο τονισμός των ισοσυλλάβων δεν επιδέχεται την ίδια φωνολογική ερμηνεία με εκείνη που καλύπτει τα ανισοσύλλαβα. Και το επιχείρημα αυτό με τη σειρά του επιβεβαιώνει την ορθότητα της αρχής του Saussure ότι συγχρονική και διαχρονική περιγραφή δεν πρέπει να συγχέονται.  
 
5στ. Γλώσσα (langage) - λόγος (langue) - ομιλία (parole)  
Ο Saussure, για να αποφύγει την ασάφεια των όρων με τους οποίους αναφερόμαστε στη γλώσσα και για να εντοπίσει πού στρέφεται το ενδιαφέρον του γλωσσολόγου, καθόρισε τις έννοιες της γλώσσας, του λόγου και της ομιλίας ως εξής: ο όρος γλώσσα έχει τη γενικότερη εφαρμογή και αναφέρεται σε όλες τις εκφράσεις της γλώσσας. Λόγος είναι το αφηρημένο γλωσσικό σύστημα που κατέχουν από κοινού όλα τα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας και που τους επιτρέπει να συνεννοούνται μεταξύ τους. Ομιλία είναι τα δεδομένα της γλωσσικής συμπεριφοράς από συγκεκριμένους ομιλητές σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Αν και η ομιλία έχει πιο αντικειμενική ύπαρξη, αφού σύμφωνα με την αντίληψη του Saussure τη συλλαμβάνομε με τα αυτιά μας και μπορούμε να την καταγράψομε σε κασέτες, ο λόγος είναι αυτός που έχει ουσιαστική ύπαρξη και οντότητα και αυτός πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο της γλωσσολογικής ανάλυσης. Η ομιλία είναι κάτι το ρευστό, πιο συγκυριακό και πιο ελλιπές, ενώ ο λόγος, το λανθάνον σύστημα της κάθε γλώσσας, έχει συνοχή, αυτοτέλεια και σταθερότητα. Η καθημερινή χρήση της ομιλίας λειτουργεί ακριβώς επειδή υποβαστάζεται και καθοδηγείται από τη δομή του λόγου.  
Η διαφοροποίηση αυτή που κάνει ο Saussure ανάμεσα σε λόγο και ομιλία και η προτεραιότητα που δίνει στο λόγο έχει μεγάλη μεθοδολογική αξία γιατί μας δείχνει ότι η ομιλία δεν ταυτίζεται άμεσα με το λόγο αλλά ότι η σχέση των δυο αυτών απόψεων της γλώσσας είναι μόνο έμμεση και ελλιπής. Επομένως, ο θεωρητικός γλωσσολόγος που ενδιαφέρεται να προσεγγίσει το λόγο είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει αφαιρετικά με βάση τα δεδομένα της ομιλίας και να διαμορφώσει υποθέσεις που ξεκινούν από αυτά τα δεδομένα αλλά πηγαίνουν πολύ πιο μακριά και πιο βαθιά. Θα δούμε αργότερα ότι μια παράλληλη διχοτόμηση (competence = γλωσσική ικανότητα / performance = γλωσσική συμπεριφορά (πλήρωση)) γίνεται και από τη γενετική μετασχηματιστική γραμματική, την επικρατέστερη σύγχρονη γλωσσική θεωρία.  
 
5ζ. Το σημαίνον και το σημαινόμενο  
Η γλώσσα, ή μάλλον ο λόγος, αποτελείται από ένα σύστημα σημείων. Το σημείο, έτσι όπως το βλέπει ο Saussure, είναι μια σχέση ανάμεσα σε δυο πράγματα, την έννοια, δηλαδή το σημαινόμενο (signifié) και την ακουστική του εικόνα, δηλαδή το σημαίνον (signifiant). Το σημείο έχει δυο βασικά χαρακτηριστικά:  
α) Είναι αυθαίρετο. Ανάμεσα στη μορφή, δηλ. την ακουστική εικόνα, και την έννοια δεν υπάρχει αναγκαία και φυσική σχέση. Τα σημεία είναι σύμβολα που αναφέρονται στις έννοιες συμβατικά. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η ίδια έννοια, το ίδιο σημαινόμενο, π.χ. η έννοια του σκύλου, αποδίδεται με διαφορετικά σημεία, διαφορετικές λέξεις, σε διαφορετικές γλώσσες, π.χ. chien, dog κ.λπ., αλλά και το ότι είναι δυνατή διαχρονικά η φωνολογική και μορφολογική αλλαγή των σημείων.  
β) Το σημείο έχει γραμμικότητα. Επειδή η ομιλία, που αποτελεί την έκφραση του σημείου, εντάσσεται μέσα στο χρόνο, τα στοιχεία που την αποτελούν, οι φθόγγοι, τα φωνήματα, οι συλλαβές, ακολουθούν γραμμικά το ένα το άλλο. Πρέπει όμως να σημειώσομε εδώ ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία που δεν αποτελούν ξεχωριστά τεμάχια αλλά εκφέρονται ταυτόχρονα με κάποια άλλα τεμαχιακά στοιχεία. Π.χ. ο τόνος μιας συλλαβής συνεκφέρεται με κάποιο φωνήεν.  
 
5η. Συνταγματικές και παραδειγματικές σχέσεις  
Είπαμε πιο πάνω ότι κάθε γλωσσικό στοιχείο λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα. Η λειτουργία του εκδηλώνεται από το σύνολο των σχέσεων του στοιχείου αυτού με τα άλλα στοιχεία του συστήματος. Πρόκειται για σχέσεις ομοιότητας και αντίθεσης που αναπτύσσονται πάνω σε δυο διαφορετικούς άξονες, τον παραδειγματικό και τον συνταγματικό, και ονομάζονται αντίστοιχα συνταγματικές και παραδειγματικές σχέσεις.  
Συνταγματικές είναι οι σχέσεις ενός γλωσσικού στοιχείου με άλλα στοιχεία που προηγούνται ή ακολουθούν μέσα στην ίδια συντακτική ενότητα, λέξη, φράση, πρόταση. Οι σχέσεις αυτές ονομάζονται και σχέσεις εν παρουσία (in presentia) ακριβώς επειδή τα συσχετιζόμενα στοιχεία συνυπάρχουν, συμπαρουσιάζονται στην ίδια ενότητα. Ας δούμε, π.χ., τον παρακάτω γλωσσικό τύπο.  
(1) Το παιδί θα φύγει.  
Το στοιχείο «το» έχει κάποια συγκεκριμένη σχέση με το στοιχείο «παιδί». Το δεύτερο στοιχείο δημιουργεί ένα από τα κατάλληλα περιβάλλοντα για την εμφάνιση του άρθρου «το», που πρέπει να προηγείται του ουσιαστικού με το οποίο συνδυάζεται. Αν η δεύτερη λέξη ήταν «παιδιά», τότε θα έπρεπε να επιλέγαμε το άρθρο «τα». Η σχέση αυτή, που δείχνει την αλληλεξάρτηση του πρώτου με το δεύτερο στοιχείο στο παράδειγμά μας, είναι σχέση συνταγματική. Παρόμοιες παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε και για τα στοιχεία «θα» και «φύγει». Σημειώνομε όμως ότι, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία «παιδί» και «θα» βρίσκονται δίπλα το ένα στο άλλο, δεν συνάπτουν καμιά συντακτική σχέση. Τα στοιχεία «παιδί» και «θα» δεν αποτελούν μια συνταγματική ενότητα. Αν προχωρήσομε την ανάλυσή μας, θα δούμε ότι η σύνθετη ενότητα «το παιδί», που σχηματίζεται από τα πρώτα δυο στοιχεία, έχει συνταγματική σχέση με τη σύνθετη ενότητα που αποτελείται από τα δυο τελευταία στοιχεία «θα φύγει». Οι δυο αυτές ενότητες συμπληρώνουν η μια την άλλη και μαζί αποτελούν μια πλήρη πρόταση. Η αλληλεξάρτησή τους φαίνεται και από το γεγονός ότι η κατάληξη του τρίτου ενικού προσώπου στο ρήμα απαιτείται από το τρίτο ενικό πρόσωπο που χαρακτηρίζει την πρώτη ενότητα «το παιδί».  
Ένα γλωσσικό στοιχείο αναπτύσσει όμως σχέσεις και με άλλα στοιχεία που δεν εμφανίζονται στην ίδια συνταγματική ενότητα αλλά υπάρχουν και λειτουργούν μέσα στο γλωσσικό σύστημα. Οι σχέσεις αυτές, αντίθετα με τις προηγούμενες, είναι σχέσεις εν απουσία (in absentia) και ονομάζονται παραδειγματικές. Π.χ. ο τύπος «παιδί» στο παράδειγμά μας έχει χρησιμοποιηθεί αντί για τους τύπους «αγόρι», «κορίτσι» κ.λπ., που καθένας τους θα μπορούσε να αντικαταστήσει το «παιδί» στην ίδια θέση μέσα στην πρόταση χωρίς να επηρεαστεί καθόλου η υπόλοιπη δομή της πρότασης. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι τα «παιδί», «αγόρι», «κορίτσι», «σύννεφο», «στράτευμα» κ.λπ. βρίσκονται σε παραδειγματική σχέση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, έχομε παραδειγματική σχέση αντικατάστασης ή υποκατάστασης, δηλαδή κάποιο από αυτά τα στοιχεία μπορεί να υποκαταστήσει καθένα από τα υπόλοιπα χωρίς να γίνει καμιά παραπέρα αλλαγή στην πρόταση.  
Υπάρχουν όμως και άλλες παραδειγματικές σχέσεις όπου τα γλωσσικά στοιχεία δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το ένα το άλλο χωρίς αυτό να προκαλέσει αλλαγές μέσα στην ευρύτερη δομή. Π.χ. το στοιχείο «παιδί» έχει παραδειγματική σχέση με το στοιχείο «παιδιά». Μοιράζονται την ίδια ρίζα και αποτελούν μέλη του ίδιου μορφολογικού παραδείγματος. Αν όμως, αντικαταστήσομε τον τύπο «τα παιδιά» (should be «το παιδί») με τον τύπο «το παιδί» (should be «τα παιδιά») στο παράδειγμά μας, θα πρέπει να αλλάξομε ανάλογα και την κατάληξη του ρήματος σε πληθυντικό αριθμό: «τα παιδιά θα φύγουν». Και οι δυο περιπτώσεις χαρακτηρίζονται παραδειγματικές ακριβώς επειδή η σχέση ισχύει ανάμεσα σε ένα στοιχείο που εμφανίζεται μέσα σε μια δομή και σε άλλα στοιχεία που δεν εμφανίζονται αλλά με τα οποία το στοιχείο αυτό βρίσκεται σε συστηματική σχέση.  
 
5θ. Ο ορισμός των γλωσσικών στοιχείων και κατηγοριών πρέπει να βασίζεται σε τυπικά (formal) (μορφή, κατανομή) και όχι σε σημασιολογικά κριτήρια  
Η παραδοσιακή φιλοσοφική γραμματική, όπως είδαμε, ξεκινούσε από την προϋπόθεση ότι οι κατηγορίες της γλώσσας αντανακλούν κατηγορίες της σκέψης. Για το λόγο αυτό, οι ορισμοί των γραμματικών κατηγοριών βασίζονταν σε σημασιολογικές έννοιες. Σύμφωνα με την παραδοσιακή γραμματική, όνομα είναι η λέξη που αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, ρήμα είναι η λέξη που περιγράφει ενέργεια ή κατάσταση κ.λπ. Στα πλαίσια της θεωρίας του Saussure που, όπως είδαμε, επιδιώκει μια αντικειμενική ανάλυση της δομής της κάθε γλώσσας, οι ορισμοί αυτοί αποδείχθηκαν ασαφείς και κυκλικοί. Ασαφείς επειδή οι σημασιολογικές έννοιες «πράγμα», «ενέργεια», «κατάσταση» κ.λπ. δεν έχουν μια αντικειμενική και ανεξάρτητη αξία. Τι είναι ενέργεια και τι είναι πράγμα έξω από τη γλώσσα; Κυκλικοί επειδή η γλώσσα είναι αυτή που με τα κατάλληλα χαρακτηριστικά στη μορφή των λέξεων, όπως οι καταλήξεις, ο τόνος κ.λπ., παρουσιάζει μια έννοια ως όνομα ή ως ρήμα. Η λέξη «φωτιά», π.χ., ή η λέξη «ενέργεια» περιγράφουν ενέργειες και όχι πράγματα, αλλά μια γλώσσα μπορεί να παρουσιάζει τις έννοιες αυτές ως ουσιαστικά και όχι ως ρήματα. Το συμπέρασμα που απορρέει από τις παρατηρήσεις αυτές είναι ότι η ασάφεια και η κυκλικότητα των σημασιολογικών ορισμών τούς καθιστά ακατάλληλους ως κριτήρια ανάλυσης μιας γλώσσας.  
Αντίθετα με την παράδοση αυτή των σημασιολογικών ορισμών στους οποίους αποδιδόταν καθολική ισχύς, ο Saussure ξεκινά από τη βασική αρχή ότι η γλώσσα μιας κοινότητας αποτελεί ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη δομή. Η δομή αυτή συνίσταται στα στοιχεία και τις μεταξύ τους σχέσεις. Κάθε στοιχείο αποκομίζει την αξία του (valeur) από τη θέση που έχει μέσα στο όλο σύστημα, θέση που εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της εξωτερικής του μορφής. Ακολουθώντας το συλλογισμό αυτό, τα μέρη του λόγου πρέπει να ορίζονται με βάση τα τυπικά, μορφικά τους χαρακτηριστικά. Έτσι, π.χ., μπορούμε να λέμε ότι στα Ελληνικά «ονόματα είναι οι λέξεις των οποίων οι καταλήξεις διακρίνουν πτώσεις, γένη και αριθμούς, που συνοδεύονται από τα άρθρα» κ.λπ., «ρήματα είναι οι λέξεις των οποίων οι καταλήξεις διακρίνουν πρόσωπα, αριθμούς και χρόνους» κ.λπ..  
Η προσέγγιση αυτή, που απορρίπτει ασαφείς σημασιολογικούς ορισμούς και που βασίζει τις κατηγορίες της και την ανάλυσή της σε αντικειμενικά κριτήρια μορφής και κατανομής, θεωρείται πιο εμπειρική και πιο επιστημονική.  
 
5ι. Η γλωσσολογία είναι επιστήμη αυτόνομη  
Μια άλλη συνέπεια της απόρριψης των σημασιολογικών κριτηρίων είναι και το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό η γλωσσική ανάλυση αποκόπτεται από τη φιλοσοφία και γίνεται μια επιστήμη αυτόνομη. Η γλώσσα δεν μελετάται πια ούτε ως λογοτεχνικό ή ρητορικό μέσο αλλά ούτε ως πεδίο έρευνας φιλοσοφικών προβληματισμών.  
 
5ια. Τα στοιχεία ενός γλωσσικού συστήματος έχουν σχετική και όχι καθολική ισχύ    
 Όπως είδαμε, ο ορισμός και η αξία του κάθε γλωσσικού στοιχείου απορρέουν από τα τυπικά του χαρακτηριστικά που το τοποθετούν σε σχέσεις ομοιότητας και διαφοράς με τα άλλα στοιχεία μέσα στο συγκεκριμένο σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι οι ορισμοί των στοιχείων έχουν μόνο σχετική αξία. Ισχύουν μόνο μέσα στη συγκεκριμένη γλώσσα και όχι καθολικά. Π.χ., προηγουμένως ορίσαμε τα ονόματα της Ελληνικής ως τις λέξεις εκείνες που έχουν καταλήξεις πτώσης, γένους και αριθμού. Στα Αγγλικά ο ορισμός αυτός δεν ισχύει επειδή στη γλώσσα αυτή τα ονόματα δεν διακρίνουν μορφικά ούτε τα γένη ούτε τις πτώσεις. Ο ορισμός των ονομάτων στην Αγγλική θα αναφέρεται σε καταλήξεις αριθμού (cat-cats), στην επιλογή του άρθρου (a/the cat) κ.λπ.. Με τον τρόπο αυτό, βλέπομε ότι η δομική γλωσσολογική θεωρία του Saussure στρέφει την προσοχή της στη μελέτη της κάθε γλώσσας χωριστά, στα ειδικά δηλαδή χαρακτηριστικά των γλωσσών όπως αυτά εμφανίζονται σε διαφοροποιήσεις μορφής και κατανομής. Οι ιδιότητες αυτές της δομικής γλωσσολογίας την καθιστούν, μέσα στα πλαίσια του φιλοσοφικού κλίματος της εποχής της, αυτόνομη, εμπειρική επιστήμη.  
Οι αρχές της δομικής θεωρίας του Saussure όπως την παρουσιάσαμε πιο πάνω αποτελούν τη βάση των περισσότερων και γνωστότερων γλωσσολογικών θεωριών από τη δημοσίευση του βιβλίου του Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας (1916) μέχρι σήμερα, γι’ αυτό και ο Saussure θεωρείται θεμελιωτής της νεότερης γλωσσολογίας. Η θεωρία αυτή βρήκε, φυσικά, ποικίλες εκφράσεις ανάλογα με το χώρο και το χρόνο μέσα στον οποίο λειτούργησαν οι διάφοροι ερμηνευτές της. Έτσι, έχομε τη «λειτουργική» δομική θεωρία της σχολής της Πράγας, τη «λειτουργική» θεωρία της σχολής του Martinet, τη «στρωματική» (stratificational) θεωρία του Lamb, τον αμερικανικό δομισμό της σχολής του Bloomfield κ.λπ.
 
ΕΙΡΗΝΗ ΦΙΛΙΠΠΑΚΗ-WARBURTON, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ,   ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΕΦΕΛΗ, ΑΘΗΝΑ 1992