Αρχαία ελληνικά Γ΄ Λυκείου: Διδακτική Ενότητα 12: Η ηθική αρετή
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικά Νικομάχεια Β1, 1-4, 1103a14 - b2
Δύο είναι, όπως είδαμε, τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική. Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξησή της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία (γι' αυτό και εκείνο που χρειάζεται γι’ αυτήν είναι η πείρα και ο χρόνος), ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος). Αυτό ακριβώς κάνει φανερό ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες ιδιότητες. Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από τη φύση να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και ξαναπετώντας την προς τα πάνω⸱ ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα κάτω⸱ γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως -ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας: η φύση μάς έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
Α. Τι λέει το κείμενο;
1. Με αφετηρία τον αποφατικό ισχυρισμό οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται να αναφερθείτε στον τρόπο απόκτησης των ηθικών αρετών που περιγράφει ο φιλόσοφος. Να προσέξετε τις λέξεις που επαναλαμβάνονται πολλές φορές.
|
Έμφυτο ή επίκτητο; |
Προηγείται (πρότερον) |
Έπεται (ὕστερον) |
Παραδείγματα – περιπτώσεις |
|
Έμφυτο — φύσει Η ικανότητα υπάρχει από τη
φύση και δεν αποκτάται με την επαναλαμβανόμενη χρήση. |
Δυνάμεις: η κατοχή της φυσικής δυνατότητας. «τάς δυνάμεις τούτων πρότερον
κομιζόμεθα» |
Ἐνέργειαι: η χρήση και η πραγμάτωση της ήδη υπάρχουσας
δυνατότητας. «ὕστερον δε τάς ἐνεργείας ἀποδίδομεν» |
Αἰσθήσεις: όραση και ακοή. Πρώτα διαθέτουμε την ικανότητα να βλέπουμε
και να ακούμε και έπειτα τη χρησιμοποιούμε· δεν την αποκτούμε επειδή είδαμε ή
ακούσαμε πολλές φορές. «ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν» |
|
Επίκτητο — ἔθει (μέσω του έθους και της
άσκησης) Η καλλιεργημένη ικανότητα αποκτάται με επαναλαμβανόμενες αντίστοιχες
ενέργειες. |
Ἐνέργειαι: η εξάσκηση σε
συγκεκριμένες πράξεις πριν από την απόκτηση της ολοκληρωμένης ικανότητας. «ταῦτα ποιοῦντες
μανθάνομεν» |
Δυνάμεις: η
αποκτημένη τεχνική ικανότητα, ως αποτέλεσμα της άσκησης. |
Τέχνες:
οικοδομική και κιθαριστική. Γινόμαστε οικοδόμοι
χτίζοντας και κιθαριστές παίζοντας κιθάρα. «οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καί κιθαρίζοντες κιθαρισταί» |
|
Επίκτητο — ἔθει (μέσω του εθισμού) Η ηθική αρετή δεν είναι
έμφυτη· διαμορφώνεται με την επανάληψη αντίστοιχων πράξεων. |
Ἐνέργειαι: οι δίκαιες, σώφρονες και ανδρείες πράξεις που ασκούμε
επανειλημμένα. «τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον» |
Δυνάμεις: η διαμορφωμένη ηθική ικανότητα, δηλαδή η
σταθερή αρετή που αποκτάται με τον εθισμό. Δεν ταυτίζεται με τη φυσική
δεκτικότητα προς την αρετή, την οποία ήδη διαθέτουμε. |
Ἀρετές: δικαιοσύνη, σωφροσύνη και ανδρεία. Γινόμαστε δίκαιοι πράττοντας δίκαια,
σώφρονες πράττοντας σώφρονα και ανδρείοι πράττοντας ανδρεία. «τά μέν δίκαια πράττοντες
δίκαιοι γινόμεθα, τά δέ σώφρονα σώφρονες, τά δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι» |
1. Να σχολιάσετε τις εγκλίσεις και τους χρόνους των ρηματικών τύπων με τους οποίους συνδέεται η έννοια του ἔθους. Επίσης, να εντοπίσετε και να χαρακτηρίσετε τους αντίστοιχους επιρρηματικούς προσδιορισμούς. Τέλος, να αναφέρετε τι επιτυγχάνεται με τη συχνότητα της χρήσης του όρου ἔθος.
1. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Περί παίδων ἀγωγῆς, 4 2Α-C
(μετάφραση Γ. Ράπτης)
Ο Πλούταρχος επιχειρεί μια ερμηνευτική προσέγγιση της αρετής ευρύτερη από την αντίστοιχη του Αριστοτέλη. Σε τι συμφωνεί με τον Σταγειρίτη και προς ποια κατεύθυνση διευρύνει τον στοχασμό του;
Η κατεύθυνση της διεύρυνσης: Στο κείμενο αναφοράς ο Αριστοτέλης διακρίνει τις διανοητικές από τις ηθικές αρετές και συνδέει τις πρώτες κυρίως με τη διδασκαλία και τις δεύτερες με το έθος. Ο Πλούταρχος δεν αναπτύσσει στο συγκεκριμένο απόσπασμα αυτή τη διάκριση, αλλά προβάλλει ένα ενιαίο, τριμερές σχήμα αγωγής. Η φυσική προδιάθεση δίνει την αφετηρία, η μάθηση επιτρέπει την πρόοδο και η άσκηση εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή. Οι τρεις παράγοντες λειτουργούν συμπληρωματικά και αλληλεξαρτώνται: η φύση χωρίς μάθηση μένει χωρίς κατάλληλη καθοδήγηση, η μάθηση χωρίς φυσική βάση είναι ελλιπής και η άσκηση χωρίς τα άλλα δύο δεν επαρκεί. Αν κάποιος παράγοντας υστερεί, η αρετή δεν ολοκληρώνεται. Εδώ ο «λόγος» σημαίνει συγκεκριμένα τη μάθηση, όπως διευκρινίζεται στο απόσπασμα, και δεν πρέπει να ταυτίζεται απλώς με το λογικό μέρος της ψυχής στην αριστοτελική διάκριση.
Συμπερασματικά, ο Πλούταρχος διατηρεί την αριστοτελική θέση ότι η φυσική δεκτικότητα πρέπει να καλλιεργηθεί με την άσκηση, αλλά συνθέτει ρητά τη φύση, τη μάθηση και τη συνήθεια σε ένα κοινό σχήμα τελείωσης της αρετής. Η διεύρυνση αφορά την έμφαση στην αλληλεξάρτηση των τριών προϋποθέσεων και στον οργανωμένο παιδαγωγικό ρόλο της διδασκαλίας. Δεν πρόκειται για ανατροπή της αριστοτελικής θέσης ούτε προκύπτει ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει την εκπαιδευτική καθοδήγηση· πρόκειται για ευρύτερη και περισσότερο συνθετική προσέγγιση σε σχέση με το συγκεκριμένο κείμενο αναφοράς.
1. Η διδασκαλία του Δαμοδού στο παραπάνω απόσπασμα από την εισαγωγή του έργου του έχει έντονες αριστοτελικές επιρροές. Μπορείτε να τις εντοπίσετε, συγκριτικά προς το Κείμενο Αναφοράς;

