Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική
κλίση ρήματος «βδελύττω»
βδελύττω:
αποστρέφομαι, αηδιάζω, μισώ
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
βδελύττω, βδελύττεις,
βδελύττει, βδελύττομεν, βδελύττετε, βδελύττουσι(ν)
Υποτακτική
βδελύττω, βδελύττῃς, βδελύττῃ, βδελύττωμεν, βδελύττητε, βδελύττωσι(ν)
Ευκτική
βδελύττοιμι,
βδελύττοις, βδελύττοι, βδελύττοιμεν, βδελύττοιτε, βδελύττοιεν
Προστακτική
---, βδελύττε,
βδελυττέτω, ---, βδελύττετε, βδελυττόντων (ή βδελυττέτωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύττειν
Μετοχή
βδελύττων,
βδελύττουσα, βδελύττον
Μέλλοντας
Οριστική
βδελύξω, βδελύξεις,
βδελύξει, βδελύξομεν, βδελύξετε, βδελύξουσι(ν)
Ευκτική
βδελύξοιμι,
βδελύξοις, βδελύξοι, βδελύξοιμεν, βδελύξοιτε, βδελύξοιεν
Απαρέμφατο
βδελύξειν
Μετοχή
βδελύξων,
βδελύξουσα, βδέλυξον
Αόριστος
Οριστική
ἐβδέλυξα, ἐβδέλυξας, ἐβδέλυξε(ν), ἐβδελύξαμεν, ἐβδελύξατε, ἐβδέλυξαν
Υποτακτική
βδελύξω, βδελύξῃς, βδελύξῃ, βδελύξωμεν, βδελύξητε, βδελύξωσι(ν)
Ευκτική
βδελύξαιμι,
βδελύξαις ή βδελύξειας, βδελύξαι ή βδελύξειε(ν), βδελύξαιμεν, βδελύξαιτε,
βδελύξαιεν ή βδελύξειαν
Προστακτική
---, βδέλυξον,
βδελυξάτω, ---, βδελύξατε, βδελυξάντων (ή βδελυξάτωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύξαι
Μετοχή
βδελύξας,
βδελύξασα, βδελύξαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
βδελύττομαι, βδελύττῃ / βδελύττει, βδελύττεται, βδελυττόμεθα, βδελύττεσθε, βδελύττονται
Υποτακτική
βδελύττωμαι,
βδελύττῃ, βδελύττηται, βδελυττώμεθα, βδελύττησθε, βδελύττωνται
Ευκτική
βδελυττοίμην,
βδελύττοιο, βδελύττοιτο, βδελυττοίμεθα, βδελύττοισθε, βδελύττοιντο
Προστακτική
---, βδελύττου,
βδελυττέσθω, ---, βδελύττεσθε, βδελυττέσθων (ή βδελυττέσθωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύττεσθαι
Μετοχή
βδελυττόμενος
βδελυττομένη
βδελυττόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐβδελυττόμην, ἐβδελύττου, ἐβδελύττετο, ἐβδελυττόμεθα, ἐβδελύττεσθε, ἐβδελύττοντο
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
βδελύξομαι, βδελύξῃ / βδελύξει, βδελύξεται, βδελυξόμεθα, βδελύξεσθε, βδελύξονται
Ευκτική
βδελυξοίμην,
βδελύξοιο, βδελύξοιτο, βδελυξοίμεθα, βδελύξοισθε, βδελύξοιντο
Απαρέμφατο
βδελύξεσθαι
Μετοχή
βδελυξόμενος
βδελυξομένη
βδελυξόμενον
Παθητικός
Μέλλοντας
Οριστική
βδελυχθήσομαι, βδελυχθήσῃ / βδελυχθήσει, βδελυχθήσεται, βδελυχθησόμεθα, βδελυχθήσεσθε,
βδελυχθήσονται
Ευκτική
βδελυχθησοίμην,
βδελυχθήσοιο, βδελυχθήσοιτο, βδελυχθησοίμεθα, βδελυχθήσοισθε, βδελυχθήσοιντο
Απαρέμφατο
βδελυχθήσεσθαι
Μετοχή
βδελυχθησόμενος
βδελυχθησομένη
βδελυχθησόμενον
Μέσος Αόριστος
Οριστική
ἐβδελυξάμην, ἐβδελύξω, ἐβδελύξατο, ἐβδελυξάμεθα, ἐβδελύξασθε, ἐβδελύξαντο
Υποτακτική
βδελύξωμαι, βδελύξῃ, βδελύξηται, βδελυξώμεθα, βδελύξησθε, βδελύξωνται
Ευκτική
βδελυξαίμην,
βδελύξαιο, βδελύξαιτο, βδελυξαίμεθα, βδελύξαισθε, βδελύξαιντο
Προστακτική
---, βδέλυξαι,
βδελυξάσθω, ---, βδελύξασθε, βδελυξάσθων (ή βδελυξάσθωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύξασθαι
Μετοχή
βδελυξάμενος
βδελυξαμένη
βδελυξάμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐβδελύχθην, ἐβδελύχθης, ἐβδελύχθη, ἐβδελύχθημεν, ἐβδελύχθητε, ἐβδελύχθησαν
Υποτακτική
βδελυχθῶ, βδελυχθῇς, βδελυχθῇ, βδελυχθῶμεν, βδελυχθῆτε, βδελυχθῶσι(ν)
Ευκτική
βδελυχθείην,
βδελυχθείης, βδελυχθείη, βδελυχθείημεν ή βδελυχθεῖμεν, βδελυχθείητε
ή βδελυχθεῖτε, βδελυχθείησαν ή βδελυχθεῖεν
Προστακτική
---, βδελύχθητι,
βδελυχθήτω, ---, βδελύχθητε, βδελυχθέντων ή βδελυχθήτωσαν
Απαρέμφατο
βδελυχθῆναι
Μετοχή
βδελυχθείς
βδελυχθεῖσα
βδελυχθέν
Παρακείμενος
Οριστική
ἐβδέλυγμαι, ἐβδέλυξαι, ἐβδέλυκται, ἐβδελύγμεθα, ἐβδέλυχθε, ἐβδελυγμένοι εἰσί(ν)
Υποτακτική
ἐβδελυγμένος- ἐβδελυγμένη-ἐβδελυγμένον ὦ
ἐβδελυγμένος- ἐβδελυγμένη-ἐβδελυγμένον ᾖς
ἐβδελυγμένος- ἐβδελυγμένη-ἐβδελυγμένον ᾖ
ἐβδελυγμένοι- ἐβδελυγμέναι-ἐβδελυγμένα ὦμεν
ἐβδελυγμένοι- ἐβδελυγμέναι-ἐβδελυγμένα ἦτε
ἐβδελυγμένοι- ἐβδελυγμέναι-ἐβδελυγμένα ὦσι
Ευκτική
ἐβδελυγμένος- ἐβδελυγμένη-ἐβδελυγμένον εἴην
ἐβδελυγμένος- ἐβδελυγμένη-ἐβδελυγμένον εἴης
ἐβδελυγμένος- ἐβδελυγμένη-ἐβδελυγμένον εἴη
ἐβδελυγμένοι- ἐβδελυγμέναι-ἐβδελυγμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἐβδελυγμένοι- ἐβδελυγμέναι-ἐβδελυγμένα εἴητε (εἶτε)
ἐβδελυγμένοι- ἐβδελυγμέναι-ἐβδελυγμένα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---, ἐβδέλυξο, ἐβδελύχθω, ---, ἐβδέλυχθε, ἐβδελύχθων ή ἐβδελύχθωσαν
Απαρέμφατο
ἐβδελύχθαι
Μετοχή
ἐβδελυγμένος,
ἐβδελυγμένη,
ἐβδελυγμένον
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δαμάζω»
δαμάζω: ημερώνω, κατανικώ, καταβάλλω
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
δαμάζω, δαμάζεις, δαμάζει, δαμάζομεν,
δαμάζετε, δαμάζουσι(ν)
Υποτακτική
δαμάζω, δαμάζῃς, δαμάζῃ, δαμάζωμεν, δαμάζητε, δαμάζωσι(ν)
Ευκτική
δαμάζοιμι, δαμάζοις, δαμάζοι,
δαμάζοιμεν, δαμάζοιτε, δαμάζοιεν
Προστακτική
---, δάμαζε, δαμαζέτω, ---, δαμάζετε,
δαμαζόντων (ή δαμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάζειν
Μετοχή
δαμάζων, δαμάζουσα, δαμάζον
Παρατατικός
Οριστική
ἐδάμαζον, ἐδάμαζες, ἐδάμαζε, ἐδαμάζομεν, ἐδαμάζετε, ἐδάμαζον
Μέλλοντας
Οριστική
δαμάσω, δαμάσεις, δαμάσει, δαμάσομεν,
δαμάσετε, δαμάσουσι(ν)
Ευκτική
δαμάσοιμι, δαμάσοις, δαμάσοι,
δαμάσοιμεν, δαμάσοιτε, δαμάσοιεν
Απαρέμφατο
δαμάσειν
Μετοχή
δαμάσων, δαμάσουσα, δαμάσον
Αόριστος
Οριστική
ἐδάμασα, ἐδάμασας, ἐδάμασε(ν), ἐδαμάσαμεν, ἐδαμάσατε, ἐδάμασαν
Υποτακτική
δαμάσω, δαμάσῃς, δαμάσῃ, δαμάσωμεν, δαμάσητε, δαμάσωσι(ν)
Ευκτική
δαμάσαιμι, δαμάσαις (ή δαμάσειας),
δαμάσαι (ή δαμάσειε), δαμάσαιμεν, δαμάσαιτε, δαμάσαιεν (ή δαμάσειαν)
Προστακτική
---, δάμασον, δαμασάτω, ---, δαμάσατε,
δαμασάντων (ή δαμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάσαι
Μετοχή
δαμάσας, δαμάσασα, δαμάσαν
Παρακείμενος
Οριστική
δεδάμακα, δεδάμακας, δεδάμακε, δεδαμάκαμεν,
δεδαμάκατε, δεδαμάκασι(ν)
Υποτακτική
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ὦ
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ᾖς
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ᾖ
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα ὦμεν
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα ἦτε
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα ῶσι
Ευκτική
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός εἴην
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός εἴης
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός εἴη
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα εἶμεν
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα εἶτε
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα εἶεν
Προστακτική
---
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ἴσθι
δεδαμακώς- δεδαμακυῖα- δεδαμακός ἔστω
---
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα ἔστε
δεδαμακότες- δεδαμακυῖαι- δεδαμακότα ἔστων
Απαρέμφατο
δεδαμακέναι
Μετοχή
δεδαμακώς, δεδαμακυῖα, δεδαμακός
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδμήκειν, ἐδεδμήκεις, ἐδεδμήκει, ἐδεδμήκεμεν, ἐδεδμήκετε, ἐδεδμήκεσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
δαμάζομαι, δαμάζῃ (ή -ει), δαμάζεται, δαμαζόμεθα,
δαμάζεσθε, δαμάζονται
Υποτακτική
δαμάζωμαι, δαμάζῃ, δαμάζηται, δαμαζώμεθα, δαμάζησθε,
δαμάζωνται
Ευκτική
δαμαζοίμην, δαμάζοιο, δαμάζοιτο,
δαμαζοίμεθα, δαμάζοισθε, δαμάζοιντο
Προστακτική
---, δαμάζου, δαμαζέσθω, ---,
δαμάζεσθε, δαμαζέσθων (ή δαμαζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάζεσθαι
Μετοχή
δαμαζόμενος, δαμαζομένη, δαμαζόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐδαμαζόμην, ἐδαμάζου, ἐδαμάζετο, ἐδαμαζόμεθα, ἐδαμάζεσθε, ἐδαμάζοντο
Μέλλοντας (Μέσος)
Οριστική
δαμάσομαι, δαμάσῃ (ή -ει), δαμάσεται, δαμασόμεθα,
δαμάσεσθε, δαμάσονται
Ευκτική
δαμασοίμην, δαμάσοιο, δαμάσοιτο,
δαμασοίμεθα, δαμάσοισθε, δαμάσοιντο
Απαρέμφατο
δαμάσεσθαι
Μετοχή
δαμασόμενος, δαμασομένη, δαμασόμενον
Μέλλοντας (Παθητικός)
Οριστική
δαμασθήσομαι, δαμασθήσει, δαμασθήσεται,
δαμασθησόμεθα, δαμασθήσεσθε, δαμασθήσονται
Ευκτική
δαμασθησοίμην, δαμασθήσοιο,
δαμασθήσοιτο, δαμασθησοίμεθα, δαμασθήσοισθε, δαμασθήσοιντο
Απαρέμφατο
δαμασθήσεσθαι
Μετοχή
δαμασθησόμενος, δαμασθησομένη,
δαμασθησόμενον
Αόριστος (Μέσος)
Οριστική
ἐδαμασάμην, ἐδαμάσω, ἐδαμάσατο, ἐδαμασάμεθα, ἐδαμάσασθε, ἐδαμάσαντο
Υποτακτική
δαμάσωμαι, δαμάσῃ, δαμάσηται, δαμασώμεθα, δαμάσησθε,
δαμάσωνται
Ευκτική
δαμασαίμην, δαμάσαιο, δαμάσαιτο,
δαμασαίμεθα, δαμάσαισθε, δαμάσαιντο
Προστακτική
---, δάμασαι, δαμασάσθω, ---,
δαμάσασθε, δαμασάσθων (ή δαμασάσθωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάσασθαι
Μετοχή
δαμασάμενος, δαμασαμένη, δαμασάμενον
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐδαμάσθην, ἐδαμάσθης, ἐδαμάσθη, ἐδαμάσθημεν, ἐδαμάσθητε, ἐδαμάσθησαν
& ἐδμήθην, ἐδμήθης, ἐδμήθη, ἐδμήθημεν, ἐδμήθητε, ἐδμήθησαν
Υποτακτική
δαμασθῶ, δαμασθῇς, δαμασθῇ, δαμασθῶμεν, δαμασθῆτε, δαμασθῶσι
& δμηθῶ, δμηθῇς, δμηθῇ, δμηθῶμεν, δμηθῆτε, δμηθῶσι
Ευκτική
δαμασθείην, δαμασθείης, δαμασθείη,
δαμασθείημεν (ή -θεῖμεν),
δαμασθείητε (ή -θεῖτε),
δαμασθείησαν (ή -θεῖεν)
& δμηθείην, δμηθείης, δμηθείη, δμηθείημεν
(ή -θεῖμεν), δμηθείητε (ή -θεῖτε), δμηθείησαν (ή -θεῖεν)
Προστακτική
---, δαμάσθητι, δαμασθήτω, ---,
δαμάσθητε, δαμασθέντων (ή -ήτωσαν)
& ---, δμήθητι, δμηθήτω, ---, δμήθητε,
δμηθέντων (ή -ήτωσαν)
Απαρέμφατο
δαμασθῆναι ή δμηθῆναι
Μετοχή
δαμασθείς, δαμασθεῖσα, δαμασθέν
ή δμηθείς, δμηθεῖσα, δμηθέν
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐδάμην,
ἐδάμης, ἐδάμη, ἐδάμημεν, ἐδάμητε, ἐδάμησαν
Υποτακτική
δαμῶ, δαμῇς, δαμῇ, δαμῶμεν, δαμῆτε, δαμῶσι
Ευκτική
δαμείην, δαμείης, δαμείη, δαμεῖμεν, δαμεῖτε, δαμεῖεν
Προστακτική
---, δάμηθι, δαμήτω, ---, δάμητε,
δαμέντων
Απαρέμφατο
δαμῆναι
Μετοχή
δαμείς, δαμεῖσα, δαμέν
Παρακείμενος
Οριστική
δεδάμασμαι, δεδάμασαι, δεδάμασται, δεδαμάσμεθα,
δεδάμασθε, δεδαμασμένοι εἰσί(ν)
& δέδμημαι, δέδμησαι, δέδμηται,
δεδμήμεθα, δέδμησθε, δεδμημένοι εἰσί(ν)
Υποτακτική
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον ὦ
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον ᾖς
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον ᾖ
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα ὦμεν
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα ἦτε
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα ῶσι
Ευκτική
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον εἴην
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον εἴης
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον εἴη
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα εἶμεν
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα εἶτε
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα εἶεν
Προστακτική
---, δέδμησο, δεδμήσθω, ---, δέδμησθε,
δεδμήσθων
Απαρέμφατο
δεδαμάσθαι και δεδμῆσθαι
Μετοχή
δεδαμασμένος και δεδμημένος
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐδεδμήμην, ἐδέδμησο, ἐδέδμητο, ἐδεδμήμεθα, ἐδέδμησθε, δεδμημένοι ἦσαν
& ἐδεδαμάσμην, ἐδεδάμασο, ἐδεδάμαστο, ἐδεδαμάσμεθα, ἐδεδάμασθε, δεδαμασμένοι ἦσαν