Ιστορία Γ΄ Λυκείου: Η βιομηχανία [Επεξεργασία Πηγής]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Diego Rivera

Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε: α) στις πρώτες βιομηχανικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες του ελληνικού κράτους από την ανεξαρτησία του ως και το 1870 και στους παράγοντες που τις επηρέασαν, και β) στην πορεία της ελληνικής βιομηχανίας στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, εξηγώντας αντιστοίχως τους λόγους που την καθόρισαν.

Κείμενο Α

Η πορεία της ελληνικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα δεν επέτρεψε να δημιουργηθούν εκείνες οι διεργασίες που θα οδηγούσαν τη χώρα σ’ ένα στάδιο ανάπτυξης ανάλογο προς εκείνο των εκβιομηχανισμένων καπιταλιστικών χωρών της Δ. Ευρώπης. […] Μέχρι το 1880 δεν είχε γίνει καμία σχεδόν προσπάθεια για την ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα βιομηχανίας. Οι Έλληνες αστοί απέφευγαν τις επενδύσεις στον παραγωγικό τομέα της βιομηχανίας. Αρκέστηκαν στη χρηματοδότηση του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου και σε άλλες κερδοσκοπικές και χρηματιστικές επιχειρήσεις (τοκογλυφία, μεταλλεία κ.ά.) που εξασφάλιζαν εύκολο και γρήγορο κέρδος.

[Β. Σκουλάτος – Ν. Δημόπουλος – Σ. Κόνδης, Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, τεύχος Γ΄, σελ. 74.]

Κείμενο Β

Μεταξύ 1875 και 1889 παρατηρείται μια αύξηση από 95 και 145 εργοστάσια. Αλλά από τις 50 νέες μονάδες, οι 44 ήταν αλευρόμυλοι και οι 4 ελαιοτριβεία. Επιπλέον, οι περισσότερες εξυπηρετούσαν τη σιτοπαραγωγή της Θεσσαλίας και της Άρτας και πολλές «προσαρτήθηκαν» στην Ελλάδα, μαζί με τις επαρχίες αυτές το 1881. Επομένως, η αύξηση δε δείχνει εκβιομηχάνιση: απλώς αντικατοπτρίζει την εδαφική επέκταση της χώρας και την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού.

[Γ. Δερτιλής, Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση, σελ. 89.]

Κείμενο Γ

Οι ρυθμοί ανάπτυξης της βιομηχανίας το 1880 δεν ήταν υψηλοί και δεν παρατηρείται ουσιαστική συγκέντρωση κεφαλαίων στη βιομηχανία. Η καθυστέρηση της βιομηχανίας ήταν αλληλένδετη με τη συγκέντρωση σε παραγωγικούς τομείς που δεν άφηναν μεγάλα περιθώρια κέρδους και η έλλειψη κρατικών κινήτρων έστρεφε το περιορισμένο επενδυτικό κεφάλαιο σε πιο αποδοτικούς τομείς. Αξιοποιήθηκαν κυρίως εγχώρια κεφάλαια. Το παροικιακό κεφάλαιο δεν εμφανίζεται στις εκκολαπτόμενες βιομηχανικές επιχειρήσεις κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα και δε λειτούργησε σαν άξονας ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά προσανατολίστηκε σε αντιπαραγωγικές δραστηριότητες. Έτσι αποστέρησε την ελληνική βιομηχανία από την πρώτη της αντικειμενική δυνατότητα να οδηγήσει την οικονομία της χώρας σε κάποια «απογείωση».
Στο τέλος του 19ου αιώνα, με την εξυγίανση του νομισματικού συστήματος και την υποτίμηση της δραχμής, ήρθε η ανάκαμψη της βιομηχανίας. Η ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγικής βάσης διαμόρφωσε νέα οικονομικά κέντρα. Η Αθήνα, ο Πειραιάς, η περιοχή της Βοιωτίας είναι οι καινούριοι οικονομικοί άξονες με εμφανή πληθυσμιακή αύξηση. Οι σύγχρονες βιομηχανίες της εποχής χαρακτηρίζονται από μονάδες μεγάλου μεγέθους και έντασης κεφαλαίου. Τα ορυχεία, οι σιδηρόδρομοι και τα ατμόπλοια εξυπηρετούνταν από τα μηχανουργεία του Πειραιά, της Σύρου και του Βόλου. Εμφανίστηκαν εργοστάσια ηλεκτρισμού, τσιμεντοβιομηχανίες και εργοστάσιο λιπασμάτων. Η πραγματική όμως άνθηση της ελληνικής βιομηχανίας δημιουργήθηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

[www.archive.gr, «Η ελληνική οικονομία μετά την Επανάσταση».]

α) Η εμφάνιση μονάδων παραγωγής, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν βιομηχανικές, άρχισε κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας με αποσπασματικό, ευκαιριακό ίσως τρόπο. Οι μονάδες αυτές αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση τοπικών αναγκών, οι οποίες σχετίζονταν με την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Επρόκειτο κυρίως για εξέλιξη των παραδοσιακών αλευρομύλων, των ελαιοτριβείων, των βυρσοδεψείων και των κλωστηρίων. Οι μονάδες όμως αυτές δεν αποτέλεσαν την αφετηρία για τη δημιουργία πιο σύνθετων βιομηχανικών συγκροτημάτων αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, παρέμειναν στάσιμες και περιορισμένες ως προς τα οικονομικά τους μεγέθη. Ο δισταγμός αυτός οφειλόταν ίσως στη μικρή έκταση της εγχώριας αγοράς, στην πίεση των εισαγόμενων προϊόντων αλλά και στην έλλειψη πολυάριθμου, ειδικευμένου και φθηνού εργατικού δυναμικού. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στο Κείμενο Α η απουσία ανάπτυξης στον δευτερογενή τομέα της βιομηχανίας οφείλεται στην απροθυμία των Ελλήνων αστών να επενδύσουν στους παραγωγικούς τομείς. Η δική τους στόχευση ήταν το γρήγορο κέρδος που μπορούσαν να το αντλήσουν είτε από κερδοσκοπικές δραστηριότητες και επιχειρήσεις, όπως ήταν η τοκογλυφία και τα μεταλλεία, είτε μέσω του εμπορίου, εισαγωγικού και εξαγωγικού.
Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα. Οι αργοί και ελάχιστα αποδοτικοί ρυθμοί στην ανάπτυξη της βιομηχανίας αποτελούν απότοκο, όπως τονίζεται στο Κείμενο Γ, της πολύ χαμηλής συγκέντρωσης κεφαλαίων στον τομέα αυτό. Η επιλογή, στο χώρο της βιομηχανίας, παραγωγικών δραστηριοτήτων που δεν έχουν ιδιαίτερη οικονομική απόδοση και η απουσία σχετικών κρατικών κινήτρων, εξωθεί τους επενδυτές σε άλλες, πιο αποδοτικές δραστηριότητες. Τα μόνα διαθέσιμα κεφάλαια, άλλωστε, ήταν αυτά των Ελλήνων που διέμεναν στη χώρα, καθώς οι Έλληνες των παροικιών προτίμησαν να επενδύσουν τα δικά τους κεφάλαια σε μη παραγωγικές δραστηριότητες, αποστερώντας, έτσι, την ελληνική βιομηχανία από μια ουσιαστική στήριξη που θα της επέτρεπε να ακολουθήσει ανοδική πορεία.

β) Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται μόλις στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και, κυρίως, στα πρώτα χρόνια του 20ού. Τότε δημιουργήθηκε ένα βιομηχανικό δυναμικό σχετικά σταθερό, πολυδιάστατο, με τάσεις ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, της ναυπηγικής και της τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του νέου αιώνα. Οι λόγοι ενίσχυσης της βιομηχανίας κατά την περίοδο εκείνη, παρουσιάζονται στο κείμενο Γ, όπου επισημαίνεται πως η υποτίμηση της δραχμής, που κατέστη εφικτή χάρη στην εξυγίανση του νομισματικού συστήματος, προσέφερε στη βιομηχανία την αναγκαία ώθηση. Παρατηρήθηκε, έτσι, η δημιουργία νέων οικονομικών κέντρων με βιομηχανίες μεγάλου μεγέθους, ποικίλων δραστηριοτήτων, όπως ήταν η παραγωγή τσιμέντου και λιπασμάτων, καθώς και η λειτουργία εργοστασίων ηλεκτρισμού. Ενώ, οι ανάγκες των ορυχείων, των σιδηροδρόμων και των ατμόπλοιων καλύπτονταν από τα μηχανουργεία του Πειραιά, της Σύρου και του Βόλου.  
Η βιομηχανία υπέφερε, όπως και άλλοι κλάδοι της οικονομίας, από την έλλειψη κεφαλαίων και τη διασπορά των υπαρχόντων σε πλήθος δραστηριοτήτων, από την ασφυκτικά περιορισμένη -εδαφικά και πληθυσμιακά- βάση οικονομικής εξάπλωσης, από την έλλειψη πρώτων υλών και τη χρόνια έλλειψη εργατικών χεριών. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς στα παραπάνω την έλλειψη παιδείας τεχνικής αλλά και γενικής. Η ελλιπής κατάρτιση περιόριζε τη δυνατότητα εφαρμογής καινοτομιών και τη συνακόλουθη τεχνολογική εξέλιξη. Σε ό,τι αφορά, μάλιστα, τη φαινομενική αύξηση του αριθμού των εργοστασίων κατά την περίοδο 1875 – 1889, στο κείμενο Β διευκρινίζεται πως αυτή αποτελούσε, όχι πραγματική ένδειξη εκβιομηχάνισης, αλλά αποτέλεσμα της αύξησης των εδαφών της χώρας, αφού τότε προσαρτήθηκε και η Θεσσαλία στον εθνικό κορμό. Τα 50 νέα εργοστάσια, άρα, που καταμετρώνται εκείνη την εποχή, ήταν κυρίως αλευρόμυλοι και ελαιοτριβεία, που προϋπήρχαν ήδη και εξυπηρετούσαν τις τοπικές ανάγκες της Θεσσαλίας και της Άρτας.
Ούτε η προσάρτηση, επομένως, των Επτανήσων (1864) και της Θεσσαλίας (1881) άλλαξαν τις παραπάνω περιοριστικές συνθήκες. Η αλλαγή των δεδομένων ήρθε μετά το 1912-1913, με την ενσωμάτωση μεγάλων εκτάσεων και πληθυσμών. Και τότε όμως οι χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής βιομηχανίας συνέχισαν να εμποδίζουν την ανάδειξή της σε κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Αδύναμη να αντέξει τον εξωτερικό ανταγωνισμό, η βιομηχανία παρέμεινε προσηλωμένη σε δευτερεύουσες δραστηριότητες, αναζητώντας τη σωτηρία της στην παρέμβαση του κράτους, με δασμολογικά ή άλλα ενισχυτικά μέτρα.

Ιστορία Γ΄ Λυκείου: Η δημιουργία τραπεζικού συστήματος [Επεξεργασία Πηγής]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Λαμβάνοντας στοιχεία από τα παρακάτω κείμενα και αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις να παρουσιάσετε: α) τους λόγους που καθιστούσαν αναγκαία τη δημιουργία κεντρικής τράπεζας στην Ελλάδα και β) τις δραστηριότητες της Εθνικής Τράπεζας από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της.

Κείμενο Α

Τέλος, θα αναφερθούμε σε έναν τρίτο μηχανισμό απορρόφησης μέρους του αγροτικού πλεονάσματος: πρόκειται για την τοκογλυφία που λυμαίνονταν την ύπαιθρο. Όπως σημειώνει ο Πολύζος, η τοκογλυφία κυριαρχούσε παντού με την ανοχή των κυβερνήσεων και τη συνδρομή των δικαστηρίων που δεν έβαζαν όριο στον τόκο. Πραγματικά, η νομοθεσία με βάση το ρωμαϊκό-βυζαντινό δίκαιο δεχόταν απεριόριστο τόκο και δεν αναγνώριζε το εθιμικό δίκαιο που τον είχε περιορίσει στο 13%.
Οι τοκογλύφοι που αποτελούσαν ένα ακόμα συστατικό στρώμα της ελληνικής αστικής τάξης, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, υφαρπάζοντας το μερίδιό τους από το πλεόνασμα της αγροτικής παραγωγής και ωθώντας τη σε εμπορικοποίηση, συχνά δεν ήταν άλλοι από τους τοπικούς άρχοντες, τους εμπόρους, ακόμα και τους πλούσιους χωρικούς. Οι φόροι, τα εμπορικά κυκλώματα και η τοκογλυφία αποτελούν έτσι τις κύριες μορφές που συμπορεύονται με την αυξανόμενη ενσωμάτωση των ανεξάρτητων μικροκαλλιεργητών στο εκχρηματισμένο εμπορικό σύστημα.

[Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, σ. 93.]

Κείμενο Β

Με βασιλικό διάταγμα της 30 Μαρτίου 1841 ιδρυόταν η Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα, ιδιοκτησία μιας εταιρείας μετόχων. Το αρχικό της κεφάλαιο, 5.000.000 δρχ., θα διετίθετο σε 5.000 μετοχές των 1.000 δρχ. Τουλάχιστον 1.000 μετοχές θα αγόραζε το κράτος. Η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να εκδώσει τραπεζογραμμάτια που δε θα ξεπερνούσαν το 2/5 της αξίας των κεφαλαίων της. Το αρχικό της κεφάλαιο έφθασε σε 1.468.000 δρχ. και οι 1.500 μετοχές της αγοράστηκαν από το κράτος (600), από τον τραπεζιτικό οίκο του Εϋνάρδου (300), από τους αδελφούς Ζωσιμάδες (250), από το βασιλιά Λουδοβίκο Β΄ (200) και τον Κ. Βράνη (150). Πρώτος της διοικητής υπήρξε ο Γεώργιος Σταύρου.

[Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, σ. 104.]

α) Με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το θέμα της δημιουργίας κεντρικής τράπεζας, αλλά και τραπεζικού συστήματος αντάξιου εκείνων που λειτουργούσαν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αποτέλεσε κεντρικό σημείο στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Η ίδρυση τραπεζικών ιδρυμάτων δεν θα εξυπηρετούσε μόνο τις κυβερνητικές ανάγκες, τη διαχείριση του κρατικού δανεισμού, την έκδοση χαρτονομίσματος κ.λπ., αλλά θα έδινε λύση στο χρόνιο πρόβλημα των πιστωτικών αναγκών της οικονομίας. Θα εξασφάλιζε δηλαδή στις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες τα απαραίτητα κεφάλαια με όρους οργανωμένης αγοράς και όχι τοκογλυφίας.
Το πιστωτικό σύστημα της χώρας βρισκόταν πραγματικά, κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, σε πρωτόγονη κατάσταση. Ήταν συνδεμένο με το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και ιδιαίτερα με τις εξαγωγές της σταφίδας. Οι έμποροι λειτουργούσαν και ως πιστωτές, με τοκογλυφικές διαθέσεις και όρους. Ο δανεισμός κατευθυνόταν, ως επί το πλείστον, προς τους παραγωγούς και δημιουργούσε προϋποθέσεις εκμετάλλευσης, καθώς ουσιαστικά επρόκειτο για έναν τρόπο προαγοράς της επικείμενης παραγωγής, με δυσμενείς για τον παραγωγό όρους. Την ίδια στιγμή άλλοι κλάδοι της παραγωγής στερούνταν των απαραίτητων για την ανάπτυξή τους πιστώσεων, και έτσι περιορίζονταν οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Η κατάσταση αυτή ήταν αντίθετη με τις προθέσεις και τις πολιτικές του κράτους και αποθάρρυνε τα ελληνικά κεφάλαια του εξωτερικού. Οι προσπάθειες για την άρση όλων αυτών των εμποδίων υπήρξαν έντονες και προέρχονταν από πολλές πλευρές. Δεν απέβλεπαν τόσο στην εξάλειψη της τοκογλυφίας, όσο στην παράλληλη δημιουργία ενός πιο σύγχρονου πιστωτικού συστήματος, ικανού να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ειδικών κοινωνικών ομάδων.
Το πόσο έντονο ήταν το πρόβλημα της τοκογλυφίας γίνεται σαφές κι από τις πληροφορίες που μας παρέχει ο Κ. Τσουκαλάς (Κείμενο Α), ο οποίος τονίζει πως η διαιώνιση του φαινομένου οφειλόταν στην ανοχή που έδειχνε τόσο η κυβέρνηση όσο και τα δικαστήρια, τα οποία, μάλιστα, δεν έβαζαν όριο στον τόκο. Έτσι, παρά το γεγονός ότι το εθιμικό δίκαιο δέχεται περιορισμό του τόκου στο 13%, τα δικαστήρια ακολουθούσαν το ρωμαϊκό-βυζαντινό δίκαιο που δεχόταν απεριόριστο τόκο. Άμεση συνέπεια αυτής της τακτικής ήταν να επιτρέπεται στους τοκογλύφους να υφαρπάζουν μέρος του πλεονάσματος της αγροτικής παραγωγής.

β)  Το μεγάλο βήμα έγινε το 1841, με την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας. Τα κεφάλαια για την ίδρυσή της προήλθαν κυρίως από το εξωτερικό, ενώ έντονη ήταν η παρουσία κρατικών παραγόντων στις ιδρυτικές διαδικασίες. Οι κύριοι μέτοχοι της Τράπεζας ήταν ο κεφαλαιούχος Εϋνάρδος, το ελληνικό κράτος (20% του αρχικού κεφαλαίου), Έλληνες έμποροι και επιχειρηματίες της διασποράς, ξένες προσωπικότητες από το χώρο της οικονομίας αλλά και της πολιτικής. Θεμελιωτής της και πρώτος διοικητής υπήρξε ο Γεώργιος Σταύρου. Στις επόμενες διευρύνσεις του κεφαλαίου της Τράπεζας άρχισαν να μετέχουν κεφαλαιούχοι, έμποροι κυρίως, του ελληνικού χώρου (Σκουζές, Ράλλης κ.λπ.). Η δραστηριότητά της στα πρώτα στάδια ήταν μάλλον χωρίς σαφή προσανατολισμό, καθώς οι συνθήκες που επικρατούσαν στην ελληνική οικονομία δεν ήταν δυνατόν να αλλάξουν με ταχείς ρυθμούς. Το μεγάλο της πλεονέκτημα και ταυτόχρονα η κύρια πηγή εσόδων της ήταν το εκδοτικό δικαίωμα, η δυνατότητα της να εκδίδει τραπεζογραμμάτια, χαρτονομίσματα δηλαδή, για λογαριασμό του ελληνικού κράτους. Το τελευταίο μάλιστα ενίσχυε ή και επέβαλλε την κυκλοφορία τους.
Σε ό,τι αφορά τις δραστηριότητες της Εθνικής Τράπεζας, η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), μας πληροφορεί πως της παρεχόταν το δικαίωμα να εκδίδει τραπεζογραμμάτια, τα οποία όμως δεν θα ξεπερνούσαν τα 2/5 της αξίας των κεφαλαίων της. Με το αρχικό της κεφάλαιο, επομένως, να φτάνει τα 1.468.000 δραχμές, προκύπτει πως σε πρώτη φάση το εκδοτικό της δικαίωμα παρέμεινε σχετικά περιορισμένο.
Προοδευτικά οι εργασίες της Τράπεζας εξαπλώθηκαν από την Αθήνα στις κύριες επαρχιακές πόλεις (Ερμούπολη 1845, Πάτρα 1846 κ.λπ.), γεγονός που βοήθησε στην αντιμετώπιση των αρνητικών επιρροών που ασκούσε το τοκογλυφικό σύστημα. Η Τράπεζα κέρδισε την εμπιστοσύνη της ελληνικής κοινωνίας, πράγμα που είχε ως συνέπεια τις διαδοχικές διευρύνσεις του μετοχικού της κεφαλαίου. Παρά την εξάπλωση του τραπεζικού συστήματος και την εμφάνιση νέων τραπεζικών ιδρυμάτων, η Εθνική Τράπεζα παρέμεινε για πολλές δεκαετίες το κυρίαρχο τραπεζικό συγκρότημα του ελληνικού χώρου.

Ιστορία Γ΄ Λυκείου: Η εμπορική ναυτιλία [Επεξεργασία Πηγής]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Chuck Pinson

Αντλώντας στοιχεία από το κείμενο που ακολουθεί και αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις, να αναφέρετε τους παράγοντες που προώθησαν αλλά και ανέστειλαν την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας μετά την επανάσταση.

Κείμενο

Παρατηρούνται φαινόμενα σταδιακής παρακμής στα σημαντικότερα λιμάνια, που αντλούσαν την οικονομική τους δύναμη από ναυτιλιακές δραστηριότητες. Μόνο η Ερμούπολη παρουσιάζει εντυπωσιακή άνθηση στο διάστημα 1830-1870, όταν κυριαρχεί στο διαμετακομιστικό εμπόριο του Αιγαίου που γίνεται ακόμα με ιστιοφόρα. Αλλά τα λιμάνια που είχαν πλουτίσει από τη ναυτιλία (το Γαλαξίδι, η Ναύπακτος, οι Σπέτσες, η Κύμη, και κυρίως η Ύδρα και είχαν δημιουργήσει σ’ αυτή τη βάση μικρές αλλά συμπαγείς αστικές κοινότητες, γρήγορα καταστράφηκαν και έχασαν τον πρωτοαστικό χαρακτήρα τους.
Τα ιστιοφόρα που άλλοτε, στην περίοδο 1700-1820, πλούτιζαν τους νησιώτες, είχαν αποδεκατιστεί από τον πόλεμο (οι απώλειες σκαφών κυμαίνονταν από 50 ως 60%). Σιγά σιγά βέβαια, επισκευάστηκαν ή αντικαταστάθηκαν, αλλά η αναπόφευκτη και βαθμιαία εκτόπισή τους από τα ατμοκίνητα πλοία, έδωσε γερό χτύπημα στους παραδοσιακούς καραβοκύρηδες. Από το 1850, μειώνονται προοδευτικά οι ναυπηγικές εργασίες των νησιών, καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που είχαν αναπτυχθεί γύρω από τη ναυτιλία.
Η Σύρος, αδιαμφισβήτητο κέντρο και διαμετακομιστική αποθήκη του Αιγαίου, συγκεντρώνει από το 1864 τα μισά περίπου σκάφη. Τα ναυπηγεία διευκόλυναν την κατασκευή ολοένα και μεγαλύτερων πλοίων για να αντιμετωπιστεί ο ανταγωνισμός με τα ευρωπαϊκά ατμόπλοια.
Οι μετασχηματισμοί αυτοί επηρέασαν βαθύτατα τη λειτουργία των τάξεων που ασκούσαν τις ναυτιλιακές δραστηριότητες. Ένα μεγάλο τμήμα αυτής της τάξης των εφοπλιστών είχε συγκροτηθεί με βάση το κεφάλαιο που συσσωρευόταν από το παραδοσιακό θαλάσσιο εμπόριο. Αλλά η καινούργια «καπιταλιστική» ναυτιλία απαιτούσε σημαντικές επενδύσεις και ήταν λειτουργικά διαφοροποιημένη από τα τοπικά της ερείσματα, γύρω από τα οποία είχαν αναπτυχθεί οι συμπαγείς και διαρθρωμένες αστικές κοινότητες των νησιών.
Πολύ σύντομα, λοιπόν, αρχίζουν να παρακμάζουν όλες αυτές οι πόλεις –ακόμα και η Σύρος από το 1880. Πράγματι, από τη στιγμή που γενικεύτηκε η χρήση των ατμοκίνητων σκαφών, η ναυτιλία μετατράπηκε βαθμιαία σε οικονομική επιχείρηση μεγάλης εμβέλειας. Αναπόφευκτα, το οργανωτικό κέντρο της μετατοπίστηκε προς την πρωτεύουσα, και από κει, με λιμάνι τον Πειραιά, κυριάρχησε σιγά σιγά σ’ όλο το εσωτερικό θαλάσσιο εμπόριο και (κυρίως) στο εξωτερικό εμπόριο, που άνθιζε το ελληνικό χρηματιστικό κεφάλαιο του εξωτερικού.

[Κ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, σ. 174-6.]

Μετά το τέλος της Επανάστασης στο ελληνικό κράτος, στη θέση των παλιών κέντρων που παρήκμασαν, αναδείχθηκαν νέα. Το πιο σημαντικό απ’ αυτά ήταν η Σύρος, η οποία στη διάρκεια της Επανάστασης δέχθηκε κύματα προσφύγων, κυρίως από τη Χίο. Η στρατηγική θέση του νησιού, στο κέντρο του Αιγαίου και πάνω ακριβώς στις διαδρομές που συνέδεαν τα Στενά και τη Μαύρη Θάλασσα με τους μεσογειακούς δρόμους του εμπορίου, συνέβαλε στη δημιουργία ισχυρότατου -όχι μόνο για τα ελληνικά μέτρα- ναυτιλιακού κέντρου. Στην ανάπτυξη αυτή σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η δυναμική παρουσία και δραστηριότητα των ελληνικών παροικιών στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της περιοχής: στα λιμάνια της Νότιας Ρωσίας, στις εκβολές του Δούναβη, στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και αργότερα στην Αίγυπτο.
Η ανάδειξη της Σύρου σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι επισημαίνεται και από τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, ο οποίος τονίζει το γεγονός ότι τα μισά περίπου σκάφη της χώρας συγκεντρώνονταν εκεί, καθιστώντας τη Σύρο «κέντρο και διαμετακομιστική αποθήκη του Αιγαίου».
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, η ελληνική ναυτιλία, παρά τις περιόδους κρίσης που πέρασε και παρά τον ανταγωνισμό των υψηλού κόστους και τεχνικών απαιτήσεων ατμοπλοίων, ακολούθησε ανοδική πορεία. Ο αριθμός και η χωρητικότητα των πλοίων της δεν έπαυαν να αυξάνουν. Το 1840 τα ελληνικά πλοία είχαν συνολική χωρητικότητα 100.000 τόνους, ενώ το 1866 ξεπερνούσαν τους 300.000 τόνους. Η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν αυτονόητη. Υπήρξαν έντονες αυξομειώσεις στην περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά ιστιοφόρα αντικαταστάθηκαν από ατμόπλοια. Το ίδιο χρονικό διάστημα πολλά από τα εθνικά δημόσια έργα έγιναν για την εξυπηρέτηση της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Κατασκευάστηκαν λιμάνια και δημιουργήθηκε ένα σύστημα φάρων, που έκανε πολύ ασφαλέστερη τη ναυσιπλοΐα στις ελληνικές θάλασσες.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι μεγάλες καταστροφές πλοίων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, που κυμαίνονταν από 50 ως 60%, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Κ. Τσουκαλά, καθώς και η σταδιακή επικράτηση των ατμόπλοιων, επέφεραν βαρύ οικονομικό πλήγμα στους παραδοσιακούς πλοιοκτήτες της χώρας. Έτσι, οι εφοπλιστές των προηγούμενων χρόνων, που είχαν δημιουργήσει το κεφάλαιό τους βασιζόμενοι στο παραδοσιακό θαλάσσιο εμπόριο, δεν είχαν τους απαιτούμενους πόρους για να επενδύσουν στην αγορά ή την κατασκευή ατμόπλοιων.  
Οι πρωτοβουλίες και οι συγκροτημένες προσπάθειες για την είσοδο της ελληνικής ναυτιλίας στην εποχή του ατμού ξεκίνησαν μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Τα κεφάλαια που χρειάζονταν για την κατασκευή ή την αγορά και τη συντήρηση των ατμοπλοίων ήταν σημαντικά, με αποτέλεσμα να ανατραπούν οι παραδοσιακές εφοπλιστικές σχέσεις που ίσχυαν για τα ιστιοφόρα και να αναζητηθούν κεφάλαια μέσω εταιρειών και ισχυρών επιχειρηματικών σχημάτων. Το κράτος, οι τράπεζες (η Εθνική Τράπεζα ιδιαίτερα) και οι εκτός συνόρων ομογενείς συμμετείχαν ενεργά σ’ αυτές τις πρωτοβουλίες. Παρ’ όλα αυτά, η περιορισμένη διαθεσιμότητα κεφαλαίων και ο αυξημένος επιχειρηματικός κίνδυνος ανέστειλαν την ανάπτυξη της ελληνικής ατμοπλοΐας. Η παρουσία της άρχισε να γίνεται αισθητή μόλις την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Τα 97 ελληνικά ατμόπλοια του 1890 έγιναν 191 το 1901 και 389 το 1912. Η ανάπτυξη αυτή στηρίχθηκε στην κυριαρχία Ελλήνων επιχειρηματιών στις μεταφορές στην περιοχή του Δέλτα του Δούναβη αλλά και στην κίνηση στο ίδιο το ποτάμι.
Την καίρια αυτή αλλαγή στη ναυτιλία παρουσιάζει και ο Κ. Τσουκαλάς, ο οποίος μας δίνει τη συμπληρωματική πληροφορία πως επειδή τα νέα κεφάλαια δεν αντλήθηκαν από τους παλαιούς εφοπλιστές, μετατοπίστηκε κατ’ ανάγκη το οργανωτικό της κέντρο προς την πρωτεύουσα, καθιστώντας τον Πειραιά το κεντρικό λιμάνι εμπορικής δραστηριότητας. Εξέλιξη που οδήγησε την εμπορική δραστηριότητα των νησιών –ακόμη και της Σύρου- στην παρακμή.

Ιστορία Γ΄ Λυκείου: Η Τράπεζα της Ελλάδος [Επεξεργασία Πηγής]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το κείμενο που σας δίνεται, α) να εξηγήσετε γιατί η Εθνική Τράπεζα αντέδρασε στην ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος και β) να παρουσιάσετε το έργο της Τράπεζας της Ελλάδος μέχρι τις αρχές του 1932.

Κείμενο

Η Κοινωνία των Εθνών, η οποία προσέφερε στην Ελλάδα ισχυρή στήριξη για την αναζήτηση δανείων, υπέδειξε τότε συγκεκριμένες κατευθύνσεις μεταρρυθμίσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Πολιτική της Τράπεζας της Αγγλίας, η οποία την εποχή εκείνη κυριαρχούσε στη Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών, ήταν να επιβάλλει, όπου ήταν δυνατόν, τη δημιουργία ισχυρών κεντρικών τραπεζών, με αποκλειστική αρμοδιότητα τη χάραξη και εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής. Οι κεντρικές τράπεζες, προκειμένου να προστατεύουν το εθνικό νόμισμα, έπρεπε να διαθέτουν επαρκή αυτονομία, τόσο από το κράτος όσο και από το υπόλοιπο τραπεζικό σύστημα, του οποίου την εύρυθμη λειτουργία καλούνταν να επιβλέψουν.
Στην ελληνική περίπτωση, η Κοινωνία των Εθνών απαίτησε αρχικά η Εθνική Τράπεζα να περιοριστεί στις λειτουργίες της κεντρικής τράπεζας και να αποχωριστεί από τις λοιπές δραστηριότητες εμπορικού χαρακτήρα που έως τότε ασκούσε παράλληλα. Αυτό όμως θα σήμαινε απώλεια κερδοφόρων δραστηριοτήτων για τη μεγαλύτερη ιδιωτική επιχείρηση της χώρας. Η Εθνική διέθετε άμεσες προσβάσεις στην πολιτική εξουσία και ήταν ταυτόχρονα, λόγω του μεγέθους της αλλά και της πολιτικής που ακολουθούσε, ένας από τους κύριους παράγοντες σταθερότητας για την ελληνική οικονομία. Οι αντιδράσεις εκ μέρους της υπήρξαν ισχυρές. Ακόμη ισχυρότερες ήταν όμως οι πιέσεις για την προώθηση της τραπεζικής μεταρρύθμισης, όχι μόνο από την Κοινωνία των Εθνών αλλά και από παράγοντες της διεθνούς κεφαλαιαγοράς.
Η λύση που τελικά δόθηκε, ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς, ήταν η απόσχιση του εκδοτικού δικαιώματος από την Εθνική Τράπεζα και η εκχώρησή του στην Τράπεζα της Ελλάδος, ένα νέο κρατικό τραπεζικό φορέα που δημιουργήθηκε το 1928, προκειμένου να αναλάβει το ρόλο της κεντρικής τράπεζας. […] Η Τράπεζα της Ελλάδος ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της με ανεπαρκείς πόρους, ενώ αρχικά ήρθε αντιμέτωπη με τις υπόλοιπες ιδιωτικές τράπεζες, που εξακολούθησαν να αναγνωρίζουν την Εθνική ως κεντρική τράπεζα, τοποθετώντας εκεί τα υπερβάλλοντα χρηματικά τους διαθέσιμα. Έπειτα από μια δύσκολη πορεία, που συμπεριέλαβε επιθετικές κινήσεις, όπως ο ανοιχτός ανταγωνισμός στην αγορά επιχειρηματικών χορηγήσεων, μέσα από τις αντίξοες συνθήκες της παγκόσμιας ύφεσης 1929-1932, η Τράπεζα της Ελλάδος κατάφερε να επιβιώσει και σταδιακά να επιβληθεί.

[Αλέξης ΦΡΑΓΚΙΑΔΗΣ, Ελληνική οικονομία, 19ος-20ος αιώνας, σ. 135-136.]

Το 1927, με αφορμή το αίτημα της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών για παροχή πρόσθετου δανείου, τέθηκε το ζήτημα της δημιουργίας μιας κεντρικής κρατικής τράπεζας, που θα αναλάμβανε τη διαχείριση των χρεών, την έκδοση χαρτονομίσματος και την ενιαία εφαρμογή της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Παρά τις αντιδράσεις της Εθνικής Τράπεζας και κάτω από την πίεση των ξένων συμβούλων, το Μάιο του 1927 ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία άρχισε τη λειτουργία της ένα χρόνο αργότερα. Σύμφωνα με το παράθεμα, προκειμένου να διασφαλιστεί για την Ελλάδα η δημιουργία μιας ανάλογης κεντρικής τράπεζας, απαιτήθηκε από την Εθνική Τράπεζα να εγκαταλείψει τις εμπορικές της δραστηριότητες και να αναλάβει αποκλειστικά το σχετικό ρόλο. Εντούτοις, επειδή κάτι τέτοιο θα σήμαινε την απώλεια πολλών και ιδιαιτέρως κερδοφόρων δραστηριοτήτων, δεν υπήρξε συναίνεση από τη μεριά της Εθνικής Τράπεζας, η οποία ζητούσε να αναλάβει ούτως ή άλλως το ρόλο κεντρικής τράπεζας προβάλλοντας το μέγεθός της, την άμεση πρόσβαση στην πολιτική εξουσία, αλλά και το γενικότερα θετικό της ρόλο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Με δεδομένο, όμως, πως η κεντρική τράπεζα όφειλε να διαθέτει αυτονομία τόσο απέναντι στο κράτος όσο και απέναντι στις υπόλοιπες τράπεζες, τέθηκε το ζήτημα δημιουργίας ενός νέου τραπεζικού φορέα, γεγονός που προκάλεσε ισχυρότατες αντιδράσεις από τη μεριά της Εθνικής Τράπεζας. Τελικά, προκρίθηκε η λύση δημιουργίας μιας νέας τράπεζας, της Τράπεζας Ελλάδος, η οποία δημιουργήθηκε το 1928, έχοντας αποσπάσει από την Εθνική Τράπεζα το εκδοτικό δικαίωμα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος πολύ γρήγορα πέτυχε σταθερές ισοτιμίες της δραχμής με τα ξένα νομίσματα, στηρίζοντας την έκδοση χαρτονομίσματος στα αποθέματά της σε χρυσό και συνάλλαγμα και εξασφαλίζοντας τη μετατρεψιμότητα του εθνικού νομίσματος σε χρυσό. Η επιτυχία αυτή οδήγησε τα δημόσια οικονομικά σε περίοδο ευφορίας, βελτίωσε την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους, ενίσχυσε την εισροή συναλλάγματος και τις επενδύσεις και προκάλεσε μία ισχυρή δυναμική που επέτρεψε τις σημαντικές πολιτικές, θεσμικές και οικονομικές πρωτοβουλίες της τελευταίας κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932). Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι τις αρχές του 1932, οπότε εκδηλώθηκαν στη χώρα οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης, που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη το 1929.
Όπως, βέβαια, πληροφορούμαστε από το παράθεμα, η εδραίωση της Τράπεζας της Ελλάδος δεν υπήρξε ιδιαιτέρως εύκολη, καθώς οι αρχικοί της πόροι ήταν ελάχιστοι και δεν είχε εξαρχής τη στήριξη των άλλων Τραπεζών που συνέχιζαν να θεωρούν την Εθνική ως την κεντρική τράπεζα και τοποθετούσαν σ’ εκείνη τα χρηματικά τους διαθέσιμα. Η Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να επιβιώσει και να επιβληθεί, χρειάστηκε να ακολουθήσει επιθετική πολιτική, όπως για παράδειγμα στο χώρο των επιχειρηματικών χορηγήσεων, όπου ήρθε σε ευθύ ανταγωνισμό με τις άλλες τράπεζες.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X