Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική
κλίση ρήματος «ψιλόω - ψιλῶ»
ψιλῶ: αποψιλώνω, απογυμνώνω, στερώ κάτι από κάποιον
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ψιλῶ, ψιλοῖς, ψιλοῖ, ψιλοῦμεν, ψιλοῦτε, ψιλοῦσι(ν)
Υποτακτική
ψιλῶ, ψιλοῖς, ψιλοῖ, ψιλῶμεν, ψιλῶτε, ψιλῶσι(ν)
Ευκτική
ψιλοῖμι, ψιλοῖς, ψιλοῖ, ή ψιλοίην, ψιλοίης, ψιλοίη, ψιλοῖμεν, ψιλοῖτε, ψιλοῖεν
Προστακτική
---, ψίλου,
ψιλούτω, ---, ψιλοῦτε, ψιλούντων
Απαρέμφατο
ψιλοῦν
Μετοχή
ψιλῶν, ψιλοῦσα, ψιλοῦν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ψιλῶν, τοῦ ψιλοῦντος, τῷ ψιλοῦντι, τόν ψιλοῦντα, ὦ ψιλῶν
οἱ ψιλοῦντες, τῶν ψιλούντων, τοῖς ψιλοῦσι(ν), τούς ψιλοῦντας, ὦ ψιλοῦντες
Θηλυκό
ἡ ψιλοῦσα, τῆς ψιλούσης, τῇ ψιλούσῃ, τήν ψιλοῦσαν, ὦ ψιλοῦσα
αἱ ψιλοῦσαι, τῶν ψιλουσῶν, ταῖς ψιλούσαις, τάς ψιλούσας, ὦ ψιλοῦσαι
Ουδέτερο
τό ψιλοῦν, τοῦ ψιλοῦντος, τῷ ψιλοῦντι, τό ψιλοῦν, ὦ ψιλοῦν
τά ψιλοῦντα, τῶν ψιλούντων, τοῖς ψιλοῦσι(ν), τά ψιλοῦντα, ὦ ψιλοῦντα
Μέλλοντας
Οριστική
ψιλώσω, ψιλώσεις,
ψιλώσει, ψιλώσομεν, ψιλώσετε, ψιλώσουσι(ν)
Ευκτική
ψιλώσοιμι,
ψιλώσοις, ψιλώσοι, ψιλώσοιμεν, ψιλώσοιτε, ψιλώσοιεν
Απαρέμφατο
ψιλώσειν
Μετοχή
ψιλώσων,
ψιλώσουσα, ψιλῶσον
Αόριστος
Οριστική
ἐψίλωσα, ἐψίλωσας, ἐψίλωσε(ν), ἐψιλώσαμεν, ἐψιλώσατε, ἐψίλωσαν
Υποτακτική
ψιλώσω, ψιλώσῃς, ψιλώσῃ, ψιλώσωμεν, ψιλώσητε, ψιλώσωσι(ν)
Ευκτική
ψιλώσαιμι,
ψιλώσαις ή ψιλώσειας, ψιλώσαι ή ψιλώσειε(ν), ψιλώσαιμεν, ψιλώσαιτε, ψιλώσαιεν ή
ψιλώσειαν
Προστακτική
---, ψίλωσον,
ψιλωσάτω, ---, ψιλώσατε, ψιλωσάντων (ή ψιλωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ψιλῶσαι
Μετοχή
ψιλώσας, ψιλώσασα,
ψιλῶσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ψιλοῦμαι, ψιλοῖ, ψιλοῦται, ψιλούμεθα, ψιλοῦσθε, ψιλοῦνται
Υποτακτική
ψιλῶμαι, ψιλοῖ, ψιλῶται, ψιλώμεθα, ψιλῶσθε, ψιλῶνται
Ευκτική
ψιλοίμην, ψιλοῖο, ψιλοῖτο, ψιλοίμεθα, ψιλοῖσθε, ψιλοῖντο
Προστακτική
---, ψιλοῦ, ψιλούσθω, ---, ψιλοῦσθε, ψιλούσθων
Απαρέμφατο
ψιλοῦσθαι
Μετοχή
ψιλούμενος,
ψιλουμένη, ψιλούμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐψιλούμην, ἐψιλοῦ, ἐψιλοῦτο, ἐψιλούμεθα, ἐψιλοῦσθε, ἐψιλοῦντο
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐψιλώθην, ἐψιλώθης, ἐψιλώθη, ἐψιλώθημεν, ἐψιλώθητε, ἐψιλώθησαν
Υποτακτική
ψιλωθῶ, ψιλωθῇς, ψιλωθῇ, ψιλωθῶμεν, ψιλωθῆτε, ψιλωθῶσι(ν)
Ευκτική
ψιλωθείην,
ψιλωθείης, ψιλωθείη, ψιλωθείμεν, ψιλωθεῖτε, ψιλωθεῖεν
Προστακτική
---, ψιλώθητι,
ψιλωθήτω, ---, ψιλώθητε, ψιλωθέντων ή ψιλωθήτωσαν
Απαρέμφατο
ψιλωθῆναι
Μετοχή
ψιλωθείς, ψιλωθεῖσα, ψιλωθέν
Παρακείμενος
Οριστική
ἐψίλωμαι, ἐψίλωσαι, ἐψίλωται, ἐψιλώμεθα, ἐψίλωσθε, ἐψίλωνται
Υποτακτική
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον ὦ
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον ᾖς
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον ᾖ
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα ὦμεν
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα ἦτε
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα ὦσι
Ευκτική
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον εἴην
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον εἴης
ἐψιλωμένος- ἐψιλωμένη- ἐψιλωμένον εἴη
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα εἶμεν
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα εἶτε
ἐψιλωμένοι- ἐψιλωμέναι- ἐψιλωμένα εἶεν
Προστακτική
---, ἐψίλωσο, ἐψιλώσθω, ---, ἐψίλωσθε, ἐψιλώσθων
Απαρέμφατο
ἐψιλῶσθαι
Μετοχή
ἐψιλωμένος, ἐψιλωμένη, ἐψιλωμένον
Soosh Chouanard Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαρύνω»
βαρύνω: προξενώ βάρος, καταπιέζω,
ενοχλώ
[Το υ του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
βαρύνω, βαρύνεις, βαρύνει, βαρύνομεν,
βαρύνετε, βαρύνουσι(ν)
Υποτακτική
βαρύνω, βαρύνῃς, βαρύνῃ, βαρύνωμεν, βαρύνητε, βαρύνωσι(ν)
Ευκτική
βαρύνοιμι, βαρύνοις, βαρύνοι,
βαρύνοιμεν, βαρύνοιτε, βαρύνοιεν
Προστακτική
---, βάρυνε, βαρυνέτω, ---, βαρύνετε,
βαρυνόντων ή βαρυνέτωσαν
Απαρέμφατο
βαρύνειν
Μετοχή
βαρύνων, βαρύνουσα, βαρῦνον
Παρατατικός
Οριστική
ἐβάρυνον, ἐβάρυνες, ἐβάρυνε, ἐβαρύνομεν, ἐβαρύνετε, ἐβάρυνον
Μέλλοντας
Οριστική
βαρυνῶ, βαρυνεῖς, βαρυνεῖ, βαρυνοῦμεν, βαρυνεῖτε, βαρυνοῦσι(ν)
Ευκτική
βαρυνοῖμι ή βαρυνοίην, βαρυνοῖς ή βαρυνοίης, βαρυνοῖ ή βαρυνοίη, βαρυνοῖμεν, βαρυνοῖτε, βαρυνοῖεν
Απαρέμφατο
βαρυνεῖν
Μετοχή
βαρυνῶν, βαρυνοῦσα, βαρυνοῦν
Αόριστος
Οριστική
ἐβάρυνα, ἐβάρυνας, ἐβάρυνε, ἐβαρύναμεν, ἐβαρύνατε, ἐβάρυναν
Υποτακτική
βαρύνω, βαρύνῃς, βαρύνῃ, βαρύνωμεν, βαρύνητε, βαρύνωσι(ν)
Ευκτική
βαρύναιμι, βαρύναις ή βαρύνειας,
βαρύναι ή βαρύνειε, βαρύναιμεν, βαρύναιτε, βαρύναιεν ή βαρύνειαν
Προστακτική
---, βάρυνον, βαρυνάτω, ---, βαρύνατε,
βαρυνάντων ή βαρυνάτωσαν
Απαρέμφατο
βαρῦναι
Μετοχή
βαρύνας, βαρύνασα, βαρῦναν
Παρακείμενος
Οριστική
βαρύνας - βαρύνασα - βαρῦναν ἔχω
βαρύνας - βαρύνασα - βαρῦναν ἔχεις
βαρύνας - βαρύνασα - βαρῦναν ἔχει
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα ἔχομεν
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα ἔχετε
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα ἔχουσι(ν)
Υπερσυντέλικος
Οριστική
βαρύνας - βαρύνασα - βαρῦναν εἶχον
βαρύνας - βαρύνασα - βαρῦναν εἶχες
βαρύνας - βαρύνασα - βαρῦναν εἶχε(ν)
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα εἴχομεν
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα εἴχετε
βαρύναντες - βαρύνασαι - βαρύναντα εἶχον
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
βαρύνομαι, βαρύνῃ ή βαρύνει, βαρύνεται, βαρυνόμεθα,
βαρύνεσθε, βαρύνονται
Υποτακτική
βαρύνωμαι, βαρύνῃ, βαρύνηται, βαρυνώμεθα, βαρύνησθε,
βαρύνωνται
Ευκτική
βαρυνοίμην, βαρύνοιο, βαρύνοιτο,
βαρυνοίμεθα, βαρύνοισθε, βαρύνοιντο
Προστακτική
---, βαρύνου, βαρυνέσθω, ---,
βαρύνεσθε, βαρυνέσθων ή βαρυνέσθωσαν
Απαρέμφατο
βαρύνεσθαι
Μετοχή
βαρυνόμενος
βαρυνομένη
βαρυνόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐβαρυνόμην, ἐβαρύνου, ἐβαρύνετο, ἐβαρυνόμεθα, ἐβαρύνεσθε, ἐβαρύνοντο
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
βαρυνθήσομαι, βαρυνθήσῃ ή βαρυνθήσει, βαρυνθήσεται,
βαρυνθησόμεθα, βαρυνθήσεσθε, βαρυνθήσονται
Ευκτική
βαρυνθησοίμην, βαρυνθήσοιο,
βαρυνθήσοιτο, βαρυνθησοίμεθα, βαρυνθήσοισθε, βαρυνθήσοιντο
Απαρέμφατο
βαρυνθήσεσθαι
Μετοχή
βαρυνθησόμενος
βαρυνθησομένη
βαρυνθησόμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐβαρύνθην, ἐβαρύνθης, ἐβαρύνθη, ἐβαρύνθημεν, ἐβαρύνθητε, ἐβαρύνθησαν
Υποτακτική
βαρυνθῶ, βαρυνθῇς, βαρυνθῇ, βαρυνθῶμεν, βαρυνθῆτε, βαρυνθῶσι(ν)
Ευκτική
βαρυνθείην, βαρυνθείης, βαρυνθείη,
βαρυνθεῖμεν, βαρυνθεῖτε, βαρυνθεῖεν
Προστακτική
---, βαρύνθητι, βαρυνθήτω, ---,
βαρύνθητε, βαρυνθέντων ή βαρυνθήτωσαν
Απαρέμφατο
βαρυνθῆναι
Μετοχή
βαρυνθείς
βαρυνθεῖσα
βαρυνθέν
Παρακείμενος
Οριστική
βεβάρυμμαι, βεβάρυσαι, βεβάρυται, βεβαρύμεθα,
βεβάρυσθε, βεβάρυνται
Υποτακτική
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον ὦ
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον ᾖς
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον ᾖ
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα ὦμεν
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα ἦτε
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα ὦσι
Ευκτική
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον εἴην
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον εἴης
βεβαρημένος- βεβαρημένη- βεβαρημένον εἴη
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα εἶμεν
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα εἶτε
βεβαρημένοι- βεβαρημέναι- βεβαρημένα εἶεν
Προστακτική
---, βεβάρησο, βεβαρήσθω, ---,
βεβάρησθε, βεβαρήσθων ή βεβαρήσθωσαν
Απαρέμφατο
βεβαρῆσθαι
Μετοχή
βεβαρημένος,
βεβαρημένη,
βεβαρημένον
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ βεβαρημένος, τοῦ βεβαρημένου, τῷ βεβαρημένῳ, τόν βεβαρημένον, ὦ βεβαρημένε
οἱ βεβαρημένοι, τῶν βεβαρημένων, τοῖς βεβαρημένοις, τούς βεβαρημένους, ὦ βεβαρημένοι
Θηλυκό
ἡ βεβαρημένη, τῆς βεβαρημένης, τῇ βεβαρημένῃ, τήν βεβαρημένην, ὦ βεβαρημένη
αἱ βεβαρημέναι, τῶν βεβαρημένων, ταῖς βεβαρημέναις, τάς βεβαρημένας, ὦ βεβαρημέναι
Ουδέτερο
τό βεβαρημένον, τοῦ βεβαρημένου, τῷ βεβαρημένῳ, τό βεβαρημένον, ὦ βεβαρημένον
τά βεβαρημένα, τῶν βεβαρημένων, τοῖς βεβαρημένοις, τά βεβαρημένα, ὦ βεβαρημένα