Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αλέξανδρος Δελμούζος «Το Ανθρωπιστικό Ιδανικό»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Uplusmestudio
 
Αλέξανδρος Δελμούζος «Το Ανθρωπιστικό Ιδανικό»
 
     Όπως το κάθε άτομο χρειάζεται ένα σκοπό στη ζωή του για να πάρει νόημα η ζωή αυτή, για να συντονίζει όλες του τις προσπάθειες προς μια ενιαία κατεύθυνση και να το βοηθά εντείνοντας τις δυνάμεις του να γίνεται ολοένα καλύτερο, το ίδιο και ένας ολόκληρος λαός. Αλλιώς, άτομο και λαός αφήνονται στην τύχη και ζουν ζωή της στιγμής, χωρίς προοπτική και ελπίδα για πρόοδο πραγματική. Όπως όμως στο άτομο ο σκοπός της ζωής του είναι δυναμογόνος όταν πηγάζει από μέσα του, από τις δικές του ανάγκες και δυνατότητες, έτσι και για το λαό. Κι αυτόν μπορεί να τον συγκινήσει και τον εμπνεύσει μονάχα ένα ιδανικό που ριζώνει στο δικό του χώμα και στη δική του φυσική ζωή. Ιδανικό δηλαδή που πηγάζει από την ιστορία του και τη ζωντανή του παράδοση, που ταιριάζει με την ψυχολογία του, με τον τόπο του και τις ανάγκες που δημιουργεί.
     Τέτοιο ιδανικό βγαλμένο μέσα από το ελληνικό χώμα και την ιστορία του λαού του είναι ο ανθρωπισμός. Ανθρωπισμός θα ειπεί να πλάθομε ανθρώπους με γερό και ωραίο σώμα, με καθαρό στοχαστικό νου, με δυνατή θέληση και σεβασμό και αγάπη στους συνανθρώπους των. Ανοιχτομάτες που είναι σε θέση να κρίνουν οι ίδιοι υπεύθυνα όσα προβλήματα τους παρουσιάζει η ατομική και ομαδική ζωή τους, χωρίς να παρασύρονται σαν άβουλη αγέλη από τον πρώτο δυνατό ή δημαγωγό της ημέρας· ανθρώπους ικανούς να εξασφαλίζουν οι ίδιοι με την προσωπική τους εργασία τους υλικούς όρους της ζωής των, όσοι χρειάζονται για να κρατιέται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να καταφάσκουν ελεύθερα τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η ομαλή συμβίωση με τους συνανθρώπους των και η προκοπή τους· ικανούς να οργανώσουν τη ζωή της λαϊκής ολότητας όπου ανήκουν έτσι, που και τα άτομα και η ολότητα να προκόβουν και να καλυτερεύουν όλο και περισσότερο το επίπεδο της υλικής και πνευματικής των ζωής· για την προκοπή της να μη ρίχνουν την ευθύνη σε άλλους ή και στην τύχη, παρά να νιώθουν τον εαυτό τους όχι μόνο συνυπεύθυνο με τους φυσικούς ηγέτες αλλά και ως τον κυρίως υπεύθυνο· να βάζουν γι’ αυτή κάθε δυνατή προσπάθεια, δίνοντας οι ίδιοι την κατεύθυνση και υπερνικώντας εσωτερικές και εξωτερικές αντίθετες δυνάμεις, και να είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν γι’ αυτή όχι μόνο την ησυχία και τη βολή τους παρά στην ανάγκη και τη ζωή τους την ίδια. Ανθρώπους δηλαδή που έχουν υψωθεί από το ζωικό στο ανθρώπινο επίπεδο, που έχουν δουλέψει μέσα τους όσο γίνεται το ανθρώπινο βάθος και που πραγματικά ελεύθεροι στέκουν μοίρα στη μοίρα τους.
     Ανθρωπισμός δε θα ειπεί ισοπέδωση των ατόμων σε μια πολιτεία. Ο κάθε πολίτης έχει βέβαια δικαίωμα να ζήσει και ν’ αναπτύξει ελεύθερα τον εαυτό του μέσα στα όρια που επιβάλλουν σε όλους οι δεσμεύσεις για την ομαλή ομαδική συμβίωση ενός λαού και την προκοπή του· να τον αναπτύξει μάλιστα σύμφωνα με το φυσικό του, γιατί μόνον έτσι μπορεί και τον ψυχικό του κόσμο να δουλέψει βαθύτερα και στην πιο μεγάλη απόδοση να φτάσει. Από την άποψη δηλαδή του δικαιώματος για τη συντήρηση και την ελεύθερη ανάπτυξη της υλικής και πνευματικής των ζωής όλοι είναι ίσοι. Η ισότητα όμως αυτή δεν εξαφανίζει τις φυσικές διαφορές ανάμεσα στα άτομα, διαφορές και ως προς την ψυχοσύσταση και ως προς τις ικανότητες και τη δυναμικότητα του καθενός. Αναγκαία συνέπεια των διαφορών αυτών σε μια πολιτεία καλά οργανωμένη είναι ο καθένας να παίρνει μέσα σ’ αυτή τη θέση που του έχει ορίσει το φυσικό του και όχι η κοινωνική και οικονομική θέση του σπιτιού του, και στις ηγετικές θέσεις σε όλους τους κλάδους της δημόσιας ζωής ν’ ανεβαίνουν εκείνοι που πραγματικά αξίζουν γι’ αυτές. Συνέπεια δηλαδή είναι η σωστή ιεραρχία των προσωπικών αξιών, ιεραρχία που όχι μόνο θ’ αναγνωρίζει ο κάθε πολίτης, παρά θα βοηθά και στο στήσιμό της.
     Όπως τα άτομα διαφέρουν μεταξύ τους, έτσι και οι λαοί. Τις διαφορές αυτές δεν τις αρνείται το ανθρωπιστικό ιδανικό, αρνείται όμως το χωρισμό των λαών σε λαούς κυρίων και λαούς σκλάβων ή λαούς που πρέπει να εξοντωθούν. Γι’ αυτό όλοι οι λαοί έχουν την ανθρώπινή τους αξία, την αξία του ανθρώπου, και όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα να ζήσουν ανθρωπινά και ν’ αναπτύξουν τον εαυτό τους ελεύθερα. Αλλά κι εδώ εννοούμε την ελευθερία μέσα στα όρια που ορίζουν όσες δεσμεύσεις επιβάλλει σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη αυτό το ίδιο ανθρωπιστικό ιδανικό· η ελεύθερη μάλιστα ανάπτυξή τους πλουτίζει ποικιλότροπα και υψώνει τη ζωή γενικά της ανθρωπότητας και τον πολιτισμό της.
 
Ερωτήσεις
1. Με ποιους παράγοντες συσχετίζει τη δημιουργία ιδανικών ο συγγραφέας;
 
Ο συγγραφέας συσχετίζει τη δημιουργία ιδανικών με τις εσωτερικές ανάγκες και τις δυνατότητες του ατόμου και, αντίστοιχα, με τα ιδιαίτερα ιστορικά, πολιτισμικά, ψυχολογικά και φυσικά χαρακτηριστικά ενός λαού. Αναπτύσσει τη θέση του μέσα από μια αναλογία: όπως το άτομο χρειάζεται έναν σκοπό που να δίνει νόημα στη ζωή του και να συντονίζει τις προσπάθειές του, έτσι και ένας λαός χρειάζεται ένα συλλογικό ιδανικό που να τον προσανατολίζει προς την πραγματική πρόοδο.
Στο επίπεδο του ατόμου, ο σκοπός της ζωής γίνεται «δυναμογόνος», δηλαδή πηγή δύναμης και δημιουργικής προσπάθειας, όταν «πηγάζει από μέσα του», από τις δικές του ανάγκες και δυνατότητες. Επομένως, για να κινητοποιεί ουσιαστικά τον άνθρωπο, πρέπει να ανταποκρίνεται σε όσα ο ίδιος χρειάζεται και σε όσα μπορεί να αναπτύξει και να επιτύχει.
Στο επίπεδο του λαού, ένα ιδανικό μπορεί να τον συγκινήσει και να τον εμπνεύσει μόνο όταν «ριζώνει στο δικό του χώμα και στη δική του φυσική ζωή». Ειδικότερα, ο συγγραφέας συνδέει τη διαμόρφωσή του με:
1.       Την ιστορία του λαού, δηλαδή την ιστορική του πορεία και τις εμπειρίες που τον έχουν διαμορφώσει.
2.      Τη ζωντανή του παράδοση, όσα στοιχεία του παρελθόντος εξακολουθούν να αποτελούν ενεργό μέρος της ζωής του.
3.      Την ψυχολογία του, τα ιδιαίτερα ψυχικά γνωρίσματα και τον τρόπο με τον οποίο αισθάνεται και σκέφτεται.
4.      Τον τόπο του και τη φυσική του ζωή, το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει.
5.      Τις ανάγκες που δημιουργεί ο τόπος του, στις οποίες το ιδανικό πρέπει να ανταποκρίνεται.
Συνεπώς, κατά τον Δελμούζο, ένα ιδανικό δεν μπορεί να είναι αποκομμένο από την πραγματικότητα εκείνων που καλούνται να το ακολουθήσουν. Η δύναμή του προκύπτει από τη σύνδεσή του με τη ζωή, τις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Μόνο έτσι μπορεί να δώσει ενιαία κατεύθυνση στις προσπάθειές τους και να λειτουργήσει ως κίνητρο βελτίωσης και προόδου. Ως συγκεκριμένο παράδειγμα, ο συγγραφέας παρουσιάζει τον ανθρωπισμό, τον οποίο θεωρεί ιδανικό βγαλμένο από το ελληνικό χώμα και την ιστορία του ελληνικού λαού.
 
2. Ποια θεωρεί ως βασικά στοιχεία του ανθρωπισμού;
 
Ο Δελμούζος θεωρεί ως βασικά στοιχεία του ανθρωπισμού την ολόπλευρη καλλιέργεια του ανθρώπου, την ελεύθερη και υπεύθυνη δράση του και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξίας. Το ανθρωπιστικό ιδανικό δεν περιορίζεται στην πνευματική μόρφωση, αλλά περιλαμβάνει τη σωματική, διανοητική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξη, ώστε ο άνθρωπος να διαμορφώνει συνειδητά τη ζωή του και να συμβάλλει στην πρόοδο του συνόλου. Ειδικότερα, τα βασικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
1. Η σωματική, πνευματική και ηθική καλλιέργεια. Ο ανθρωπισμός επιδιώκει να διαμορφώνει ανθρώπους με «γερό και ωραίο σώμα», «καθαρό στοχαστικό νου» και «δυνατή θέληση». Συνδυάζει, επομένως, τη σωματική υγεία με την καλλιέργεια της σκέψης και τη δύναμη της θέλησης. Παράλληλα, απαραίτητα γνωρίσματα είναι ο σεβασμός και η αγάπη προς τους συνανθρώπους, που δίνουν στην προσωπική ανάπτυξη ηθικό και κοινωνικό περιεχόμενο.
2. Η ανεξάρτητη σκέψη και η υπεύθυνη κρίση. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι «ανοιχτομάτες», ικανοί να κρίνουν οι ίδιοι τα προβλήματα της ατομικής και της συλλογικής ζωής τους. Δεν πρέπει να παρασύρονται παθητικά από ισχυρούς ή δημαγωγούς ούτε να λειτουργούν ως «άβουλη αγέλη». Βασικό στοιχείο του ανθρωπισμού είναι, συνεπώς, η πνευματική αυτονομία: ο άνθρωπος σκέφτεται, κρίνει και αποφασίζει με προσωπική ευθύνη.
3. Η προσωπική εργασία και η εξασφάλιση αξιοπρεπούς ζωής. Ο άνθρωπος χρειάζεται να μπορεί να εξασφαλίζει με τη δική του εργασία τους υλικούς όρους που απαιτούνται για τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο ανθρωπισμός, επομένως, δεν αδιαφορεί για τις πρακτικές και υλικές ανάγκες της ζωής· συνδέει την πνευματική και ηθική ανάπτυξη με τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης.
4. Η ελεύθερη αποδοχή των υποχρεώσεων της συμβίωσης. Η ελευθερία δεν σημαίνει απουσία κάθε δέσμευσης. Ο άνθρωπος που εμπνέεται από το ανθρωπιστικό ιδανικό αποδέχεται ελεύθερα και συνειδητά τις υποχρεώσεις που είναι αναγκαίες για την ομαλή συμβίωση και την προκοπή των συνανθρώπων του. Έτσι, η προσωπική ελευθερία συνδυάζεται με τον σεβασμό των άλλων και με την κοινωνική ευθύνη.
5. Η ενεργός συμμετοχή και η ευθύνη για τη συλλογική πρόοδο. Ο ανθρωπισμός απαιτεί ανθρώπους ικανούς να οργανώνουν τη ζωή της κοινότητας, ώστε να βελτιώνεται το επίπεδο της υλικής και πνευματικής ζωής τόσο των ατόμων όσο και του συνόλου. Οι πολίτες δεν αποδίδουν την ευθύνη για την προκοπή αποκλειστικά στους ηγέτες, σε άλλους ανθρώπους ή στην τύχη, αλλά αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως συνυπεύθυνο και, μάλιστα, ως κυρίως υπεύθυνο. Αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, καταβάλλουν προσπάθεια και αντιμετωπίζουν τα εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια, χωρίς να περιορίζονται στην προσωπική τους άνεση.
6. Η εσωτερική καλλιέργεια και η ουσιαστική ελευθερία. Ο συγγραφέας συνοψίζει τον σκοπό του ανθρωπισμού στην ανάδειξη ανθρώπων που έχουν υψωθεί «από το ζωικό στο ανθρώπινο επίπεδο» και έχουν καλλιεργήσει όσο γίνεται το «ανθρώπινο βάθος» τους. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν καθορίζονται μόνο από τις άμεσες ανάγκες και τις παρορμήσεις τους, αλλά ενεργούν με σκέψη, θέληση και ευθύνη. Ως πραγματικά ελεύθεροι, «στέκουν μοίρα στη μοίρα τους», δηλαδή συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της πορείας της ζωής τους αντί να την αφήνουν στην τύχη.
7. Η ισότητα των δικαιωμάτων χωρίς ισοπέδωση της προσωπικότητας. Όλοι έχουν ίσο δικαίωμα στη συντήρηση και στην ελεύθερη ανάπτυξη της υλικής και πνευματικής ζωής τους, μέσα στα όρια της ομαλής συμβίωσης. Ωστόσο, η ισότητα δεν σημαίνει κατάργηση της ατομικότητας ούτε εξάλειψη των διαφορών ως προς την ψυχοσύσταση, τις ικανότητες και τη δυναμικότητα. Κάθε άνθρωπος πρέπει να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη φύση του. Στην καλά οργανωμένη πολιτεία, η θέση του καθενός πρέπει να καθορίζεται από τις προσωπικές του δυνατότητες και την αξία του, όχι από την κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειάς του. Έτσι, ο ανθρωπισμός συνδέεται και με την αξιοκρατία.
8. Η αναγνώριση της ίσης ανθρώπινης αξίας όλων των λαών. Το ανθρωπιστικό ιδανικό αναγνωρίζει τις διαφορές μεταξύ των λαών, αλλά απορρίπτει τη διάκρισή τους σε κυρίους και υποτελείς. Όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα να ζουν ανθρώπινα και να αναπτύσσονται ελεύθερα, με τις δεσμεύσεις που το ίδιο ιδανικό επιβάλλει σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη. Η ελεύθερη ανάπτυξη κάθε λαού θεωρείται συμβολή στον εμπλουτισμό και στην ανύψωση της ζωής και του πολιτισμού ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Συνολικά, ο ανθρωπισμός του Δελμούζου αποβλέπει στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων, σκεπτόμενων, ελεύθερων και υπεύθυνων ανθρώπων. Συνδυάζει την προσωπική καλλιέργεια και την αξιοπρέπεια με την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, την κοινωνική προσφορά, την ισότητα των δικαιωμάτων και τον σεβασμό όλων των λαών. Η ατομική ανάπτυξη και η συλλογική πρόοδος δεν παρουσιάζονται ως αντίθετοι στόχοι, αλλά ως αλληλένδετες επιδιώξεις.
 
3. Ποιοι είναι οι πραγματικά ελεύθεροι κατά τον συγγραφέα;
 
Κατά τον Δελμούζο, πραγματικά ελεύθεροι είναι οι άνθρωποι που έχουν καλλιεργήσει σε βάθος την προσωπικότητά τους και μπορούν να κατευθύνουν συνειδητά και υπεύθυνα τη ζωή τους. Δεν αφήνονται στην τύχη ούτε παρασύρονται παθητικά από άλλους, αλλά σκέφτονται αυτοδύναμα, διαθέτουν ισχυρή θέληση και αναλαμβάνουν την ευθύνη για την ατομική και τη συλλογική τους πορεία. Η ελευθερία τους είναι επομένως ουσιαστική: συνδέεται με την εσωτερική καλλιέργεια, την ανεξάρτητη κρίση και την υπεύθυνη δράση.
1. Διαθέτουν ανεξάρτητη σκέψη και υπεύθυνη κρίση. Είναι οι «ανοιχτομάτες» του κειμένου, που εξετάζουν και κρίνουν οι ίδιοι τα προβλήματα της προσωπικής και της ομαδικής ζωής τους. Δεν ακολουθούν άκριτα τον εκάστοτε ισχυρό ή δημαγωγό και δεν συμπεριφέρονται ως «άβουλη αγέλη». Η πραγματική ελευθερία προϋποθέτει, λοιπόν, να μην παραχωρεί ο άνθρωπος σε άλλους τη σκέψη και την κρίση του.
2. Έχουν καλλιεργήσει τον εσωτερικό τους κόσμο. Ο συγγραφέας τούς χαρακτηρίζει ανθρώπους που έχουν υψωθεί «από το ζωικό στο ανθρώπινο επίπεδο» και έχουν δουλέψει μέσα τους «το ανθρώπινο βάθος». Η διατύπωση δηλώνει ότι δεν περιορίζονται στην ικανοποίηση των άμεσων αναγκών τους, αλλά αναπτύσσουν τον στοχασμό, τη θέληση, τον σεβασμό και την αγάπη προς τους συνανθρώπους τους. Η ελευθερία συνδέεται έτσι με την πνευματική και ηθική ωρίμανση και όχι απλώς με τη δυνατότητα να κάνει κανείς ό,τι επιθυμεί.
3. Εξασφαλίζουν με την προσωπική τους εργασία αξιοπρεπή διαβίωση. Μπορούν να εξασφαλίζουν οι ίδιοι τους αναγκαίους υλικούς όρους της ζωής τους, ώστε να διατηρείται η ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους. Η ελευθερία δεν παρουσιάζεται μόνο ως πνευματική ιδιότητα, αλλά συνδέεται και με την πρακτική ικανότητα του ανθρώπου να στηρίζει τη ζωή του με τη δική του προσπάθεια.
4. Αποδέχονται ελεύθερα και συνειδητά τις υποχρεώσεις της συμβίωσης. Η φράση «να καταφάσκουν ελεύθερα τις δεσμεύσεις» σημαίνει ότι αναγνωρίζουν και αποδέχονται με τη θέλησή τους τις υποχρεώσεις που απαιτούν η ομαλή συνύπαρξη και η πρόοδος των συνανθρώπων τους. Για τον Δελμούζο, η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την αυθαιρεσία ή την απουσία ορίων. Ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος σέβεται την ελευθερία των άλλων και συνδυάζει τα δικαιώματά του με την κοινωνική ευθύνη.
5. Αναλαμβάνουν ενεργό ευθύνη για τη συλλογική πρόοδο. Δεν μεταθέτουν την ευθύνη στους ηγέτες, στους άλλους ή στην τύχη, αλλά θεωρούν τον εαυτό τους συνυπεύθυνο και, μάλιστα, κυρίως υπεύθυνο για την προκοπή της κοινότητας. Συμμετέχουν στην οργάνωση της συλλογικής ζωής, δίνουν οι ίδιοι κατεύθυνση στις προσπάθειές τους και αγωνίζονται να ξεπεράσουν εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια. Δεν περιορίζουν το ενδιαφέρον τους στην προσωπική ησυχία και βολή, αλλά είναι πρόθυμοι να τις παραμερίσουν για το κοινό καλό.
Όλα αυτά συνοψίζονται στη χαρακτηριστική φράση «πραγματικά ελεύθεροι στέκουν μοίρα στη μοίρα τους». Ο συγγραφέας εννοεί ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι παθητικοί αποδέκτες της πορείας της ζωής τους, αλλά συμβάλλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωσή της με τη σκέψη, τη θέληση και τη δράση τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργούν κάθε εξωτερικό περιορισμό ή ελέγχουν απόλυτα όλα τα γεγονότα· σημαίνει ότι δεν παραδίδονται μοιρολατρικά στις περιστάσεις. Συνεπώς, πραγματικά ελεύθερος είναι ο πνευματικά και ηθικά καλλιεργημένος άνθρωπος που κρίνει αυτόνομα, δρα υπεύθυνα, σέβεται τους άλλους και αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση τόσο της δικής του ζωής όσο και της ζωής της κοινότητας.
 
4. Να σχολιάσετε τη φράση: «Αναγκαία συνέπεια των διαφορών αυτών σε μια πολιτεία καλά οργανωμένη είναι ο καθένας να παίρνει μέσα σ’ αυτή τη θέση που του έχει ορίσει το φυσικό του και όχι η κοινωνική και οικονομική θέση του σπιτιού του».
 
Με τη φράση αυτή ο Δελμούζος διατυπώνει την αρχή της αξιοκρατίας: σε μια καλά οργανωμένη πολιτεία, η θέση κάθε ανθρώπου πρέπει να ανταποκρίνεται στις προσωπικές του ικανότητες, στις κλίσεις και στις δυνατότητές του και όχι να καθορίζεται από την κοινωνική προέλευση ή την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Ο συγγραφέας συνδέει έτσι το ανθρωπιστικό ιδανικό με μια κοινωνική οργάνωση που σέβεται τα ίσα δικαιώματα όλων, χωρίς να καταργεί την ιδιαίτερη προσωπικότητα του καθενός.
1. Η ισότητα των δικαιωμάτων δεν σημαίνει ταύτιση των ανθρώπων. Οι «διαφορές αυτές» παραπέμπουν στις φυσικές διαφορές που ο συγγραφέας έχει προηγουμένως επισημάνει ως προς την ψυχοσύσταση, τις ικανότητες και τη δυναμικότητα των ατόμων. Όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα στη συντήρηση και στην ελεύθερη ανάπτυξη της υλικής και πνευματικής τους ζωής, αλλά δεν διαθέτουν τις ίδιες κλίσεις και δυνατότητες. Επομένως, ο ανθρωπισμός δεν επιδιώκει την ισοπέδωση: η ισότητα αφορά τα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξία, όχι την εξάλειψη της ατομικότητας ή την υποχρεωτική ανάθεση των ίδιων ρόλων σε όλους.
2. Το «φυσικό» δηλώνει την ιδιαίτερη συγκρότηση και τις δυνατότητες του ατόμου. Η έκφραση «τη θέση που του έχει ορίσει το φυσικό του» σημαίνει ότι ο καθένας πρέπει να καταλαμβάνει μια θέση κατάλληλη για τις κλίσεις, τις ικανότητες και τη δυναμικότητά του. Δεν υποδηλώνει παθητική υποταγή σε μια προκαθορισμένη μοίρα, αφού στο ίδιο κείμενο τονίζεται η ανάγκη ελεύθερης ανάπτυξης και βαθύτερης καλλιέργειας του ψυχικού κόσμου. Ζητούμενο είναι να μπορεί ο άνθρωπος να αναπτύσσει την προσωπικότητά του σύμφωνα με την ιδιαίτερη φύση του και να φτάνει στη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση.
3. Απορρίπτεται η οικογενειακή καταγωγή ως κριτήριο κοινωνικής τοποθέτησης. Με την αντίθεση «το φυσικό του και όχι η κοινωνική και οικονομική θέση του σπιτιού του», ο Δελμούζος αντιπαραθέτει την προσωπική αξία προς τα προνόμια ή τους περιορισμούς που συνδέονται με την οικογένεια. Η οικονομική ευχέρεια και το κοινωνικό κύρος του οικογενειακού περιβάλλοντος δεν πρέπει να εξασφαλίζουν από μόνα τους μια ανώτερη θέση, όπως και η έλλειψή τους δεν πρέπει να εμποδίζει την ανάδειξη ενός ικανού ανθρώπου. Η κοινωνική θέση οφείλει να ανταποκρίνεται σε όσα μπορεί να προσφέρει ο ίδιος και όχι σε όσα διαθέτει η οικογένειά του.
4. Η καλά οργανωμένη πολιτεία αναδεικνύει τις προσωπικές αξίες. Ο χαρακτηρισμός «καλά οργανωμένη» θέτει μια βασική προϋπόθεση: η πολιτεία πρέπει να επιτρέπει την ελεύθερη ανάπτυξη των πολιτών και να οργανώνει την κατανομή των θέσεων με κριτήριο την καταλληλότητα και την αξία τους. Αυτό διευκρινίζεται αμέσως μετά τη σχολιαζόμενη φράση, όταν ο συγγραφέας ζητεί να αναλαμβάνουν τις ηγετικές θέσεις σε όλους τους κλάδους της δημόσιας ζωής εκείνοι που πραγματικά αξίζουν γι’ αυτές. Η «σωστή ιεραρχία των προσωπικών αξιών» δεν είναι ιεράρχηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά αντιστοίχιση ρόλων και ευθυνών προς τις διαφορετικές ικανότητες των ανθρώπων. Κάθε πολίτης καλείται όχι μόνο να αναγνωρίζει αυτή την αρχή, αλλά και να συμβάλλει στην εφαρμογή της.
5. Η αξιοκρατία υπηρετεί τόσο το άτομο όσο και το σύνολο. Όταν ο άνθρωπος αναπτύσσεται σύμφωνα με τις κλίσεις και τις δυνατότητές του και καταλαμβάνει μια κατάλληλη θέση, καλλιεργεί βαθύτερα τον εαυτό του και μπορεί να προσφέρει περισσότερο. Παράλληλα, η κοινότητα ωφελείται από την αξιοποίηση των ικανοτήτων όλων των μελών της και από την ανάθεση ευθυνών στους κατάλληλους ανθρώπους. Η προσωπική ανάπτυξη και η συλλογική πρόοδος παρουσιάζονται, επομένως, ως αλληλένδετοι στόχοι και όχι ως αντίθετες επιδιώξεις.
Συμπερασματικά, η φράση υποστηρίζει ότι η κοινωνική θέση πρέπει να στηρίζεται στην προσωπική αξία και όχι στα οικογενειακά προνόμια. Ο Δελμούζος συνδυάζει την ισότητα των δικαιωμάτων με τον σεβασμό των ατομικών διαφορών: όλοι δικαιούνται να αναπτύσσονται ελεύθερα, ενώ οι διαφορετικές θέσεις και ευθύνες πρέπει να κατανέμονται ανάλογα με τις ικανότητες και την καταλληλότητά τους. Με αυτόν τον τρόπο, η αξιοκρατία αποτελεί ουσιαστική έκφραση του ανθρωπισμού και προϋπόθεση για την πρόοδο μιας δίκαια οργανωμένης πολιτείας.
 
5. Πώς πρέπει να αντιμετωπίζουν τους άλλους λαούς τα άτομα που εμπνέονται από ανθρωπιστικά ιδανικά; Ποια θέση παίρνει πάνω σ’ αυτό ο Δελμούζος;
 
Τα άτομα που εμπνέονται από ανθρωπιστικά ιδανικά πρέπει να αντιμετωπίζουν τους άλλους λαούς με σεβασμό στην ανθρώπινη αξία τους και με αναγνώριση του ίσου δικαιώματός τους να ζουν αξιοπρεπώς και να αναπτύσσονται ελεύθερα. Ο Δελμούζος υποστηρίζει ότι οι διαφορές μεταξύ των λαών είναι υπαρκτές, αλλά δεν δικαιολογούν σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής ούτε την άρνηση του δικαιώματος οποιουδήποτε λαού στην ύπαρξη. Η θέση του συνδυάζει τον σεβασμό της διαφορετικότητας με την ισότητα των δικαιωμάτων και την ευθύνη για την πρόοδο ολόκληρης της ανθρωπότητας.
1. Σεβασμός των διαφορών χωρίς ιεράρχηση της ανθρώπινης αξίας. Ο συγγραφέας ξεκινά με την αναλογία «Όπως τα άτομα διαφέρουν μεταξύ τους, έτσι και οι λαοί». Το ανθρωπιστικό ιδανικό δεν αρνείται αυτές τις διαφορές και δεν απαιτεί όλοι οι λαοί να γίνουν ίδιοι. Οι άνθρωποι που το ακολουθούν οφείλουν, επομένως, να σέβονται την ιδιαίτερη φυσιογνωμία των άλλων λαών. Η διαφορετικότητα, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάποιος λαός έχει μεγαλύτερη ανθρώπινη αξία από κάποιον άλλο ή περισσότερα δικαιώματα εις βάρος του.
2. Απόρριψη της κυριαρχίας, της υποδούλωσης και της εξόντωσης. Ο Δελμούζος δηλώνει ρητά ότι ο ανθρωπισμός αρνείται τον χωρισμό σε «λαούς κυρίων και λαούς σκλάβων ή λαούς που πρέπει να εξοντωθούν». Συνεπώς, όποιος εμπνέεται από ανθρωπιστικά ιδανικά δεν μπορεί να θεωρεί θεμιτό να επιβάλλεται ένας λαός σε άλλον, να του στερεί την ελευθερία ή να αμφισβητεί το δικαίωμά του να υπάρχει. Η αγάπη για τον δικό του λαό δεν πρέπει να μετατρέπεται σε περιφρόνηση ή εχθρότητα προς τους άλλους.
3. Αναγνώριση ίσης αξιοπρέπειας και ίσων δικαιωμάτων. Η βάση της θέσης του συγγραφέα είναι ότι «όλοι οι λαοί έχουν την ανθρώπινή τους αξία, την αξία του ανθρώπου». Από αυτή την κοινή ανθρώπινη αξία απορρέει το ίδιο δικαίωμα όλων να ζουν «ανθρωπινά» και να αναπτύσσουν ελεύθερα τον εαυτό τους. Η ισότητα αυτή δεν εξαρτάται από το κατά πόσο ένας λαός μοιάζει με τον δικό μας. Τα ανθρωπιστικά ιδανικά επιβάλλουν να αναγνωρίζουμε στους άλλους τα δικαιώματα που διεκδικούμε και για εμάς.
4. Ελευθερία με κοινές δεσμεύσεις για όλα τα κράτη. Ο Δελμούζος διευκρινίζει ότι η ελεύθερη ανάπτυξη των λαών πραγματοποιείται «μέσα στα όρια» των δεσμεύσεων που επιβάλλει το ανθρωπιστικό ιδανικό «σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη». Η ελευθερία ενός λαού δεν αποτελεί δικαιολογία για την παραβίαση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας ενός άλλου. Οι ίδιες αρχές οφείλουν να ισχύουν για όλους, χωρίς εξαιρέσεις και προνομιακή μεταχείριση. Έτσι, η ελευθερία συνδέεται με την αμοιβαιότητα και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των άλλων λαών.
5. Θετική αποτίμηση της συμβολής κάθε λαού στον κοινό πολιτισμό. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην αναγνώριση του δικαιώματος των άλλων λαών να αναπτύσσονται, αλλά θεωρεί την ελεύθερη ανάπτυξή τους ωφέλιμη για όλους: αυτή «πλουτίζει ποικιλότροπα και υψώνει τη ζωή γενικά της ανθρωπότητας και τον πολιτισμό της». Επομένως, η ιδιαίτερη δημιουργία κάθε λαού δεν αντιμετωπίζεται ως απειλή, αλλά ως συμβολή στον κοινό ανθρώπινο πολιτισμό. Η πρόοδος του δικού μας λαού και η πρόοδος των άλλων δεν παρουσιάζονται ως αναγκαστικά αντίθετοι στόχοι.
Συμπερασματικά, τα άτομα που εμπνέονται από τον ανθρωπισμό οφείλουν να αντιμετωπίζουν τους άλλους λαούς ως ισότιμους φορείς ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δικαιωμάτων, σεβόμενα τη διαφορετικότητα, την ύπαρξη και την ελεύθερη ανάπτυξή τους. Ο Δελμούζος απορρίπτει κάθε διάκριση σε κυρίαρχους και υποτελείς λαούς και υποστηρίζει μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού, με κοινές υποχρεώσεις για όλα τα κράτη. Παρότι παρουσιάζει τον ανθρωπισμό ως ιδανικό ριζωμένο στο ελληνικό χώμα και στην ελληνική ιστορία, δεν περιορίζει την ισχύ του στον ελληνικό λαό: του αποδίδει οικουμενικό περιεχόμενο, αφού η προστασία της ανθρώπινης αξίας και η δυνατότητα προόδου αφορούν όλους ανεξαιρέτως τους λαούς.

Ιστορία Προσανατολισμού: Ρωσικό κόμμα (Πηγές Πανελλαδικών 2020)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Ιστορία Προσανατολισμού: Ρωσικό κόμμα (Πηγές Πανελλαδικών 2020)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε:
α. τις θέσεις που εξέφραζε το ρωσικό κόμμα σε πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο (μονάδες 19) και
β. τις κοινωνικές ομάδες που συμπαρατάχθηκαν με το ρωσικό κόμμα.
(μονάδες 6)
Μονάδες 25
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Το «ρωσικό» κόμμα [...] υποστήριζε τη συμφιλίωση με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης (μέσα στο πλαίσιο του αυτοκέφαλου), μεγαλύτερες εξουσίες για την Εκκλησία μέσα στο κράτος, και ορθόδοξη μοναρχία. Σε άλλα ζητήματα η θέση του «ρωσικού» κόμματος ήταν συνήθως συγκεχυμένη ή ασυνεπής. Μέσα στην ενδεκάχρονη αυτή περίοδο διένυσε όλο το φάσμα από την υποστήριξη της απολυταρχίας ως την υποστήριξη της πιο φιλελεύθερης μορφής συνταγματισμού, δεδομένου ότι η θέση του σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή εξαρτιόταν από το βαθμό της εύνοιας που του έδειχνε ο βασιλιάς.
 
John A. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), τόμος Β ́, Αθήνα 1985: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης , σ. 632.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Το ρωσικόν κόμμα προέβαλλε την ομόδοξον δύναμιν του Βορρά, «την προστάτιδα των καταπιεζομένων ορθοδόξων χριστιανών», ως τον αληθή φίλον της Ελλάδος, ο οποίος υποστηρίζει αποτελεσματικώς και αφιλοκερδώς την ικανοποίησιν των εθνικών δικαίων. Η εφημερίς «Αιών», όργανον του ρωσικού κόμματος, έγραφε μεταξύ άλλων: «Ρωσικόν κόμμα ουδέποτε υπήρξεν, ούτε υπάρχει. Υπήρξε και υπάρχει το μέγα εθνικόν κόμμα, το αφοσιωμένον εις την πίστιν των πατέρων αυτού και απεκδεχόμενον παρά της Ρωσίας τον θρίαμβον της Ορθοδοξίας και το μεγαλείον του Ελληνικού Έθνους εν τω μέλλοντι».
Οι ρωσόφρονες διεκήρυττον ότι η Ρωσία θα εκδιώξη βιαίως τους τούρκους από τα ελληνικά εδάφη και γενικώς από την Βαλκανικήν και την Ανατολήν. Το ρωσικόν κόμμα εθεωρείτο ως εμφορούμενον από συντηρητικάς αρχάς. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο αρχηγός του κόμματος, εξεδήλωσε τας σκέψεις του κατά της παροχής συντάγματος. Εθεώρει πολιτικώς ανώριμον τον ελληνικόν λαόν.
 
Χαρίτων Κοριζής, Η πολιτική ζωή εις την Ελλάδα 1821-1910, Αθήνα 1974: Αυτοέκδοση, σσ. 56-57.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Γ
Από καιρό οι Έλληνες είχαν ζωντανή την ελπίδα ότι ο τσάρος θα τους απελευθέρωνε μια μέρα. [...]
Τους Έλληνες συνέδεαν με τους Ρώσους ακόμη κοινές αναμνήσεις από την εκστρατεία του ρωσικού στόλου υπό τον στρατηγό Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου [...]. Η ειρήνη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί (1774) είχε χαρίσει, πρώτον, στην ορθόδοξη Εκκλησία μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το πλεονέκτημα της ρωσικής προστασίας και, δεύτερον, στους Έλληνες εμπόρους τη δυνατότητα γρήγορου πλουτισμού με το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας, που θεμελίωσε στις Σπέτσες, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου, τον πολιτικό προσανατολισμό κυρίως προς το Ρωσικό Κόμμα και έδωσε την ώθηση για τη δημιουργία μιας σημαντικής ελληνικής παροικίας στο νέο εμπορικό λιμάνι της Οδησσού.
 
Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμος Α ́, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004, σσ. 221-222.
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Δ
Βαθιά θρησκευόμενες, υπερβάλλοντας τους κινδύνους για την Ορθοδοξία, εξαιτίας της διαλύσεως των μοναστηριών, παρακινούμενες και από τον κατώτερο κλήρο που ανοιχτά αντιστρατευόταν τα κυβερνητικά μέτρα, οι λαϊκές τάξεις, κοσμικοί και κληρικοί, έβρισκαν ως μόνο καταφύγιο το «ρωσικό» κόμμα, δεμένο ακατάλυτα με τους δεσμούς της Ορθοδοξίας. Παρά το γεγονός ότι το κόμμα είχε στα χρόνια αυτά χτυπηθεί σκληρά, η λαϊκή του βάση, αντί να μειώνεται, διευρυνόταν.
 
Ιω. Πετρόπουλος , Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος Βασιλείας του Όθωνος 1833-1862» στο Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ ́, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σ. 73.
 
Ενδεικτική απάντηση
α. Σε αντίθεση με τις σχετικά ασαφείς θέσεις και τη συγκεχυμένη ιδεολογία του γαλλικού κόμματος, το ρωσικό χαρακτηριζόταν από σταθερές πολιτικές θέσεις. Ωστόσο, ο Ιωάννης Πετρόπουλος (Κείμενο Α) διαφοροποιείται από αυτή την εκτίμηση ως προς τη σταθερότητα των πολιτικών του θέσεων. Επισημαίνει ότι, πέρα από τα εκκλησιαστικά ζητήματα, οι απόψεις του ρωσικού κόμματος συχνά δεν είχαν σαφήνεια ούτε συνέπεια. Κατά την περίοδο 1833-1843, το κόμμα άλλοτε τασσόταν υπέρ της απόλυτης μοναρχίας και άλλοτε υποστήριζε ακόμη και ιδιαίτερα φιλελεύθερες συνταγματικές λύσεις. Κατά τον ιστορικό, οι μετατοπίσεις αυτές συνδέονταν με το πόσο ευνοϊκή ήταν κάθε φορά η στάση του βασιλιά απέναντί του. Η ομοιότητα με τα δύο άλλα κόμματα βρισκόταν στο γεγονός ότι στη Μεγάλη Δύναμη, στην οποία στήριζαν τις ελπίδες τους για την εξωτερική πολιτική, αναγνώριζαν και ένα πρότυπο για την εσωτερική οργάνωση της χώρας. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και συμπληρώνει, ως προς το ρωσικό κόμμα, ο Χαρίτων Κοριζής (Κείμενο Β). Σύμφωνα με τον ιστορικό, οι οπαδοί του παρουσίαζαν τη Ρωσία ως ανιδιοτελή σύμμαχο της Ελλάδας, ικανό να προασπίσει τους ορθόδοξους πληθυσμούς που υφίσταντο καταπίεση και να συμβάλει ουσιαστικά στην εκπλήρωση των εθνικών διεκδικήσεων. Προσδοκούσαν μάλιστα ότι η ρωσική επέμβαση θα απομάκρυνε την οθωμανική εξουσία όχι μόνο από τα ελληνικά εδάφη αλλά και από τα Βαλκάνια και την Ανατολή. Αντίστοιχα, η εφημερίδα «Αιών», που εξέφραζε τις θέσεις του κόμματος, απέρριπτε τον χαρακτηρισμό «ρωσικό» και το παρουσίαζε ως εθνική πολιτική παράταξη, προσηλωμένη στην πατροπαράδοτη πίστη, η οποία συνέδεε τη μελλοντική ενίσχυση της Ορθοδοξίας και την εθνική ακμή με τη βοήθεια της Ρωσίας. Πίστευαν ότι κάποιοι ικανοί πολιτικοί γνώριζαν τα προβλήματα του λαού καλύτερα από τον ίδιο, κι αυτοί θα έπρεπε να κυβερνήσουν. Ήταν κατά κύριο λόγο αντισυνταγματικοί, υπέρ ενός συγκεντρωτικού συστήματος διακυβέρνησης και κατά της πολυφωνίας, μολονότι σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να συνεργάστηκαν στην ψήφιση συνταγμάτων. Την αντισυνταγματική αυτή στάση επιβεβαιώνει η πληροφορία του Χαρίτωνα Κοριζή στο Κείμενο Β ότι ο αρχηγός του κόμματος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δεν υποστήριζε την παραχώρηση συντάγματος, καθώς έκρινε ότι ο ελληνικός λαός δεν ήταν ακόμη πολιτικά ώριμος.
     Χαρακτηριστικό του ρωσικού κόμματος ήταν η άκρως συντηρητική στάση σε όλες τις επιλογές του. Τον προσανατολισμό αυτό επιβεβαιώνει ο Χαρίτων Κοριζής στο Κείμενο Β, επισημαίνοντας ότι το ρωσικό κόμμα θεωρούνταν πολιτική παράταξη που καθοδηγούνταν από τις αρχές του συντηρητισμού. Το θεμέλιο της κοινωνικής τάξης ήταν γι’ αυτό η θρησκεία. Σ’ αυτήν βασιζόταν και η νομιμότητα της εξουσίας. Έβλεπε την Εκκλησία σε διαρκή κίνδυνο και καταπολεμούσε τον κοσμοπολιτισμό και την οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τις παραδόσεις. Η ξενοφοβία, όπως επίσης η άρνηση του διαφωτισμού και της δυτικής παιδείας αποτελούσαν κυρίαρχες αντιλήψεις των μελών του. Η απόρριψη των δυτικών επιρροών δεν απέκλειε, ωστόσο, τον προσανατολισμό προς τη Ρωσία, ο οποίος εξηγείται από τους ιδιαίτερους δεσμούς που παρουσιάζει ο Gunnar Hering στο Κείμενο Γ. Όπως αναφέρει ο ιστορικός, οι Έλληνες προσδοκούσαν από παλιά την απελευθέρωσή τους με τη βοήθεια του τσάρου, ενώ διατηρούσαν την ανάμνηση της παρουσίας του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο, υπό τον Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ, κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Επιπλέον, η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί, το 1774, έθεσε την ορθόδοξη Εκκλησία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό ρωσική προστασία και επέτρεψε στους Έλληνες εμπόρους να αυξήσουν γρήγορα τον πλούτο τους μέσω των συναλλαγών στη Μαύρη Θάλασσα. Τα εμπορικά αυτά οφέλη συνέβαλαν στην κυρίως φιλορωσική πολιτική κατεύθυνση των Σπετσών, σημαντικού εμπορικού κέντρου της Μεσογείου, και στην ανάπτυξη αξιόλογης ελληνικής παροικίας στην Οδησσό, το νέο εμπορικό λιμάνι. Έτσι, η σύνδεση με τη Ρωσία στηριζόταν τόσο στις απελευθερωτικές προσδοκίες και τη θρησκευτική προστασία όσο και στους οικονομικούς δεσμούς. Προκειμένου να προσεγγίσει ευρύτερα στρώματα το ρωσικό κόμμα, απευθυνόταν συχνά στο θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων.
     Οι υποστηρικτές του ρωσικού κόμματος απαιτούσαν την ίδρυση ενός ισχυρού κράτους, το οποίο, σε συνεργασία με τη Ρωσία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, θα φρόντιζε για την καθαρότητα της πίστης και θα αναγνώριζε στην Εκκλησία κυρίαρχη θέση. Η Ρωσία μπορούσε να βρει αποδοχή από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, επειδή ήταν η μοναδική Μεγάλη Δύναμη με ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.
Το ιδιαίτερο πρόβλημα που έβλεπε το κόμμα των «ναπαίων» (όπως αλλιώς ονομαζόταν), στην περίοδο της βαυαροκρατίας, δεν ήταν ο αυταρχισμός του καθεστώτος, αλλά οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν η πίστη και η Εκκλησία από τα μέτρα που ψήφισε η αντιβασιλεία, π.χ. το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας, η οποία έως τότε υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Θεωρούσαν ότι η υποταγή της Εκκλησίας της Ελλάδας στο Πατριαρχείο επέτρεπε στη Ρωσία να επεμβαίνει για την προστασία των ορθοδόξων. Στην απόφαση για το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας οι ναπαίοι άσκησαν έντονη αντιπολίτευση. Ο Ιωάννης Πετρόπουλος στο Κείμενο Α συμπληρώνει την εικόνα αυτή, διευκρινίζοντας ότι το ρωσικό κόμμα επιδίωκε να αποκατασταθούν οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, χωρίς να καταργηθεί το αυτοκέφαλό της. Παράλληλα, υποστήριζε τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Εκκλησίας στο ελληνικό κράτος, ώστε να ενισχυθεί η εξουσία της.
 
β. Με το κόμμα αυτό συμπαρατάχθηκαν, ιδίως κατά την εποχή της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια, όσοι είχαν υποφέρει ιδιαίτερα κατά την εποχή της Επανάστασης και κατά τους εμφύλιους πολέμους: οι ακτήμονες, οι μικροϊδιοκτήτες γης, αγωνιστές και χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, μοναχοί, και δημόσιοι υπάλληλοι που διορίστηκαν από τον Καποδίστρια και μετά τη δολοφονία του απολύθηκαν. Η συμπαράταξη λαϊκών στρωμάτων και ανθρώπων της Εκκλησίας με το ρωσικό κόμμα επιβεβαιώνεται και συμπληρώνεται από τον Ιωάννη Πετρόπουλο (Κείμενο Δ), σύμφωνα με τον οποίο η στενή σύνδεση του ρωσικού κόμματος με την ορθόδοξη πίστη το καθιστούσε τη μοναδική πολιτική διέξοδο για τα λαϊκά στρώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν άνθρωποι εκτός του κλήρου αλλά και κληρικοί με έντονο θρησκευτικό αίσθημα. Η κατάργηση των μοναστηριών ενίσχυε την ανησυχία τους για την Ορθοδοξία, οδηγώντας τους σε υπερβολικές εκτιμήσεις για το μέγεθος της απειλής. Τη στάση τους επηρέαζαν επίσης οι κατώτεροι κληρικοί, που εκδήλωναν δημόσια την αντίθεσή τους στην κυβερνητική πολιτική. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι σοβαρές δοκιμασίες που αντιμετώπιζε τότε το κόμμα δεν περιόρισαν την απήχησή του στον λαό· αντίθετα, ο αριθμός των υποστηρικτών του αυξανόταν.

Κώστας Βάρναλης «Το πέρασμά σου»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Oles Paritskiy


Κώστας Βάρναλης «Το πέρασμά σου»
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ανήκει στη δεύτερη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας του Βάρναλη, γύρω στο 1922.
 
Στη ζήση αυτή που τη μισούμε,
στη γης αυτή που μας μισεί
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε·
 
σ’ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει,
 
ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό,
και γέμισε ήλιο, ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα.
 
Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασκαλιά!...
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι. Η Πασκαλιά
γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!
 
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
 
1. Να παρακολουθήσετε τη συναισθηματική κλιμάκωση κατά τη διαδρομή του ποιήματος επισημαίνοντας τις κυριότερες λέξεις που την εκφράζουν.
 
Η συναισθηματική πορεία του ποιήματος οργανώνεται σε τρεις διαδοχικές φάσεις: αρχικά κυριαρχούν ο πόνος και η απελπισία, στη συνέχεια η ξαφνική εμφάνιση του προσώπου στο οποίο απευθύνεται το ποιητικό υποκείμενο προκαλεί χαρά και ψυχική αναγέννηση, ενώ στο τέλος η αποχώρησή του επαναφέρει την ερήμωση και μετατρέπει τη χαρά σε θρήνο. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου («μισούμε», «μας», «περπατούσαμε», «έχουμε ρημάξει») δίνει στα συναισθήματα συλλογική διάσταση: δεν εκφράζεται μόνο ένα ατομικό βίωμα, αλλά η κοινή εμπειρία ενός «εμείς».
Στην πρώτη στροφή κυριαρχούν η αποστροφή προς τη ζωή, η αίσθηση εχθρότητας του κόσμου και ένας επίμονος, βασανιστικός πόνος. Οι λέξεις «μισούμε» και «μισεί» παρουσιάζουν τη σχέση ανθρώπων και κόσμου ως αμοιβαία εχθρική: οι άνθρωποι αποστρέφονται τη ζωή τους και αισθάνονται ότι η ίδια η γη τούς απορρίπτει. Η διατύπωση «όσο να πιούμε δε σε σβηούμε» φανερώνει ότι η προσπάθεια λησμονιάς ή πρόσκαιρης ανακούφισης αποτυγχάνει. Η άμεση προσφώνηση «πόνε πικρέ και πόνε αψύ», με την επανάληψη της λέξης «πόνε» και τα επίθετα «πικρέ» και «αψύ», εντείνει την οδύνη και προσωποποιεί τον πόνο. Τέλος, το «μας κρατάς και σε κρατούμε» αποδίδει έναν αξεδιάλυτο δεσμό: ο πόνος εξουσιάζει τους ανθρώπους, αλλά και εκείνοι παραμένουν δεμένοι μαζί του, χωρίς να μπορούν να απαλλαγούν από αυτόν.
Στη δεύτερη στροφή η αρχική οδύνη βαθαίνει και γίνεται αίσθημα αδιεξόδου, στέρησης και ψυχικής ερήμωσης. Το επίθετο «μαύρη», που χαρακτηρίζει τη «γης και ζήση», συμπυκνώνει τη σκοτεινή αντίληψη της ύπαρξης. Το «περπατούσαμε τυφλά» υποδηλώνει πορεία χωρίς προσανατολισμό, φως ή ελπίδα. Παράλληλα, οι αρνητικές διατυπώσεις «ανθός για μας δεν είχε ανθίσει» και «ούτε […] αηδόνι κελαηδήσει» παρουσιάζουν έναν κόσμο από τον οποίο απουσιάζουν η ομορφιά, η χαρά και η παρηγοριά. Ο ανθός και το κελάηδημα, συνηθισμένα σημάδια ζωής, εμφανίζονται εδώ ως στερημένες δυνατότητες. Έτσι, ο πόνος της πρώτης στροφής διευρύνεται σε συνολική απουσία κάθε ευχάριστου βιώματος.
Στην τρίτη στροφή σημειώνεται η αποφασιστική συναισθηματική ανατροπή. Το «ήρθες Εσύ» δηλώνει την εμφάνιση μιας παρουσίας που αλλάζει ριζικά το προηγούμενο βίωμα, ενώ το κεφαλαίο αρχικό στο «Εσύ» τονίζει την ιδιαίτερη σημασία της. Οι εκφράσεις «άγιαν ώρα» και «όραμα θείο και ξαφνικό» προσδίδουν στην έλευσή της χαρακτήρα εξαιρετικό, σχεδόν θαυμαστό, και εκφράζουν δέος, θαυμασμό και αγαλλίαση. Το ρήμα «γέμισε» αντιπαραθέτει την πληρότητα στη στέρηση των προηγούμενων στροφών. Οι λέξεις «ήλιο», «ανθόν», «οπώρα» και «κελαηδισμόν» συνθέτουν εικόνες φωτός, άνθησης, καρποφορίας και μουσικής, αποδίδοντας τη χαρά και την αναγέννηση. Ο «ανθός» και ο «κελαηδισμός» αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή τώρα εμφανίζεται ό,τι προηγουμένως έλειπε. Το επίθετο «παθητικό» προσδίδει στο κελάηδημα συναισθηματικό βάθος. Η επανάληψη «όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα» διευρύνει τη μεταμόρφωση από τον εσωτερικό κόσμο στον περιβάλλοντα χώρο και σηματοδοτεί την κορύφωση της ευτυχίας.
Στην τέταρτη στροφή η ευτυχία ανατρέπεται και κυριαρχούν η λύπη για τη σύντομη διάρκειά της, η απώλεια και το πικρό παράπονο. Το επιφώνημα «Αχ!» εισάγει τον θρήνο, ενώ το «τόσο λίγο» υπογραμμίζει την οδυνηρή συντομία του ευτυχισμένου διαστήματος. Οι λέξεις «γιορτή» και «Πασκαλιά» ανακεφαλαιώνουν την προηγούμενη χαρά ως εμπειρία αναγέννησης, αλλά τώρα η ανάμνησή της κάνει την απουσία ακόμη πιο αισθητή. Το «Έφυγες» αντιπαρατίθεται άμεσα στο «ήρθες» της τρίτης στροφής και σηματοδοτεί την απώλεια της παρουσίας που είχε μεταμορφώσει τη ζωή. Η φράση «έχουμε ρημάξει» αποδίδει με ιδιαίτερη ένταση την ψυχική κατάρρευση και την ερήμωση, ενώ το «ξανά και πάλι» τονίζει την επιστροφή στην προηγούμενη δυστυχία. Η επανάληψη της «Πασκαλιάς» και η τελική αναρωτηματική διατύπωση «γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!» εκφράζουν την αδυναμία αποδοχής της απώλειας και κορυφώνουν το παράπονο για την παροδικότητα της χαράς.
Συνολικά, η συναισθηματική κλιμάκωση δεν είναι μια συνεχής άνοδος, αλλά μια πορεία έντονων αντιθέσεων: από το μίσος, τον ακατάλυτο πόνο και το σκοτάδι περνά στο φως, την πληρότητα και την αγαλλίαση, για να καταλήξει ξανά στην ερήμωση. Η κατάληξη θυμίζει την αρχική κατάσταση, αλλά ο πόνος έχει πλέον διαφορετική ποιότητα: είναι και πόνος απώλειας, επειδή έχει προηγηθεί η εμπειρία της ευτυχίας. Βασικοί λεκτικοί άξονες αυτής της πορείας είναι οι αντιθέσεις «μαύρη» – «ήλιο», «δεν είχε ανθίσει» – «ανθόν», «ούτε […] κελαηδήσει» – «κελαηδισμόν» και, κυρίως, «ήρθες» – «Έφυγες». Μέσα από αυτές γίνεται αισθητή τόσο η δύναμη της παρουσίας να αναγεννά τη ζωή όσο και η οδύνη που προκαλεί το σύντομο πέρασμά της.
 
2. Πώς αποδίδεται ποιητικά το όραμα του ποιητή (κυρίως με πόσες λέξεις και με ποια εικόνα;)
 
Το όραμα του ποιητή αποδίδεται ποιητικά κυρίως στην τρίτη στροφή, μέσα από τέσσερις βασικές λέξεις: «ήλιο», «ανθόν», «οπώρα», «κελαηδισμόν». Οι λέξεις αυτές συνθέτουν μια φωτεινή οπτική και ακουστική εικόνα της φύσης που ανθίζει, καρποφορεί και γεμίζει τραγούδι. Έτσι, η ευτυχία και η αναγέννηση δεν διατυπώνονται ως αφηρημένες έννοιες, αλλά γίνονται αισθητές μέσα από συγκεκριμένα στοιχεία του φυσικού κόσμου.
Ο «ήλιος» παραπέμπει στο φως, τη ζεστασιά και την ελπίδα, σε αντίθεση με τη «μαύρη γης και ζήση» των προηγούμενων στροφών. Ο «ανθός» εκφράζει την ομορφιά, την άνθηση και το ξαναζωντάνεμα της ζωής, ανατρέποντας την προηγούμενη στέρηση, όταν «ανθός για μας δεν είχε ανθίσει». Η «οπώρα», δηλαδή οι ώριμοι καρποί, προσθέτει την αίσθηση της καρποφορίας, της αφθονίας και της πληρότητας: η ζωή δεν ανθίζει απλώς, αλλά αποδίδει καρπούς. Ο «κελαηδισμός» συμπληρώνει την εικόνα με τον ήχο του τραγουδιού και τη ζωντάνια της φύσης, σε αντίθεση με την προηγούμενη απουσία του κελαηδήματος του αηδονιού. Το επίθετο «παθητικό» δηλώνει εδώ έναν κελαηδισμό γεμάτο πάθος και συναισθηματική ένταση. Οι τέσσερις λέξεις παρατίθενται διαδοχικά, σε ασύνδετο σχήμα, και η συσσώρευσή τους ενισχύει την εντύπωση ότι ο κόσμος κατακλύζεται από ζωή και χαρά.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με την αιφνίδια έλευση του «Εσύ», που παρουσιάζεται ως «όραμα θείο και ξαφνικό». Το κεφαλαίο αρχικό της αντωνυμίας και οι χαρακτηρισμοί «άγιαν» και «θείο» εξυψώνουν την παρουσία αυτή και υπογραμμίζουν τη λυτρωτική της δύναμη. Το ποίημα δεν κατονομάζει ρητά τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το «Εσύ»· επομένως, η ερμηνεία πρέπει να στηρίζεται κυρίως στο αποτέλεσμα της εμφάνισής του: μεταμορφώνει μια ζωή πόνου και στέρησης σε εμπειρία φωτός και πληρότητας. Με το ρήμα «γέμισε» και τη διατύπωση «όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα» η αναγέννηση αγκαλιάζει τόσο τον εσωτερικό κόσμο όσο και τον περιβάλλοντα χώρο. Η φύση γίνεται έτσι ο ποιητικός τρόπος έκφρασης της ψυχικής μεταμόρφωσης, ενώ ο πληθυντικός «μας» δίνει στο βίωμα συλλογική διάσταση.
Στην τελευταία στροφή η ίδια εμπειρία συνοψίζεται στις λέξεις «γιορτή» και «Πασκαλιά», που συνδέουν τη χαρά με την ανανέωση και το ξαναζωντάνεμα. Ωστόσο, η σύντομη διάρκειά της κάνει το όραμα να εμφανίζεται ως ένα παροδικό, λυτρωτικό πέρασμα μέσα στη δυστυχία. Συνεπώς, ο πυρήνας της ποιητικής απόδοσης του οράματος είναι οι τέσσερις λέξεις «ήλιο, ανθόν, οπώρα, κελαηδισμόν» και η σύνθετη εικόνα μιας φωτεινής, ανθισμένης, καρποφόρας φύσης που αντηχεί από τραγούδι: μια εικόνα αναγεννημένης ζωής, η οποία εκφράζει την ευτυχία και την εσωτερική πληρότητα.
 
3. Να εντοπίσετε τέσσερα διαφορετικά σχήματα λόγου και να εξηγήσετε πώς υπηρετούν το νόημα του κειμένου.
 
Στο ποίημα εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, τέσσερα διαφορετικά σχήματα λόγου: η προσωποποίηση, το χιαστό σχήμα, η αντίθεση και η επανάληψη. Με αυτά αποδίδονται παραστατικά ο κυρίαρχος πόνος, η πρόσκαιρη αναγέννηση και η οδύνη της απώλειας. Τα σχήματα δεν λειτουργούν απλώς ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ενισχύουν τη συναισθηματική ένταση και αναδεικνύουν τη βασική πορεία του ποιήματος.
1. Προσωποποίηση: Στον στίχο «στη γης αυτή που μας μισεί» η γη αποκτά ένα ανθρώπινο συναίσθημα, το μίσος. Ο κόσμος παρουσιάζεται έτσι όχι ως ουδέτερος χώρος, αλλά ως εχθρική παρουσία που απορρίπτει τους ανθρώπους. Η προσωποποίηση εκφράζει το αίσθημα αποξένωσης και την αδυναμία τους να βρουν χαρά ή καταφύγιο μέσα στη ζωή. Αντίστοιχα, στην προσφώνηση «πόνε πικρέ και πόνε αψύ» και στη διατύπωση «που μας κρατάς», ο πόνος αντιμετωπίζεται σαν πρόσωπο στο οποίο μπορούν να απευθυνθούν και σαν ενεργή δύναμη που τους εξουσιάζει. Έτσι, η αφηρημένη οδύνη γίνεται συγκεκριμένη και άμεσα αισθητή, ενώ υπογραμμίζεται η επίμονη παρουσία της.
2. Χιαστό σχήμα: Στον στίχο «που μας κρατάς και σε κρατούμε» το χιαστό σχήμα εντοπίζεται στην αντιστροφή των νοηματικών και συντακτικών ρόλων, όχι στη σειρά αντωνυμίας και ρήματος. Στην πρώτη φράση ο πόνος είναι το υποκείμενο που κρατά τους ανθρώπους, ενώ στη δεύτερη οι άνθρωποι είναι το υποκείμενο που κρατά τον πόνο. Η σχέση διατάσσεται, επομένως, ως πόνος – άνθρωποι / άνθρωποι – πόνος. Το χιαστό σχήμα αποτυπώνει αυτή την αμοιβαία δέσμευση και τον αξεδιάλυτο δεσμό τους με την οδύνη. Δεν παρουσιάζονται μόνο ως αποδέκτες του πόνου, αλλά και ως υπάρξεις που παραμένουν προσκολλημένες σε αυτόν, χωρίς ο στίχος να διευκρινίζει την αιτία. Η μορφή του λόγου ενισχύει έτσι το αίσθημα εγκλωβισμού.
3. Αντίθεση: Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα ρήματα «ήρθες» και «Έφυγες», στην τρίτη και στην τέταρτη στροφή αντίστοιχα. Η έλευση συνδέεται με το φως, την άνθηση και την πληρότητα, ενώ η αποχώρηση με την ερήμωση, όπως δείχνει η φράση «έχουμε ρημάξει». Η ίδια αντίθεση αναπτύσσεται ανάμεσα στη «μαύρη γης και ζήση» και στον «ήλιο», καθώς και ανάμεσα στην απουσία του ανθού και του κελαηδήματος στη δεύτερη στροφή και στην παρουσία τους στην τρίτη. Με αυτές τις αντιθέσεις αναδεικνύεται η μεταμορφωτική δύναμη του «Εσύ»: η παρουσία του αλλάζει ριζικά την εμπειρία της ζωής. Ταυτόχρονα, η απότομη μετάβαση από τη χαρά στην απώλεια κάνει εντονότερο το τελικό παράπονο για τη σύντομη διάρκεια της ευτυχίας.
4. Επανάληψη: Στην τελευταία στροφή επαναλαμβάνονται η λέξη «Πασκαλιά» και η φράση «λίγο να βαστάξει», με την οποία αρχίζει και τελειώνει η στροφή. Η επανάληψη της «Πασκαλιάς» διατηρεί στο προσκήνιο την εμπειρία της γιορτής και της αναγέννησης, που έχει πλέον χαθεί. Η επαναφορά του «λίγο να βαστάξει» δίνει έμφαση στην οδυνηρή συντομία αυτής της εμπειρίας και δημιουργεί μια κυκλική διάταξη: το παράπονο επιστρέφει στο τέλος χωρίς να έχει βρει απάντηση ή ανακούφιση. Σε συνδυασμό με το επιφώνημα «Αχ!» και το τελικό «γιατ’», η επανάληψη προσδίδει στον λόγο θρηνητικό τόνο και φανερώνει την αδυναμία αποδοχής της απώλειας. Αντίστοιχα, η επανάληψη του «όλ’» στη φράση «όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα» τονίζει προηγουμένως την καθολικότητα της χαράς, ώστε η μετέπειτα ερήμωση να γίνεται ακόμη πιο αισθητή.
Συμπερασματικά, η προσωποποίηση δίνει υπόσταση στην εχθρότητα του κόσμου και στον πόνο, το χιαστό σχήμα εκφράζει τον εγκλωβισμό στην οδύνη, η αντίθεση οργανώνει τη μετάβαση από τη δυστυχία στη χαρά και πάλι στην ερήμωση, ενώ η επανάληψη εντείνει το παράπονο για την παροδικότητα της ευτυχίας. Τα τέσσερα σχήματα υπηρετούν έτσι από κοινού το νόημα του ποιήματος: τη δύναμη μιας λυτρωτικής παρουσίας να αναγεννά τη ζωή και τον βαθύ πόνο που προκαλεί το σύντομο πέρασμά της.
 
4. Να προσδιορίσετε το είδος του μέτρου και το σχήμα ομοιοκαταληξιών του ποιήματος.
 
Το ποίημα έχει ιαμβικό μέτρο και σταθερό σχήμα ομοιοκαταληξίας ΑΒΑΒΑ σε καθεμία από τις τέσσερις πεντάστιχες στροφές.
1. Μέτρο
Ο βασικός ρυθμός είναι ιαμβικός: στηρίζεται σε τέσσερις μετρικές μονάδες με διαδοχή μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής. Οι στίχοι εναλλάσσονται ως εξής:
• 1ος, 3ος και 5ος: εννεασύλλαβοι, με παροξύτονη κατάληξη.
• 2ος και 4ος: οκτασύλλαβοι, με οξύτονη κατάληξη.
Οι εννεασύλλαβοι έχουν μία επιπλέον άτονη συλλαβή μετά την τελευταία τονισμένη συλλαβή του τέταρτου ίαμβου.
Ενδεικτικά, στον δεύτερο στίχο:
στη ΓΗΣ | αυ ΤΗ | που ΜΑΣ | μι ΣΕΙ
διακρίνονται οι τέσσερις ιαμβικές μονάδες και η οξύτονη κατάληξη. Τα κεφαλαία δηλώνουν τις θέσεις της μετρικής έμφασης· δεν σημαίνουν ότι κάθε λέξη έχει υποχρεωτικά αυτοτελή λεξικό τόνο.
Στον πρώτο στίχο:
Στη ΖΗ | ση ΑΥ | τή ΠΟΥ | τη μι ΣΟΥ | με
η συνεκφώνηση στο «ζήση αυτή» επιτρέπει την εννεασύλλαβη μετρική ανάγνωση. Γενικότερα, για τη συλλαβική μέτρηση χρειάζεται να συνυπολογίζονται οι συνιζήσεις και οι συναλοιφές, όχι να μετρώνται μηχανικά όλα τα γραπτά φωνήεντα. Επίσης, ο ιαμβικός ρυθμός επιδέχεται τοπικές τονικές αποκλίσεις, όπως στην αρχή «ήρθες Εσύ», χωρίς να αλλάζει το βασικό μέτρο.
2. Ομοιοκαταληξία
Σε κάθε στροφή ομοιοκαταληκτούν:
• ο 1ος, ο 3ος και ο 5ος στίχος μεταξύ τους — Α,
• ο 2ος και ο 4ος στίχος μεταξύ τους — Β.

Στροφή

Ομοιοκαταληξίες Α — 1ος, 3ος, 5ος

Ομοιοκαταληξίες Β — 2ος, 4ος

Πρώτη

μισούμε – σβηούμε – κρατούμε

μισεί – αψύ

Δεύτερη

ζήση – ανθίσει – κελαηδήσει

τυφλά – αψηλά

Τρίτη

ώρα – οπώρα – χώρα

ξαφνικό – παθητικό

Τέταρτη

βαστάξει – ρημάξει – βαστάξει

Πασκαλιά – Πασκαλιά

 
Πρόκειται επομένως για πλεχτή ομοιοκαταληξία στους τέσσερις πρώτους στίχους, με επαναφορά της πρώτης ομοιοκαταληξίας στον πέμπτο: ΑΒΑΒΑ. Οι ομοιοκαταληξίες Α είναι παροξύτονες, ενώ οι Β οξύτονες. Η ηχητική αντιστοιχία κρίνεται από τον τελευταίο τονισμένο φθόγγο και εξής, ανεξάρτητα από την ορθογραφία· γι’ αυτό ομοιοκαταληκτούν, για παράδειγμα, τα «μισεί – αψύ» και «ζήση – ανθίσει».
Συνοπτικά: ιαμβικό μέτρο, με εναλλαγή εννεασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων κατά το σχήμα 9–8–9–8–9, και ομοιοκαταληξία ΑΒΑΒΑ.

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Ansel Adams
 
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά
Το δημοτικό αυτό τραγούδι ανήκει στα τραγούδια του Κάτω Κόσμου, γνωστά και ως τραγούδια του Χάροντα.
  
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,              5
τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κι οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα:
«Χάρε μου, διάβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κι οι νιοι να λιθαρίσουν,                      10
 και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.
- Ανεί διαβώ ναπό χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν.
 
*να λιθαρίσουν: να ρίξουν το λιθάρι (ν’ αγωνιστούν ποιος θα ρίξει την πέτρα πιο μακριά. Το αγώνισμα συνήθως γινόταν στο λιθόρεμα).
*ανεί: αν.
 
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
 
1. Το τραγούδι αρχίζει μ’ ένα κοινό μοτίβο (πώς ονομάζεται;). Τι εκφράζει εδώ αυτό το μοτίβο;
 
Το τραγούδι αρχίζει με το μοτίβο των άστοχων ερωτημάτων, ένα συνηθισμένο εκφραστικό σχήμα της δημοτικής ποίησης. Αρχικά διατυπώνεται η απορία γιατί τα βουνά είναι «μαύρα» και «βουρκωμένα» και στη συνέχεια προτείνονται, με ερωτηματική μορφή, δύο πιθανές εξηγήσεις: μήπως τα πολεμά ο άνεμος ή τα δέρνει η βροχή. Οι εξηγήσεις αυτές απορρίπτονται ρητά στον τρίτο στίχο («Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει»), για να αποκαλυφθεί στον τέταρτο η πραγματική αιτία: «μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους». Τα ερωτήματα ονομάζονται άστοχα επειδή οι αιτίες που υποθέτουν δεν εξηγούν τελικά την εικόνα των βουνών.
Εδώ το μοτίβο εκφράζει το πένθος της φύσης για τον θάνατο των ανθρώπων. Τα βουνά προσωποποιούνται: παρουσιάζονται μαυροφορεμένα και βουρκωμένα, σαν άνθρωποι που θρηνούν. Η σκοτεινή τους όψη δεν οφείλεται σε καιρικά φαινόμενα, αλλά στο πέρασμα του Χάροντα και της συνοδείας των νεκρών. Έτσι, η φύση συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο και η θλίψη για τον θάνατο αποκτά καθολική διάσταση, καθώς στη συνοδεία περιλαμβάνονται νέοι, γέροντες και παιδιά. Παράλληλα, η διαδοχή της απορίας, των λανθασμένων εξηγήσεων και της τελικής αποκάλυψης δημιουργεί αναμονή, τονίζει την πραγματική αιτία του πένθους και εισάγει με δραματικό τρόπο το κύριο θέμα του τραγουδιού: την οδυνηρή απομάκρυνση των ανθρώπων από τη ζωή και τους αγαπημένους τους.
 
2. Να μελετήσετε τους στίχους που μιλούν για το Χάροντα και τη συνοδεία του· από ποια εμπειρία προέρχεται η εικόνα;
 
Η εικόνα του Χάροντα και της συνοδείας του προέρχεται από την εμπειρία του πολέμου και της αιχμαλωσίας: θυμίζει έναν έφιππο πολεμιστή ή δεσμοφύλακα που οδηγεί μαζί του ανθρώπους αιχμαλωτισμένους σε μια επιδρομή. Αυτό φαίνεται κυρίως στους στίχους 5–6: «Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι, / τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα». Η αναφορά στη «σέλα» υποδηλώνει ότι ο Χάροντας είναι έφιππος, ενώ το ρήμα «σέρνει» δηλώνει την αναγκαστική μετακίνηση των νεκρών και την απόλυτη εξουσία του πάνω τους. Οι νέοι και οι γέροντες οδηγούνται πεζοί, μπροστά και πίσω του αντίστοιχα, ενώ τα μικρά παιδιά μεταφέρονται πάνω στο άλογό του. Έτσι σχηματίζεται μια θλιβερή πομπή, στην οποία ο Χάροντας κυριαρχεί και οι νεκροί ακολουθούν χωρίς δυνατότητα να ορίσουν την πορεία τους.
Η εντύπωση της αιχμαλωσίας ενισχύεται στους στίχους 7–8: οι γέροντες παρακαλούν, οι νέοι γονατίζουν και τα παιδιά έχουν τα χέρια σταυρωμένα σε στάση ικεσίας. Όλοι απευθύνονται στον Χάροντα σαν αιχμάλωτοι που ζητούν από τον φρουρό τους μια στάση και λίγη ανακούφιση. Και η απάντησή του στους τελευταίους στίχους φανερώνει ότι ελέγχει τη διαδρομή και δεν επιτρέπει την επανένωσή τους με τους αγαπημένους τους. Η συνοδεία του περιλαμβάνει ανθρώπους από όλες τις ηλικιακές ομάδες· επομένως, η εικόνα υπογραμμίζει ότι κανείς δεν εξαιρείται από τον θάνατο, ούτε ακόμη και τα «τρυφερά παιδόπουλα», των οποίων η παρουσία κάνει τη σκηνή ιδιαίτερα συγκινητική.
Ο λαϊκός ποιητής, λοιπόν, αποδίδει το άγνωστο και φοβερό πέρασμα στον Κάτω Κόσμο με μια οικεία εικόνα από την ανθρώπινη πραγματικότητα: τη βίαιη απομάκρυνση των αιχμαλώτων από τον τόπο και τους δικούς τους. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως αιχμαλωσία και οριστικός αποχωρισμός από τη ζωή, ενώ ο Χάροντας ως αμείλικτος εξουσιαστής. Δεν πρόκειται για περιγραφή ενός συγκεκριμένου ιστορικού περιστατικού, αλλά για ποιητική αξιοποίηση αυτής της εμπειρίας, ώστε να γίνουν παραστατικές η αδυναμία των ανθρώπων απέναντι στον θάνατο και η οδύνη του χωρισμού.
 
3. Τι νόημα έχει η παράκληση για τους νεκρούς;
 
Η παράκληση των νεκρών προς τον Χάροντα εκφράζει τη λαχτάρα τους για τη ζωή και την επιθυμία να ξαναβρεθούν, έστω για λίγο, στον κόσμο των ζωντανών. Στους στίχους 9–11 του ζητούν να περάσει από ένα χωριό και να σταματήσει σε μια κρύα βρύση, ώστε οι γέροντες να πιουν νερό, οι νέοι να αγωνιστούν στο λιθάρι και τα παιδιά να μαζέψουν λουλούδια. Φαινομενικά ζητούν μια στάση για ξεκούραση και αναψυχή· ουσιαστικά, όμως, ποθούν να γευτούν ξανά τις απλές χαρές της καθημερινής ζωής, από την οποία έχουν αποκοπεί.
Κάθε επιθυμία αντιστοιχεί σε μια διαφορετική όψη της ζωής: το δροσερό νερό προσφέρει στους γέροντες ανακούφιση, το αγώνισμα του λιθαριού συνδέεται με τη δύναμη και τη ζωντάνια των νέων, ενώ το μάζεμα των λουλουδιών με το παιχνίδι των παιδιών και την επαφή τους με τη φύση. Οι νεκροί παρουσιάζονται έτσι να διατηρούν τις ανάγκες, τις συνήθειες και τις επιθυμίες που είχαν όσο ζούσαν. Δεν ζητούν κάτι μεγάλο ή εξαιρετικό, αλλά όσα άλλοτε θεωρούσαν αυτονόητα και τώρα στερούνται. Αυτή η απλότητα κάνει την παράκλησή τους ιδιαίτερα συγκινητική και αναδεικνύει την αξία της ζωής μέσα από τις μικρές καθημερινές απολαύσεις της.
Η απάντηση του Χάροντα στους στίχους 12–14 αποκαλύπτει και μια βαθύτερη διάσταση του αιτήματος: την επιθυμία για επανένωση με τους αγαπημένους τους. Το χωριό και η βρύση είναι χώροι της καθημερινής ζωής και της συνάντησης των ανθρώπων. Εκεί οι μητέρες θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τα παιδιά τους και οι σύζυγοι να ξανασυναντηθούν. Ο Χάροντας δεν δέχεται το αίτημα, επειδή μια τέτοια αναγνώριση θα οδηγούσε σε επανένωση και οι αγαπημένοι δεν θα αποχωρίζονταν πια ο ένας τον άλλον («γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν»). Η άρνησή του υπογραμμίζει, επομένως, τον οριστικό χαρακτήρα του θανάτου και τη σκληρότητα του αποχωρισμού. Συνολικά, η παράκληση δεν αφορά απλώς μια ανάπαυλα στη διαδρομή: εκφράζει τον πόθο των νεκρών να ξαναζήσουν και να ξανασμίξουν με τους δικούς τους, καθώς οι χαρές της ζωής και οι δεσμοί της αγάπης εξακολουθούν να τους συγκινούν.
 
4. Να εντοπίσετε τρία διαφορετικά σχήματα λόγου και να εξηγήσετε πώς υπηρετούν το νόημα του κειμένου.
 
α) Προσωποποίηση. Στον πρώτο στίχο («Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;») τα βουνά αποκτούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά: παρουσιάζονται σαν να πενθούν και να δακρύζουν. Η εικόνα τους παραπέμπει σε ανθρώπους μαυροφορεμένους και βουρκωμένους, ενώ ο τέταρτος στίχος αποκαλύπτει την αιτία της θλίψης τους: το πέρασμα του Χάροντα με τους νεκρούς. Η προσωποποίηση κάνει τη φύση συμμέτοχη στον ανθρώπινο πόνο και προσδίδει στο πένθος καθολική διάσταση· ο θάνατος δεν συγκλονίζει μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τον κόσμο που τους περιβάλλει. Επιπλέον, δημιουργεί από την αρχή τη θλιβερή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εκτυλίσσεται η σκηνή.
β) Επανάληψη. Οι φράσεις «άνεμος τα πολεμά» και «βροχή τα δέρνει» επαναλαμβάνονται στον δεύτερο και στον τρίτο στίχο. Στον δεύτερο διατυπώνονται ως πιθανές αιτίες της σκοτεινής όψης των βουνών, ενώ στον τρίτο επανέρχονται με άρνηση («Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει»). Η επανάληψη συνδέει στενά την ερώτηση με την απάντηση, τονίζει την απόρριψη των φυσικών εξηγήσεων και προετοιμάζει την αποκάλυψη της πραγματικής αιτίας στον τέταρτο στίχο. Έτσι υπηρετεί το μοτίβο των άστοχων ερωτημάτων, ενισχύει τον ρυθμό και στρέφει την προσοχή στο πέρασμα του Χάροντα ως αιτία του πένθους.
γ) Σχήμα των τριών (τριμερής διάταξη). Στους στίχους 5–6 η συνοδεία του Χάροντα παρουσιάζεται σε τρεις ομάδες: νέοι, γέροντες και παιδιά. Η ίδια τριμερής οργάνωση επανέρχεται στους στίχους 7–8, με τις στάσεις ικεσίας των γερόντων, των νέων και των παιδιών, και στους στίχους 10–11, με τις αντίστοιχες επιθυμίες τους: να πιουν νερό, να αγωνιστούν στο λιθάρι και να μαζέψουν λουλούδια. Η διάταξη αυτή δίνει συνοχή και ρυθμό στην περιγραφή, ενώ παρουσιάζει αντιπροσωπευτικά ολόκληρο το ηλικιακό φάσμα και υπογραμμίζει ότι ο θάνατος δεν εξαιρεί καμία ηλικία. Παράλληλα, επιτρέπει να προβληθεί χωριστά η επιθυμία κάθε ομάδας για τη ζωή. Η παρουσία των παιδιών στο τέλος κάθε τριάδας εντείνει τη συγκίνηση, καθώς η τρυφερότητα και οι απλές χαρές τους αντιπαραβάλλονται με τη σκληρότητα του θανάτου. Συνολικά, τα τρία σχήματα αναδεικνύουν το καθολικό πένθος, την αδυσώπητη δύναμη του Χάροντα και τη λαχτάρα των ανθρώπων για τη ζωή.