Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χωρίζω»
χωρίζω: ξεχωρίζω, διακρίνω, διαιρώ
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χωρίζω, χωρίζεις, χωρίζει, χωρίζομεν,
χωρίζετε, χωρίζουσι(ν)
Υποτακτική
χωρίζω, χωρίζῃς, χωρίζῃ, χωρίζωμεν, χωρίζητε, χωρίζωσι(ν)
Ευκτική
χωρίζοιμι, χωρίζοις, χωρίζοι,
χωρίζοιμεν, χωρίζοιτε, χωρίζοιεν
Προστακτική
---, χώριζε, χωριζέτω, ---, χωρίζετε,
χωριζόντων (ή χωριζέτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίζειν
Μετοχή
χωρίζων, χωρίζουσα, χωρίζον
Παρατατικός
Οριστική
ἐχώριζον, ἐχώριζες, ἐχώριζε, ἐχωρίζομεν, ἐχωρίζετε, ἐχώριζον
Μέλλοντας
Οριστική
χωριῶ, χωριεῖς, χωριεῖ, χωριοῦμεν, χωριεῖτε, χωριοῦσι(ν)
Ευκτική
χωριοίμι, χωριοῖς, χωριοῖ (ή χωριοίην, χωριοίης, χωριοίη), χωριοῖμεν, χωριοῖτε, χωριοῖεν
Απαρέμφατο
χωριεῖν
Μετοχή
χωριῶν, χωριοῦσα, χωριοῦν
Αόριστος
Οριστική
ἐχώρισα, ἐχώρισας, ἐχώρισε(ν), ἐχωρίσαμεν, ἐχωρίσατε, ἐχώρισαν
Υποτακτική
χωρίσω, χωρίσῃς, χωρίσῃ, χωρίσωμεν, χωρίσητε, χωρίσωσι(ν)
Ευκτική
χωρίσαιμι, χωρίσαις (ή χωρίσειας),
χωρίσαι (ή χωρίσειε), χωρίσαιμεν, χωρίσαιτε, χωρίσαιεν (ή χωρίσειαν)
Προστακτική
---, χώρισον, χωρισάτω, ---, χωρίσατε,
χωρισάντων (ή χωρισάτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίσαι
Μετοχή
χωρίσας, χωρίσασα, χωρίσαν
Παρακείμενος
Οριστική
κεχώρικα, κεχώρικας, κεχώρικε, κεχωρίκαμεν,
κεχωρίκατε, κεχωρίκασι(ν)
Υποτακτική
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ὦ
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ᾖς
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ᾖ
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα ὦμεν
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα ἦτε
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα ὦσι
Ευκτική
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός εἴην
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός εἴης
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός εἴη
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα εἴημεν (εἶμεν)
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα εἴητε (εἶτε)
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ἴσθι
κεχωρικώς- κεχωρικυῖα- κεχωρικός ἔστω
---
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα ἔστε
κεχωρικότες- κεχωρικυῖαι- κεχωρικότα ἔστων
Απαρέμφατο
κεχωρικέναι
Μετοχή
κεχωρικώς, κεχωρικυῖα, κεχωρικός
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐκεχωρίκειν, ἐκεχωρίκεις, ἐκεχωρίκει, ἐκεχωρίκεμεν, ἐκεχωρίκετε, ἐκεχωρίκεσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χωρίζομαι, χωρίζῃ (ή χωρίζει), χωρίζεται, χωριζόμεθα,
χωρίζεσθε, χωρίζονται
Υποτακτική
χωρίζωμαι, χωρίζῃ, χωρίζηται, χωριζώμεθα, χωρίζησθε,
χωρίζωνται
Ευκτική
χωριζοίμην, χωρίζοιο, χωρίζοιτο,
χωριζοίμεθα, χωρίζοισθε, χωρίζοιντο
Προστακτική
---, χωρίζου, χωριζέσθω, ---,
χωρίζεσθε, χωριζέσθων (ή χωριζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
χωρίζεσθαι
Μετοχή
χωριζόμενος
χωριζομένη
χωριζόμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐχωρίσθην, ἐχωρίσθης, ἐχωρίσθη, ἐχωρίσθημεν, ἐχωρίσθητε, ἐχωρίσθησαν
Υποτακτική
χωρισθῶ, χωρισθῇς, χωρισθῇ, χωρισθῶμεν, χωρισθῆτε, χωρισθῶσι(ν)
Ευκτική
χωρισθείην, χωρισθείης, χωρισθείη,
χωρισθείημεν (ή χωρισθεῖμεν),
χωρισθείητε (ή χωρισθεῖτε),
χωρισθείησαν (ή χωρισθεῖεν)
Προστακτική
---, χωρίσθητι, χωρισθήτω, ---,
χωρίσθητε, χωρισθέντων (ή χωρισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
χωρισθῆναι
Μετοχή
χωρισθείς
χωρισθεῖσα
χωρισθέν
Παρακείμενος
Οριστική
κεχώρισμαι, κεχώρισαι, κεχώρισται, κεχωρίσμεθα,
κεχώρισθε, κεχωρισμένοι εἰσί(ν)
Υποτακτική
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
ὦ
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
ᾖς
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
ᾖ
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα
ὦμεν
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα
ἦτε
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα
ὦσι
Ευκτική
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
εἴην
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
εἴης
κεχωρισμένος- κεχωρισμένη- κεχωρισμένον
εἴη
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα
εἶμεν
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα
εἶτε
κεχωρισμένοι- κεχωρισμέναι- κεχωρισμένα
εἶεν
Προστακτική
---, κεχώρισο, κεχωρίσθω, ---,
κεχώρισθε, κεχωρίσθων
Απαρέμφατο
κεχωρίσθαι
Μετοχή
κεχωρισμένος,
κεχωρισμένη,
κεχωρισμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐκεχωρίσμην, ἐκεχώρισο, ἐκεχώριστο, ἐκεχωρίσμεθα, ἐκεχώρισθε, κεχωρισμένοι ἦσαν
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χειμάζω»
χειμάζω: περνάω τον χειμώνα, διαχειμάζω
[Το α του ρήματος είναι βραχύχρονο]
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χειμάζω, χειμάζεις, χειμάζει, χειμάζομεν,
χειμάζετε, χειμάζουσι(ν)
Υποτακτική
χειμάζω, χειμάζῃς, χειμάζῃ, χειμάζωμεν, χειμάζητε, χειμάζωσι(ν)
Ευκτική
χειμάζοιμι, χειμάζοις, χειμάζοι,
χειμάζοιμεν, χειμάζοιτε, χειμάζοιεν
Προστακτική
---, χείμαζε, χειμαζέτω, ---,
χειμάζετε, χειμαζόντων (ή χειμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
χειμάζειν
Μετοχή
χειμάζων, χειμάζουσα, χειμάζον
Παρατατικός
Οριστική
ἐχείμαζον, ἐχείμαζες, ἐχείμαζε, ἐχειμάζομεν, ἐχειμάζετε, ἐχείμαζον
Μέλλοντας
Οριστική
χειμάσω, χειμάσεις, χειμάσει, χειμάσομεν,
χειμάσετε, χειμάσουσι(ν)
Ευκτική
χειμάσοιμι, χειμάσοις, χειμάσοι,
χειμάσοιμεν, χειμάσοιτε, χειμάσοιεν
Απαρέμφατο
χειμάσειν
Μετοχή
χειμάσων, χειμάσουσα, χειμάσον
Αόριστος
Οριστική
ἐχείμασα, ἐχείμασας, ἐχείμασε(ν), ἐχειμάσαμεν, ἐχειμάσατε, ἐχείμασαν
Υποτακτική
χειμάσω, χειμάσῃς, χειμάσῃ, χειμάσωμεν, χειμάσητε, χειμάσωσι(ν)
Ευκτική
χειμάσαιμι, χειμάσαις ή χειμάσειας,
χειμάσαι ή χειμάσειε(ν), χειμάσαιμεν, χειμάσαιτε, χειμάσαιεν ή χειμάσειαν
Προστακτική
---, χείμασον, χειμασάτω, ---,
χειμάσατε, χειμασάντων (ή χειμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
χειμάσαι
Μετοχή
χειμάσας, χειμάσασα, χειμάσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χειμάζομαι, χειμάζῃ ή χειμάζει, χειμάζεται, χειμαζόμεθα,
χειμάζεσθε, χειμάζονται
Υποτακτική
χειμάζωμαι, χειμάζῃ, χειμάζηται, χειμαζώμεθα, χειμάζησθε,
χειμάζωνται
Ευκτική
χειμαζοίμην, χειμάζοιο, χειμάζοιτο,
χειμαζοίμεθα, χειμάζοισθε, χειμάζοιντο
Προστακτική
---, χειμάζου, χειμαζέσθω, ---,
χειμάζεσθε, χειμαζέσθων ή χειμαζέσθωσαν
Απαρέμφατο
χειμάζεσθαι
Μετοχή
χειμαζόμενος
χειμαζομένη
χειμαζόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐχειμαζόμην, ἐχειμάζου, ἐχειμάζετο, ἐχειμαζόμεθα, ἐχειμάζεσθε, ἐχειμάζοντο
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐχειμάσθην, ἐχειμάσθης, ἐχειμάσθη, ἐχειμάσθημεν, ἐχειμάσθητε, ἐχειμάσθησαν
Υποτακτική
χειμασθῶ, χειμασθῇς, χειμασθῇ, χειμασθῶμεν, χειμασθῆτε, χειμασθῶσι(ν)
Ευκτική
χειμασθείην, χειμασθείης, χειμασθείη,
χειμασθείημεν, χειμασθείητε, χειμασθεῖεν
Προστακτική
---, χειμάσθητι, χειμασθήτω, ---,
χειμάσθητε, χειμασθέντων ή χειμασθήτωσαν
Απαρέμφατο
χειμασθῆναι
Μετοχή
χειμασθείς
χειμασθεῖσα
χειμασθέν
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική
κλίση ρήματος «ἀλλοτριόω - ἀλλοτριῶ»
ἀλλοτριῶ: αποξενώνω κάποιον από κάτι, αλλάζω προς το χειρότερο,
αποξενώνομαι από τη φύση μου, γίνομαι εχθρός κάποιου
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ἀλλοτριῶ, ἀλλοτριοῖς, ἀλλοτριοῖ, ἀλλοτριοῦμεν, ἀλλοτριοῦτε, ἀλλοτριοῦσι(ν)
Υποτακτική
ἀλλοτριῶ, ἀλλοτριοῖς, ἀλλοτριοῖ, ἀλλοτριῶμεν, ἀλλοτριῶτε, ἀλλοτριῶσι(ν)
Ευκτική
ἀλλοτριοῖμι, ἀλλοτριοῖς, ἀλλοτριοῖ, ή ἀλλοτριοίην, ἀλλοτριοίης, ἀλλοτριοίη, ἀλλοτριοῖμεν, ἀλλοτριοῖτε, ἀλλοτριοῖεν
Προστακτική
---, ἀλλοτρίου, ἀλλοτριούτω, ---, ἀλλοτριοῦτε, ἀλλοτριούντων (ή ἀλλοτριούτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀλλοτριοῦν
Μετοχή
ἀλλοτριῶν, ἀλλοτριοῦσα, ἀλλοτριοῦν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἀλλοτριῶν, τοῦ ἀλλοτριοῦντος, τῷ ἀλλοτριοῦντι, τόν ἀλλοτριοῦντα, ὦ ἀλλοτριῶν
οἱ ἀλλοτριοῦντες, τῶν ἀλλοτριούντων, τοῖς ἀλλοτριοῦσι, τούς ἀλλοτριοῦντας, ὦ ἀλλοτριοῦντες
Θηλυκό
ἡ ἀλλοτριοῦσα, τῆς ἀλλοτριούσης, τῇ ἀλλοτριούσῃ, τήν ἀλλοτριοῦσαν, ὦ ἀλλοτριοῦσα
αἱ ἀλλοτριοῦσαι, τῶν ἀλλοτριουσῶν, ταῖς ἀλλοτριούσαις, τάς ἀλλοτριούσας, ὦ ἀλλοτριοῦσαι
Ουδέτερο
τό ἀλλοτριοῦν, τοῦ ἀλλοτριοῦντος, τῷ ἀλλοτριοῦντι, τό ἀλλοτριοῦν, ὦ ἀλλοτριοῦν
τά ἀλλοτριοῦντα, τῶν ἀλλοτριούντων, τοῖς ἀλλοτριοῦσι, τά ἀλλοτριοῦντα, ὦ ἀλλοτριοῦντα
Παρατατικός
Οριστική
ἠλλοτρίουν, ἠλλοτρίους, ἠλλοτρίου, ἠλλοτριοῦμεν, ἠλλοτριοῦτε, ἠλλοτρίουν
Μέλλοντας
Οριστική
ἀλλοτριώσω, ἀλλοτριώσεις, ἀλλοτριώσει, ἀλλοτριώσομεν, ἀλλοτριώσετε, ἀλλοτριώσουσι(ν)
Ευκτική
ἀλλοτριώσοιμι, ἀλλοτριώσοις, ἀλλοτριώσοι, ἀλλοτριώσοιμεν, ἀλλοτριώσοιτε, ἀλλοτριώσοιεν
Απαρέμφατο
ἀλλοτριώσειν
Μετοχή
ἀλλοτριώσων, ἀλλοτριώσουσα, ἀλλοτριῶσον
Αόριστος
Οριστική
ἠλλοτρίωσα, ἠλλοτρίωσας, ἠλλοτρίωσε(ν), ἠλλοτριώσαμεν, ἠλλοτριώσατε, ἠλλοτρίωσαν
Υποτακτική
ἀλλοτριώσω, ἀλλοτριώσῃς, ἀλλοτριώσῃ, ἀλλοτριώσωμεν, ἀλλοτριώσητε, ἀλλοτριώσωσι(ν)
Ευκτική
ἀλλοτριώσαιμι, ἀλλοτριώσαις ή ἀλλοτριώσειας, ἀλλοτριώσαι ή ἀλλοτριώσειε(ν), ἀλλοτριώσαιμεν, ἀλλοτριώσαιτε, ἀλλοτριώσαιεν ή ἀλλοτριώσειαν
Προστακτική
---, ἀλλοτρίωσον, ἀλλοτριωσάτω, ---, ἀλλοτριώσατε, ἀλλοτριωσάντων (ή ἀλλοτριωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀλλοτριῶσαι
Μετοχή
ἀλλοτριώσας, ἀλλοτριώσασα, ἀλλοτριῶσαν
Παρακείμενος
Οριστική
ἠλλοτρίωκα, ἠλλοτρίωκας, ἠλλοτρίωκε, ἠλλοτριώκαμεν, ἠλλοτριώκατε, ἠλλοτριώκασι(ν)
Υποτακτική
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός ὦ
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός ᾖς
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός ᾖ
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα ὦμεν
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα ἦτε
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα ὦσι
Ευκτική
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός εἴην
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός εἴης
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός εἴη
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα εἴητε (εἶτε)
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός ἴσθι
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός ἔστω
---
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα ἔστε
ἠλλοτριωκότες - ἠλλοτριωκυῖαι - ἠλλοτριωκότα ἔστων (ή ἔστωσαν)
Απαρέμφατο
ἠλλοτριωκέναι
Μετοχή
ἠλλοτριωκώς - ἠλλοτριωκυῖα - ἠλλοτριωκός
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠλλοτριώκειν, ἠλλοτριώκεις, ἠλλοτριώκει, ἠλλοτριώκεμεν, ἠλλοτριώκετε, ἠλλοτριώκεσαν
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
ἀλλοτριοῦμαι, ἀλλοτριοῖ, ἀλλοτριοῦται, ἀλλοτριούμεθα, ἀλλοτριοῦσθε, ἀλλοτριοῦνται
Υποτακτική
ἀλλοτριῶμαι, ἀλλοτριοῖ, ἀλλοτριῶται, ἀλλοτριώμεθα, ἀλλοτριῶσθε, ἀλλοτριῶνται
Ευκτική
ἀλλοτριοίμην, ἀλλοτριοῖο, ἀλλοτριοῖτο, ἀλλοτριοίμεθα, ἀλλοτριοῖσθε, ἀλλοτριοῖντο
Προστακτική
---, ἀλλοτριοῦ, ἀλλοτριούσθω, ---, ἀλλοτριοῦσθε, ἀλλοτριούσθων ή ἀλλοτριούσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀλλοτριοῦσθαι
Μετοχή
ἀλλοτριούμενος
ἀλλοτριουμένη
ἀλλοτριούμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἠλλοτριούμην, ἠλλοτριοῦ, ἠλλοτριοῦτο, ἠλλοτριούμεθα, ἠλλοτριοῦσθε, ἠλλοτριοῦντο
Παθητικός
Μέλλοντας
Οριστική
ἀλλοτριωθήσομαι, ἀλλοτριωθήσῃ/ἀλλοτριωθήσει, ἀλλοτριωθήσεται, ἀλλοτριωθησόμεθα, ἀλλοτριωθήσεσθε, ἀλλοτριωθήσονται
Ευκτική
ἀλλοτριωθησοίμην, ἀλλοτριωθήσοιο, ἀλλοτριωθήσοιτο, ἀλλοτριωθησοίμεθα, ἀλλοτριωθήσοισθε, ἀλλοτριωθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἀλλοτριωθήσεσθαι
Μετοχή
ἀλλοτριωθησόμενος
ἀλλοτριωθησομένη
ἀλλοτριωθησόμενον
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠλλοτριώθην, ἠλλοτριώθης, ἠλλοτριώθη, ἠλλοτριώθημεν, ἠλλοτριώθητε, ἠλλοτριώθησαν
Υποτακτική
ἀλλοτριωθῶ, ἀλλοτριωθῇς, ἀλλοτριωθῇ, ἀλλοτριωθῶμεν, ἀλλοτριωθῆτε, ἀλλοτριωθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀλλοτριωθείην, ἀλλοτριωθείης, ἀλλοτριωθείη, ἀλλοτριωθείημεν (ή ἀλλοτριωθεῖμεν), ἀλλοτριωθείητε (ή ἀλλοτριωθεῖτε), ἀλλοτριωθείησαν (ή ἀλλοτριωθεῖεν)
Προστακτική
---, ἀλλοτριώθητι, ἀλλοτριωθήτω, ---, ἀλλοτριώθητε, ἀλλοτριωθέντων ή ἀλλοτριωθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀλλοτριωθῆναι
Μετοχή
ἀλλοτριωθείς
ἀλλοτριωθεῖσα
ἀλλοτριωθέν
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ὁ ἀλλοτριωθείς, τοῦ ἀλλοτριωθέντος, τῷ ἀλλοτριωθέντι, τόν ἀλλοτριωθέντα, ὦ ἀλλοτριωθείς
οἱ ἀλλοτριωθέντες, τῶν ἀλλοτριωθέντων, τοῖς ἀλλοτριωθεῖσι, τούς ἀλλοτριωθέντας, ὦ ἀλλοτριωθέντες
Θηλυκό
ἡ ἀλλοτριωθεῖσα, τῆς ἀλλοτριωθείσης, τῇ ἀλλοτριωθείσῃ, τήν ἀλλοτριωθεῖσαν, ὦ ἀλλοτριωθεῖσα
αἱ ἀλλοτριωθεῖσαι, τῶν ἀλλοτριωθεισῶν, ταῖς ἀλλοτριωθείσαις, τάς ἀλλοτριωθείσας, ὦ ἀλλοτριωθεῖσαι
Ουδέτερο
τό ἀλλοτριωθέν, τοῦ ἀλλοτριωθέντος, τῷ ἀλλοτριωθέντι, τό ἀλλοτριωθέν, ὦ ἀλλοτριωθέν
τά ἀλλοτριωθέντα, τῶν ἀλλοτριωθέντων, τοῖς ἀλλοτριωθεῖσι, τά ἀλλοτριωθέντα, ὦ ἀλλοτριωθέντα
Παρακείμενος
Οριστική
ἠλλοτρίωμαι, ἠλλοτρίωσαι, ἠλλοτρίωται, ἠλλοτριώμεθα, ἠλλοτρίωσθε, ἠλλοτρίωνται
Υποτακτική
ἠλλοτριωμένος - ἠλλοτριωμένη - ἠλλοτριωμένον ὦ
ἠλλοτριωμένος - ἠλλοτριωμένη - ἠλλοτριωμένον ᾖς
ἠλλοτριωμένος - ἠλλοτριωμένη - ἠλλοτριωμένον ᾖ
ἠλλοτριωμένοι - ἠλλοτριωμέναι - ἠλλοτριωμένα ὦμεν
ἠλλοτριωμένοι - ἠλλοτριωμέναι - ἠλλοτριωμένα ἦτε
ἠλλοτριωμένοι - ἠλλοτριωμέναι - ἠλλοτριωμένα ὦσι
Ευκτική
ἠλλοτριωμένος - ἠλλοτριωμένη - ἠλλοτριωμένον εἴην
ἠλλοτριωμένος - ἠλλοτριωμένη - ἠλλοτριωμένον εἴης
ἠλλοτριωμένος - ἠλλοτριωμένη - ἠλλοτριωμένον εἴη
ἠλλοτριωμένοι - ἠλλοτριωμέναι - ἠλλοτριωμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἠλλοτριωμένοι - ἠλλοτριωμέναι - ἠλλοτριωμένα εἴητε (εἶτε)
ἠλλοτριωμένοι - ἠλλοτριωμέναι - ἠλλοτριωμένα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---, ἠλλοτρίωσο, ἠλλοτριώσθω, ---, ἠλλοτρίωσθε, ἠλλοτριώσθων ή ἠλλοτριώσθωσαν
Απαρέμφατο
ἠλλοτριῶσθαι
Μετοχή
ἠλλοτριωμένος,
ἠλλοτριωμένη,
ἠλλοτριωμένον
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠλλοτριώμην, ἠλλοτρίωσο, ἠλλοτρίωτο, ἠλλοτριώμεθα, ἠλλοτρίωσθε, ἠλλοτρίωντο