Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαταράσσω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαταράσσω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαταράσσω, διαταράσσεις, διαταράσσει, διαταράσσουμε, διαταράσσετε, διαταράσσουν (ή διαταράσσουνε)
Υποτακτική
να διαταράσσω, να διαταράσσεις, να διαταράσσει, να διαταράσσουμε, να διαταράσσετε, να διαταράσσουν (ή να διαταράσσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: διατάρασσε – β΄ πληθυντικό: διαταράσσετε
Μετοχή
διαταράσσοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
διατάρασσα, διατάρασσες, διατάρασσε, διαταράσσαμε, διαταράσσατε, διατάρασσαν ή διαταράσσανε
 
Αόριστος
Οριστική
διατάραξα, διατάραξες, διατάραξε, διαταράξαμε, διαταράξατε, διατάραξαν ή διαταράξανε
Υποτακτική
να διαταράξω, να διαταράξεις, να διαταράξει, να διαταράξουμε, να διαταράξετε, να διαταράξουν (ή να διαταράξουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: διατάραξε – β΄ πληθυντικό: διαταράξτε (ή διαταράξετε)
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράσσω, θα διαταράσσεις, θα διαταράσσει, θα διαταράσσουμε, θα διαταράσσετε, θα διαταράσσουν (ή θα διαταράσσουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράξω, θα διαταράξεις, θα διαταράξει, θα διαταράξουμε, θα διαταράξετε, θα διαταράξουν (ή θα διαταράξουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω διαταράξει, θα έχεις διαταράξει, θα έχει διαταράξει, θα έχουμε διαταράξει, θα έχετε διαταράξει, θα έχουν(ε) διαταράξει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω διαταράξει, έχεις διαταράξει, έχει διαταράξει, έχουμε διαταράξει, έχετε διαταράξει, έχουν(ε) διαταράξει
Υποτακτική
να έχω διαταράξει, να έχεις διαταράξει, να έχει διαταράξει, να έχουμε διαταράξει, να έχετε διαταράξει, να έχουν(ε) διαταράξει
Μετοχή
έχοντας διαταράξει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα διαταράξει, είχες διαταράξει, είχε διαταράξει, είχαμε διαταράξει, είχατε διαταράξει, είχαν(ε) διαταράξει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαταράσσομαι, διαταράσσεσαι, διαταράσσεται, διαταρασσόμαστε, διαταράσσεστε, διαταράσσονται
Υποτακτική
να διαταράσσομαι, να διαταράσσεσαι, να διαταράσσεται, να διαταρασσόμαστε, να διαταράσσεστε, να διαταράσσονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: διαταράσσεστε
Μετοχή
διαταρασσόμενος, διαταρασσόμενη, διαταρασσόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
διαταρασσόμουν, διαταρασσόσουν, διαταρασσόταν, διαταρασσόμαστε, διαταρασσόσαστε, διαταράσσονταν
(& διαταρασσόμουνα, διαταρασσόσουνα, διαταρασσότανε, διαταρασσόμασταν, διαταρασσόσασταν, διαταρασσόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
διαταράχθηκα, διαταράχθηκες, διαταράχθηκε, διαταραχθήκαμε, διαταραχθήκατε, διαταράχθηκαν (ή διαταραχθήκανε)
& διαταράχτηκα, διαταράχτηκες, διαταράχτηκε, διαταραχτήκαμε, διαταραχτήκατε, διαταράχτηκαν (ή διαταραχτήκανε)
Υποτακτική
να διαταραχθώ, να διαταραχθείς, να διαταραχθεί, να διαταραχθούμε, να διαταραχθείτε, να διαταραχθούν (ή να διαταραχθούνε)
& να διαταραχτώ, να διαταραχτείς, να διαταραχτεί, να διαταραχτούμε, να διαταραχτείτε, να διαταραχτούν (ή να διαταραχτούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: διαταράξου – β΄ πληθυντικό: διαταραχθείτε (διαταραχτείτε)
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράσσομαι, θα διαταράσσεσαι, θα διαταράσσεται, θα διαταρασσόμαστε, θα διαταράσσεστε, θα διαταράσσονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταραχθώ, θα διαταραχθείς, θα διαταραχθεί, θα διαταραχθούμε, θα διαταραχθείτε, θα διαταραχθούν (ή θα διαταραχθούνε)
& θα διαταραχτώ, θα διαταραχτείς, θα διαταραχτεί, θα διαταραχτούμε, θα διαταραχτείτε, θα διαταραχτούν (ή θα διαταραχτούνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω διαταραχθεί, θα έχεις διαταραχθεί, θα έχει διαταραχθεί, θα έχουμε διαταραχθεί, θα έχετε διαταραχθεί, θα έχουν(ε) διαταραχθεί
& θα έχω διαταραχτεί, θα έχεις διαταραχτεί, θα έχει διαταραχτεί, θα έχουμε διαταραχτεί, θα έχετε διαταραχτεί, θα έχουν(ε) διαταραχτεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω διαταραχθεί, έχεις διαταραχθεί, έχει διαταραχθεί, έχουμε διαταραχθεί, έχετε διαταραχθεί, έχουν(ε) διαταραχθεί
& έχω διαταραχτεί, έχεις διαταραχτεί, έχει διαταραχτεί, έχουμε διαταραχτεί, έχετε διαταραχτεί, έχουν(ε) διαταραχτεί
Υποτακτική
να έχω διαταραχθεί, να έχεις διαταραχθεί, να έχει διαταραχθεί, να έχουμε διαταραχθεί, να έχετε διαταραχθεί, να έχουν(ε) διαταραχθεί
& να έχω διαταραχτεί, να έχεις διαταραχτεί, να έχει διαταραχτεί, να έχουμε διαταραχτεί, να έχετε διαταραχτεί, να έχουν(ε) διαταραχτεί
Μετοχή
διαταραγμένος, διαταραγμένη, διαταραγμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα διαταραχθεί, είχες διαταραχθεί, είχε διαταραχθεί, είχαμε διαταραχθεί, είχατε διαταραχθεί, είχαν(ε) διαταραχθεί
& είχα διαταραχτεί, είχες διαταραχτεί, είχε διαταραχτεί, είχαμε διαταραχτεί, είχατε διαταραχτεί, είχαν(ε) διαταραχτεί

Οδυσσέας Ελύτης «Άσμα ΙΒ΄» [Το Άξιον Εστί]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Οδυσσέας Ελύτης «Άσμα ΙΒ΄» [Το Άξιον Εστί]
 
Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.
 
Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν των ερώτων τα θαύματα.
 
Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό των προδομένων
Αστέρων τους κό βω να πέσουν στην άβυσσο.
 
Σκουριάζουν τα σίδερα και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ σους το καινούριο
Μαχαίρι ετοιμά ζω που αρμόζει στους Ήρωες.
 
Γυμνώνω τα στήθη μου και ξαπολύονται οι άνεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε και χαλασμένες ψυχές
Κι απ’ τα νέφη τα πυκνά της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!
 
Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Εκδόσεις Ίκαρος.
 
Όπως επισημαίνει ο Τάσος Λιγνάδης το άσμα έχει συντεθεί βάσει του Ειρμού του Ακάθιστου Ύμνου.  Είναι ακριβώς το ίδιο, εάν χωρίσουμε τον ειρμό σε ημιστίχια:
 
Ανοίξω το στόμα μου    και πληρωθήσεται πνεύματος
και λόγον ερεύξομαι    τη βασιλίδι μητρί
και οφθήσομαι φαιδρώς    πανηγυρίζων
και άσω γηθό    μενος ταύτης τα θαύματα.
 
Στο πλαίσιο του άσματος το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζει με σαφή στοιχεία υπερβολής τη ζωοποιό δύναμη του ποιητή -του ανθρώπου που δημιουργεί-, η οποία αντισταθμίζει τη βία και την ανθρώπινη οδύνη. Ο ποιητής, με διάθεση αυτοθυσίας, επιχειρεί να μετασχηματίσει τον πόνο σε ομορφιά, για να εξαγνίσει τον κόσμο και να λυτρώσει τους ανθρώπους γύρω του από την έκθεσή τους στην ανάλγητη όψη της ζωής.
 
Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.
 
Με σχήμα υπερβολής «ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει» το προσωποποιημένο πέλαγος, ο ποιητής ξεκινά τη σύνθεσή του παρουσιάζοντας εμφατικά τη λυτρωτική του δύναμη. Ο ποιητικός λόγος αποκτά βέβαια την πραγματική του δυναμική όταν διαδίδεται και κατορθώνει, έτσι, να φτάσει στους αποδέκτες του. Στην προκειμένη περίπτωση το πέλαγος δεν κρατά το αίσθημα χαράς που του προκαλεί ο λόγος του ποιητή για τον εαυτό του, παίρνει τα λόγια του και τα μεταφέρει στις σκοτεινές του σπηλιές, όπου βρίσκονται μικρές φώκιες. Με σαφή διακειμενική σύνδεση ο Ελύτης μάς παραπέμπει στο Μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη, με τον δικό του λόγο να λειτουργεί ως μέσο παραμυθίας για τις φώκιες που κλαίνε των ανθρώπων τα βάσανα.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, λειτουργεί και αντίστροφα υπό την έννοια πως τα λόγια του ποιητή, του Ελύτη, χρωστούν πολλά στον λόγο των προγενέστερων σημαντικών λογοτεχνών, όπως ήταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο Ελύτης αναγνωρίζει τη μαθητεία του στη λογοτεχνική γραφή του Παπαδιαμάντη, δηλώνει όμως έμμεσα πως ο δικός του λόγος θα έχει περιεχόμενο που θα δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ευδαιμονία και στη χαρά των ανθρώπων, δοθέντος πως κατά τις παρελθούσες εποχές η πίκρα και η οδύνη κυριαρχούσαν.
Η προσωποποίηση του πελάγους, το οποίο αναγαλλιάζει και ψιθυρίζει, όπως και η απόδοση ανθρώπινων συναισθημάτων στις φώκιες (προσωποποίηση) φανερώνουν την πρόθεση του ποιητή να τονίσει τον καίριο ρόλο του φυσικού περιβάλλοντος στην προσπάθεια των ανθρώπων να αφήσουν στο παρελθόν τις εποχές του πόνου.
 
Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν των ερώτων τα θαύματα.
 
Ο ποιητής, όπως το δηλώνει με χρήση μεταφορικού λόγου, είναι διατεθειμένος να προσφέρει ακόμη και το αίμα του «χαράζω τις φλέβες μου», για να δώσει ζωή στα όνειρα των συνανθρώπων του. Το αίμα του ποιητή συμβολίζει τον πολυετή κόπο του και την αδιάκοπη αφοσίωσή του στην ποιητική δημιουργία μέσω της οποίας επιδιώκει να αντιπαλέψει τα αρνητικά συναισθήματα και την οδύνη των γύρω του. Το ζωοποιό αίμα του ποιητή δίνει δυναμική όχι μόνο στα όνειρα, αλλά και στην ευδαιμονία των παιδιών, αφού τρέπεται σε παιχνίδι -στεφάνια- για να διασκεδάζουν στις γειτονιές. Γίνεται, συνάμα, σεντόνι για να συνοδεύει τις άγρυπνες νύχτες των νέων γυναικών που με κρυφή λαχτάρα ακούνε τα θαύματα του έρωτα και καρδιοχτυπούν.
 
Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό των προδομένων
Αστέρων τους κό βω να πέσουν στην άβυσσο.
 
Υπό την επίδραση του ευδαιμονικού αρώματος του αγιοκλήματος το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει το θάρρος να κατέβει στον κήπο, για να «θάψει τα πτώματα», όπως δηλώνει μεταφορικά, των μυστικών του νεκρών∙ Πρόκειται για μια απόπειρα απολύτρωσης από τα δεινά του παρελθόντος, απ’ όσα πλήγωσαν κι απ’ όσους πρόδωσαν τον ποιητή. Μια αναγκαία εκκαθάριση, ώστε να επιδοθεί ο ποιητής σε μια εκ νέου δόμηση της πραγματικότητας σε αγνότερες βάσεις, όπου η ευτυχία θα έχει καλύτερες προοπτικές να ανθίσει.
Ο ποιητής μεσολαβεί, ώστε, να κοπεί ο χρυσός ομφάλιος λώρος των ιδανικών του παρελθόντος που προδόθηκαν, για να καταπέσουν στην άβυσσο και, κατ’ επέκταση, στη λήθη. Με γοργές και αποφασιστικές κινήσεις ο ποιητής προχωρά στη ρήξη με το επώδυνο παρελθόν, η παρατεταμένη ανάμνηση του οποίου δεν έχει να προσφέρει τίποτε στο παρόν και στο νέο ξεκίνημα που απαιτείται.
 
Σκουριάζουν τα σίδερα και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ σους το καινούριο
Μαχαίρι ετοιμά ζω που αρμόζει στους Ήρωες.
 
Η αλλαγή που επέρχεται χάρη στην παρέμβαση του ποιητή είναι δραστική και μεγάλων διαστάσεων. Τα «σίδερα» -σύμβολο της βίας και των φονικών όπλων του παρελθόντος- δεν έχουν πια θέση στον νέο δημιουργούμενο από τον ποιητή κόσμο. Τα σίδερα σκουριάζουν και αποσύρονται, δίνοντας στον ποιητή τη δυνατότητα να διαμορφώσει νέα μαχαίρια, νέα όπλα, έχοντας πρώτα δοκιμάσει χιλιάδες αιχμές πλήθους όπλων. Τα νέα μαχαίρια που φτιάχνει ο ποιητής δημιουργούνται από γιούλια (μενεξέδες) και νάρκισσους, κι είναι κατάλληλα για τους Ήρωες της νέας εποχής. Παρέρχεται πια η εποχή της βίας και ξεκινά μια εποχή στην οποία τον πρώτο λόγο τον έχει η ομορφιά τόσο της φύσης όσο και της τέχνης.
Ο ποιητής «τιμωρεί» τον αιώνα της βίας ρίχνοντάς τον στη λήθη και αποσύροντας καθετί που σχετιζόταν με αυτόν. Δημιουργεί, συνάμα, το νέο πλαίσιο αξιών, όπου κυρίαρχη θέση έχει ο λυτρωτικός ρόλος της ομορφιάς και του φυσικού κάλλους.
 
Γυμνώνω τα στήθη μου και ξαπολύονται οι άνεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε και χαλασμένες ψυχές
Κι απ’ τα νέφη τα πυκνά της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!
 
Με σχήμα υπερβολής, εκ νέου, ο ποιητής δηλώνει τη δύναμη της ποιητικής πνοής του. «Γυμνώνει τα στήθη του» και εξαπολύονται από αυτά -από την ψυχή του- ισχυροί άνεμοι που σαρώνουν τα ερείπια και τις χαλασμένες ψυχές του παρελθόντος. Η ποιητική δημιουργία έχει τη δύναμη να καθαγιάσει το παρόν απομακρύνοντας τις «χαλασμένες» εκείνες ψυχές των ανθρώπων του παρελθόντος που δεν έχουν το κατάλληλο ήθος για να σταθούν στη νέα εποχή της ευδαιμονίας, του κάλλους και των ηθικών αξιών. Χάρη στη δύναμη της ποιητικής πνοής καθαρίζεται η γη από τα πυκνά νέφη που την κάλυπταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η θλίψη, οι επώδυνες εμπειρίες των περασμένων εποχών, η ανηθικότητα και η δολιότητα αφανίζονται, ώστε να διαφανούν τα γεμάτα ευτυχία λιβάδια του νέου παραδεισένιου τοπίου που γεννιέται μέσω του ποιητικού λόγου.

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω»
 
δημεύω: κάνω κάτι δημόσια περιουσία
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δημεύω, δημεύεις, δημεύει, δημεύομεν, δημεύετε, δημεύουσι(ν)
Υποτακτική
δημεύω, δημεύς, δημεύ, δημεύωμεν, δημεύητε, δημεύωσι(ν)
Ευκτική
δημεύοιμι, δημεύοις, δημεύοι, δημεύοιμεν, δημεύοιτε, δημεύοιεν
Προστακτική
---, δήμευε, δημευέτω, ---, δημεύετε, δημευόντων (ή δημευέτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεύειν
Μετοχή
δημεύων, δημεύουσα, δημεον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δημεύων, το δημεύοντος, τ δημεύοντι, τόν δημεύοντα, δημεύων
ο δημεύοντες, τν δημευόντων, τος δημεύουσι, τούς δημεύοντας, δημεύοντες
 
Θηλυκό
δημεύουσα, τς δημευούσης, τ δημευούσ, τήν δημεύουσαν, δημεύουσα
α δημεύουσαι, τν δημευουσν, τας δημευούσαις, τάς δημευούσας, δημεύουσαι
 
Ουδέτερο
τό δημεον, το δημεύοντος, τ δημεύοντι, τό δημεον, δημεον
τά δημεύοντα, τν δημευόντων, τος δημεύουσι, τά δημεύοντα, δημεύοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
δήμευον, δήμευες, δήμευε, δημεύομεν, δημεύετε, δήμευον
 
Αόριστος
Οριστική
δήμευσα, δήμευσας, δήμευσε(ν), δημεύσαμεν, δημεύσατε, δήμευσαν
Υποτακτική
δημεύσω, δημεύσς, δημεύσ, δημεύσωμεν, δημεύσητε, δημεύσωσι(ν)
Ευκτική
δημεύσαιμι, δημεύσαις ή δημεύσειας, δημεύσαι ή δημεύσειε(ν), δημεύσαιμεν, δημεύσαιτε, δημεύσαιεν ή δημεύσειαν
Προστακτική
---, δήμευσον, δημευσάτω, ---, δημεύσατε, δημευσάντων (ή δημευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεσαι
Μετοχή
δημεύσας, δημεύσασα, δημεσαν
 
Κλίση  μετοχής
Αρσενικό
δημεύσας, το δημεύσαντος, τ δημεύσαντι, τόν δημεύσαντα, δημεύσας
ο δημεύσαντες, τν δημευσάντων, τος δημεύσασι, τούς δημεύσαντας, δημεύσαντες
 
Θηλυκό
δημεύσασα, τς δημευσάσης, τ δημευσάσ, τήν δημεύσασαν, δημεύσασα
α δημεύσασαι, τν δημευσασν, τας δημευσάσαις, τάς δημευσάσας, δημεύσασαι
 
Ουδέτερο
τό δημεσαν, το δημεύσαντος, τ δημεύσαντι, τό δημεσαν, δημεσαν
τά δημεύσαντα, τν δημευσάντων, τος δημεύσασι, τά δημεύσαντα, δημεύσαντα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δημεύομαι, δημεύ/δημεύει, δημεύεται, δημευόμεθα, δημεύεσθε, δημεύονται
Υποτακτική
δημεύωμαι, δημεύ, δημεύηται, δημευώμεθα, δημεύησθε, δημεύωνται
Ευκτική
δημευοίμην, δημεύοιο, δημεύοιτο, δημευοίμεθα, δημεύοισθε, δημεύοιντο
Προστακτική
---, δημεύου, δημευέσθω, ---, δημεύεσθε, δημευέσθων ή δημευέσθωσαν
Απαρέμφατο
δημεύεσθαι
Μετοχή
δημευόμενος
δημευομένη
δημευόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δημευόμενος, το δημευομένου, τ δημευομέν, τόν δημευόμενον, δημευόμενε
ο δημευόμενοι, τν δημευομένων, τος δημευομένοις, τούς δημευομένους, δημευόμενοι
 
Θηλυκό
δημευομένη, τς δημευομένης, τ δημευομέν, τήν δημευομένην, δημευομένη
α δημευόμεναι, τν δημευομένων, τας δημευομέναις, τάς δημευομένας, δημευόμεναι
 
Ουδέτερο
τό δημευόμενον, το δημευομένου, τ δημευομέν, τό δημευόμενον, δημευόμενον
τά δημευόμενα, τν δημευομένων, τος δημευομένοις, τά δημευόμενα, δημευόμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
δημευόμην, δημεύου, δημεύετο, δημευόμεθα, δημεύεσθε, δημεύοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
δημεύθην, δημεύθης, δημεύθη, δημεύθημεν, δημεύθητε, δημεύθησαν
Υποτακτική
δημευθ, δημευθς, δημευθ, δημευθμεν, δημευθτε, δημευθσι(ν)
Ευκτική
δημευθείην, δημευθείης, δημευθείη, δημευθείημεν ή δημευθεμεν, δημευθείητε ή δημευθετε, δημευθείησαν ή δημευθεεν
Προστακτική
---, δημεύθητι, δημευθήτω, ---, δημεύθητε, δημευθέντων ή δημευθήτωσαν
Απαρέμφατο
δημευθναι
Μετοχή
δημευθείς
δημευθεσα
δημευθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δημευθείς, το δημευθέντος, τ δημευθέντι, τόν δημευθέντα, δημευθείς
ο δημευθέντες, τν δημευθέντων, τος δημευθεσι, τούς δημευθέντας, δημευθέντες
 
Θηλυκό
δημευθεσα, τς δημευθείσης, τ δημευθείσ, τήν δημευθεσαν, δημευθεσα
α δημευθεσαι, τν δημευθεισν, τας δημευθείσαις, τάς δημευθείσας, δημευθεσαι
 
Ουδέτερο
τό δημευθέν, το δημευθέντος, τ δημευθέντι, τό δημευθέν, δημευθέν
τά δημευθέντα, τν δημευθέντων, τος δημευθεσι, τά δημευθέντα, δημευθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδήμευμαι, δεδήμευσαι, δεδήμευται, δεδημεύμεθα, δεδήμευσθε, δεδήμευνται
 
Υποτακτική
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον ς
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα μεν
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα τε
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα σι
 
Ευκτική
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εην
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εης
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εη
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εημεν (εμεν)
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εητε (ετε)
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, δεδήμευσο, δεδημεύσθω, ---, δεδήμευσθε, δεδημεύσθων
 
Απαρέμφατο
δεδημεσθαι
Μετοχή
δεδημευμένος,
δεδημευμένη,
δεδημευμένον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δεδημευμένος, το δεδημευμένου, τ δεδημευμέν, τόν δεδημευμένον, δεδημευμένε
ο δεδημευμένοι, τν δεδημευμένων, τος δεδημευμένοις, τούς δεδημευμένους, δεδημευμένοι
 
Θηλυκό
δεδημευμένη, τς δεδημευμένης, τ δεδημευμέν, τήν δεδημευμένην, δεδημευμένη
α δεδημευμέναι, τν δεδημευμένων, τας δεδημευμέναις, τάς δεδημευμένας, δεδημευμέναι
 
Ουδέτερο
τό δεδημευμένον, το δεδημευμένου, τ δεδημευμέν, τό δεδημευμένον, δεδημευμένον
τά δεδημευμένα, τν δεδημευμένων, τος δεδημευμένοις, τά δεδημευμένα, δεδημευμένα
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
δεδημεύμην, δεδήμευσο, δεδήμευτο, δεδημεύμεθα, δεδήμευσθε, δεδήμευντο