Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα ελληνικά: αναλυτική κλίση ρημάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα ελληνικά: αναλυτική κλίση ρημάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «παροτρύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Marion Rose

 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «παροτρύνω»

Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
παροτρύνω, παροτρύνεις, παροτρύνει, παροτρύνουμε, παροτρύνετε, παροτρύνουν (ή παροτρύνουνε)
Υποτακτική
να παροτρύνω, να παροτρύνεις, να παροτρύνει, να παροτρύνουμε, να παροτρύνετε, να παροτρύνουν (ή να παροτρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: παρότρυνε – β΄ πληθυντικό: παροτρύνετε
Μετοχή
παροτρύνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
παρότρυνα, παρότρυνες, παρότρυνε, παροτρύναμε, παροτρύνατε, παρότρυναν ή παροτρύνανε
 
Αόριστος
Οριστική
παρότρυνα, παρότρυνες, παρότρυνε, παροτρύναμε, παροτρύνατε, παρότρυναν ή παροτρύνανε
Υποτακτική
να παροτρύνω, να παροτρύνεις, να παροτρύνει, να παροτρύνουμε, να παροτρύνετε, να παροτρύνουν (ή να παροτρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: παρότρυνε – β΄ πληθυντικό: παροτρύνετε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνω, θα παροτρύνεις, θα παροτρύνει, θα παροτρύνουμε, θα παροτρύνετε, θα παροτρύνουν (ή θα παροτρύνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνω, θα παροτρύνεις, θα παροτρύνει, θα παροτρύνουμε, θα παροτρύνετε, θα παροτρύνουν (ή θα παροτρύνουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω παροτρύνει, θα έχεις παροτρύνει, θα έχει παροτρύνει, θα έχουμε παροτρύνει, θα έχετε παροτρύνει, θα έχουν(ε) παροτρύνει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω παροτρύνει, έχεις παροτρύνει, έχει παροτρύνει, έχουμε παροτρύνει, έχετε παροτρύνει, έχουν(ε) παροτρύνει
Υποτακτική
να έχω παροτρύνει, να έχεις παροτρύνει, να έχει παροτρύνει, να έχουμε παροτρύνει, να έχετε παροτρύνει, να έχουν(ε) παροτρύνει
Μετοχή
έχοντας παροτρύνει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα παροτρύνει, είχες παροτρύνει, είχε παροτρύνει, είχαμε παροτρύνει, είχατε παροτρύνει, είχαν(ε) παροτρύνει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
παροτρύνομαι, παροτρύνεσαι, παροτρύνεται, παροτρυνόμαστε, παροτρύνεστε, παροτρύνονται
Υποτακτική
να παροτρύνομαι, να παροτρύνεσαι, να παροτρύνεται, να παροτρυνόμαστε, να παροτρύνεστε, να παροτρύνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: παροτρύνεστε
Μετοχή
παροτρυνόμενος, παροτρυνόμενη, παροτρυνόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
παροτρυνόμουν, παροτρυνόσουν, παροτρυνόταν, παροτρυνόμαστε, παροτρυνόσαστε, παροτρύνονταν
(& παροτρυνόμουνα, παροτρυνόσουνα, παροτρυνότανε, παροτρυνόμασταν, παροτρυνόσασταν, παροτρυνόντουσαν ή παροτρυνόντανε)
 
Αόριστος
Οριστική
παροτρύνθηκα, παροτρύνθηκες, παροτρύνθηκε, παροτρυνθήκαμε, παροτρυνθήκατε, παροτρύνθηκαν ή παροτρυνθήκανε
Υποτακτική
να παροτρυνθώ, να παροτρυνθείς, να παροτρυνθεί, να παροτρυνθούμε, να παροτρυνθείτε, να παροτρυνθούν ή να παροτρυνθούνε
Προστακτική
β΄ ενικό: παροτρύνσου – β΄ πληθυντικό: παροτρυνθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνομαι, θα παροτρύνεσαι, θα παροτρύνεται, θα παροτρυνόμαστε, θα παροτρύνεστε, θα παροτρύνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρυνθώ, θα παροτρυνθείς, θα παροτρυνθεί, θα παροτρυνθούμε, θα παροτρυνθείτε, θα παροτρυνθούν ή θα παροτρυνθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω παροτρυνθεί, θα έχεις παροτρυνθεί, θα έχει παροτρυνθεί, θα έχουμε παροτρυνθεί, θα έχετε παροτρυνθεί, θα έχουν(ε) παροτρυνθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω παροτρυνθεί, έχεις παροτρυνθεί, έχει παροτρυνθεί, έχουμε παροτρυνθεί, έχετε παροτρυνθεί, έχουν(ε) παροτρυνθεί
Υποτακτική
να έχω παροτρυνθεί, να έχεις παροτρυνθεί, να έχει παροτρυνθεί, να έχουμε παροτρυνθεί, να έχετε παροτρυνθεί, να έχουν(ε) παροτρυνθεί
Μετοχή
παροτρυμένος, παροτρυμένη, παροτρυμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα παροτρυνθεί, είχες παροτρυνθεί, είχε παροτρυνθεί, είχαμε παροτρυνθεί, είχατε παροτρυνθεί, είχαν(ε) παροτρυνθεί
 

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αποθαρρύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Judy Dodds
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αποθαρρύνω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αποθαρρύνω, αποθαρρύνεις, αποθαρρύνει, αποθαρρύνουμε, αποθαρρύνετε, αποθαρρύνουν (ή αποθαρρύνουνε)
Υποτακτική
να αποθαρρύνω, να αποθαρρύνεις, να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθάρρυνε – β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε
Μετοχή
αποθαρρύνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε, αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε
 
Αόριστος
Οριστική
αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε, αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε
Υποτακτική
να αποθαρρύνω, να αποθαρρύνεις, να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθάρρυνε – β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις, θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα αποθαρρύνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις, θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα αποθαρρύνουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αποθαρρύνει, θα έχεις αποθαρρύνει, θα έχει αποθαρρύνει, θα έχουμε αποθαρρύνει, θα έχετε αποθαρρύνει, θα έχουν(ε) αποθαρρύνει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αποθαρρύνει, έχεις αποθαρρύνει, έχει αποθαρρύνει, έχουμε αποθαρρύνει, έχετε αποθαρρύνει, έχουν(ε) αποθαρρύνει
Υποτακτική
να έχω αποθαρρύνει, να έχεις αποθαρρύνει, να έχει αποθαρρύνει, να έχουμε αποθαρρύνει, να έχετε αποθαρρύνει, να έχουν(ε) αποθαρρύνει
Μετοχή
έχοντας αποθαρρύνει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αποθαρρύνει, είχες αποθαρρύνει, είχε αποθαρρύνει, είχαμε αποθαρρύνει, είχατε αποθαρρύνει, είχαν(ε) αποθαρρύνει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αποθαρρύνομαι, αποθαρρύνεσαι, αποθαρρύνεται, αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρύνεστε, αποθαρρύνονται
Υποτακτική
να αποθαρρύνομαι, να αποθαρρύνεσαι, να αποθαρρύνεται, να αποθαρρυνόμαστε, να αποθαρρύνεστε, να αποθαρρύνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνεστε
Μετοχή
αποθαρρυνόμενος, αποθαρρυνόμενη, αποθαρρυνόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
αποθαρρυνόμουν, αποθαρρυνόσουν, αποθαρρυνόταν, αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρυνόσαστε, αποθαρρύνονταν
(& αποθαρρυνόμουνα, αποθαρρυνόσουνα, αποθαρρυνότανε, αποθαρρυνόμασταν, αποθαρρυνόσασταν, αποθαρρυνόντουσαν ή αποθαρρυνόντανε)
 
Αόριστος
Οριστική
αποθαρρύνθηκα, αποθαρρύνθηκες, αποθαρρύνθηκε, αποθαρρυνθήκαμε, αποθαρρυνθήκατε, αποθαρρύνθηκαν ή αποθαρρυνθήκανε
Υποτακτική
να αποθαρρυνθώ, να αποθαρρυνθείς, να αποθαρρυνθεί, να αποθαρρυνθούμε, να αποθαρρυνθείτε, να αποθαρρυνθούν ή να αποθαρρυνθούνε
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθαρρύνσου – β΄ πληθυντικό: αποθαρρυνθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνομαι, θα αποθαρρύνεσαι, θα αποθαρρύνεται, θα αποθαρρυνόμαστε, θα αποθαρρύνεστε, θα αποθαρρύνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρυνθώ, θα αποθαρρυνθείς, θα αποθαρρυνθεί, θα αποθαρρυνθούμε, θα αποθαρρυνθείτε, θα αποθαρρυνθούν ή θα αποθαρρυνθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αποθαρρυνθεί, θα έχεις αποθαρρυνθεί, θα έχει αποθαρρυνθεί, θα έχουμε αποθαρρυνθεί, θα έχετε αποθαρρυνθεί, θα έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αποθαρρυνθεί, έχεις αποθαρρυνθεί, έχει αποθαρρυνθεί, έχουμε αποθαρρυνθεί, έχετε αποθαρρυνθεί, έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
Υποτακτική
να έχω αποθαρρυνθεί, να έχεις αποθαρρυνθεί, να έχει αποθαρρυνθεί, να έχουμε αποθαρρυνθεί, να έχετε αποθαρρυνθεί, να έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
Μετοχή
αποθαρρυμένος, αποθαρρυμένη, αποθαρρυμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αποθαρρυνθεί, είχες αποθαρρυνθεί, είχε αποθαρρυνθεί, είχαμε αποθαρρυνθεί, είχατε αποθαρρυνθεί, είχαν(ε) αποθαρρυνθεί
 
Σημείωση: αποθαρρυμένος ή αποθαρρημένος; Η λέξη δεν σχετίζεται με το αρχ. ρήμα ποθαρρ (-έω) ούτε με το ελληνιστικό ποθαρρύνομαι «παίρνω θάρρος», αλλά σχηματίστηκε στη Νέα Ελληνική με τον ενεστωτικό τύπο αποθαρρύνω ως μεταφραστικό δάνειο από το γαλλ. decourager. Συνεπώς, εφόσον δεν συνδέεται με τους αρχαίους τύπους είναι προτιμότερο η μετοχή του μεσοπαθητικού παρακειμένου να ορθογραφείται με τον απλούστερο τρόπο: αποθαρρυμένος (με -υ-).
Σύμφωνα με τη σχολική γραμματική η λέξη γράφεται *αποθαρρημένος (με -η-). Η γραφή αυτή όμως προκαλεί την παραπλανητική εντύπωση ότι η μετοχή προέρχεται από το αρχ. ρήμα ποθαρρ ή από νεότερο αντίστοιχο, ενώ θα ήγειρε προβλήματα στην αντιμετώπιση σύνθετων ρημάτων με κοινή προέλευση, δηλ. των ενθαρρύνω και αποθρασύνω. 
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταχωρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Clark Leffler

 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταχωρίζω»
 
καταχωρίζω = καταγράφω με αναλυτικό τρόπο (στοιχεία) στην κατάλληλη θέση (σε κατάλογο, πίνακα, βιβλίο, λογαριασμό, έντυπο).
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καταχωρίζω, καταχωρίζεις, καταχωρίζει, καταχωρίζουμε, καταχωρίζετε, καταχωρίζουν (ή καταχωρίζουνε)
Υποτακτική
να καταχωρίζω, να καταχωρίζεις, να καταχωρίζει, να καταχωρίζουμε, να καταχωρίζετε, να καταχωρίζουν (ή να καταχωρίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: καταχώριζε – β΄ πληθυντικό: καταχωρίζετε
Μετοχή
καταχωρίζοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
καταχώριζα, καταχώριζες, καταχώριζε, καταχωρίζαμε, καταχωρίζατε, καταχώριζαν ή καταχωρίζανε
 
Αόριστος
Οριστική
καταχώρισα, καταχώρισες, καταχώρισε, καταχωρίσαμε, καταχωρίσατε, καταχώρισαν ή καταχωρίσανε
Υποτακτική
να καταχωρίσω, να καταχωρίσεις, να καταχωρίσει, να καταχωρίσουμε, να καταχωρίσετε, να καταχωρίσουν (ή να καταχωρίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: καταχώρισε – β΄ πληθυντικό: καταχωρίστε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίζω, θα καταχωρίζεις, θα καταχωρίζει, θα καταχωρίζουμε, θα καταχωρίζετε, θα καταχωρίζουν (ή θα καταχωρίζουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίσω, θα καταχωρίσεις, θα καταχωρίσει, θα καταχωρίσουμε, θα καταχωρίσετε, θα καταχωρίσουν (ή θα καταχωρίσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω καταχωρίσει, θα έχεις καταχωρίσει, θα έχει καταχωρίσει, θα έχουμε καταχωρίσει, θα έχετε καταχωρίσει, θα έχουν(ε) καταχωρίσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω καταχωρίσει, έχεις καταχωρίσει, έχει καταχωρίσει, έχουμε καταχωρίσει, έχετε καταχωρίσει, έχουν(ε) καταχωρίσει
Υποτακτική
να έχω καταχωρίσει, να έχεις καταχωρίσει, να έχει καταχωρίσει, να έχουμε καταχωρίσει, να έχετε καταχωρίσει, να έχουν(ε) καταχωρίσει
Μετοχή
έχοντας καταχωρίσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα καταχωρίσει, είχες καταχωρίσει, είχε καταχωρίσει, είχαμε καταχωρίσει, είχατε καταχωρίσει, είχαν(ε) καταχωρίσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καταχωρίζομαι, καταχωρίζεσαι, καταχωρίζεται, καταχωριζόμαστε, καταχωρίζεστε, καταχωρίζονται
Υποτακτική
να καταχωρίζομαι, να καταχωρίζεσαι, να καταχωρίζεται, να καταχωριζόμαστε, να καταχωρίζεστε, να καταχωρίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: καταχωρίζεστε
Μετοχή
---
 
Παρατατικός
Οριστική
καταχωριζόμουν, καταχωριζόσουν, καταχωριζόταν, καταχωριζόμαστε, καταχωριζόσαστε, καταχωρίζονταν
(& καταχωριζόμουνα, καταχωριζόσουνα, καταχωριζότανε, καταχωριζόμασταν, καταχωριζόσασταν, καταχωριζόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
καταχωρίστηκα, καταχωρίστηκες, καταχωρίστηκε, καταχωριστήκαμε, καταχωριστήκατε, καταχωρίστηκαν ή καταχωριστήκανε
Υποτακτική
να καταχωριστώ, να καταχωριστείς, να καταχωριστεί, να καταχωριστούμε, να καταχωριστείτε, να καταχωριστούν ή να καταχωριστούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: καταχωρίσου – β΄ πληθυντικό: καταχωριστείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίζομαι, θα καταχωρίζεσαι, θα καταχωρίζεται, θα καταχωριζόμαστε, θα καταχωρίζεστε, θα καταχωρίζονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωριστώ, θα καταχωριστείς, θα καταχωριστεί, θα καταχωριστούμε, θα καταχωριστείτε, θα καταχωριστούν ή θα καταχωριστούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω καταχωριστεί, θα έχεις καταχωριστεί, θα έχει καταχωριστεί, θα έχουμε καταχωριστεί, θα έχετε καταχωριστεί, θα έχουν(ε) καταχωριστεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω καταχωριστεί, έχεις καταχωριστεί, έχει καταχωριστεί, έχουμε καταχωριστεί, έχετε καταχωριστεί, έχουν(ε) καταχωριστεί
Υποτακτική
να έχω καταχωριστεί, να έχεις καταχωριστεί, να έχει καταχωριστεί, να έχουμε καταχωριστεί, να έχετε καταχωριστεί, να έχουν(ε) καταχωριστεί
Μετοχή
καταχωρισμένος, καταχωρισμένη, καταχωρισμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα καταχωριστεί, είχες καταχωριστεί, είχε καταχωριστεί, είχαμε καταχωριστεί, είχατε καταχωριστεί, είχαν(ε) καταχωριστεί
 
Σημείωση:
καταχωρίζω – καταχώριση: Το αρχαίο ρήμα καταχωρίζω, που αρχικά σήμαινε «τακτοποιώ» και αργότερα «ταξινομώ», οδήγησε στον σχηματισμό του νεότερου όρου καταχώριση (με -ι-), όπως συνέβη και με άλλα παράγωγα ρημάτων σε -ίζω (π.χ. ασφαλίζω – ασφάλιση, ρυθμίζω – ρύθμιση, εξαφανίζω – εξαφάνιση). Συνεπώς είναι προτιμότερο να ορθογραφείται η συγκεκριμένη ομάδα λέξεων ως εξής: καταχωρίζω, καταχώριση ρηματικοί τύποι: καταχωρισμένος (μετοχή), καταχωρίσω / καταχωριστώ (εξαρτημένοι), καταχώρισα / καταχωρίστηκα (συνοπτικός τύπος του παρελθόντος, αόριστος).
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαρακτηρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Nadia Corso
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαρακτηρίζω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζεις, χαρακτηρίζει, χαρακτηρίζουμε, χαρακτηρίζετε, χαρακτηρίζουν (ή χαρακτηρίζουνε)
Υποτακτική
να χαρακτηρίζω, να χαρακτηρίζεις, να χαρακτηρίζει, να χαρακτηρίζουμε, να χαρακτηρίζετε, να χαρακτηρίζουν (ή να χαρακτηρίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήριζε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζετε
Μετοχή
χαρακτηρίζοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτήριζα, χαρακτήριζες, χαρακτήριζε, χαρακτηρίζαμε, χαρακτηρίζατε, χαρακτήριζαν ή χαρακτηρίζανε
 
Αόριστος
Οριστική
χαρακτήρισα, χαρακτήρισες, χαρακτήρισε, χαρακτηρίσαμε, χαρακτηρίσατε, χαρακτήρισαν ή χαρακτηρίσανε
Υποτακτική
να χαρακτηρίσω, να χαρακτηρίσεις, να χαρακτηρίσει, να χαρακτηρίσουμε, να χαρακτηρίσετε, να χαρακτηρίσουν (ή να χαρακτηρίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήρισε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίστε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζω, θα χαρακτηρίζεις, θα χαρακτηρίζει, θα χαρακτηρίζουμε, θα χαρακτηρίζετε, θα χαρακτηρίζουν (ή θα χαρακτηρίζουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίσω, θα χαρακτηρίσεις, θα χαρακτηρίσει, θα χαρακτηρίσουμε, θα χαρακτηρίσετε, θα χαρακτηρίσουν (ή θα χαρακτηρίσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηρίσει, θα έχεις χαρακτηρίσει, θα έχει χαρακτηρίσει, θα έχουμε χαρακτηρίσει, θα έχετε χαρακτηρίσει, θα έχουν(ε) χαρακτηρίσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηρίσει, έχεις χαρακτηρίσει, έχει χαρακτηρίσει, έχουμε χαρακτηρίσει, έχετε χαρακτηρίσει, έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Υποτακτική
να έχω χαρακτηρίσει, να έχεις χαρακτηρίσει, να έχει χαρακτηρίσει, να έχουμε χαρακτηρίσει, να έχετε χαρακτηρίσει, να έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Μετοχή
έχοντας χαρακτηρίσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηρίσει, είχες χαρακτηρίσει, είχε χαρακτηρίσει, είχαμε χαρακτηρίσει, είχατε χαρακτηρίσει, είχαν(ε) χαρακτηρίσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζομαι, χαρακτηρίζεσαι, χαρακτηρίζεται, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηρίζεστε, χαρακτηρίζονται
Υποτακτική
να χαρακτηρίζομαι, να χαρακτηρίζεσαι, να χαρακτηρίζεται, να χαρακτηριζόμαστε, να χαρακτηρίζεστε, να χαρακτηρίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζεστε
Μετοχή
χαρακτηριζόμενος, χαρακτηριζόμενη, χαρακτηριζόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτηριζόμουν, χαρακτηριζόσουν, χαρακτηριζόταν, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηριζόσαστε, χαρακτηρίζονταν
(& χαρακτηριζόμουνα, χαρακτηριζόσουνα, χαρακτηριζότανε, χαρακτηριζόμασταν, χαρακτηριζόσασταν, χαρακτηριζόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
χαρακτηρίστηκα, χαρακτηρίστηκες, χαρακτηρίστηκε, χαρακτηριστήκαμε, χαρακτηριστήκατε, χαρακτηρίστηκαν ή χαρακτηριστήκανε
& χαρακτηρίσθηκα, χαρακτηρίσθηκες, χαρακτηρίσθηκε, χαρακτηρισθήκαμε, χαρακτηρισθήκατε, χαρακτηρίσθηκαν ή χαρακτηρισθήκανε
Υποτακτική
να χαρακτηριστώ, να χαρακτηριστείς, να χαρακτηριστεί, να χαρακτηριστούμε, να χαρακτηριστείτε, να χαρακτηριστούν ή να χαρακτηριστούνε
& να χαρακτηρισθώ, να χαρακτηρισθείς, να χαρακτηρισθεί, να χαρακτηρισθούμε, να χαρακτηρισθείτε, να χαρακτηρισθούν ή να χαρακτηρισθούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: χαρακτηρίσου – β΄ πληθυντικό: χαρακτηριστείτε / χαρακτηρισθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζομαι, θα χαρακτηρίζεσαι, θα χαρακτηρίζεται, θα χαρακτηριζόμαστε, θα χαρακτηρίζεστε, θα χαρακτηρίζονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηριστώ, θα χαρακτηριστείς, θα χαρακτηριστεί, θα χαρακτηριστούμε, θα χαρακτηριστείτε, θα χαρακτηριστούν ή θα χαρακτηριστούνε
& θα χαρακτηρισθώ, θα χαρακτηρισθείς, θα χαρακτηρισθεί, θα χαρακτηρισθούμε, θα χαρακτηρισθείτε, θα χαρακτηρισθούν ή θα χαρακτηρισθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηριστεί, θα έχεις χαρακτηριστεί, θα έχει χαρακτηριστεί, θα έχουμε χαρακτηριστεί, θα έχετε χαρακτηριστεί, θα έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& θα έχω χαρακτηρισθεί, θα έχεις χαρακτηρισθεί, θα έχει χαρακτηρισθεί, θα έχουμε χαρακτηρισθεί, θα έχετε χαρακτηρισθεί, θα έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& έχω χαρακτηρισθεί, να έχεις χαρακτηρισθεί, να έχει χαρακτηρισθεί, να έχουμε χαρακτηρισθεί, να έχετε χαρακτηρισθεί, να έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Υποτακτική
να έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& να έχω χαρακτηρισθεί, να έχεις χαρακτηρισθεί, να έχει χαρακτηρισθεί, να έχουμε χαρακτηρισθεί, να έχετε χαρακτηρισθεί, να έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Μετοχή
χαρακτηρισμένος, χαρακτηρισμένη, χαρακτηρισμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηριστεί, είχες χαρακτηριστεί, είχε χαρακτηριστεί, είχαμε χαρακτηριστεί, είχατε χαρακτηριστεί, είχαν(ε) χαρακτηριστεί
& είχα χαρακτηρισθεί, είχες χαρακτηρισθεί, είχε χαρακτηρισθεί, είχαμε χαρακτηρισθεί, είχατε χαρακτηρισθεί, είχαν(ε) χαρακτηρισθεί
 
Σημείωση:
χαρακτηρίζομαι – διακατέχομαι: Σε ορισμένες περιπτώσεις τα ρήματα αυτά χρησιμοποιούνται σαν συνώνυμα στη μεσοπαθητική φωνή, ενώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Το ρήμα χαρακτηρίζομαι, εκτός από τη σημασία «μου αποδίδεται ορισμένη ιδιότητα» (π.χ. Η όλη στάση του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακραία – Η εμφάνισή της χαρακτηρίστηκε η καλύτερη της βραδιάς), σημαίνει επίσης «διαθέτω ορισμένη ιδιότητα ως βασικό γνώρισμα, διακρίνομαι από ορισμένη ιδιότητα». Η συγκεκριμένη σημασία μπορεί να αφορά τόσο σε πρόσωπα όσο και σε πράγματα, κάτι που δεν συμβαίνει με το ρήμα διακατέχομαι. Παραδείγματα: Το κείμενο χαρακτηρίζεται [όχι: *διακατέχεται] από οξύτητα – Ο στίχος των ιπποτικών μυθιστορημάτων χαρακτηριζόταν [όχι: *διακατεχόταν] από ευρηματικότητα. Το ρήμα διακατέχομαι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για πρόσωπα  ή ομάδες προσώπων και σημαίνει «κυριεύομαι από κάτι, διέπομαι ή κυριαρχούμαι από αυτό» (συνήθως για ισχυρό συναίσθημα). Παραδείγματα: «Το κόμμα σας διακατέχεται (όχι: *χαρακτηρίζεται) από πανικό» είπε ο βουλευτής – Το πλήθος διακατεχόταν (όχι: *χαρακτηριζόταν) από οργή…

Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας