Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα ελληνικά: αναλυτική κλίση ρημάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα ελληνικά: αναλυτική κλίση ρημάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μισθώνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Chungkong Art
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μισθώνω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μισθώνω, μισθώνεις, μισθώνει, μισθώνουμε, μισθώνετε, μισθώνουν (ή μισθώνουνε)
Υποτακτική
να μισθώνω, να μισθώνεις, να μισθώνει, να μισθώνουμε, να μισθώνετε, να μισθώνουν (ή να μισθώνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: μίσθωνε – β΄ πληθυντικό: μισθώνετε
Μετοχή
μισθώνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
μίσθωνα, μίσθωνες, μίσθωνε, μισθώναμε, μισθώνατε, μίσθωναν ή μισθώνανε
 
Αόριστος
Οριστική
μίσθωσα, μίσθωσες, μίσθωσε, μισθώσαμε, μισθώσατε, μίσθωσαν ή μισθώσανε
Υποτακτική
να μισθώσω, να μισθώσεις, να μισθώσει, να μισθώσουμε, να μισθώσετε, να μισθώσουν (ή να μισθώσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: μίσθωσε – β΄ πληθυντικό: μισθώστε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθώνω, θα μισθώνεις, θα μισθώνει, θα μισθώνουμε, θα μισθώνετε, θα μισθώνουν (ή θα μισθώνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθώσω, θα μισθώσεις, θα μισθώσει, θα μισθώσουμε, θα μισθώσετε, θα μισθώσουν (ή θα μισθώσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω μισθώσει, θα έχεις μισθώσει, θα έχει μισθώσει, θα έχουμε μισθώσει, θα έχετε μισθώσει, θα έχουν(ε) μισθώσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω μισθώσει, έχεις μισθώσει, έχει μισθώσει, έχουμε μισθώσει, έχετε μισθώσει, έχουν(ε) μισθώσει
Υποτακτική
να έχω μισθώσει, να έχεις μισθώσει, να έχει μισθώσει, να έχουμε μισθώσει, να έχετε μισθώσει, να έχουν(ε) μισθώσει
Μετοχή
έχοντας μισθώσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα μισθώσει, είχες μισθώσει, είχε μισθώσει, είχαμε μισθώσει, είχατε μισθώσει, είχαν(ε) μισθώσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μισθώνομαι, μισθώνεσαι, μισθώνεται, μισθωνόμαστε, μισθώνεστε, μισθώνονται
Υποτακτική
να μισθώνομαι, να μισθώνεσαι, να μισθώνεται, να μισθωνόμαστε, να μισθώνεστε, να μισθώνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: μισθώνεστε
Μετοχή
---
 
Παρατατικός
Οριστική
μισθωνόμουν, μισθωνόσουν, μισθωνόταν, μισθωνόμαστε, μισθωνόσαστε, μισθώνονταν
(& μισθωνόμουνα, μισθωνόσουνα, μισθωνότανε, μισθωνόμασταν, μισθωνόσασταν, μισθωνόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
μισθώθηκα, μισθώθηκες, μισθώθηκε, μισθωθήκαμε, μισθωθήκατε, μισθώθηκαν (ή μισθωθήκανε)
Υποτακτική
να μισθωθώ, να μισθωθείς, να μισθωθεί, να μισθωθούμε, να μισθωθείτε, να μισθωθούν (ή να μισθωθούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: μισθώσου - β΄ πληθυντικό: μισθωθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθώνομαι, θα μισθώνεσαι, θα μισθώνεται, θα μισθωνόμαστε, θα μισθώνεστε, θα μισθώνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα μισθωθώ, θα μισθωθείς, θα μισθωθεί, θα μισθωθούμε, θα μισθωθείτε, θα μισθωθούν (ή θα μισθωθούνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω μισθωθεί, θα έχεις μισθωθεί, θα έχει μισθωθεί, θα έχουμε μισθωθεί, θα έχετε μισθωθεί, θα έχουν(ε) μισθωθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω μισθωθεί, έχεις μισθωθεί, έχει μισθωθεί, έχουμε μισθωθεί, έχετε μισθωθεί, έχουν(ε) μισθωθεί
Υποτακτική
να έχω μισθωθεί, να έχεις μισθωθεί, να έχει μισθωθεί, να έχουμε μισθωθεί, να έχετε μισθωθεί, να έχουν(ε) μισθωθεί
Μετοχή
μισθωμένος, μισθωμένη, μισθωμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα μισθωθεί, είχες μισθωθεί, είχε μισθωθεί, είχαμε μισθωθεί, είχατε μισθωθεί, είχαν(ε) μισθωθεί
 
Σημειώσεις
μισθώνω: μισθώνω, μισθωτής – εκμισθώνω, εκμισθωτής.
Η διαφορά σημασίας των όρων αυτών, που αναφέρονται στην ενοικίαση ακινήτου, δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτη στους ομιλητές. Σε αυτό συμβάλλει επιπλέον το ρήμα (ε)νοικιάζω, το οποίο μπορεί να αναφέρεται τόσο στον ενοικιαστή όσο και στον ιδιοκτήτη τού ακινήτου, καθώς σημαίνει είτε «μένω / χρησιμοποιώ ως ενοικιαστής» είτε «διαθέτω προς ενοικίαση».  
Επομένως, είναι χρήσιμο να αποσαφηνιστούν οι όροι που αρμόζουν σε κάθε μια από τις δύο αυτές ιδιότητες. Συγκεκριμένα:  
Ιδιοκτήτης: Ο ιδιοκτήτης εκμισθώνει το ακίνητό του και αποκαλείται επίσης εκμισθωτής.  
Ενοικιαστής: Ο ενοικιαστής μισθώνει το ακίνητο που του παραχωρείται και αποκαλείται επίσης μισθωτής.  
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι το ίδιο το ακίνητο που ενοικιάζεται αποκαλείται (στο σχετικό συμβόλαιο) μίσθιο, ενώ το ποσό που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται ως ενοίκιο αποκαλείται μίσθωμα.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Ο ιδιοκτήτης εκμισθώνει. Ο ενοικιαστής μισθώνει.
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας.

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαταράσσω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «διαταράσσω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαταράσσω, διαταράσσεις, διαταράσσει, διαταράσσουμε, διαταράσσετε, διαταράσσουν (ή διαταράσσουνε)
Υποτακτική
να διαταράσσω, να διαταράσσεις, να διαταράσσει, να διαταράσσουμε, να διαταράσσετε, να διαταράσσουν (ή να διαταράσσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: διατάρασσε – β΄ πληθυντικό: διαταράσσετε
Μετοχή
διαταράσσοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
διατάρασσα, διατάρασσες, διατάρασσε, διαταράσσαμε, διαταράσσατε, διατάρασσαν ή διαταράσσανε
 
Αόριστος
Οριστική
διατάραξα, διατάραξες, διατάραξε, διαταράξαμε, διαταράξατε, διατάραξαν ή διαταράξανε
Υποτακτική
να διαταράξω, να διαταράξεις, να διαταράξει, να διαταράξουμε, να διαταράξετε, να διαταράξουν (ή να διαταράξουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: διατάραξε – β΄ πληθυντικό: διαταράξτε (ή διαταράξετε)
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράσσω, θα διαταράσσεις, θα διαταράσσει, θα διαταράσσουμε, θα διαταράσσετε, θα διαταράσσουν (ή θα διαταράσσουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράξω, θα διαταράξεις, θα διαταράξει, θα διαταράξουμε, θα διαταράξετε, θα διαταράξουν (ή θα διαταράξουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω διαταράξει, θα έχεις διαταράξει, θα έχει διαταράξει, θα έχουμε διαταράξει, θα έχετε διαταράξει, θα έχουν(ε) διαταράξει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω διαταράξει, έχεις διαταράξει, έχει διαταράξει, έχουμε διαταράξει, έχετε διαταράξει, έχουν(ε) διαταράξει
Υποτακτική
να έχω διαταράξει, να έχεις διαταράξει, να έχει διαταράξει, να έχουμε διαταράξει, να έχετε διαταράξει, να έχουν(ε) διαταράξει
Μετοχή
έχοντας διαταράξει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα διαταράξει, είχες διαταράξει, είχε διαταράξει, είχαμε διαταράξει, είχατε διαταράξει, είχαν(ε) διαταράξει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
διαταράσσομαι, διαταράσσεσαι, διαταράσσεται, διαταρασσόμαστε, διαταράσσεστε, διαταράσσονται
Υποτακτική
να διαταράσσομαι, να διαταράσσεσαι, να διαταράσσεται, να διαταρασσόμαστε, να διαταράσσεστε, να διαταράσσονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: διαταράσσεστε
Μετοχή
διαταρασσόμενος, διαταρασσόμενη, διαταρασσόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
διαταρασσόμουν, διαταρασσόσουν, διαταρασσόταν, διαταρασσόμαστε, διαταρασσόσαστε, διαταράσσονταν
(& διαταρασσόμουνα, διαταρασσόσουνα, διαταρασσότανε, διαταρασσόμασταν, διαταρασσόσασταν, διαταρασσόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
διαταράχθηκα, διαταράχθηκες, διαταράχθηκε, διαταραχθήκαμε, διαταραχθήκατε, διαταράχθηκαν (ή διαταραχθήκανε)
& διαταράχτηκα, διαταράχτηκες, διαταράχτηκε, διαταραχτήκαμε, διαταραχτήκατε, διαταράχτηκαν (ή διαταραχτήκανε)
Υποτακτική
να διαταραχθώ, να διαταραχθείς, να διαταραχθεί, να διαταραχθούμε, να διαταραχθείτε, να διαταραχθούν (ή να διαταραχθούνε)
& να διαταραχτώ, να διαταραχτείς, να διαταραχτεί, να διαταραχτούμε, να διαταραχτείτε, να διαταραχτούν (ή να διαταραχτούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: διαταράξου – β΄ πληθυντικό: διαταραχθείτε (διαταραχτείτε)
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταράσσομαι, θα διαταράσσεσαι, θα διαταράσσεται, θα διαταρασσόμαστε, θα διαταράσσεστε, θα διαταράσσονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα διαταραχθώ, θα διαταραχθείς, θα διαταραχθεί, θα διαταραχθούμε, θα διαταραχθείτε, θα διαταραχθούν (ή θα διαταραχθούνε)
& θα διαταραχτώ, θα διαταραχτείς, θα διαταραχτεί, θα διαταραχτούμε, θα διαταραχτείτε, θα διαταραχτούν (ή θα διαταραχτούνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω διαταραχθεί, θα έχεις διαταραχθεί, θα έχει διαταραχθεί, θα έχουμε διαταραχθεί, θα έχετε διαταραχθεί, θα έχουν(ε) διαταραχθεί
& θα έχω διαταραχτεί, θα έχεις διαταραχτεί, θα έχει διαταραχτεί, θα έχουμε διαταραχτεί, θα έχετε διαταραχτεί, θα έχουν(ε) διαταραχτεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω διαταραχθεί, έχεις διαταραχθεί, έχει διαταραχθεί, έχουμε διαταραχθεί, έχετε διαταραχθεί, έχουν(ε) διαταραχθεί
& έχω διαταραχτεί, έχεις διαταραχτεί, έχει διαταραχτεί, έχουμε διαταραχτεί, έχετε διαταραχτεί, έχουν(ε) διαταραχτεί
Υποτακτική
να έχω διαταραχθεί, να έχεις διαταραχθεί, να έχει διαταραχθεί, να έχουμε διαταραχθεί, να έχετε διαταραχθεί, να έχουν(ε) διαταραχθεί
& να έχω διαταραχτεί, να έχεις διαταραχτεί, να έχει διαταραχτεί, να έχουμε διαταραχτεί, να έχετε διαταραχτεί, να έχουν(ε) διαταραχτεί
Μετοχή
διαταραγμένος, διαταραγμένη, διαταραγμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα διαταραχθεί, είχες διαταραχθεί, είχε διαταραχθεί, είχαμε διαταραχθεί, είχατε διαταραχθεί, είχαν(ε) διαταραχθεί
& είχα διαταραχτεί, είχες διαταραχτεί, είχε διαταραχτεί, είχαμε διαταραχτεί, είχατε διαταραχτεί, είχαν(ε) διαταραχτεί

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «παροτρύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Marion Rose

 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «παροτρύνω»

Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
παροτρύνω, παροτρύνεις, παροτρύνει, παροτρύνουμε, παροτρύνετε, παροτρύνουν (ή παροτρύνουνε)
Υποτακτική
να παροτρύνω, να παροτρύνεις, να παροτρύνει, να παροτρύνουμε, να παροτρύνετε, να παροτρύνουν (ή να παροτρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: παρότρυνε – β΄ πληθυντικό: παροτρύνετε
Μετοχή
παροτρύνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
παρότρυνα, παρότρυνες, παρότρυνε, παροτρύναμε, παροτρύνατε, παρότρυναν ή παροτρύνανε
 
Αόριστος
Οριστική
παρότρυνα, παρότρυνες, παρότρυνε, παροτρύναμε, παροτρύνατε, παρότρυναν ή παροτρύνανε
Υποτακτική
να παροτρύνω, να παροτρύνεις, να παροτρύνει, να παροτρύνουμε, να παροτρύνετε, να παροτρύνουν (ή να παροτρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: παρότρυνε – β΄ πληθυντικό: παροτρύνετε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνω, θα παροτρύνεις, θα παροτρύνει, θα παροτρύνουμε, θα παροτρύνετε, θα παροτρύνουν (ή θα παροτρύνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνω, θα παροτρύνεις, θα παροτρύνει, θα παροτρύνουμε, θα παροτρύνετε, θα παροτρύνουν (ή θα παροτρύνουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω παροτρύνει, θα έχεις παροτρύνει, θα έχει παροτρύνει, θα έχουμε παροτρύνει, θα έχετε παροτρύνει, θα έχουν(ε) παροτρύνει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω παροτρύνει, έχεις παροτρύνει, έχει παροτρύνει, έχουμε παροτρύνει, έχετε παροτρύνει, έχουν(ε) παροτρύνει
Υποτακτική
να έχω παροτρύνει, να έχεις παροτρύνει, να έχει παροτρύνει, να έχουμε παροτρύνει, να έχετε παροτρύνει, να έχουν(ε) παροτρύνει
Μετοχή
έχοντας παροτρύνει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα παροτρύνει, είχες παροτρύνει, είχε παροτρύνει, είχαμε παροτρύνει, είχατε παροτρύνει, είχαν(ε) παροτρύνει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
παροτρύνομαι, παροτρύνεσαι, παροτρύνεται, παροτρυνόμαστε, παροτρύνεστε, παροτρύνονται
Υποτακτική
να παροτρύνομαι, να παροτρύνεσαι, να παροτρύνεται, να παροτρυνόμαστε, να παροτρύνεστε, να παροτρύνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: παροτρύνεστε
Μετοχή
παροτρυνόμενος, παροτρυνόμενη, παροτρυνόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
παροτρυνόμουν, παροτρυνόσουν, παροτρυνόταν, παροτρυνόμαστε, παροτρυνόσαστε, παροτρύνονταν
(& παροτρυνόμουνα, παροτρυνόσουνα, παροτρυνότανε, παροτρυνόμασταν, παροτρυνόσασταν, παροτρυνόντουσαν ή παροτρυνόντανε)
 
Αόριστος
Οριστική
παροτρύνθηκα, παροτρύνθηκες, παροτρύνθηκε, παροτρυνθήκαμε, παροτρυνθήκατε, παροτρύνθηκαν ή παροτρυνθήκανε
Υποτακτική
να παροτρυνθώ, να παροτρυνθείς, να παροτρυνθεί, να παροτρυνθούμε, να παροτρυνθείτε, να παροτρυνθούν ή να παροτρυνθούνε
Προστακτική
β΄ ενικό: παροτρύνσου – β΄ πληθυντικό: παροτρυνθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρύνομαι, θα παροτρύνεσαι, θα παροτρύνεται, θα παροτρυνόμαστε, θα παροτρύνεστε, θα παροτρύνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα παροτρυνθώ, θα παροτρυνθείς, θα παροτρυνθεί, θα παροτρυνθούμε, θα παροτρυνθείτε, θα παροτρυνθούν ή θα παροτρυνθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω παροτρυνθεί, θα έχεις παροτρυνθεί, θα έχει παροτρυνθεί, θα έχουμε παροτρυνθεί, θα έχετε παροτρυνθεί, θα έχουν(ε) παροτρυνθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω παροτρυνθεί, έχεις παροτρυνθεί, έχει παροτρυνθεί, έχουμε παροτρυνθεί, έχετε παροτρυνθεί, έχουν(ε) παροτρυνθεί
Υποτακτική
να έχω παροτρυνθεί, να έχεις παροτρυνθεί, να έχει παροτρυνθεί, να έχουμε παροτρυνθεί, να έχετε παροτρυνθεί, να έχουν(ε) παροτρυνθεί
Μετοχή
παροτρυμένος, παροτρυμένη, παροτρυμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα παροτρυνθεί, είχες παροτρυνθεί, είχε παροτρυνθεί, είχαμε παροτρυνθεί, είχατε παροτρυνθεί, είχαν(ε) παροτρυνθεί
 

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αποθαρρύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Judy Dodds
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αποθαρρύνω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αποθαρρύνω, αποθαρρύνεις, αποθαρρύνει, αποθαρρύνουμε, αποθαρρύνετε, αποθαρρύνουν (ή αποθαρρύνουνε)
Υποτακτική
να αποθαρρύνω, να αποθαρρύνεις, να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθάρρυνε – β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε
Μετοχή
αποθαρρύνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε, αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε
 
Αόριστος
Οριστική
αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε, αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε
Υποτακτική
να αποθαρρύνω, να αποθαρρύνεις, να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθάρρυνε – β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις, θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα αποθαρρύνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις, θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα αποθαρρύνουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αποθαρρύνει, θα έχεις αποθαρρύνει, θα έχει αποθαρρύνει, θα έχουμε αποθαρρύνει, θα έχετε αποθαρρύνει, θα έχουν(ε) αποθαρρύνει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αποθαρρύνει, έχεις αποθαρρύνει, έχει αποθαρρύνει, έχουμε αποθαρρύνει, έχετε αποθαρρύνει, έχουν(ε) αποθαρρύνει
Υποτακτική
να έχω αποθαρρύνει, να έχεις αποθαρρύνει, να έχει αποθαρρύνει, να έχουμε αποθαρρύνει, να έχετε αποθαρρύνει, να έχουν(ε) αποθαρρύνει
Μετοχή
έχοντας αποθαρρύνει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αποθαρρύνει, είχες αποθαρρύνει, είχε αποθαρρύνει, είχαμε αποθαρρύνει, είχατε αποθαρρύνει, είχαν(ε) αποθαρρύνει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αποθαρρύνομαι, αποθαρρύνεσαι, αποθαρρύνεται, αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρύνεστε, αποθαρρύνονται
Υποτακτική
να αποθαρρύνομαι, να αποθαρρύνεσαι, να αποθαρρύνεται, να αποθαρρυνόμαστε, να αποθαρρύνεστε, να αποθαρρύνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνεστε
Μετοχή
αποθαρρυνόμενος, αποθαρρυνόμενη, αποθαρρυνόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
αποθαρρυνόμουν, αποθαρρυνόσουν, αποθαρρυνόταν, αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρυνόσαστε, αποθαρρύνονταν
(& αποθαρρυνόμουνα, αποθαρρυνόσουνα, αποθαρρυνότανε, αποθαρρυνόμασταν, αποθαρρυνόσασταν, αποθαρρυνόντουσαν ή αποθαρρυνόντανε)
 
Αόριστος
Οριστική
αποθαρρύνθηκα, αποθαρρύνθηκες, αποθαρρύνθηκε, αποθαρρυνθήκαμε, αποθαρρυνθήκατε, αποθαρρύνθηκαν ή αποθαρρυνθήκανε
Υποτακτική
να αποθαρρυνθώ, να αποθαρρυνθείς, να αποθαρρυνθεί, να αποθαρρυνθούμε, να αποθαρρυνθείτε, να αποθαρρυνθούν ή να αποθαρρυνθούνε
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθαρρύνσου – β΄ πληθυντικό: αποθαρρυνθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνομαι, θα αποθαρρύνεσαι, θα αποθαρρύνεται, θα αποθαρρυνόμαστε, θα αποθαρρύνεστε, θα αποθαρρύνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρυνθώ, θα αποθαρρυνθείς, θα αποθαρρυνθεί, θα αποθαρρυνθούμε, θα αποθαρρυνθείτε, θα αποθαρρυνθούν ή θα αποθαρρυνθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αποθαρρυνθεί, θα έχεις αποθαρρυνθεί, θα έχει αποθαρρυνθεί, θα έχουμε αποθαρρυνθεί, θα έχετε αποθαρρυνθεί, θα έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αποθαρρυνθεί, έχεις αποθαρρυνθεί, έχει αποθαρρυνθεί, έχουμε αποθαρρυνθεί, έχετε αποθαρρυνθεί, έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
Υποτακτική
να έχω αποθαρρυνθεί, να έχεις αποθαρρυνθεί, να έχει αποθαρρυνθεί, να έχουμε αποθαρρυνθεί, να έχετε αποθαρρυνθεί, να έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
Μετοχή
αποθαρρυμένος, αποθαρρυμένη, αποθαρρυμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αποθαρρυνθεί, είχες αποθαρρυνθεί, είχε αποθαρρυνθεί, είχαμε αποθαρρυνθεί, είχατε αποθαρρυνθεί, είχαν(ε) αποθαρρυνθεί
 
Σημείωση: αποθαρρυμένος ή αποθαρρημένος; Η λέξη δεν σχετίζεται με το αρχ. ρήμα ἀποθαρρῶ (-έω) ούτε με το ελληνιστικό ἀποθαρρύνομαι «παίρνω θάρρος», αλλά σχηματίστηκε στη Νέα Ελληνική με τον ενεστωτικό τύπο αποθαρρύνω ως μεταφραστικό δάνειο από το γαλλ. decourager. Συνεπώς, εφόσον δεν συνδέεται με τους αρχαίους τύπους είναι προτιμότερο η μετοχή του μεσοπαθητικού παρακειμένου να ορθογραφείται με τον απλούστερο τρόπο: αποθαρρυμένος (με -υ-).
Σύμφωνα με τη σχολική γραμματική η λέξη γράφεται *αποθαρρημένος (με -η-). Η γραφή αυτή όμως προκαλεί την παραπλανητική εντύπωση ότι η μετοχή προέρχεται από το αρχ. ρήμα ἀποθαρρῶ ή από νεότερο αντίστοιχο, ενώ θα ήγειρε προβλήματα στην αντιμετώπιση σύνθετων ρημάτων με κοινή προέλευση, δηλ. των ενθαρρύνω και αποθρασύνω. 
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας