Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Οράτιος εν Αθήναις»
Ὁ νέος την ἀγάπην του ὁμολογεῖ,
ἐντός τοῦ πάθους τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ.
Ο νέος ποιητής μιλάει, έχοντας γιασεμιά στα χέρια, και προφανώς έχει την οικονομική άνεση να απασχολεί τον χρόνο της περιζήτητης εταίρας. Ο Οράτιος δεν είχε χάσει ακόμη την πατρική του περιουσία και δεν είχε βιώσει την ανάγκη της συνεχούς εργασίας για τη διασφάλιση της επιβίωσής του.
ἐντός τοῦ πάθους τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ.
Ενδέχεται ο Καβάφης να εταύτιζε ώς ένα βαθμό τον εαυτό του με τον Οράτιο: η προφορά και η περιβολή του ήταν «αγγλίζουσα ελαφρότατα» (Ξενόπουλος), και ο Οράτιος έχασε και αυτός την πατρική του περιουσία και αναγκάστηκε να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Εκτός από τον επίτιτλο του «Ένας Γέρος» (Ωδές, Β΄, 14, 1), ο ποιητής πιθανόν να οφείλει στον Οράτιο τον πυρήνα του «Η Πόλις» (πρβ. Επιστολές, Α, 11). Το θέμα απαιτεί ειδικότερη μελέτη.
Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων στην πρωτεύουσα οι αυταρχικές παιδαγωγικές αντιλήψεις του περίφημου Ορβιλίου τού εμφύτευσαν μιαν αποστροφή προς την αρχαϊκή λατινική γραμματεία. Ο Οράτιος σπουδάζει ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία στην Αθήνα (epist. 2, 2, 44). Εκεί προσχωρεί στην παράταξη του Βρούτου· μάχεται κατά των οπαδών του Καίσαρα με έναν εκπληκτικά υψηλό στρατιωτικό βαθμό – ως tribunus, δηλ. χιλίαρχος. Μετά την ήττα στους Φιλίππους (42 π.Χ., carm. 2, 7) και την απώλεια των πατρικών του κτημάτων, η φτώχεια πρέπει να τον έκανε ποιητή: έτσι υποστηρίζει ο ίδιος με σατιρική αυτοειρωνεία (epist. 2, 2, 50-52). Επιστρέφοντας στην Αιώνια Πόλη εξαγοράζει την ευπόληπτη θέση ενός γραφέα στο δημόσιο ταμείο (scriba quaestorius).
Συναντά γνωστούς πάτρωνες της λογοτεχνικής ζωής, μεταξύ των οποίων τον Ασίνιο Πολλίωνα (πρβ. carm. 2, 1) και τον Μάρκο Βαλέριο Μεσσάλλα (πρβ. ars 371). Ο Βεργίλιος και ο Βάριος μετά από υπόδειξη πρόσεξαν τα ποιήματά του και τον συνέστησαν στον Μαικήνα (38 π.Χ.). Αυτός τον δέχεται στον κύκλο του και του δωρίζει ένα κτήμα στη Σαβίνη μετά το 35 π.Χ., όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το πρώτο βιβλίο των Σατιρών. Η φιλία τους μένει ουσιαστικά αλώβητη, καθώς ο Μαικήνας ξέρει πράγματι να σέβεται τη μεγάλη ανάγκη του ποιητή για ελευθερία (epist. 1, 7). Ακόμη και ο Αύγουστος, που του προσέφερε τη θέση ιδιαίτερου γραμματέα, πρέπει να διαπίστωσε ότι ο ποιητής δεν εξαγοράζεται και τελικά συμβιβάστηκε μ’ αυτό. Το έτος 17 π.Χ. ανατίθεται στον Οράτιο η τιμητική εντολή να συνθέσει τον Ύμνο της Εκατονταετίας και να διδάξει ένα χορό αγοριών και κοριτσιών. Έτσι είχε την τύχη να δει τον εαυτό του να αναγνωρίζεται από τον πολιτισμένο κόσμο ως ο κατ’ εξοχήν ρωμαίος λυρικός – δηλ. ο ποιητής, ο μουσικός, ο μεσίτης προς το θεό. Ο Οράτιος πεθαίνει στις 27 Νοεμβρίου του έτους 8 π.Χ. – λίγο μετά τον Μαικήνα, με τον οποίο ήδη από πολύ καιρό ένιωθε πως τον είχε συνδέσει η μοίρα του (carm. 2, 17), και θάβεται πλάι του.
Η πολλαπλότητα των λογοτεχνικών ειδών που καλλιέργησε ο Οράτιος αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα της ιδιοσυγκρασίας του. Πρότυπο της ιαμβικής του ποίησης είναι ο Αρχίλοχος από την Πάρο· αυτό βέβαια ισχύει περισσότερο για το μέτρο και τη γενικότερη επιθετική διάθεση παρά για τη θεματολογία (epist. 1, 19, 23-25). Ο Οράτιος αποφεύγει τον ασυμβίβαστο προσωπικό ψόγο που χαρακτηρίζει τον Αρχίλοχο· επιτίθεται μόνο σε ανώνυμα ή ασήμαντα πρόσωπα. Μετασχηματίζει μια παραδεδομένη λογοτεχνική φόρμα με ένα νέο πνεύμα και έτσι δημιουργεί κάτι καινούριο στη ρωμαϊκή λογοτεχνία· έχει εκπαιδευτεί στην τεχνική της ελληνιστικής ποίησης, στους Ίάμβους του Καλλιμάχου καθώς και στο επίγραμμα. Έτσι, τον διακρίνει εντυπωσιακή υφολογική κομψότητα.
Στις Σάτιρες ο Οράτιος ακολουθεί τον Λουκίλιο και τον ανταγωνίζεται με κριτικό πνεύμα (βλ. παρακάτω Ιδεολογία Ι: Λογοτεχνικός στοχασμός). Πέραν αυτών σημαντικός για τον Οράτιο είναι ο Λουκρήτιος ως επικούρειος και συγχρόνως ως ποιητής φιλοσοφικών εξαμέτρων· την παράδοση της διατριβής θυμίζουν κάποιες αναφορές στις ανάγκες της φύσης, η μνεία των τιμωριών του Κάτω Κόσμου, το μοτίβο της προσκυνηματικής μετάβασης σε κρυφές πηγές. Εδώ εμφανίζονται στωικά και κυνικά στοιχεία. Ο Οράτιος επικαλείται ρητά τον Βίωνα τον Βορυσθενίτη (epist. 2, 2, 60)· ωστόσο δεν θα ήταν σωστό να υπερτονίσουμε την επιρροή της διατριβής. Για επιμέρους θέματα ο ποιητής είναι δυνατόν να έχει και άλλους ορίζοντες: έτσι σε θέματα καλοφαγίας (sat. 2, 4· 2, 8) ενδέχεται να οφείλει ερεθίσματα στον Αρχέστρατο από τη Γέλα (έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου) και στον Έννιο. Η αρχή της σάτιρας 2, 4 θυμίζει έντονα τον πλατωνικό διάλογο Φαίδρο (228 b).
Όσον αφορά τις Επιστολές, ήδη ο Λουκίλιοs είχε γράψει παλαιότερα ποιητικές επιστολές. Ο Οράτιος όμως τώρα δημιουργεί ένα εντελώς νέο λογοτεχνικό είδος, που δίνει τη δυνατότητα πραγμάτευσης ποικίλων θεμάτων της καθημερινής ζωής και της ηθικής ολοκλήρωσης από μια προσωπική σκοπιά. Ο Οράτιος γνωρίζει τον στωικισμό καθώς και τον επικουρισμό, στον οποίο μάλιστα βρίσκεται πλησιέστερα (π.χ. epist. 1, 4, 16), απέχει όμως πολύ από μια δογματική στάση: θέλει να μεταδώσει μια πρακτική φιλοσοφία της ζωής.
Για την Ars poetica ο Οράτιος στηρίζεται, κατά τη μαρτυρία του Πορφυρίου, στον Νεοπτόλεμο από το Πάριον· είναι όμως δύσκολο να εντοπισθούν αδιαμφισβήτητα παράλληλα.

