Φραντς Κάφκα «Ποσειδώνας»
Στο σύντομο διήγημά του ο Κάφκα αποτυπώνει με ειρωνικό τρόπο τους διαλογισμούς του Ποσειδώνα σχετικά με τη ζωή και την εργασία του. O θεός της θάλασσας, αν και πλήρως ταυτισμένος με το ρόλο του, έχει κι αυτός τα παράπονά του: δεν μπορεί να ξεφύγει από το έργο του και να πάει μια εκδρομή.
Η διακυβέρνηση όλων των υδάτων του κόσμου τον έκανε να δουλεύει ασταμάτητα. Θα μπορούσε να έχει όση βοήθεια ήθελε, και είχε αρκετή, επειδή όμως είχε πάρει πολύ σοβαρά τα καθήκοντά του, λογάριαζε τα πάντα ακόμα μια φορά, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει ικανοποιητικά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι του ‘κανε κέφι να δουλεύει. Προσπαθούσε να τελειώσει, επειδή ήταν υποχρεωμένος.
Μα φυσικά και είχε προσπαθήσει να βρει μια πιο χαρούμενη εργασία –αυτή ήταν η έκφρασή του– αλλά πάντοτε, όταν του γινόντουσαν διάφορες προτάσεις, γινόταν φανερό ότι τίποτα δεν του ταίριαζε τόσο καλά όσο τα μέχρι τώρα καθήκοντά του. Εκτός αυτού, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεθεί κάτι άλλο για κείνον. Ήταν απίθανο να του ανατεθεί μια ορισμένη θάλασσα. Εξάλλου, η δουλειά που θα έκανε τότε δεν θα ήταν απλώς μικρότερη, αλλά ευτελής.
O Μεγάλος Ποσειδώνας δεν μπορούσε ν’ αναλάβει παρά μονάχα μια πολύ υψηλή θέση. Κι αν του πρόσφερε κανείς μια θέση έξω από τα νερά του, και μόνο στην ιδέα αρρώσταινε, η θεϊκή του αναπνοή κοβόταν και το σεβάσμιο στήθος του έτρεμε. Παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν έπαιρνε τις δυσκολίες του στα σοβαρά.
Όταν ένας ισχυρός παραπονείται, πρέπει κανείς, ακόμα και στην πιο απελπιστική κατάσταση, να δείχνει ότι κάνει μια προσπάθεια. Στην πραγματικότητα, κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί ν’ απαλλάξει τον Ποσειδώνα από τα καθήκοντά του. Από την αρχή της αρχής ήταν ο Ποσειδώνας ο θεός της θάλασσας κι είναι υποχρεωμένος να παραμείνει, ακόμα κι αν δεν του γουστάρει. Πιο πολύ απ’ όλα εξοργίζεται –κι αυτό προξενεί κυρίως τη δυσαρέσκειά του σε σχέση με τη θέση του– όταν αντιλαμβάνεται την ιδέα που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ότι συνέχεια κόβει βόλτες πάνω στα κύματα κρατώντας την τρίαινά του.
Αντί γι’ αυτό, κάθεται στο βυθό του Ωκεανού και λογαριάζει ασταμάτητα. Μονάχα ένα ταξίδι, που έκανε πού και πού για να συναντήσει το Δία, ήταν η μοναδική παύση στη ρουτίνα του, ένα ταξίδι από το οποίο επέστρεφε κάθε φορά εξοργισμένος. Έτσι δεν είχε μπορέσει να δει τη θάλασσα σχεδόν καθόλου, μονάχα όταν βιαστικά πετούσε προς τον Όλυμπο, και ποτέ δεν την είχε ταξιδέψει από τη μια άκρη στην άλλη. Φρόντιζε να λέει ότι περιμένει την καταστροφή του κόσμου, τότε θα μπορούσε να βρει μια στιγμή ησυχίας, έτσι ώστε λίγο πριν το τέλος, καθώς θα έριχνε μια τελευταία ματιά στους λογαριασμούς, θα μπορούσε να κάνει ένα μικρό ταξιδάκι, μια τόση δα εκδρομούλα.
μτφρ. Γ. Κώνστας, Ζαχαρόπουλος
1. Πώς παρουσιάζει ο Κάφκα τον Ποσειδώνα; Σε ποια σημεία της περιγραφής του επιμένει ιδιαίτερα και γιατί;
Η προσωπογραφία του συμπληρώνεται από τη συνύπαρξη επιβλητικότητας και ευπάθειας. Διατηρεί την αίσθηση του μεγαλείου του, αλλά η προοπτική μιας διαφορετικής απασχόλησης τον αναστατώνει. Οι αναφορές στη θεϊκή αναπνοή που κόβεται και στο σεβάσμιο στήθος που τρέμει συνδυάζουν το υψηλό ύφος με μια σχεδόν καθημερινή αδυναμία. Με αυτόν τον τρόπο, η απομυθοποίηση δεν καταργεί τη θεϊκή του ιδιότητα· αποκαλύπτει πόσο λίγο τον προστατεύει από τη δυσφορία.
Ξεχωριστή θέση στην περιγραφή έχει η διάσταση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και στην πραγματικότητά του. Οι άλλοι τον φαντάζονται να περιφέρεται στα κύματα κρατώντας την τρίαινα, ενώ η ζωή του περιορίζεται στην υπηρεσιακή ρουτίνα. Η θάλασσα παραμένει σχεδόν άγνωστη ως βιωμένος τόπος, αφού τη βλέπει μόνο φευγαλέα στις μετακινήσεις του προς τον Όλυμπο. Η αντίθεση αυτή εξηγεί και τον θυμό του απέναντι στην εξιδανικευμένη αντίληψη των άλλων: εκείνοι βλέπουν προνόμια εκεί όπου ο ίδιος βιώνει στέρηση.
Η έμφαση, επομένως, δεν βρίσκεται στην εξωτερική εμφάνιση του Ποσειδώνα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο εργάζεται και βιώνει την ιδιότητά του. Η ειρωνική περιγραφή αναδεικνύει την αλλοτρίωση που προκαλεί η ολοκληρωτική απορρόφηση από ένα καθήκον: το κύρος του ήρωα παραμένει μεγάλο, ενώ η καθημερινή του εμπειρία γίνεται ασφυκτική.
Καθοριστική είναι και η στάση των άλλων: οι δυσκολίες του δεν αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα που χρειάζεται πραγματική λύση. Οι προσπάθειες βοήθειας αποτελούν περισσότερο ένδειξη σεβασμού προς έναν ισχυρό παρά ουσιαστική εξέταση του αιτήματός του. Έτσι, η αμετακίνητη αντίληψη για την αποστολή του, η έλλειψη κατάλληλης εναλλακτικής και η προσχηματική ανταπόκριση στα παράπονά του αποκλείουν την αποδέσμευσή του. Η επιμονή του στον προσωπικό έλεγχο, που περιγράφεται στην πρώτη απάντηση, δυσχεραίνει την καθημερινή ελάφρυνση, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η αντικατάστασή του είναι αδύνατη.
Η αντίδρασή του είναι, συνεπώς, αναμονή και αναβολή, όχι πραγματική απελευθέρωση. Ακόμη και στην οριακή εκείνη στιγμή σκοπεύει πρώτα να ρίξει μια τελευταία ματιά στους λογαριασμούς: το καθήκον προηγείται και πάλι της προσωπικής του ανάγκης. Η δυσαναλογία ανάμεσα στο τέλος του κόσμου και σε ένα «ταξιδάκι», μια «εκδρομούλα», κορυφώνει την ειρωνεία και τη ματαίωση. Η προσδοκία του δεν επιλύει το αδιέξοδο, αφού τοποθετεί την απόλαυση όταν ο χρόνος της ζωής θα έχει σχεδόν εξαντληθεί.
Στον «Ποσειδώνα», οι αφηγηματικές τεχνικές υπηρετούν την απομυθοποίηση του θεού και την ανάδειξη του εγκλωβισμού του στην εργασία. Χρειάζεται να διακρίνουμε τις τεχνικές της αφήγησης, όπως η επιλογή αφηγητή, η εστίαση και η οργάνωση του χρόνου, από τα εκφραστικά μέσα, όπως η αντίθεση, η ειρωνεία και η υπερβολή, που ενισχύουν το αποτέλεσμά τους.
1. Τριτοπρόσωπος, εξωδιηγητικός και ετεροδιηγητικός αφηγητής. Ο αφηγητής παρουσιάζει την ιστορία σε τρίτο πρόσωπο και δεν συμμετέχει σε αυτήν ως χαρακτήρας. Είναι εξωδιηγητικός, επειδή αφηγείται την ιστορία στο πρώτο αφηγηματικό επίπεδο, και ετεροδιηγητικός, επειδή δεν αποτελεί πρόσωπο της ιστορίας που αφηγείται. Γνωρίζει όχι μόνο τις πράξεις του Ποσειδώνα, αλλά και τα κίνητρα, τη δυσαρέσκεια και τις επιθυμίες του. Παράλληλα, αναφέρεται στις αντιλήψεις των άλλων για τον θεό. Η ευρύτητα αυτή της γνώσης επιτρέπει να αποκαλυφθεί η απόσταση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα του και στην πραγματική κατάστασή του.
Στον «Ποσειδώνα» τα σχήματα λόγου υπηρετούν κυρίως την ειρωνική ανατροπή της μυθολογικής εικόνας του θεού και την ανάδειξη της ανελευθερίας του.
1. Αντίθεση. Η φανταστική εικόνα της ελεύθερης κίνησης, «συνέχεια κόβει βόλτες πάνω στα κύματα», αντιπαρατίθεται στην πραγματικότητα: «Αντί γι' αυτό, κάθεται στο βυθό του Ωκεανού και λογαριάζει ασταμάτητα». Αντιπαρατίθενται η επιφάνεια και ο βυθός, η περιπλάνηση και η ακινησία, η αναψυχή και η εργασία. Η αντίθεση αποκαλύπτει τη διάσταση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα του θεού και στην καθημερινότητά του. Στο τέλος, επίσης, το τεράστιο γεγονός της καταστροφής του κόσμου αντιπαραβάλλεται με την ασήμαντη σε μέγεθος επιθυμία για μια σύντομη εκδρομή, εντείνοντας την τραγική ειρωνεία.

