Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Mario Vitti «Νατουραλισμός ή/και ηθογραφία»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Mario Vitti «Νατουραλισμός ή/και ηθογραφία»
 
ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ Ή/ΚΑΙ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ
ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ
 
Η επισκόπηση που θα επιχειρήσω εδώ θα γίνει, φυσικά και αναγκαστικά, λαμβάνοντας υπόψη δύο διαστάσεις του ζητήματος, εφόσον έχουμε πρώτα από όλα την υποχρέωση να εκθέσουμε, έστω συνοπτικά, μερικά γεγονότα των οποίων η σημασία αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων. Στη συνέχεια, θα πρέπει να ανακεφαλαιώσουμε όσες αποτιμήσεις και ανακατατάξεις έχουν αποδειχτεί αναγκαίες στο χώρο της κριτικής και της μελέτης κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Και όσον αφορά τις περιπέτειες της λογοτεχνικής παραγωγής κατά τον 19ο αιώνα, και όσον αφορά την εξέλιξη της πρόσφατης κριτικής θα μνημονευτούν κείμενα και πράγματα που οι πιο πολλοί από εμάς εδώ τα γνωρίζουν, και μάλιστα μερικοί έχουν εμβαθύνει σε αυτά οπωσδήποτε περισσότερο από εμένα· αλλά θα πρέπει να έχετε υπομονή επειδή καμιά φορά, παρακολουθώντας την πρόσφατη, ζωντανή, εν θερμώ διαπλοκή των προβλημάτων, χάνουμε τη μνήμη της πρώτης αφορμής και την αφετηρία της όλης υπόθεσης.
Και κάτι άλλο, που αυτή τη στιγμή επιβάλλεται από τα πράγματα: δεν θα πρέπει να αμελήσουμε το γεγονός ότι στις εργασίες μας συμμετέχουν μελετητές από το εξωτερικό, οι οποίοι πιθανότατα θα βρουν χρήσιμο κάποιο πληροφοριακό στήριγμα για να συμμετάσχουν ενεργητικότερα στη συζήτηση.
Στην αρχή είναι ο ρεαλισμός.
Ας δεχτούμε για την ώρα, έστω μονάχα για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε δίχως περισσότερες περιπλοκές, ότι ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία εδραιώνεται στην ανταπόκριση της αναπαράστασης του κόσμου που χρησιμοποιεί τα μέσα του λόγου με έναν κόσμο που μας είναι γνωστός από τα δεδομένα της εμπειρίας. Πρόκειται οπωσδήποτε για μια σύμβαση. Ο ρεαλισμός σε αυτή την καθαρή, αμιγή κατάσταση, δεν κρίνει, δεν κρατά μια στάση ούτε θετική ούτε αρνητική, δεν επηρεάζεται από ηθικές ή κοινωνικές αφορμές. Αλλά τέτοιου είδους απροκατάληπτη αναπαράσταση της πραγματικότητας, σαν απόλυτη κατάσταση, στη λογοτεχνία είναι ανέφικτη και ασύμβατη με τους όρους της δημιουργίας – μόνον οι θετικές επιστήμες μπορούν να την κατορθώνουν. Οι χρήσεις του ρεαλισμού στην τέχνη είναι απεριόριστες. Μία από αυτές είναι εκείνη που αξιοποιεί ο νατουραλισμός στο χώρο της λογοτεχνικής γραφής για να επιτύχει τους στόχους του.
Επιπλέον, ας έχουμε υπόψη και τούτο: η ρεαλιστική αναπαράσταση, για να εφαρμοστεί με τα μέσα του έντεχνου λόγου, συναντά εμπόδια που δεν είναι διαφορετικά από όσα φράζουν το δρόμο της και σε άλλες μορφές της τέχνης, λόγου χάρη στον κινηματογράφο, στο θέατρο, στις εικαστικές τέχνες. Η κοινωνική και η προσωπική λογοκρισία έχει μύριους λόγους για να εμποδίζει, να αναστέλλει, να μεταμορφώνει, να παραποιεί τη ρεαλιστική αναπαράσταση. Το παραμικρό που για έναν οποιονδήποτε λόγο ενοχλεί μπορεί να κινητοποιήσει διαδικασίες αντιμετώπισης που βρίσκουν λύσεις πολύ συχνά πολέμιες, και όχι σπάνια και παρ’ όλα αυτά –μάλλον χάρη σε αυτά– καλλιτεχνικώς επωφελείς. Άλλες φορές η αντίσταση αυτή απέναντι στο πραγματικό μπορεί να διοχετεύσει τη βούληση γραφής προς το φανταστικό, με τα ποικίλα αποτελέσματα που μας είναι γνωστά.
Αλλά ας αφήσουμε τις γενικότητες και ας δοκιμάσουμε να δούμε ποιες ήταν οι τύχες του ρεαλισμού κατά τον 19ο αιώνα στην ελληνική λογοτεχνία.
Η Ελλάδα δεν έχει στο ενεργητικό της κατά τον αιώνα που μας ενδιαφέρει ούτε έναν Μπαλζάκ ούτε έναν Ζολά. Ούτε εξάλλου η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει φαινόμενα που αντιστοιχούν κατά ένα μέτρο υπολογίσιμο με εκείνα του γαλλικού χώρου, όπου οι δύο εν λόγω Γάλλοι συγγραφείς μπόρεσαν να αναπτύξουν τη δραστηριότητά τους. Ένα αποτελεσματικό ερέθισμα για τη ρεαλιστική αναπαράσταση στην ελληνική πεζογραφία προήλθε ωστόσο, και πολύ νωρίς, από την πολιτική, με τον πιο ωμό τρόπο. Για να πάμε πίσω έως τα χρόνια της Επανάστασης και τα χρόνια που ακολούθησαν τη σύσταση ενός ελληνικού κράτους, θα φέρω στη μνήμη σας την περίπτωση του Αλέξανδρου Σούτσου. Ο συγγραφέας αυτός είχε μέσα του μια διάθεση ακατάσχετα ανατρεπτική, που εκδηλωνόταν με μια τολμηρή, άφοβη για τις συνέπειες, σατιρική διάθεση. Πίστευε ότι με την καταγγελία των κακώς εχόντων θα μπορούσε να διορθώσει τις ανωμαλίες του τόπου του, όσες εξαρτιόνταν από τους ανθρώπους και την πολιτική. Η πρόκλησή του ήταν εξίσου σφοδρή στα ποιήματα που έγραφε και που τα κυκλοφορούσε αμέσως για να φτάσουν το γρηγορότερο στον προορισμό τους, όσο και στα άρθρα του ή στο νεανικό του μυθιστόρημα Ο εξόριστος του 1831, κωμικοτραγικόν ιστόρημα. Ο Αλέξανδρος Σούτσος δεν είναι καταξιωμένος πεζογράφος, αλλά ο μηχανισμός της σάτιρας έτσι όπως εφαρμόστηκε από αυτόν στο πεζογράφημά του μας αποκαλύπτει με σαφήνεια τη λειτουργία που μπόρεσε να αποκτήσει η σατιρική επιθετικότητα. Μας βοηθά να αποτιμήσουμε πιο σωστά και το ρεαλισμό, έτσι όπως τον εφαρμόζει στη συνέχεια ένας Παλαιολόγος ή ένας Πιτσιπιός. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος στον Πολυπαθή πρώτα και στον Ζωγράφο αργότερα υπακούει στα ερεθίσματα της σάτιρας για να στήσει τις ιστορίες του. Προβάλλει ως πρόφαση το συνδυασμό «το ηδύ με το ωφέλιμον», και υπό την κάλυψη αυτή προχωρεί σε ένα πίνακα της κοινωνικής πραγματικότητας του καιρού του. Ζητά συγγνώμη αν ενοχλεί με την ειλικρίνειά του. Ο Πιτσιπιός πάλι, από τη δική του πλευρά, με τον Πίθηκο Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος (1848) κάνει κάτι ανάλογο. Δεν πρέπει να μας παραπλανήσει η λέξη ήθη, που τη συναντούμε ήδη στον τίτλο: σε αυτή την πρώιμη εποχή η χρήση της απηχεί το roman de moeurs του γαλλικού Διαφωτισμού και δεν αποτελεί προμήνυμα της ηθογραφίας καθεαυτήν.
Αν δεν πρόκειται για ηθογραφία, όπως την εννοούμε αναφερόμενοι στην αφηγηματογραφία του τέλους του 19ου αιώνα, δεν πρόκειται ακριβώς ούτε και για ρεαλισμό.
Πότε, αλήθεια, έχουμε ουσιαστικά τεκμήρια για την αρχή του ρεαλισμού ως κίνημα στον ελληνικό χώρο; Μήπως με τον Παύλο Καλλιγά; Ο Παύλος Καλλιγάς αντιμετωπίζει την κοινωνική πραγματικότητα του καιρού του δίχως ψευδαπάτες, και, κάτι πολύ σημαντικό που τον διακρίνει από τον Πιτσιπιό και τον Παλαιολόγο, η αναπαράσταση της κοινωνίας που επιχειρεί δεν είναι εμπνευσμένη από σατιρικό πνεύμα. Οι ήρωές του ανήκουν σε ταπεινή κοινωνική τάξη, αλλά ούτε και αυτό αρκεί. Ας αφήσουμε να περάσουν άλλα είκοσι πέντε χρόνια.
Θα εδίσταζα πράγματι να αναφερθώ στη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (1871) μέσα στο πλαίσιο του ρεαλιστικού προβληματισμού, ενώ δεν έχω αμφιβολίες για τις προθέσεις του Βικέλα στον Λουκή Λάρα (1879). Εδώ έχουμε έναν συγκροτημένο συγγραφέα, καλά πληροφορημένο για το τι συμβαίνει στον τόπο του όσο και στη Δύση. Έχουμε τη δηλωμένη μαρτυρία των αντιλήψεών του, που έστω κι αν είναι διατυπωμένες μεταγενέστερα, δείχνουν έναν διανοούμενο που κοιτάζει προς τους νέους προσανατολισμούς της Εσπερίας έχοντας το νου συγκεντρωμένο στην ελληνική πραγματικότητα. Το γνωστότατό του άρθρο για την ελαφρά φιλολογία, όπου ο Βικέλας επισημαίνει την ανάγκη μιας αφηγηματογραφίας που να αντιστοιχεί στις προδιαγραφές του ρεαλισμού, είναι βέβαια γραμμένο όταν πια άλλοι Έλληνες πεζογράφοι, πολύ πιο προικισμένοι από αυτόν, έχουν επιβάλει την προσωπικότητά τους (ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Καρκαβίτσας) και έχει ήδη προκηρυχτεί ο διαγωνισμός για ελληνικό διήγημα. Ο Βικέλας επικαλείται την ανάγκη μυθιστορημάτων δίχως απίθανες ηρωικές και ερωτικές περιπέτειες, με ψυχολογημένα πρόσωπα, με συνέπεια στο ξετύλιγμα της πλοκής, μάλιστα μιλά ρητά για αίτια και αιτιατά. Από αυτά τα αιτήματα που αναγνωρίζει στο γαλλικό μυθιστόρημα του καιρού του, ο Βικέλας έχει εφαρμόσει όσα συμβιβάζονται με τη δική του ιδιοσυγκρασία και τις δικές του ικανότητες· φτιάχνει προσγειωμένους χαρακτήρες, υποστηρίζει με χαμηλόφωνη έξαρση τα ηθικά και πατριωτικά αισθήματα. Η μετριοπάθεια του Βικέλα, για την οποία διακρίνονται γενικά η προσωπικότητά του και η συμπεριφορά του στο χώρο της λογοτεχνίας, τον διαφύλαξε από τις υπερβολές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα επεισόδια που αφηγείται στον Λουκή Λάρα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (εξάλλου η ιστορία του Τζίφου είναι εκεί στη διάθεσή μας). Αυτή όμως η πιστότητα στα αληθινά συμβάντα είναι άραγε από μόνη της αρκετή για να πειστούμε ότι ο Βικέλας έγραψε ένα ρεαλιστικό έργο;
Το διάστημα κατά το οποίο ο Βικέλας αρχίζει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο με τη δημοσίευση του Λουκή Λάρα είναι το πιο δημιουργικό και αποφασιστικό για τη γονιμοποίηση μιας αφηγηματικής τέχνης που ξανοίγεται προς το ρεαλισμό, που συντονίζεται με ό,τι συνέβαινε τότε σε άλλες χώρες, και που θα καταλήξει σε εκδηλώσεις νατουραλιστικού παροξυσμού. Αυτή τη στιγμή χρησιμοποιώ τη λέξη ρεαλισμός εννοώντας όχι πια τη διαχρονική αφηρημένη έννοια του ρεαλισμού, αλλά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο της αφηγηματικής τέχνης που καθιερώνεται με το όνομα τούτο.
Γι’ αυτό δεν είναι άσκοπο να αντιμετωπίσει κανείς τη ρεαλιστική τεχνοτροπία αντιπαραβάλλοντάς τη, όπως εξάλλου έχει γίνει από καιρό εκ μέρους ενός νοήμονος μελετητή (και εννοώ τον Wellek, το 1960), με την τεχνοτροπία που είχε προηγηθεί, και από την οποία ήθελε να διαφοροποιηθεί, δηλαδή με το ρομαντισμό. Τώρα οι αφηγητές αποφεύγουν ό,τι προηγουμένως χαρακτήριζε και αποτελούσε τα προσόντα ενός έργου· ήτοι το φανταστικό, το παραμυθένιο, το τυχαίο και απίθανο.
Από το έτος 1880 και ύστερα, τα πράγματα αρχίζουν να τρέχουν. Πρωταγωνιστές είναι ως γνωστό άξιοι πεζογράφοι σαν τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, τον Καρκαβίτσα ή, με τον δικό του τρόπο, τον Ροΐδη. Στην πραγματικότητα την εξουσία ασκούν οι εκδότες του ημερήσιου και του περιοδικού Τύπου, που ακολουθούν τις οδηγίες λογίων όπως του Άγγελου Βλάχου, του Νικόλαου Πολίτη, για να περιοριστώ σε δύο σημαίνουσες προσωπικότητες που θα μας απασχολήσουν εδώ. Πρόκειται για ιδιοσυγκρασίες πληθωρικές, πλούσιες σε γνώσεις, σε ταλέντο, γεμάτες εποικοδομητικές πρωτοβουλίες. Αγαπούν τον τόπο τους, θέλουν την πρόοδο. Αλλά δυσπιστούν απέναντι στις ακρότητες όσων βιάζονται να εφαρμόσουν σώνει και καλά καθετί το νέο. Δεν πρόκειται πάντως για προσωπικότητες που, με λεξιλόγιο του 20ού αιώνα, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αντιδραστικές.
Ως υποστηρικτές της υγιούς πολιτικής και της υγιούς λογοτεχνίας, οι δύο αυτοί λόγιοι άνδρες προσπαθούν να προλάβουν το κακό μόλις αυτό εμφανίζεται στον ορίζοντα, και το καταπολεμούν με τα όπλα που νομίζουν πιο αποτελεσματικά. Σήμερα βέβαια έχουμε χάσει τη μνήμη μιας εποχής όπου το μυθιστόρημα γινόταν εύκολος στόχος των καλοπροαίρετων αστών κατατάσσοντάς το σε μια κατηγορία που ήταν γνωστή ως «ελαφρά» λογοτεχνία. Μέσα σε αυτό το κλίμα ηθικολογίας, η κλίμακα κοινωνικών αξιών τοποθετούσε το επινοημένο αφήγημα πολύ χαμηλά. Ενώ το αναγνωστικό κοινό διψούσε για αφηγηματικά κείμενα, πολύ δύσκολα μπορούσε να δεχτεί ιστορίες επιλήψιμες που αφορούσαν τη δική του κοινωνία. Τα κάπου εφτακόσια πενήντα μυθιστορήματα που μεταφράζονται, ιδίως από τα γαλλικά, και κυκλοφορούν στην ελευθερωμένη Ελλάδα μέχρι το 1880 (σύμφωνα με τη μέτρηση της Ντενίση, 1995) αποτελούν ένα αδιαμφισβήτητο τεκμήριο για τη ζήτηση που έχει δημιουργηθεί μέσα σε μια κοινωνία που πήρε το δρόμο του βάναυσου εξαστισμού, έχει μόλις βγει από τον αναλφαβητισμό και τώρα πιάνει να καταναλώνει εφημερίδες και περιοδικά. Οι οικογενειάρχες αρχίζουν να ανησυχούν για την ανατροφή των παιδιών τους, εξορκίζουν τα κακά παραδείγματα. Μέσα σε αυτό το κλίμα ηθικού συναγερμού, αν θέλετε ηθικών προκαταλήψεων, πρέπει να θεωρήσουμε πολύ τολμηρή την απόφαση, λόγου χάρη, ενός Α.Ρ. Ραγκαβή και άλλων επιφανών Ελλήνων με αξιόλογη θέση στην κοινωνία, που δημοσιεύουν τα αφηγηματικά σκαριφήματά τους. Η νομιμοποίηση του έργου τους μέσα σε μια κοινωνία στενού ορίζοντα απαιτεί να γίνεται με το ελάχιστο ρίσκο. Το άλλοθι που στηρίζεται στη δυάδα «τερπνόν και ωφέλιμον» δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Το επικαλούνται οι μυθιστοριογράφοι κάθε φορά που κινδυνεύει η κοινωνική τους τιμή.
Όλες αυτές οι συνθήκες βρίσκονται έξω από το έργο, θα πείτε, αλλά νομίζω ότι δεν μπορούν να αγνοηθούν από τους μελετητές εφόσον θέτουν αναπόδραστους όρους στο έργο και αποφασίζουν για τις επιλογές του συγγραφέα στο επίπεδο της θεματικής, όσο και στο επίπεδο του ύφους.
Ο Άγγελος Βλάχος, καθηγητής πανεπιστημίου, πολιτικός, διπλωμάτης, ο Νικόλαος Πολίτης, πανεπιστημιακός καθηγητής αρχαίας μυθολογίας, με βλέψεις προς την εξουσία, θέλουν την πρόοδο, θέλουν τα μυθιστορήματα, μεταφράζουν οι ίδιοι.
Λαμβάνουν υπόψη τη ζήτηση, αλλά δεν παραβλέπουν τα ιδεώδη του Έθνους, την πατριωτική ενθάρρυνση, την ηθική στήριξη, την εξωτερική πολιτική, και ανησυχούν μην τυχόν και επέλθει κάποια φθορά όταν η εισβολή ιδεών από τη Δύση γίνει με παράφορη ορμή.
Δύο επεισόδια που διαδραματίζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1880, προπαντός αν συνδυαστούν με τρόπο κατάλληλο, δίνουν μια πιστή αίσθηση των πραγμάτων. Το 1880 εκδίδεται η μετάφραση της Νανάς. Το 1883 προκηρύσσεται ο διαγωνισμός για «ελληνικό διήγημα». Πρωταγωνιστές έμμεσοι και εν μέρει αφανείς είναι ακριβώς ο Άγγελος Βλάχος και ο Νικόλαος Πολίτης.
Θα ανακεφαλαιώσω τα επεισόδια για όσους δεν τα θυμούνται, ιδίως όμως προς χάρη των ξένων φιλοξενούμενων του Συμποσίου αυτού.
 
Καταρχάς το μυθιστόρημα Νανά.
Στα 1879 το περιοδικό Ραμπαγάς αρχίζει να δημοσιεύει το μυθιστόρημα αυτό του Ζολά. Ο Άγγελος Βλάχος εξαπολύει τότε επίθεση σε μορφή επιστολής, τάχα προς έναν επαρχιώτη, για να καταπολεμήσει το σύνθημα του Ζολά και να σταματήσει τη μετάφραση (τίτλος: Η φυσιολογική σχολή και ο Ζολά). Σύμφωνα με τον Βλάχο, οι αντιλήψεις του Ζολά δεν είναι παρά η «έσχατη της παρακμής ακμή». Δεν δημιουργεί παρά «φιλολογικά τέρατα» και αποκλείει από τη φαντασία τον ιδεώδη κόσμο. Η Ελλάδα έχει ακμαίες δυνάμεις, είναι νέα, άφθαρτη και κάθε άλλο παρά γηραιά και διεφθαρμένη, όπως είναι η Ευρώπη.
Το μυθιστόρημα Νανά τελικά δημοσιεύεται ολόκληρο σε τόμο το επόμενο έτος. Το προλογίζει μια «επιστολιμαία διατριβή», σταλμένη από το Μπάρι της Ιταλίας. Δεν είναι γνωστόμέσα από ποιες διασυνδέσεις η επιστολή αυτή ένωσε την τύχη της με τη Νανά, περνώντας με αυτόν το συνδυασμό στην ιστορία. Ο συγγραφέας της είναι γνωστός κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια για μερικά διηγήματα, όχι ιδιαίτερης σημασίας και πάντως όχι νατουραλιστικά, δημοσιευμένα στην Εστία και αλλού. Η διατριβή του είναι πολύ πιο τολμηρή από αυτά.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο άξονες που κατευθύνουν τον επηρμένο ενθουσιασμό του νεαρού Γιαννόπουλου και που διαπλέκονται μεταξύ τους, μια και αμφότεροι προέρχονται από το ισχυρό μήνυμα του Ζολά. Από τη μια πλευρά έχουμε την επαγγελία που αφορά την κοινωνία: απαιτήσεις του «νεωτερισμού» που επιβάλλονται από την πρόοδο, και επιπλέον άνοιγμα του ορίζοντα πέρα από τα εθνικά σύνορα. «Η ανθρωπότης τείνει να κατακτήσει την ιδέαν της πατρίδος ευρείαν όσον ο κόσμος.» Η ελληνική παράδοση δεν απειλείται από τον κοσμοπολιτισμό, επειδή είναι πολύ ισχυρή και γερή.
Ο άλλος άξονας μας θέτει μπρος στην ουσία του νατουραλισμού. Ο Γιαννόπουλος εξηγεί: «Η θεωρία του Ζώλα είναι ότι ηθικώς ο άνθρωπος μεταβάλλεται αφομοιούμενος προς τον χώρον εν ω ζη. Δύναται ούτος να έχη εμφύτους αγαθάς τινάς ορμάς ή ιδιότητας· αλλά τα πρόσωπα του Ζώλα είναι άνθρωποι εξ εκείνων ους βλέπομεν καθ’ εκάστην και οίτινες στερούνται της εκτάκτου ηθικής δυνάμεως, ήτις ανθίσταται κατά του παραδείγματος και νικά το εν εαυτή ζωώδες ένστικτον». Με άλλα λόγια, αντικείμενο μελέτης του συγγραφέα που θέλει να ακολουθήσει τη νέα τεχνοτροπία είναι «ο άνθρωπος κατερχόμενος προς το κτήνος, η διάνοια σκοτιζόμενη υπό των ενστίκτων, η αρετή κατά μικρόν καταβαλλομένη και εκπνέουσα εν τη βαρεία και πνιγηρά ατμοσφαίρα της διαφθοράς».
Η υποβάθμιση του ανθρώπου στα ένστικτά του και στην κληρονομικότητα είναι συνέπεια της έμφασης που ο νατουραλισμός δίνει στην ωμή πραγματικότητα, για να αντισταθμίσει τον ιδανικό κόσμο που οι λογοτέχνες είχαν προβάλει μέχρι τότε.
Τι ακριβώς ήξερε ο Γιαννόπουλος για το νατουραλισμό και τον Ζολά, δεν μας είναι γνωστό. Γεγονός είναι ότι ένα χρόνο νωρίτερα, ο μεγάλος ιταλός κριτικός Francesco De Sanctis είχε γράψει μια σειρά άρθρα για το ίδιο ζήτημα ξεσηκώνοντας τη νεολαία. Ένα από αυτά είχαν ως τίτλο «Reale e ideale in Zola» [Πραγματικό και ιδεατό στον Ζολά]. Ο ίδιος ο Γιαννόπουλος προφέρει το επώνυμο του Γάλλου με ιταλική προφορά, τονίζοντας την παραλήγουσα, Ζώλα. Αυτές όμως είναι λεπτομέρειες που δεν μας ενδιαφέρουν αυτή τη στιγμή.
 
Το άλλο σημαδιακό επεισόδιο της εποχής αυτής, που τείνει να διαδραματίσει ρόλο συμβόλου μιας κρίσιμης στιγμής, είναι ο διαγωνισμός για «ελληνικό διήγημα» που προκηρύσσει το περιοδικό Εστία στα 1883. Πρόκειται για δεδηλωμένη αντεπίθεση προς επανόρθωση της εισβολής ιδεών που απειλούν να διαταράξουν την ομαλή εξέλιξη της εθνικής λογοτεχνίας. Το σχέδιο της σύνταξης του περιοδικού δεν διατυπώνεται με σαφήνεια, αλλά ο βασικός στόχος είναι φανερός: να στραφεί η προσοχή προς την ελληνική θεματική, για να κατασταλεί όχι μόνο η εισβολή μέτριων και επικίνδυνων μυθιστορημάτων μεταφρασμένων από τα γαλλικά, αλλά προπαντός να πάψει η πολύ κακή συνήθεια συγγραφής πεζογραφημάτων από ελληνικής πλευράς με θέματα ξενόφερτα ή εξωτικά. Ο κύριος όρος του διαγωνισμού αφορά τα θέματα ακριβώς του διηγήματος, που πρέπει να συνίστανται «εις περιγραφήν σκηνών του βίου του ελληνικού λαού εν οιαδήποτε των περιόδων της ιστορίας αυτού».
Ο περισπασμός επέτυχε. Η παραγωγή διηγημάτων με θέμα ιδίως τη ζωή της υπαίθρου πολλαπλασιάστηκε εντυπωσιακά, αλλά από τη μεγάλη συγκομιδή επέπλευσαν λίγες μόνο προσωπικότητες. Οι σημαντικοί πεζογράφοι που συνεχίζουν να διαβάζονται μέχρι σήμερα και να προσελκύουν το ενδιαφέρον των μελετητών παραμένουν ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Καρκαβίτσας, που πέρασαν τη συγγραφική τους ζωή αφιερωμένοι με πάθος στον στενό περίγυρο της κοινωνίας τους και στην προσωπική εμπειρία ζωής. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης, μέσα από αυτό τον φαινομενικά στενό χώρο, βρήκαν τον τρόπο να επινοήσουν λύσεις εντελώς νέες για την προοπτική της λογοτεχνικής μνήμης, ένα εντελώς προσωπικό ύφος, που αντιπροσώπευσαν αστείρευτη πηγή συγκίνησης για τον αναγνώστη. Θέλω να υπογραμμίσω με αυτές τις νύξεις το γεγονός ότι, παράλληλα με το διαγωνισμό του 1883, είχε δημιουργηθεί και ένα κατάλληλο κλίμα ανάμεσα στους συγγραφείς, και ανάμεσα σε ένα κοινό που έμαθε να εκτιμά τα ελληνικά θέματα.
 
Και ο νατουραλισμός;
Ο νατουραλισμός ενεργεί με θετικά αποτελέσματα διαγωνίως· δηλαδή, υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες ένας συγγραφέας επιμένει σε αντιλήψεις και σε λύσεις που περνούν πολύ κοντά από τον γαλλικό ιδίως νατουραλισμό. Το Συμπόσιό μας θα υπογραμμίσει μερικές από τις όψεις τις οποίες υπαινίσσομαι. Ο νατουραλισμός στον Παπαδιαμάντη της Φόνισσας, στον Καρκαβίτσα του Ζητιάνου, αλλά και στον Ξενόπουλο, και αργότερα στον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη αποτελούν στιγμές όπου τα ερεθίσματα που εκτοξεύτηκαν από τον Ζολά οδηγούν στα πιο γόνιμα αποτελέσματα.
 
Και τώρα επιτρέψτε μου να περάσω με συντομία σε έναν άλλο κύκλο προβληματισμού.
Αρκετά γρήγορα χρησιμοποιήθηκε ο όρος ηθογραφία για να χαρακτηριστεί η αφηγηματογραφία με θέματα αντλημένα προπαντός από την ύπαιθρο (αργότερα και εκείνα που ανήκαν στην πόλη). Όχι σπανίως η λέξη χρησιμοποιήθηκε σε υπότιτλο διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Ήδη στην αρχή του 20ού αιώνα όμως άρχισε να αμφισβητείται. Το αποφασιστικό πλήγμα επήλθε με τους νέους συγγραφείς της δεκαετίας του 1930, που απέβλεπαν στα μέσα έκφρασης της μοντέρνας τεχνοτροπίας και έδειχναν όλη τους τη δυσφορία απέναντι στην ηθογραφία, και γενικά απέναντι στις ρεαλιστικές διαδικασίες. Η κριτική και η ιστοριογραφία της ίδιας λογοτεχνικής γενιάς ακολουθούσαν αντίστοιχες τάσεις.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο η κριτική αντιμετώπιση του θέματος δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα. Ένας μελετητής που καταπιάστηκε τότε με την πεζογραφία του 19ου αιώνα, στα 1958, παρά τις καλές του προθέσεις αφιέρωνε ένα μεγάλο κεφάλαιο βιβλίου στο «ηθογραφικό μυθιστόρημα», δίχως καθόλου να προβληματιστεί για τον όρο, την καταγωγή του, τη λειτουργία του. Μιλούσε ωστόσο για τις «επιδράσεις» του γαλλικού νατουραλισμού, και αυτό είναι ήδη κάτι.
Το ζήτημα αδρανούσε μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν πρωτοέγινε λόγος για την ηθογραφία με τρόπο πιο συστηματικό και μεθοδολογικά πιο στέρεο. Από τη μια πλευρά, γινόταν συσχέτιση με τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της εποχής κατά την οποία εμφανίστηκε ο ρεαλισμός όπως τον εννοούμε, ενώ, από την άλλη, διεξαγόταν μια πρώτη έρευνα για τις χρήσεις του ρεαλισμού στην αφήγηση και τις συνέπειες στον ευθύ και στον ελεύθερο πλάγιο λόγο. Τότε κυκλοφορούσε και μια επιλογή διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, όπου ο επιμελητής, στην ευρεία εισαγωγική του μελέτη, εξέταζε αναλυτικά το κλίμα της ελληνικής πεζογραφίας κατά τα χρόνια του Σκιαθίτη συγγραφέα. Μιλούσε για «ηθογραφικό νατουραλισμό». Ο ίδιος επιμελητής επανέρχεται στην περιγραφή της πεζογραφίας της ίδιας περιόδου παρουσιάζοντας διηγήματα του Βιζυηνού (1980). Τον απασχολεί η σχέση του πεζογράφου αυτού με τη λαογραφία, επισημαίνοντας το γεγονός ότι «βρίσκεται πολύ μακριά από τους απλοϊκούς ηθογράφους». Διαχωρίζει τους χρόνους της αφήγησης από τους χρόνους της ιστορίας. Αντιμετωπίζει ζητήματα εστίασης που πρώτα περνούσαν απαρατήρητα. Δεν αργούν να εμφανιστούν μελέτες άλλων νεοελληνιστών, που επανεξετάζουν τα ζητήματα αφηγηματικής προοπτικής στον Βιζυηνό και προχωρούν στην ανάλυση του ελεύθερου πλάγιου λόγου. Διαπιστώνεται τελικά η αμηχανία στην οποία βρέθηκε ο μεταφραστής του Ζολά, όταν υποχρεώθηκε να παρακάμψει τις δυσκολίες ελεύθερου πλάγιου λόγου που παρουσίαζε η διατύπωση της Νανάς.
Άλλος μελετητής, σχολιάζοντας έργο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1986), αναλύει τις νατουραλιστικές εκδηλώσεις του μυθιστοριογράφου αυτού. Στη συνέχεια προσπαθεί να ξεχωρίσει σελίδες με ελεύθερο πλάγιο λόγο και με εσωτερικό μονόλογο.
Το έργο του Παπαδιαμάντη έδωσε πολύ περισσότερες ευκαιρίες για ανάλυση ήδη από το 1981, και εξακολουθεί να προσφέρεται για εργασίες ενδιαφέρουσες, για διατριβές (1987) και άλλες μελέτες.
Στη γραμμή αυτή προχωρούν οι νέοι ερευνητές σε σημείο που μπορεί να αναρωτηθεί κανείς σήμερα –το ερώτημα είναι ρητορικό– αν μένει άλλη πτυχή του Παπαδιαμάντη προς ανάλυση. Δεν θα πούμε ψέματα αν ψιθυρίσουμε ότι η ακαδημαϊκή ζωή έχει τις σκληρές απαιτήσεις της, που δεν συμπίπτουν αναγκαστικά με τις απαιτήσεις της ελεύθερης κριτικής.
Ποια είναι η διαπλοκή ρεαλισμού-νατουραλισμού-ηθογραφίας; Ίσως θα μπορέσουμε να δώσουμε κάποια απάντηση καθώς προχωρούν οι εργασίες αυτού του Συμποσίου. Όσο για την «ηθογραφία», αρκεί να υπενθυμίσω ότι πρόσφατα αμφισβητήθηκε ως όρος που αντέχει στη χρήση της κριτικής μελέτης. Κάποιος πρότεινε πολύ σοφά να τον καταργήσουμε. Εκείνο που περιμένω, και το εύχομαι, είναι να ξεκαθαριστεί κατά τη διάρκεια των εργασιών μας ο ρόλος του νατουραλισμού –γενικότερα του ευρωπαϊκού νατουραλιστικού κινήματος– στην κατεύθυνση ελληνικών, αυτόχθονων τάσεων – όσες είναι πραγματικά γόνιμες, αληθινά νόμιμες, και οπωσδήποτε τεκμηριωμένα δημιουργικές για την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Η ελληνική λογοτεχνία, στη μακρά της πορεία, αντιμετώπισε επάλληλα κύματα ανανέωσης που προέρχονταν από τη Δύση. Αλλά η Δύση είναι καμωμένη από το ίδιο αίμα, δεν είναι ξένο σώμα, και οι σχέσεις της δεν παρουσίαζαν καμία απειλή για τη μακρόχρονη παράδοσή της. Κάθε φορά που η ελληνική λογοτεχνία δέχτηκε ερεθίσματα από τη Δύση, και αυτό είναι το συμπέρασμα μακρόχρονης τριβής με το θέμα, δεν υπέστη καμιά φθορά. Αντίθετα, τα ερεθίσματα αυτά ενδυνάμωσαν την ελληνική παράδοση και τα θεμελιακά της χαρακτηριστικά.
Μια ματιά στο παρελθόν μας πείθει γι’ αυτό. Κατά το τέλος της Αναγέννησης, η ιταλική λογοτεχνία συνετέλεσε στην ανάδειξη της ελληνικής γλώσσας, πρόσθεσε καινούρια νοήματα στη λαϊκή λυρική παράδοση με τον Ερωτόκριτο και τις τραγωδίες, που επανέφεραν εξάλλου στον τόπο καταγωγής του το θέατρο. Ο γαλλικός Διαφωτισμός και το παριζιάνικο ελευθεριάζον μοντέλο ζωής των γαλλικών μυθιστορημάτων και του Restif de la Bretonne δεν έβλαψαν και δεν εμίαναν το ελληνικό ήθος, αντίθετα έφεραν στο προσκήνιο την καθημερινή ζωή των Ελλήνων με μεγάλη πιστότητα όσον αφορά τα πρόσωπα και τις συμπεριφορές· μια μαρτυρία ζωτικότητας και δημιουργικότητας.
Έναν αιώνα αργότερα, το ίδιο έπραξαν ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός. Και αυτή η ουσιαστική σύμπραξη του νατουραλισμού με τις ελληνικές αυτοφυείς απαιτήσεις εύχομαι να γίνει απόκτημα των γνώσεών μας, με την αποπεράτωση των εργασιών αυτού εδώ του Συμποσίου.
 
Η βιβλιογραφία για τα θέματα που θίγονται εδώ είναι μεγάλη και γνωστή στους συνέδρους. Ο πληροφορημένος ακροατής/αναγνώστης θα αναγνωρίσει τους μελετητές στους οποίους γίνεται υπαινιγμός στο τελευταίο μέρος (Απόστολος Σαχίνης, Πάνος Μουλλάς, Γιώργος Βελουδής, Massimo Peri, Γιώργος Κεχαγιόγλου, Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, Χριστόφορος Μηλιώνης).
 
Η επισκόπηση ετούτη αποτελεί μία από τις τρεις ομιλίες της εναρκτήριας συνεδρίας του Συμποσίου της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας με τίτλο «Ο νατουραλισμός στην Ελλάδα» (14 και 15 Δεκεμβρίου 2001), στο Αμφιθέατρο του κεντρικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με πρόεδρο της οργανωτικής επιτροπής την Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού.
 
Mario Vitti, Δωμάτιο με θέα (Άρθρα και Ομιλίες), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

Charles Chadwick «Η θεωρία του Συμβολισμού»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Charles Chadwick «Η θεωρία του Συμβολισμού»
 
Γραμμένη με μικρό το αρχικό της γράμμα, η λέξη «συμβολισμός», όπως και οι λέξεις «ρομαντισμός» και «κλασικισμός», αποκτά μια εξαιρετικά πλατιά σημασία. Μπορεί τότε να περιγράψει οποιοδήποτε τρόπο έκφρασης που, αντί να αναφέρεται άμεσα σε κάτι, αναφέρεται έμμεσα, μέσα από κάτι άλλο. Γι’ αυτό είναι απαραίτητος ένας περιορισμός της έννοιας της λέξης «συμβολισμός», αν πρόκειται να έχει κάποια χρησιμότητα ως κριτικός όρος.
Ένα πρώτο στάδιο σ’ αυτή τη διαδικασία θα ήταν να συμφωνήσουμε ότι συμβολισμός δεν είναι η απλή αντικατάσταση ενός αντικειμένου με κάποιο άλλο - συγκρίνοντας, λ.χ., όπως ο Milton, τις ηττημένες λεγεώνες του Σατανά με «τα φθινοπωρινά φύλλα που σκορπίσαν στης Βαλλομπρόζα τα ρυάκια» - αλλά η χρήση μιας συγκεκριμένης εικονοποιίας για να εκφράσουμε αφηρημένες ιδέες και συναισθήματα. Όμως, κι αυτό ακόμη δεν περιορίζει αρκετά την έννοια της λέξης αφού, όπως παρατήρησε ο T.S. Eliot σ’ ένα δοκίμιό του για τον Hamlet, ο μόνος τρόπος να εκφραστεί ένα συναίσθημα με τη μορφή της τέχνης είναι να βρεθεί, όχι κάποιο σύμβολο, αλλά μια «αντικειμενική συστοιχία» («objective correlative») όπως την ονομάζει, δηλαδή «ένα σύνολο αντικειμένων, μια κατάσταση, μια αλυσίδα γεγονότων που θα αποτελέσουν τη φόρμουλα αυτού ειδικά του συναισθήματος». Τριάντα χρόνια πριν από τον Eliot, το 1891, ο Stéphane Mallarmé είπε κάτι παρόμοιο, όταν όρισε τον Συμβολισμό ως την τέχνη «του να ανακαλείς βαθμιαία ένα αντικείμενο έτσι ώστε να φανερώσεις μια διάθεση, ή, αντίστροφα, του να διαλέγεις ένα αντικείμενο και ν’ αποστάξεις από αυτό μια “ψυχική κατάσταση” (état d'âme)» («Oeuvres Completes»). Αλλά είχε προσθέσει πως αυτή η διάθεση πρέπει να εξαχθεί «με μια σειρά αποκρυπτογραφήσεων» («par une série de dechiffrements») και αξίζει να σημειωθεί ότι στο πρώτο μισό του ορισμού του λέει ότι η υποβολή του αντικειμένου γίνεται βαθμιαία. Και οι δύο αυτές φράσεις υποδηλώνουν ότι και «το αντικειμενικό σύστοιχο» και η συσχετισμένη με αυτό διάθεση δεν πρέπει να φανερωθούν καθαρά και ξάστερα, αλλά πρέπει απλώς να υπονοούνται. Αυτό ακριβώς είναι ένα σημείο στο οποίο ο Mallarmé δίνει ιδιαίτερη έμφαση αλλού στην ίδια περικοπή, όταν ισχυρίζεται ότι «με το να κατονομάσεις ένα αντικείμενο καταστρέφεις το μεγαλύτερο μέρος της απόλαυσης που προσφέρει ένα ποίημα, αφού η απόλαυση αυτή συνίσταται στη διαδικασία της σταδιακής αποκάλυψης». Όπως ισχυρίζεται, το αντικείμενο πρέπει απλά και μόνο να υποβάλλεται («suggérer, voilà le rêve») και συμπεραίνει ότι η τέλεια χρήση αυτής της μυστηριώδους διαδικασίας αποτελεί το Συμβολισμό («c’est le parfait usage de ce mystère qui constitue le symbole»). 
Ο μαθητής του Mallarmé, Henri de Régnier έκανε περίπου την ίδια παρατήρηση ορίζοντας ότι ο όρος «σύμβολο» είναι η σύγκριση μεταξύ του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, όταν ο ένας από τους δυό όρους της σύγκρισης υπονοείται μόνο — «une comparaison de l’abstrait au concret dont un des termes reste sous-entendu». Και όπως ακόμη επεσήμανε ο Régnier, επειδή έτσι το σύμβολο στέκεται συχνά από μόνο του, ενώ στον αναγνώστη δίνεται ελάχιστη ή καμιά ένδειξη γι’ αυτό που συμβολίζεται, η Συμβολιστική ποίηση χαρακτηρίζεται αναπόφευκτα από μια κάποια ενδογενή σκοτεινότητα. Λέγεται ότι ο Mallarmé είχε αποβάλει από το λεξιλόγιό του τις λέξεις «όπως» και «σαν» και παρόλο που μερικά από τα πρώτα του ποιήματα χωρίζονται σαφώς σε μια αρχική εικόνα και σ’ ένα δεύτερο ερμηνευτικό τμήμα που την ακολουθεί, στα μετέπειτα ποιήματά του τείνει όλο και πιο πολύ να παραλείπει ή τουλάχιστο να μειώνει τη σημασία της ερμηνείας και ν’ αφήνει το σύμβολο δίχως επεξήγηση. Με τον ίδιο τρόπο, τα θλιμμένα και πένθιμα τοπία του Mallarmé, Paul Verlaine, έχουν σκοπό να μεταδώσουν στον αναγνώστη τη βαθιά μελαγχολία του ποιητή, μόλο που τα ποιήματά του σπάνια δηλώνουν ξεκάθαρα ότι αυτή είναι η πρόθεσή τους.
Μπορούμε λοιπόν να ορίσουμε το Συμβολισμό ως την τέχνη που εκφράζει ιδέες και συναισθήματα όχι όμως με την άμεση περιγραφή τους ούτε προσδιορίζοντάς τα με φανερές παρομοιώσεις ή με συγκεκριμένες εικόνες, αλλά με την υποβολή αυτών των ιδεών και συναισθημάτων, με την ανασύνταξή τους στο νου του αναγνώστη, ανασύνταξη που χρησιμοποιεί σύμβολα που δεν επεξηγούνται.
Αυτή όμως είναι μια μόνο όψη του συμβολισμού, η προσωπική όψη, θα λέγαμε, που παραμένει στο ανθρώπινο επίπεδο. Υπάρχει μια δεύτερη όψη που συχνά ονομάζεται «υπερβατικός Συμβολισμός», στη οποία συγκεκριμένες εικόνες χρησιμοποιούνται όχι ως σύμβολα των προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων του ποιητή αλλά ως σύμβολα ενός ιδεατού κόσμου, απέραντου και γενικού, του οποίου ατελή μόνο απεικόνιση αποτελεί η πραγματικότητα. Αυτή η αντίληψη ενός ιδεατού κόσμου που βρίσκεται πέρα και πάνω από την πραγματικότητα είχε διαδοθεί από το φιλόσοφο του 18ου αιώνα Swedenborg, ανάγεται βέβαια τουλάχιστο ως τον Πλάτωνα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στο Χριστιανισμό. Αλλά μόλις το 19ο αιώνα, όταν η παρακμή της Χριστιανικής πίστης συνοδεύτηκε από την αναζήτηση τρόπων φυγής από τη σκληρή πραγματικότητα, έγινε αντιληπτή η ιδέα πως αυτός ο άλλος κόσμος είναι εφικτός όχι μέσα από το μυστικισμό ή τη θρησκεία, αλλά μέσα από την ποίηση. «C’est par et à travers la poésie», είπε ο Baudelaire στις «Νέες Σημειώσεις για τον Edgar Poe» («Notes Nouvelles sur Edgar Poe»), « que l’âme entrevoit les splendeurs situées derrière le tombeau» («με την ποίηση και διά μέσου της ποίησης, η ψυχή διακρίνει το μεγαλείο που υπάρχει πέρα από τον τάφο») και συνέχισε λέγοντας ότι όταν ένα τέλειο ποίημα φέρνει δάκρυα στα μάτια, αυτό αποδείχνει ότι ο αναγνώστης νιώθει εξόριστος σ’ έναν κόσμο ατελή και επιθυμεί να δραπετεύσει σ’ έναν παράδεισο που του έχει φανερωθεί (c’est le temoignage d’une nature exilée dans l'imparfait et que voudrait s’emparer immediatement sur cette terre même, d’un paradis révélé). Ο Baudelaire και οι διάδοχοί του ήταν εκείνοι που ανύψωσαν τον ποιητή στη θέση ενός ιερέα, ενός προφήτη, ή αυτού που ο Rimbaud ονόμασε «le poète - voyant» («ο ποιητής οραματιστής»), προικισμένου με την ικανότητα να βλέπει πίσω και πέρα από τα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου τις ουσίες που κρύβονται στον ιδεατό κόσμο. Σκοπός της ποίησης ήταν τώρα να δημιουργεί για χάρη του αναγνώστη αυτό τον εξωπραγματικό κόσμο με μια επιδέξια μεταμόρφωση της πραγματικότητας που ξέρουμε. Ο Mallarmé προσδιόρισε αυτό το σκοπό σ’ ένα πολύ γνωστό απόσπασμα, όπου δηλώνει ότι έχει δη-
μιουργήσει με την ποίησή του όχι κάποιο πραγματικό λουλούδι, αλλά «l’absente de tous bouquets», το ουσιαστικό λουλούδι που δε βρίσκεται ανάμεσα στα λουλούδια αυτού του κόσμου. Όλος ο σκοπός της ποίησης, είπε σε μια άλλη περίφημη φράση του, είναι να δημιουργεί «sans la gêne d’un proche ou concret rappel, la notion pure» («καθαρές ουσίες, απρόσβλητες από οποιαδήποτε ηχώ της συγκεκριμένης πραγματικότητας που μας περιβάλλει»). Παρόλο που σκοπός του υπερβατικού Συμβολιστή είναι να προχωρήσει πέρα από την πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από αυτήν, ακριβώς όπως και ο Συμβολιστής που κινείται σ’ ένα ανθρώπινο επίπεδο. Για να γίνει, όμως, δυνατή η μετάβαση από τον πραγματικό στον ιδεατό κόσμο, η εικονοποιία αυτού του είδους της συμβολιστικής ποίησης γίνεται συχνά σκοτεινή ή και συγκεχυμένη. Αυτό όμως είναι ένα σκόπιμο θόλωμα, έτσι ώστε η προσοχή του αναγνώστη να συγκεντρωθεί στην ιδέα καθαυτή (για να χρησιμοποιήσουμε τον πλατωνικό όρο, στον οποίο είχαν ιδιαίτερη προτίμηση οι ίδιοι οι Συμβολιστές) της οποίας τα διάφορα σύμβολα είναι μερικές και ανεπαρκείς φανερώσεις. Για να πάρουμε ένα παράδειγμα που έδωσε ο ίδιος ο Mallarmé — αν ο ποιητής θέλει να παρουσιάσει στον αναγνώστη το ιδεατό άνθος δεν πρέπει να περιγράψει την ιδεατή εικόνα ενός τριαντάφυλλου ή ενός κρίνου, αλλά πρέπει να περιπλέξει τις δύο εικόνες έτσι ώστε να γίνει αντιληπτή η ιδέα και των δύο λουλουδιών μαζί. Ο ίδιος, ο υπέροχος και σχεδόν αμετάφραστος ορισμός του Mallarmé, μέρος του οποίου έχουμε ήδη παραθέσει, έχει ως εξής: «Je dis: une fleur! et hors de l’ oubli où ma voix relégue aucun contour, et tant que quelque chose d’autre que les calices sus, musicalement se lève, idée même et suave, l’absente de tous bouquets» («Oeuvres Complétes»). Συνεπώς, ο Mallarmé ξεκινά από την πραγματικότητα, αλλά κάθε απτό λουλούδι παραμερίζεται και κάτι διαφορετικό από «ένα γνωστό κάλυκα» ξεπετιέται, δηλαδή η τέλεια ιδέα ενός άνθους «l’ absente de tous bouquets» πού έχει ήδη αναφερθεί πιό πάνω.
Αξιοσημείωτο είναι ότι σ’ αυτό τό απόσπασμα ο Mallarmé χρησιμοποιεί το επίρρημα «musicalement» και αυτό γιατί μία από τις αρχές του Συμβολισμού, του υπερβατικού αλλά και του ανθρώπινου, που βοηθά στον ακριβέστερο ορισμό του, ήταν η εξίσωση της ποίησης με τη μουσική κατά προτίμηση, αντί για την εξίσωση της ποίησης με τη γλυπτική ή με τη ζωγραφική που ήταν διαδομένη στα μέσα του 19ου αιώνα στη Γαλλία. Ο λόγος αυτής της πίστης ήταν όπως το διατύπωσε ο Walter Pater στο Δοκίμιό του για τον Giorgione, δημοσιευμένο το 1873, ότι «όλη η τέχνη επιδιώκει την κατάσταση της μουσικής», ήταν πως η μουσική κατέχει ακριβώς την ιδιότητα της υποβολής που ζητούσαν οι Συμβολιστές ενώ, αντίθετα, δε διαθέτει αυτό ακριβώς το στοιχείο της ακρίβειας που αναγκαστικά έχουν οι λέξεις και που οι Συμβολιστές επιδίωκαν να καταπνίξουν. «De la musique avant toute chose» είναι η περίφημη εντολή με την ο- ποία αρχίζει η «Art Poétique» («Ποιητική Τέχνη») του Verlaine, γραμμένη το 1874, και τελειώνει με μια κατηγορηματική αποπομπή όλων όσων δε διαθέτουν αυτή την ασαφή
υποβλητική μουσική ιδιότητα, επειδή όλα αυτά δεν είναι παρά απλή φιλολογία: «Et tout le reste est littérature» («Oeuvres Complétes»). Με αυτό τον τρόπο απηχεί την εξίσου κατηγορηματική απόρριψη ολόκληρης της γαλλικής ποίησης από το Rimbaud σ’ ένα γράμμα του τρία χρόνια νωρίτερα: «tout est prose rimée» («Όλα είναι πρόζα που ομοιοκαταληκτεί»). Ο Paul Valéry, ο οποίος μπορεί ίσως να θεωρηθεί ο τελευταίος από τους Συμβολιστές, εκφράζει μια παρόμοια ιδέα όταν ορίζει το Συμβολισμό, σ’ ένα δοκίμιο για τον Baudelaire («Oeuvres Complétes») ως την επιθυμία μερικών ποιητών «να πάρουν πίσω από τη μουσική ό,τι βασικά τους ανήκει» (reprendre à la musique leur bien), σκέψη που είχε ήδη εκφράσει ο Mallarmé, από την αντίθετη όμως πλευρά, στο δοκίμιό του για τον Wagner, που τον είχε περιγράψει ως «σφετεριστή του καθήκοντος του ποιητή» («Oeuvres Complétes»). 
Εξαιτίας αυτής της επιθυμίας για τη ρευστότητα της μουσικής η Συμβολική ποίηση συχνά αρνήθηκε να υπακούσει στους αυστηρούς κανόνες της μετρικής, που, παρά τις προηγούμενες επαναστατικές απόπειρες των Ρομαντικών ποιητών, κυριαρχούσαν ακόμα στη Γαλλία. Το είδος και ο βαθμός της ελευθερίας ποικίλλει, φυσικά, ανάλογα με το άτομο — ο πρώτος από τους Συμβολιστές ο Baudelaire δεν ήταν μεγάλος νεωτεριστής και ο Verlaine δεν τόλμησε να προχωρήσει πέρα από τον «ελευθερωμένο στίχο» - «vers libérés» - ως τον «ελεύθερο στίχο» - «vers libres». Ο Rimbaud όμως σύντομα ξεπέρασε αυτές τις διστακτικές προσπάθειες για την απελευθέρωση της γαλλικής ποίησης από τα δεσμά των παραδοσιακών προτύπων της ρίμας και του ρυθμού και υιοθέτησε τη μορφή του πεζού ποιήματος. Όσο για τον Mallarmé, μολονότι φαίνεται να κινείται στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του μέσα στα παραδοσιακά πλαίσια, στην πραγματικότητα είναι, με τον παράδοξα διακριτικό τρόπο του, τόσο επαναστατικός όσο και ο Rimbaud και στους τελευταίους μήνες της ζωής του, το 1898, έγραψε το «Un Coup de Dés» («Μια Ριξιά Ζαριών») («Oeuvres Com-
plétes»), την πρωτοτυπία του οποίου δεν μπόρεσε να φτάσει κανένα άλλο γραπτό από τότε. Μπορούμε τελικά να πούμε ότι ο Συμβολισμός ήταν μια προσπάθεια να διεισδύσει μέσα και πέρα από την πραγματικότητα σ’ έναν κόσμο ιδεών, είτε των ιδεών και των συναισθημάτων του ίδιου του ποιητή, είτε των Ιδεών με την πλατωνική σημασία που αποτελούν έναν τέλειο υπερφυσικό κόσμο στον οποίο αποβλέπει ο άνθρωπος. Με σκοπό να προχωρήσει πέρα από την επιφάνεια της πραγματικότητας γίνεται συχνά μια συγχώνευση των εικόνων, ένα είδος στερεοσκοπικής εντύπωσης, ώστε να δοθεί μια τρίτη διάσταση. Μεγάλη έμφαση δίνεται επίσης στη μουσική ιδιότητα της ποίησης (που ο Valéry όρισε ως «cette hésitation prolongée entre le son et le sens» - «αυτή η παρατεταμένη ταλάντευση ανάμεσα στον ήχο και το νόημα») και επειδή γίνεται επιθυμητή μια μεγαλύτερη ευλυγισία εγκαταλείπεται, λ.χ., ο κανονικός ρυθμός του αλεξανδρινού δωδεκασύλλαβου και τα επαναλαμβανόμενα πρότυπα των παραδοσιακών μορφών ομοιοκαταληξίας.
Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια έγινε ο ορισμός του Συμβολισμού, που είχε αρχίσει σιγά σιγά να αποκτά τη δική του ταυτότητα, σε ένα μανιφέστο δημοσιευμένο από το Jean Moréas σε άρθρο της εφημερίδας «Le Figaro», στις 18 Σεπτέμβρη 1886. Μέσα σ αυτό υποστήριζε ότι είχε περάσει η εποχή του Ρομαντισμού καθώς και των διαδόχων του, δηλ. το κίνημα του Παρνασσισμού στην ποίηση και του Νατουραλισμού στο μυθιστόρημα και ότι αναμενόταν μια νέα μορφή τέχνης που ήταν και αναγκαία και αναπόφευκτη. Όριζε ότι η καινούρια κίνηση ήταν εναντίον της μετάδοσης πληροφοριών, εναντίον της ρητορείας, εναντίον της ψεύτικης συναισθηματικότητας και εναντίον της αντικειμενικής περιγραφής. Αντίθετα διακήρυσσε ότι σκοπός της νέας κίνησης ήταν η προσπάθεια να δώσει εξωτερική μορφή στις Ιδέες (σαφέστατα εννοεί τον όρο «Ιδέα» με τη σημασία της πλατωνικής φιλοσοφίας) — «la poésie symbolique
cherche à vétir l’idée d'une forme sensible». Ανάμεσα στους ηγέτες του νέου κινήματος αποκαλούσε τον Baudelaire «τον πραγματικό πρόδρομο» (le véritable précurseur) και επαινούσε το Mallarmé, επειδή είχε δώσει στο νέο κίνημα «την αίσθηση του μυστηρίου και του άφατου» (le sens du mystère et de l’ineffable), ενώ η συμβολή του Verlaine ήταν κατά τη γνώμη του Moréas «το σπάσιμο των βασανιστικών δεσμών της στιχουργίας». Η απουσία του Rimbaud από αυτό τον κατάλογο μπορεί να εκπλήσσει, αλλά ασφαλώς εξηγείται από το γεγονός ότι η φήμη του μόλις είχε αρχίσει να εδραιώνεται εκείνο τον καιρό.
Αν και ο Moréas έτσι παραδεχόταν ότι ο Συμβολισμός υπήρχε ήδη πριν από το 1886 και ότι ο ίδιος έκανε απλώς γνωστή την ύπαρξή του στο πλατύ κοινό, όμως πίστευε συγχρόνως ότι το μανιφέστο του ήταν ένα πρόγραμμα για το μέλλον και ότι είχε ιδρύσει τη «Συμβολιστική σχολή» (Ecole Symboliste), στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα όπως οι René Ghil, Stuart Merrill, Francis Viélé - Griffin και Gustave Kahn. Αυτό προκάλεσε μια κάποια σύγχυση, αφού υπάρχουν ορισμένοι κριτικοί που ταυτίζουν το Συμβολισμό με την «Ecole Symboliste» και κατά συνέπεια αφιερώνουν πολύ χώρο στους πολύ μικρότερης αξίας ποιητές που ανήκουν στη «συμβολιστική σχολή» ενώ περιορίζουν τους Baudelaire, Verlaine, Rimbaud και Mallarmé μόνο στο ρόλο των απλών προδρόμων της κίνησης του Συμβολισμού. Άλλοι κριτικοί όμως αναγνωρίζουν τη ματαιότητα της σπατάλης ενός χρήσιμου και πρόσφορου κριτικού όρου για τους όχι πρώτης σειράς ποιητές και την εξαιτίας αυτής της σπατάλης εγκατάλειψη των τεσσάρων μεγάλων ποιητών σ’ ένα χώρο λησμοσύνης που δεν ανήκει σε κανένα από τα τρία μεγάλα κινήματα που κυριαρχούσαν στη γαλλική ποίηση του 19ου αιώνα, δηλαδή το Ρομαντισμό, τον Παρνασσισμό και το Συμβολισμό.
 
Charles Chadwick, Συμβολισμός, Εκδόσεις Ερμής