Mario Vitti «Νατουραλισμός ή/και ηθογραφία» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Mario Vitti «Νατουραλισμός ή/και ηθογραφία»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Mario Vitti «Νατουραλισμός ή/και ηθογραφία»
 
ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ Ή/ΚΑΙ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ
ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ
 
Η επισκόπηση που θα επιχειρήσω εδώ θα γίνει, φυσικά και αναγκαστικά, λαμβάνοντας υπόψη δύο διαστάσεις του ζητήματος, εφόσον έχουμε πρώτα από όλα την υποχρέωση να εκθέσουμε, έστω συνοπτικά, μερικά γεγονότα των οποίων η σημασία αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων. Στη συνέχεια, θα πρέπει να ανακεφαλαιώσουμε όσες αποτιμήσεις και ανακατατάξεις έχουν αποδειχτεί αναγκαίες στο χώρο της κριτικής και της μελέτης κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Και όσον αφορά τις περιπέτειες της λογοτεχνικής παραγωγής κατά τον 19ο αιώνα, και όσον αφορά την εξέλιξη της πρόσφατης κριτικής θα μνημονευτούν κείμενα και πράγματα που οι πιο πολλοί από εμάς εδώ τα γνωρίζουν, και μάλιστα μερικοί έχουν εμβαθύνει σε αυτά οπωσδήποτε περισσότερο από εμένα· αλλά θα πρέπει να έχετε υπομονή επειδή καμιά φορά, παρακολουθώντας την πρόσφατη, ζωντανή, εν θερμώ διαπλοκή των προβλημάτων, χάνουμε τη μνήμη της πρώτης αφορμής και την αφετηρία της όλης υπόθεσης.
Και κάτι άλλο, που αυτή τη στιγμή επιβάλλεται από τα πράγματα: δεν θα πρέπει να αμελήσουμε το γεγονός ότι στις εργασίες μας συμμετέχουν μελετητές από το εξωτερικό, οι οποίοι πιθανότατα θα βρουν χρήσιμο κάποιο πληροφοριακό στήριγμα για να συμμετάσχουν ενεργητικότερα στη συζήτηση.
Στην αρχή είναι ο ρεαλισμός.
Ας δεχτούμε για την ώρα, έστω μονάχα για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε δίχως περισσότερες περιπλοκές, ότι ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία εδραιώνεται στην ανταπόκριση της αναπαράστασης του κόσμου που χρησιμοποιεί τα μέσα του λόγου με έναν κόσμο που μας είναι γνωστός από τα δεδομένα της εμπειρίας. Πρόκειται οπωσδήποτε για μια σύμβαση. Ο ρεαλισμός σε αυτή την καθαρή, αμιγή κατάσταση, δεν κρίνει, δεν κρατά μια στάση ούτε θετική ούτε αρνητική, δεν επηρεάζεται από ηθικές ή κοινωνικές αφορμές. Αλλά τέτοιου είδους απροκατάληπτη αναπαράσταση της πραγματικότητας, σαν απόλυτη κατάσταση, στη λογοτεχνία είναι ανέφικτη και ασύμβατη με τους όρους της δημιουργίας – μόνον οι θετικές επιστήμες μπορούν να την κατορθώνουν. Οι χρήσεις του ρεαλισμού στην τέχνη είναι απεριόριστες. Μία από αυτές είναι εκείνη που αξιοποιεί ο νατουραλισμός στο χώρο της λογοτεχνικής γραφής για να επιτύχει τους στόχους του.
Επιπλέον, ας έχουμε υπόψη και τούτο: η ρεαλιστική αναπαράσταση, για να εφαρμοστεί με τα μέσα του έντεχνου λόγου, συναντά εμπόδια που δεν είναι διαφορετικά από όσα φράζουν το δρόμο της και σε άλλες μορφές της τέχνης, λόγου χάρη στον κινηματογράφο, στο θέατρο, στις εικαστικές τέχνες. Η κοινωνική και η προσωπική λογοκρισία έχει μύριους λόγους για να εμποδίζει, να αναστέλλει, να μεταμορφώνει, να παραποιεί τη ρεαλιστική αναπαράσταση. Το παραμικρό που για έναν οποιονδήποτε λόγο ενοχλεί μπορεί να κινητοποιήσει διαδικασίες αντιμετώπισης που βρίσκουν λύσεις πολύ συχνά πολέμιες, και όχι σπάνια και παρ’ όλα αυτά –μάλλον χάρη σε αυτά– καλλιτεχνικώς επωφελείς. Άλλες φορές η αντίσταση αυτή απέναντι στο πραγματικό μπορεί να διοχετεύσει τη βούληση γραφής προς το φανταστικό, με τα ποικίλα αποτελέσματα που μας είναι γνωστά.
Αλλά ας αφήσουμε τις γενικότητες και ας δοκιμάσουμε να δούμε ποιες ήταν οι τύχες του ρεαλισμού κατά τον 19ο αιώνα στην ελληνική λογοτεχνία.
Η Ελλάδα δεν έχει στο ενεργητικό της κατά τον αιώνα που μας ενδιαφέρει ούτε έναν Μπαλζάκ ούτε έναν Ζολά. Ούτε εξάλλου η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει φαινόμενα που αντιστοιχούν κατά ένα μέτρο υπολογίσιμο με εκείνα του γαλλικού χώρου, όπου οι δύο εν λόγω Γάλλοι συγγραφείς μπόρεσαν να αναπτύξουν τη δραστηριότητά τους. Ένα αποτελεσματικό ερέθισμα για τη ρεαλιστική αναπαράσταση στην ελληνική πεζογραφία προήλθε ωστόσο, και πολύ νωρίς, από την πολιτική, με τον πιο ωμό τρόπο. Για να πάμε πίσω έως τα χρόνια της Επανάστασης και τα χρόνια που ακολούθησαν τη σύσταση ενός ελληνικού κράτους, θα φέρω στη μνήμη σας την περίπτωση του Αλέξανδρου Σούτσου. Ο συγγραφέας αυτός είχε μέσα του μια διάθεση ακατάσχετα ανατρεπτική, που εκδηλωνόταν με μια τολμηρή, άφοβη για τις συνέπειες, σατιρική διάθεση. Πίστευε ότι με την καταγγελία των κακώς εχόντων θα μπορούσε να διορθώσει τις ανωμαλίες του τόπου του, όσες εξαρτιόνταν από τους ανθρώπους και την πολιτική. Η πρόκλησή του ήταν εξίσου σφοδρή στα ποιήματα που έγραφε και που τα κυκλοφορούσε αμέσως για να φτάσουν το γρηγορότερο στον προορισμό τους, όσο και στα άρθρα του ή στο νεανικό του μυθιστόρημα Ο εξόριστος του 1831, κωμικοτραγικόν ιστόρημα. Ο Αλέξανδρος Σούτσος δεν είναι καταξιωμένος πεζογράφος, αλλά ο μηχανισμός της σάτιρας έτσι όπως εφαρμόστηκε από αυτόν στο πεζογράφημά του μας αποκαλύπτει με σαφήνεια τη λειτουργία που μπόρεσε να αποκτήσει η σατιρική επιθετικότητα. Μας βοηθά να αποτιμήσουμε πιο σωστά και το ρεαλισμό, έτσι όπως τον εφαρμόζει στη συνέχεια ένας Παλαιολόγος ή ένας Πιτσιπιός. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος στον Πολυπαθή πρώτα και στον Ζωγράφο αργότερα υπακούει στα ερεθίσματα της σάτιρας για να στήσει τις ιστορίες του. Προβάλλει ως πρόφαση το συνδυασμό «το ηδύ με το ωφέλιμον», και υπό την κάλυψη αυτή προχωρεί σε ένα πίνακα της κοινωνικής πραγματικότητας του καιρού του. Ζητά συγγνώμη αν ενοχλεί με την ειλικρίνειά του. Ο Πιτσιπιός πάλι, από τη δική του πλευρά, με τον Πίθηκο Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος (1848) κάνει κάτι ανάλογο. Δεν πρέπει να μας παραπλανήσει η λέξη ήθη, που τη συναντούμε ήδη στον τίτλο: σε αυτή την πρώιμη εποχή η χρήση της απηχεί το roman de moeurs του γαλλικού Διαφωτισμού και δεν αποτελεί προμήνυμα της ηθογραφίας καθεαυτήν.
Αν δεν πρόκειται για ηθογραφία, όπως την εννοούμε αναφερόμενοι στην αφηγηματογραφία του τέλους του 19ου αιώνα, δεν πρόκειται ακριβώς ούτε και για ρεαλισμό.
Πότε, αλήθεια, έχουμε ουσιαστικά τεκμήρια για την αρχή του ρεαλισμού ως κίνημα στον ελληνικό χώρο; Μήπως με τον Παύλο Καλλιγά; Ο Παύλος Καλλιγάς αντιμετωπίζει την κοινωνική πραγματικότητα του καιρού του δίχως ψευδαπάτες, και, κάτι πολύ σημαντικό που τον διακρίνει από τον Πιτσιπιό και τον Παλαιολόγο, η αναπαράσταση της κοινωνίας που επιχειρεί δεν είναι εμπνευσμένη από σατιρικό πνεύμα. Οι ήρωές του ανήκουν σε ταπεινή κοινωνική τάξη, αλλά ούτε και αυτό αρκεί. Ας αφήσουμε να περάσουν άλλα είκοσι πέντε χρόνια.
Θα εδίσταζα πράγματι να αναφερθώ στη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (1871) μέσα στο πλαίσιο του ρεαλιστικού προβληματισμού, ενώ δεν έχω αμφιβολίες για τις προθέσεις του Βικέλα στον Λουκή Λάρα (1879). Εδώ έχουμε έναν συγκροτημένο συγγραφέα, καλά πληροφορημένο για το τι συμβαίνει στον τόπο του όσο και στη Δύση. Έχουμε τη δηλωμένη μαρτυρία των αντιλήψεών του, που έστω κι αν είναι διατυπωμένες μεταγενέστερα, δείχνουν έναν διανοούμενο που κοιτάζει προς τους νέους προσανατολισμούς της Εσπερίας έχοντας το νου συγκεντρωμένο στην ελληνική πραγματικότητα. Το γνωστότατό του άρθρο για την ελαφρά φιλολογία, όπου ο Βικέλας επισημαίνει την ανάγκη μιας αφηγηματογραφίας που να αντιστοιχεί στις προδιαγραφές του ρεαλισμού, είναι βέβαια γραμμένο όταν πια άλλοι Έλληνες πεζογράφοι, πολύ πιο προικισμένοι από αυτόν, έχουν επιβάλει την προσωπικότητά τους (ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Καρκαβίτσας) και έχει ήδη προκηρυχτεί ο διαγωνισμός για ελληνικό διήγημα. Ο Βικέλας επικαλείται την ανάγκη μυθιστορημάτων δίχως απίθανες ηρωικές και ερωτικές περιπέτειες, με ψυχολογημένα πρόσωπα, με συνέπεια στο ξετύλιγμα της πλοκής, μάλιστα μιλά ρητά για αίτια και αιτιατά. Από αυτά τα αιτήματα που αναγνωρίζει στο γαλλικό μυθιστόρημα του καιρού του, ο Βικέλας έχει εφαρμόσει όσα συμβιβάζονται με τη δική του ιδιοσυγκρασία και τις δικές του ικανότητες· φτιάχνει προσγειωμένους χαρακτήρες, υποστηρίζει με χαμηλόφωνη έξαρση τα ηθικά και πατριωτικά αισθήματα. Η μετριοπάθεια του Βικέλα, για την οποία διακρίνονται γενικά η προσωπικότητά του και η συμπεριφορά του στο χώρο της λογοτεχνίας, τον διαφύλαξε από τις υπερβολές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα επεισόδια που αφηγείται στον Λουκή Λάρα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (εξάλλου η ιστορία του Τζίφου είναι εκεί στη διάθεσή μας). Αυτή όμως η πιστότητα στα αληθινά συμβάντα είναι άραγε από μόνη της αρκετή για να πειστούμε ότι ο Βικέλας έγραψε ένα ρεαλιστικό έργο;
Το διάστημα κατά το οποίο ο Βικέλας αρχίζει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο με τη δημοσίευση του Λουκή Λάρα είναι το πιο δημιουργικό και αποφασιστικό για τη γονιμοποίηση μιας αφηγηματικής τέχνης που ξανοίγεται προς το ρεαλισμό, που συντονίζεται με ό,τι συνέβαινε τότε σε άλλες χώρες, και που θα καταλήξει σε εκδηλώσεις νατουραλιστικού παροξυσμού. Αυτή τη στιγμή χρησιμοποιώ τη λέξη ρεαλισμός εννοώντας όχι πια τη διαχρονική αφηρημένη έννοια του ρεαλισμού, αλλά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο της αφηγηματικής τέχνης που καθιερώνεται με το όνομα τούτο.
Γι’ αυτό δεν είναι άσκοπο να αντιμετωπίσει κανείς τη ρεαλιστική τεχνοτροπία αντιπαραβάλλοντάς τη, όπως εξάλλου έχει γίνει από καιρό εκ μέρους ενός νοήμονος μελετητή (και εννοώ τον Wellek, το 1960), με την τεχνοτροπία που είχε προηγηθεί, και από την οποία ήθελε να διαφοροποιηθεί, δηλαδή με το ρομαντισμό. Τώρα οι αφηγητές αποφεύγουν ό,τι προηγουμένως χαρακτήριζε και αποτελούσε τα προσόντα ενός έργου· ήτοι το φανταστικό, το παραμυθένιο, το τυχαίο και απίθανο.
Από το έτος 1880 και ύστερα, τα πράγματα αρχίζουν να τρέχουν. Πρωταγωνιστές είναι ως γνωστό άξιοι πεζογράφοι σαν τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, τον Καρκαβίτσα ή, με τον δικό του τρόπο, τον Ροΐδη. Στην πραγματικότητα την εξουσία ασκούν οι εκδότες του ημερήσιου και του περιοδικού Τύπου, που ακολουθούν τις οδηγίες λογίων όπως του Άγγελου Βλάχου, του Νικόλαου Πολίτη, για να περιοριστώ σε δύο σημαίνουσες προσωπικότητες που θα μας απασχολήσουν εδώ. Πρόκειται για ιδιοσυγκρασίες πληθωρικές, πλούσιες σε γνώσεις, σε ταλέντο, γεμάτες εποικοδομητικές πρωτοβουλίες. Αγαπούν τον τόπο τους, θέλουν την πρόοδο. Αλλά δυσπιστούν απέναντι στις ακρότητες όσων βιάζονται να εφαρμόσουν σώνει και καλά καθετί το νέο. Δεν πρόκειται πάντως για προσωπικότητες που, με λεξιλόγιο του 20ού αιώνα, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αντιδραστικές.
Ως υποστηρικτές της υγιούς πολιτικής και της υγιούς λογοτεχνίας, οι δύο αυτοί λόγιοι άνδρες προσπαθούν να προλάβουν το κακό μόλις αυτό εμφανίζεται στον ορίζοντα, και το καταπολεμούν με τα όπλα που νομίζουν πιο αποτελεσματικά. Σήμερα βέβαια έχουμε χάσει τη μνήμη μιας εποχής όπου το μυθιστόρημα γινόταν εύκολος στόχος των καλοπροαίρετων αστών κατατάσσοντάς το σε μια κατηγορία που ήταν γνωστή ως «ελαφρά» λογοτεχνία. Μέσα σε αυτό το κλίμα ηθικολογίας, η κλίμακα κοινωνικών αξιών τοποθετούσε το επινοημένο αφήγημα πολύ χαμηλά. Ενώ το αναγνωστικό κοινό διψούσε για αφηγηματικά κείμενα, πολύ δύσκολα μπορούσε να δεχτεί ιστορίες επιλήψιμες που αφορούσαν τη δική του κοινωνία. Τα κάπου εφτακόσια πενήντα μυθιστορήματα που μεταφράζονται, ιδίως από τα γαλλικά, και κυκλοφορούν στην ελευθερωμένη Ελλάδα μέχρι το 1880 (σύμφωνα με τη μέτρηση της Ντενίση, 1995) αποτελούν ένα αδιαμφισβήτητο τεκμήριο για τη ζήτηση που έχει δημιουργηθεί μέσα σε μια κοινωνία που πήρε το δρόμο του βάναυσου εξαστισμού, έχει μόλις βγει από τον αναλφαβητισμό και τώρα πιάνει να καταναλώνει εφημερίδες και περιοδικά. Οι οικογενειάρχες αρχίζουν να ανησυχούν για την ανατροφή των παιδιών τους, εξορκίζουν τα κακά παραδείγματα. Μέσα σε αυτό το κλίμα ηθικού συναγερμού, αν θέλετε ηθικών προκαταλήψεων, πρέπει να θεωρήσουμε πολύ τολμηρή την απόφαση, λόγου χάρη, ενός Α.Ρ. Ραγκαβή και άλλων επιφανών Ελλήνων με αξιόλογη θέση στην κοινωνία, που δημοσιεύουν τα αφηγηματικά σκαριφήματά τους. Η νομιμοποίηση του έργου τους μέσα σε μια κοινωνία στενού ορίζοντα απαιτεί να γίνεται με το ελάχιστο ρίσκο. Το άλλοθι που στηρίζεται στη δυάδα «τερπνόν και ωφέλιμον» δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Το επικαλούνται οι μυθιστοριογράφοι κάθε φορά που κινδυνεύει η κοινωνική τους τιμή.
Όλες αυτές οι συνθήκες βρίσκονται έξω από το έργο, θα πείτε, αλλά νομίζω ότι δεν μπορούν να αγνοηθούν από τους μελετητές εφόσον θέτουν αναπόδραστους όρους στο έργο και αποφασίζουν για τις επιλογές του συγγραφέα στο επίπεδο της θεματικής, όσο και στο επίπεδο του ύφους.
Ο Άγγελος Βλάχος, καθηγητής πανεπιστημίου, πολιτικός, διπλωμάτης, ο Νικόλαος Πολίτης, πανεπιστημιακός καθηγητής αρχαίας μυθολογίας, με βλέψεις προς την εξουσία, θέλουν την πρόοδο, θέλουν τα μυθιστορήματα, μεταφράζουν οι ίδιοι.
Λαμβάνουν υπόψη τη ζήτηση, αλλά δεν παραβλέπουν τα ιδεώδη του Έθνους, την πατριωτική ενθάρρυνση, την ηθική στήριξη, την εξωτερική πολιτική, και ανησυχούν μην τυχόν και επέλθει κάποια φθορά όταν η εισβολή ιδεών από τη Δύση γίνει με παράφορη ορμή.
Δύο επεισόδια που διαδραματίζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1880, προπαντός αν συνδυαστούν με τρόπο κατάλληλο, δίνουν μια πιστή αίσθηση των πραγμάτων. Το 1880 εκδίδεται η μετάφραση της Νανάς. Το 1883 προκηρύσσεται ο διαγωνισμός για «ελληνικό διήγημα». Πρωταγωνιστές έμμεσοι και εν μέρει αφανείς είναι ακριβώς ο Άγγελος Βλάχος και ο Νικόλαος Πολίτης.
Θα ανακεφαλαιώσω τα επεισόδια για όσους δεν τα θυμούνται, ιδίως όμως προς χάρη των ξένων φιλοξενούμενων του Συμποσίου αυτού.
 
Καταρχάς το μυθιστόρημα Νανά.
Στα 1879 το περιοδικό Ραμπαγάς αρχίζει να δημοσιεύει το μυθιστόρημα αυτό του Ζολά. Ο Άγγελος Βλάχος εξαπολύει τότε επίθεση σε μορφή επιστολής, τάχα προς έναν επαρχιώτη, για να καταπολεμήσει το σύνθημα του Ζολά και να σταματήσει τη μετάφραση (τίτλος: Η φυσιολογική σχολή και ο Ζολά). Σύμφωνα με τον Βλάχο, οι αντιλήψεις του Ζολά δεν είναι παρά η «έσχατη της παρακμής ακμή». Δεν δημιουργεί παρά «φιλολογικά τέρατα» και αποκλείει από τη φαντασία τον ιδεώδη κόσμο. Η Ελλάδα έχει ακμαίες δυνάμεις, είναι νέα, άφθαρτη και κάθε άλλο παρά γηραιά και διεφθαρμένη, όπως είναι η Ευρώπη.
Το μυθιστόρημα Νανά τελικά δημοσιεύεται ολόκληρο σε τόμο το επόμενο έτος. Το προλογίζει μια «επιστολιμαία διατριβή», σταλμένη από το Μπάρι της Ιταλίας. Δεν είναι γνωστόμέσα από ποιες διασυνδέσεις η επιστολή αυτή ένωσε την τύχη της με τη Νανά, περνώντας με αυτόν το συνδυασμό στην ιστορία. Ο συγγραφέας της είναι γνωστός κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια για μερικά διηγήματα, όχι ιδιαίτερης σημασίας και πάντως όχι νατουραλιστικά, δημοσιευμένα στην Εστία και αλλού. Η διατριβή του είναι πολύ πιο τολμηρή από αυτά.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο άξονες που κατευθύνουν τον επηρμένο ενθουσιασμό του νεαρού Γιαννόπουλου και που διαπλέκονται μεταξύ τους, μια και αμφότεροι προέρχονται από το ισχυρό μήνυμα του Ζολά. Από τη μια πλευρά έχουμε την επαγγελία που αφορά την κοινωνία: απαιτήσεις του «νεωτερισμού» που επιβάλλονται από την πρόοδο, και επιπλέον άνοιγμα του ορίζοντα πέρα από τα εθνικά σύνορα. «Η ανθρωπότης τείνει να κατακτήσει την ιδέαν της πατρίδος ευρείαν όσον ο κόσμος.» Η ελληνική παράδοση δεν απειλείται από τον κοσμοπολιτισμό, επειδή είναι πολύ ισχυρή και γερή.
Ο άλλος άξονας μας θέτει μπρος στην ουσία του νατουραλισμού. Ο Γιαννόπουλος εξηγεί: «Η θεωρία του Ζώλα είναι ότι ηθικώς ο άνθρωπος μεταβάλλεται αφομοιούμενος προς τον χώρον εν ω ζη. Δύναται ούτος να έχη εμφύτους αγαθάς τινάς ορμάς ή ιδιότητας· αλλά τα πρόσωπα του Ζώλα είναι άνθρωποι εξ εκείνων ους βλέπομεν καθ’ εκάστην και οίτινες στερούνται της εκτάκτου ηθικής δυνάμεως, ήτις ανθίσταται κατά του παραδείγματος και νικά το εν εαυτή ζωώδες ένστικτον». Με άλλα λόγια, αντικείμενο μελέτης του συγγραφέα που θέλει να ακολουθήσει τη νέα τεχνοτροπία είναι «ο άνθρωπος κατερχόμενος προς το κτήνος, η διάνοια σκοτιζόμενη υπό των ενστίκτων, η αρετή κατά μικρόν καταβαλλομένη και εκπνέουσα εν τη βαρεία και πνιγηρά ατμοσφαίρα της διαφθοράς».
Η υποβάθμιση του ανθρώπου στα ένστικτά του και στην κληρονομικότητα είναι συνέπεια της έμφασης που ο νατουραλισμός δίνει στην ωμή πραγματικότητα, για να αντισταθμίσει τον ιδανικό κόσμο που οι λογοτέχνες είχαν προβάλει μέχρι τότε.
Τι ακριβώς ήξερε ο Γιαννόπουλος για το νατουραλισμό και τον Ζολά, δεν μας είναι γνωστό. Γεγονός είναι ότι ένα χρόνο νωρίτερα, ο μεγάλος ιταλός κριτικός Francesco De Sanctis είχε γράψει μια σειρά άρθρα για το ίδιο ζήτημα ξεσηκώνοντας τη νεολαία. Ένα από αυτά είχαν ως τίτλο «Reale e ideale in Zola» [Πραγματικό και ιδεατό στον Ζολά]. Ο ίδιος ο Γιαννόπουλος προφέρει το επώνυμο του Γάλλου με ιταλική προφορά, τονίζοντας την παραλήγουσα, Ζώλα. Αυτές όμως είναι λεπτομέρειες που δεν μας ενδιαφέρουν αυτή τη στιγμή.
 
Το άλλο σημαδιακό επεισόδιο της εποχής αυτής, που τείνει να διαδραματίσει ρόλο συμβόλου μιας κρίσιμης στιγμής, είναι ο διαγωνισμός για «ελληνικό διήγημα» που προκηρύσσει το περιοδικό Εστία στα 1883. Πρόκειται για δεδηλωμένη αντεπίθεση προς επανόρθωση της εισβολής ιδεών που απειλούν να διαταράξουν την ομαλή εξέλιξη της εθνικής λογοτεχνίας. Το σχέδιο της σύνταξης του περιοδικού δεν διατυπώνεται με σαφήνεια, αλλά ο βασικός στόχος είναι φανερός: να στραφεί η προσοχή προς την ελληνική θεματική, για να κατασταλεί όχι μόνο η εισβολή μέτριων και επικίνδυνων μυθιστορημάτων μεταφρασμένων από τα γαλλικά, αλλά προπαντός να πάψει η πολύ κακή συνήθεια συγγραφής πεζογραφημάτων από ελληνικής πλευράς με θέματα ξενόφερτα ή εξωτικά. Ο κύριος όρος του διαγωνισμού αφορά τα θέματα ακριβώς του διηγήματος, που πρέπει να συνίστανται «εις περιγραφήν σκηνών του βίου του ελληνικού λαού εν οιαδήποτε των περιόδων της ιστορίας αυτού».
Ο περισπασμός επέτυχε. Η παραγωγή διηγημάτων με θέμα ιδίως τη ζωή της υπαίθρου πολλαπλασιάστηκε εντυπωσιακά, αλλά από τη μεγάλη συγκομιδή επέπλευσαν λίγες μόνο προσωπικότητες. Οι σημαντικοί πεζογράφοι που συνεχίζουν να διαβάζονται μέχρι σήμερα και να προσελκύουν το ενδιαφέρον των μελετητών παραμένουν ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Καρκαβίτσας, που πέρασαν τη συγγραφική τους ζωή αφιερωμένοι με πάθος στον στενό περίγυρο της κοινωνίας τους και στην προσωπική εμπειρία ζωής. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης, μέσα από αυτό τον φαινομενικά στενό χώρο, βρήκαν τον τρόπο να επινοήσουν λύσεις εντελώς νέες για την προοπτική της λογοτεχνικής μνήμης, ένα εντελώς προσωπικό ύφος, που αντιπροσώπευσαν αστείρευτη πηγή συγκίνησης για τον αναγνώστη. Θέλω να υπογραμμίσω με αυτές τις νύξεις το γεγονός ότι, παράλληλα με το διαγωνισμό του 1883, είχε δημιουργηθεί και ένα κατάλληλο κλίμα ανάμεσα στους συγγραφείς, και ανάμεσα σε ένα κοινό που έμαθε να εκτιμά τα ελληνικά θέματα.
 
Και ο νατουραλισμός;
Ο νατουραλισμός ενεργεί με θετικά αποτελέσματα διαγωνίως· δηλαδή, υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες ένας συγγραφέας επιμένει σε αντιλήψεις και σε λύσεις που περνούν πολύ κοντά από τον γαλλικό ιδίως νατουραλισμό. Το Συμπόσιό μας θα υπογραμμίσει μερικές από τις όψεις τις οποίες υπαινίσσομαι. Ο νατουραλισμός στον Παπαδιαμάντη της Φόνισσας, στον Καρκαβίτσα του Ζητιάνου, αλλά και στον Ξενόπουλο, και αργότερα στον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη αποτελούν στιγμές όπου τα ερεθίσματα που εκτοξεύτηκαν από τον Ζολά οδηγούν στα πιο γόνιμα αποτελέσματα.
 
Και τώρα επιτρέψτε μου να περάσω με συντομία σε έναν άλλο κύκλο προβληματισμού.
Αρκετά γρήγορα χρησιμοποιήθηκε ο όρος ηθογραφία για να χαρακτηριστεί η αφηγηματογραφία με θέματα αντλημένα προπαντός από την ύπαιθρο (αργότερα και εκείνα που ανήκαν στην πόλη). Όχι σπανίως η λέξη χρησιμοποιήθηκε σε υπότιτλο διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Ήδη στην αρχή του 20ού αιώνα όμως άρχισε να αμφισβητείται. Το αποφασιστικό πλήγμα επήλθε με τους νέους συγγραφείς της δεκαετίας του 1930, που απέβλεπαν στα μέσα έκφρασης της μοντέρνας τεχνοτροπίας και έδειχναν όλη τους τη δυσφορία απέναντι στην ηθογραφία, και γενικά απέναντι στις ρεαλιστικές διαδικασίες. Η κριτική και η ιστοριογραφία της ίδιας λογοτεχνικής γενιάς ακολουθούσαν αντίστοιχες τάσεις.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο η κριτική αντιμετώπιση του θέματος δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα. Ένας μελετητής που καταπιάστηκε τότε με την πεζογραφία του 19ου αιώνα, στα 1958, παρά τις καλές του προθέσεις αφιέρωνε ένα μεγάλο κεφάλαιο βιβλίου στο «ηθογραφικό μυθιστόρημα», δίχως καθόλου να προβληματιστεί για τον όρο, την καταγωγή του, τη λειτουργία του. Μιλούσε ωστόσο για τις «επιδράσεις» του γαλλικού νατουραλισμού, και αυτό είναι ήδη κάτι.
Το ζήτημα αδρανούσε μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν πρωτοέγινε λόγος για την ηθογραφία με τρόπο πιο συστηματικό και μεθοδολογικά πιο στέρεο. Από τη μια πλευρά, γινόταν συσχέτιση με τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της εποχής κατά την οποία εμφανίστηκε ο ρεαλισμός όπως τον εννοούμε, ενώ, από την άλλη, διεξαγόταν μια πρώτη έρευνα για τις χρήσεις του ρεαλισμού στην αφήγηση και τις συνέπειες στον ευθύ και στον ελεύθερο πλάγιο λόγο. Τότε κυκλοφορούσε και μια επιλογή διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, όπου ο επιμελητής, στην ευρεία εισαγωγική του μελέτη, εξέταζε αναλυτικά το κλίμα της ελληνικής πεζογραφίας κατά τα χρόνια του Σκιαθίτη συγγραφέα. Μιλούσε για «ηθογραφικό νατουραλισμό». Ο ίδιος επιμελητής επανέρχεται στην περιγραφή της πεζογραφίας της ίδιας περιόδου παρουσιάζοντας διηγήματα του Βιζυηνού (1980). Τον απασχολεί η σχέση του πεζογράφου αυτού με τη λαογραφία, επισημαίνοντας το γεγονός ότι «βρίσκεται πολύ μακριά από τους απλοϊκούς ηθογράφους». Διαχωρίζει τους χρόνους της αφήγησης από τους χρόνους της ιστορίας. Αντιμετωπίζει ζητήματα εστίασης που πρώτα περνούσαν απαρατήρητα. Δεν αργούν να εμφανιστούν μελέτες άλλων νεοελληνιστών, που επανεξετάζουν τα ζητήματα αφηγηματικής προοπτικής στον Βιζυηνό και προχωρούν στην ανάλυση του ελεύθερου πλάγιου λόγου. Διαπιστώνεται τελικά η αμηχανία στην οποία βρέθηκε ο μεταφραστής του Ζολά, όταν υποχρεώθηκε να παρακάμψει τις δυσκολίες ελεύθερου πλάγιου λόγου που παρουσίαζε η διατύπωση της Νανάς.
Άλλος μελετητής, σχολιάζοντας έργο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1986), αναλύει τις νατουραλιστικές εκδηλώσεις του μυθιστοριογράφου αυτού. Στη συνέχεια προσπαθεί να ξεχωρίσει σελίδες με ελεύθερο πλάγιο λόγο και με εσωτερικό μονόλογο.
Το έργο του Παπαδιαμάντη έδωσε πολύ περισσότερες ευκαιρίες για ανάλυση ήδη από το 1981, και εξακολουθεί να προσφέρεται για εργασίες ενδιαφέρουσες, για διατριβές (1987) και άλλες μελέτες.
Στη γραμμή αυτή προχωρούν οι νέοι ερευνητές σε σημείο που μπορεί να αναρωτηθεί κανείς σήμερα –το ερώτημα είναι ρητορικό– αν μένει άλλη πτυχή του Παπαδιαμάντη προς ανάλυση. Δεν θα πούμε ψέματα αν ψιθυρίσουμε ότι η ακαδημαϊκή ζωή έχει τις σκληρές απαιτήσεις της, που δεν συμπίπτουν αναγκαστικά με τις απαιτήσεις της ελεύθερης κριτικής.
Ποια είναι η διαπλοκή ρεαλισμού-νατουραλισμού-ηθογραφίας; Ίσως θα μπορέσουμε να δώσουμε κάποια απάντηση καθώς προχωρούν οι εργασίες αυτού του Συμποσίου. Όσο για την «ηθογραφία», αρκεί να υπενθυμίσω ότι πρόσφατα αμφισβητήθηκε ως όρος που αντέχει στη χρήση της κριτικής μελέτης. Κάποιος πρότεινε πολύ σοφά να τον καταργήσουμε. Εκείνο που περιμένω, και το εύχομαι, είναι να ξεκαθαριστεί κατά τη διάρκεια των εργασιών μας ο ρόλος του νατουραλισμού –γενικότερα του ευρωπαϊκού νατουραλιστικού κινήματος– στην κατεύθυνση ελληνικών, αυτόχθονων τάσεων – όσες είναι πραγματικά γόνιμες, αληθινά νόμιμες, και οπωσδήποτε τεκμηριωμένα δημιουργικές για την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Η ελληνική λογοτεχνία, στη μακρά της πορεία, αντιμετώπισε επάλληλα κύματα ανανέωσης που προέρχονταν από τη Δύση. Αλλά η Δύση είναι καμωμένη από το ίδιο αίμα, δεν είναι ξένο σώμα, και οι σχέσεις της δεν παρουσίαζαν καμία απειλή για τη μακρόχρονη παράδοσή της. Κάθε φορά που η ελληνική λογοτεχνία δέχτηκε ερεθίσματα από τη Δύση, και αυτό είναι το συμπέρασμα μακρόχρονης τριβής με το θέμα, δεν υπέστη καμιά φθορά. Αντίθετα, τα ερεθίσματα αυτά ενδυνάμωσαν την ελληνική παράδοση και τα θεμελιακά της χαρακτηριστικά.
Μια ματιά στο παρελθόν μας πείθει γι’ αυτό. Κατά το τέλος της Αναγέννησης, η ιταλική λογοτεχνία συνετέλεσε στην ανάδειξη της ελληνικής γλώσσας, πρόσθεσε καινούρια νοήματα στη λαϊκή λυρική παράδοση με τον Ερωτόκριτο και τις τραγωδίες, που επανέφεραν εξάλλου στον τόπο καταγωγής του το θέατρο. Ο γαλλικός Διαφωτισμός και το παριζιάνικο ελευθεριάζον μοντέλο ζωής των γαλλικών μυθιστορημάτων και του Restif de la Bretonne δεν έβλαψαν και δεν εμίαναν το ελληνικό ήθος, αντίθετα έφεραν στο προσκήνιο την καθημερινή ζωή των Ελλήνων με μεγάλη πιστότητα όσον αφορά τα πρόσωπα και τις συμπεριφορές· μια μαρτυρία ζωτικότητας και δημιουργικότητας.
Έναν αιώνα αργότερα, το ίδιο έπραξαν ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός. Και αυτή η ουσιαστική σύμπραξη του νατουραλισμού με τις ελληνικές αυτοφυείς απαιτήσεις εύχομαι να γίνει απόκτημα των γνώσεών μας, με την αποπεράτωση των εργασιών αυτού εδώ του Συμποσίου.
 
Η βιβλιογραφία για τα θέματα που θίγονται εδώ είναι μεγάλη και γνωστή στους συνέδρους. Ο πληροφορημένος ακροατής/αναγνώστης θα αναγνωρίσει τους μελετητές στους οποίους γίνεται υπαινιγμός στο τελευταίο μέρος (Απόστολος Σαχίνης, Πάνος Μουλλάς, Γιώργος Βελουδής, Massimo Peri, Γιώργος Κεχαγιόγλου, Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, Χριστόφορος Μηλιώνης).
 
Η επισκόπηση ετούτη αποτελεί μία από τις τρεις ομιλίες της εναρκτήριας συνεδρίας του Συμποσίου της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας με τίτλο «Ο νατουραλισμός στην Ελλάδα» (14 και 15 Δεκεμβρίου 2001), στο Αμφιθέατρο του κεντρικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με πρόεδρο της οργανωτικής επιτροπής την Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού.
 
Mario Vitti, Δωμάτιο με θέα (Άρθρα και Ομιλίες), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου