Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγείρω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγείρω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Greg Olsen 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγείρω»
 
(ἀγείρω = συναθροίζω, συγκεντρώνω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀγείρω, ἀγείρεις, ἀγείρει, ἀγείρομεν, ἀγείρετε, ἀγείρουσι(ν)
Υποτακτική
ἀγείρω, ἀγείρῃς, ἀγείρῃ, ἀγείρωμεν, ἀγείρητε, ἀγείρωσι(ν)
Ευκτική
ἀγείροιμι, ἀγείροις, ἀγείροι, ἀγείροιμεν, ἀγείροιτε, ἀγείροιεν
Προστακτική
---, ἄγειρε, ἀγειρέτω, ---, ἀγείρετε, ἀγειρόντων (ή ἀγειρέτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀγείρειν
Μετοχή
ἀγείρων, ἀγείρουσα, ἀγεῖρον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἤγειρον, ἤγηρες, ἤγηρε, ἠγήρομεν, ἠγήρετε, ἤγειρον
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀγερῶ, ἀγερεῖς, ἀγερεῖ, ἀγεροῦμεν, ἀγερεῖτε, ἀγεροῦσι(ν)
Ευκτική
ἀγεροῖμι, ἀγεροῖς, ἀγεροῖ, ή ἀγεροίην, ἀγεροίης, ἀγεροίη, ἀγεροῖμεν, ἀγεροῖτε, ἀγεροῖεν
Απαρέμφατο
ἀγερεῖν
Μετοχή
ἀγερῶν, ἀγεροῦσα, ἀγεροῦν
 
Αόριστος
Οριστική
ἤγειρα, ἤγειρας, ἤγειρε(ν), ἠγείραμεν, ἠγείρατε, ἤγειραν
Υποτακτική
ἀγείρω, ἀγείρῃς, ἀγείρῃ, ἀγείρωμεν, ἀγείρητε, ἀγείρωσι(ν)
Ευκτική
ἀγείραιμι, ἀγείραις ή ἀγείρειας, ἀγείραι ή ἀγείρειε(ν), ἀγείραιμεν, ἀγείραιτε, ἀγείραιεν ή ἀγείρειαν
Προστακτική
---, ἄγειρον, ἀγειράτω, ---, ἀγείρατε, ἀγειράντων (ή ἀγειράτωσαν)
Απαρέμφατο
ἀγεῖραι
Μετοχή
ἀγείρας, ἀγείρασα, ἀγεῖραν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀγήγερκα, ἀγήγερκας, ἀγήγερκε, ἀγηγέρκαμεν, ἀγηγέρκατε, ἀγηγέρκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός ὦ
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός ᾖς
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός ᾖ
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα ὦμεν
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα ἦτε
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός εἴην
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός εἴης
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός εἴη
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα εἴητε (εἶτε)
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός ἴσθι
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός ἔστω
---
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα ἔστε
ἀγηγερκότες- ἀγηγερκυῖαι- ἀγηγερκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἀγηγερκέναι
Μετοχή
ἀγηγερκώς- ἀγηγερκυῖα- ἀγηγερκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἀγηγέρκειν, ἀγηγέρκεις, ἀγηγέρκει, ἀγηγέρκεμεν, ἀγηγέρκετε, ἀγηγέρκεσαν
 
Μέση Φωνή
Από τους χρόνους της Μέσης Φωνής βρίσκονταν σε κανονική χρήση ο Ενεστώτας και ο Παρατατικός, οι υπόλοιποι χρόνοι είναι μεταγενέστεροι. 
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀγείρομαι, ἀγείρῃ/ἀγείρει, ἀγείρεται, ἀγειρόμεθα, ἀγείρεσθε, ἀγείρονται
Υποτακτική
ἀγείρωμαι, ἀγείρῃ, ἀγείρηται, ἀγειρώμεθα, ἀγείρησθε, ἀγείρωνται
Ευκτική
ἀγειροίμην, ἀγείροιο, ἀγείροιτο, ἀγειροίμεθα, ἀγείροισθε, ἀγείροιντο
Προστακτική
---, ἀγείρου, ἀγειρέσθω, ---, ἀγείρεσθε, ἀγειρέσθων ή ἀγειρέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀγείρεσθαι
Μετοχή
ἀγειρόμενος
ἀγειρομένη
ἀγειρόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἠγειρόμην, ἠγείρου, ἠγείρετο, ἠγειρόμεθα, ἠγείρεσθε, ἠγείροντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀγεροῦμαι, ἀγερῇ/ἀγερεῖ, ἀγερεῖται, ἀγεροῦμεθα, ἀγερεῖσθε, ἀγεροῦνται
Ευκτική
ἀγεροίμην, ἀγεροῖο, ἀγεροῖτο, ἀγεροίμεθα, ἀγεροῖσθε, ἀγεροῖντο
Απαρέμφατο
ἀγερεῖσθαι
Μετοχή
ἀγερούμενος
ἀγερουμένη
ἀγερούμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἠγειράμην, ἠγείρω, ἠγείρατο, ἠγειράμεθα, ἠγείρασθε, ἠγείραντο
Υποτακτική
ἀγείρωμαι, ἀγείρῃ, ἀγείρηται, ἀγειρώμεθα, ἀγείρησθε, ἀγείρωνται
Ευκτική
ἀγειραίμην, ἀγείραιο, ἀγείραιτο, ἀγειραίμεθα, ἀγείραισθε, ἀγείραιντο
Προστακτική
---, ἄγειραι, ἀγειράσθω, ----, ἀγείρασθε, ἀγειράσθων ή ἀγειράσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀγείρασθαι
Μετοχή
ἀγειράμενος, ἀγειραμένη, ἀγειράμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἠγέρθην, ἠγέρθης, ἠγέρθη, ἠγέρθημεν, ἠγέρθητε, ἠγέρθησαν
Υποτακτική
ἀγερθῶ, ἀγερθῇς, ἀγερθῇ, ἀγερθῶμεν, ἀγερθῆτε, ἀγερθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀγερθείην, ἀγερθείης, ἀγερθείη, ἀγερθείημεν ή ἀγερθεῖμεν, ἀγερθείητε ή ἀγερθεῖτε, ἀγερθείησαν ή ἀγερθεῖεν
Προστακτική
---, ἀγέρθητι, ἀγερθήτω, ---, ἀγέρθητε, ἀγερθέντων ή ἀγερθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀγερθῆναι
Μετοχή
ἀγερθείς
ἀγερθεῖσα
ἀγερθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀγήγερμαι, ἀγήγερσαι, ἀγήγερται, ἀγηγέρμεθα, ἀγήγερθε, ἀγηγερμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἀγηγερμένος- ἀγηγερμένη-ἀγηγερμένον ὦ
ἀγηγερμένος- ἀγηγερμένη-ἀγηγερμένον ᾖς
ἀγηγερμένος- ἀγηγερμένη-ἀγηγερμένον ᾖ
ἀγηγερμένοι- ἀγηγερμέναι-ἀγηγερμένα ὦμεν
ἀγηγερμένοι- ἀγηγερμέναι-ἀγηγερμένα ἦτε
ἀγηγερμένοι- ἀγηγερμέναι-ἀγηγερμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἀγηγερμένος- ἀγηγερμένη-ἀγηγερμένον εἴην
ἀγηγερμένος- ἀγηγερμένη-ἀγηγερμένον εἴης
ἀγηγερμένος- ἀγηγερμένη-ἀγηγερμένον εἴη
ἀγηγερμένοι- ἀγηγερμέναι-ἀγηγερμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἀγηγερμένοι- ἀγηγερμέναι-ἀγηγερμένα εἴητε (εἶτε)
ἀγηγερμένοι- ἀγηγερμέναι-ἀγηγερμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἀγήγερσο, ἀγηγέρθω, --- ἀγήγερθε, ἀγηγέρθων ή ἀγηγέρθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἀγηγέρθαι
Μετοχή
ἀγηγερμένος,
ἀγηγερμένη,
ἀγηγερμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἀγηγέρμην, ἀγήγερσο, ἀγήγερτο, ἀγηγέρμεθα, ἀγήγερθε, ἀγηγερμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου