Άγγελος Σικελιανός «Στ’ όσιου Λουκά το μοναστήρι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

John William Waterhouse

Άγγελος Σικελιανός «Στ’ όσιου Λουκά το μοναστήρι»
           
Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη -έτσι γλυκά θρηνούσαν!-
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
                          Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Επιτάφιος Θρήνος,
κι οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θυρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»

Και να· ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο·και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε - μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ’ το στασίδι που ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
-έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου... Βαγγέλη!»

Κι ακόμα - μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζεύτηκαν
από το βράδυ της Μεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μού σκέπασε τα μάτια!...

Στείρι: χωριό της Βοιωτίας όπου και το βυζαντινό μοναστήρι του Όσιου Λουκά.
Άδωνης: Θεός που λατρευόταν από τους αρχαίους Φοίνικες ή Ασσύριους. Προς τιμήν του γιορτάζονταν τα Αδώνια. Η γιορτή γινόταν την άνοιξη και διαρκούσε δυο μέρες. Την πρώτη μέρα, που λεγόταν «αφανισμός», γυναίκες θρηνούσαν γύρω από μια νεκρική κλίνη στολισμένη με λουλούδια, και τη δεύτερη γιορταζόταν η ανάστασή του με χαρούμενα άσματα. 
ανεμώνη: λουλούδι που, σύμφωνα με την παράδοση, βλάστησε από το αίμα του πανέμορφου θεού.
λάμπασμα: θαυμασμός, λαχτάρα.

Βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία του ποιήματος είναι η αφηγηματικότητα και η προοδευτική μετάβαση από το θείο στο ανθρώπινο πάθος. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1935 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα.

Άδωνης ή Άδωνις: Νέος της μυθολογίας, φημισμένος για την ασύγκριτη ομορφιά του. Γύρω από το πρόσωπό του πλάστηκαν πολλοί μύθοι με πολλές ο καθένας παραλλαγές. Σύμφωνα μ’ έναν απ’ αυτούς, ήταν γιος του Φοίνικα, γενάρχη των Φοινίκων, και της Αλφεσίβοιας, σύμφωνα μ’ έναν άλλο ήταν γιος του Κινύρα, οικιστή της Πάφου, και της Μεθάρμης, κόρης του βασιλιά της Κύπρου Πυγμαλίωνα. Σύμφωνα, τέλος, μ’ έναν τρίτο, ήταν γιος του βασιλιά των Ασσυρίων Θείαντα και της κόρης του Σμύρνας (ή Μύρρας).
Κατά την τελευταία αυτή εκδοχή, την οποία παραθέτει ο Απολλόδωρος (III, 14, 4), η Σμύρνα περιφρονούσε την Αφροδίτη και η θεά την τιμώρησε κάνοντάς τη να ερωτευθεί με πάθος τον ίδιο της τον πατέρα. Με τη βοήθεια της τροφού της, πλάγιασε μαζί του δώδεκα νύχτες, χωρίς αυτός να αντιληφθεί ποια ήταν. Όταν το κατάλαβε, την κυνήγησε με το ξίφος του για να την σκοτώσει κι εκείνη παρακάλεσε τους θεούς να την κάνουν αόρατη. Οι θεοί τη λυπήθηκαν και τη μεταμόρφωσαν σε δέντρο, που πήρε το όνομά της (σμύρνα). Μετά από εννιά μήνες άνοιξε ο φλοιός του δέντρου, ή τον έσκισε με το ξίφος ο Θείαντας, και γεννήθηκε βγαίνοντας μέσα απ’ αυτό ο Άδωνης, που ήταν πολύ όμορφος από βρέφος.
Η Αφροδίτη, θέλοντας να τον κάνει δικό της, τον πήρε κρυφά, τον έβαλε μέσα σ’ ένα κιβώτιο και τον εμπιστεύτηκε στην Περσεφόνη, για να τον φυλάξει. Αλλά η Περσεφόνη, μόλις είδε τον Άδωνη, γοητεύτηκε από την ομορφιά του και αρνήθηκε να τον δώσει πίσω. Ξέσπασε τότε μια διαμάχη ανάμεσα στις δύο θεές, που κατέφυγαν τελικά στην κρίση του Δία. Κι εκείνος χώρισε το έτος σε τρία τμήματα και όρισε να μένει ο Άδωνης τέσσερις μήνες με την Περσεφόνη, τέσσερις με την Αφροδίτη και τους άλλους τέσσερις να διαθέτει τον εαυτό του όπως εκείνος ήθελε ή, σύμφωνα με μια άλλη παραλλαγή, να μένει με την Άρτεμη. Αυτός όμως προτίμησε να μένει και στο δικό του τρίτο του χρόνου με την Αφροδίτη, που τον είχε έτσι οκτώ μήνες.
Ο Άδωνης, που αγαπούσε ιδιαίτερα το κυνήγι, πληγώθηκε κάποτε θανάσιμα από έναν αγριόχοιρο και πέθανε, χωρίς η Αφροδίτη να μπορέσει να τον κρατήσει στη ζωή. Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, τον αγριόχοιρο τον έστειλε η Άρτεμη, για να εκδικηθεί τον Άδωνη που την περιφρόνησε ή ο Άρης από ζηλοτυπία, επειδή αγαπούσε κι αυτός την Αφροδίτη.
Ο μύθος του Άδωνη, στην αρχική του τουλάχιστον μορφή, ήταν ανατολικής προέλευσης, με ενδιάμεσο πιθανόν την Κύπρο. Στην αρχαία Ελλάδα τον λάτρεψαν και σαν θεό και τον τίμησαν με ειδικές γιορτές, τα Αδώνια. Ωστόσο δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη ναού του σε κανένα μέρος του ελληνικού κόσμου.
Στην τέχνη ο Άδωνης εικονίζεται συνήθως μαζί με την Αφροδίτη. Μια παραλλαγή του μύθου πραγματεύεται και ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του.
Ο μύθος του Άδωνη κατέχει αξιόλογη θέση στη μυθολογία, στην ποίηση και στη θρησκεία των αρχαίων λαών της λεκάνης της Μεσογείου. Στον κόσμο των Σημιτών ο μύθος και η λατρεία του Άδωνη συνδεόταν με τη θεά Αστάρτη, την αντίστοιχη της Αφροδίτης.
Έδρα της λατρείας του Άδωνη στην αρχαιότητα ήταν η Βύβλος της Φοινίκης, όπου υπήρχε και ένας μικρός ποταμός με το όνομά του. Από εκεί η λατρεία μεταλαμπαδεύτηκε στην Κύπρο και στην Ελλάδα και κατόπιν στην αρχαία Ρώμη, με γιορτές που θύμιζαν τα ανατολικά και τα ελληνικά μυστήρια, αλλά και τη μεταγενέστερη χριστιανική Ανάσταση.
Στη νεότερη λογοτεχνία, γνωστότερες αποδόσεις του μύθου του Άδωνη αποτελούν το μακροσκελές ποίημα του Ιταλού Τζαμπατίστα Μαρίνο «Άδωνις» (1623), το ποίημα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ «Αφροδίτη και Άδωνις» (1593), καθώς και οι αναφορές του μύθου στον Ερρίκο ΣΤ΄ (1590-92) του Σαίξπηρ και στον Χαμένο Παράδεισο (Paradise Lost, 1667) του Μίλτον. Επίσης ο Άδωνης και η ομορφιά του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης στην τέχνη (Βετσέλιο Τιτσιάνο, Αφροδίτη και Άδωνις, 1554∙ Πάολο Βερονέζε, Αφροδίτη και Άδωνις 1570-75 κ.ά.) και στη μουσική (Κλαούντιο Μοντεβέρντι, Άδωνις, 1639∙ Τζον Μπλόου, Αφροδίτη και Άδωνις, 17ος αι., κ.ά.).

Αδώνια. Ετήσιες γιορτές κατά την αρχαιότητα προς τιμή του Άδωνη. Γίνονταν την άνοιξη ή το καλοκαίρι και κρατούσαν συνήθως δύο μέρες. Την πρώτη μέρα γυναίκες ντυμένες με πένθιμα ρούχα τοποθετούσαν στις εισόδους των σπιτιών ομοιώματα (είδωλα) του Άδωνη και τα διακοσμούσαν με λουλούδια και πράσινα κλαδιά. Έβαζαν επίσης και πήλινες γλάστρες ή μεγάλα κομμάτια από σπασμένα αγγεία γεμισμένα με χώματα, όπου είχαν σπείρει σπόρους φυτών που φυτρώνουν και μαραίνονται γρήγορα. Τις γλάστρες αυτές με την πρασινάδα που φύτρωνε τις έλεγαν «κήπους του Άδωνη». Τα στολισμένα ομοιώματα του Άδωνη τα περιέφεραν στη συνέχεια στους δρόμους θρηνώντας και ψάλλοντας πένθιμους ύμνους, τα λεγόμενα «αδώνια» ή «αδωνίδια», που θα πρέπει να ήταν ένα είδος μοιρολογιών. Έκαναν έτσι μια αναπαράσταση εκφοράς και εικονικούς ενταφιασμούς. Τη δεύτερη μέρα γιόρταζαν με ευθυμία και τραγούδια χαράς την ανάσταση του Άδωνη.
Τα Αδώνια γιορτάζονταν στη Συρία, στη Μ. Ασία, στην Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια), στην Κύπρο και σε πολλές πόλεις των νησιών και της ηπειρωτικής Ελλάδας, ανάμεσα στις οποίες και στην Αθήνα. Το τελετουργικό τους συμβόλιζε το θάνατο και την αναγέννηση της φύσης, που γίνεται κάθε χρόνο. Κατάλοιπα των αρχαίων Αδωνίων επιβιώνουν ακόμα και σήμερα σε ορισμένα λαϊκά δρώμενα. Μια τέτοια επιβίωση είναι και ο «Ζαφείρης», που τελείται κάθε άνοιξη στο Ζαγόρι της Ηπείρου, στην ομώνυμη εορταστική εκδήλωση.

Το ποίημα

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη -έτσι γλυκά θρηνούσαν!-
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;

Η εισαγωγική διαπίστωση του ποιητή είναι πως οι γυναίκες που συμμετείχαν στον στολισμό του επιταφίου, αλλά και στο θρήνο του νεκρού Χριστού – Άδωνη, δεν σκέφτηκαν πως το στολισμένο του σώμα υπήρξε κάποτε ζωντανή σάρκα που ένιωσε βαθύ πόνο. Τα μοιρολόγια κι ο γλυκός τους θρήνος εξαντλούσαν την ουσία τους στη μελωδικότητά τους, χωρίς ωστόσο να αποκτούν τη σημασία ενός πραγματικού αποχαιρετισμού του νεκρού και μιας βαθιάς οδύνης για τα δεινά και τα βασανιστήρια που τον έφεραν ως το θάνατο.
Το απαλό πορσελάνινο ομοίωμα του νεκρού Άδωνη, καλυμμένο όπως είναι με τα λουλούδια, δεν μεταδίδει τίποτε από τον πόνο και την οδύνη του θανάσιμου τραυματισμού του. Η προσδοκία, άλλωστε, της ανάστασής του, δεν αφήνει να υπάρξει ένας ουσιαστικός θρήνος, αφού πολύ σύντομα ο έξοχος νεκρός θα επανέλθει με όλη του την πρότερη ομορφιά και νεότητα.

Σχήματα λόγου
Μεταφορές: «γλυκά θρηνούσαν», «ολόαχνο σμάλτο»
Οξύμωρο: «γλυκά θρηνούσαν»

Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Επιτάφιος Θρήνος,
κι οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θυρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Η αδυναμία τους να αναλογιστούν πόσο πόνο βίωσε ο ιερός αυτός νεκρός προκύπτει, σύμφωνα με τον ποιητή, από τη βεβαιότητα της επερχόμενης ανάστασής του. Οι ευωδιές της άνοιξης, τα τριαντάφυλλα που κάλυπταν τον επιτάφιο, αλλά κι ο ίδιος ο Επιτάφιος Θρήνος, όλα απηχούσαν την ελπίδα του επικείμενου θαύματος, αφαιρώντας έτσι από τη σκέψη τους τον πραγματικό πόνο που ένιωσε ο Χριστός. Άλλωστε, οι πληγές στα χέρια και τα πόδια του έμοιαζαν περισσότερο με ανεμώνες -στοιχείο σύνδεσης με τον Άδωνη-, αφού χάρη στα λουλούδια που κάλυπταν το σώμα του, όλος ο τόπος ανέδιδε ένα μεθυστικό και δυνατό άρωμα, που αφαιρούσε από τις πληγές κάθε υπόνοια πόνου και φρίκης.
Η συνήθεια να στολίζεται ο επιτάφιος με λουλούδια κι η εθιμοτυπική προσμονή της δεδομένης ανάστασης, δεν επιτρέπουν στις γυναίκες που συμμετέχουν στο ιερό αυτό έθιμο να σκεφτούν και να νιώσουν μέσα τους την οδύνη που βίωσε ο σκληρά βασανιζόμενος Χριστός. Έτσι, ακόμη κι ο νεκρικός του αποχαιρετισμός έχει μια αίσθηση χαράς, που απομακρύνει την πραγματικότητα των πληγών και του πόνου του.
Ξέχωρη σημασία έχει η εναλλαγή ανάμεσα στον Άδωνη και το Χριστό∙ πρόσωπα που σύντομα μετά το θάνατό τους αναστήθηκαν. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται να δώσει έναν αμιγώς χριστιανικό χαρακτήρα στη σύνθεσή του∙ επιχειρεί μια σύνδεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές θρησκευτικές εποχές, που ενέχουν ένα κοινό στοιχείο, την πανάρχαια ελπίδα των ανθρώπων να κατανικήσουν τον θάνατο. Τόσο η ανάσταση του Άδωνη, όσο και η ανάσταση του Χριστού, εκφράζουν ακριβώς αυτή τη βαθιά επιθυμία των ανθρώπων, που αισθάνονταν και αισθάνονται πάντοτε τόσο αδύναμοι μπροστά στο ανήκεστο του θανάτου. 

Σχήματα λόγου
Προσωποποίηση: «οι αναπνοές της άνοιξης»
Παρομοίωση: «σαν ανεμώνες»
Υπερβατό: «πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια» [ανάμεσα στον επιθετικό προσδιορισμό «πολλά» και το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό «λουλούδια» παρεμβαίνουν άλλες λέξεις]

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»

Το Μεγάλο Σάββατο, την ώρα που ο ιερέας έχει δώσει το αναστάσιμο φως κι η μεταφορά του έχει ξεκινήσει γοργή από κερί σε κερί∙ μια εικόνα οικεία και γνώριμη στους χριστιανούς, αφού επαναλαμβάνεται απαράλλαχτη κάθε φορά σε κάθε μεριά της χώρας. Ένα αιφνίδιο γεγονός, ένα δραματικό απρόοπτο έρχεται να ταράξει την παραδοσιακή τυπικότητα της σκηνής∙ μια γυναικεία φωνή που ξεπετάχτηκε ανάμεσα στα χαμηλόφωνα «Χριστός Ανέστη», έκανε όλους τους παρευρισκόμενους πιστούς να ανατριχιάσουν: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!». Η γυναίκα που πρώτη βλέπει και αναγνωρίζει τον Βαγγέλη, σπεύδει να φωνάξει τη μάνα του, σπεύδει να την ενημερώσει για τη θαυμαστή επιστροφή του γιού της, που τον είχαν για νεκρό.  

Και να· ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Τη στιγμή, λοιπόν, που οι πιστοί ήταν απασχολημένοι με τη μεταφορά από τον ένα στον άλλο της αναστάσιμης φλόγας, στην είσοδο της εκκλησίας εμφανίζεται ο Βαγγέλης, ο γιος της Γιώργαινας, που όλοι τον θεωρούσαν νεκρό ήδη από τα χρόνια του πολέμου. Ο ποιητής δεν διευκρινίζει σε ποιον πόλεμο αναφέρεται, αλλά με δεδομένη τη χρονιά δημοσίευσης του ποιήματος (1935), είναι πιθανό να αναφέρεται στη Μικρασιατική εκστρατεία, που ακολούθησε στην Ελλάδα τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η εμφάνιση του νέου αυτού, μοιάζει στα μάτια των πιστών σαν ένα θαύμα, αντίστοιχο μ’ αυτό της ανάστασης του Χριστού, αφού η πολύχρονη απουσία του ήταν γι’ αυτούς απόδειξη του θανάτου του. Ωστόσο, ο ποιητής δεν επιθυμεί να συσχετίσει τον ήρωά του μόνο με το θαύμα της χριστιανικής ανάστασης, γι’ αυτό και αναφέρεται με έμφαση στην ομορφιά του νέου, ώστε να γίνει εμφανής η σύνδεσή του με το απαράμιλλο κάλλος του αρχαίου Άδωνη. Ο Βαγγέλης ήταν ο λεβέντης του χωριού κι η λαχτάρα όλων των κοριτσιών. 
Η επιστροφή του Βαγγέλη, ωστόσο, έχει μια ουσιαστική διαφοροποίηση με την ανάσταση του Χριστού και του Άδωνη, αφού ο νέος δεν επανέρχεται αλώβητος. Η συμμετοχή του στον πόλεμο του έχει κοστίσει το ένα του πόδι, το οποίο και έχει αντικατασταθεί μ’ ένα ξύλινο. Έτσι, η ανθρώπινη εκδοχή της ανάστασης δεν έχει την πληρότητα και την τελειότητα που χαρακτηρίζει τη θεϊκή ανάσταση. Ο θνητός Βαγγέλης επιστρέφει μεν, αλλά δεν είναι πια όπως ακριβώς τον θυμόντουσαν, τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν.
Η αντίδραση των συγχωριανών του στην εκκλησία αντανακλά την έκπληξη για την απρόσμενη επιστροφή του, αλλά σε συνδυασμό με το δέος και τον αποτροπιασμό που τους προκαλεί το φρικτό του τραύμα. Μένουν, έτσι, να τον κοιτούν μια στο πρόσωπο και μια στο πόδι, μη μπορώντας να ξεχάσουν πως ο νέος αυτός κάποτε χόρευε και με τη λεβεντιά του τράνταζε το αλώνι του χωριού. Κι ο Βαγγέλης απ’ τη μεριά του, μένει αποσβολωμένος στην είσοδο της εκκλησίας μη μπορώντας να προχωρήσει προς τα μέσα, παγωμένος από τα αδιάκριτα βλέμματα, κι από τη φρίκη που εύλογα διαβάζει στα πρόσωπα των συγχωριανών του. Είναι προφανές για εκείνον πως η επιστροφή του δεν αρκεί να τους παρακινήσει σε μια ανυπόκριτη και θερμή υποδοχή∙ είναι προφανές πως το ξύλινο πόδι, που σακατεύει την αλλοτινή του λεβεντιά και σωματική αρτιότητα, λειτουργεί αποτρεπτικά για τους συγχωριανούς του∙ τους απογοητεύει.

Και τότε -μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ’ το στασίδι που ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
-έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου... Βαγγέλη!»

Την ψυχρή αυτή υποδοχή στο ελλιπές θαύμα της ανθρώπινης ανάστασης διακόπτει η μάνα του νέου, η οποία αφού πετά το πένθιμο μαντίλι απ’ το κεφάλι της σπεύδει κι αγκαλιάζει ακριβώς αυτό το ξύλινο πόδι, που τόσο είχε δημιουργήσει αποτροπή στους συγχωριανούς της. Η μάνα δείχνει μ’ αυτό τον τρόπο στο παιδί της πως η δική της χαρά και το θαύμα που βιώνει η ίδια με την επιστροφή του, δεν κάμπτονται, ούτε μειώνονται από την επίγνωση της πληγής του. Η μάνα αγκαλιάζει και υποδέχεται με όλη της την ψυχή το ξύλινο πόδι του παιδιού της, για να του δείξει πως για εκείνη το μόνο που έχει σημασία είναι πως εκείνος είναι ζωντανός και πως είναι και πάλι -εντελώς απρόσμενα- κοντά της.
Η μάνα του Βαγγέλη βιώνει πραγματικά το θαύμα της ανθρώπινης ανάστασης και δίχως να το πει, του δείχνει πως τον υποδέχεται και τον αποδέχεται ακριβώς όπως είναι. Ωστόσο, μέσα στην κραυγή της μάνας κρύβεται πέρα από τη χαρά κι ο πόνος για το τραύμα του παιδιού της∙ η μάνα νιώθει, καταλαβαίνει και αναγνωρίζει πόσο υπέφερε και υποφέρει το παιδί της λόγω της απώλειας του ποδιού του.
«έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει, ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος»: Ο ποιητής που βρίσκεται κι ο ίδιος μπροστά σ’ αυτό το ιδιαίτερο περιστατικό, νιώθει την ανάγκη να διαβεβαιώσει τους αναγνώστες του πως ό,τι αφηγείται είναι ένα αληθινό γεγονός κι όχι δημιούργημα της ποιητικής του φαντασίας. Η αιφνίδια δραματοποίηση του ποιητή έρχεται να τονίσει, λοιπόν, πως η ανθρώπινη αυτή ιστορία ανάστασης είναι δοσμένη όπως ακριβώς συνέβη, χωρίς κάποια παρέμβαση του ίδιου.  

Σχήματα λόγου
Προσωποποίηση: «μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος»
Αναδίπλωση: «μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος, / ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος», «ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι, / το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη»
Αποσιώπηση: «Μάτια μου...»

Κι ακόμα -μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζεύτηκαν
από το βράδυ της Μεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μού σκέπασε τα μάτια!...

Η έντονη αντίδραση της μάνας, που δεν δίστασε μπροστά σε όλο το εκκλησίασμα να αγκαλιάσει το ξύλινο πόδι του παιδιού της, επενεργεί ακαριαία στις γυναίκες του χωριού, οι οποίες σπεύδουν να δηλώσουν τη συμπαράστασή τους στο παιδί του χωριού τους, στον δικό τους τον Βαγγέλη. Έτσι, ενώ όταν μοιρολογούσαν το σώμα του Χριστού, ο θρήνος τους έμοιαζε περισσότερο μ’ ένα μελωδικό τραγούδι, παρά με μια έκφραση πραγματικού πόνου, τώρα που έχουν μπροστά τους έναν δικό τους άνθρωπο, με την πληγή του σώματός του να μην αφήνει κανένα περιθώριο παραγνώρισης των δεινών που βίωσε, η κραυγή τρόμου, στην οποία ξεσπούν όλες μαζί είναι μια γνήσια εκδήλωση των συναισθημάτων τους. Τώρα κατανοούν πραγματικά και νιώθουν βαθιά μέσα τους την οδύνη του τραύματος, την οδύνη της πληγής στο σώμα του νέου στρατιώτη.
Ο κρυμμένος στα λουλούδια Άδωνης δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει ένα νανουριστό, ένα θαμπό θρήνο, αφού τίποτε στη μορφή του δεν πρόδιδε τον δικό του πόνο, κι αφού η δεδομένη ανάστασή του θα τον επανέφερε και πάλι στην πρότερη ομορφιά και νεότητά του. Το ξύλινο πόδι του Βαγγέλη, όμως, δεν επιτρέπει στις γυναίκες του χωριού να τον υποδεχτούν με χαρά, χωρίς να συναισθανθούν τον πόνο του, χωρίς να βιώσουν κι εκείνες τι σήμανε ο ακρωτηριασμός αυτός στην ψυχή του νέου. Έτσι, η κραυγή τους είναι βαθιά αληθινή και συγκλονιστική, φέρνοντας μεγάλη συγκίνηση και στον ποιητή, ο οποίος νιώθει τα μάτια του να πλημμυρίζουν ξαφνικά από δάκρυα, σκεπάζοντας σαν πέπλος την όρασή του.
«μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος, ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος»: Ο ποιητής, που αισθάνθηκε στην προηγούμενη στροφή την ανάγκη, να διαβεβαιώσει πως η αντίδραση της μάνας αποδόθηκε από εκείνον ακριβώς όπως την είδε να εκτυλίσσεται μπροστά του, κάνει και πάλι το ίδιο σε σχέση με την αντίδραση των υπόλοιπων γυναικών. Είναι σημαντικό για τον ποιητή να καταστεί σαφές πως τόσο το αγκάλιασμα του ξύλινου ποδιού από τη μάνα, όσο και η κραυγή των γυναικών, αποτέλεσαν γνήσιες και αυθόρμητες συμπεριφορές, που προκλήθηκαν από την απρόσμενη θέαση του θεωρούμενου νεκρού στρατιώτη.
Γνήσια η αντίδραση της μάνας, που αντί να αγκαλιάσει το σώμα του παιδιού της, επιλέγει –καθοδηγούμενη προφανώς από το μητρικό ένστικτο- να αγκαλιάσει το ξύλινο πόδι του, για να του δείξει μ’ αυτό τον τρόπο πόσο απόλυτα συναισθάνεται τον πόνο του, μα και για να τον διαβεβαιώσει πως εκείνη βρίσκεται πλάι του να του σταθεί, να τον βοηθήσει και να τον αποδεχτεί με κάθε του πληγή και κάθε του απώλεια. Γνήσια κι η αντίδραση των άλλων γυναικών, που μπροστά στο ακρωτηριασμένο μέλος του νεαρού συγχωριανού τους ξεσπούν σε μια κραυγή τρόμου, θέλοντας να εκφράσουν έτσι πόσο πλήρως αισθάνονται μέσα τους τον πόνο και τη φρίκη που βίωσε εκείνος.
Σε αντίθεση, άρα, με τα πάθη του Χριστού και τον θανάσιμο τραυματισμό του Άδωνη, που η ανάσταση τα αίρει, οι ανθρώπινες πληγές και τα ανθρώπινα τραύματα δεν μπορούν να έχουν μια τέτοια θαυμαστή ίαση, ούτε μια πλήρη λύτρωση.

Σχήματα λόγου
Προσωποποίηση: «μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος»
Επανάληψη: «μάρτυράς μου να ‘ναι ο στίχος, / ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος» [οι στίχοι αυτοί υπάρχουν αυτούσιοι και στην προηγούμενη στροφή]
Μεταφορές: «θαμπά για να θρηνήσουν», «ένας πέπλος μού σκέπασε τα μάτια!»
Αποσιώπηση: «ένας πέπλος μού σκέπασε τα μάτια!...»


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X