Γιώργος Ιωάννου «Μοτοσικλέτας εγκώμιο» παράλληλο στο «Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Gail Zavala

Γιώργος Ιωάννου «Μοτοσικλέτας εγκώμιο» παράλληλο στο «Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς»

«Η αλήθεια είναι πως σε στιγμές αδυναμίας λυπάμαι κάπως που δεν έχω κι εγώ αυτοκίνητο, αλλά αυτό το ύποπτο λύγισμα είναι πάντα κάτι το παροδικό και αρκετά εύκολα το αποτινάζω. Δε μου χρειάζεται κι άλλη απομόνωση φτάνει αυτή που έχω στο σπίτι. Δεν μπορώ να κουβαλώ την ατμόσφαιρα του σπιτιού μου πάνω σε τέσσερις ρόδες, ούτε να βλέπω διαρκώς τους άλλους μέσα απ’ τα τζάμια. Θέλω να ακουμπώ, να τρίβομαι, έστω και τυχαία, πάνω σε ανθρώπους, να τους ακούω, να παίρνω απ’ αυτούς κουράγιο ή απελπισία. Προπάντων θέλω να βλέπω ανθρώπους, να τους χαίρομαι από κοντά ή και να τους σιχαίνομαι, να τους μυρίζω.
...
Περπατάω λοιπόν όσο μπορώ και μάλιστα σε χώρους πολυσύχναστους, παίρνοντας το λεωφορείο μόνο όταν κάπου  πρέπει να προλάβω. Παλιότερα δεν μπορούσα να περιεργαστώ και τόσο τους διαβάτες. Περιοριζόμουν σε μια φευγαλέα ματιά κυρίως στο πρόσωπο. Τώρα διαπιστώνω ολοένα και μεγαλύτερη άνεση στον εαυτό μου. Θαρρείς και δεν προβάλλουν την ίδια αντίσταση στα βλέμματά μου, υποχωρούν. Μάλλον όμως δε με λογαριάζουν πια, ενώ, όταν ήμουν νεώτερος, μ’ αντιμετώπιζαν σαν αντίπαλο, διεκδικητή σε κάτι το άγνωστό μου ή όμοιόν τους, οπότε εγώ έχανα τα βήματά μου.
Περπατώ στους δρόμους και κάθε τόσο ενθουσιάζομαι. «Θεέ μου» λέω «γιατί να μη μας δίνεις περισσότερη ζωή και νιάτα;» Όσο βαριά στεναχώρια κι αν έχω, μ’ ένα καλό περπάτημα σε δρόμους εγγυημένους αλαφρώνει. Προσπαθώ, συνήθως, να κλείνω το βράδυ μου γυρνώντας στο σπίτι από την Εγνατία. Πολλές φορές, κι όταν ακόμα δεν μου ταιριάζει το δρομολόγιο, λοξοδρομώ προκειμένου να περάσω από κει. Και γιατί τάχατες να βιάζομαι να φτάσω στο σπίτι; Τι το σπουδαίο έχω να κάνω; Εκείνη την ώρα, βέβαια, πολλή κίνηση σε πεζούς ο δρόμος δεν έχει. Εκτός κι αν συμβαίνει κανένα έκτατο γεγονός: ματς ή κινητοποίηση. Κάτι άλλο υπάρχει όμως που μου παίρνει την ψυχή. Είναι οι πολλές μοτοσικλέτες που περνούν τρέχοντας αστραπιαία, ιδίως προς τα δυτικά, θαρρείς για να προλάβουν αυτοί που τις κυβερνούν τον έρωτα ή τον ύπνο. Κοντοστέκομαι στο πεζοδρόμιο θαυμάζοντας. «Όπου και να χτυπήσουν, θα τραυματιστούν», συλλογιέμαι. Κι αυτό δεν το λέω ούτε με φόβο, ούτε, φυσικά, με οίκτο, αλλά σχεδόν με βαθύ σεβασμό. Άλλωστε, κι αυτοί καλά ξέρουν τους κινδύνους. Πιάνω θέση δίπλα σε φανάρι της τροχαίας, περιμένοντας δήθεν για να περάσω. Όταν ανάβει το κόκκινο, όλοι μαζί σταματούν, ακόμα και μπροστά μου. Είναι συνήθως συμπαθέστατοι και πάντα γεροδεμένοι. Άλλοι είναι χωρικοί, κι άλλοι δικά μας σαΐνια, εργάτες. Ξέρω καλά τι έκαναν και που τώρα πηγαίνουν. Γι’ αυτό γυρνούν στα σπίτια τους σα μεθυσμένοι, κρατώντας γερά στα σκέλια τους τις μηχανές. Δεν τους περιμένει εκεί ούτε ξεραΐλα ούτε και μοναξιά.
Αυτό το πράγμα, μάλιστα –πολύ θα το ‘θελα. Αυτό τ’ αλλάζω με την τωρινή μου μοίρα. Με μια βαριά μοτοσικλέτα ν’ αλωνίζω πόλη και προάστια. Να περνώ σαν τη σαΐτα και να σταυροκοπιούνται με δέος όλοι οι νοικοκυράκηδες. Κι από πίσω να ‘ρχεται μ’ ορυμαγδό όλη η παρέα. Να ξεπεζεύουμε όπου μας κάνει κέφι, είτε στα πάρκα είτε στα σκυλάδικα, παραμερίζοντας σκληρά κάθε τι που εμποδίζει και πνίγει τους ανθρώπους που έχουν δυνάμεις για ξόδεμα.»

Στο πεζογράφημα «Μοτοσικλέτας εγκώμιο» εντοπίζουμε μερικές από τις βασικές θεματικές που βρίσκουμε και στο «Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς».
α) Η μοναξιά του συγγραφέα και η συνήθειά του να περπατά στους δρόμους της πόλης. Ο Ιωάννου, ως συγγραφέας και εκπαιδευτικός, είχε επιλέξει ένα μοναχικό βίο αφοσιωμένο στη μελέτη και τη συγγραφή, που σε συνδυασμό με τις ερωτικές του επιλογές τον απομάκρυναν από τη δημιουργία μιας δικής του οικογένειας. Η μοναξιά που αισθάνεται, παρόλο που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα δικών του επιλογών, δεν παύει να αποτελεί ένα διαρκές παράπονο για το συγγραφέα, που βρίσκει ως μόνη παρηγοριά τους περιπάτους μέσα στην κίνηση και την πολυκοσμία της πόλης: «Ολομόναχος, ξένος παντάξενος, χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες». Όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει στο Μοτοσικλέτας εγκώμιο, του αρέσει να περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους, να τους αγγίζει -τυχαία- και να τους ακούει, να τους βλέπει και να τους χαίρεται, χωρίς ωστόσο να επιδιώκει κάποια ουσιαστική γνωριμία μαζί τους.
Στο Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς, εντούτοις, βαρύνει περισσότερο η αποξένωση που αισθάνεται απέναντι σ’ όλους αυτούς τους αδιάφορους περαστικούς: «Σταματώ πολλές φορές στη μέση του πεζοδρομίου, κι όπως το κούτσουρο που κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες».
β) Η συνήθεια του Ιωάννου να παρατηρεί τους άλλους ανθρώπους. Αγαπημένη ασχολία του συγγραφέα είναι να παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω του, συλλέγοντας εντυπώσεις και καταλήγοντας σε διαπιστώσεις για την προσωπικότητα ή την καταγωγή τους. Στο Μοτοσικλέτας εγκώμιο αναφέρει πως επιλέγει πολυσύχναστους δρόμους για τους περιπάτους του, όπου έχει τη δυνατότητα να περιεργάζεται τους περαστικούς, ενώ στο Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς, βρίσκεται σ’ ένα καφενείο κάποιου συνοικισμού, όπου συνηθίζει να πηγαίνει και να παρατηρεί τα παιδιά, αλλά και τους ενήλικες πρόσφυγες, έχοντας μάθει πια να ξεχωρίζει την καταγωγή τους από στοιχεία της εμφάνισής τους. 
γ) Η επιθυμία του συγγραφέα να αφήσει τη μοναχική του ζωή και να αισθανθεί πως ανήκει κι εκείνος σε κάποια ομάδα ανθρώπων. Ο Ιωάννου παρατηρώντας τους μοτοσικλετιστές να επιστρέφουν βιαστικά τα βράδια στα σπίτια τους, πιστεύει πως γυρίζουν έχοντας ικανοποιήσει τις ερωτικές τους επιθυμίες. Έτσι, σε αντίθεση μ’ εκείνον, είναι ευτυχείς και δε φοβούνται να επιστρέψουν στο σπίτι τους, όπως αυτός που τον περιμένει η μοναξιά και η θλίψη. Τους αποδίδει μια ζωή γεμάτη ελευθερία κι ευχαρίστηση και νιώθει πως θα μπορούσε μ’ ευκολία να αλλάξει την τωρινή του μοναχική και ανικανοποίητη ζωή, με τη δική τους. Φαντάζεται, λοιπόν, πώς θα ήταν να κυκλοφορεί με ταχύτητα στους δρόμους και πόσο ωραία θα ήταν να τον ακολουθεί μια θορυβώδης παρέα μοτοσικλετιστών, με την οποία θα πήγαιναν όπου ήθελαν, έχοντας όλη τη διάθεση να απολαύσουν τη ζωή.
Με παρόμοιο τρόπο στο Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισμούς, ο συγγραφέας αντικρίζοντας τη μοναξιά και την αποξένωση της ζωής του, εύχεται να μπορούσε κι εκείνος να ζει σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό μαζί με πρόσφυγες της δικής του ράτσας. Ευχή που καθρεφτίζει βέβαια την έντονη ανάγκη του συγγραφέα για συντροφικότητα.

Το γεγονός ότι δε δημιούργησε δική του οικογένεια, το σχολιάζει ο συγγραφέας στο πεζογράφημα «Η μόνη κληρονομιά»:
«Τους παππούδες μου δεν τους πρόλαβα εγώ. Ούτε με χάρηκαν ούτε κι ένιωσα ποτέ μου την ανάγκη να τους κλάψω. Είχαν πεθάνει κι οι δυο τους, αρκετά χρόνια προτού γεννηθώ. Και θάνατος που δεν τον έζησες, δε σε πονάει. Μου δώσαν τ’ όνομα του ενός, αποκλείεται όμως να πήρα και τις χάρες. Και δεν είμαι καθόλου βέβαιος, αν το τίμησα ως τώρα, όπως πρέπει. Πάντως, είμαι σίγουρος πια πως το όνομα αυτό εγώ σε κανέναν άλλον δε θα το κληροδοτήσω. Εκτός κι αν βρεθεί κάποιος φίλος σπλαχνικός, κάποιος που να μ’ αγάπησε πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορώ εγώ να πιστέψω, και βάλει στο αγοράκι του τ’ όνομά μου, φέρνοντας στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή την ταλαιπωρημένη όσο και αστεία ύπαρξή μου. Αλλά ποιος θα θελήσει να διακινδυνέψει τόσο πολύ για μένα;
Θέλω να πω πως για να σε πουν παππού, πρέπει να σε πούνε πρώτα πατέρα. Κι όταν δεν έχει γίνει το δεύτερο, και τα χρόνια έχουν κάπως περάσει, αποκλείεται φυσικά ν’ ακούσεις το πρώτο. ...
Οι δικοί μου πήγαν ίσως με το παράπονο πως πεθαίνουν νέοι και δεν πρόλαβαν. Μα κι αν ζούσαν, δεν επρόκειτο ν’ ακούσουν τίποτε παραπάνω. Ο θάνατος σώζει από πολλές πίκρες.»

Στο πεζογράφημα «Η σκυλοπολιορκία» όπου ο Ιωάννου εγκλωβίζεται σ’ ένα αποχωρητήριο από μερικούς άγριους σκύλους, βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει την επιλογή του να αφοσιωθεί στη μελέτη και το γράψιμο:
«Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που καταπιάστηκα μ’ όλα τούτα τα διαβάσματα και τα γραψίματα και δε με χωράει πια ο τόπος. Και να ‘ταν τα μοναδικά μαρτύρια που τραβούσα εξαιτίας των ασχολιών μου αυτών, θα ‘μουν πολύ ευχαριστημένος. Πρώτα πρώτα, εφόσον έχανα το χρόνο μου, έχανα την ίδια τη ζωή μέσα από τα χέρια μου. Γιατί, αν στο αποχωρητήριο ήμουν μπλοκαρισμένος για πρώτη φορά, στο άχαρο δωμάτιό μου ήμουν κλεισμένος κάθε βράδυ, παλεύοντας με χαρτιά και με βιβλία, που μόνο μπελάδες και αποξένωση μου είχαν μέχρι τώρα δημιουργήσει.»

Ένα ακόμη σχόλιο για τη μοναξιά του συγγραφέα εντοπίζουμε στο πεζογράφημα «Ο λογοτιμήτης», που αναφέρεται σε μια τυχαία επίσκεψη του Ιωάννου στις φυλακές, και το οποίο μας δίνει παράλληλα μια ένδειξη για τις ερωτικές επιλογές του
«Αλλά τώρα εγώ προσπαθούσα να φέρω την κουβέντα αλλού στην ερωτική ζωή των καταδίκων. Γιατί βέβαια δεν μπορεί να μην υπάρχει. Τα ήξερε όλα, μου είπε με λεπτομέρειες που το απόδειχναν. Τα συνηθισμένα μοναστηρίσια καμώματα. Μιλούσε προσεχτικά και με λεπτότητα, με συμπάθεια σχεδόν. Καλός άνθρωπος, χριστιανικών αρχών. Όμως τα μάτια του λαμπύριζαν ασυνήθιστα μες στο σκοτάδι.
Μου επέτρεψε να ζυγώσω στα παράθυρα που ήταν απ’ την πλευρά μας. Γαλήνη επικρατούσε μέσα. ...
Πολλοί απ’ τους νεαρούς, μόνο με το σωβρακάκι, ήταν μισοξαπλωμένοι αμέριμνα στα κρεβάτια τους και κάπνιζαν. Ξαφνικά, ένιωσα κάτι να με σκεπάζει, όπως όταν βλέπεις τον άλλον να ζει ευτυχισμένος, ενώ εσύ ακριβώς δίπλα του δυστυχείς. Που είναι πιο ελεύθερα άραγε; Εδώ ή μέσα στην οικογένεια, τον κύκλο και το υπαλληλίκι; Πάντως, μοιάζει να είναι αφάνταστα λιγότερη απ’ τη δική μου η μοναξιά τους. Καλύτερα, θαρρώ, πολύ καλύτερα σε μοναστήρι ή στις σκιερές φυλακές, μαζί μ’ αυτούς που έκαναν το θέλημά τους, παρά έξω, με τους διστακτικούς και αφυδατωμένους. Δεν είμαι, νομίζω, τρελός. Ξέρω καλά τι καθάρματα υπάρχουν κι εκεί μέσα. Όμως είναι δυνατό ν’ αγγίξεις και τις πιο αποκαθαρμένες καταστάσεις.
Σχεδόν απέναντί μου, ένας βαρύς νεαρός γδυνόταν αργά, προφανώς για να κοιμηθεί. Αποκαλύπτονταν σιγά σιγά το ορειχάλκινο σώμα του. Στο τέλος, όταν αδιάφορος έβγαλε τα ρούχα όλα, δυο τρεις που κάμναν το εργόχειρό τους, σήκωσαν για μια στιγμή το κεφάλι, κι ύστερα ξανάσκυψαν πιο πολύ στη δουλειά τους σα θαμπωμένοι. Πράγματι, το κορμί αυτό ήταν από κείνα που ζωγράφιζαν με πάθος οι ειδωλολάτρες αγγειογράφοι ή που σμίλευε ο γλύπτης Πολύκλειτος. Αναπάντεχα ψιθύρισα τους στίχους:
Μα σαν τον άντρα που ‘δα χτες στου Δράκου το Λιβάδι,
Χαρά στον που τον έσπερνε κι οπού τον κοιλοπόνα...

Ο νεαρός χώθηκε σχεδόν γυμνός στο κρεβάτι του. Θα ‘ταν κι αυτός αόριστα ερωτευμένος με όλα. Ρεμπέτικο όλο σεβντά σα να ακούγονταν.»

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X