Λυσίας «Υπέρ Μαντιθέου» Προοίμιο (exordium) 1-3 [μετάφραση - ασκήσεις σχολικού]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Robert Ball 

Λυσίας «Υπέρ Μαντιθέου» Προοίμιο (exordium) 1-3

«στι δ προοίμιον καθόλου μν επεν κροατν παρασκευ κα το πράγματος ν κεφαλαί μ είδόσι δήλωσις, να γιγνώσκωσι, περ ν λόγος, παρακολουθοσί τε τ ποθέσει, κα π τ προσέχειν παρακαλέσαι κα καθ’ σον τ λόγ δυνατν ενους μν ατος ποισαι»
Αναξιμένης ο Λαμψακηνός 29, 1, 1436α 33

[Για να μιλήσουμε γενικά το προοίμιο είναι η προετοιμασία των ακροατών και η δήλωση συνοπτικά της υπόθεσης σε όσους δεν ξέρουν, για να γνωρίζουν για πια θέματα γίνεται ο λόγος, ώστε να παρακολουθούν την υπόθεση, και για να τους παρακινήσουμε να προσέχουν, και, όσο αυτό είναι εφικτό με τα λόγια, να καταστήσουμε αυτούς ευνοϊκά διακείμενους προς εμάς.]

[1] Ε μ συνδη, βουλή, τος κατηγόροις βουλομένοις κ παντς τρόπου κακς μ ποιεν, πολλν ν ατος χάριν εχον ταύτης τς κατηγορίας· γομαι γρ τος δίκως διαβεβλημένοις τούτους εναι μεγίστων γαθν ατίους, οτινες ν ατος ναγκάζωσιν ες λεγχον τν ατος βεβιωμένων καταστναι.

[Εάν δεν γνώριζα καλά, κύριοι βουλευτές, ότι οι κατήγοροι θέλουν να με βλάψουν με κάθε τρόπο, θα τους χρωστούσα μεγάλη ευγνωμοσύνη γι’ αυτή την κατηγορία. Γιατί νομίζω ότι, για όσους έχουν συκοφαντηθεί άδικα, είναι αίτιοι πολύ μεγάλων αγαθών, αυτοί που τυχόν τους αναγκάζουν να λογοδοτήσουν για τις πράξεις της ζωής τους.]

σύνοιδά τινι + κατηγ. μτχ.: γνωρίζω καλά ότι...
κακς ποι: βλάπτω, κακοποιώ
χάριν χω τινί: χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον
διαβάλλομαι: συκοφαντούμαι
καθίσταμαι ες λεγχον τν βεβιωμένων μοι: λογοδοτώ για τις πράξεις της ζωής μου
τς κατηγορίας: γεν. της αιτίας
τος διαβεβλημένοις: επιθετική μτχ. ως δοτ. προσωπική χαριστική
γαθν: γεν. της αιτίας στο ατίους (ή αντικειμεν.)
τν βεβιωμένων: επιθετική μτχ. ως γεν. αντικειμενική στο λεγχον
ατος: δοτ. προσωπική του ενεργούντος προσώπου ή του ποιητικού αιτίου

Ε μ συνδη... τς κατηγορίας: η έκφραση ευγνωμοσύνης προς τους κατηγόρους, έστω και υπό προϋποθέσεις, αποτελεί στοιχείο πρωτοτυπίας και εντυπωσιασμού, με τα οποία ο ρήτορας επιδιώκει να επιτύχει την πρόσεξιν και να κερδίσει την ενοιαν των βουλευτών. Ανάλογη είναι και η γνωστή προλογική αρχή στον Υπέρ του Αδυνάτου λόγο του ρήτορα: «Ο πολλο δέω χάριν χειν, βουλή, τ κατηγόρ, τι μοι παρεσκεύασε τν γνα τουτονί». Εκφράζει επίσης τη βεβαιότητά του για την πρόθεση της κατηγορίας, προσπαθώντας έτσι να μειώσει τους κατηγόρους του.

βουλή: πρόκειται για τη Βουλή των Πεντακοσίων (πενήντα μέλη από κάθε μία των δέκα φυλών). Οι βουλευτές αναδεικνύονταν με κλήρωση από τους δήμους. Το ουσιαστικό έργο της ολομέλειας της Βουλής ήταν η έκδοση προβουλευμάτων (προετοιμασία των προτάσεων που θα υποβάλλονταν στην εκκλησία), η άσκηση ορισμένων δικαστικών αρμοδιοτήτων, ο έλεγχος του έργου των αρχόντων και η διεκπεραίωση όλων γενικώς των έργων που δεν είχαν ανατεθεί στην εκκλησία του Δήμου. Οι βουλευτές είχαν κλείσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους και είχαν αποκτήσει κάποια πολιτική εμπειρία στις συνελεύσεις τους δήμων τους. Υποβάλλονταν σε αυστηρή δοκιμασία του ήθους των πριν αναλάβουν καθήκοντα. Αποζημιώνονταν με ένα μισθό που τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτανε τους 5 οβολούς.

γομαι γάρ... καταστναι: η ημιπερίοδος αυτή αιτιολογεί και αποσαφηνίζει την προηγούμενη. Οι κατήγοροι, έστω και άθελά τους, προσφέρουν στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του μιλώντας δημόσια για τη ζωή του και συγχρόνως να καταδείξει το ποιόν των αντιπάλων του.

[2] γ γρ οτω σφόδρα μαυτ πιστεύω, στ λπίζω κα ε τις πρός με τυγχάνει ηδς [ κακς] διακείμενος, πειδν μο λέγοντος κούσ περ τν πεπραγμένων, μεταμελήσειν ατ κα πολ βελτίω με ες τν λοιπν χρόνον γήσεσθαι.
[Γιατί, εγώ έχω τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, ώστε έχω την ελπίδα, και αν κάποιος τυχαίνει να συμπεριφέρεται άσχημα και εχθρικά σε μένα, όταν με ακούσει να μιλάω για όσα έχω κάνει, ότι θα αλλάξει γνώμη και θα με θεωρήσει πολύ καλύτερο στο μέλλον.]

διάκειμαι ηδς κακς πρός τινα: φέρομαι άσχημα ή εχθρικά σε κάποιον
μεταμέλει τινί (απρόσ.): μετανοεί κάποιος, αλλάζει γνώμη
κα ε τις... διακείμενος: εναντιωματική - παραχωρητική πρότ. που φανερώνει κάτι το πιθανό
διακείμενος: κατηγορηματική μτχ. από το ρ. τυγχάνει
βελτίω: κατηγορούμενο του με, που είναι αντικείμενο του γήσεσθαι

γ γρ οτω σφόδρα μαυτ πιστεύω, στ λπίζω... γήσεσθαι: η αυτοπεποίθηση του Μαντιθέου και η ελπίδα του ότι θα μεταστρέψει την εις βάρος του δυσμενή εντύπωση αποτελούν προσπάθεια προϊδεασμού των βουλευτών και δημιουργούν εύλογο ενδιαφέρον για όσα πρόκειται στη συνέχεια να εκθέσει.

[3] ξι δέ, βουλή, ἐὰν μν τοτο μόνον μν πιδείξω, ς ενους εμ τος καθεστηκόσι πράγμασι κα ς νάγκασμαι τν ατν κινδύνων μετέχειν μν, μηδέν πώ μοι πλέον εναι· ἐὰν δ φαίνωμαι περ τ λλα μετρίως βεβιωκς κα πολ παρ τν δόξαν κα [παρ] τος λόγους τος τν χθρν, δέομαι μν μ μν δοκιμάζειν, τούτους δ γεσθαι χείρους εναι. πρτον δ ποδείξω ς οχ ππευον οδ πεδήμουν π τν τριάκοντα, οδ μετέσχον τς τότε πολιτείας.

[Έχω λοιπόν την αξίωση, κύριοι βουλευτές, να μην ωφεληθώ σε τίποτα περισσότερο, αν σας αποδείξω μόνο αυτό, ότι δηλαδή διάκειμαι ευνοϊκά προς το παρόν πολίτευμα και ότι έχω αναγκαστεί να συμμετέχω στους ίδιους κινδύνους με σας. Αν, όμως, φαίνομαι να έχω ζήσει και ως προς τα άλλα με μέτρο και πολύ διαφορετικά από τη φήμη και αντίθετα από τις διαδόσεις των αντιπάλων, σας παρακαλώ αφενός να εγκρίνετε εμένα για βουλευτή κι αφετέρου αυτούς να τους θεωρείτε ότι είναι φαύλοι. Αρχικά, λοιπόν, θα αποδείξω ότι δεν υπηρετούσα στο ιππικό ούτε ζούσα στην πατρίδα κατά την περίοδο των τριάντα τυράννων ούτε συμμετείχα ενεργά στο πολίτευμα εκείνης της περιόδου.]

πιδείκνυμι: αποδεικνύω
ενους εμί τινι: διάκειμαι φιλικά προς κάποιον, συμπαθώ κάποιον
τ καθεστηκότα πράγματα: το παρόν πολίτευμα
πλέον στί τινί τι: υπάρχει κάποια ωφέλεια σε κάποιον, ωφελείται κάποιος
μετρίως: κόσμια, τίμια, με μέτρο
δοκιμάζω τινά: εγκρίνω ή επικυρώνω την εκλογή κάποιου, δοκιμάζω, υποβάλλω σε δοκιμασία, κρίνω, ελέγχω, εξετάζω, ερευνώ
πιδημ: είμαι στην πατρίδα, ζω στην πατρίδα, διαμένω στην πόλη
τος πράγμασι: δοτ. αντικειμενική στο ενους
τν ατν: επιθετικός προσδ. στο κινδύνων
κινδύνων, μν: αντικείμενα του απρμφ. μετέχειν
μοι: δοτ. προσωπική κτητική
πλέον: επιθετικός προσδ. στο μηδέν
παρ τν δόξαν: εμπρόθ. προσδ. της εναντίωσης

ξι δέ, βουλή, ἐὰν μέν... πλέον εναι· ἐὰν δέ... χείρους εναι: τα δημοκρατικά φρονήματα και οι αγώνες για τη δημοκρατία σε χαλεπούς καιρούς, όπως την εποχή των Τριάκοντα, συγκινούσαν ιδιαίτερα τους Αθηναίους και έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη δοκιμασία των αρχόντων. Δεν αρκούσε όμως μόνον η δημοκρατική διαγωγή για την ανάληψη ενός δημόσιου αξιώματος. Έπρεπε ο εκλεγμένος άρχοντας να διαθέτει και το κατάλληλο ήθος. Ο Μαντίθεος ζητά από τους βουλευτές να εγκρίνουν την εκλογή του σε βουλευτή, μόνον εφόσον αποδείξει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις.

πρτον δ ποδείξω ς οχ ππευον οτ πεδήμουν π τν τριάκοντα, οδ μετέσχον τς τότε πολιτείας: ο Μαντίθεος εκθέτει το εις βάρος του κατηγορητήριο, το οποίο θα αποδείξει ότι δεν ευσταθεί.

Ασκήσεις

1. Έργο του προοιμίου είναι η εύνοια, η πρόσεξις (προσοχή) και η ευμάθεια (κατατόπιση). Πραγματώνεται το έργο αυτό στο συγκεκριμένο προοίμιο;

Το προοίμιο αυτό είναι εξαιρετικά αριστοτεχνικό, καθώς επιτυγχάνει με ευσύνοπτο τρόπο, όχι μόνο να κατατοπίσει τους ακροατές σχετικά με τη βασική κατηγορία που έχει διατυπωθεί, αλλά και να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους, και συνάμα να δημιουργήσει μέσα από τη μεγάλη εμπιστοσύνη που δείχνει ο Μαντίθεος στην αθωότητά του, τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ευνοϊκή τους στάση απέναντί του.
Ειδικότερα, διαπιστώνουμε πως ο Μαντίθεος προκειμένου να κερδίσει την εύνοια των ακροατών επιχειρεί να τονίσει με ιδιαίτερη έμφαση την εμπιστοσύνη που έχει στον εαυτό του και στην αθωότητά του. Εμφανίζεται, έτσι, ως ένας άνθρωπος που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, και δηλώνει μάλιστα πως όποιος μάθει τα πεπραγμένα της ζωής του, ακόμη κι αν πρώτα τον έβλεπε αρνητικά, θ’ αλλάξει γνώμη και θα τον θεωρεί πλέον πολύ καλύτερο. Κι είναι τέτοια η βεβαιότητα που έχει ο Μαντίθεος στην αθωότητα και στο ήθος του, ώστε εμφανίζεται να χρωστά σχεδόν χάρη στους κατηγόρους του και να τους είναι ευγνώμων για την ευκαιρία που του προσφέρουν να μιλήσει για τη ζωή του. Συνάμα, πάντως, επισημαίνει πως γνωρίζει καλά τις δόλιες προθέσεις αυτών που τον κατηγόρησαν, στοιχείο που υποδηλώνει αφενός την αντιληπτική ικανότητα του ίδιου, αλλά και την αχρειότητα εκείνων. Επιπλέον, με τη διαβεβαίωση που δίνει για τα δημοκρατικά του φρονήματα, αλλά και για τη συμμετοχή του στους αγώνες που έδωσαν οι Αθηναίοι στις δύσκολες για τη δημοκρατία εποχές, αγγίζει ένα θέμα που τους συγκινεί ιδιαίτερα. Τέλος, ενισχύει την αρχική εντύπωση της πίστης που έχει στην αθωότητά του, όταν ζητά από τους βουλευτές να εγκρίνουν την εκλογή του, μόνο εφόσον τους αποδείξει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις.
Σε ό,τι αφορά την προσοχή, την πρόσεξιν, των ακροατών ο Μαντίθεος αρχίζει το λόγο του μ’ έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο αφού εκφράζει, έστω και υπό προϋποθέσεις, ευγνωμοσύνη στους κατηγόρους του. Κι ενώ θα περίμενε κανείς αγανάκτηση από μέρους του για το άδικο της κατηγορίας, εκείνος δηλώνει πως τους χρωστά χάρη γιατί του δίνουν την ευκαιρία να μιλήσει για όσα έχει κάνει στη ζωή του, κι έτσι να φέρει με το μέρος του ακόμη και ανθρώπους που μέχρι πρότινος ήταν εχθρικοί απέναντί του. Με την έντονη, μάλιστα, αυτοπεποίθησή του και με την ελπίδα που εκφράζει ότι θα μεταστρέψει την εις βάρος του δυσμενή εντύπωση, επιχειρεί να προϊδεάσει τους βουλευτές, δημιουργώντας τους έτσι εύλογο ενδιαφέρον για όσα πρόκειται να εκθέσει στη συνέχεια.
Σε σχέση με την ευμάθεια (την κατατόπιση), ο Μαντίθεος δίνει  απάντηση στην κατηγορία που έχει διατυπωθεί εις βάρος του, πως είχε δηλαδή υπηρετήσει ως ιππέας στα χρόνια των Τριάκοντα, λέγοντας πως απουσίαζε εκείνη την περίοδο από την πόλη. Επίσης, διαβεβαιώνει τους βουλευτές πως δεν είχε καμία συμμετοχή στο καθεστώς των Τριάκοντα, και πως ο ίδιος είναι δημοκράτης, έχοντας μάλιστα συμμετάσχει μαζί με τους υπόλοιπους Αθηναίους στους κινδύνους που διέτρεξε η πόλη τη δύσκολη εκείνη περίοδο. Συνάμα, ο Μαντίθεος φροντίζει να υποδείξει τα μικροπρεπή κίνητρα των κατηγόρων του, οι οποίοι επιδιώκουν με κάθε τρόπο να τον βλάψουν∙ καθώς και να τονίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη που έχει στον εαυτό του και στις πράξεις του, μιας και μέσα από τα γεγονότα του παρελθόντος του θα διαφανούν το ήθος και η ακεραιότητά του.

2. Τι γνωρίζετε για τη δοκιμασία;
Η δοκιμασία αποτελούσε βασικό θεσμό του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Ήταν στην ουσία μια διαδικασία εξέτασης των αιρετών και κληρωτών αρχόντων που διαπίστωνε αν πληρούνταν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάληψη των καθηκόντων τους και αν ήσαν άξιοι για το αξίωμα που είχαν κληθεί να αναλάβουν. Η δοκιμασία ήταν υποχρεωτική για τους εκλεγμένους άρχοντες. Δεν μπορούσαν να ορκιστούν και να αναλάβουν τα καθήκοντά τους, αν προηγουμένως δεν είχαν υποβληθεί στη διαδικασία αυτή.
Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι η δοκιμασία θεσπίστηκε από τον Σόλωνα με σκοπό τον παραμερισμό των αναξίων. Πειστικότερη όμως φαίνεται η άποψη του Hignett, ότι η δοκιμασία θεσπίστηκε από τον Κλεισθένη παράλληλα με τη δημιουργία της Βουλής των Πεντακοσίων. Η δοκιμασία των εννέα αρχόντων και των Βουλευτών αρχικά ελάμβανε χώρα μόνο ενώπιον της Βουλής, αργότερα όμως και ενώπιον του δικαστηρίου της Ηλιαίας για όσους αποδοκίμαζε η Βουλή και ασκούσαν έφεση (Αριστοτέλη, Αθηναίων Πολιτεία 55.2 και 45.3· Δημοσθένη, Προς Λεπτίνην 90).
Η διαδικασία της δοκιμασίας είχε την εξής μορφή: Στην αρχή οι Βουλευτές της απερχόμενης Βουλής υπέβαλλαν ορισμένες καθιερωμένες ερωτήσεις στον υποψήφιο άρχοντα που αφορούσαν όλη τη ζωή του, ειδικότερα δε την καταγωγή του, για να διαπιστωθεί αν ήταν Αθηναίος πολίτης (συγκεκριμένα αφορούσαν τα ονόματα του πατέρα, της μητέρας, των δύο παππούδων, καθώς και τους δήμους από τους οποίους κατάγονταν). Στη συνέχεια, έπρεπε να διαπιστωθεί αν σεβόταν τους γονείς του και απέδιδε τις πρέπουσες τιμές στους τάφους τους· επίσης, αν είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, πλήρωνε τακτικά τους φόρους και λάτρευε τους θεούς της πόλης. Οι απαντήσεις του δοκιμαζόμενου έπρεπε να επιβεβαιώνονται από μάρτυρες. Στη συνέχεια όποιος ήθελε μπορούσε να απευθύνει κατά του εξεταζομένου κατηγορία, την οποία μπορούσε εκείνος να αντικρούσει με επιχειρήματα. Μετά απ’ αυτό η Βουλή ή οι δικαστές αποφάσιζαν για την αποδοχή ή την απόρριψή του. Η δοκιμασία δεν ήταν πάντοτε μια συνοπτική και τυπική διαδικασία, αλλά μπορούσε να είναι περισσότερο λεπτομερής και χρονοβόρα, γιατί μπορούσε να περιλάβει ένα ευρύτερο και εξονυχιστικότερο έλεγχο της προσωπικότητας του δοκιμαζομένου, με σκοπό να διαπιστωθεί αν ήταν άξιος του λειτουργήματος στο οποίο είχε αναδειχθεί.

3. ς οκ ππευον οδ πεδήμουν π τν τριάκοντα, οδ μετέσχον τς τότε πολιτείας: Να αντικατασταθούν οι δευτερεύουσες προτάσεις με ισοδύναμες συντακτικά εκφράσεις.

Οι τρεις ειδικές προτάσεις λειτουργούν ως αντικείμενα του ρήματος της κύριας πρότασης ποδείξω. Οι ισοδύναμες εκφράσεις της ειδικής πρότασης είναι η κατηγορηματική μετοχή και το ειδικό απαρέμφατο.
Το ρήμα ποδείκνυμι συντάσσεται με κατηγορηματική μετοχή, οπότε οι προτάσεις μπορούν να λάβουν την εξής μορφή:

α) ποδείξω οχ ππευων οδ πιδημν π τν τριάκοντα, οδ μετασχών τς τότε πολιτείας [αν οι κατηγορηματικές μετοχές λάβουν το ίδιο υποκείμενο με αυτό του ρήματος, δηλαδή το γώ]

β) ποδείξω μαυτόν οχ ππεύοντα οδ πιδημοντα π τν τριάκοντα, οδ μετασχόντα τς τότε πολιτείας [αν οι κατηγορηματικές μετοχές λάβουν ως υποκείμενό τους το αντικείμενο του ρήματος, μαυτόν]

4. Να αναγνωρισθούν οι φανεροί και κρυφοί υποθετικοί λόγοι του κειμένου.

α) Ε μ συνδη  πολλν ν ατος χάριν εχονΥποθετικός λόγος που δηλώνει το αντίθετο του πραγματικού. ε + οριστική ιστορικού χρόνου δυνητική οριστική (ε + οριστική Παρατατικού οριστική Παρατατικού).

β) οτινες ν ατος ναγκάζωσιν  τούτους εναι μεγίστων γαθν ατίους: Λανθάνων και εξαρτημένος υποθετικός λόγος που δηλώνει την αόριστη επανάληψη στο παρόν και το μέλλον.
άν τινες ναγκάζωσιν  εσί (άν + υποτακτική οριστική ενεστώτα)
Ο υποθετικός λόγος είναι λανθάνων, αφού η υπόθεσή του εντοπίζεται σε μια αναφορικοϋποθετική πρόταση, και εξαρτημένος αφού εξαρτάται από το ρήμα της κύριας πρότασης γομαι.

γ) κα ε τις πρός με τυγχάνει ηδς [ κακς] διακείμενος  μεταμελήσειν ατ κα πολ βελτίω με ες τν λοιπν χρόνον γήσεσθαι: Λανθάνων και εξαρτημένος υποθετικός λόγος που δηλώνει το πραγματικό.
ε τυγχάνει  μεταμελήσει - γήσεται (ε + οριστική ενεστώτα οποιαδήποτε έγκλιση (οριστική μέλλοντα))
Ο υποθετικός λόγος είναι λανθάνων αφού η υπόθεσή του εντοπίζεται στη δευτερεύουσα παραχωρητική πρόταση, και εξαρτημένος αφού τα ειδικά απαρέμφατα που αποτελούν την απόδοσή του λειτουργούν ως αντικείμενα του ρήματος λπίζω και εξαρτώνται από αυτό.

δ) πειδν μο λέγοντος κούσ  μεταμελήσειν ατ κα πολ βελτίω με ες τν λοιπν χρόνον γήσεσθαι: Λανθάνων και εξαρτημένος υποθετικός λόγος που δηλώνει το προσδοκώμενο.
άν κούσ μεταμελήσει - γήσεται (άν + υποτακτική οριστική μέλλοντα)
Ο υποθετικός λόγος είναι λανθάνων αφού η υπόθεσή του εντοπίζεται στη δευτερεύουσα χρονικοϋποθετική πρόταση, και εξαρτημένος αφού τα ειδικά απαρέμφατα που αποτελούν την απόδοσή του λειτουργούν ως αντικείμενα του ρήματος λπίζω και εξαρτώνται από αυτό.

ε) ἐὰν μν τοτο μόνον μν πιδείξω  μηδέν πώ μοι πλέον εναι: Εξαρτημένος υποθετικός λόγος που δηλώνει το προσδοκώμενο.
ἐὰν πιδείξω  στω (ἐὰν + υποτακτική προστακτική ενεστώτα (μελλοντική έκφραση))
Ο υποθετικός λόγος είναι εξαρτημένος αφού το τελικό απαρέμφατο που συνιστά την απόδοσή του εξαρτάται από το ρήμα της κύριας πρότασης ξι.

στ) ἐὰν δ φαίνωμαι  μ μν δοκιμάζειν, τούτους δ γεσθαι: Εξαρτημένος υποθετικός λόγος που δηλώνει το προσδοκώμενο.
ἐὰν φαίνωμαι  δοκιμάζετε - γεσθε (ἐὰν + υποτακτική προστακτικές ενεστώτα (μελλοντικές εκφράσεις)).
Ο υποθετικός λόγος είναι εξαρτημένος αφού τα τελικά απαρέμφατα που συνιστούν την απόδοσή του εξαρτώνται από το ρήμα της κύριας πρότασης δέομαι.

5. Να υπογραμμίσετε τη σωστή απάντηση αιτιολογώντας την.
           Η μετοχή λέγοντος είναι:
                   α. συνημμένη
                   β. απόλυτη

Η μετοχή λέγοντος (πειδν μο λέγοντος κούσ περ τν πεπραγμένων) είναι συνημμένη, καθώς υποκείμενό της -το οποίο ακολουθεί ως προς την πτώση- είναι το μο, το οποίο λειτουργεί ως αντικείμενο του ρήματος της πρότασης.
[Όταν το υποκείμενο της μετοχής είναι ένας από τους όρους της πρότασης, τότε η μετοχή λέγεται συνημμένη.]

6. Τα επίθετα του κειμένου να αντικατασταθούν στους άλλους βαθμούς.

πολλήν: αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους, θετικού βαθμού του ανώμαλου επιθέτου πολύς, πολλή, πολύ.
Θ. πολλήν. Σ. πλείονα & πλείω / πλέονα & πλέω Υ. πλείστην  

μεγίστων: γενική πληθυντικού, ουδετέρου γένους, υπερθετικού βαθμού του ανώμαλου επιθέτου μέγας, μεγάλη, μέγα.
Θ. μεγάλων Σ. μειζόνων Υ. μεγίστων

ατίους: αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους, θετικού βαθμού του επιθέτου ατιος, ατία, ατιον
Θ. ατίους Σ. ατιωτέρους Υ. ατιωτάτους

βελτίω: αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους, συγκριτικού βαθμού, του επιθέτου γαθός, γαθή, γαθόν [ο τύπος βελτίω της αιτιατικής είναι ο δεύτερος τύπος, χρησιμοποιείται στη θέση του βελτίονα]
Θ. γαθόν
Σ. βελτίονα & βελτίω (μείνονα & μείνω, κρείττονα & κρείτω, λονα & λω)
Υ. βέλτιστον (ριστον, κράτιστον, λστον)

ενους: ονομαστική ενικού, αρσενικού γένους, θετικού βαθμού του επιθέτου ενους, ενους, ενουν
Θ. ενους Σ. ενούστερος Υ. ενούστατος

πλέον: αιτιατική ενικού, ουδετέρου γένους, συγκριτικού βαθμού του ανώμαλου επιθέτου πολύς, πολλή, πολύ
Θ. πολύ Σ. πλέον & πλεν Υ. πλεστον

χείρους: αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους, συγκριτικού βαθμού του επιθέτου κακός, κακή, κακόν
Θ. κακούς
Σ. χείρους & χείρονας (κακίονας & κακίους)
Σ. χειρίστους (κακίστους)
           
7. συνδη, μετέσχονα) το πρώτο να κλιθεί και το δεύτερο να αντικατασταθεί εγκλιτικά στο β' ενικό και γ' πληθυντικό πρόσωπο·

συνδη = α΄ ενικό πρόσωπο, οριστικής Υπερσυντελίκου με σημασία Παρατατικού του ρήματος συνοίδα (Παρακείμενος με σημασία Ενεστώτα).

Παρατατικός
συνδη                  συνδειν
συνδησθα            συνδεις
συνδειν               συνδει
συνσμεν              συνδεμεν
συνστε                συνδετε
συνσαν               συνδεσαν

μετέσχον: α΄ ενικό πρόσωπο, οριστικής Αορίστου Β΄ του ρήματος μετέχω (ενεργητική φωνή).

Οριστική:             μετέσχες                μετέσχον
Υποτακτική:         μετάσχς              μετάσχωσι(ν)
Ευκτική:               μετάσχοις             μετάσχοιεν
Προστακτική:       μετάσχες             μετασχόντων ή μετασχέτωσαν

Προσοχή: Στα σύνθετα ρήματα η Υποτακτική και η Ευκτική τείνουν να διατηρούν τον τόνο των απλών ρημάτων (θμεν - ποθμεν), εκτός από την Υποτακτική και Ευκτική Αορίστου Β΄ των ρημάτων χω και πομαι (σχ - παράσχω), που ανεβάζουν τον τόνο στην παραλήγουσα όταν πρόκειται για λήγουσα μακρά και στην πρόπαραλήγουσα όταν υπάρχει λήγουσα βραχεία.

Ο αόριστος β΄ του ρήματος σχον (υποτ. σχ, σχς, σχ κτλ., ευκτ. σχοίην, σχοίης, σχοίη κτλ., όταν όμως είναι σύνθετο: παράσχοιμι, παράσχοις, παράσχοι κτλ., προστ., σχές, απαρ. σχεν, μετ. σχών, σχοσα, σχόν)

β) να γραφούν τα ομόρριζά τους στη ν.ε.

συνδη: συνείδηση, συνειδητός, ασυνείδητος, υποσυνείδητο, ενσυνείδητος, ευσυνείδητος, ευσυνειδησία, συνειδησιακός, συνειδητοποιώ, συνειδητότητα, το συνειδός (= η συνείδηση).

μετέσχον: μετέχω, μετοχή, μέτοχος, συμμετέχω, συμμετοχή, μέθεξη, μετασχηματίζω, μετασχηματισμός, μετασχηματιστής. 


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X