Διονύσιος Σολωμός «Ο Πόρφυρας» [ανάλυση]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
David Smith

Διονύσιος Σολωμός «Ο Πόρφυρας» [ανάλυση]

Νέος άγγλος στρατιώτης εκατασπαράχτηκε από έναν πόρφυρα, ενώ εκολυμπούσε μέσα εις το λιμάνι της Κέρκυρας, και την ακόλουθην ημέρα τα κύματα έβγαλαν εις τ’ ακρογιάλι του Κάστρου ένα απομεινάρι από το σώμα. Το πραγματικό αυτό συμβεβηκός είναι η υπόθεση τούτου του ποιήματος.

I
Η Κόλαση πάντ’ άγρυπνη σού στήθηκε τριγύρου·
Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακριά και πέρα
Μακριά ‘πο την Παράδεισο, και συ σ’ εσέ ‘χεις μέρος·
Μέσα στα στήθια σου τ’ ακούς, Καλέ, να λαχταρίζη;

II
Κοιτάς του ρόδου τη λαμπρή πρώτη χαρά του ήλιου,
Ναι πρώτη, αλλ’ όμως δεύτερη από το πρόσωπό σου!

III
«Χιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!»

IV
«Γελάς και συ στα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο».

V
«Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
Π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα,
Και κεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη,
Και κεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου,
Και τ’ άστρο κράζει πάρωρα, και πρέπει να προβάλει
Πουλί πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου,
Ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
Καλό στη γη δεν άνθισε, στον ουρανό, κανένα.
Aλλ’ αχ! να δώσω μια πλεξιά και να ‘μαι και φτασμένος,
Ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος,
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου !».

VI
«Φιλώ τα χέρια μ’ και γλυκά το στήθος μ’ αγκαλιάζω.
Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;»

VII
Φύση, χαμόγελ’ άστραψες κι εγίνηκες δική του∙
Eλπίδα, τόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις∙
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.
Γύρου κοιτά να τον ιδεί..............
Kοντά ‘ναι εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου.
Κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι !
Αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βάθος τρανό κι εβγήκε.
Κι όρμησε.................
Κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
Κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
Κατά τη μεγαλόψυχη γλυκιά πνοή της νιότης.
Έτσι κι ο νιος.............
Της φύσης από τς όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,-
Κι ευθύς ξυπνά στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
Την τέχνη του κολυμπιστή μ’ αυτήν του πολεμάρχου.

VIII
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει∙
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Οι κόσμοι γύρου ν’ άνοιγαν κορόνες να του ρίξουν.
........................................................................
Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
Όμορφε ξένε και καλέ, και στον ανθό της νιότης,
Άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.

Ένας Άγγλος στρατιώτης κατασπαράχτηκε το 1847 από έναν πόρφυρα (σκυλόψαρο, καρχαρία), ενώ κολυμπούσε στο λιμάνι της Κέρκυρας. Το πραγματικό αυτό γεγονός αξιοποίησε ο Σολωμός για τη δημιουργία ενός εξαιρετικού ποιήματος, όπου η θεματική της δοκιμασίας κυριαρχεί.
Ο Σολωμός παρουσιάζει εδώ τη φύση σε διττό ρόλο, καθώς από τη μία προσφέρει μια ανυπέρβλητη εικόνα ομορφιάς κι από την άλλη ενέχει ένα θανάσιμο κίνδυνο, ο οποίος θα σημάνει το πρόωρο τέλος του νεαρού στρατιώτη.
Στους Ελεύθερους Πολιορκημένους η φύση με την ομορφιά της αντιμάχεται τη θέληση και την αποφασιστικότητα των πολιορκημένων να θυσιάσουν τη ζωή τους σε μια ύστατη προσπάθεια να αντισταθούν στους εχθρούς. Ενώ, στον Πόρφυρα ο νεαρός ήρωας εγκλωβίζεται από την ομορφιά της φύσης και δε συνειδητοποιεί έγκαιρα τον κίνδυνο που καραδοκεί, πέφτοντας θύμα μιας βίαιης έκφανσης της φύσης. Αντιστοίχως, στον Κρητικό ο ήρωας θα έρθει αντιμέτωπος αρχικά με την αρνητική όψης της φύσης, όπως αυτή εκδηλώνεται με την ισχυρή τρικυμία, κι αμέσως μετά θα δοκιμαστεί από τη θετική όψη της φύσης, η οποία με την υπερβατική γοητεία της επιχειρεί να αποτρέψει τον ήρωα από τη διάσωση της αγαπημένης του. Οι ήρωες του Σολωμού, στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, δοκιμάζονται, όχι απέναντι σε αρνητικές δυνάμεις, αλλά απέναντι στη θετική και όμορφη εικόνα της φύσης, η οποία επιχειρεί να κάμψει τις αντιστάσεις τους και να θέσει σε δοκιμασία την αφοσίωσή τους στον αρχικό τους στόχο. Στον Πόρφυρα, ωστόσο, όπως άλλωστε και στον Κρητικό, ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος παράλληλα με τη θετική και την αρνητική πλευρά της φύσης, και καλείται να αποδεσμευτεί τόσο από τη μαγεία που του ασκεί η ομορφιά της φύσης όσο και από το φόβο που του προκαλεί η άλογη βία της.

«Η Κόλαση πάντ’ άγρυπνη σού στήθηκε τριγύρου·
Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακριά και πέρα
Μακριά ‘πο την Παράδεισο, και συ σ’ εσέ ‘χεις μέρος·
Μέσα στα στήθια σου τ’ ακούς, Καλέ, να λαχταρίζη;»

Ο νεαρός ήρωας του ποιήματος βρίσκεται περιτριγυρισμένος από τις αρνητικές δυνάμεις της κολάσεως· από την άλογη και βίαιη δύναμη που θα του στοιχίσει τη ζωή. Εντούτοις, το κακό δεν έχει καμία δύναμη πάνω σε αυτόν, όπως ακριβώς δεν έχει καμία ισχύ στον Παράδεισο, μέρος του οποίου ενυπάρχει στην ψυχή του ήρωα. Ο ποιητής φροντίζει να δηλώσει από την αρχή πως ο νεαρός ήρωας είναι ηθικά άρτιος και απόλυτα αγαθός, γι’ αυτό και του απευθύνει το ερώτημα, αν αισθάνεται μέσα στο στήθος του να λαχταρίζει, να «αναστατώνεται» και να «σπαρταρά» το κομμάτι του Παραδείσου που βρίσκεται εντός του. Πρόκειται, το δίχως άλλο, για την επικοινωνία του ήρωα με το θεϊκό στοιχείο που διακρίνει κάθε αγαθό πλάσμα της φύσης.  
Η υπόσταση του ήρωα ανταποκρίνεται, λοιπόν, στο πρότυπο του καλού καγαθού (καλς κγαθός) των αρχαίων Ελλήνων, υπό την έννοια πως είναι ψυχικά αγαθός -γι’ αυτό κι έχει μέσα του μέρος του Παραδείσου-, αλλά και σωματικά ωραίος, γι’ αυτό κι ο ποιητής τον προσφωνεί Καλό. Ενώ, συνάμα, φροντίζει να παρουσιάσει το κάλλος του, με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση, στο επόμενο απόσπασμα.

«Κοιτάς του ρόδου τη λαμπρή πρώτη χαρά του ήλιου,
Ναι πρώτη, αλλ’ όμως δεύτερη από το πρόσωπό σου!»

Το όμορφο ρόδο που λαμποκοπά στο φως του ήλιου και σκορπίζει ολόγυρά του την αψεγάδιαστη ομορφιά του, έρχεται δεύτερο ιεραρχικά, αν συγκριθεί με την ομορφιά που έχει το πρόσωπο του νεαρού ήρωα.
Ο ηθικά άρτιος ήρωας είναι παράλληλα πρότυπο σωματικού κάλλους, γεγονός που του επιτρέπει να συνυπάρχει αρμονικά και να επικοινωνεί με την ομορφιά κάθε άλλου στοιχείου της φύσης (του ρόδου, των αστεριών). Ενώ, το ενάρετο της ψυχής του τού επιτρέπει να έχει μια αδιάκοπη επαφή με το θείο, όπως υποδηλώνει η παρουσία παραδείσιου μέρους μέσα του, αλλά και όπως θα φανεί στη συνέχεια του ποιήματος με την υπέρβαση τόσο της έλξης που του ασκεί το φυσικό κάλλος όσο και του φόβου που του προκαλεί ο επικείμενος -σωματικός- του θάνατος.

«Χιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!»

Εμφανής εδώ η επαφή και η επικοινωνία του ήρωα με τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης, καθώς με το εκστατικό του κάλεσμα επιζητεί να βρεθεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια που θα καθρεφτιστούν πάνω στο γαλήνιο νερό της θάλασσας.
Η έξοχη αυτή εικόνα ομορφιάς επανέρχεται συχνά στο έργο του Σολωμού και αποδίδει το απόλυτο γαλήνεμα της φύσης· που προηγείται, ωστόσο, μιας έντονης αλλαγής, η οποία και συνιστά το πεδίο δοκιμασίας του εκάστοτε ήρωα.

«Γελάς και συ στα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο».

Το απόσπασμα αυτό (IV), το οποίο ο Στυλιανός Αλεξίου έχει απομακρύνει από τη δική του έκδοση, φανερώνει την αντίθεση ανάμεσα στη θετική όψη της φύσης και στη βίαιη -αρνητική- όψη της, που καραδοκεί. Το μαύρο χάσμα του βράχου αποτελεί ενδεχομένως το χώρο στον οποίο βρίσκεται και περιμένει το θύμα του ο φονικός πόρφυρας.

«Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
Π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα,
Και κεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη,
Και κεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου,
Και τ’ άστρο κράζει πάρωρα, και πρέπει να προβάλει
Πουλί πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου,
Ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
Καλό στη γη δεν άνθισε, στον ουρανό, κανένα.
Aλλ’ αχ! να δώσω μια πλεξιά και να ‘μαι και φτασμένος,
Ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος,
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου !».

Ένα χρυσόφτερο πουλί αφήνει το κλαδί του δέντρου όπου καθόταν και πετά κοντά στο γιαλό, απολαμβάνει την ομορφιά του ουρανού και της θάλασσας και συνοδεύει την ομορφιά αυτή με το μαγευτικό τραγούδι του. Υπό τον ήχο του κελαϊδίσματος του, που αντηχεί από τη θάλασσα μέχρι το βράχο, όλη η φύση συνενώνεται σε μια αρμονική εικόνα ομορφιάς κι ευδαιμονίας και το πουλί καλεί τον Αποσπερίτη, το πρώτο άστρο που εμφανίζεται στον ουρανό να προβάλει νωρίτερα απ’ ό,τι συνηθίζει, για να συμπληρώσει με την παρουσία του την ομορφιά της φύσης.
Ο νεαρός μαγεμένος από το κελάιδισμα του πουλιού, του μιλά, λέγοντάς του πως αν δεν είναι ο ήχος της φωνής του η απόλυτη ευτυχία τότε τίποτε καλό δεν έχει γίνει στη γη και στον ουρανό. Ο ήρωας του ποιήματος βρίσκεται σε μια κατάσταση πλήρους ευδαιμονίας, καθώς απολαμβάνει το κολύμπι του περιτριγυρισμένος από την εκστατική ομορφιά της φύσης κι εύχεται να μπορούσε πολύ γρήγορα, προτού καν διαλυθεί ο αφρός του κύματος, να φτάσει στη χώρα του και να γυρίσει έχοντας πάρει δυο φιλιά από τη μητέρα του και μια φούχτα χώμα από την πατρίδα του. Ο νεαρός Άγγλος αισθάνεται πως η ευτυχία του θα ήταν πληρέστερη αν είχε και την ευλογημένη στοργή της μητέρας του, καθώς και λίγο έστω χώμα από την πατρική του γη.

«Φιλώ τα χέρια μ’ και γλυκά το στήθος μ’ αγκαλιάζω.
Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;»

Η ευδαιμονία που αισθάνεται ο νεαρός αγγίζει τα όρια της έκστασης και του διονυσιασμού, ωθώντας το νεαρό να φιλήσει τα χέρια του και να αγκαλιάσει το στήθος του. Αισθάνεται τις αισθήσεις του, τα μάτια της ψυχής του, να βρίσκονται σε πλήρη εγρήγορση κι απορεί ποια είναι η πηγή όλη αυτής της ομορφιάς που έχει κατακλύσει τη φύση γύρω του.

Φύση, χαμόγελ’ άστραψες κι εγίνηκες δική του∙
Eλπίδα, τόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις∙
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.
Γύρου κοιτά να τον ιδεί..............
Kοντά ‘ναι εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου.
Κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι !
Αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βάθος τρανό κι εβγήκε.
Κι όρμησε.................
Κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
Κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
Κατά τη μεγαλόψυχη γλυκιά πνοή της νιότης.
Έτσι κι ο νιος.............
Της φύσης από τς όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,-
Κι ευθύς ξυπνά στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
Την τέχνη του κολυμπιστή μ’ αυτήν του πολεμάρχου.

Η προσωποποιημένη φύση μοιάζει να χαμογελά στο νεαρό και να του παραδίνεται, καθώς ο νεαρός βιώνει την ευδαιμονική της ομορφιά με κάθε του αίσθηση, μέχρι τα βάθη της ψυχής του. Η χαρά αυτή που αισθάνεται του γεννά μια απρόσμενη ελπίδα, πως η ζωή είναι απόλυτα όμορφη κι αυτός θα μπορέσει να τη βιώσει στο έπακρο. Η ελπίδα της ζωής και της χαράς κυριεύει το νου του νεαρού με όλα τα μάγια που έχει, υπό την έννοια πως η ελπίδα όντας ουσιαστικά ένα συναίσθημα, κατορθώνει να επηρεάσει καταλυτικά την ψυχή του νεαρού, δίνοντας την υπόσχεση μιας ευτυχίας πρωτόγνωρης. Ο νεαρός στην αποκορύφωση της χαράς που αισθάνεται και παρασυρμένος από την αίσθηση της ελπίδας που τον έχει κατακλύσει βλέπει γύρω του τον κόσμο αναγεννημένο και δομημένο με υλικά ομορφιάς, χαράς και καλοσύνης.
Κοντά στο νεαρό, όμως βρίσκεται ο τίγρης του πελάγους, ο καρχαρίας, τον οποίο ο νεαρός δεν αντιλήφθηκε νωρίτερα, καθώς βρισκόταν σε μια κατάσταση διονυσιακής απόλαυσης της ομορφιάς της φύσης. Η θετική έκφανση της φύσης παγίδευσε το νεαρό και τον άφησε εκτεθειμένο στην επίθεση του καρχαρία, στην επίθεση της βίαιης και αρνητικής έκφανσής της. Ο νεαρός είναι άοπλος, καθώς το σπαθί και το όπλο του βρίσκονται στην ακτή.
Ο καρχαρίας με μεγάλη ταχύτητα προβάλλει από το βάθος της θάλασσας και ορμά στο νεαρό. Ο ποιητής εδώ μας παρουσιάζει σταδιακά το σώμα του νεαρού, ξεκινώντας από το λευκό λαιμό του, προχωρώντας στο πλατύ στήθος και το ξανθό του κεφάλι και καταλήγοντας στην έδρα της ζωής του, στη γλυκιά πνοή της νιότης του. Ο καρχαρίας επιτίθεται για να σκοτώσει.
Ο νεαρός, βέβαια, δεν παραμένει άπραγος απέναντι στη φονική επίθεση που δέχεται. Αποδεσμεύεται αμέσως από τη μαγεία που τόση ώρα του ασκούσε η ομορφιά της φύσης και τον είχε παγιδεύσει και ξυπνά μέσα του η τέχνη του κολυμβητή και του πολεμιστή. Ο νεαρός είναι έτοιμος να κολυμπήσει μακριά από τον καρχαρία, αλλά και να παλέψει για τη ζωή του. Ξυπνά μέσα του μια αγωνιστική διάθεση, που όσο κι αν είναι μάταιη σ’ αυτόν τον άνισο αγώνα, σηματοδοτεί τη δυναμική αντίσταση του νεαρού τόσο απέναντι στην ομορφιά της φύσης που τον είχε κρατήσει δέσμιό της, όσο κι απέναντι στο φόβο που του προκαλεί ο φονικός καρχαρίας.

Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει∙
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Οι κόσμοι γύρου ν’ άνοιγαν κορόνες να του ρίξουν.
........................................................................
Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
Όμορφε ξένε και καλέ, και στον ανθό της νιότης,
Άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.

Την ύστατη στιγμή προτού ο νεαρός ξεψυχήσει, αισθάνεται να τον κυριεύει ένα αίσθημα χαράς και με μια ξαφνική λάμψη φωτός∙ με μια διαδικασία τάχιστη, ο νεαρός φτάνει στην αυτογνωσία, στο απόλυτο επίπεδο πνευματικής εξέλιξης. Ο νεαρός αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται πολύ πέρα από την ομορφιά της φύσης, αλλά και πέρα πια από το φόβο του θανάτου. Τίποτα δεν τον δεσμεύει και σε τίποτα δεν είναι υποταγμένος, είναι ο ίδιος ένα αυτόνομο δημιούργημα τέλειο και απόλυτα ολοκληρωμένο που δεν έχει ανάγκη ούτε τα κάλλη της φύσης, ούτε κι επηρεάζεται από την κατάσταση του θανάτου. Έχει κι ο ίδιος μια θεϊκή υπόσταση, όπως και κάθε άλλο δημιούργημα και δεν βρίσκεται σε θέση εξάρτησης απέναντι στις δυνάμεις της φύσης.
Ο ηθικά αγαθός και σωματικά άρτιος νέος περνά πέρα από τα δεσμά της γήινης υπόστασής του, αφού είναι πια έτοιμος να πεθάνει χωρίς αυτό να του προκαλεί μήτε πόνο απ’ την πρόωρη και βίαιη απομάκρυνσή του από το κάλλος της φύσης, μήτε όμως και φόβο μπροστά στο φονικό πλάσμα της φύσης που θα τον κατασπαράξει. Η ζωή του έφτασε στην πλήρωσή της με τη συνειδητοποίηση και την αποδοχή της πραγματικής του υπόστασης που μπορεί να υπάρξει και πέρα από το γήινο πλαίσιο του χώρου και του χρόνου.
«Οι κόσμοι γύρου ν’ άνοιγαν κορόνες να του ρίξουν»: Το νόημα του στίχου δεν είναι ολοκληρωμένο, αλλά από ένα ιταλικό σχεδίασμα του Σολωμού γνωρίζουμε τι σκόπευε να γράψει ο ποιητής: «Ν’ άνοιγαν γύρου οι κρυφοί κόσμοι να του ρίξουν κορόνες, θα τον έβρισκαν αδιάφορον, όπως και η ιδέα πως την πράξη του κανείς ποτέ δε θα τη μάθει.» Ο νεαρός δεν ενδιαφέρεται ούτε για την επιβράβευση του θάρρους του, ούτε τον απασχολεί αν το κουράγιο και η δύναμη που επέδειξε τη στιγμή του θανάτου του περάσουν απαρατήρητα.
Το ποίημα κλείνει με τα λόγια θρήνου του ποιητή, ο οποίος υπενθυμίζει την ομορφιά, την καλοσύνη και φυσικά τη νεότητα του στρατιώτη που πέθανε τόσο πρόωρα. Ό,τι έχει απομείνει από το σώμα του το έφεραν τα κύματα στην ακτή, όπου και ο νεαρός θα γίνει αποδέκτης του θρήνου των ανθρώπων που τον αγαπούσαν.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X