Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκθεση Α΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκθεση Α΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Μόδα

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Dustin McNeer

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Μόδα

Μόδα είναι η επικρατούσα κατά περιόδους τάση στην ένδυση και γενικότερα στον τρόπο συμπεριφοράς και σκέψεως μεταξύ των μελών δεδομένου κοινωνικού συνόλου, με χαρακτήρα εφήμερο και διαρκώς μεταβαλλόμενο.
Η λέξη μόδα προέρχεται από τη λατινική λέξη modus που σημαίνει τρόπος.

Η έννοια της μόδας αφορά όχι μόνο την ενδυμασία και τα γενικότερα στοιχεία της εξωτερικής εμφάνισης, αλλά και τις προτιμήσεις εν γένει σε διάφορους τομείς που συνδέονται με την καθημερινότητα των πολιτών. Υπάρχει, έτσι, η μόδα που αφορά τις εκφραστικές επιλογές -ιδίως των νέων-, τις μουσικές προτιμήσεις, τους τρόπους συμπεριφοράς και διασκέδασης, τις καταναλωτικές επιλογές, τις τρέχουσες απόψεις σε ποικίλα ζητήματα κ.λπ.

Πώς διαμορφώνεται η μόδα
Η μόδα συνδέεται αφενός με τα οικονομικά συμφέροντα των εταιρειών παραγωγής και προώθησης προϊόντων που σχετίζονται με την ενδυμασία, τη μουσική, τον κινηματογράφο κ.ά., κι αφετέρου με την ανάγκη προσωπικής έκφρασης και διαφοροποίησης των ατόμων. Ο συνδυασμός, μάλιστα, της επιδίωξης των εταιρειών να ανανεώνονται ανά τακτά διαστήματα οι σχετικές τάσεις και της εσωτερικής προσδοκίας των ατόμων για αλλαγές στη ζωή τους -έστω κι αν αυτές περιορίζονται σε θέματα εμφάνισης και άλλων καθημερινών συνηθειών-, έχει ως αποτέλεσμα τις συνεχείς μεταβολές στην επικρατούσα μόδα. Η διαμόρφωση της μόδας, ωστόσο, επηρεάζεται από ποικίλους παράγοντες. Ειδικότερα:

- Σε ό,τι αφορά τον τομέα της ενδυμασίας κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των τάσεων διαδραματίζουν οι εταιρείες παραγωγής με τη συνδρομή των σχεδιαστών αλλά και των υπεύθυνων προώθησης. Οι εταιρείες επιλέγουν και προτείνουν μέσα από επιδείξεις ρούχων, δημοσιευμάτων στον τύπο και τηλεοπτικών εκπομπών τις ενδυματολογικές προτάσεις τους για κάθε επόμενη εποχή (καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη), αξιοποιώντας κάθε πιθανό τρόπο διαφήμισης προκειμένου να βρουν την επιζητούμενη ανταπόκριση από το κοινό. Εύλογο είναι πως χάρη στην έντονη επίδραση που ασκούν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στους πολίτες, και ιδίως πλέον το διαδίκτυο, είναι σχετικά δεδομένη η ευρεία διάδοση και υιοθέτηση των σχετικών προτάσεων.
Στο πλαίσιο της προώθησης των ενδυματολογικών προτάσεων επιστρατεύονται συχνά και πρόσωπα από το χώρο της τέχνης -ηθοποιοί, τραγουδιστές- και του αθλητισμού που ασκούν μεγάλη επιρροή στο νεανικό κοινό. Φωτογραφίσεις των διάσημων αυτών προσώπων με τις ανάλογες επιλογές που θέλουν να προωθήσουν οι οίκοι μόδας και οι σχεδιαστές έχουν συνήθως σημαντικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση των νέων κάθε φορά τάσεων.

- Οι γενικότερες ενδυματολογικές επιλογές -ρούχα, κοσμήματα, κόμμωση- των ηθοποιών σε κινηματογραφικές ταινίες που γνωρίζουν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, όπως και οι αντίστοιχες επιλογές τραγουδιστών στα βίντεο κλιπ τραγουδιών που τα παρακολουθούν εκατομμύρια πολίτες, μπορούν να αποτελέσουν χωριστό παράγοντα διαμόρφωσης μιας νέας μόδας. Ο χώρος του θεάματος διαδραματίζει, άλλωστε, διαχρονικά σημαντικό ρόλο στην προώθηση και εδραίωση νέων τάσεων.

- Λόγω της μεγάλης σημασίας που έχει η ενδυμασία ως μέσο έκφρασης της διάθεσης και της ιδεολογικής τοποθέτησης των ατόμων, η μόδα έρχεται συχνά να λειτουργήσει ως βασικός εκφραστής του πνεύματος μιας ολόκληρης γενιάς και να υποδηλώσει τις διεκδικήσεις και τις προσδοκίες τους. Η ευρύτατη διάδοση, για παράδειγμα, που γνώρισαν τα μίνι φορέματα και τα μπικίνι μαγιό οφειλόταν στο γεγονός ότι μέσω αυτών οι γυναίκες θέλησαν να εκφράσουν τη διάθεσή τους για χειραφέτηση από τον αυστηρό κοινωνικό έλεγχο που τις κρατούσε συνεχώς δέσμιες ενός καταπιεστικού συντηρητισμού.
Η διαμόρφωση, επομένως, της μόδας εξαρτάται πολλές φορές από το γενικότερο πνεύμα που χαρακτηρίζει μια γενιά και από τις ειδικότερες αλλαγές που επιδιώκουν οι νέοι άνθρωποι να επιφέρουν στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής τους. Έτσι, η έμφυτη τάση των νέων να αντιδρούν στα εκάστοτε κακώς κείμενα βρίσκει την ιδανική της έκφραση μέσα από τις ενδυματολογικές, εκφραστικές, μουσικές κ.ά. επιλογές τους, που προσδίδουν έναν ιδιαίτερο κάθε φορά χαρακτήρα σε ολόκληρες κάποτε δεκαετίες (π.χ. οι χίπηδες στη δεκαετία του ’60-’70).

- Η μόδα -ιδίως η ενδυματολογική- επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από την οικονομική κατάσταση των ατόμων. Οι ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες επιχειρούν μέσω αυτής να διαφοροποιηθούν από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα κι επιλέγουν άρα εκείνα τα ρούχα που αντανακλούν την υψηλή οικονομική τους επιφάνεια. Ενώ, οι πολίτες που έχουν χαμηλότερα οικονομικά εισοδήματα καταφεύγουν σε επιλογές περισσότερο προσιτές στον περιορισμένο προϋπολογισμό τους.

Τι εξυπηρετεί η μόδα
Η μόδα σε κάθε της έκφανση αποτελεί τρόπο έκφρασης κι έρχεται να δηλώσει τις πεποιθήσεις, τις ιδεολογικές τάσεις και τις επιδιώξεις των ατόμων που την υιοθετούν. Ειδικότερα:

- Το άτομο μέσω της μόδας, και κυρίως των ενδυματολογικών επιλογών, επιχειρεί να παρουσιάσει στους άλλους σημαντικές πτυχές της προσωπικότητάς του. Η ενδυμασία κάθε ανθρώπου, άλλωστε, δεν είναι ένας τυχαίος συνδυασμός, αλλά πολύ περισσότερο μια συνειδητή προσπάθεια διαμόρφωσης μιας συγκεκριμένης εικόνας.
Παρόμοια λειτουργία έκφρασης της προσωπικότητας του ατόμου υπηρετούν, βέβαια, κι οι εκφραστικές επιλογές, η μουσική που προτιμά, αλλά κι οι πεποιθήσεις του για τρέχοντα ζητήματα∙ στοιχεία που συχνά αντλούνται από τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής, δηλαδή τη μόδα.

- Η ανάγκη των ανθρώπων να γίνονται αποδεκτοί από τον περίγυρό τους και να αισθάνονται πως συμβαδίζουν με το κλίμα της εποχής τους, τούς ωθεί συχνά στην υιοθέτηση όσων επιτάσσει η μόδα. Τέτοια ανάγκη αποδοχής χαρακτηρίζει ιδίως τους νέους, οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο εκείνοι που ενδιαφέρονται περισσότερο για τις τάσεις της μόδας.

- Σε παρόμοιο επίπεδο κινείται και η επιθυμία των ανθρώπων να λαμβάνουν διαρκή επιβεβαίωση από τους άλλους σχετικά με την ελκυστικότητα της εμφάνισής τους. Έτσι, προκειμένου να επιτυγχάνουν την προσέλκυση της προσοχής των άλλων, οι άνθρωποι τείνουν να καταφεύγουν στις επιλογές εκείνες που συμβαδίζουν με τη μόδα της εποχής.

- Μια βασική ανάγκη των ανθρώπων που εξυπηρετείται από τη μόδα είναι αυτή της διαρκούς ανανέωσης. Η επιθυμία αποφυγής της ρουτίνας και της μονοτονίας, εφόσον δεν μπορεί να υλοποιηθεί μέσω ριζικότερων αλλαγών στη ζωή των ατόμων, επιδιώκεται συχνά μέσω των αλλαγών στην εμφάνιση και στις ενδυματολογικές επιλογές. Αυτή ακριβώς την ανάγκη ανανέωσης αξιοποιεί η μόδα και σ’ αυτή την ανάγκη απαντά με το να μεταβάλλεται ανά τακτές χρονικές περιόδους.

- Η μόδα εξυπηρετεί συχνά και την ανάγκη των επιμέρους κοινωνικών ομάδων να διαφοροποιούνται, δηλώνοντας είτε την οικονομική τους επιφάνεια είτε την επαγγελματική τους ταυτότητα.

- Η μόδα με τις συνεχείς μεταβολές της διατηρεί σε υψηλά επίπεδα ζήτησης μια σειρά επαγγελμάτων και αποδίδει τεράστια οικονομικά οφέλη στις εταιρείες παραγωγής ενδυμάτων και άλλων προϊόντων που σχετίζονται με την εμφάνιση των ατόμων. Πρόκειται για μια ανθηρή βιομηχανία, εφόσον ανά τακτά διαστήματα οι άνθρωποι καλούνται να προβούν σε νέες αγορές ρούχων, υποδημάτων κ.ά.
Σχεδιαστές μόδας, εργάτες παραγωγής, διαφημιστές, μοντέλα, δημοσιογράφοι του χώρου της μόδας και πλήθος άλλων επαγγελματιών, κατορθώνουν χάρη στο ευμετάβλητο της μόδας να βρίσκουν σταθερή απασχόληση, εφόσον το καταναλωτικό κοινό επιζητά διαρκώς κάτι νέο και κάτι διαφορετικό.
Θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη πως πολλές πολυεθνικές εταιρείες αναθέτουν την παραγωγή των ενδυμάτων σε χώρες της Ανατολής (Ινδία, Κίνα), όπου κατά τρόπο απάνθρωπο εκμεταλλεύονται την ανάγκη των ανθρώπων για εργασία πληρώνοντας μηδαμινά ημερομίσθια, χωρίς καν να διασφαλίζουν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις ασφαλείας ή υγιεινής για τους εργάτες. Πρόκειται για μια επονείδιστη εκμετάλλευση που αποφέρει τεράστια χρηματικά κέρδη στις εταιρείες που σχετίζονται με το χώρο της μόδας.

Τα αρνητικά στοιχεία της μόδας

- Η μόδα ενισχύει τις ήδη ισχυρές καταναλωτικές τάσεις των ατόμων, δημιουργώντας επιζήμιες συσχετίσεις μεταξύ της προσωπικής αξίας του ανθρώπου και των υλικών αγαθών που αυτός κατέχει. Οι άνθρωποι παρασύρονται συχνά στο να ταυτίζουν τις ενδυματολογικές επιλογές -και ιδίως τη χρηματική αξία αυτών- με την προσωπική αξία των συνανθρώπων τους, προχωρώντας σε υποτιμητικές κρίσεις για εκείνους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα -ή και την επιθυμία- να ακολουθούν τις επιταγές της μόδας.
Πρόκειται, σαφώς, για μια τελείως επιφανειακή θέαση του κόσμου, υπό την έννοια πως ακόμη κι αν τα ρούχα ενός ανθρώπου μπορούν να αποκαλύψουν την οικονομική του κατάσταση, δεν μπορούν εντούτοις να φανερώσουν την ηθική και πνευματική του ποιότητα, που έχει επί της ουσίας -ή θα έπρεπε να έχει- τη μεγαλύτερη σημασία.

- Η μόδα ωθεί, άρα, τους ανθρώπους να δίνουν περισσότερη προσοχή στην εξωτερική εμφάνιση παρά στην επιδίωξη μιας ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας. Τάση που ενέχει σημαντικούς κινδύνους για τις προτεραιότητες που θέτουν -κυρίως- οι νέοι άνθρωποι στη ζωή τους. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη πως οι νέοι ούτως ή άλλως συγκινούνται περισσότερο από την εικόνα των άλλων ανθρώπων κι όχι από την πνευματική τους συγκρότηση, τότε καθίσταται σαφές πως η μόδα ενδέχεται να τους παρασύρει σε μια γενικότερη αδιαφορία για τα ουσιώδη οφέλη της εσωτερικής καλλιέργειάς τους.

- Η μόδα ενισχύει τον μιμητισμό -στον οποίο βασίζει άλλωστε και την επιτυχία της-, προωθώντας έτσι μια γενικότερη τάση τυποποίησης στους ανθρώπους. Κοινές ενδυματολογικές επιλογές, κοινές μουσικές και κινηματογραφικές επιλογές, κοινός τρόπος αντίληψης κ.λπ.∙ τα πρότυπα των οποίων αντλούνται, ωστόσο, κυρίως από τις δυτικές κοινωνίες, οι οποίες και επωφελούνται από αυτή την παγκόσμια ομοιομορφία των τάσεων της νεολαίας.
Το τίμημα αυτής της ομοιομορφίας είναι υψηλό σε ό,τι αφορά την απάλειψη των ιδιαιτεροτήτων και της μοναδικότητας που διέκρινε παλαιότερα τους πληθυσμούς των επιμέρους εθνοτήτων. Οι δυτικές αγορές εξαλείφοντας τις διαφοροποιήσεις δημιουργούν μια παγκόσμια αγορά με κοινές προτιμήσεις, ενισχύοντας έτσι σε τεράστιο βαθμό τα κέρδη τους.

- Σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης της παγκόσμιας ομοιομορφίας που προωθείται μέσω της μόδας, και δοθέντος ότι η μόδα δεν αφορά μόνο τις ενδυματολογικές επιλογές, διακρίνεται μια προσπάθεια εκρίζωσης όλων εκείνων των στοιχείων εθνολογικής και ιδεολογικής ταυτότητας που θα μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο στη χειραγώγηση των πολιτών από τα κυρίαρχα οικονομικά κέντρα του δυτικού κόσμου.
Οι πολίτες, επομένως, με το να υιοθετούν τα δυτικά πρότυπα ενδυμασίας, διασκέδασης και σκέψης, επιτρέπουν τον ευκολότερο έλεγχό τους από τις πολυεθνικές εταιρείες της δύσης, που αποκτούν έτσι ένα πειθήνιο παγκόσμιο καταναλωτικό κοινό.

Τα θετικά στοιχεία της μόδας

- Η μόδα προσφέρει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εκφράσουν στοιχεία της προσωπικότητάς τους, αλλά και της διάθεσής τους. Μέρος της ταυτότητας του ατόμου γίνεται εμφανές στους άλλους ανθρώπους, χωρίς να χρειάζεται καν η λεκτική επικοινωνία. Οι ενδυματολογικές του επιλογές και μόνο επαρκούν για να μπορεί το άτομο να δώσει προς τα έξω την εικόνα που το ίδιο έχει για τον εαυτό του.

- Με δεδομένη τη δυνατότητα της μόδας να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό και αποδεκτό το άτομο από τους άλλους ανθρώπους, καθίσταται εφικτή η ενίσχυση της αυτοπεποίθησής του, εφόσον αισθάνεται πως κεντρίζει κατά τρόπο θετικό την προσοχή τους και πως αναγνωρίζεται η θελκτική εικόνα της εμφάνισής του.

- Η μόδα προσφέρει στους ανθρώπους τη δυνατότητα ανανέωσης και, άρα, αποφυγής της μονοτονίας. Ανανέωση που επενεργεί θετικά στην εσωτερική διάθεση του ατόμου, εφόσον του δημιουργεί την αίσθηση μιας νέας αρχής και του προσφέρει, έτσι, ένα κίνητρο ή μια ώθηση για νέους τρόπους πρόσληψης της εξωτερικής πραγματικότητας.

- Η μόδα έχει ως κύριο αίτημά της την ανάδειξη του ωραίου και του καλαίσθητου, γεγονός που επενεργεί θετικά στην ψυχολογία και την αισθητική καλλιέργεια του ατόμου. Επιτρέπει, άλλωστε, στα άτομα αφενός να αποκρύπτουν τυχόν ατέλειες του σώματός τους κι αφετέρου να αναδεικνύουν τα θετικά του στοιχεία, διασφαλίζοντας έτσι την αναγκαία αυτοπεποίθηση και την αναγκαία αίσθηση ικανοποίησης με την εξωτερική τους εικόνα.

- Με την ποικιλία των ενδυματολογικών επιλογών παρέχεται στο άτομο η δυνατότητα να αξιοποιήσει τη δική του δημιουργική αντίληψη για τη διαμόρφωση της εικόνας του. Ενώ, μέσα από τα χρώματα των ρούχων που επιλέγει μπορεί να εξωτερικεύσει την εσωτερική του διάθεση.

Εύλογο είναι πως παρά τις θετικές επιδράσεις της μόδας, το άτομο δεν είναι υποχρεωμένο να την ακολουθεί κατά γράμμα, τουναντίον μάλιστα, ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να διαμορφώνει το προσωπικό του στυλ, υιοθετώντας στοιχεία της τρέχουσας μόδας μόνο όταν ταιριάζουν με την προσωπικότητά του και με τις δικές του προτιμήσεις. Η προσπάθεια, άλλωστε, να συμμορφώνεται συνεχώς με τις επιταγές της μόδας είναι αφενός πολυέξοδη κι αφετέρου υποδηλώνει την απουσία προσωπικού αισθητικού κριτηρίου. 

Τι φανερώνει η ενδυμασία ενός ανθρώπου
Η ενδυμασία και γενικότερα η φροντίδα για την εξωτερική εμφάνιση του ατόμου έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον δεν αποτελεί ούτε μια τυχαία επιλογή, αλλά ούτε και κάτι που δεν λαμβάνεται υπόψη από τους άλλους. Έτσι, αν εξαιρέσουμε τις επαγγελματικές στολές που επιβάλλονται για λόγους εμφανούς δήλωσης της επαγγελματικής ιδιότητας, η ελεύθερα επιλεγμένη ενδυμασία επιτρέπει την άντληση βασικών στοιχείων για το κάθε άτομο. Ειδικότερα:

- Οι ενδυματολογικές επιλογές συνιστούν προφανείς δείκτες για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση ενός ατόμου, εφόσον το οικονομικό επίπεδο είναι καθοριστικό ως προς τις σχετικές επιλογές του ατόμου.

- Τα ρούχα και η γενικότερη εξωτερική εμφάνιση ενός ατόμου καθιστά εμφανή την ιδεολογική του τοποθέτηση σε σχέση με τους εκάστοτε κοινωνικούς κανόνες και τις τρέχουσες αντιλήψεις περί του κοινωνικώς αποδεκτού. Έτσι, ένα άτομο μπορεί να ακολουθεί συντηρητικές επιλογές, θέλοντας να εκφράσει τη διάθεση προσαρμογής στους άγραφους αυτούς κοινωνικούς κανόνες ή, αντιθέτως, να καταφεύγει σε προκλητικότερες επιλογές, θέλοντας να δηλώσει την εναντίωσή του απέναντι στον κοινωνικό έλεγχο.

- Η εξωτερική εμφάνιση είναι συχνά δηλωτική της ψυχολογικής κατάστασης ενός ατόμου, υπό την έννοια πως μια επιμελημένη εμφάνιση υποδηλώνει μια σταθερή ή καλή ψυχολογία, ενώ η πλήρης αδιαφορία για την εξωτερική εμφάνιση αποτελεί συχνά σύμπτωμα κατάθλιψης.

- Οι ενδυματολογικές επιλογές ενός ατόμου φανερώνουν το ιδιαίτερο γούστο του∙ τι, δηλαδή, θεωρεί ο ίδιος καλαίσθητο και τι αποφεύγει∙ τι θεωρεί ότι τον κολακεύει και τι όχι. Συχνά, βέβαια, αποκαλύπτεται και η αδυναμία ενός ατόμου να εκτιμήσει ορθά αυτές τις ποιότητες, εφόσον επιλέγει ρούχα είτε ακαλαίσθητα είτε αταίριαστα με το σώμα, την ηλικία και τη γενικότερη εμφάνισή του.

- Ο τρόπος που επιλέγει ένα άτομο να επιμεληθεί την εξωτερική του εμφάνιση, συχνά συνδέεται με τις επιδιώξεις του σε επαγγελματικό ή προσωπικό επίπεδο. Ένα άτομο, για παράδειγμα, που θέλει να το αντιμετωπίσουν με σεβασμό στο νέο του επαγγελματικό χώρο φροντίζει να διαμορφώσει ένα προσεγμένο και σοβαρό στυλ που τονίζει τον επαγγελματισμό του και την προσοχή που δίνει ακόμη και στη λεπτομέρεια.

Με την ίδια λογική η ενδυμασία διαφοροποιείται ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες της δραστηριότητας ή της περίστασης για την οποία την επιλέγει το άτομο. Διαφορετικές, επομένως, είναι οι επιλογές για μια συνάντηση με φιλικά πρόσωπα, διαφορετικές για ένα επίσημο δείπνο ή μια επίσημη συνάντηση και ούτω καθεξής. 

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Διάλεκτοι, ιδιώματα και ιδιωματισμοί

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Paul Williams

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Διάλεκτοι, ιδιώματα και ιδιωματισμοί

Κάθε εθνική γλώσσα υπόκειται σε ευρεία διαφοροποίηση: ατομική ή υφολογική (διαφορετικά χρησιμοποιεί τη γλώσσα κάθε ομιλητής μιας γλώσσας), κοινωνική (οι ομιλητές συχνά διαφοροποιούνται κατά ηλικιακές, κοινωνικές, επαγγελματικές, ιδεολογικές κ.ά. ομάδες) και γεωγραφική (τα Ελληνικά της Κρήτης, της Θεσσαλίας, του Πόντου, των Δωδεκανήσων κ.λπ.).
Με τον όρο διάλεκτος οι γλωσσολόγοι χαρακτηρίζουν τη γεωγραφική διαφοροποίηση ευρύτερων περιοχών, ιδίως αυτήν που εμφανίζει έντονες αποκλίσεις από την κοινή γλώσσα σε όλα τα επίπεδα (προφορά, γραμματικοσυνταντική δομή, λεξιλόγιο) και σε βαθμό που οι ομιλητές της διαλέκτου να μην είναι εύκολα κατανοητοί από τους ομιλητές της κοινής γλώσσας. Άρα ο όρος διάλεκτος είναι υπερκείμενη διάκριση. Αντίθετα, ο όρος ιδίωμα δηλώνει μικρότερη γλωσσική διαφοροποίηση, που δεν εμποδίζει την κατανόηση από τους ομιλητές της κοινής. Μια διάλεκτος μπορεί να έχει περισσότερα από ένα ιδιώματα.
Στην Ελληνική διακρίνονται οι εξής διάλεκτοι: τσακωνική, ποντιακή, καππαδοκική, κατωιταλική και (καταχρηστικώς) κυπριακή και κρητική.
Όλες οι λοιπές διαφοροποιήσεις αποτελούν τα ιδιώματα. Αυτά, ανάλογα με τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, ομαδοποιούνται στα λεγόμενα βόρεια ιδιώματα (Στερεά Ελλάδα εκτός Αττικής, Β. Εύβοια, Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, νησιά του Β. Αιγαίου και Πόντος και στα νότια ιδιώματα (τα υπόλοιπα).
Αντίθετη προς τις διαλέκτους και τα ιδιώματα είναι η κοινόλεκτος (ενν. γλώσσα) ή κοινολεκτούμενη, δηλαδή η κοινή γλώσσα που μιλιέται σε μια χώρα από όλους.
Ως ιδιόλεκτος χαρακτηρίζεται από τους γλωσσολόγους, ο τρόπος (γνώση και πράξη) με τον οποίο χρησιμοποιεί ο καθένας τη γλώσσα.   

Ιδιωματισμός είναι κάθε γλωσσικό στοιχείο (φωνητικό, γραμματικό, συντακτικό, λεξιλογικό) που αναφέρεται σε γλωσσικό ιδίωμα ή διάλεκτο της Ελληνικής∙ π.χ. «με δίνει» (συντακτικός ιδιωματισμός των βορείων ιδιωμάτων της Ελληνικής) αντί του κοινού «μου δίνει».

Ιδιωτισμός είναι κάθε λεξιλογική φράση της κοινής Ελληνικής, που αποτελεί ιδιαίτερη έκφραση με μεταφορική συνήθως σημασία∙ π.χ. το ‘βαλε στα πόδια, τα τσουγκρίσαμε, τρώει ξύλο κ.τ.ό.

Η ιδιαίτερη αξία των ιδιωμάτων και των διαλέκτων
Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα αποτελούν πολύτιμο κομμάτι της πολιτισμικής μας ταυτότητας, καθώς συνδέονται με τις ιδιαίτερες ιστορικές και πνευματικές ζυμώσεις επιμέρους γεωγραφικών περιοχών του ελληνικού χώρου. Ειδικότερα:

- Τα ιδιώματα και οι διάλεκτοι φανερώνουν την ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία των επιμέρους περιοχών. Οι γλωσσικές διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται στις επιμέρους περιοχές της χώρας αποτελούν δείκτες της, ως ένα βαθμό, αυτόνομης πνευματικής και ιστορικής εξέλιξής τους, αποκαλύπτοντας τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης και αντίληψης των κατοίκων τους. Μέσα από το κάθε ιδίωμα και την κάθε διάλεκτο ξεπροβάλλει ένας χωριστός κόσμος, που διαμορφώθηκε καθ’ επίδραση άλλων παραγόντων, λόγω ακριβώς της διαφορετικής γεωγραφικής θέσης.
Αντλείται, έτσι, από το κάθε ιδίωμα ένα άλλο σύστημα αξιών και μια διαφορετική θέαση της ζωής, εφόσον παρά την κοινή εθνολογική ταυτότητα, κάθε περιοχή ακολούθησε -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- τη δική της ιστορική πορεία. Μέσα, λοιπόν, από τις λεξιλογικές και εκφραστικές επιλογές, όπως και μέσα από τη φωνητική απόδοση της κάθε διαλέκτου, μπορούμε να ανιχνεύσουμε το συναισθηματικό πλούτο, τις επιδιώξεις, τα διδάγματα ζωής και πρωτίστως το ήθος των ανθρώπων της κάθε περιοχής.

- Ο πλούτος της κάθε διαλέκτου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής γλωσσικής κληρονομιάς. Παρά το γεγονός ότι οι διάλεκτοι παρουσιάζουν συχνά σημαντικές διαφοροποιήσεις από την κοινή ελληνική γλώσσα, αποτελούν εντούτοις γεννήματα της ίδιας γλώσσας, και φανερώνουν, άρα, τις ευρύτατες δυνατότητές της να δημιουργεί ποικίλους γλωσσικούς τύπους και δομές. Οι διάλεκτοι, επομένως, λειτουργούν περισσότερο ως τεκμήρια για τις ανεξάντλητες δυνατότητες της ελληνικής γλώσσας και για τον λεκτικό της πλούτο, παρά ως ανεξάρτητες γλωσσικές μορφές.
Οι διάλεκτοι, λοιπόν, φανερώνουν την πολυμορφία της ελληνικής γλώσσας, και με τον εκφραστικό τους πλούτο ενισχύουν τη συλλογική γλωσσική κληρονομιά, γι’ αυτό και θα πρέπει να λαμβάνουν τη δέουσα αναγνώριση και υποστήριξη.

- Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα λειτουργούν πλέον ως σημεία αναγνώρισης και διασύνδεσης των ανθρώπων με κοινή καταγωγή. Οι αλλαγές που έχουν επέλθει στην ανθρωπογεωγραφία του τόπου έχουν απομακρύνει πολλούς ανθρώπους από τους τόπους που αποτελούν την ιδιαίτερη πατρίδα τους κι έχουν έτσι αναδιανείμει τους πολίτες της χώρας, δίνοντας -ατυχώς- έμφαση στα αστικά κέντρα. Ως εκ τούτου οι ομιλούντες μια διάλεκτο ή ένα ιδίωμα δεν κατοικούν κατ’ ανάγκη σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, όπως παλαιότερα∙ γεγονός που οδηγεί στην αποδυνάμωση και την σπανιότερη χρήση, ιδίως, των διαλέκτων.
Ωστόσο, ακόμη κι αν εκείνοι που μιλούν ή γνωρίζουν μια διάλεκτο κατοικούν σε άλλες περιοχές, έχουν ακριβώς αυτή τη γλωσσική ταυτότητα ως ισχυρό συνεκτικό δεσμό με τον τόπο καταγωγής τους, αλλά και με τους ανθρώπους με τους οποίους έχουν κοινή καταγωγή. Φροντίζουν, μάλιστα, με τη σύσταση συλλόγων στα αστικά κέντρα όπου κατοικούν να έρχονται σ’ επαφή με άλλους ανθρώπους που κατάγονται από τις ίδιες περιοχές.
Η κοινή διάλεκτος ή το κοινό ιδίωμα, αποτελούν, εύλογα, έναν ισχυρό συνεκτικό δεσμό που διατηρεί στη μνήμη των ανθρώπων αυτών τις κοινές αξίες, τις κοινές αντιλήψεις και την κοινή τους ιστορία. Έτσι, είτε κατοικούν στον τόπο καταγωγής τους είτε όχι, έχουν πάντοτε τη γλωσσική τους ταυτότητα ως μέσο για την επιστροφή σ’ εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της τοπικής τους καταγωγής.

Οι λόγοι για τους οποίους αποδυναμώθηκαν οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα
Η αδιαμφισβήτητη επικράτηση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας, η εξάλειψη των γεωγραφικών περιορισμών και η έντονη αστικοποίηση, έφεραν σταδιακά την αποδυνάμωση των διαλέκτων. Ειδικότερα:

- Εξάλειψη γεωγραφικών περιορισμών. Οι διάλεκτοι, αλλά και τα ιδιώματα, αποτέλεσαν σε σημαντικό βαθμό απότοκο της μερικής απομόνωσης των ανθρώπων στις επιμέρους περιοχές. Η δυσκολία που χαρακτήριζε τις μετακινήσεις και την επικοινωνία άφηνε κάθε περιοχή να ακολουθεί τη δική της πορεία, χωρίς συχνές και σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τα υπόλοιπα μέρη της χώρας. Ωστόσο, από τη στιγμή που η εξέλιξη της τεχνολογίας άνοιξε το δρόμο στην άμεση επικοινωνία και στην εκμηδένιση των αποστάσεων, οι άνθρωποι όλων των περιοχών άρχισαν να έρχονται σε συνεχή επαφή μεταξύ τους, γεγονός που καθιστούσε αναγκαία την υιοθέτηση του κοινού γλωσσικού κώδικα, προκειμένου να μην υπάρχουν επικοινωνιακά εμπόδια.
Είναι προφανές πως αν κάθε περιοχή επέμενε να διατηρεί τη δική της διάλεκτο, αυτό θα οδηγούσε σε μια ανώφελη παράταση ενός απομονωτισμού που δεν δικαιολογούταν πια από τις νέες συνθήκες. Έτσι, ακόμη κι αν οι κάτοικοι κάθε περιοχής θεωρούσαν τη δική τους διάλεκτο σημαντικότερη ή ξεχωριστή, εξωθήθηκαν εκ των πραγμάτων να προσαρμοστούν στη χρήση της κοινής νεοελληνικής, ώστε να μετέχουν στα οφέλη της συλλογικής εθνικής ανάπτυξης.

- Διάδοση της κοινής νεοελληνικής μέσω της εκπαίδευσης, αλλά και των ΜΜΕ. Η οργάνωση μιας ενιαίας εκπαιδευτικής πολιτικής για το σύνολο της χώρας, έφερε σ’ επαφή τους νέους ανθρώπους κάθε πιθανής περιοχής με την κοινή νεοελληνική γλώσσα, και με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα αυτής της εκπαίδευσης προέκυψε πολύ σύντομα η διάδοση και εδραίωση του κοινού γλωσσικού κώδικα.
Ενώ, η εμφάνιση των ΜΜΕ με πανελλαδική εμβέλεια και κυκλοφορία, και η χρήση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας στις ειδησεογραφικές και ενημερωτικές εκπομπές, αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα για τη ευρύτατη διάδοση του κοινού γλωσσικού κώδικα ακόμη και στους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που δεν είχαν φοιτήσει στο σχολείο.
Το πλήθος των γλωσσικών ερεθισμάτων μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και μέσω των εφημερίδων και της τηλεόρασης, λειτούργησε διαβρωτικά για τις διαλέκτους και τα ιδιώματα, υπό την έννοια πως οι πολίτες, όχι μόνο αντιλήφθηκαν την αναγκαιότητα της προσαρμογής τους στον κοινό γλωσσικό κώδικα, άρχισαν συνάμα, ιδίως οι νεότερες γενιές, να λησμονούν τις τοπικές αυτές διαφοροποιήσεις, τις οποίες αντιμετώπισαν, ως ένα βαθμό, και ως περιττά στοιχεία του παρελθόντος.

Τρόποι διαφύλαξης των διαλέκτων και των ιδιωμάτων
Η διάδοση της κοινής νεοελληνικής υπήρξε, βέβαια, με πολλούς τρόπους επωφελής για την ανάπτυξη της χώρας, εφόσον απομάκρυνε τα όποια γλωσσικά εμπόδια στην επικοινωνία μεταξύ των πολιτών. Είχε, όμως, μια ιδιαίτερα αρνητική επίπτωση, αφού οδήγησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού στο να πάψει να χρησιμοποιεί τις διαλέκτους, θέτοντας σε κίνδυνο την ύπαρξή τους. Πολλοί ήταν εκείνοι, μάλιστα, που άρχισαν να αντιμετωπίζουν τα ιδιώματα ως παρωχημένα και άνευ αξίας, υποτιμώντας τον λεκτικό και εκφραστικό τους πλούτο, όπως και τη θέση τους στο στην ενιαία γλωσσική μας κληρονομιά.
Κρίνεται, λοιπόν, απολύτως αναγκαίο να υπάρξει η κατάλληλη ευαισθητοποίηση των πολιτών και άμεση δραστηριοποίηση, προκειμένου να επιτευχθεί η διαφύλαξη των διαλέκτων και των τοπικών ιδιωμάτων.

- Η Πολιτεία οφείλει να ενισχύει οικονομικά τους φορείς εκείνους που έχουν ως στόχο την καταγραφή, τη μελέτη και την ανάδειξη των διαλέκτων και των ιδιωμάτων, καθώς η ραγδαία ελαχιστοποίηση των φυσικών ομιλητών τους θα οδηγήσει τις πολύτιμες αυτές γλωσσικές εκφάνσεις στη λήθη.

- Στο πλαίσιο της εκπαίδευσης θα πρέπει να τονίζεται η αξία των τοπικών ιδιωμάτων, ώστε οι νέοι να προσεγγίζουν με σεβασμό τις γλωσσικές διαφοροποιήσεις των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας, και να αποκτούν το ενδιαφέρον εκείνο που θα τους παρακινεί να μάθουν περισσότερα για τα ιδιώματα της δικής τους καταγωγής.
Βοηθητικό, ως προς αυτό, θα ήταν η ένταξη στο μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας ερευνητικών εργασιών σε σχέση με τις ελληνικές διαλέκτους, προκειμένου οι μαθητές να έχουν την ευκαιρία να ασχοληθούν πιο συστηματικά με αυτές και να εκτιμήσουν έτσι την ιδιαίτερη ποιότητα και ομορφιά τους.

- Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας έχουν τη δυνατότητα να επισημάνουν και να αναδείξουν την ιδιαίτερη πολιτισμική αξία των διαλέκτων με αφιερώματα στον ξεχωριστό αυτό γλωσσικό μας πλούτο. Θα καταστεί, έτσι, εφικτό να έρθουν σ’ επαφή με τις διάφορες διαλέκτους άτομα απ’ όλα τα μέρη της χώρας, που δεν είναι εξοικειωμένα με τις διαλέκτους άλλων περιοχών.


Έκθεση Α΄ Λυκείου: Προφορικός και γραπτός λόγος

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Fiddle Oak

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Προφορικός και γραπτός λόγος

Ο προφορικός και ο γραπτός λόγος αποτελούν δύο ισότιμες μορφές επικοινωνίας με ιδιαίτερα ωστόσο χαρακτηριστικά που οριοθετούν επί της ουσίας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Παρά τη γενικότερη εντύπωση πως ο γραπτός λόγος υπερέχει του προφορικού λόγω της καλύτερης εκφραστικής ποιότητας που επιτυγχάνεται σε αυτόν, ο προφορικός λόγος αποτελεί τη συνηθέστερη επικοινωνιακή μορφή, γεγονός που του προσδίδει ιδιαίτερη αξία και καθιστά καίριας σημασίας την ενίσχυσή του στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Τα θετικά χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου

- Ο προφορικός λόγος είναι λόγος ζωντανός και αυθόρμητος∙ ικανοποιεί με αποτελεσματικότητα τις πλείστες καθημερινές ανάγκες επικοινωνίας των ανθρώπων και διακρίνεται για την αμεσότητά του, εφόσον η επικοινωνία πραγματώνεται μεταξύ ατόμων που συνομιλούν σε πραγματικό χρόνο.
Η αμεσότητα, άλλωστε, του προφορικού λόγου πιστοποιεί κατά τρόπο σαφή τις εκφραστικές δυνατότητες του ατόμου, μιας και δεν προσφέρει περιθώρια προετοιμασίας ή σχεδιασμού, όπως αυτά δίνονται άπλετα στο γραπτό λόγο.

- Ο προφορικός λόγος είναι σαφώς πιο παραστατικός και προσφέρει στον ομιλητή τη δυνατότητα να ενισχύει τη νοηματική αξία των λέξεών του με τη χρήση παραγλωσσικών στοιχείων, όπως είναι οι εκφράσεις του προσώπου και οι χειρονομίες. Είναι ιδιαίτερο προνόμιο του προφορικού λόγου πως με τον επιτονισμό και μόνο της φωνής μια απλή λέξη ή έκφραση μπορεί να λάβει πλήθος νοηματικών προεκτάσεων, πλουτίζοντας έτσι το λόγο με τρόπους που δεν είναι εφικτοί στο γραπτό κείμενο. Όλο το φάσμα των συναισθημάτων μπορούν να περάσουν στην ομιλία του ατόμου ακριβώς μέσω του επιτονισμού, χωρίς να απαιτείται η ρητή λεκτική δήλωσή τους.
Ο ομιλητής έχει το σαφές πλεονέκτημα να ελέγχει το επίπεδο κατανόησης των λεγομένων του τη στιγμή ακριβώς που τα εκφέρει, κι αυτό του επιτρέπει να επανέρχεται με διευκρινίσεις και περαιτέρω συμπληρωματικά στοιχεία, προκειμένου να διασφαλίσει πως ο συνομιλητής του έχει κατανοήσει πλήρως το μεταδιδόμενο μήνυμα. Ενώ, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν αντιληφθεί κάποια πιθανή παρανόηση ή ασάφεια, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα του συνομιλητή να εκφράσει τις απορίες του ή να θελήσει να επιβεβαιώσει πως έχει αντιληφθεί ορθά όσα έχει ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Όπως είναι προφανές, τέτοιου είδους άμεση αλληλεπίδραση μπορεί να υπάρξει μόνο στο πλαίσιο μιας προφορικής -συνήθως- συνομιλίας ή τώρα πια ακόμη κι αν η συνομιλία διεξάγεται με την ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων, οπότε η γραπτή επικοινωνία προσεγγίζει ως ένα βαθμό την προφορική, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τη δυνατότητα παροχής διευκρινίσεων.

- Η αμεσότητα του προφορικού λόγου επιτρέπει την ουσιαστικότερη γνωριμία μεταξύ των ατόμων, και άρα την ανάπτυξη της κοινωνικότητας, μιας και παρέχει τη δυνατότητα μιας απρόσκοπτης και ταχύτερης επικοινωνιακής επαφής.
Παρά το γεγονός, άλλωστε, πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούν το γραπτό λόγο για την επίτευξη μιας ανάλογης επικοινωνίας, δεν μπορούν να προσφέρουν εντούτοις το σαφές κέρδος της δια ζώσης επαφής, της μη λεκτικής επικοινωνίας που διασφαλίζει η οπτική επαφή των ατόμων, αλλά και όλων εκείνων των παραγλωσσικών στοιχείων που χρωματίζουν την ομιλία του ατόμου, φανερώνοντας πάντοτε πολύ περισσότερα απ’ όσα οι λέξεις που χρησιμοποιεί.

- Ο προφορικός λόγος συνιστά μορφή φυσικής έκφρασης και είναι γι’ αυτό κτήμα όλων των ανθρώπων είτε έχουν παρακολουθήσει συστηματικές σπουδές είτε όχι. Σε αντίθεση, λοιπόν, με το γραπτό λόγο που προϋποθέτει ένα ικανοποιητικό επίπεδο σπουδών για την αποτελεσματική του χρήση, ο προφορικός λόγος εξυπηρετεί τις καθημερινές επικοινωνιακές ανάγκες ακόμη και αναλφάβητων ατόμων.

- Ο προφορικός λόγος διακρίνεται συνήθως για την απλότητα και τη σαφήνειά του, εφόσον δύσκολα αφήνει περιθώρια για πολύπλοκες συντακτικές δομές, όπως αυτές του γραπτού λόγου.

Τα μειονεκτήματα του προφορικού λόγου

- Ένα βασικό μειονέκτημα του προφορικού λόγου προκύπτει από την αμεσότητα έκφρασής του, που δεν επιτρέπει πάντοτε τη σχετική προετοιμασία, και αφορά την προχειρότητά του. Παρατηρούνται, έτσι, ασυνταξίες, αστοχίες στην επιλογή λέξεων λόγω βιασύνης, νοηματικά κενά λόγω της αδυναμίας του ομιλητή να ελέγξει αν ολοκλήρωσε τη νοηματική αλληλουχία των λεγομένων του, άσκοπα γεμίσματα του λόγου για να καλυφθεί ο χρόνος σκέψης, παύσεις, αλλά και ελλιπής συχνά τεκμηρίωση, εφόσον ο ομιλητής δεν έχει τον αναγκαίο χρόνο να οργανώσει με πληρότητα το λόγο του.
Η προχειρότητα του προφορικού λόγου, αν και είναι εύλογη και συνήθως συγχωρητέα, τον καθιστά εντούτοις περισσότερο ανεπίσημο και γι’ αυτό αποφεύγεται η απροσχεδίαστη χρήση του σε επίσημες ή μεγάλης βαρύτητας εκδηλώσεις, όπως είναι για παράδειγμα οι πολιτικές ομιλίες.

- Η ελλιπής οργάνωση του προφορικού λόγου και η προχειρότητά του ευθύνονται και για την αδυναμία του να αποδώσει με πληρότητα και ακρίβεια τα μεταδιδόμενα μηνύματα. Είναι σαφές, άλλωστε, πως κάθε ομιλητής, αν είχε το χρόνο να οργανώσει τις σκέψεις του, όπως αυτό συμβαίνει στο γραπτό λόγο, θα μπορούσε να αποδώσει πολύ πιο περιεκτικά και με μεγαλύτερη ακρίβεια όσα θα ήθελε να εκφράσει.

- Ο προφορικός λόγος είναι προσωρινός και οι συγκεκριμένες διατυπώσεις του ξεχνιόνται πολύ γρήγορα. Διατηρείται μόνο για περιορισμένο διάστημα στη μνήμη των συνομιλητών το γενικό του περιεχόμενο ή οι προθέσεις του. Αυτό, όμως, αποτελεί σημαντικό μειονέκτημά του, εφόσον δεν μπορεί να διασφαλίσει τη διαρκή διατήρηση των ιδεών και των απόψεων, όπως άριστα το επιτυγχάνει ο γραπτός λόγος.

Τα θετικά χαρακτηριστικά του γραπτού λόγου

- Ο γραπτός λόγος παρέχει στο άτομο τη δυνατότητα να επεξεργαστεί με προσοχή τις διατυπώσεις και τα εκφραστικά του μέσα επιτυγχάνοντας έτσι υψηλή ποιότητα λόγου. Απουσιάζουν, άρα, από το γραπτό λόγο οι αστοχίες και οι προχειρότητες του προφορικού, γεγονός που τον καθιστά ιδανικότερο για τις πιο επίσημες μορφές επικοινωνίας.

- Ο γραπτός λόγος προσφέρει στο άτομο το αναγκαίο περιθώριο χρόνου προκειμένου να οργανώσει κατάλληλα τις ιδέες και τα επιχειρήματά του. Οργάνωση που προσδίδει τελικά μεγαλύτερη ευστοχία και ακρίβεια στη γραπτή έκφραση σε σχέση με την αντίστοιχη προφορική. Το γραπτό κείμενο, επομένως, αποδίδει με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και πληρότητα τις σκέψεις του ατόμου, εφόσον αυτές είναι οργανωμένες, επαρκώς ανεπτυγμένες και έχουν επανελεγχθεί, ώστε ο γράφων να είναι βέβαιος πως δεν έχουν παραλειφθεί ουσιώδη επιχειρήματα ή ζητήματα.

- Ο γραπτός λόγος, εφόσον δεν παρέχει τη δυνατότητα διευκρινήσεων, ωθεί το άτομο σε μια αυστηρά δομημένη ανάπτυξη των σκέψεών του, με στόχο πάντοτε τη σαφή διατύπωση, ώστε να παρουσιάζεται με τον πληρέστερο τρόπο το μεταδιδόμενο μήνυμα.

- Σε αντίθεση με την προχειρότητα του προφορικού λόγου και τους συχνούς πλατειασμούς που συναντώνται σε αυτόν, ο γραπτός λόγος επιτρέπει τη νοηματική πυκνότητα, αλλά και τη διεξοδικότερη προσέγγιση του υπό ανάπτυξη ζητήματος. Ο γράφων έχει την ευχέρεια να επιλέξει τις κατάλληλες λέξεις και να προσέξει ιδιαίτερα τη δόμηση του κειμένου του.
Αντιστοίχως, έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει πληρέστερα τις εκφραστικές του δυνατότητες, παρουσιάζοντας ένα κείμενο με πιο πλούσιο λεξιλόγιο και εναλλαγή συντακτικών δομών.

- Ο γραπτός λόγος διασφαλίζει τη διατήρηση των σκέψεων του ατόμου, ξεπερνώντας χρονικά και τοπικά όρια, όπως έχει ήδη επιτευχθεί με τη φιλοσοφική σκέψη, τον ποιητικό λόγο και τα ιστορικά έργα των αρχαίων Ελλήνων. Σε αντίθεση, έτσι, με το εφήμερο του προφορικού λόγου, ο γραπτός λόγος κατορθώνει να διαφυλάξει ακέραιες τις ιδέες και τις πνευματικές επιτεύξεις των ατόμων.

Τα μειονεκτήματα του γραπτού λόγου

- Ο γραπτός λόγος στερείται εκ των πραγμάτων την αμεσότητα του προφορικού λόγου και όλα εκείνα τα παραγλωσσικά στοιχεία που τόσο ενισχύουν και εμπλουτίζουν τη διαλογική επικοινωνία. Στο πλαίσιο του γραπτού λόγου, επομένως, μπορούν μεν να αποδοθούν με πληρότητα οι σκέψεις του ατόμου και χάρη στα σημεία στίξης να υπονοηθούν στοιχεία όπως είναι η ειρωνεία, η έκπληξη, η αμφιβολία κ.λπ., δεν μπορούν όμως τα λόγια του γράφοντος να αποκτήσουν ποτέ τη ζωντάνια και το ποικιλοτρόπως ενισχυόμενο νοηματικό εύρος που παρέχει η οπτική επαφή και το άκουσμα της φωνής του ομιλητή.

- Ο γραπτός λόγος δεν προσφέρει στο άτομο τη δυνατότητα άμεσης λήψης στοιχείων ανατροφοδότησης, όπως είναι οι εκφράσεις του συνομιλητή, οι αντιδράσεις και οι απορίες του, που χαρακτηρίζουν τη ζωντανή προφορική επικοινωνία. Ο γράφων, επομένως, δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά ποιος ήταν ο άμεσος αντίκτυπος των λόγων του, ούτε έχει τη δυνατότητα να δώσει άμεσα διευκρινίσεις και επεξηγήσεις στον αποδέκτη του κειμένου του. Στοιχείο που τον ωθεί βέβαια να επιδιώκει τη σαφέστερη και πληρέστερη δυνατή διατύπωση, του στερεί όμως την άμεση αλληλεπίδραση.

- Ο γραπτός λόγος δεν έχει τη φυσικότητα του προφορικού, ούτε κατακτάται με την ίδια ευκολία από όλα τα άτομα, γεγονός που τον καθιστά μέσο επικοινωνίας κυρίως των ανθρώπων που έχουν ακολουθήσει συστηματικές σπουδές κι έχουν αποκτήσει άνεση και ευχέρεια στη χρήση του.
Ο γραπτός λόγος θέτει, επομένως, εμπόδια στην επικοινωνία μεταξύ ατόμων που έχουν σημαντική απόκλιση εκπαιδευτικού υπόβαθρου, εφόσον δεν επιτρέπει πάντοτε την απλοποίηση ή τις ποικίλες αποσαφηνίσεις που τόσο διευκολύνουν την προφορική επικοινωνία ακόμη και ανάμεσα σε άτομα τελείως άνισου γνωστικού επιπέδου.

- Ο γραπτός λόγος είναι ιδιαίτερα χρονοβόρος σε σχέση με τον προφορικό, γι’ αυτό και δεν επιλέγεται για τις τρέχουσες επικοινωνιακές ανάγκες. Ο γράφων οφείλει να αφιερώσει σημαντικό χρόνο για να δομήσει σωστά το κείμενό του, να ελέγξει τις εκφραστικές του επιλογές και να διασφαλίσει τη σαφήνεια των διατυπώσεών του, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για τη συχνή αξιοποίησή του.

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Γλωσσομάθεια

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Knife painting

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Γλωσσομάθεια

Ο όρος γλωσσομάθεια αναφέρεται στην εκμάθηση ξένων γλωσσών είτε από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον είτε για πρακτικούς λόγους.
Είναι σαφές πως το επίπεδο γνώσης μιας ξένης γλώσσας ποικίλει αρκετά από άτομο σε άτομο, καθώς η άριστη εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας που επιτρέπει την απόλυτα άνετη χρήση του γραπτού και του προφορικού λόγου δεν είναι εύκολη και απαιτεί μεγάλη αφοσίωση.
Η διαφοροποίηση στο επίπεδο γνώσης μιας ξένης γλώσσας σχετίζεται αφενός με τους λόγους για τους οποίους επιχειρεί ένα άτομο να τη μάθει κι αφετέρου με το είδος και την ποιότητα εξάσκησης που έχει αφιερώσει στην εκμάθησή της. Ένα άτομο, για παράδειγμα, που πραγματοποιεί τις σπουδές του σε μια ξένη χώρα και κατόπιν εργάζεται εκεί είναι λογικό να κατακτά τη γλώσσα αυτή σε υψηλότερο επίπεδο απ’ ό,τι κάποιος που τη μαθαίνει φροντιστηριακά και την εξασκεί περιστασιακά και μόνο.

Λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη γλωσσομάθεια
Η δεδομένη οικονομική διασύνδεση μεταξύ των κρατών και οι συνεχείς μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, έχουν διαμορφώσει εκείνες τις συνθήκες που δεν επιτρέπουν πια την εσωστρέφεια μήτε των λαών μήτε των ατόμων. Η τεχνολογία, οι πληροφορίες και η εξέλιξη των επιστημών συνιστούν κοινά αγαθά, που φέρνουν τους πολίτες του κόσμου πολύ πιο κοντά σε σχέση με το παρελθόν. Η γλωσσομάθεια αποτελεί, άρα, τη μόνη απάντηση στην ανάγκη των ανθρώπων να επωφεληθούν από τις ποικίλες προοπτικές που προσφέρει η παγκοσμιοποίηση∙ η σταδιακή δηλαδή δημιουργία μιας παγκόσμιας οικονομικής ζώνης, όπου τα προϊόντα και οι άνθρωποι θα κινούνται ελεύθερα. Ειδικότερα:

- Σε ό,τι αφορά τους πολίτες της Ελλάδας, το γεγονός ότι η χώρα μας αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνει ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο δράσης των πολιτών σε σχέση με το παρελθόν, εφόσον κάθε πολίτης έχει τη δυνατότητα να εργαστεί και να διαμείνει σε όποιο άλλο κράτος μέλος της Ένωσης επιθυμεί. Ενώ, παράλληλα, έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν επιθυμητή και αναγκαία την οικονομική συνεργασία με τα άλλα κράτη μέλη, επιτρέποντας σε πλήθος ελληνικές επιχειρήσεις και εταιρείες να διεκδικούν συνεργασίες και εμπορικές συναλλαγές με αντίστοιχες εταιρείες των άλλων Ευρωπαϊκών κρατών.

- Οι συνθήκες εμπορικών συναλλαγών και επαγγελματικών αλληλεπιδράσεων με χώρες του εξωτερικού τοποθετούν τη γνώση ξένων γλωσσών στα σημαντικότερα προσόντα που οφείλει να έχει ένας νέος προκειμένου να απορροφηθεί από την έντονα ανταγωνιστική αγορά εργασίας.

- Η εκπληκτική διάδοση των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής καθιστούν αναγκαία της γνώση της αγγλικής γλώσσας, ώστε να είναι εφικτή τόσο η αξιοποίηση όλου του εύρους των προσφερόμενων δυνατοτήτων όσο και η παρακολούθηση των τρεχουσών εξελίξεων στους αντίστοιχους επιστημονικούς κλάδους.

- Το γεγονός ότι ο τουριστικός τομέας είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένος στην Ελλάδα συνδέεται με ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης για τους νέους ανθρώπους που γνωρίζουν καλά μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες. Ενώ, καθιστά αναγκαία την εκμάθηση ξένων γλωσσών για εκείνους τους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σε περιοχές που εντοπίζεται αυξημένη τουριστική κίνηση.

Τα οφέλη της γλωσσομάθειας
Η γλωσσομάθεια συνδέεται με τη δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης και ανέλιξης, με τη διεύρυνση των γνώσεων και της αντίληψης του ατόμου, αλλά και με τη δυνατότητα πιο ουσιαστικής επικοινωνίας με ανθρώπους άλλων εθνικοτήτων. Ειδικότερα:

- Η γλωσσομάθεια αποτελεί καίριο προσόν για την επαγγελματική σταδιοδρομία του ατόμου. Οι σύγχρονες συνθήκες οικονομικής δραστηριοποίησης φέρνουν σε συνεχή επαφή και συνεργασία τις ελληνικές επιχειρήσεις με αντίστοιχες άλλων κρατών, γεγονός που σημαίνει πως η γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί αναγκαίο εφόδιο για τους νέους ανθρώπους που εισέρχονται στον εργασιακό στίβο. Ιδίως, μάλιστα, για τους νέους που έχουν τη φιλοδοξία να διεκδικήσουν μελλοντικά υψηλόβαθμες θέσεις ευθύνης, η γνώση ξένων γλωσσών είναι, εύλογα, απολύτως αναγκαίο προσόν.
Πέρα, άλλωστε, από το γεγονός ότι η γλωσσομάθεια μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για την αποκατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το πλήθος δυνατοτήτων που προσφέρει για την επαγγελματική αποκατάσταση σε χώρες του εξωτερικού. Με δεδομένες, άλλωστε, τις περιορισμένες ευκαιρίες που υπάρχουν στον ελληνικό χώρο για μια ουσιαστικά επιτυχημένη καριέρα, το εξωτερικό αποτελεί πάντοτε σημαντική επιλογή για τους νέους ανθρώπους που θέλουν για τον εαυτό τους μια προσοδοφόρα επαγγελματική σταδιοδρομία.

- Η γλωσσομάθεια επιτρέπει την πραγματοποίηση σπουδών σε ξένα πανεπιστήμια. Οι νέοι που γνωρίζουν άριστα μια ξένη γλώσσα έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν σ’ ένα ξένο πανεπιστήμιο και να αποκομίσουν έτσι την ξεχωριστή εμπειρία της γνωριμίας ενός διαφορετικού τρόπου ζωής και αντίληψης. Ενώ, συνάμα, μπορούν να επωφεληθούν από τις δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης που παρέχει το πανεπιστήμιό τους και να παραμείνουν στη χώρα εκείνη.

- Η γλωσσομάθεια προσφέρει πρόσβαση στη διεθνή βιβλιογραφία. Οι νέοι που θα φοιτήσουν σε ελληνικά πανεπιστήμια θα διαπιστώσουν πως ένα σημαντικό τμήμα της αναγκαίας βιβλιογραφίας είναι ξενόγλωσσο, χωρίς να υπάρχουν ανάλογες ελληνικές μεταφράσεις. Η γνώση, επομένως, ξένων γλωσσών αποτελεί ένα πολύτιμο προσόν ακόμη και για εκείνους που θα προτιμήσουν να πραγματοποιήσουν τις σπουδές τους στην Ελλάδα. Άλλωστε, η ανάγκη παρακολούθησης των διεθνών εξελίξεων σε κάθε επιστήμη, με τη μελέτη των νέων συγγραμμάτων και ερευνών, καθιστά τη γλωσσομάθεια απαραίτητη ακόμη και για τους ανθρώπους που έχουν ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές τους.
Η ανάγκη ή η προσωπική επιθυμία παρακολούθησης των εξελίξεων σε διάφορους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας, δεν αφορά, βέβαια, μόνο τον κλάδο σπουδών του κάθε ατόμου, εφόσον κάθε σύγχρονος άνθρωπος θέλει να έχει μια σαφή εικόνα για την συντελούμενη πρόοδο και σ’ άλλους τομείς, όπως είναι φυσικά αυτός της τεχνολογίας, της επιστήμης, αλλά και της γενικότερης διανόησης, προκειμένου να είναι ενήμερος και να έχει τη δυνατότητα να επωφελείται από κάθε νέο επίτευγμα. Η γνώση, άρα, ξένων γλωσσών προσφέρει κι εδώ την πολύτιμη συνεισφορά της, εφόσον μεγάλο μέρος αυτών των ερευνών κι αυτών των μελετών δεν μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα ή καθυστερεί πολύ να μεταφραστεί.

- Η γλωσσομάθεια επιτρέπει την πληρέστερη ενημέρωση του ατόμου. Ένα βασικό ζητούμενο για τους πολίτες των σύγχρονων κοινωνιών είναι η όσο γίνεται πιο αντικειμενική και πλήρης ενημέρωση σχετικά με τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Ζητούμενο που οδηγεί συχνά στην ανάγκη ανάγνωσης ή παρακολούθησης των ειδήσεων από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης άλλων κρατών, προκειμένου να συγκριθεί η δική τους οπτική και τα δικά τους στοιχεία με τα ανάλογα των εγχώριων μέσων ενημέρωσης. Η γνώση ξένων γλωσσών επιτρέπει στο άτομο να επιτύχει απρόσκοπτα αυτή τη σφαιρικότερη ενημέρωση, εφόσον μπορεί να ανατρέξει απευθείας στο πρωτότυπο υλικό των διεθνών μέσων ενημέρωσης, χωρίς να βασίζεται στην -κάποτε παραποιημένη- απόδοσή τους από τους Έλληνες δημοσιογράφους.

- Η γλωσσομάθεια διασφαλίζει τη διεύρυνση της αντίληψης του ατόμου. Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας φανερώνει στο άτομο τον ιδιαίτερο τρόπο θέασης των πραγμάτων που έχουν οι φυσικοί ομιλητές της γλώσσας αυτής, μιας και σε κάθε γλώσσα -στις εκφραστικές και συντακτικές της δομές- αποτυπώνεται η ξεχωριστή αντίληψη του κάθε λαού. Πλήθος λέξεων και εκφράσεων εμπεριέχουν -πέρα από την πιθανή ερμηνεία τους- μια συγκινησιακή φόρτιση που μεταφέρει ιστορικές μνήμες, κοινωνικές αντιλήψεις και στάσεις ζωής. Έτσι, όσο το άτομο εμβαθύνει στη γνώση της συγκεκριμένης γλώσσας τόσο περισσότερο αποκαλύπτει τον ιδιαίτερο χρωματισμό των λέξεων, το νοηματικό τους φορτίο και τη συγκινησιακή τους αξία.
Σημαντικό κέρδος, ως προς αυτό, προσφέρει η μελέτη της λογοτεχνίας κάθε λαού, εφόσον μαζί με την καλύτερη εμπέδωση της χρήσης των λέξεων προκύπτει κι η ανακάλυψη ιδεών και αντιλήψεων που χαρακτηρίζουν τον ξέχωρο τρόπο σκέψης του εκάστοτε έθνους. Ανάλογα οφέλη, άλλωστε, προκύπτουν από τη συνομιλία με φυσικούς ομιλητές της κάθε γλώσσας, μιας και το άτομο έρχεται σε άμεση επαφή αφενός με τη ζωντανή χρήση της γλώσσας και αφετέρου με όσα συνιστούν τις τρέχουσες αντιλήψεις του συγκεκριμένου λαού, αλλά και με τη συλλογική του μνήμη και γνώση.
Η συζήτηση με άτομα άλλων εθνοτήτων είναι πάντοτε αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο έχουν μάθει να αντιλαμβάνονται και να ερμηνεύουν την πραγματικότητα, γεγονός που πλουτίζει την κατανόηση του ατόμου για τις επιμέρους εθνότητες και πολύ περισσότερο του προσφέρει την ευκαιρία να αντικρίσει τον κόσμο μέσα από μια τελείως διαφορετική οπτική.

- Η επικοινωνία με τους άλλους λαούς επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση του δικού μας πολιτισμού και των δικών μας αντιλήψεων. Η άμεση επικοινωνία με άτομα άλλων εθνοτήτων, αλλά και η έμμεση επικοινωνία, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τη μελέτη της λογοτεχνίας τους, φανερώνει κατά τρόπο σαφή τις ιδιαίτερες αντιλήψεις τους, όπως αυτές είτε δηλώνονται ρητά από τις ιδέες που εκφράζουν είτε αποκαλύπτονται μέσα από τη γλώσσα τους. Παρέχεται, έτσι, η δυνατότητα στο κάθε άτομο να αντιληφθεί τις αξίες των άλλων λαών και να τις συγκρίνει με αυτές του δικού του, προχωρώντας άρα σε μια βαθύτερη κατανόηση τόσο των σημείων διαφοροποίησης όσο και των σημείων που είναι όμοια και λειτουργούν ως παράγοντες ενοποίησης. Το άτομο κατανοεί με αυτό τον τρόπο καλύτερα κι εκείνες τις αντιλήψεις του δικού του λαού που δεν βρίσκουν το αντίστοιχό τους στους άλλους, κι αποτελούν άρα τα ιδιαίτερα στοιχεία της εθνικής του ταυτότητας και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Πιθανά ζητήματα ανησυχίας που σχετίζονται με τη γλωσσομάθεια
Παρά το γεγονός ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών αποτελεί αναγκαιότητα στην εποχή μας, δεν θα πρέπει εντούτοις να παραγνωρίζουμε το ενδεχόμενο να προκύψουν ορισμένα αρνητικά φαινόμενα από την επίμονη ενασχόληση με τις ξένες γλώσσες. Ειδικότερα:

- Το νέο άτομο που έρχεται σ’ επαφή με μια ξένη γλώσσα που έχει ιδιαίτερη διάδοση, όπως είναι για παράδειγμα η αγγλική, ενδέχεται να αρχίσει σταδιακά να τη θεωρεί ανώτερη και σημαντικότερη από τη δική του, παραμελώντας έτσι την απαιτούμενη προσπάθεια για την άρτια εκμάθηση της μητρικής του γλώσσας. Είναι, δηλαδή, πιθανή μια διαδικασία μυθοποίησης της ξένης γλώσσας και όσων πολιτιστικών στοιχείων σχετίζονται με αυτή, που μπορεί να οδηγήσει στην υποτίμηση τόσο της μητρικής γλώσσας όσο και των στοιχείων που σχετίζονται με την εθνική ταυτότητα του νέου.
Σε πρακτικό επίπεδο, άλλωστε, πολλοί είναι οι νέοι που θεωρούν πως η ξένη γλώσσα έχει να τους προσφέρει σημαντικότερα οφέλη σε σχέση με την επαγγελματική τους αποκατάσταση απ’ ό,τι η μητρική τους, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως τα πιθανά επαγγελματικά οφέλη δεν αντισταθμίζουν τις απώλειες που σχετίζονται με την πνευματική τους εξέλιξη, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατάκτηση της μητρικής τους γλώσσας. Τα θεμέλια, άλλωστε, της νοητικής τους διάπλασης και εξέλιξης τίθενται στη γλώσσα εκείνη που λειτουργεί ως φορέας εκπαίδευσης και αγωγής, γεγονός που καθιστά αναγκαία την πληρέστερη δυνατή εκμάθησή της.

- Το να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ξένη γλώσσα σε συνδυασμό με την αντιμετώπισή της ως ανώτερης από τη μητρική, ενέχει τον κίνδυνο τόσο της γλωσσικής αλλοίωσης της μητρικής όσο και της πολιτιστικής και εθνικής αλλοίωσης λόγω της εκτενούς υιοθέτησης ξενικών στοιχείων. Είναι σύνηθες, άλλωστε, στη γλώσσα των νέων να παρεισφρέουν ξένοι γλωσσικοί τύποι που χρησιμοποιούνται αυτούσιοι, χωρίς κάποια προσπάθεια αντικατάστασής τους από τους αντίστοιχους ελληνικούς όρους, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός νόθου γλωσσικού ιδιώματος, που δεν επιτρέπει ούτε την καλύτερη εκμάθηση της ξένης γλώσσας ούτε και την ζητούμενη κατάκτηση της μητρικής.

- Η ευκολία με την οποία οι νέοι υιοθετούν αγγλικούς γλωσσικούς τύπους και εκφράσεις, που ως ένα βαθμό δικαιολογείται από την αντίστοιχη διάδοση της αγγλόφωνης μουσικής και λογοτεχνίας και των αγγλόφωνων κινηματογραφικών ταινιών, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την ολοένα και μεγαλύτερη εξάπλωση της αγγλικής γλώσσας. Είναι πλέον προφανές πως οι γλώσσες με μικρότερη διάδοση και μικρότερο αριθμό φυσικών ομιλητών, όπως είναι η ελληνική, είναι αντιμέτωπες με ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση, εφόσον η αγγλική τείνει να καλύπτει όλο και περισσότερες επικοινωνιακές ανάγκες του σύγχρονου κόσμου.

Η θεμιτή στάση απέναντι στη γλωσσομάθεια
Σε ό,τι αφορά την ενασχόληση με την εκμάθηση ξένων γλωσσών, όπως άλλωστε και στα περισσότερα ζητήματα, θα πρέπει να τηρείται το μέτρο, προκειμένου η ξένη γλώσσα να μην αντιμετωπίζεται ως σημαντικότερη από τη μητρική και να μην θέτει έτσι σε δεύτερη μοίρα την κατάκτηση της φυσικής γλώσσας του κάθε ατόμου. Ειδικότερα:

- Είναι σημαντικό να κατανοήσουν οι νέοι πως η μητρική τους γλώσσα, με βάση την οποία έρχονται σ’ επαφή με τα διάφορα αντικείμενα γνώσης, αλλά και μέσω της οποίας επικοινωνούν με το κοινωνικό τους περιβάλλον, αποτελεί το γλωσσικό κώδικα που τους προσφέρει τα ουσιαστικότερα οφέλη σε πνευματικό και κοινωνικό επίπεδο. Η ελλιπής γνώση της μητρικής γλώσσας λειτουργεί υπονομευτικά στην προσπάθειά τους να διευρύνουν το εύρος των γνώσεών τους, εφόσον δεν τους επιτρέπει την πλήρη κατανόηση όλων εκείνων των πνευματικών ερεθισμάτων με τα οποία έρχονται καθημερινά σ’ επαφή. Η αδυναμία κατανόησης ενός κειμένου ή η αδυναμία πρόσληψης του συνόλου των αναγκαίων πληροφοριών από το άκουσμα μιας ομιλίας ή μιας διδασκαλίας, υποδηλώνει ανεπαρκή κατάκτηση του μητρικού γλωσσικού κώδικα, και άρα χαμηλότερη απόδοση στην εκπαιδευτική τους προσπάθεια.
Αντιστοίχως, στο πλαίσιο των κοινωνικών συναναστροφών, η ελλιπής γνώση της μητρικής γλώσσας οδηγεί σε περιορισμένες δυνατότητες λεκτικής έκφρασης ιδεών και συναισθημάτων, που δεν επιτρέπουν στο άτομο να βιώσει στην πληρότητά του την κοινωνικότητά του, αφού δεν είναι πάντοτε σε θέση να αντεπεξέλθει στις ανάγκες ενός ουσιαστικού διαλόγου.

- Η μητρική γλώσσα είναι ένας από τους σημαντικότερους φορείς πλήθους στοιχείων που συνδέονται με την εθνική ταυτότητα του ατόμου, αλλά και με το ξεχωριστό της ατομικής του προσωπικότητας, η οποία έχει εν πολλοίς δημιουργηθεί υπό την επίδραση της γλώσσας του. Οποιαδήποτε σκέψη ή αίσθηση, επομένως, πως μια ξένη γλώσσα υπερέχει έναντι της μητρικής, λειτουργεί μειωτικά για την ίδια την ταυτότητα του ατόμου.
Αποτελεί, άρα, ευθύνη τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των γονιών να δημιουργήσουν έγκαιρα στους νέους βαθιά εκτίμηση για την αξία της μητρικής γλώσσας, χωρίς βέβαια να χρωματίζουν αυτή την εκτίμηση με εθνικιστικές αντιλήψεις που μόνο να ζημιώσουν μπορούν την πραγματική συνεισφορά της μητρικής γλώσσας.

- Οι νέοι καλούνται να αντιληφθούν πως η μητρική γλώσσα είναι όχι μόνο αναντικατάστατο στοιχείο της ταυτότητάς τους, μα και πολύτιμος φορέας γνώσεων∙ και ειδικότερα η ελληνική γλώσσα είναι παγκοσμίως συνδεδεμένη με άριστα λογοτεχνικά και φιλοσοφικά έργα, που έχουν επηρεάσει συνολικά την ανθρώπινη διανόηση. Η ξένη γλώσσα μπορεί, επομένως, να προσφέρει πολλά και σημαντικά οφέλη, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις λειτουργίες της μητρικής γλώσσας που επί της ουσίας διαμορφώνουν και χτίζουν την πνευματική συγκρότηση και την προσωπικότητα του κάθε ατόμου.

- Σε ό,τι αφορά τους φορείς εκπαίδευσης είναι σημαντικό να υπάρξει κατάλληλη μέριμνα για την όσο το δυνατόν πληρέστερη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται η αξία της γλωσσομάθειας, και άρα η διδασκαλία των ξένων γλωσσών. Καλείται, επομένως, το εκπαιδευτικό σύστημα να προσφέρει εκσυγχρονισμένη και άρτια διδασκαλία τόσο της μητρικής γλώσσας όσο και της ξένης, προκειμένου ο κάθε νέος να λαμβάνει από το σχολείο τα αναγκαία γλωσσικά εφόδια. 

Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί πως η εμπειρία του σύγχρονου σχολείου φανερώνει μια εμφανή υποτίμηση από τη μεριά των μαθητών του μαθήματος της ξένης γλώσσας, μιας και οι περισσότεροι το διδάσκονται από τα φροντιστήρια, μέσω και των οποίων λαμβάνουν άλλωστε τις αναγκαίες πιστοποιήσεις. Ενώ, η στάση του Υπουργείου Παιδείας απέναντι σε αυτή την προβληματική κατάσταση είναι να υπονομεύει ακόμη περισσότερο τα ξενόγλωσσα μαθήματα με το να αξιοποιεί τους καθηγητές ξένων γλωσσών στη διδασκαλία άλλων αντικειμένων, αντί να επιχειρεί να ενισχύσει την αξία των ξενόγλωσσων μαθημάτων συνδέοντάς τα με πιστοποιήσεις εκμάθησης. 

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Ενδοσχολική βία – Εκφοβισμός (Bullying)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Ενδοσχολική βία – Εκφοβισμός (Bullying)

Η σχολική βία και ο εκφοβισμός που εκδηλώνεται μεταξύ των μαθητών θεωρείται κοινωνικό πρόβλημα. Ο όρος που χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι «bullying». Προέρχεται από το ρήμα «bully» που σημαίνει «πληγώνω ή τρομοκρατώ ή υποχρεώνω κάποιον με τη βία να κάνει κάτι που δεν θέλει».
Αφορά μια κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά, με σκοπό την επιβολή και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου.
Αποτελεί φαινόμενο που ενισχύεται από τη λάθος αντιμετώπισή του, καθόσον τα περισσότερα περιστατικά αποσιωπούνται, διότι θεωρείται ότι στιγματίζουν τους θύτες, τα θύματα και το κύρος του σχολείου.
Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό έχει πολλές και σοβαρές επιπτώσεις, τόσο στη σωματική και ψυχική υγεία, όσο και στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, ενίοτε με επικίνδυνες συνέπειες και τραγικά αποτελέσματα.

Οι πιο συνηθισμένες εκδηλώσεις ενδοσχολικής βίας είναι:

- Χειρονομίες, σπρωξιές, ξυλοδαρμοί.
- Φραστικές επιθέσεις, βρισιές, απειλές, προσβολές.
- Εκβιασμοί, καταστροφή προσωπικών αντικειμένων.
- Κλοπές.
- Σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση.
- Αποκλεισμός από παρέες, παιχνίδια, δραστηριότητες.
- Ενώ, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως στις μέρες μας ο εκφοβισμός γίνεται και μέσω του διαδικτύου, αφού τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν την αδιάκοπη επικοινωνία, και άρα οι θύτες έχουν τη δυνατότητα να απειλήσουν, να εξυβρίσουν ή και να επιχειρήσουν τη γελοιοποίηση του θύματος οποιαδήποτε στιγμή.

Ενδείξεις που πιθανόν να υποδηλώνουν ότι ένα παιδί έχει πέσει θύμα σχολικού εκφοβισμού είναι:

- Μειωμένη διάθεση ή άρνηση να πάει στο σχολείο με πρόσχημα αδιαθεσία.
- Αδικαιολόγητες απουσίες.
- Απροσδόκητη μαθησιακή πτώση που αποτυπώνεται με βαθμούς που πέφτουν.
- Στα διαλείμματα περνά το χρόνο του γύρω από τους εκπαιδευτικούς και τα γραφεία.
- Αλλάζει τις διαδρομές από και προς το σχολείο.
- Τα ρούχα του είναι συχνά κατεστραμμένα.
- Έχει σημάδια και μελανιές στο σώμα ή άλλες ενδείξεις επίθεσης και αποφεύγει να εξηγήσει πώς συνέβησαν.
- Χάνει συχνά τα πράγματά του.
- Ζητάει συχνά λεφτά.
- Αρνείται να συμμετέχει σε σχολικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες
- Υπάρχουν επίμονες ξαφνικές αλλαγές στη διάθεσή του
- Παραπονιέται για ψυχοσωματικά προβλήματα.

Ο γονιός οφείλει:

- Να συζητά με το παιδί του για τα δικαιώματά του, τους κανόνες συμπεριφοράς στο σχολείο και τους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου
- Να ενισχύει τη φιλία και να αναδεικνύει την αλληλεγγύη της παρέας
- Να ενημερώνεται από του εκπαιδευτικούς για τη συμπεριφορά του παιδιού του εντός του σχολείου
- Να διαβεβαιώσει το παιδί-θύμα ότι δεν ευθύνεται το ίδιο για ό,τι έχει συμβεί
- Να του υπενθυμίζει ότι το νοιάζεται και ότι ο ρόλος του είναι να το προστατεύει
- Να το παροτρύνει σε συζήτηση για σχετικά θέματα και να του εξηγεί ότι η κοινοποίηση περιστατικών δεν αποτελεί «κάρφωμα»
- Να απευθύνεται έγκαιρα στους εκπαιδευτικούς και στη διεύθυνση του σχολείου
- Να ζητήσει τη βοήθεια ειδικού ψυχικής υγείας, εφόσον το κρίνει αναγκαίο

Τα αίτια της ενδοσχολικής βίας
Το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας δεν μπορεί να αποδοθεί σ’ ένα μόνο αίτιο ή να εκληφθεί ως μεμονωμένο ξέσπασμα του παιδιού-θύτη, χωρίς περαιτέρω προεκτάσεις∙ αποτελεί γέννημα πολλών παραγόντων και υποδηλώνει συχνά την ύπαρξη σημαντικών προβλημάτων στη ζωή του θύτη. Ειδικότερα:

- Ήπιες περιπτώσεις εκφοβισμού, θα μπορούσαν ίσως να αιτιολογηθούν από την αδυναμία των παιδιών να κατανοήσουν πλήρως τις επιπτώσεις των πράξεών τους. Δεν αντιλαμβάνονται -πάντα- πως ό,τι για τα ίδια αποτελεί ένα αθώο πείραγμα χωρίς κάποια εχθρική διάθεση, βιώνεται από το παιδί-θύμα ως μια επώδυνη μειωτική εμπειρία.

- Συχνά, μάλιστα, επιδίωξη του θύτη είναι να προβληθεί μπροστά στους φίλους και συμμαθητές του, επιλέγοντας -ατυχώς- την επίτευξη αυτής της αυτοπροβολής με το να συμπεριφερθεί άσχημα ή και ταπεινωτικά σ’ έναν πιο αδύναμο συμμαθητή του. Στις περιπτώσεις αυτές η διάθεση επίδειξης απέναντι στους άλλους πραγματώνεται μ’ έναν βίαιο τρόπο, καθώς το παιδί-θύτης δεν κατανοεί πως η σωματική δύναμη δεν αποτελεί λόγω υπερηφάνειας, όταν χρησιμοποιείται εις βάρος ενός άλλου ατόμου.

- Η παρορμητικότητα της ηλικίας και η ανώριμη ακόμη δυνατότητα αυτοελέγχου και αυτοκριτικής, έχουν ως αποτέλεσμα πράξεις και συμπεριφορές τελείως ανάρμοστες, οι οποίες θα είχαν αποφευχθεί, αν το παιδί-θύτης είχε μπει στη διαδικασία να σκεφτεί προτού πράξει τις συνέπειες ή τον αντίκτυπο που θα έχει η συμπεριφορά του.

- Πέραν, όμως, από τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με το νεαρό της ηλικίας των εφήβων, υπάρχουν συχνά και πολύ σοβαρότεροι παράγοντες, οι οποίοι συνδέονται με το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού-θύτη. Μια οικογένεια στην οποία παρατηρούνται φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας, με τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στους γονείς, είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει έντονες συγκρουσιακές καταστάσεις στο παιδί. Οι βίαιες συμπεριφορές μέσα στο σπίτι, αλλά και η πιθανή αδυναμία αντίδρασης και αντίστασης, εξωθούν σε βίαια ξεσπάσματα εκτός σπιτιού και απέναντι σε πιο αδύναμα άτομα που το παιδί θεωρεί πως μπορεί να εκφοβίσει ή και να κακοποιήσει.    
Ανάλογα αρνητική επίδραση έχουν και τα οικονομικά προβλήματα της οικογένειας ή η συχνή απουσία των γονιών για εργασιακούς λόγους, που αφήνουν το παιδί να αισθάνεται είτε τη συνεχή ματαίωση και την αδυναμία ουσιαστικής συνδρομής απέναντι στην οικονομική στενότητα που προκαλεί ένταση στους γονείς του είτε την απουσία του γονικού ελέγχου και του ενδιαφέροντος εκείνου που θα βοηθούσε την ψυχική του εξισορρόπηση. Οι γονείς με βίαια ξεσπάσματα και έντονες αντιδράσεις λόγω των οικονομικών προβλημάτων, όπως και οι γονείς που απουσιάζουν διαρκώς από το σπίτι παραμελώντας επί της ουσίας το παιδί τους, έχουν σε αυτό αρνητικό αντίκτυπο, που μπορεί να οδηγήσει σε δικά του ξεσπάσματα ή άλλες αναποτελεσματικές συμπεριφορές.

- Μια επιζήμια προσέγγιση των γονιών είναι συχνά και η τάση τους να μην εκφράζουν με σαφή και αδιαπραγμάτευτο τρόπο την αγάπη και την αποδοχή τους στο παιδί τους, αλλά να θέτουν ως προς αυτό προϋποθέσεις και όρους που σχετίζονται με τις σχολικές του επιδόσεις ή με τη συμπεριφορά του. Το παιδί που καλείται -παρά την εμφανή αδυναμία του- να επιτύχει υψηλούς βαθμούς στο σχολείο, βιώνει έντονη απογοήτευση και αισθανόμενο πως αδυνατεί να εκπληρώσει τις προσδοκίες των γονιών του, εξωθείται σε λανθασμένους τρόπους εκτόνωσης της έντασής του.

- Ενώ δε λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες γονείς αγοριών απαιτούν από αυτά να έχουν μια «αντρική» συμπεριφορά, στην οποία αποδίδουν χαρακτηριστικά επιθετικότητας ή και βιαιότητας. Πρόκειται, μάλιστα, για γονείς που δεν παρεμβαίνουν ικανοποιητικά μόλις γίνουν αντιληπτά τα πρώτα δείγματα πως το παιδί τους εκφοβίζει ή φέρεται άσχημα σε άλλα παιδιά, καθώς θεωρούν πως για τα αγόρια αυτή είναι μια αναμενόμενη και φυσιολογική συμπεριφορά.
Οι γονείς που ακολουθούν αυτή την τακτική είναι εκείνοι που πιστεύουν πως μπορούν να κατευθύνουν την εξέλιξη του αγοριού τους, ώστε να μην «γίνει» ομοφυλόφιλος. Στην προσπάθειά τους αυτή, λοιπόν, τείνουν να αντιμετωπίζουν με το χειρότερο τρόπο κάθε αντίστοιχη ένδειξη που συναντούν σε άλλους ανθρώπους, με αποτέλεσμα να εμφυσείται στο παιδί τους το μίσος και η απέχθεια απέναντι σε ό,τι δεν πληροί τα υψηλά κριτήρια αντρισμού που τους έχουν θέσει οι γονείς τους.

- Η λογική αυτή του μίσους και του ρατσισμού ενισχύεται, δυστυχώς, όχι μόνο από το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και από το ευρύτερο κοινωνικό, όπου οι νέοι έρχονται αντιμέτωποι με μια τάση απόρριψης προς ό,τι δεν ακολουθεί την αναμενόμενη νόρμα. Σε μια κοινωνία που φέρεται εχθρικά προς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες∙ σε μια κοινωνία που χλευάζει και απορρίπτει το διαφορετικό και εκείνο που απομακρύνεται από τα στενά όρια του κοινωνικώς αποδεκτού, προκαλείται στους νέους η αίσθηση πως πρέπει κι εκείνοι να υιοθετήσουν την ίδια στάση απόρριψης και επιθετικότητας.  

- Η κοινωνία, άλλωστε, φέρνει από νωρίς σ’ επαφή τους νέους με την έννοια της βίας και της επιθετικής συμπεριφοράς, αφού τόσο μέσα από τηλεοπτικά προγράμματα όσο και μέσα από τα δελτία ειδήσεων, οι νέοι παρακολουθούν από πολύ μικρή ηλικία σκηνές και περιστατικά βίας, φτάνοντας σε σημείο να τα εκλαμβάνουν ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, και -κάποτε- ακόμη και να τα υιοθετούν ή να τα αντιγράφουν.

- Στην εγγενή ανάγκη του παιδιού για αποδοχή και τρυφερότητα, τόσο η οικογένεια όσο και η κοινωνία εν γένει απαντούν με δεκάδες ρατσιστικές διακρίσεις, με βιαιότητα μέσα και έξω από το σπίτι, με οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, με αδικίες και με συνεχή εκμετάλλευση των πιο αδύναμων. Δημιουργείται, έτσι, ένα πλαίσιο στο οποίο το παιδί, που είναι ακόμη υπό διαμόρφωση, δέχεται πολλαπλές αρνητικές επιρροές, και φυσικά αντιδρά αντίστοιχα.

- Αρνητικά, όμως, επιδρά αρκετές φορές ακόμη και το σχολείο, όπου ένα ετερογενές σύνολο μαθητών αντιμετωπίζεται και αξιολογείται με παρόμοιο τρόπο, προκαλώντας σημαντική ένταση στους μαθητές εκείνους που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις σχετικές απαιτήσεις. Είναι σύνηθες, άλλωστε, μαθητές με χαμηλές σχολικές επιδόσεις να εκδηλώνουν επιθετική ή άσχημη συμπεριφορά απέναντι στους συμμαθητές τους που υπερέχουν βαθμολογικά.
Οι συνθήκες που επικρατούν στη σύγχρονη ελληνική εκπαίδευση (πολυπληθή τμήματα, στείρα αναπαραγωγή παρωχημένων γνώσεων, έμφαση στις εξετάσεις, απουσία δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας) προκαλούν έντονη πίεση στους μαθητές, οι οποίοι συχνά την εκτονώνουν με λανθασμένο τρόπο. Ενώ, οι ίδιες συνθήκες τείνουν να μειώνουν αισθητά το ενδιαφέρον και την προσοχή των καθηγητών, οι οποίοι αποτυγχάνουν να εντοπίσουν έγκαιρα τα περιστατικά εκφοβισμού. Χωρίς να λείπουν και οι περιπτώσεις εκείνων των καθηγητών, οι οποίοι αν κι έχουν αντιληφθεί ανάλογα περιστατικά αδιαφορούν ή αποφεύγουν να εμπλακούν.

Συνέπειες του εκφοβισμού (bullying)  
Οι ειδικοί τονίζουν πως η ενδοσχολική βία έχει εξαιρετικά επώδυνες συνέπειες στην ψυχολογία των παιδιών που τη βιώνουν, καθώς τους προκαλεί έντονη κατάθλιψη, αλλά και αυτοκτονικές τάσεις, οι οποίες τα ακολουθούν ακόμη και στην ενήλικη ζωή τους. Ειδικότερα:

- Το παιδί-θύμα αποκτά μια διαρκή αίσθηση ανασφάλειας, που υπονομεύει την προσωπικότητα και τη δράση του σε κάθε επίπεδο. Χάνει την αυτοπεποίθησή του και ξεκινά μια διαδικασία αυτοελέγχου ιδιαιτέρως μειωτική για τον εαυτό του, αφού θεωρεί πως για όσα συμβαίνουν ευθύνεται το ίδιο και οι δικές του ελλείψεις.  
Η οδύνη και η αίσθηση εξευτελισμού εκδηλώνονται συχνά με τη μορφή ψυχοσωματικών προβλημάτων, όπως για παράδειγμα: πονοκέφαλοι, αϋπνίες, κατάθλιψη, στομαχόπονοι κ.ά., που επιδεινώνουν την ήδη άσχημη διάθεση του παιδιού, αλλά και τη θέλησή του να πηγαίνει στο σχολείο, αφού εκεί είναι ο κύριος χώρος του βασανισμού του.

- Το παιδί-θύμα απουσιάζει συχνά από το σχολείο και δεν έχει πια την ίδια προθυμία συνέπειας στις μαθητικές του υποχρεώσεις και στη μελέτη, καθώς βιώνει μια διάθεση απόρριψης για ό,τι σχετίζεται με το χώρο όπου αντιμετωπίζει όλες αυτές τις επώδυνες εμπειρίες. Υπό την πίεση του άγχους και της στενοχώριας, άλλωστε, κλείνεται περισσότερο στον εαυτό του και αποφεύγει κάθε κοινωνική συναναστροφή, αφού πιστεύει πως οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αρνητική άποψη γι’ αυτό και δεν το αποδέχονται πραγματικά.

Η ενδοσχολική βία, ωστόσο, έχει σημαντικές συνέπειες όχι μόνο στο παιδί που τη βιώνει, αλλά και στο παιδί που τη διαπράττει, αφού πέρα από τις πιθανές κυρώσεις που μπορεί να υποστεί, όπως είναι η απομάκρυνσή του από το σχολείο, έρχεται αντιμέτωπο με τον κοινωνικό στιγματισμό. Εκλαμβάνεται, πλέον, ως βίαιο άτομο με αντικοινωνική ή και εγκληματική συμπεριφορά κι αυτό επηρεάζει τις διαπροσωπικές του σχέσεις, καθώς είτε το αποφεύγουν είτε το απομονώνουν. Ενώ, πολύ συχνά, η αρνητική αυτή αντιμετώπιση ωθεί το παιδί-θύτη να υιοθετεί πλήρως το ρόλο του «κακού» παιδιού που του αποδίδουν, αποτυγχάνοντας έτσι να επανορθώσει και να βελτιώσει τη συμπεριφορά του. Η αρνητική εντύπωση των άλλων για τη συμπεριφορά του λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η εκπλήρωση της οποίας ακολουθεί τον έφηβο συχνά μέχρι και την ενηλικίωσή του.

Τρόποι αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας
Το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας λόγω των ποικίλων γενεσιουργών αιτιών του, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από τους εκπαιδευτικούς ή τους γονείς, αλλά οφείλει να ενεργοποιήσει συνολικά την κοινωνία, ώστε να καταστεί εφικτή πρωτίστως η πρόληψή του.
Σε ό,τι αφορά τους εκπαιδευτικούς, πάντως, ο δικός τους ρόλος είναι εξαιρετικά σημαντικός από την άποψη πως είναι εκείνοι που ευκολότερα μπορούν να εντοπίσουν τα περιστατικά ενδοσχολικής βίας, και άρα να δράσουν με αμεσότητα. Ειδικότερα:

- Εκείνο που κυρίως ζητείται από τους εκπαιδευτικούς είναι η εκδήλωση ειλικρινούς ενδιαφέροντος, ώστε κάθε πιθανή ένδειξη ή απόδειξη άσκησης εκφοβισμού να αντιμετωπίζεται αμέσως με διακριτικό, αλλά αποφασιστικό τρόπο. Αν οι εκπαιδευτικοί αδιαφορούν ή διστάζουν να παρέμβουν, το αποτέλεσμα είναι επώδυνο για τα παιδιά-θύματα εφόσον παρατείνεται η βασανιστική δοκιμασία τους. Ενώ, συνάμα, η αδιαφορία ή η απραξία των εκπαιδευτικών εκλαμβάνεται από τους θύτες ως είδος συναίνεσης, γεγονός που ενισχύει τις αναποτελεσματικές συμπεριφορές τους εις βάρος των συμμαθητών τους.

- Οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να επιδιώκουν με κάθε ευκαιρία την ευαισθητοποίηση των μαθητών στο κρίσιμο αυτό ζήτημα μέσα από συζητήσεις και παρουσιάσεις στο πλαίσιο του μαθήματος. Κρίνεται ιδιαιτέρως σημαντικό να κατανοήσουν πλήρως τα παιδιά-θύτες τον αντίκτυπο που έχει η συμπεριφορά τους σ’ εκείνους που τρέπονται σε θύματα του θυμού, της αγανάκτησης ή της απογοήτευσής τους.

- Επίσης, βασική ευθύνη των εκπαιδευτικών είναι η άμεση ενημέρωση και εμπλοκή των γονιών, ώστε η αντιμετώπιση των περιστατικών εκφοβισμού να επιχειρηθεί όχι μόνο από το σχολείο αλλά και από τις οικογένειες των παιδιών.

- Επιπλέον, παρά τις αντίξοες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί στο χώρο της εκπαίδευσης, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να θεραπεύσουν τις πηγές έντασης και δυσαρέσκειας, με το να δώσουν στην εκπαιδευτική διαδικασία μια πιο δημιουργική διάσταση, ενισχύοντας παράλληλα τη συνεργασία μεταξύ των μαθητών.

- Σημαντική, βέβαια, είναι και η συμβολή του κράτους στην αντιμετώπιση του φαινομένου, μέσα από την προσπάθεια δημιουργίας και ενίσχυσης των κατάλληλων υποδομών για την πρόληψη του φαινομένου. Ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η στελέχωση των σχολείων με ψυχολόγους, ώστε οι μαθητές να έχουν τη δυνατότητα να βρίσκουν κατάλληλη βοήθεια και καθοδήγηση στις έντονα συγκρουσιακές καταστάσεις που βιώνουν.
Ενώ, καίρια είναι και η ανάγκη κατάλληλης επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών στα θέματα της ενδοσχολικής βίας, προκειμένου να είναι σε θέση να τα αντιμετωπίσουν με ευαισθησία και αποτελεσματικότητα.

- Το κράτος, μάλιστα, οφείλει να θέσει σε απόλυτη προτεραιότητα και τα υπόλοιπα ζητήματα της σύγχρονης εκπαίδευσης, καθώς η συνεχιζόμενη μείωση των αντίστοιχων δαπανών έχουν δημιουργήσει μια εξαιρετικά επιζήμια κατάσταση. Η επιλογή δημιουργίας τμημάτων με πολλούς μαθητές, η ελλιπής στελέχωση των σχολείων, η απουσία κατάλληλου σχεδιασμού για τον πραγματικό εκσυγχρονισμό των εκπαιδευτικών μεθόδων, αλλά και του προγράμματος σπουδών, τείνουν να καταστήσουν το σχολείο εντελώς παρωχημένο. Πολλοί μαθητές, άλλωστε, ήδη θεωρούν πως αντί η φοίτησή τους να είναι μια ευκαιρία αποκόμισης σημαντικών ωφελημάτων, έχει μετατραπεί σε μια ανούσια εξαναγκαστική διαδικασία.

- Ο ρόλος των γονιών είναι σαφώς ιδιαίτερα κρίσιμος αφού είτε το παιδί τους είναι το θύμα του εκφοβισμού είτε ο θύτης, οφείλουν να κινηθούν με ευαισθησία και μεγάλη προσοχή, προκειμένου να αντιμετωπίσουν οι μεν τις συνέπειες και οι δε τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς.

Αν, μάλιστα, οι γονείς θεωρούν πως δεν έχουν τις γνώσεις ή τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν μόνοι τους με επάρκεια το ζήτημα, είναι σημαντικό να μη διστάσουν να ζητήσουν τη συνδρομή ενός ειδικού ψυχολόγου στο θέμα, καθώς με τη δική του καθοδήγηση θα μπορέσουν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά. 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...