Νίκος Εγγονόπουλος «Η τελευταία εμφάνισις Ιούδα του Ισκαριώτη»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Daniel Hagerman

Νίκος Εγγονόπουλος «Η τελευταία εμφάνισις Ιούδα του Ισκαριώτη»

Η μικρή αμερικανική πόλις, η χαμένη μέσα στις απέραντες εκτάσεις των πεδιάδων του Άϋρτον, έχασε αυτή τη βαθειά γαλήνη στην οποία είτανε συνηθισμένη από τις μέρες, τις πρόσφατες άλλωστε -γύρω στα 1867-, της ιδρύσεώς της. Ταχτικά περί τα μεσάνυχτα, άνθρωπος, παράξενος και σκοτεινός, εισέδυε και στα πιο καλοαμπαρωμένα σπίτια ακόμα, ετάραζε τον ύπνο των κοιμωμένων, αναστάτωνε τις ήσυχες συνειδήσεις, πίκραινε θανάσιμα τις καρδιές, και με μιάνα μεταλλική φλογέρα, που έπαιζε στην εντέλεια, ξύπναγε σ’ όλους μιαν έντονη, τυραννική όσο κι’ ακαθόριστη, νοσταλγική διάθεση. Περιττό να προστεθή πως κανείς δεν εθυμότανε τίποτε, μόλις ξημέρωνε, από το φοβερό βραχνά. Όμως, όλη τη μέρα, λες κι’ ένα μεγάλο βάρος επλάκωνε τις ψυχές. Κάποιος νυχτοπερπατητής έλυσε το βασανιστικό τούτο μυστήριο. Μια νύχτα όπου, όλως κατά τύχη, τον έφεραν τ’ αβέβαια βήματά του επί λόφου εξοχικού, δεσπόζοντος της πόλεως, αντελήφθη ότι το μπρούντζινο άγαλμα του Αβραάμ Λίνκολν που είταν στημένο εκεί πάνω έλειπε, και το μαρμάρινο βάθρο φάνταζε έρημο κι’ εγκαταλελειμμένο κάτω από το φως των προβολέων. Ο «Πρόεδρος», ο χάλκινος αυτός Αβραάμ Λίνκολν, ήτο λοιπόν ο νυχτερινός παράξενος και σκοτεινός επισκέπτης! Ο καταδότης ημείφθη με ποσόν τι δολλαρίων. Ερωτηθείς, ωνομάζετο Ιούδας. Το επώνυμον δε, Ισκαριώτης.

Η δράση του ξεχωριστού αυτού πεζού ποιήματος τοποθετείται από τον Νίκο Εγγονόπουλο σε μια μικρή αμερικανική πόλη, που έχει ιδρυθεί το 1867, δύο μόλις χρόνια μετά τη δολοφονία του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αβραάμ Λίνκολν. Σε μια μικρή αμερικανική πόλη, η οποία αίφνης χάνει τη βαθιά γαλήνη που είχε συνηθίσει από τις πρώτες μέρες της ιδρύσεώς της λόγω της δράσης ενός παράξενου ανθρώπου.

«Ταχτικά περί τα μεσάνυχτα, άνθρωπος, παράξενος και σκοτεινός, εισέδυε και στα πιο καλοαμπαρωμένα σπίτια ακόμα, ετάραζε τον ύπνο των κοιμωμένων, αναστάτωνε τις ήσυχες συνειδήσεις, πίκραινε θανάσιμα τις καρδιές, και με μιάνα μεταλλική φλογέρα, που έπαιζε στην εντέλεια, ξύπναγε σ’ όλους μιαν έντονη, τυραννική όσο κι’ ακαθόριστη, νοσταλγική διάθεση.»

Κάθε βράδυ, ο παράξενος και σκοτεινός αυτός άνθρωπος έμπαινε σε κάθε σπίτι ακόμη και σ’ εκείνα που είχαν κλειδωθεί πολύ καλά και τάραζε τον ύπνο των ανθρώπων∙ αναστάτωνε τις ήσυχες συνειδήσεις τους και πίκραινε θανάσιμα τις καρδιές τους. Ανάδευε τις ενοχές τους κι έφερνε στην επιφάνεια όλα εκείνα που κατέπνιγαν μέσα τους, για να είναι σε θέση να κοιμούνται μακάριοι και χωρίς δυσάρεστες σκέψεις. Λειτουργούσε αφυπνιστικά για το μέρος εκείνο της συνείδησης που ελέγχει το προσωπικό πεδίο ευθύνης κάθε ατόμου και καταγράφει κάθε παράλειψη και κάθε οφειλόμενη πράξη που διαρκώς αναβάλλεται.
Ο παράξενος αυτός άνθρωπος με τη μεταλλική φλογέρα, που ξυπνά στις ψυχές των ανθρώπων μια τυραννική νοσταλγική διάθεση, συμβολίζει επί της ουσίας τους ποιητές, οι οποίοι καλούνται με τα έργα τους να υπενθυμίσουν την ανώτερη εκείνη μορφή διαβίωσης που οφείλει ν’ αποτελεί το ζητούμενο κάθε κοινωνίας. Συμβολίζει τους ποιητές και την επενέργεια που έχουν τα έργα τους, που λειτουργούν ως διαρκείς υπομνήσεις των ιδεατών επιδιώξεων τόσο στον ατομικό όσο και στο συλλογικό βίο.

«Περιττό να προστεθή πως κανείς δεν εθυμότανε τίποτε, μόλις ξημέρωνε, από το φοβερό βραχνά. Όμως, όλη τη μέρα, λες κι’ ένα μεγάλο βάρος επλάκωνε τις ψυχές.»

Οι πολίτες της μικρής πόλης, όπου εντοπίζεται η δράση του παράξενου και σκοτεινού ανθρώπου, ξυπνούν τα πρωινά χωρίς να έχουν καμία ανάμνηση της νυχτερινής εμφάνισης εκείνου στα σπίτια τους, ωστόσο καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας έχουν ένα περίεργο συναίσθημα, σαν να πλακώνει ένα μεγάλο βάρος τις ψυχές τους.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος καταγράφει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο την επενέργεια του ποιητικού λόγου στους ανθρώπους, τονίζοντας την έντονη και διαρκή ψυχική αναστάτωση που τους προκαλεί. Οι ποιητές, άλλωστε, είναι εκείνοι που καταγγέλλουν μέσω του έργου τους κάθε αρνητικό στοιχείο του συλλογικού βίου, υπενθυμίζοντας συνεχώς πως η ευθύνη του κάθε ατόμου εκτείνεται πολύ πέρα από την επιτυχή διευθέτηση των προσωπικών του υποθέσεων. Ευτυχής βίος δεν είναι αυτός που προκύπτει όταν οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους απέναντι στα δεινά των συνανθρώπων τους και φροντίζουν μόνο για τη δική τους ευπορία και ευδαιμονία∙ ευτυχής είναι ο βίος που έχει ως στόχο του την προσφορά στους άλλους και τη διαρκή επαγρύπνηση απέναντι στην αδικία, την εκμετάλλευση και τον ανθρώπινο πόνο.
Όπως επισημαίνει ο Καβάφης: «Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε. / Των ποιητών το βλέμμα είν’ οξύτερον.», κι αυτό ακριβώς υπενθυμίζει εδώ ο Εγγονόπουλος. Την ώρα που οι φιλήσυχοι και καθησυχασμένοι πολίτες κοιμούνται ευτυχισμένοι, ο ποιητής έρχεται να τους θυμίσει το πλήθος των δεινών που ταλανίζει τον κόσμο, αλλά και την έκταση των συνεπειών που έχει ο αδρανής εφησυχασμός απέναντι στον πόνο των άλλων. Αν οι πολίτες νομίζουν πως η αδικία που πλήττει τους άλλους δεν τους αφορά, ο ποιητής οφείλει να τους καταστήσει σαφές πως ακριβώς αυτή η αδικία, που τόσο απαθώς και αδιάφορα την ανέχονται, είναι που σύντομα θα χτυπήσει πιο καίρια και πιο καταστροφικά τη δική τους ζωή.

«Κάποιος νυχτοπερπατητής έλυσε το βασανιστικό τούτο μυστήριο. Μια νύχτα όπου, όλως κατά τύχη, τον έφεραν τ’ αβέβαια βήματά του επί λόφου εξοχικού, δεσπόζοντος της πόλεως, αντελήφθη ότι το μπρούντζινο άγαλμα του Αβραάμ Λίνκολν που είταν στημένο εκεί πάνω έλειπε, και το μαρμάρινο βάθρο φάνταζε έρημο κι’ εγκαταλελειμμένο κάτω από το φως των προβολέων. Ο «Πρόεδρος», ο χάλκινος αυτός Αβραάμ Λίνκολν, ήτο λοιπόν ο νυχτερινός παράξενος και σκοτεινός επισκέπτης!»

Η ταυτότητα του παράξενου και σκοτεινού επισκέπτη αποκαλύπτεται εντελώς τυχαία όταν ένας από τους πολίτες της μικρής πόλης, που έτυχε να βρίσκεται έξω τη νύχτα και να κάνει τον περίπατό του, βρέθηκε σ’ έναν εξοχικό λόφο που βλέπει ολόκληρη την πόλη και αντιλήφθηκε πως το μπρούτζινο άγαλμα του Αβραάμ Λίνκολν έλειπε από το βάθρο του.
Το άγαλμα, λοιπόν, του 16ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, του Αβραάμ Λίνκολν, ήταν εκείνο που επισκεπτόταν κάθε νύχτα τα σπίτια των ανθρώπων και αναστάτωνε τις ήσυχες συνειδήσεις τους. Μια εικόνα υπερρεαλιστικής σύλληψης -ένα άγαλμα που με μια μεταλλική φλογέρα πικραίνει θανάσιμα τις καρδιές των ανθρώπων-, που λειτουργεί εύστοχα σε μεταφορικό επίπεδο, καθώς υποδηλώνει πως το παράδειγμα του βαθιά αλτρουιστή αυτού προέδρου, που έχασε τη ζωή του λόγω των αγώνων του για την κατάργηση της δουλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αφήνει τους πολίτες να παραμείνουν σε κατάσταση εφησυχασμού.  
Ο ποιητής επιλέγει να δώσει ως παράδειγμα ήθους τον Αβραάμ Λίνκολν που από νεαρή ηλικία είχε διαπιστώσει τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των δούλων στην Αμερική κι είχε θέσει στόχο στη ζωή του την εξάλειψη της δουλείας και την αναγνώριση της προσφοράς των μαύρων στην οικοδόμηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Λίνκολν εξελέγη πρόεδρος το Μάρτιο του 1861 κι ένα μήνα μετά ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος (1861-1865) ανάμεσα στις βόρειες πολιτείες που είχαν ταχθεί υπέρ του προέδρου για την κατάργηση της δουλείας και τις νότιες πολιτείες που ήθελαν να συνεχισθεί η εκμετάλλευση των μαύρων. Το 1863 ο Λίνκολν θα υπογράψει διάταγμα για τη χειραφέτηση των μαύρων και την κατάργηση της δουλείας, το οποίο θα εντάξει το 1865 στο Σύνταγμα των ΗΠΑ. Το Νοέμβριο του 1864 επανεξελέγη πρόεδρος για λίγους μόλις μήνες, καθώς τον Απρίλιο του 1865, ενώ βρισκόταν στο θέατρο, ένας υποστηρικτής των Νοτίων και της δουλείας, θα τον πυροβολήσει στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να υποκύψει στα τραύματά του λίγες ώρες μετά.
Ένα τέτοιο πρότυπο ζωής, με μια τόσο βαθιά αφοσίωση στο δίκαιο, αποτελεί το ιδανικό που επιζητούν οι ποιητές, μη επιτρέποντας στους συνανθρώπους τους ν’ αφήνονται στον ολέθριο εφησυχασμό της αδιαφορίας για τους άλλους και για όσα δεν τους αφορούν άμεσα.  

«Ο καταδότης ημείφθη με ποσόν τι δολλαρίων. Ερωτηθείς, ωνομάζετο Ιούδας. Το επώνυμον δε, Ισκαριώτης.»

Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή των ποιητών να επισημαίνουν διαρκώς τα κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα και την αδικία που υπάρχει στον κόσμο, δεν γίνεται ευνοϊκά αποδεκτή απ’ όλους, μιας και τις περισσότερες φορές στην αδικία αυτή βασίζεται η επιτυχία ορισμένων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων, που θεμελιώνουν τα δικά τους προσωπικά επιτεύγματα πάνω στην εκμετάλλευση των άλλων. Το φαινόμενο της δουλείας συνιστά προφανές και εύγλωττο παράδειγμα μιας τέτοιας κατάστασης.
Έτσι, ο καταδότης που αποκάλυψε την ταυτότητα του παράξενου νυχτερινού επισκέπτη ανταμείφθηκε για την υπηρεσία του αυτή, εφόσον θα επέτρεπε πλέον στους πολίτες να επιστρέψουν στη μακάρια αδιαφορία τους για τα προβλήματα των άλλων∙ στη μακάρια αδιαφορία της εγωκεντρικής διαβίωσης, που δεν θέλει να ενοχλείται με την υπενθύμιση των δεινών του κόσμου και της αδιάκοπης αδικίας.
Καυστική η ειρωνεία του ποιητή στην αναφορά της χρηματικής αμοιβής που έλαβε ο καταδότης -οι έχοντες και οι εκμεταλλευτές διόλου δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα που κερδίζουν από την εκμετάλλευση των συνανθρώπων τους, για ν’ αποσιωπήσουν τις όποιες διαμαρτυρίες και για να έχουν τη δικαιοσύνη με το μέρος τους-, η οποία προφανώς θα ήταν ασήμαντη «ποσόν τι δολλαρίων», ιδίως αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος της προδοσίας που διέπραξε εις βάρος των αδικηθέντων και των θυμάτων της εκμετάλλευσης, που στερήθηκαν αίφνης τη φωνή του υπερασπιστή τους. Και για να τονιστεί ακόμη σαφέστερα το στοιχείο της προδοσίας που διακρίνει την πράξη αυτή του «καταδότη», ο ποιητής μας αποκαλύπτει το όνομά του, επιτρέποντας προφανείς συσχετίσεις με την ιστορία του Ιησού: «Ερωτηθείς, ωνομάζετο Ιούδας. Το επώνυμον δε, Ισκαριώτης.»
Κάθε άνθρωπος, άλλωστε, που επιχειρεί να σωπάσει τους ποιητές και να τους αποτρέψει από το να καταγγέλλουν την αδικία που υπάρχει στον κόσμο, λειτουργούν κατά τρόπο προδοτικό, όπως ο περιβόητος Ιούδας, εφόσον δεν αντιλαμβάνονται πως η μάχη με την αδικία και την εκμετάλλευση αφορά όλους τους ανθρώπους, και πως αν αδιαφορούμε για την αδικία που διαπράττεται εις βάρος των συνανθρώπων και των συμπολιτών μας σύντομα θα βρεθούμε κι εμείς στη θέση τους, αφού θα έχουμε επιτρέψει στην αδικία να γίνεται αποδεκτή και ανεκτή ως αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Βασιλεύς Κλαύδιος»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Henry Fuseli

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Βασιλεύς Κλαύδιος»

Σε μέρη μακρινά ο νους μου πηαίνει.
Στους δρόμους περπατώ της Ελσινόρης,
γυρίζω στες πλατείες, και θυμούμαι
την θλιβερώτατη την ιστορία,
τον άτυχον εκείνον βασιλέα,
που τον εσκότωσεν ο ανεψιός του
για κάτ’ ιδανικές του υποψίες.

Σ’ όλα τα σπίτια των πτωχών ανθρώπων
κρυφά (γιατί τον Φορτιμπράς φοβούνταν)
τον έκλαψαν. Φιλήσυχος και πράος
ήταν· και την ειρήνην αγαπούσε
(πολλά ο τόπος είχεν υποφέρει
από του προκατόχου του τες μάχες).
Ευγενικά εφέρνονταν προς όλους,
μεγάλους και μικρούς. Αυθαιρεσίες
εχθρεύονταν, και συμβουλές ζητούσε
στου βασιλείου τες υποθέσεις πάντα
από ανθρώπους σοβαρούς κ’ εμπείρους.

Γιατί τον σκότωσεν ο ανεψιός του
με θετικότητα ποτέ δεν είπαν.
Τον υπωπτεύετο για έναν φόνο.
Της υποψίας του η βάσις ήταν
που σαν μια νύχτα περπατούσε επάνω
σ’ έναν απ’ τους αρχαίους προμαχώνας,
εθάρρεψε πως είδεν ένα φάσμα
και με το φάσμα έκαμ’ ομιλία.
Και τάχα κάποιες έμαθ’ απ’ το φάσμα
κατηγορίες για τον βασιλέα.

Θα ήταν έξαψις της φαντασίας
βεβαίως και των οφθαλμών απάτη.
(Ο πρίγκηψ ήταν νευρικός εις άκρον.
Σαν σπούδαζε στο Βίττεμπεργκ, τον είχαν
για μανιακό πολλοί συμμαθηταί του.)

Ολίγες μέρες έπειτα επήγεν
εις της μητέρας του να ομιλήσουν
για μερικά οικογενειακά των. Κ’ αίφνης
εκεί που ομιλούσε παρεφέρθη
κι άρχισε να βοά, να ξεφωνίζει
πως φάνηκε το φάσμα εμπροστά του.
Πλην τίποτ’ η μητέρα του δεν είδε.

Και την ιδία μέρα έναν γέρον
άρχοντα σκότωσε χωρίς αιτία.
Καθώς επρόκειτο να πάγει ο πρίγκηψ
εις την Αγγλία σε μια δύο ημέρες
ο βασιλεύς επέσπευσ’ άρον, άρον
τον πηγαιμό του για να τον γλιτώσει.
Πλήν τόσο αγανάκτησεν ο κόσμος
για την φρικτότατη δολοφονία
που εσηκώθηκαν επαναστάται
και γύρευαν του παλατιού τες πόρτες
να σπάσουν με τον υιό του σκοτωμένου
τον άρχοντα Λαέρτη (έναν νέον
ανδρείο, και φιλόδοξον επίσης·
στην ταραχή «Ο Βασιλεύς Λαέρτης
ζήτω!» εφώναξαν κάποιοι του φίλοι).

Σαν έπειτα ησύχασεν ο τόπος
κι ο βασιλεύς ξαπλώθηκε στον τάφο
από τον ανεψιό του σκοτωμένος
(ο πρίγκηψ στην Aγγλία δε επήγε·
στον δρόμο ξέφυγεν από το πλοίο),
ένας Οράτιος βγήκε στην μέση
κ’ εγύρεψε με κάτι εξιστορήσεις
τον πρίγκηπα να δικαιολογήσει.
Είπε πως το ταξίδι της Aγγλίας
ήταν επιβουλή κρυφή, κ’ εδόθη
διαταγή εκεί να τον σκοτώσουν.
(Αυτό όμως καθαρά δεν απεδείχθη.)
Είπε και για κρασί φαρμακευμένο,
φαρμακευμένο απ’ τον βασιλέα.
Το ’πε, είν’ αλήθεια, κι ο Λαέρτης τούτο.
Πλην δεν εψεύσθη; πλην δεν απατήθη;
Και πότε το’ πε; Όταν πληγωμένος
εξέπνεε κ’ εγύριζεν ο νους του
και φαίνονταν σαν να παραμιλούσε.
Όσο για τα φαρμακευμένα όπλα
κατόπι φάνηκε πως το φαρμάκι
δεν το ’βαλεν ο βασιλεύς καθόλου,
μονάχος το ’βαλεν ο Λαέρτης.
Αλλά ο Οράτιος εις την ανάγκη
έβγαζε και το φάσμα μαρτυρία.
Το φάσμα είπε τούτο, είπ’ εκείνο!
Το φάσμα έκαμεν αυτό κ’ εκείνο!

Γι’ αυτά, ενώ τον άκουαν να λέγει,
οι πιο πολλοί μες στην συνείδησί των
λυπούνταν τον καλό τον βασιλέα
που με φαντάσματα και παραμύθια
άδικα τον εσκότωσαν, και πήγε.

Όμως ο Φορτιμπράς, που ωφελήθη
κι απέκτησ’ εύκολα την εξουσία,
κύρος πολύ και προσοχή μεγάλη
έδιδεν εις τα λόγια του Ορατίου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο εκτενέστερο από τα σωζόμενα ποιήματά του αντλεί την έμπνευσή του από τον Άμλετ του William Shakespeare, κι εξετάζει τα δραματικά γεγονότα της ιστορίας από την οπτική, όχι κάποιου ένθερμου υποστηρικτή του νεαρού πρίγκιπα Άμλετ, αλλά ενός ανθρώπου που στέκει με πολύ σκεπτικισμό απέναντι στο υποτιθέμενο έγκλημα του Κλαύδιου. Σκότωσε πράγματι ο Κλαύδιος τον αδερφό του, τον βασιλιά της Δανίας, Άμλετ -πατέρας και γιος έχουν το ίδιο όνομα-, ή όλο αυτό ήταν γέννημα της ταραγμένης φαντασίας ενός νέου που δεν μπορούσε να διαχειριστεί την οδύνη της απώλειας του πατέρα του;
Το γεγονός ότι μόνη απόδειξη για το φονικό που διέπραξε ο Κλαύδιος αποτελούν τα λόγια ενός φαντάσματος∙ τα λόγια του δολοφονηθέντος βασιλιά Άμλετ στον γιο του πρίγκιπα Άμλετ, διόλου δεν πείθει το ποιητικό υποκείμενο, που εύλογα υποδεικνύει πως εν τέλει τα περισσότερα στοιχεία που παρουσιάζονται στο πλαίσιο της τραγωδίας εις βάρος του Κλαύδιου είναι είτε ανεπαρκείς συγκυριακές ενδείξεις είτε εντελώς ανυπόστατα, όπως η μαρτυρία ενός φαντάσματος!

Σε μέρη μακρινά ο νους μου πηαίνει.
Στους δρόμους περπατώ της Ελσινόρης,
γυρίζω στες πλατείες, και θυμούμαι
την θλιβερώτατη την ιστορία,
τον άτυχον εκείνον βασιλέα,
που τον εσκότωσεν ο ανεψιός του
για κάτ’ ιδανικές του υποψίες.

Το ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται νοερώς στην Ελσινόρη, στην πόλη της Δανίας, όπου τοποθετείται από τον Shakespeare το θρυλικό κάστρο του Άμλετ, και φέρνει στη σκέψη του τη θλιβερή ιστορία του βασιλιά Κλαύδιου, που τον σκότωσε άδικα ο ανιψιός του Άμλετ, παρακινούμενος από κάποιες εξωπραγματικές υποψίες.
Ο Κλαύδιος έγινε βασιλιάς της Δανίας μετά τον απρόσμενο θάνατο του αδερφού του και παντρεύτηκε, μάλιστα, τη σύζυγο του εκλιπόντος βασιλιά, Γερτρούδη∙ τη μητέρα του νεαρού πρίγκιπα Άμλετ. Η ανάληψη των βασιλικών καθηκόντων από τον Κλαύδιο ήταν ως προς όλα νόμιμη και δεν υπήρχε καμία απολύτως ένδειξη ή υποψία πως είχε ο ίδιος κάποια σχέση με τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του.
Ο μόνος που δεν αποδεχόταν τον Κλαύδιο ως βασιλιά ήταν ο νεαρός Άμλετ, που αφενός θεωρούσε τον θείο του κατά πολύ κατώτερο από τον άδοξα χαμένο πατέρα του κι αφετέρου δεν μπορούσε με τίποτα να κατανοήσει την απόφαση της μητέρας του να παντρευτεί τόσο σύντομα τον αδερφό του μόλις πεθαμένου άντρα της.
Ο ίδιος ο Άμλετ σχολιάζει τα εξής στην τραγωδία του Shakespeare:
«Δυο μήνες πεθαμένος – όχι ούτε καν δύο!
Τόσο υπέροχος βασιλιάς, που μπροστά σ’ αυτόν εδώ
ήταν ο Υπερίων μπροστά σε σάτυρο. Τόσο αγαπούσε τη μητέρα μου,
που δεν ανεχόταν ούτε οι αύρες τ’ ουρανού
ν’ αγγίξουνε πολύ τραχειά το πρόσωπό της.
Κι ωστόσο μέσα σ’ ένα μήνα...
Ας μη το συλλογιέμαι...
Αδυναμία -γυναίκα- είναι τ’ όνομά σου.
Ένας μικρούλης μήνας∙ πριν να παλιώσουν ακόμα τα παπούτσια,
μ’ αυτά που ακολούθησε το λείψανο του δύστυχου πατέρα μου,
κι αυτή κι αυτή ακόμα...
Ω Θεέ μου! ένα χτήνος, δίχως λαλιά και λογικό,
θα ‘χε πενθήσει περισσότερο καιρό –να παντρευτεί το θείο μου,
του πατέρα μου τον αδελφό, που μοιάζει του πατέρα μου
όσο εγώ του Ηρακλή. Μέσα σ’ ένα μήνα...
πριν ακόμα το αλάτι απ’ τ’ άνομά της δάκρυα να πάψει να ερεθίζει
τα πρησμένα μάτια της, παντρεύτηκε...
ω αχρειότατη βιασύνη, να πλαγιάσει
τόσο ανυπόμονα σε αιμόμιχτα σεντόνια.
Δεν είναι κι ούτε μπορεί να βγει σε καλό.»

Σ’ όλα τα σπίτια των πτωχών ανθρώπων
κρυφά (γιατί τον Φορτιμπράς φοβούνταν)
τον έκλαψαν. Φιλήσυχος και πράος
ήταν∙ και την ειρήνην αγαπούσε
(πολλά ο τόπος είχεν υποφέρει
από του προκατόχου του τες μάχες).
Ευγενικά εφέρνονταν προς όλους,
μεγάλους και μικρούς. Αυθαιρεσίες
εχθρεύονταν, και συμβουλές ζητούσε
στου βασιλείου τες υποθέσεις πάντα
από ανθρώπους σοβαρούς κ’ εμπείρους.

Η δολοφονία του Κλαύδιου από τον Άμλετ προκάλεσε μεγάλη θλίψη στο βασίλειο της Δανίας, καθώς οι φτωχοί πολίτες εκτιμούσαν βαθιά τη φιλειρηνική του φύση. Εντούτοις, δεν μπορούσαν να θρηνήσουν φανερά το χαμένο βασιλιά τους, διότι τον έλεγχο του βασιλείου τον έχει πάρει ο πρίγκιπας της Νορβηγίας Φορτιμπράς, που εκμεταλλεύτηκε την ταυτόχρονη απώλεια του Κλαύδιου και του νεαρού Άμλετ, για να εκδικηθεί τους Δανούς για τη δολοφονία του δικού του πατέρα και βασιλιά της Νορβηγίας Φορτιμπράς, από τον βασιλιά Άμλετ, που είχε υποτάξει τη Νορβηγία λίγα χρόνια πριν.
Οι Δανοί πολίτες είχαν βρει στο πρόσωπο του Κλαύδιου έναν ήπιο βασιλιά, που είχε ευγενική συμπεριφορά απέναντι σε όλους∙ που δεν ανεχόταν τις αυθαιρεσίες της εξουσίας και που συμβουλευόταν πάντοτε έμπειρους και σοβαρούς ανθρώπους για τις υποθέσεις του βασιλείου. Ένα βασιλιά, δηλαδή, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον πολεμόχαρο προκάτοχο και αδερφό του, Άμλετ, που τόσο είχε ταλαιπωρήσει τους ανθρώπους της Δανίας με τις συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις και την επεκτατική πολιτική του.

Γιατί τον σκότωσεν ο ανεψιός του
με θετικότητα ποτέ δεν είπαν.
Τον υπωπτεύετο για έναν φόνο.
Της υποψίας του η βάσις ήταν
που σαν μια νύχτα περπατούσε επάνω
σ’ έναν απ’ τους αρχαίους προμαχώνας,
εθάρρεψε πως είδεν ένα φάσμα
και με το φάσμα έκαμ’ ομιλία.
Και τάχα κάποιες έμαθ’ απ’ το φάσμα
κατηγορίες για τον βασιλέα.

Το γιατί ο Άμλετ κατέληξε να σκοτώσει τον βασιλιά Κλαύδιο, δεν έγινε ποτέ πλήρως γνωστό στους πολίτες της Δανίας. Το μόνο που ακούστηκε είναι πως ο πρίγκιπας υποπτευόταν τον θείο του για κάποιο φόνο∙ υποψία που τη βάσιζε σε όσα υποτίθεται πως άκουσε από ένα φάντασμα που είδε ή του φάνηκε πως είδε μια νύχτα καθώς περπατούσε πάνω σ’ έναν προμαχώνα του κάστρου.
Όπως είναι προφανές το ποιητικό υποκείμενο αρνείται να δεχτεί την ενοχή του Κλαύδιου, ιδίως εφόσον αυτή βασίζεται στη μαρτυρία ενός φαντάσματος. Εδώ, άλλωστε, εντοπίζεται ένα σημαντικό πρόβλημα της τραγωδίας του Shakespeare, καθώς ακόμη κι ο Άμλετ δυσκολεύεται να πειστεί σε όσα άκουσε ή νόμισε πως άκουσε από το φάντασμα, γι’ αυτό και είναι διστακτικός να εκπληρώσει το χρέος της εκδίκησης που του ανατίθεται.
Το φάντασμα του δολοφονηθέντος βασιλιά, λέει, μεταξύ άλλων, τα εξής στον γιο του Άμλετ:
«Αυτός ο αιμομίχτης, ο μοιχός, το κτήνος που
με το καταχθόνιο πνεύμα του και τις προδοτικές του χάρες,
παράσυρε στο αίσχος της λαγνείας του τη θέληση τής τόσο,
όπως έδειχνε, ενάρετης βασίλισσάς μου,
Ω Άμλετ τι κατάντια είν’ εκείνη!
Από μένα, που η αγάπη μου ήταν τόσο σεμνή,
να ξεπέσει σ’ έναν ελεεινό.
Μα στάσου. Σα να βλέπω μου φαίνεται το αυγερινό αστέρι.
Ας συντομεύσω. Καθώς κοιμόμουνα στο περιβόλι μου το απομεσήμερο,
έρχεται ο θείος σου κλεφτά, με χυμό καταραμένου υοσκύαμου
και χύνει μες στ’ αφτιά μου το δηλητήριο της λέπρας, σαν τον υδράργυρο
ταχύ τρέχει στους πόρους του κορμιού και με μια δύναμη ξαφνική,
κόβει και πήζει το λαγαρό κι όλο υγεία αίμα.
Έτσι από χέρι αδελφικό όσο κοιμόμουνα,
έχασα μεμιάς, ζωή, κορόνα και βασίλισσα.
Ω τι φριχτό! Αν έχεις μέσα σου ζωντάνια μην το βαστάξεις.
Μην αφήσεις το βασιλικό κρεβάτι της Δανίας
να ‘ναι στρώμα για λαγνεία και βδελυρή αιμομιξία.
Η ψυχή σου να μη μηχανευτεί το παραμικρό ενάντια στη μητέρα σου∙
άφησέ τη στους ουρανούς και τ’ αγκάθια που κλείνει μέσα στο στήθος της
να την κεντρίζουν και να την τρυπούν. Σ’ αφήνω γεια μεμιάς.
Η πυγολαμπίδα δείχνει πως η αυγή σιμώνει.
Χαίρε, χαίρε Άμλετ! Να με θυμάσαι.»

Θα ήταν έξαψις της φαντασίας
βεβαίως και των οφθαλμών απάτη.
(Ο πρίγκηψ ήταν νευρικός εις άκρον.
Σαν σπούδαζε στο Βίττεμπεργκ, τον είχαν
για μανιακό πολλοί συμμαθηταί του.)

Το απίθανο εύρημα της εμφάνισης ενός φαντάσματος που έρχεται ν’ αποκαλύψει την ταυτότητα του δολοφόνου του, δεν γίνεται φυσικά αποδεκτό από το ποιητικό υποκείμενο, που επιχειρεί να βρει κάποια λογική εξήγηση για ό,τι υποτίθεται πως αντίκρισε ο νεαρός πρίγκιπας. Κάποια οφθαλμαπάτη θα ήταν∙ γέννημα της εξημμένης φαντασίας του, το δίχως άλλο, εφόσον υπήρχε, ούτως ή άλλως, από παλιά η εντύπωση πως ο νεαρός Άμλετ δεν ήταν απολύτως καλά. Οι συμφοιτητές του τον θεωρούσαν ήδη από τα χρόνια των σπουδών του μανιακό.
Το γεγονός, άλλωστε, ότι ο Άμλετ θα επιλέξει να κάνει τον τρελό, προκειμένου να εκμαιεύσει από τον θείο του κάποια ομολογία ή κάποια ένδειξη ενοχής, ώστε να βεβαιωθεί για την αλήθεια των όσων άκουσε από το φάντασμα, διόλου δεν θα βοηθήσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.

Ολίγες μέρες έπειτα επήγεν
εις της μητέρας του να ομιλήσουν
για μερικά οικογενειακά των. Κ’ αίφνης
εκεί που ομιλούσε παρεφέρθη
κι άρχισε να βοά, να ξεφωνίζει
πως φάνηκε το φάσμα εμπροστά του.
Πλην τίποτ’ η μητέρα του δεν είδε.

Ο Άμλετ προκειμένου να βεβαιωθεί για την ενοχή του Κλαύδιου βάζει μια ομάδα ηθοποιών να αναπαραστήσουν επί σκηνής τη δολοφονία του πατέρα του, βασιλιά Άμλετ. Ο ίδιος ο πρίγκιπας, όπως και ο έμπιστός του, παλιός συμφοιτητής του, Οράτιος, θα παρακολουθούν τις αντιδράσεις του Κλαύδιου, γυρεύοντας σημάδια ενοχής. Κατά τη διάρκεια της παράστασης ο Κλαύδιος αποχωρεί, δίνοντας την εντύπωση ανθρώπου που έχει ενοχληθεί ή ταραχθεί απ’ όσα είδε, κι ο Άμλετ πηγαίνει στη συνέχεια να αντιμετωπίσει τη μητέρα του, που θεώρησε ατυχή τη θεατρική επιλογή του γιου της.
Κατά τη διάρκεια της έντονης μεταξύ τους αντιπαράθεσης, ο Άμλετ αρχίζει να φωνάζει αναστατωμένος, καθώς θεωρεί ότι βλέπει και πάλι απέναντί του το φάντασμα του πατέρα του, που έχει έρθει να τον επιπλήξει για το γεγονός ότι καθυστερεί να εκδικηθεί τον φονιά του. Έκπληκτη η Γερτρούδη παρακολουθεί τον γιο της να μιλά μόνος του, δίχως η ίδια να βλέπει κανέναν άλλο γύρω τους.
Μέρος της σχετικής σκηνής, όπως την παρουσιάζει ο Shakespeare, δίνεται ακολούθως:

«ΑΜΛΕΤ: Μητέρα μου πώς είσαι;
ΓΕΡΤΡΟΥΔΗ: Αλλοίμονο, εσύ πώς είσαι;
που στο κενό τα μάτια σου στυλώνεις
και με τον άυλο αέρα κουβεντιάζεις;
Ο νους άγριος κοιτάζει μέσ’ απ’ τα μάτια σου,
και σαν κοιμισμένοι στρατιώτες σε συναγερμό,
τα στρωτά μαλλιά σου ξεπετάγονται ξαφνικά.
Καλέ μου γιε την άψη και την φλόγα της ταραχής σου
ράντισέ την με κρύα υπομονή. Τι κοιτάζεις;
ΑΜΛΕΤ: Αυτόν... αυτόν... Κοίτα πόσο χλωμή η θωριά του!
Μορφή κι αιτία του ενωμένα, αν μιλούσανε στις πέτρες
θα τις συγκινούσαν... Μη με κοιτάζεις, μη τυχόν
μ’ αυτή σου τη θλιμμένη έκφραση αλλάξεις τη στέρια μου απόφαση,
και τότε ό,τι έχω να κάνω
θα χρειαστεί να πάρει το σωστό του χρώμα∙ δάκρυα ίσως αντί αίμα.
ΓΕΡΤΡΟΥΔΗ: Σε ποιον τα λες αυτά;
ΑΜΛΕΤ: Δε βλέπεις τίποτα εκεί;
ΓΕΡΤΡΟΥΔΗ: Απολύτως τίποτα∙ κι όμως όλα όσα είναι εκεί τα βλέπω.
ΑΜΛΕΤ: Κι ούτε τίποτα δεν άκουσες;
ΓΕΡΤΡΟΥΔΗ: Τίποτα, μονάχα εμάς.
ΑΜΛΕΤ: Πώς, κοίτα εκεί! Κοίτα πώς ξεγλιστράει αθόρυβα!
Ο πατέρας μου ντυμένος όπως όταν ζούσε!»    

Και την ιδία μέρα έναν γέρον
άρχοντα σκότωσε χωρίς αιτία.
Καθώς επρόκειτο να πάγει ο πρίγκηψ
εις την Αγγλία σε μια δύο ημέρες
ο βασιλεύς επέσπευσ’ άρον, άρον
τον πηγαιμό του για να τον γλιτώσει.
Πλήν τόσο αγανάκτησεν ο κόσμος
για την φρικτότατη δολοφονία
που εσηκώθηκαν επαναστάται
και γύρευαν του παλατιού τες πόρτες
να σπάσουν με τον υιό του σκοτωμένου
τον άρχοντα Λαέρτη (έναν νέον
ανδρείο, και φιλόδοξον επίσης∙
στην ταραχή «Ο Βασιλεύς Λαέρτης
ζήτω!» εφώναξαν κάποιοι του φίλοι).

Τη συζήτηση αυτή του Άμλετ με τη μητέρα του, την παρακολουθεί κρυμμένος πίσω από τις κουρτίνες, για λογαριασμό του βασιλιά Κλαύδιου, ο Πολώνιος. Ο Άμλετ ακούγοντας κάποιο θόρυβο και, ταραγμένος όπως ήταν, τραβά το σπαθί του και καρφώνει την κουρτίνα, χωρίς να ελέγξει πρώτα τι ή ποιος κρύβεται πίσω από αυτή. Έτσι, άθελά του, σκοτώνει τον πατέρα της αγαπημένης του Οφηλίας.
Το βασιλικό ζεύγος θα θελήσει να καλύψει το φονικό αυτό και να φυγαδεύσει τον Άμλετ στην Αγγλία, ώστε να μη χρειαστεί να λογοδοτήσει στους εξαγριωμένους πολίτες που έχουν δικαίως αναστατωθεί από την αναίτια αυτή δολοφονία ενός αγαπητού συμπολίτη τους. Μάταια, όμως. Οι πολίτες της Δανίας, όχι μόνο απαιτούν εξηγήσεις, αλλά στηρίζουν και τον αδερφό της Οφηλίας, τον Λαέρτη, που ζητά εκδίκηση για τον αδικοχαμένο πατέρα του. Τον στηρίζουν, μάλιστα, σε τέτοιο σημείο, ώστε κάποιοι τον ανακηρύσσουν αυθόρμητα βασιλιά τους και επιχειρούν να σπάσουν τις πόρτες του παλατιού, για να ανατρέψουν τον Κλαύδιο, που τον εκλαμβάνουν αρχικά ως δολοφόνο του Πολώνιου.

Σαν έπειτα ησύχασεν ο τόπος
κι ο βασιλεύς ξαπλώθηκε στον τάφο
από τον ανεψιό του σκοτωμένος
(ο πρίγκηψ στην Aγγλία δε επήγε∙
στον δρόμο ξέφυγεν από το πλοίο),
ένας Οράτιος βγήκε στην μέση
κ’ εγύρεψε με κάτι εξιστορήσεις
τον πρίγκηπα να δικαιολογήσει.
Είπε πως το ταξίδι της Aγγλίας
ήταν επιβουλή κρυφή, κ’ εδόθη
διαταγή εκεί να τον σκοτώσουν.
(Αυτό όμως καθαρά δεν απεδείχθη.)
Είπε και για κρασί φαρμακευμένο,
φαρμακευμένο απ’ τον βασιλέα.
Το ’πε, είν’ αλήθεια, κι ο Λαέρτης τούτο.
Πλην δεν εψεύσθη; πλην δεν απατήθη;
Και πότε το’ πε; Όταν πληγωμένος
εξέπνεε κ’ εγύριζεν ο νους του
και φαίνονταν σαν να παραμιλούσε.
Όσο για τα φαρμακευμένα όπλα
κατόπι φάνηκε πως το φαρμάκι
δεν το ’βαλεν ο βασιλεύς καθόλου,
μονάχος το ’βαλεν ο Λαέρτης.
Αλλά ο Οράτιος εις την ανάγκη
έβγαζε και το φάσμα μαρτυρία.
Το φάσμα είπε τούτο, είπ’ εκείνο!
Το φάσμα έκαμεν αυτό κ’ εκείνο!

Ο Άμλετ, που είχε οδηγηθεί σ’ ένα πλοίο με προορισμό την Αγγλία από τον Κλαύδιο, με τη συνοδεία των πρώην συμφοιτητών του πρίγκιπα Ρόζενκραντς και Γκίλντενστερν (οι οποίοι και μετέφεραν επιστολή του βασιλιά προς τους Άγγλους να δολοφονήσουν τον Άμλετ για το καλό της Δανίας και της Αγγλίας), θα επιστρέψει πολύ σύντομα στη Δανία. Το πλοίο τους θα πέσει στα χέρια πειρατών, οι οποίοι θα απελευθερώσουν τον πρίγκιπα λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα χρήματα. Ενώ, οι συνοδοί του συνεχίζουν το δρόμο τους για την Αγγλία, έχοντας πλέον μαζί τους μια νέα επιστολή που συνέταξε κρυφά ο Άμλετ, με την οποία διατάζεται η άμεση θανάτωσή τους.
Ο Κλαύδιος, εν τω μεταξύ, θα εξηγήσει στον Λαέρτη πως το φόνο του πατέρα του δεν τον διέπραξε εκείνος, αλλά ο ανιψιός του, ο Άμλετ, και θα του δώσει, μάλιστα, και την ευκαιρία μιας συγκαλυμμένης εκδίκησης, ώστε οι πολίτες να μην αναστατωθούν εκ νέου. Θα του προτείνει να συναγωνιστεί με τον νεαρό πρίγκιπα στην ξιφασκία, όπου θα έχει την ευκαιρία να τον φονεύσει, καθώς ως πιο έμπειρος στο ξίφος δεν θα δυσκολευτεί καθόλου να νικήσει τον Άμλετ. Ο Λαέρτης όχι μόνο δέχεται, αλλά αντιπροτείνει ν’ αλείψει κιόλας το ξίφος του με δηλητήριο, για να είναι σίγουρος πως και το ελάχιστο χτύπημα θ’ αποβεί μοιραίο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως ο Λαέρτης χρεώνει πλέον στον Άμλετ και το χαμό της αδερφής του Οφηλίας, που μετά τον θάνατο του πατέρα τους, αυτοκτόνησε.
Η πρόταση του Λαέρτη εμπνέει στον δόλιο Κλαύδιο ένα ακόμη μέτρο για να διασφαλιστεί πλήρως η θανάτωση του Άμλετ∙ θα ρίξει δηλητήριο σε μια κούπα κρασί, για να τη δώσουν στον πρίγκιπα έτσι και γλιτώσει από το σπαθί του αντιπάλου του. Το φονικό αυτό σχέδιο θα σημάνει το τέλος όχι μόνο του Άμλετ, αλλά και του Λαέρτη και του Κλαύδιου -που πέφτουν όλοι νεκροί από το γεμάτο δηλητήριο ξίφος-, καθώς και της Γερτρούδης, η οποία εν αγνοία της θα πιει το δηλητηριασμένο κρασί.
Μετά τον θάνατο όλων των εμπλεκόμενων προσώπων μόνος μάρτυρας απομένει ο έμπιστος του Άμλετ, Οράτιος, ο οποίος φανέρωσε, όπως είχε ακούσει από τον Άμλετ, για την επιστολή που είχε δοθεί στους συνοδούς του με τη διαταγή της δολοφονίας του, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να μπορεί να αποδειχθεί, όπως τονίζει το ποιητικό υποκείμενο. Μίλησε, επίσης, και για το δηλητηριασμένο από τον Κλαύδιο κρασί, χωρίς πάλι να μπορεί να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, διότι παρά το γεγονός ότι κι ο Λαέρτης αποκάλυψε στον Άμλετ, τη στιγμή που ξεψυχούσε, πως η Γερτρούδη πέθανε από το δηλητήριο που έβαλε στο κρασί ο βασιλιάς, η μαρτυρία του εντούτοις δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως απόδειξη. Όπως εύλογα επισημαίνει ο ποιητής, πώς θα μπορούσε να δοθεί βάση στα λόγια ενός ανθρώπου που ξεψυχά και δεν έχει πλήρη συνείδηση όσων λέει; Το παραμιλητό του Λαέρτη δεν συνιστά επαρκή απόδειξη για την ενοχή του Κλαύδιου, πολύ περισσότερο, μάλιστα, αφού φάνηκε αργότερα πως το δηλητήριο στο ξίφος το είχε βάλει ο ίδιος ο Λαέρτης.
Ο Οράτιος προκειμένου να γίνουν πιστευτά τα όσα έλεγε εις βάρος του Κλαύδιου επικαλέστηκε αρκετές φορές και τα λόγια του φαντάσματος, υπονομεύοντας ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του, εφόσον ήταν, εύλογα, πολύ δύσκολο να στηρίξει κανείς την ενοχή του βασιλιά στην υποτιθέμενη μαρτυρία ενός φαντάσματος.

Γι’ αυτά, ενώ τον άκουαν να λέγει,
οι πιο πολλοί μες στην συνείδησί των
λυπούνταν τον καλό τον βασιλέα
που με φαντάσματα και παραμύθια
άδικα τον εσκότωσαν, και πήγε.

Έτσι, πολλοί από τους πολίτες της Δανίας, καθώς άκουγαν τα λόγια του Οράτιου, που προσπαθούσε να τους πείσει ότι ο Κλαύδιος δολοφόνησε τον πατέρα του Άμλετ και πως στη συνέχεια θέλησε να ξεφορτωθεί και τον ίδιο τον Άμλετ, δεν μπορούσαν να πιστέψουν τις υπερβολικές αυτές κατηγορίες για έναν άνθρωπο που ήταν εμφανώς τόσο καλός και πράος. Ιδίως η αναφορά στο φάντασμα του βασιλιά Άμλετ, τους έκανε να λυπούνται ακόμη περισσότερο, εφόσον συνειδητοποιούσαν πως ο Κλαύδιος σκοτώθηκε εντελώς άδικα∙ πως έχασε τη ζωή του εξαιτίας παραμυθιών και ανύπαρκτων φαντασμάτων.

Όμως ο Φορτιμπράς, που ωφελήθη
κι απέκτησ’ εύκολα την εξουσία,
κύρος πολύ και προσοχή μεγάλη
έδιδεν εις τα λόγια του Ορατίου.

Ο μόνος που πίστεψε τα λόγια του Οράτιου και μάλιστα έδινε σε αυτά μεγάλη προσοχή και πολύ κύρος ήταν ο Φορτιμπράς, ο πρίγκιπας της Νορβηγίας, που χάρη σε όσα δραματικά συνέβησαν στον βασιλικό οίκο της Δανίας, απέκτησε ο ίδιος εύκολα και χωρίς να δώσει μάχη την εξουσία της αντίπαλης αυτής χώρας.

Η ενοχή του Κλαύδιου θα ήταν βέβαια προφανής σε όλους, αν μπορούσαν ν’ ακούσουν τις σκέψεις του, όπως τις παραθέτει ο Shakespeare, έστω κι αν ο Άγγλος ποιητής δεν επιτρέπει στην τραγωδία του την ύπαρξη απτών αποδείξεων για την ενοχή αυτή:
«Βρόμισε το έγκλημά μου, τ’ οσμίστηκε ο ουρανός∙
έχει την προαιώνια παλιά κατάρα πάνω του
το φονικό του αδελφού!... Σε προσευχή να γονατίσω δεν μπορώ,
αν και ο πόθος μου είναι σφοδρός όσο κι η θέληση∙
Μα τι αν το καταραμένο τούτο χέρι
έγινε πιο σκούρο κόκκινο με του αδερφού μου το αίμα;
Δεν είναι στο γλυκό ουρανό αρκετή βροχή
να το ξεπλύνει άσπρο σαν το χιόνι; Το έλεος τι χρησιμεύει
αν όχι ν’ αντιμάχεται το πρόσωπο της αμαρτίας;
Και ποια της προσευχής η χάρη, αν όχι η διπλή δύναμη,
να μας στηρίζει προτού πέσουμε, ή να μας συγχωράει
όταν βρεθούμε χάμω; Λοιπόν ψηλά τα μάτια∙
το κρίμα μου είναι περασμένο.
Αυτό δε γίνεται μια και κρατάω ακόμα τα οφέλη,
γι’ αυτά που έκανα το φόνο,
στέμμα τιμές και δύναμη και τη βασίλισσά μου.
Μπορείς ποτέ να συγχωρεθείς, και να κρατάς ακόμα το άδικο;
Στα διεφθαρμένα ρεύματα αυτού του κόσμου,
το χρυσωμένο χέρι της αδικίας παραμερίζει το δίκιο,
κι έχουμε δει συχνά, το ίδιο το διεφθαρμένο χρήμα
το νόμο ν’ αγοράζει. Μα εκεί πάνω δεν είναι έτσι∙
εκεί δεν έχει να ξεφύγεις, εκεί η πράξη στέκει
με την αληθινή της φύση, κι οι ίδιοι εμείς αναγκαζόμαστε
να μαρτυρήσουμε τα κρίματά μας ώσαμε τα δόντια και το μέτωπο.
Και ύστερα; τι μένει;»


[Τα αποσπάσματα του Άμλετ έχουν αντληθεί από τη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, όπως αυτή κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη το 2014] 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X