Έκθεση Β΄ Λυκείου: Ο εθισμός στην τηλεόραση [Τράπεζα Θεμάτων]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Sarah Treanor

Έκθεση Β΄ Λυκείου: Ο εθισμός στην τηλεόραση [Τράπεζα Θεμάτων]

Μπαίνουμε στο σπίτι και η πρώτη μας κίνηση είναι να πατήσουμε το κουμπί του τηλεκοντρόλ. Συζητούμε με φίλους, αλλά το μάτι όλο ξεγλιστρά προς την πολύχρωμη οθόνη, δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε στη συζήτηση, αλλά δεν κλείνουμε και την τηλεόραση. Κατηγορούμε έντονα το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων, αλλά δεν παραλείπουμε να τα παρακολουθούμε.
Οι περισσότεροι, λοιπόν, έχουν με την τηλεόραση μια σχέση αγάπης-μίσους. Χαζοκούτι από τη μια, αλλά απαραίτητος σύντροφος στην καθημερινότητα. Τουλάχιστον τρεις ώρες την ημέρα περνούν κατά μέσο όρο οι κάτοικοι των αναπτυγμένων χωρών μπροστά στις τηλεοράσεις. Όταν ένα άτομο φτάσει στην ηλικία των 75 ετών, θα έχει περάσει τα εννιά χρόνια της ζωής του βλέποντας τηλεόραση. Πρόκειται πια για την τρίτη ανθρώπινη δραστηριότητα μετά την εργασία και τον ύπνο. Πολλοί άνθρωποι συμπεριφέρονται σαν να είναι εξαρτημένοι από τη μικρή οθόνη. Ή μήπως είναι; Τελικά η τηλεόραση προκαλεί εθισμό κλινικού τύπου; Μια τέτοια υπόθεση δεν είχε απασχολήσει μέχρι τώρα τους ερευνητές, παρά μόνο με τη μεταφορική της έννοια.
Όμως, ένα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό «Scientific American» θέτει ξανά το ερώτημα. Όσοι βλέπουν υπερβολικά πολύ τηλεόραση εμφανίζουν συμπτώματα εθισμού, σημειώνει. Μάλιστα, οι συγκεκριμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια ενστικτώδης βιολογική αντίδραση του ανθρώπου, η «αντίδραση προσανατολισμού», που δημιουργεί μια έλξη προς μια συσκευή, όπως η τηλεόραση, που εκπέμπει έντονα χρώματα και ήχους, με απότομες εναλλαγές σκηνών και ακουσμάτων. Θεμελιωτής της αντίδρασης προσανατολισμού είναι ο Ιβάν Παβλόφ, ο οποίος χρησιμοποιούσε στα πειράματά του σκυλάκια. Δυστυχώς, ο άνθρωπος-τηλεθεατής μέσω της υπερβολικής κατανάλωσης τηλεοπτικών προϊόντων μοιάζει να συναγωνίζεται σε υποταγή και αβουλία τα μικρά σκυλάκια, με τα οποία πειραματιζόταν ο Παβλόφ.
Ίσως, βέβαια, δεν είναι αναγκαίο να αναζητήσουμε τις αιτίες της τηλεοπτικής γοητείας σε βιολογικούς παράγοντες. «Έγχρωμη τηλεόραση, ασπρόμαυρη ζωή», έγραφε ένα σύνθημα στους τοίχους. Ίσως, λοιπόν, πριν καταδικάσουμε την τηλεόραση, που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσε να είναι ένα μέσο ψυχαγωγικό και εκπολιτιστικό, ας προβληματιστούμε για τη μουντή και άχαρη ζωή, η οποία συχνά μοιάζει ακόμα πιο ανιαρή και χυδαία από το κάθε «μπιγκ μπράδερ». Ας αντιδράσουμε για τους κοινωνικούς όρους της εργασιακής εξουθένωσης και της διαπροσωπικής απομόνωσης, που μετατρέπει και τα σκουπίδια της τηλεόρασης σε διαμάντια σε τιμή ευκαιρίας...  
Για δεκαετίες οι επιστήμονες έχουν μελετήσει την επίδραση που έχει η τηλεθέαση στην ανθρώπινη συμπεριφορά, όπως για παράδειγμα οι συχνές στιγμές βίας. Λιγότερο, όμως, έχει μελετηθεί η ίδια η σαγήνη του μέσου στον άνθρωπο, δηλαδή το ίδιο το μέσο και όχι το μήνυμα. Ή μήπως αντίστοιχα με την περίφημη ρήση «το μέσο είναι το μήνυμα», ισχύει ότι «το μέσο είναι το πρόβλημα»!

Γ. Ελαφρός, εφ. Η Καθημερινή, 17.3.2002 (διασκευή).

1. Στα πειράματα αυτά ο Παβλόφ χρησιμοποίησε δύο ομάδες σκύλων, που λάμβαναν το γεύμα τους καθημερινά την ίδια ώρα. Η μία ομάδα άκουγε τον χτύπο ενός κουδουνιού λίγα λεπτά πριν από τη χορήγηση της τροφής. Όταν, μετά από ένα χρονικό διάστημα, ο Παβλόφ άρχισε να χτυπά το κουδούνι σε άσχετες ώρες χωρίς να προσφέρει τροφή, διαπίστωσε ότι οι σκύλοι ανταποκρίνονταν, όπως ακριβώς όταν τους πρόσφερε τροφή: τους έτρεχαν τα σάλια. Στην άλλη ομάδα σκύλων δεν υπήρχε η ίδια αντίδραση. Η διασύνδεση μεταξύ δύο ερεθισμάτων έγινε γνωστή ως εξαρτημένο ανακλαστικό και η διαδικασία ονομάστηκε κλασική εξάρτηση. Μέσω αυτής επέρχεται σημαντική αλλαγή της συμπεριφοράς.

2. Μπιγκ Μπράδερ: To Big Brother (Μεγάλος Αδελφός) υπήρξε ένα δημοφιλές τηλεοπτικό ριάλιτι σόου. Οι παίκτες συγκατοικούσαν σε ένα σπίτι, το οποίο παρακολουθούνταν από κάμερες. Ο στόχος για τον κάθε παίκτη ήταν να παραμείνει στο παιχνίδι. Η επιλογή του παίκτη που θα αποχωρούσε (κάθε εβδομάδα) γινόταν από το τηλεοπτικό κοινό. 

ΘΕΜΑΤΑ

Α. Να αποδώσετε περιληπτικά το κείμενο (80 - 100 λέξεις). (μονάδες 20)

1η
Ο συγγραφέας αναφέρεται στον εθισμό αρκετών ανθρώπων στην τηλεόραση. Αρχικά επισημαίνει πως παρά την επικριτική στάση που υιοθετείται απέναντι στα προβαλλόμενα προγράμματα, η τηλεόραση λειτουργεί ως βασικότατη συνήθεια των ανθρώπων. Έχει λάβει, μάλιστα, τέτοιες διαστάσεις το φαινόμενο, ώστε τίθεται πλέον ζήτημα κλινικού εθισμού από την τηλεόραση. Σύμφωνα, άλλωστε, με την εκτίμηση επιστημόνων τα άτομα που παρακολουθούν πολλές ώρες καθημερινά, παρουσιάζουν συμπτώματα εθισμού. Εντούτοις, όπως σχολιάζει ο γράφων, ακόμη κι αν δεχτούμε την εξάρτηση απ’ την τηλεόραση, δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως ό,τι ωθεί τους ανθρώπους σε αυτήν είναι η εργασιακή εξουθένωση και η κοινωνική απομόνωση· φαινόμενα περισσότερο σημαντικά. Ενώ, κλείνοντας, τονίζει πως ακόμη δεν έχει μελετηθεί επαρκώς η γοητεία που ασκεί η ίδια η τηλεόραση ως μέσο, κι όχι το περιεχόμενο των προγραμμάτων της, στους ανθρώπους.

2η
Η τηλεόραση αποτελεί πλέον καθημερινή επιλογή για όλους μας, έστω κι αν δεν είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι με όσα προβάλλει. Μια συνήθεια που δεν αποτρέπεται παρά τη δυσαρέσκεια για την ποιότητά της· μια συνήθεια που τείνει να καλύψει το ένα τρίτο της καθημερινότητας πολλών ανθρώπων, μοιάζοντας με κανονική εξάρτηση. Άλλωστε, κάποιοι επιστήμονες αναγνωρίζουν μια βιολογική αντίδραση έλξης απέναντι στην τηλεόραση, μιαν «αντίδραση προσανατολισμού», που παραπέμπει στην συμπεριφορά εξάρτησης των μικρών σκύλων απ’ τα πειράματα του Παβλόφ. Βέβαια, ανεξάρτητα από τους βιολογικούς παράγοντες, η έλξη προς την τηλεόραση, που εν δυνάμει θα ήταν μια θετική επιλογή, οφείλεται στην εξουθένωση των εργαζομένων και στο άχαρο της πραγματικής ζωής. Επιπλέον, αν κι έχει μελετηθεί η επίδραση της τηλεθέασης στη συμπεριφορά των ανθρώπων, δεν έχει διερευνηθεί η έλξη που ασκεί η ίδια η τηλεόραση ως μέσο.   

Β1. Σε μία παράγραφο 60-80 λέξεων να αναπτύξετε το σύνθημα των τοίχων που παρατίθεται στο κείμενο: «Έγχρωμη τηλεόραση, ασπρόμαυρη ζωή». (μονάδες 10)

Το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι βρίσκουν περισσότερο ενδιαφέρον στην τηλεόραση απ’ ό,τι στην πραγματική τους ζωή, υποδηλώνει εμφατικά την απουσία πηγών ουσιαστικής απόλαυσης. Η τάση τους να καταφεύγουν στην παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων ως μέσω περισπασμού απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητας, τονίζει την αδυναμία εύρεσης άλλων πιο δημιουργικών τρόπων ψυχαγωγίας. Άλλωστε, η κούραση απ’ την πολύωρη και συχνά αγχώδη εργασία, λειτουργεί αποτρεπτικά για ουσιαστικότερες ενασχολήσεις, όπως είναι η ανάγνωση βιβλίων. Ενώ, η οικονομική στενότητα που βιώνουν οι περισσότεροι, περιορίζει δραστικά τις κοινωνικές συναναστροφές και δραστηριότητες.

Β1. Ποιες είναι, σύμφωνα με το κείμενο, οι αιτίες για τον εθισμό του σύγχρονου ανθρώπου στην τηλεοπτική γοητεία; Να απαντήσετε σε μία παράγραφο (60-80 λέξεων). (μονάδες 11)

Οι αιτίες για τον εθισμό του σύγχρονου ανθρώπου στην τηλεόραση μπορούν να αναζητηθούν είτε σε βιολογικούς παράγοντες, είτε σε κοινωνικούς. Οι βιολογικοί παράγοντες αναφέρονται στην ιδιαίτερη έλξη που μοιάζει να ασκεί τη τηλεόραση ως μέσο στον άνθρωπο, ενώ οι κοινωνικοί, που είναι και βαθύτεροι, φανερώνουν την κενότητα της πραγματικής ζωής πολλών ανθρώπων. Η ανία, η έλλειψη ουσιαστικών ενδιαφερόντων, αλλά πολύ περισσότερο η εργασιακή εξουθένωση, όπως και η διαπροσωπική απομόνωση, καθιστούν ακόμη και τα χειρότερα τηλεοπτικά προγράμματα ως πόλο έλξης, ως μέσο διαφυγής για πολλούς ανθρώπους.

Β1. Πώς λειτουργεί, σύμφωνα με το κείμενο, η «αντίδραση προσανατολισμού» για τους τηλεθεατές; Να απαντήσετε σε μία παράγραφο 60-80 λέξεων. (μονάδες 11)

Η ονομαζόμενη «αντίδραση προσανατολισμού» είναι μια ενστικτώδης βιολογική αντίδραση του ανθρώπου, που του δημιουργεί έλξη προς μια συσκευή που εκπέμπει έντονα χρώματα κι έχει συχνές εναλλαγές σκηνών και ακουσμάτων. Η σαγήνη, επομένως, που ασκεί η τηλεόραση στους ανθρώπους, μπορεί να εξηγηθεί και βιολογικά, υπό την έννοια πως η συχνή και απότομη εναλλαγή οπτικών και ηχητικών ερεθισμάτων, προσελκύει εξ ορισμού το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Η αντίδραση αυτή, βέβαια, που συνοδεύεται κι από συμπτώματα εθισμού, είναι πολύ πιο έντονη στα άτομα που παρακολουθούν καθημερινά πολλές ώρες τηλεόραση.

Β2. Ποια είναι τα δομικά στοιχεία της τρίτης παραγράφου (Όμως... ο Παβλόφ) του κειμένου; (μονάδες 4)

Θεματική περίοδος: Όμως, ένα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό «Scientific American» θέτει ξανά το ερώτημα.
Λεπτομέρειες / σχόλια: Όσοι βλέπουν υπερβολικά... χρησιμοποιούσε στα πειράματά του σκυλάκια
Κατακλείδα: Δυστυχώς... πειραματιζόταν ο Παβλόφ.

Β2. α. Με ποιες διαρθρωτικές λέξεις επιτυγχάνεται η συνοχή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη παράγραφο, καθώς και ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη παράγραφο του κειμένου; (μονάδες 2)

ð 1η – 2η: λοιπόν
ð 2η – 3η: Όμως

Β2. β. Ποια σχέση συνοχής σηματοδοτεί η καθεμιά από τις διαρθρωτικές λέξεις; (μονάδες 2)

ð λοιπόν: δηλώνει συμπέρασμα
ðόμως: δηλώνει αντίθεση

Β2. Να γράψετε έναν πλαγιότιτλο για την τέταρτη παράγραφο (Ίσως... ευκαιρίας) του κειμένου. (μονάδες 5)

ð Η κούραση και η ανία ωθούν στην τηλεόραση.

Γ1. α. Να γράψετε μία αντώνυμη λέξη για καθεμιά από τις λέξεις του κειμένου με την έντονη γραφή, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία τους στο κείμενο: κατηγορούμε, εξαρτημένοι, καταδικάσουμε, ανιαρή, απομόνωσης. (μονάδες 5)

ð κατηγορούμε ≠ επιδοκιμάζουμε
ð εξαρτημένοι ≠ ανεπηρέαστοι
ð καταδικάσουμε ≠ απαλλάξουμε
ð ανιαρή ≠ ενδιαφέρουσα
ð απομόνωσης ≠ κοινωνικότητας

Γ1. β. Να δημιουργήσετε μία πρόταση για καθεμιά από τις αντώνυμες λέξεις που επιλέξατε, έτσι ώστε να γίνεται φανερή η σημασία τους (μπορείτε να διαφοροποιήσετε τον γραμματικό τύπο ως προς την πτώση, τον αριθμό, το γένος, το πρόσωπο, το χρόνο κ.λπ.). (μονάδες 5)

ð Συχνά επιδοκιμάζουμε ορισμένα τηλεοπτικά προγράμματα μόνο στο άκουσμα του ονόματος των συντελεστών τους.

ð Οι νέοι παρουσιάζονται ολοένα και περισσότερο ανεπηρέαστοι από τα θέλγητρα της τηλεόρασης.

ð Προτού απαλλάξουμε το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων απ’ την ευθύνη για την έξαρση των ρατσιστικών φαινομένων, θα πρέπει να τα ελέγξουμε λίγο πιο προσεκτικά.

ð Οι νέοι θεωρούν την κοινωνική τους ζωή πολύ πιο ενδιαφέρουσα απ’ τα διάφορα τηλεοπτικά προγράμματα.

ð Η κοινωνικότητα συνιστά πολύτιμο εφόδιο για τους νέους ανθρώπους, καθώς θα τους επιτρέψει τη δημιουργία ενός ισχυρού δικτύου γνωριμιών.

Γ1. α. Να γράψετε μία συνώνυμη λέξη για καθεμιά από τις λέξεις του κειμένου με την έντονη γραφή, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία τους στο κείμενο: κατηγορούμε, υποστηρίζουν, δημιουργεί, εξουθένωσης, σαγήνη. (μονάδες 5)

ð κατηγορούμε = κατακρίνουμε
ð υποστηρίζουν = ισχυρίζονται
ð δημιουργεί = προκαλεί
ð εξουθένωσης = εξάντλησης
ð σαγήνη = έλξη

Γ1. β. Να δημιουργήσετε μία πρόταση για καθεμιά από τις συνώνυμες λέξεις που επιλέξατε, έτσι ώστε να γίνεται φανερή η σημασία τους (μπορείτε να διαφοροποιήσετε τον γραμματικό τύπο ως προς την πτώση, τον αριθμό, το πρόσωπο κ.λπ.). (μονάδες 5)

ð Συχνά κατακρίνουμε την τηλεόραση, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας πως θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργεί ως μια αμιγώς ψυχαγωγική δραστηριότητα, αν είχε προγράμματα καλύτερης ποιότητας.

ð Οι επιστήμονες ισχυρίζονται πως η παρακολούθηση βίαιων τηλεοπτικών προγραμμάτων από παιδιά μικρής ηλικίας, οδηγεί σε φαινόμενα μίμησης με οδυνηρές συνέπειες.

ð Η συχνή και πολύωρη τηλεθέαση προκαλεί συμπτώματα εθισμού.

ð Η εξάντληση απ’ την καθημερινή εργασία αποτρέπει τους πολίτες απ’ την αναζήτηση δημιουργικότερων ενασχολήσεων στον ελεύθερο χρόνο τους.

ð Η έλξη που ασκούν τα τηλεοπτικά προγράμματα, ενισχύεται απ’ την απουσία πραγματικής ευχαρίστησης στη ζωή των ανθρώπων.

Γ1. Να γράψετε από μία πρόταση με καθεμιά από τις ακόλουθες λέξεις/φράσεις του κειμένου με έντονη γραφή: αναπτυγμένων, εξαρτημένοι, εθισμό, εργασιακής εξουθένωσης, σαγήνη. Φροντίστε, ώστε μέσα από την πρόταση να γίνεται φανερή η σημασία της κάθε λέξης/φράσης (μπορείτε να διαφοροποιήσετε τον γραμματικό τύπο ως προς την πτώση, τον αριθμό κ.λπ.). (μονάδες 10)

ð Οι πολίτες των αναπτυγμένων χωρών, αν και θα περίμενε κανείς πως θα έχουν πληθώρα άλλων δραστηριοτήτων, είναι εκείνοι που σπαταλούν τον περισσότερο χρόνο παρακολουθώντας τηλεόραση.

ð Οι άνθρωποι που βλέπουν πολλές ώρες τηλεόραση, λειτουργούν συχνά σαν να είναι εξαρτημένοι από αυτήν.

ð Ο εθισμός στη νικοτίνη είναι εξαιρετικά ισχυρός, με αποτέλεσμα οι καπνιστές να δυσκολεύονται πάρα πολύ να διακόψουν τη βλαβερή αυτή συνήθεια.

ð Η εργασιακή εξουθένωση έρχεται ως αποτέλεσμα των περικοπών προσωπικού, καθώς εξαναγκάζει τους εναπομείναντες υπαλλήλους να εργάζονται ακόμη περισσότερο.

ð Τα τηλεοπτικά προγράμματα ασκούν μια ιδιάζουσα σαγήνη στους ανθρώπους, αφού συχνά βρίσκουν σε αυτά στοιχεία και συγκινήσεις που λείπουν απ’ την πραγματική τους ζωή.

Γ2. «Πολλοί άνθρωποι συμπεριφέρονται σαν να είναι εξαρτημένοι από τη μικρή οθόνη. Ή μήπως είναι; Τελικά η τηλεόραση προκαλεί εθισμό κλινικού τύπου;»:
Στην παραπάνω περίοδο λόγου να εξηγήσετε τη χρήση των ερωτήσεων σε σχέση με τον επικοινωνιακό στόχο του αρθρογράφου. (μονάδες 5)

Οι ερωτήσεις που τίθενται απ’ τον αρθρογράφο λειτουργούν αφενός ως τρόπος ενίσχυσης του ενδιαφέροντος των αναγνωστών κι αφετέρου ως μέσο προετοιμασίας για το ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια, αφού ο γράφων σκοπεύει να δώσει ο ίδιος τις αναγκαίες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.

Γ2.α. «Για δεκαετίες οι επιστήμονες έχουν μελετήσει την επίδραση που έχει η τηλεθέαση στην ανθρώπινη συμπεριφορά...»
Στην παραπάνω περίοδο λόγου ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί μια αναφορική πρόταση. Να την εντοπίσετε και να τη χαρακτηρίσετε είτε ως προσδιοριστική είτε ως παραθετική ανάλογα με τις πληροφορίες που αυτή περιέχει σε σχέση με τον προσδιοριζόμενο όρο. (μονάδες 2)

ð Η αναφορική πρόταση είναι προσδιοριστική.

Γ2. β. Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας. (μονάδες 3)

ð Η αναφορική πρόταση είναι προσδιοριστική, καθώς αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του όρου που προσδιορίζει (επίδραση) και εκφράζει μαζί με αυτόν ένα νόημα αδιαίρετο.

Γ2. α. «...υπάρχει μια ενστικτώδης βιολογική αντίδραση του ανθρώπου, η «αντίδραση προσανατολισμού», που δημιουργεί μια έλξη προς μια συσκευή..»:
Στο παραπάνω απόσπασμα ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί μία αναφορική πρόταση. Να την εντοπίσετε και να την χαρακτηρίσετε είτε ως προσδιοριστική είτε ως παραθετική ανάλογα με τις πληροφορίες που αυτή περιέχει σε σχέση με τον προσδιοριζόμενο όρο. (μονάδες 2)

ð Η δευτερεύουσα αναφορική είναι παραθετική.

Γ2. β. Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας. (μονάδες 3)


ð Η δευτερεύουσα αναφορική είναι παραθετική, καθώς οι πληροφορίες που παρέχει είναι ξεχωριστές σε σχέση με τον όρο που προσδιορίζει, με τον οποίο δεν εκφράζει ένα αδιαίρετο νόημα. 

Ηλίας Βενέζης «Ο ναυαγός» [Τράπεζα Θεμάτων]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Martin Stranka

Ηλίας Βενέζης «Ο ναυαγός» [Τράπεζα Θεμάτων]

Ενότητα: «Τα φύλα στη Λογοτεχνία»

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ (1904-1973)

Ο ναυαγός (απόσπασμα)

Ο ναυαγός -ένας νέος άντρας που είχε ναυαγήσει στο πέλαγό μας μια απ’ τις τελευταίες μέρες του χειμώνα και λίγο έλειψε να χαθεί- περπατούσε το δύσκολο δρόμο: πήγαινε να μιλήσει στην πεθαμένη γυναίκα του, κει που αναπαυόταν, στη γη. Ήταν λίγοι μήνες που πέθανε. Θα είχε να της πει πολλά. Για τη δύσκολη ώρα. Για το ναυάγιο.
[...]
Ήταν νέα γυναίκα, ζεστή, την αγαπούσε παράφορα, την έδενε με την αρμύρα του πελάγου, με το πάθος της θάλασσας. Αυτός έλειπε πολύ, ταξίδευε πολύ, την άφηνε μονάχη. Όμως δε φοβήθηκε γι’ αυτήν ποτές. Ήταν και γι’ αυτήν βέβαιος, όπως για όλα. Η σιγουριά, η τραχειά της δύναμη, αγκάλιαζε κι εκείνην μαζί μ’ όλα τα πράματα όσα του ανήκαν. Αυτή η γυναίκα είχε έρθει γι’ αυτόν – έτσι έλεγε. Για να τον λατρέψει ίσαμε το τέλος του ταξιδιού. Και να πεθάνει. Τίποτα άλλο.
[...]
Ξαφνικά, στρίβοντας το μονοπάτι, καρφώθηκε στον τόπο του, σα να τον είχε χτυπήσει αστροπελέκι. Πάνω στον τάφο της με τον πρόχειρο ξύλινο σταυρό, ένας άντρας, ένας άγνωστος άντρας, σκυμμένος κάτι έκανε. Ο ναυαγός άνοιξε τα μάτια του καλά, είδε τη σκυμμένη φιγούρα, το έργο της. Ανατρίχιασε. Ο άγνωστος άντρας άναβε το καντήλι της πεθαμένης γυναίκας του!
Χίμησε απάνω στον ξένο, τον άρπαξε με τα δυνατά του χέρια, τον στύλωσε ολόρθο. Ο άγνωστος άντρας, νέος κι αυτός, με πρόσωπο αυλακωμένο απ’ τη λύπη, χλωμός, ψέλλισε:
«Τι είναι; Τι έχεις;»
Το καντήλι με το λάδι ξέφυγε απ’ το χέρι του, το λάδι έτρεχε λίγο λίγο απάνω στο χώμα που σκέπαζε την πεθαμένη, έσταζε. Μα ο άλλος, ο ναυαγός, τώρα ούρλιαζε:
«Ποιος είσαι εσύ; Ποιος είσαι εσύ; Τι γυρεύεις, σκυλί, απάνω στον τάφο της γυναίκας μου; Τι την είχες, εσύ, τη γυναίκα μου;»
Ο άλλος μιλά ήσυχα. Προσπαθεί να ξεφύγει απ’ τα χέρια που τον κρατούν. Λέει ήσυχα.
«Κοίταξε πλάι. Εδώ, στον πλαϊνό τάφο, είναι η δική μου η γυναίκα. Τη θάψαμε προχτές».
Ήρθε, λέει, να της ανάψει το καντήλι. Τότες είδε τον άλλο τάφο πλάι του. Το καντήλι του ξένου τάφου είχε σβήσει. Του φάνηκε, ο ξένος τάφος, έρημος.
«Μήτε είδα, γυναίκα ήταν, άντρας ήταν», προσπαθεί να εξηγήσει ο ξένος. «Είδα σβηστό το καντήλι, πήγα να βάλω λάδι να το ανάψω. Χριστιανοί είμαστε».
Μα ο ναυαγός δεν ήθελε ν’ ακούσει. Βίαιη, αναπάντεχη, αδυσώπητη, ερχόταν η συμφορά. Γκρέμιζε τη ζωή, γκρέμιζε την πίστη, το ρυθμό. Κείνη η παράξενη μουσική σώπαινε, κομμένη απότομα, το αίσθημα της σιγουριάς, η γαλήνη σώπαινε - το χρυσό στεφάνι έσβηνε καπνός.
«Άσ’ τα αυτά!» ούρλιαζε στον ξένο. «Για τη γυναίκα μου ήρθες κι εσύ! Λέγε! Τι την είχες τη γυναίκα μου; Από πότε την είχες;»
Λίγο παράμερα στεκόταν ο χορός των γυναικών. Είχαν έρθει κι αυτές μαζί με τον ξένο άντρα, μιλούσαν ανάμεσά τους πράματα αδιάφορα όσο ο άντρας έριχνε το λάδι στα δύο καντήλια, όταν ξαφνικά άκουσαν, είδαν το ναυαγό να χύνεται στον άνθρωπό τους. Τρέξαν.
«Τι είναι; Τι είναι;» φώναζαν.
«Ρώτησε τις γυναίκες!» έλεγε τώρα στο ναυαγό ο άγνωστος άντρας. «Ρώτησέ τες να σου πουν αν δεν ήρθα εγώ για τον άνθρωπό μου. Ρώτησέ τες αν ήξερα τι είναι ο τάφος τούτος που λες πως είναι η γυναίκα σου. Άφησέ με, άνθρωπε!»
«Έτσι είναι! Έτσι είναι!» φωνάζαν οι γυναίκες υστερικά, μπαίνοντας στη μέση, ξαφνιασμένες για το αναπάντεχο. «Πού ακούστηκε αυτό; Να μαλώνετε γι’ αυτό; Ακούς να μαλώνουν ζηλεύοντας μια πεθαμένη γυναίκα! Χωριστείτε, λοιπόν! Ας πάει ο καθένας στον τάφο του να συχάσει!»
Και μια τους, πιο σιγά, όταν οι άλλες σώπασαν, είπε με ξαναμμένα μάτια στο ναυαγό:
«Χώμα πια είναι! Δεν πάει να ‘καμε ό,τι θέλει σα ζούσε! Χώμα γίνηκε. Καθώς κι η άλλη. Λοιπόν, ας πάει ο καθένας σας στο χώμα του!»
Ήταν ο λόγος ο τελειωτικός. Το τελευταίο χτύπημα στη γαλήνη. Ο ναυαγός αποκαμωμένος κατέβασε τα χέρια του. Ο άλλος αποτραβήχτηκε αμίλητος. Το λίγο λάδι που έμενε έσταζε ακόμα σιγά στη γη. Κανείς δεν έσκυψε να σηκώσει το καντήλι. Το βράδυ έπεφτε. Τα μολυβένια ανοιξιάτικα σύννεφα του Ευαγγελισμού.

Οι νικημένοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1954.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α1. Να αναφέρετε τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας. (8 μονάδες)

Τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας είναι τρία:
ð ο πρωταγωνιστής, τον οποίο ο αφηγητής αποκαλεί ναυαγό, εξαιτίας της δύσκολης αυτής εμπειρίας που είχε βιώσει
ð η σύζυγος του ναυαγού, η οποία είχε πεθάνει λίγους μήνες πριν
ð ο νεαρός άντρας στο νεκροταφείο, ο οποίος έχοντας χάσει τη δική του γυναίκα λίγες μέρες πριν βρίσκεται εκεί κι ο ναυαγός τον βλέπει να ανάβει το καντήλι της δικής του γυναίκας.
Αναφέρονται, επίσης, οι γυναίκες στο νεκροταφείο που μιλούν και σχολιάζουν από κοινού τα γεγονότα, απ’ τις οποίες ο αφηγητής δίνει διακριτή φωνή μόνο σε μία, σ’ εκείνη που κάνει το τελευταίο σχόλιο που επισφραγίζει τους φόβους του ήρωα.

α2. Να προσδιορίσετε το χώρο στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία. (5 μονάδες)

Το κύριο γεγονός της ιστορίας διαδραματίζεται στο νεκροταφείο, όπου έχει ενταφιαστεί η γυναίκα του πρωταγωνιστή.

α3.Να αναγνωρίσετε στη δεύτερη παράγραφο το χρονικό επίπεδο της αφήγησης. (12 μονάδες)

Η δεύτερη παράγραφος του κειμένου συνιστά αναδρομική αφήγηση, καθώς ο αφηγητής αναφέρεται σε μια προγενέστερη κατάσταση. Τοποθετείται, άρα, στο παρελθόν, σε σχέση με τα γεγονότα της κύριας αφήγησης.

β1. «Ήταν νέα γυναίκα …Τίποτε άλλο.»: Να περιγράψετε τα συναισθήματα που ένιωθε ο άντρας για τη γυναίκα σύμφωνα με το παραπάνω απόσπασμα. (10 μονάδες)

«Ήταν νέα γυναίκα, ζεστή, την αγαπούσε παράφορα, την έδενε με την αρμύρα του πελάγου, με το πάθος της θάλασσας. Αυτός έλειπε πολύ, ταξίδευε πολύ, την άφηνε μονάχη. Όμως δε φοβήθηκε γι’ αυτήν ποτές. Ήταν και γι’ αυτήν βέβαιος, όπως για όλα. Η σιγουριά, η τραχειά της δύναμη, αγκάλιαζε κι εκείνην μαζί μ’ όλα τα πράματα όσα του ανήκαν. Αυτή η γυναίκα είχε έρθει γι’ αυτόν – έτσι έλεγε. Για να τον λατρέψει ίσαμε το τέλος του ταξιδιού. Και να πεθάνει. Τίποτα άλλο.»

Ο ήρωας αγαπούσε παράφορα τη γυναίκα του· με ένταση που θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την αγάπη που είχε για τη θάλασσα και τα ταξίδια. Αναγκαζόταν, βέβαια, να την αφήνει για μεγάλα διαστήματα μόνης της, αφού ως ναυτικός έπρεπε να ταξιδεύει συχνά, αλλά δεν ανησυχούσε ποτέ για εκείνη. Ήταν απόλυτα σίγουρος πως παρά την απουσία του εκείνη θα παρέμενε πάντοτε αφοσιωμένη και πιστή σε αυτόν, καθώς, όπως σχολίαζε χαρακτηριστικά, αυτή η γυναίκα είχε έρθει στον κόσμο γι’ αυτόν.
Ο νεαρός ναυτικός ήταν πεπεισμένος πως η γυναίκα του ήταν προορισμένη να τον λατρεύει μέχρι το τέλος της κοινής τους διαδρομής κι ύστερα να ολοκληρώσει τη ζωή της, χωρίς ποτέ να αποζητήσει τίποτε και κανέναν άλλο. Η σιγουριά αυτή του ήρωα προέκυπτε απ’ το γεγονός πως θεωρούσε ότι η γυναίκα του τού ανήκε, όπως ακριβώς του ανήκαν τα υλικά του αγαθά. Ο ήρωας δεν αναγνώριζε προφανώς στη γυναίκα του τη δυνατότητα αυτόνομης ύπαρξης ή τη δυνατότητα επιθυμιών που να μη σχετίζονται με τον ίδιο. Διατηρούσε απέναντί της μια κτητική διάθεση και μιαν αίσθηση ιδιοκτησίας, που μόνο απέναντι σε κάποιο αντικείμενο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.
Ίσως, βέβαια, στην απόλυτη εμπιστοσύνη του για τα συναισθήματα και την αφοσίωσή της να καθρεφτιζόταν η ένταση της δικής του αγάπης και αφοσίωσης.

β2. Να επισημάνετε και να σχολιάσετε την ανατροπή της συναισθηματικής κατάστασης του άντρα. (15 μονάδες)

Κατά την επίσκεψή του στο νεκροταφείο ο ναυαγός αντικρίζει έναν ξένο άντρα να ανάβει το καντήλι του τάφου της γυναίκας του κι αυτό του προκαλεί μεγάλη αναστάτωση και οργή, καθώς για πρώτη φορά σκέφτεται πως η γυναίκα του ενδεχομένως να μην του ήταν τόσο απόλυτα αφοσιωμένη, όσο ο ίδιος πίστευε. Επιτίθεται, έτσι, στον πιθανό αντίζηλό του και τον ρωτά με υβριστικό τρόπο για το είδος της σχέσης που είχε με τη γυναίκα του. Τον ρωτά, θέλοντας να μάθει για ποιο λόγο ένας άγνωστος άντρας ασχολείται με τον τάφο της δικής του γυναίκας, αλλά στην πραγματικότητα δεν δίνει καμία σημασία στην απάντηση που του δίνεται. Μέσα του ήδη καταρρέει η εικόνα που είχε για τη σύζυγό του, αφού η πράξη του αγνώστου είναι πολύ πιο εύγλωττη και πολύ πιο σαφής από κάθε δικαιολογία που εκείνος μπορεί να παρουσιάσει.
Ο ήρωας συνειδητοποιεί πως η ιδανική ιδέα που είχε διαμορφώσει για την απόλυτη αφοσίωση και αγάπη της γυναίκας του, δεν ήταν παρά ένα βολικό δημιούργημα της δικής του σκέψης, αφού στην πραγματικότητα εκείνη είχε δεσμό μ’ έναν άλλον άντρα, κουρασμένη ίσως να προσμένει εκείνον να γυρίσει απ’ τα μακρινά του ταξίδια. Άλλωστε, τα λόγια που του λέει μία από τις εκεί γυναίκες, πως δεν έχει καμία σημασία τι έκανε όσο ζούσε, αφού τώρα ήταν πια νεκρή, λειτουργούν ως επιβεβαίωση για τις φρικτές του υποψίες. Όχι μόνο δεν ήταν απίθανο να είχε συνάψει σχέση μ’ αυτόν τον άγνωστο άντρα, αλλά ήταν και πιθανώς αναμενόμενο, αφού εκείνος την εγκατέλειπε διαρκώς μόνη της.
Οι βεβαιότητες του ήρωα συνθλίβονται κι η σκέψη πως μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσε ένα ψέμα, του προκαλεί ανείπωτο πόνο. Η γυναίκα που τόσο αγαπούσε δεν υπήρξε εξίσου απόλυτα δοσμένη σ’ εκείνον· δεν υπήρξε το πρότυπο της αφοσίωσης που εκείνος νόμιζε και τιμούσε.  
«Βίαιη, αναπάντεχη, αδυσώπητη, ερχόταν η συμφορά. Γκρέμιζε τη ζωή, γκρέμιζε την πίστη, το ρυθμό. Κείνη η παράξενη μουσική σώπαινε, κομμένη απότομα, το αίσθημα της σιγουριάς, η γαλήνη σώπαινε - το χρυσό στεφάνι έσβηνε καπνός.»
...

«Ήταν ο λόγος ο τελειωτικός. Το τελευταίο χτύπημα στη γαλήνη. Ο ναυαγός αποκαμωμένος κατέβασε τα χέρια του.» 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Η αποσώστρα» [Τράπεζα Θεμάτων]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Judy Kirouac

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Η αποσώστρα» [Τράπεζα Θεμάτων]

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911)

Η αποσώστρα

Ότ᾿ είχε βασιλέψ᾿ ο ήλιος. Κατεβαίναμε το στενό καλδερίμι, τον κατήφορο. Ζερβά μεριά, στο κάτω σκαλοπάτι του παλιού σπιτιού του Γιάννου τ᾿ Αγιώτη (μια φορά ήτον του Γιάννου τ᾿ Αγιώτη, όταν ο μακαρίτης εζούσε κ᾿ εμεθούσε ακόμα· τώρα δεν ξέρω πλια τίνος είναι, γιατί πέρασαν τόσα χρόνια!) καθέταν η Μορισώ το Γιαλινάκι, με τη ρόκα της, με τ᾿ αδράχτι της, μαζί με δυο άλλες, κι άλεθε η γλώσσα της. Την στιγμή που περνούσα, άκουσα να πέση μια παροιμία απ᾿ το στόμα της:―Τρεις οπ᾿ σ᾿ έχω, άντρα, και τρεις οπ᾿ μ᾿ έχεις, έξι· και τρεις του παιδιού, εννιά…
Εκείνο το δειλινό, είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νιόνυφη, η γυναίκα του Κώστα του Μπουλτογιάννη. Εξ εφτά μήνες είχαν περάσει απ᾿ το γάμο. Η θεια-Μορισ εσχολίαζε, τώρα, κατά τον δικόν της τον τρόπο, το φταμηνίτικο ή το πρωιμάδι, που είχεν έρθει στον κόσμον αυτόν. Όλα τα συμβάντα του μικρού χωριού, τα όσα γίνονταν, και τα όσα δεν είχαν γίνει ακόμα, έτσι τα σχολίαζε. Δεν άφηνε καμμιά κουβέντα, κανένα μαντάτο, κανένα «λακριντί», που να μην τ᾿ αποσώση. Μ᾿ αυτά, και με τη ρόκα της, περνούσε την ώρα της, κ᾿ έκανε να περάσουν και των άλλων γυναικών οι ώρες. Αλλοιώς, τι θα γινότανε, σ᾿ αυτόν τον παλιόκοσμο;
Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Ο γυιος της, ο μεγάλος, από τριάντα χρόνια τώρα, είχε πάρει μαύρα πέλαγα. Άμορος είχε γίνει, και δεν ακούστηκε πλια. Ο άλλος, ο μικρός, ακουγόταν ακόμα κάποτε· ήτον στην Αμέρικα χρόνια, της έγραφε πως θα ρθη, και δεν ερχότανε. Την κόρη της, την είχε καλοπαντρέψει, μα δεν είχε τύχη να ζήσ· πέθανε στη γέννα, και το παιδί έζησε ως που ν᾿ αποχτήση το δικαίωμα ο πατεριασμένος του να κληρονομήση τα προικιά, κ᾿ ύστερα, στους πέντε μήνες ξαναπαντρεύτηκε· αυτός ήτον ο μεγαλύτερος καημός της θεια-Μορισίνας!
Και τώρα εγήραζε, κ᾿ εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες τοίχους του σπιτιού της. Αυτήν τη φορά, την ορμήνεψαν να μην πάρη πατριωτάκι, μα ξένο, για να μη λάβη θάρρος μαζί της. Επήρ᾿ ένα κορίτσι από ξένα μέρη, απ᾿ τη στεριά την αντικρινή, φτωχό, έρμο και σκοτεινό. Το ανάστησε, το πόνεσε, το μεγάλωσε. Αυτό, σαν έγινε δεκαπέντε χρόνων, αγάπησ᾿ ένα νέον στη γειτονιά και μια βραδιά, τη Σαρακοστή, όταν η ψυχομάννα της ήτον στην Εκκλησιά (γιατί είχε ξαναρχίσει, φυσικά, να πηγαίνη, επειδή δεν υπόφερνε να τήνε λένε «ξεχωρισμένη» κι «αλιβάνιστη») έμπασε τον αγαπητικό στο σπίτι, κ᾿ έκαμε αρρεβώνα μαζί του. «Ή θα με πάρης, ή θα χαθώ».
Η ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, απ᾿ το κακό της. Της ήρθεν, ευθύς, να την πετάξη όξω, αφού την γδύση, και να την αφήση με το πουκάμισο. Εδώ «τα ηύρε σκούρα». Οι
δικολάβοι, οπού δεν λείπουν από κανένα μικρό χωριό, υπερασπίστηκαν τη νέα, και την εσυμβούλεψαν να μην κουνηθή από το σπίτι. Η θειά το Γιαλινάκι επήγε σ᾿ ένα ξάδερφό της, που ήτον κάπως μεγάλος και τρανός, ανώτερος υπάλληλος του Κουβέρνου, κι αυτός την ορμήνεψε να βάλη μαστόρους να ξεσκεπάσουν το σπίτι, για να την αφήσ να πεθάνη απ᾿ το κρύο, κι απ᾿ το άλλο μέρος, να του κάμη το σπίτι απάνω του, οικονομικά, καθώς το ξανάλεγε ύστερα η θεια-Μορισίνα. Αληθινά, χωρίς να το καλοσυλλογιστή, με βία, επήγε και του έκαμε το έγγραφο το «οικονομικό», κ᾿ έβαλε δύο μαστροχαλαστήδες μισομεθυσμένους, ένα κοντόγιορτο, κι άρχισαν να κατεβάζουν τα κεραμίδια…
Τότε, έξαφνα, την επήρε το παράπονο, κόπηκε η καρδιά της, κι άρχισε να χύνη τόσα δάκρυα απ᾿ τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη στέρνα βουλωμένη, που δεν είχε δουλευτή ποτέ, και τώρα μόνο άρχισε να ξεχειλίζη. Λοιπόν, το μετανόησε, έτρεξε στον εξάδερφό της, και τον επαρακάλεσε να της χαλάση το έγγραφο το «οικονομικό». Ο ξάδερφος, όμως, δεν φαίνεται να είχε πολλά υγρά μέσα του· αρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ᾿ είπε πως το σπίτι ήτον δικό του…
Αφού είδε κι αποείδε, η γρια-Μορισίνα, και καμμιά δουλειά, κανένα έργο, ό,τι κι αν είχε καταπιαστή, δεν της εβγήκε σε καλό τέλος, στα υστερνά της βάλθηκε κι αυτή ν᾿ αποσώνη τις κουβέντες, τα μαντάτα, και τις δουλειές των αλλωνών. Κ᾿ επέρναε τον καιρό της να κρένη και να ξεστομίζη σχόλια για κάθε τι. Η μεγαλύτερη δουλειά της ήτον να λέη τραγουδάκια, να βγάζη παραγκώμια για τον καθένα.
Άμα έβγαινε το πουρνό απ᾿ την Εκκλησιά, από τη στερνή φορά που είχε ξαναρχίσει να πηγαίνη, το έστρων᾿ εκεί στα σκαλοπατάκια, όχι μακριά απ᾿ το σπίτι της, κ᾿ έπιανε λακριντί με τις γειτόνισσες. Τις καθημερινές έκανε και τη ρόκα της, εδούλευε κ᾿ η γλώσσα της, σαν να έκαναν ζευγάρι τα δυο. Τις Κυριακές, που έβλεπε και πλειότερον κόσμο (γιατί το στενό κατηφορικό καλδερίμι ήτον πρώτο σοκάκι κατά το γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της.
Αν έβλεπε κανένα μαραγκόν του ταρσανά στολισμένον, με γαλάζια γυαλιστερή βράκα, με το φέσι κατακόκκινο, και μακριά φούντα, έλεγε: «Κόρδα και φούντα, καί τ᾿ άσπρα, που ν᾿ τα;»
Αν επερνούσε καμμιά νιόνυφη, με ολόχρυσα κεντήματα και ποδογύρια, που η κορμοστασιά της δεν της εφαίνεταν τόσο νόστιμη: «Τι τέμπλα, τι ανέμη, θα πω; Κουρμαντέλα, να μην αβασκαθή, το κορμί της!…»
Αν ήτον κοντή και χωρίς μέση: «Τι κουβάρι είν᾿ τούτο, μαθές; Πώς δεν την εξεδίπλωσε η μάννα της;…»
Αν ήτον καμμιά ψηλή κι άγαρμπη: «Δε σας φαίνεται σα μανάλι με τη λαμπάδα σπασμένη… πο το πάει ο μπάρμπ᾿ Αναγνώστης μπροστά απ᾿ τον παπά, που θα πη το “Σοφία, ορθοί”»;
Αν έβλεπε κανένα κορίτσι πολύ μαυρειδερό: «Την επάτησε στην μπογιά ου Αρούμ᾿ς» (παραγκώμι ενός βαφιά του τόπου).
Αν επερνούσε κανένα ψηλό υποκείμενο: «Νύχτωσε, και δεν πρόφτασε να χτίση άλλο
μισό. Χρειάζεται σκαλωσιά να βάλη ο Αριφός» (παρατσούκλι του πρωτομάστορη, που σκάρωνε τα καράβια).
Καμπόσων ανθρώπων τη ζωή και τα πάθια, τα παιρνε «κουτουριάρικα», και τα χε σχεδόν μονοπώλιο, η γρια-Μορισίνα. Εκείν᾿ η παροιμία που ακούσαμε απ᾿ το στόμα της, «Τρεις οπ᾿ σ᾿ έχω», κτλ., ήτον μόνο συνέχεια χωρίς τέλος. Ένα χρόνο πριν, όταν είχε γίνει ο αρρεβώνας, του ίδιου τ᾿ αντρόγυνου, είχε πει: «Τα όρνια παντρεύουνται, και τα στοιχειά βλογιούνται…»
Μια βραδιά, προ χρόνων, όταν είχε βγη περίπατο ένα ζευγάρι αρρεβωνιασμένων, οπού οι μαννάδες και των δυο κάτι παλιά ψεγάδια είχαν, φαίνεται, στην υπόληψή τους, η γριά έξαφνα είχε ξεφωνίσει:
Τι ταιριασμένο αντρόγυνο, να σ᾿ πω!
Σε τι είναι ταιριασμένο, θεια-Μορισώ; την ερώτησαν.
Να πλια, π……ς γυιος, και π……ς δυχατέρα, απήντησεν η γερόντισσα.
Μια χρονιά, είναι τώρα πολύς καιρός, ο καινούργιος δήμαρχος που είχε γίνει στο χωριό, θέλοντας να νεωτερίση, ξώδεψε ολίγες χιλιάδες του Δήμου του φτωχού, για να κάμη λέει «αρτεσιανά φρέατα». Ύστερ᾿ απ᾿ ολίγους μήνες, τα ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ᾿ έγιναν άχρηστα. Η θεια-Μορισίνα, πήγ᾿ ένα βράδυ να γεμίση το κανατάκι της, σ᾿ έν᾿ απ᾿ αυτά, και δεν ηύρε νερό στάλα.
Παλαβώσανε και τα φτιάσανε· παλαβώσανε και τα χαλάσανε; είπε.
Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο. Ύστερ᾿ απ᾿ ολίγο, σχωρέθηκε.

(Η αποσώστρα, 1905)

καλδερίμι ή καλντερίμι: λιθόστρωτος δρόμος του οποίου οι πέτρες δεν είναι κατεργασμένες.
πλια: πια
ρόκα: ράβδος στην οποία τοποθετούταν μαλλί για γνέσιμο.
αδράχτι: ξύλινο ή μεταλλικό κυλινδρικό εργαλείο με τον οποίο γνέθουν το μαλλί.
σπαργανίσει >σπάργανα: η μακριά και πλατιά ταινία με την οποία άλλοτε τύλιγαν τα βρέφη, φασκιά.
πρωιμάδι: πρώιμος καρπός.
λακριντί: φλύαρη συζήτηση, κουβέντα, διήγηση· φλυαρία.
αποσώνω: αποτελειώνω κτ. που έχω αρχίσει.
αδιαφόρετος: που δε φέρνει διάφορο, κέρδος· άχρηστος.
άμορος: άφαντος.
πατεριασμένος: ο κακός πατέρας
δικολάβος: πρακτικός δικηγόρος που ασκούσε το επάγγελμά του μόνο στα κατώτερα δικαστήρια.
στέρνα: κατασκευή, είδος χτιστής δεξαμενής, που χρησιμοποιείται για αποθήκευση υγρών, ιδίως νερού.
κόρδα: χορδή / τμήμα μοναστηριού
ποδογύρι: το κάτω μέρος του υφάσματος των γυναικείων ρούχων, που γυρίζει προς τα μέσα και γαζώνεται.
τέμπλο: εικονοστάσιο αρκετά ψηλό που χωρίζει το Άγιο Βήμα από τον κυρίως ναό.
ανέμη: όργανο της υφαντικής, με οριζόντια περιστρεφόμενη στεφάνη, γύρω από την οποία τεντώνουν τουλούπες (κούκλες) νήματος για να το τυλίξουν σε κουβάρι ή μασούρι· ροδάνι.
κουτουριάρικα: απερίσκεπτα, στην τύχη, χωρίς υπολογισμό ή προγραμματισμό.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α.1. Να εντοπίσετε τα τέσσερα δευτερεύοντα πρόσωπα της αφήγησης (12 μονάδες)

Στο πλαίσιο του διηγήματος γίνεται αναφορά σε αρκετά επιμέρους πρόσωπα, αν συμπεριλάβουμε τον αφηγητή, αλλά κι εκείνα τα πρόσωπα που αναφέρονται παρεμπιπτόντως, όπως είναι οι γειτόνισσες ή οι μισομεθυσμένοι εργάτες. Μπορούμε, ωστόσο, να ξεχωρίσουμε τέσσερα δευτερεύοντα πρόσωπα στα οποία γίνεται μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης αναφορά. Έχουμε, έτσι:
ð τη μικρή κοπέλα που η Μορισώ παίρνει κοντά της ως ψυχοπαίδι και την ανατρέφει μέχρι και τα δεκαπέντε της χρόνια
ð τον ξάδερφο της ηρωίδας, τον κυβερνητικό υπάλληλο, ο οποίος εκμεταλλεύεται την αγανάκτηση της Μορισώς για την ψυχοκόρη της, που έφερε κρυφά στον σπίτι τον αγαπητικό της και τον αρραβωνιάστηκε, και την πείθει να γράψει σ’ αυτόν το σπίτι της, δήθεν για να την εξυπηρετήσει στην προσπάθειά της να τιμωρήσει το ψυχοπαίδι της
ð τον σύζυγο της μοναδικής της κόρης, ο οποίος αφού η γυναίκα του πέθανε στη γέννα και το παιδί τους έζησε μόνο όσο χρειάστηκε για να γίνει ο ίδιος νόμιμος κάτοχος της προίκας, παντρεύτηκε αμέσως μετά μιαν άλλη γυναίκα
ð τον μικρό γιο της ηρωίδας, ο οποίος βρισκόταν ήδη πολλά χρόνια στην Αμερική κι ενώ έγραφε στη μητέρα του πως θα έρθει, δεν ήρθε εντούτοις ποτέ.

α.2. Να καταγράψετε δύο σημεία αλλαγής του χρόνου της αφήγησης (8 μονάδες)

Οι εναλλαγές του χρόνου της αφήγησης είναι συχνές καθώς ο αφηγητής ακόμη και στο πλαίσιο των αναδρομών εντάσσει δραματικούς ενεστώτες, για να καταστήσει πιο παραστατικά τα δρώμενα της ιστορίας ή περνά από τον αόριστο των μοναδικών γεγονότων στον παρατατικό της θαμιστικής αφήγησης.  
α) Παρατηρούμε, έτσι, πως αφού έχει ολοκληρωθεί η συνοπτική παρουσίαση της τύχης των παιδιών της «αυτός ήτον ο μεγαλύτερος καημός της θεια-Μορισίνας!», η αφήγηση τρέπεται σε παροντική: «Και τώρα εγήραζε, κ᾿ εδιψούσε για συντροφιά, μέσα στους τέσσερες τοίχους του σπιτιού της.»
β) Αντιστοίχως, στο κλείσιμο του διηγήματος, ενώ έχουμε μια συνεχή αναφορά σε σχόλια που έκανε στο παρελθόν η ηρωίδα, αίφνης ο αφηγητής δηλώνει την παρουσία του επαναφέροντας την αφήγηση σε παροντικό χρόνο:
«―Παλαβώσανε και τα φτιάσανε· παλαβώσανε και τα χαλάσανε; είπε.
Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο.»

α.3. Να επισημάνετε τον αφηγητή του κειμένου και τη σχέση του με τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας. (5 μονάδες)

Ο αφηγητής καθιστά εμφανή την παρουσία του σε αρκετά σημεία του διηγήματος είτε ως μέρος της παρέας του είτε ως μεμονωμένο πρόσωπο:
«Κατεβαίναμε το στενό καλδερίμι...»
«τώρα δεν ξέρω πλια τίνος είναι...»
«Την στιγμή που περνούσα...»
«Εκείνο το δειλινό, είχε σπαργανίσει, καθώς έμαθον, μία νιόνυφη...»
«Εκείν᾿ η παροιμία που ακούσαμε απ᾿ το στόμα της...»
«Θαρρώ πως αυτό ήτον το απόφθεγμά της το τελευταίο.»
Ο τρόπος με τον οποίο εντάσσει ο αφηγητής τον εαυτό του στη ζωή του μικρού νησιώτικου χωριού, υποδηλώνει πως είναι κι ο ίδιος ένας από τους κατοίκους, κι έχει έτσι την ευκαιρία ν’ ακούσει προσωπικά κάποια από τα καυστικά της σχόλια. Ωστόσο, ο αφηγητής δεν έχει ή έστω δεν δηλώνει πως έχει κάποια άμεση σχέση με την ηρωίδα και την οικογένειά της, πέρα απ’ το γεγονός πως είναι συγχωριανοί. Μπορούμε, πάντως, να εικάσουμε πως το χωριό αυτό βρίσκεται στη Σκιάθο, στο νησί που γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο συγγραφέας.

β.1. Να περιγράψετε το χαρακτήρα της βασικής ηρωίδας του διηγήματος.(20 μονάδες)

Η Μορισώ υπήρξε, όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει ο αφηγητής, παραπονεμένη και πολύπαθη γυναίκα. Στάθηκε άτυχη με το γάμο της, αφού ο άντρας της ήταν ένας αδιαφόρετος, ένας άχρηστος, όσο ζούσε, κι όταν πέθανε την άφησε με τρία παιδιά, από τα οποία πάλι δεν γνώρισε κάποια χαρά. Ο μεγάλος της γιος είχε μπαρκάρει, τριάντα χρόνια ήδη, κι έκτοτε δεν είχε ακουστεί ξανά, γεγονός που σημαίνει πως ίσως είχε πεθάνει σε κάποια μακρινή χώρα. Ο μικρός της γιος, αν και ήταν σίγουρα ζωντανός, έμενε ωστόσο στην Αμερική και δεν επισκεπτόταν ποτέ τη μητέρα του. Ενώ, η μοναδική της κόρη, την οποία η ηρωίδα είχε καταφέρει να καλοπαντρέψει, πέθανε στη γέννα και το παιδί της, το εγγόνι της ηρωίδας, ξεψύχησε λίγους μήνες μετά.
Η άτυχη οικογενειακή πορεία της Μορισώς την είχε πικράνει βαθύτατα και την είχε αφήσει με την ανάγκη μιας συντροφιάς, γι’ αυτό και η ηρωίδα φρόντισε να πάρει ως ψυχοπαίδι, να υιοθετήσει δηλαδή, ένα κοριτσάκι, απ’ την απέναντι στεριά της Σκιάθου. Ωστόσο, παρά την αγάπη και τη φροντίδα που της έδειξε, εκείνη στα δεκαπέντε της χρόνια, χωρίς να τη συμβουλευτεί καν, αρραβωνιάστηκε με εκβιασμό τον αγαπητικό της. Το γεγονός αυτό πλήγωσε ιδιαίτερα την Μορισώ, η οποία στην προσπάθειά της να τιμωρήσει την ψυχοκόρη της, γνώρισε και μιαν απρόσμενη προδοσία από έναν ξάδερφό της, ο οποίος την εκμεταλλεύτηκε και οικειοποιήθηκε το σπίτι της.
Έτσι, πλήρως απογοητευμένη η Μορισώ και μη έχοντας πια κανέναν δικό της άνθρωπο, συνειδητοποίησε πως ό,τι κι αν προσπάθησε στη ζωή της απέτυχε, οπότε έπαψε πια να διεκδικεί οποιουδήποτε είδους ευτυχία στην προσωπική της ζωή κι αποφάσισε να ασχολείται αποκλειστικά με τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Άρχισε, λοιπόν, να σχολιάζει τους γύρω της, να σκαρώνει σκωπτικά τραγουδάκια και να βγάζει παρατσούκλια για τους συγχωριανούς της.
Τα σχόλιά της ήταν, βέβαια, πολύ καυστικά κι η διάθεσή της για κουτσομπολιό αστείρευτη, αφού δεν είχε πια καμιά άλλη ασχολία στη ζωή της. Ωστόσο, ο αφηγητής στέκει με συμπάθεια απέναντι στην ηρωίδα του, καθώς γνωρίζει πως όλη η πίκρα κι όλη η κακία που έβγαινε στα σχόλιά της, δεν ήταν παρά απόρροια της βαθιάς δυστυχίας και απογοήτευσης που είχε γνωρίσει στη ζωή της. Ο αφηγητής, επομένως, δεν παρουσιάζει την ηρωίδα ως κακό άνθρωπο ή ως αναίτια αγενή και προσβλητική. Τονίζει επαρκώς τις προσωπικές της ατυχίες, ώστε να είναι σαφές πως οι αρνητικές πτυχές του χαρακτήρα της υπήρξαν γέννημα μιας σειράς κακοδαιμονιών και ατυχιών στην προσωπική της ζωή.

β.2. Να διακρίνετε σε ποιο κοινωνικό στερεότυπο ανταποκρίνεται. (5 μονάδες)

Η Μορισώ το Γιαλινάκι, η ηρωίδα του διηγήματος, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναίκας της εποχής, που κουτσομπολεύει και σχολιάζει τη ζωή και τις πράξεις των άλλων ανθρώπων. Πικραμένη κι απογοητευμένη απ’ τη δική της ζωή, παύει από ένα σημείο και μετά να ασχολείται με τη δική της οικογένεια και τις δικές της υποθέσεις, αφού είναι πια χήρα και τα παιδιά της έχουν πεθάνει ή ζουν μακριά από εκείνη, κι αρχίζει να ασχολείται αποκλειστικά με τη ζωή των συγχωριανών της.

Η αδιακρισία και το κουτσομπολιό αποτελούν στοιχεία που αποδίδονταν στερεοτυπικά στις γυναίκες, μιας κι ήταν συνήθειο της εποχής να μαζεύονται τα απογεύματα στις αυλές ή στα εξωτερικά σκαλιά των σπιτιών και να σχολιάζουν όποιον περνούσε από εκεί. Πρόκειται, βέβαια, για μια μάλλον άδικη τοποθέτηση, εφόσον ήταν εξίσου πιθανό να έκαναν παρόμοια σχόλια κι οι άντρες στα καφενεία που μαζεύονταν, ωστόσο η συνήθεια αυτή των γυναικών ήταν αρκετά διαδεδομένη και τόσο συχνή, ώστε τους αποδόθηκε ως βασικό γνώρισμα. 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λογοτεχνία Κατεύθυνσης"Απαντήσεις στις ερωτήσεις του ΚΕΕ"

X