Τάσος Λειβαδίτης «Η περιπέτεια»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Shevon Johnson

Τάσος Λειβαδίτης «Η περιπέτεια»


«Και θα μπορούσε κάποτε να γραφτεί η συγκλονιστική περιπέτεια μιας γυναίκας που της έπεσε η βελόνα στο πάτωμα, εκείνη γονατίζει κι αρχίζει να ψάχνει, εκεί συναντάει την παλιά της ζωή: χαμένα όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει, ψάχνει ώσπου ξαναβρίσκει τη βελόνα – σηκώνεται τότε, κάθεται στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγανά γιατί κατάλαβε άξαφνα
       πως γυρισμός δεν υπάρχει…»

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη διακρίνεται για την έντονη αίσθηση  τραγικότητας που μεταδίδει στον αναγνώστη∙ αίσθηση που προκύπτει από την τάση του δημιουργού να ελέγχει τη ζωή του ατόμου σ’ ένα προχωρημένο σημείο της, όταν πια το μεγαλύτερο μέρος της έχει βιωθεί και δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια αλλαγών. Η προσέγγιση αυτή δίνει μια θέαση της πραγματικότητας πλήρως στερημένη από το αίσθημα της ελπίδας, το μόνο ουσιαστικά αίσθημα που κατορθώνει να κρατά τους ανθρώπους μπροστά στις πλείστες δυσκολίες και απογοητεύσεις που συναντούν στη ζωή τους.
Στο ποίημα «Η περιπέτεια» ο Λειβαδίτης κατορθώνει με χαρακτηριστική λιτότητα λόγου να παρουσιάσει σε λίγες μόλις γραμμές το απόλυτο αδιέξοδο που βιώνει η ηρωίδα. Η συγκλονιστική περιπέτεια της γυναίκας του ποιήματος συνίσταται επί της ουσίας σε μια εσωτερική διαδρομή, σε μια γοργή ανασκόπηση των χρόνων που έχουν περάσει, και φυσικά στην άξαφνη συνειδητοποίηση, στην απρόσμενη κατανόηση, πως η ζωή της έχει πια διαμορφωθεί και δεν μπορεί να την αλλάξει. Ο εγκλωβισμός της ηρωίδας στο στενόχωρο πλαίσιο μιας ζωής γεμάτης με πόνο και στερήσεις είναι όχι μόνο συντελεσμένος, αλλά και χωρίς διαφυγή.
Η συγκλονιστική περιπέτεια της ηρωίδας ξεκινά όταν της πέφτει η βελόνα στο πάτωμα. Ένα απλό συμβάν που την αναγκάζει να διακόψει την εργασία της, το ράψιμο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή απασχολούσε ή έστω κρατούσε αδρανή τη σκέψη της, και την ωθεί αθέλητα, καθώς ψάχνει για τη βελόνα, να θυμηθεί γεγονότα του παρελθόντος.

«εκεί συναντάει την παλιά της ζωή: χαμένα όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει»

Η αναζήτηση της βελόνας -για να συνεχιστεί η κοπιώδης και κακοπληρωμένη εργασία- φέρνει στη σκέψη της γυναίκας τα όνειρα μιας καλύτερης ζωής∙ φέρνει στη σκέψη και τα σφάλματα, τα λάθη και τους κακούς υπολογισμούς, που της στέρησαν τη ζωή που κάποτε επιθυμούσε. Μαζί τους έρχεται κι η θύμηση των αγαπημένων ανθρώπων που πέθαναν, συμπληρώνοντας έτσι την εικόνα των στοιχείων που συνθέτουν το επώδυνο πλέγμα της ζωής της.
Μα όσο μεγάλη κι αν είναι η απογοήτευσή της, όσο έντονος κι αν είναι ο πόνος που συνταράσσει την ψυχή της, δεν έχει τη δυνατότητα της παύσης ή της ολοκληρωτικής παραίτησης. Το φόρεμα πρέπει να παραδοθεί, η δουλειά της πρέπει να συνεχιστεί∙ ακόμη κι αν η ζωή δεν της προσέφερε την ευτυχία που η ίδια προσδοκούσε, συνεχίζει ωστόσο να εγείρει τις δύσκολες αξιώσεις της, μέσα από τις αδιάκοπες υποχρεώσεις και τις ανάγκες της καθημερινής διαβίωσης. Όπως ο Χριστός έφτασε ως τη σταύρωση, παρόλο που για μια στιγμή θέλησε να αποφύγει την ύστατη αυτή θυσία, έτσι κι η γυναίκα -η κάθε γυναίκα- οφείλει να επιτελέσει το ρόλο της μέχρι τέλους.

«σηκώνεται τότε, κάθεται στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγανά γιατί κατάλαβε άξαφνα
       πως γυρισμός δεν υπάρχει…»

Η ηρωίδα του ποιήματος αντιλαμβάνεται αίφνης πως δεν υπάρχει πια γυρισμός. Η ζωή της είναι αυτή που είναι, με όλα τα λάθη, με όλες τις πικρίες και τις απογοητεύσεις, με όλες τις στερήσεις και τις δυσκολίες, και δεν έχει πια τη δυνατότητα να την αλλάξει. Είναι πλέον αργά να ξεφύγει απ’ ό,τι συνιστά τη ζωή της, κι αυτή η επίγνωση λειτουργεί ως ένας επιπλέον λόγος, ένας καίριος λόγος, που κορυφώνει την απελπισία της. Παγιδευμένη πλήρως σε μια ζωή που δεν την φαντάστηκε και δεν τη θέλησε έτσι, σε μια ζωή που διαμορφώθηκε χρόνο το χρόνο, επιλογή την επιλογή και -ατυχώς- λάθος το λάθος, οφείλει να υπηρετήσει -είτε το θέλει είτε όχι- το αποτέλεσμα των επιλογών της, αλλά και των τυχαίων συγκυριών.
Ο ποιητής αντικρίζει με συμπόνια και κατανόηση τη ζωή αυτής της γυναίκας, και μέσω αυτής τη ζωή πολλών ανθρώπων, χωρίς ωστόσο να επιτρέπει τη δυνατότητα κάποιας αισιόδοξης ματιάς. Εγκλωβίζει την ηρωίδα του σε μια αδιέξοδη κατάσταση, στερώντας της το δικαίωμα της ελπίδας, το περιθώριο μιας ουσιαστικής αλλαγής, κι αυτό όχι γιατί θεωρητικά δεν υπάρχει πάντοτε η προσδοκία του απρόσμενου, αλλά γιατί στην πραγματικότητα πολύ συχνά το επώδυνο και το δύσκολο είναι το μόνο που έχουμε να ζήσουμε.
Έτσι, το τετελεσμένο και το αναπόφευκτο της δυστυχίας που βιώνει η ηρωίδα του ποιήματος, τίθεται περισσότερο ως μια ιστορία -μια συχνά επαναλαμβανόμενη ιστορία- που θα πρέπει να έχουν υπόψη τους οι αναγνώστες του ποιήματος, ώστε εγκαίρως και χωρίς δισταγμούς να προβαίνουν στις αλλαγές και τις αποφάσεις εκείνες που θα μπορούσαν να τους διασώσουν από ανάλογα αδιέξοδα βιώματα. Άλλωστε, τίποτε δεν μπορεί επί της ουσίας να αλλάξει, αν δεν γίνει έστω μια πρώτη αλλαγή, αν δεν γίνει εκείνη η βασική συνειδητοποίηση πως τα πράγματα δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι.  

Κωνσταντίνος Καβάφης «Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Erik Brede

Κωνσταντίνος Καβάφης «Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)»


Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη!

Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά,
να παύσει την ταπείνωσι που απ’ τον καιρό της μάχης
της Μαγνησίας την πατρίδα του πιέζει.
Να γίνει πάλι κράτος δυνατό η Συρία,
με τους στρατούς της, με τους στόλους της,
με τα μεγάλα κάστρα, με τα πλούτη.

Υπέφερε, πικραίνονταν στην Pώμη
σαν ένοιωθε στες ομιλίες των φίλων του,
της νεολαίας των μεγάλων οίκων,
μες σ’ όλην την λεπτότητα και την ευγένεια
που έδειχναν σ’ αυτόν, του βασιλέως
Σελεύκου Φιλοπάτορος τον υιό—
σαν ένοιωθε που όμως πάντα υπήρχε μια κρυφή
ολιγωρία για τες δυναστείες τες ελληνίζουσες·
που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι,
για των λαών την αρχηγία πολύ ακατάλληλες.
Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυε
που όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι·
ιδού που έχει θέλησιν αυτός·
θ’ αγωνισθεί, θα κάμει, θ’ ανυψώσει.

Aρκεί να βρει έναν τρόπο στην Aνατολή να φθάσει,
να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία—
κι όλην αυτήν την δύναμι που έχει
μες στην ψυχή του, όλην την ορμήν
αυτή θα μεταδώσει στον λαό.

Ά στην Συρία μονάχα να βρεθεί!
Έτσι μικρός απ’ την πατρίδα έφυγε
που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.
Μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντα
σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας τό πλησιάζεις,
σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα
ελληνικών πόλεων και λιμένων.—


Και τώρα;
                    Τώρα απελπισία και καϋμός.
Είχανε δίκιο τα παιδιά στην Pώμη.
Δεν είναι δυνατόν να βασταχθούν η δυναστείες
που έβγαλε η Κατάκτησις των Μακεδόνων.

Aδιάφορον: επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνειαν· που, κι εν τη αποτυχία του,
την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

Τ’ άλλα— ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.
Aυτή η Συρία— σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,
αυτή είν’ η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.

Ο Δημήτριος Α΄ Σωτήρας ηγήθηκε της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών από το 162 π.Χ. μέχρι το 150 π.Χ., οπότε και δολοφονήθηκε απ’ τις δυνάμεις που υποστήριζαν το νέο διεκδικητή του θρόνου Αλέξανδρο Α΄ Βάλα.
Ο Δημήτριος ήταν γιος του Σέλευκου Δ΄ Φιλοπάτορος και ανιψιός του Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς. Το 178 π.Χ. ο Δημήτριος πήρε τη θέση του θείου του Αντίοχου ως όμηρος στη Ρώμη, ύστερα από παρέμβαση του Σέλευκου, ο οποίος θέλησε να επαναφέρει τον αδερφό του που βρισκόταν εκεί από το 188 π.Χ., όταν είχε υπογραφεί η ειρήνη της Απάμειας ανάμεσα στους Ρωμαίους και την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών. Τρία χρόνια μετά ο Σέλευκος Δ΄ δολοφονείται από τον Ηλιόδωρο, έναν σύμβουλό του, ο οποίος αυτοανακηρύσσεται βασιλιάς. Τον Ηλιόδωρο θα εκτελέσει ο Αντίοχος Δ΄, ο οποίος θα αναλάβει τα ινία της αυτοκρατορίας, αφήνοντας τον Δημήτριο Α΄ και νόμιμο διάδοχο του Σέλευκου στη Ρώμη.
Η παραμονή του Δημήτριου θα παραταθεί για αρκετά ακόμη χρόνια, καθώς ακόμη κι όταν το 164 π.Χ. πέθανε ο Αντίοχος Δ΄, ο θρόνος πέρασε στον ανήλικο γιο εκείνου τον Αντίοχο Ε΄, με επίτροπο και αντιβασιλιά τον στρατηγό Λυσία, που είχε ορίσει ο Αντίοχος ως διοικητή της Συρίας. Την ίδια περίοδο πάντως ο Δημήτριος θα συναντήσει στη Ρώμη τον ξάδερφό του Πτολεμαίο ΣΤ΄ Φιλομήτορα, τον εξόριστο και μέχρι πρότινος συμβασιλέα της Αιγύπτου, όταν εκείνος κατέφυγε στη Ρώμη προκειμένου να ζητήσει τη βοήθεια της Συγκλήτου. Το περιστατικό της άφιξης του Πτολεμαίου ΣΤ΄ στη Ρώμη, πεζού και με φτωχικά ρούχα, περιγράφει ο Καβάφης στο ποίημά του «Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου». Ο Πτολεμαίος ΣΤ΄, πάντως, που τον αμέσως επόμενο χρόνο θα επανέλθει στο θρόνο της Αιγύπτου, χωρίς συμβασιλείς πλέον, θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τόσο στην άνοδο όσο και στην πτώση του Δημήτριου Α΄.
Το 162 π.Χ. ο Δημήτριος, πιθανόν με την ανοχή ανωτέρων ρωμαϊκών κύκλων, όπως των Σκιπιώνων, δραπέτευσε από τη Ρώμη και ήλθε στην Τρίπολι της Συρίας. Εκεί στέφθηκε βασιλιάς, συνάθροισε μισθοφόρους και μαζί τους μπήκε στην Αντιόχεια, όπου με την επιδοκιμασία του πλήθους φόνευσε τον Αντίοχο Ε΄ και τον επίτροπό του Λυσία.
Ο Δημήτριος θεώρησε ότι με την άνοδό του στον θρόνο αποκαταστάθηκε η νομιμότητα της διαδοχής που είχε διασαλευτεί με τη βασιλεία του Αντίοχου Δ΄ και στη συνέχεια του γιου του Αντίοχου Ε΄. Αντιμετώπιζε όμως πολλούς κινδύνους από εξωτερικούς εχθρούς, που απειλούσαν τα σύνορά του και αποσπούσαν τις περιοχές του, και παράλληλα αποσχιστικές ενέργειες στο εσωτερικό του κράτους που είχαν ως συνέπεια τον περιορισμό της βασιλικής εξουσίας.
Η θέση του Δημήτριου Α΄ ήταν επισφαλής και για τον πρόσθετο λόγο ότι στην αρχή τουλάχιστον ήταν εχθρική και η στάση των Ρωμαίων απέναντί του, με συνέπεια να ευθυγραμμιστούν προς την πολιτική και τη θέλησή τους και άλλοι βασιλείς και δυνάστες και να εξεγερθούν ορισμένοι σατράπες. Πιο ισχυρός από αυτούς ήταν ο Μιλήσιος Τίμαρχος, γενικώς, όπως φαίνεται, διοικητής των περιοχών που βρίσκονταν ανατολικά της Μεσοποταμίας.
Ο Τίμαρχος είχε συνδεθεί στενότατα, όπως και ο αδερφός του Ηρακλείδης, με τον Αντίοχο Δ΄ και είχε αποκτήσει μεγάλη δύναμη. Η φιλοδοξία του να γίνει ο ίδιος βασιλιάς τον ώθησε πολλές φορές να υπερβεί τα πρεσβευτικά καθήκοντα που του ανατέθηκαν κατά καιρούς και να επιδιώξει με μεγάλες χρηματικές παροχές στους συγκλητικούς να τους παρασύρει σε αποφάσεις αντίθετες προς το ρωμαϊκό συμφέρον. Ο αδερφός του Ηρακλείδης, που είχε ιδιαίτερη ικανότητα σε τέτοιες ραδιουργίες, τον βοήθησε στις ενέργειές του. Γύρω στο 161 π.Χ. μάλιστα κατόρθωσε, αφού κατηγόρησε ποικιλότροπα τον Δημήτριο Α΄, να πείσει τη Σύγκλητο να αναγνωρίσει τον Τίμαρχο ως βασιλιά. Δεν είναι όμως γνωστό ποιου βασιλείου, των χωρών δηλαδή που είχε ως τότε υπό την εξουσία του ή ολόκληρου του σελευκιδικού βασιλείου.
Ικανοποιημένος από τη ρωμαϊκή ανοχή ο Τίμαρχος συγκέντρωσε μεγάλη στρατιωτική δύναμη στη Μηδία και συμμάχησε με τον Αρταξία της Μεγάλης Αρμενίας που είχε, καθώς φαίνεται, ανακτήσει την ανεξαρτησία του. Από την κατάσταση αυτή υποστηρίζεται ότι επωφελήθηκε για να επαναστατήσει και ο σατράπης της Κομμαγηνής Πτολεμαίος. Ο Τίμαρχος υπολόγιζε βέβαια ότι τα ιουδαϊκά προβλήματα που είχαν αναζωπυρωθεί, θα απασχολούσαν τον Δημήτριο, ώστε να δράσει ο ίδιος απερίσπαστα.
Ο Δημήτριος όμως αντέδρασε αποτελεσματικά στη σοβαρότατη αυτή αποστασία και κατόρθωσε να νικήσει και να φονεύσει τον Τίμαρχο. Για τη νίκη του χαιρετίσθηκε με ιδιαίτερη ανακούφιση από τους Βαβυλωνίους, οι οποίοι του έδωσαν και την επωνυμία του «Σωτήρος».
Για να επιτύχει την αναγνώρισή του από τη Ρώμη, που ήταν απαραίτητη στο σύστημα κρατών της εποχής, ο Δημήτριος επιδίωξε με κάθε τρόπο να έλθει σε επαφή με τη ρωμαϊκή πρεσβεία, η οποία με επικεφαλής τον Τιβέριο Σεμπρώνιο Γράκχο, είχε σταλεί τότε στην Καππαδοκία. Ο Δημήτριος έδινε κάθε είδους υποσχέσεις στους Ρωμαίους και τελικά κατόρθωσε, με την ευνοϊκή μεσολάβηση του Γράκχου, να αναγνωρισθεί βασιλιάς.
Συνάμα, ο Δημήτριος είχε να αντιμετωπίσει και το ζήτημα των Ιουδαίων, πολλοί από τους οποίους, με τη επανάσταση των Μακκαβαίων που είχε ξεκινήσει το 167 π.Χ., είχαν αντιδράσει στην πολιτική εξελληνισμού των ιουδαϊκών κοινοτήτων της Παλαιστίνης. Το 163 π.Χ., βέβαια, είχε επιτευχθεί ένας ειρηνικός διακανονισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο ελληνόφιλος Άλκιμος γινόταν αρχιερέας και η σελευκίδικη φρουρά παρέμενε στην Άκρα. Ωστόσο, οι οπαδοί του Ιούδα Μακκαβαίου, παρά την ανακούφιση που αισθάνθηκε η πλειονότητα των Ιουδαίων από την κατάπαυση του πολέμου, εξακολούθησαν να απαιτούν την πλήρη εκκαθάριση της κατάστασης και έκαναν σχετικό διάβημα στον Δημήτριο Α΄. Από την άλλη πλευρά όμως πολλοί Ιουδαίοι, που είχαν εξελληνισθεί, με επικεφαλής τον Άλκιμο κατέφυγαν επίσης στην Αντιόχεια και ζητούσαν από τον βασιλιά να θέσει τέρμα στη δραστηριότητα του Ιούδα που καταδίωκε και φόνευε τους αντιπάλους του, έχοντας ίσως και την ενθάρρυνση της Ρώμης. Ο Δημήτριος έστειλε προς αντιμετώπιση της κατάστασης τον συνεργάτη του Βακχίδη για να επιβάλει την εφαρμογή της ειρήνης. Η προσπάθειά του δεν είχε αποτέλεσμα και ο πόλεμος επαναλήφθηκε. Ο Δημήτριος έστειλε τότε στην Ιουδαία τον στρατηγό Νικάνορα με μεγάλη στρατιωτική δύναμη, ο στρατός του ωστόσο έπαθε πανωλεθρία και ο ίδιος φονεύθηκε (160 π.Χ.).
Ύστερα από αυτή την  ήττα ο Δημήτριος έστειλε αμέσως νέες δυνάμεις υπό τον Βακχίδη, ο οποίος κατόρθωσε να νικήσει και να σκοτώσει τον Ιούδα Μακκαβαίο.
Σημαντικά προβλήματα δημιούργησε η ανάμιξη του Δημήτριου στα δυναστικά προβλήματα της Καππαδοκίας, τον βασιλικό οίκο της οποίας συνέδεαν στενοί συγγενικοί δεσμοί με τους Σελευκίδες από την εποχή του Σελεύκου Β΄. Ο Αντίοχος Γ΄, μάλιστα, είχε ενισχύσει τις φιλικές σχέσεις με τους Καππαδόκες, προσφέροντας την κόρη του Αντιοχίδα ως σύζυγο στον Αριαράθη Δ΄. Μετά όμως τη μάχη της Μαγνησίας (190 π.Χ.), που αποτέλεσε μια μεγάλη νίκη των Ρωμαίων απέναντι στον Αντίοχο Γ΄, ο Καππαδόκης βασιλιάς εγκατέλειψε τη συμμαχία των Σελευκιδών.
Μετά το θάνατο του Αριαράθου Δ΄ (163/2 π.Χ.) βασιλιάς έγινε ο γιος του Μιθριδάτης, ο οποίος έλαβε το όνομα Αριαράθης Ε΄ Ευσεβής Φιλοπάτωρ. Με τους Ρωμαίους ο Αριαράθης Ε΄ ανανέωσε τη φιλία και συμμαχία, και απέρριψε, ύστερα από υπόδειξή τους, την πρόταση του Δημήτριου, που επιθυμούσε να επαναφέρει την Καππαδοκία στη σφαίρα της επιρροής του, να πάρει σύζυγο από τον οίκο των Σελευκιδών.
Παρά τη ρωμαϊκή όμως υποστήριξη, ο Αριαράθης Ε΄ εκδιώχθηκε από την αρχή, γύρω στο 158 π.Χ., από τον Οροφέρνη, πρεσβύτερο «αδελφό» του, πραγματικό ή υποτιθέμενο, που είχε την υποστήριξη του Δημήτριου Α΄. Ο έκπτωτος βασιλιάς κατέφυγε στη Ρώμη, όπου έσπευσε να στείλει πρεσβεία και ο Οροφέρνης, επιδιώκοντας να επιτύχει την αναγνώρισή του και να ανανεώσει τη συμμαχία με τους Ρωμαίους, και κυρίως για να παρακολουθήσει από κοντά και να αντιδράσει στα λεγόμενα του Αριαράθη.
Ο Οροφέρνης με το χαρακτήρα του και τη συμπεριφορά του προς τους υπηκόους του έγινε μισητός. Φόνευε τους πλουσιότερους για να πάρει τα χρήματά τους και δεν υπολόγιζε την αντίδραση που θα προκαλούσε η τακτική του. Από τα χρήματα που συνάθροισε έδωσε ένα τεράστιο ποσό στον Δημήτριο Ά για την υποστήριξή του. Ωστόσο, ο βασιλιάς της Περγάμου Άτταλος Β΄ αποκατέστησε τον Αριαράθη Ε΄ στο θρόνο της Καππαδοκίας (156 π.Χ.), καταφέροντας σοβαρό πλήγμα στην πολιτική του Δημήτριου Α΄.
Λίγα χρόνια μετά, το 150 π.Χ., ο Δημήτριος Α΄, έχοντας χάσει την εύνοια των πολιτών της Αντιόχειας, αλλά και του Πτολεμαίου ΣΤ΄ Φιλομήτορα της Αιγύπτου, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον επίδοξο διάδοχό του Αλέξανδρο Βάλα. Ο Αλέξανδρος Βάλας, που παρουσιάστηκε ως νόθος γιος του Αντίοχου Δ΄, θα λάβει τη στήριξη του Πτολεμαίου ΣΤ΄, του Αριαράθη Ε΄ και του Άτταλου Β΄, συγκεντρώνοντας έτσι ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Στην πολεμική σύγκρουση που ακολούθησε κατόρθωσε να νικήσει και να σκοτώσει τον Δημήτριο Α΄.

Το ποίημα

«Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη!»

Ο πρώτος κιόλας στίχος του ποιήματος προδικάζει το αποτέλεσμα, τη διάψευση των προσδοκιών του Δημήτριου Α΄, παρέχοντας έμμεσα μια έτοιμη γνώση για κάθε αναγνώστη. Οι προσδοκίες των ανθρώπων συνήθως διαψεύδονται, ιδίως όταν είναι τόσο μεγαλεπήβολες, όπως αυτές του Δημήτριου, που θέλησε να δώσει μια χαμένη μάχη, που θέλησε να επαναφέρει το βασίλειο της Συρίας στην πρότερη ακμή του. Παραβλέποντας τη διαρκώς αυξανόμενη δύναμη των Ρωμαίων και τον έλεγχο που ήδη ασκούσαν στα ελληνιστικά βασίλεια, ο Δημήτριος φανταζόταν πως θα μπορούσε να καταστήσει τη Συρία εκ νέου ένα ισχυρό και πλήρως ανεξάρτητο κράτος.
Η απολυτότητα του πρώτου στίχου, με τον αόριστο χρόνο, που καθιστά σαφές πως όλα έχουν πια τελειώσει δεν αφήνει περιθώρια για την ελπίδα μιας πιθανής ανατροπής των δεδομένων. Ό,τι θ’ ακολουθήσει είναι απλώς η διαδρομή μέχρι το ήδη γνωστό τέλος, η διαδρομή μέχρι την πικρή διάψευση, μέχρι την εκ των υστέρων συνειδητοποίηση απ’ τον Δημήτριο πως ήταν αδύνατο να αντιστρέψει το ρου της ιστορίας. Το κράτος που στη σκέψη του φάνταζε ως η ιδανική πατρίδα, η οποία χρειαζόταν μόνο τον ιδανικό ηγέτη, για να επανέλθει στην ακμή της, δεν ήταν παρά ένα κράτος που είχε ήδη μπει σε τροχιά παρακμής, ηττημένο από μια νέα ανερχόμενη δύναμη.

«Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά,
να παύσει την ταπείνωσι που απ’ τον καιρό της μάχης
της Μαγνησίας την πατρίδα του πιέζει.
Να γίνει πάλι κράτος δυνατό η Συρία,
με τους στρατούς της, με τους στόλους της,
με τα μεγάλα κάστρα, με τα πλούτη.»

Ενόσω βρισκόταν ως όμηρος στη Ρώμη, ενόσω απείχε απ’ την πραγματικότητα της Συρίας και των ποικίλων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών, ο Δημήτριος φανταζόταν πως θα μπορούσε να κάνει πολύ σημαντικά έργα. Θεωρούσε πως με τη δύναμη της θέλησής του, με την αποφασιστικότητα και γιατί όχι με τις πολιτικές του ικανότητες -ικανότητες άριστες στη σκέψη του, έστω κι αν δεν είχαν ακόμη δοκιμαστεί στην πράξη- θα ήταν σε θέση να αντιστρέψει τη δυσμενή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί απ’ την ήττα του Αντίοχου Γ΄ στη μάχη της Μαγνησίας.
Το 197 π.Χ. οι Ρωμαίοι είχαν συντρίψει τις δυνάμεις του Φίλιππου Ε΄ της Μακεδονίας στην ιστορικής σημασίας μάχη στις Κυνός Κεφαλαί, κατόπιν ο Αντίοχος Γ΄ ηττήθηκε απ’ τους Ρωμαίους στη μάχη των Θερμοπυλών το 191 π.Χ., κι αμέσως μετά, το 190 π.Χ., οι Ρωμαίοι επιτυγχάνουν μιαν ακόμη εξαιρετική νίκη απέναντι στον Αντίοχο Γ΄ στη Μαγνησία του Σιπύλου, στη Μικρά Ασία, όπου κυριολεκτικά κατασφάζουν το στρατό του. Με τη μάχη αυτή ανοίγει ο δρόμος για την κατάκτηση της Μικράς Ασίας από τους Ρωμαίους, ενώ με τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) που ήρθε ως συνέπεια αυτής της μάχης ο Αντίοχος Γ΄ υποχρεωνόταν: να εγκαταλείψει τα εδάφη που κατείχε βόρεια της οροσειράς του Ταύρου, να εκμηδενίσει ουσιαστικά το στόλο του και να πληρώσει μια υψηλή πολεμική αποζημίωση στους Ρωμαίους.
Ο Δημήτριος Α΄, επομένως, δεν αρκείται απλώς στη σκέψη να αναλάβει το θρόνο που δικαιωματικά του ανήκε, εφόσον ήταν ο γιος του Σέλευκου Δ΄, αλλά πολύ περισσότερο φαντάζεται πως μπορεί να επιτύχει το ακατόρθωτο∙ την επαναφορά της Συρίας στη δύναμη και στα εδάφη που είχε πριν την καθοριστική ήττα του Αντίοχου στη Μαγνησία.

«Υπέφερε, πικραίνονταν στην Pώμη
σαν ένοιωθε στες ομιλίες των φίλων του,
της νεολαίας των μεγάλων οίκων,
μες σ’ όλην την λεπτότητα και την ευγένεια
που έδειχναν σ’ αυτόν, του βασιλέως
Σελεύκου Φιλοπάτορος τον υιό—
σαν ένοιωθε που όμως πάντα υπήρχε μια κρυφή
ολιγωρία για τες δυναστείες τες ελληνίζουσες∙
που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι,
για των λαών την αρχηγία πολύ ακατάλληλες.
Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυε
που όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι∙
ιδού που έχει θέλησιν αυτός∙
θ’ αγωνισθεί, θα κάμει, θ’ ανυψώσει.»

Η αποφασιστικότητα του Δημήτριου και η πεποίθησή του πως μπορεί να δώσει στην αγαπημένη του Συρία νέα πνοή, γινόταν ολοένα και ισχυρότερη, όσο ερχόταν αντιμέτωπος με τη διακριτική μεν, αλλά εμφανή περιφρόνηση των νεαρών φίλων του -γόνων των σημαντικότερων οικογενειών της Ρώμης- απέναντι στις «ελληνίζουσες» δυναστείες.
Ο Δημήτριος ως όμηρος των Ρωμαίων έχει την ιδιάζουσα τύχη να βρίσκεται στο κέντρο της αυτοκρατορίας που αποτελεί εν δυνάμει τον ισχυρότερο αντίπαλο του βασιλείου του, και βέβαιο ρυθμιστή των πολιτικών πραγμάτων∙ έρχεται έτσι σ’ επαφή με την οπτική των ανθρώπων που συνιστούν τη νέα κυρίαρχη δύναμη της εποχής, και βλέπει -χωρίς ωστόσο να αντιλαμβάνεται ή να είναι σε θέση να αποδεχτεί- τη Συρία και τα υπόλοιπα ελληνιστικά βασιλεία μέσα από τα δικά τους μάτια, ως μια παρακμάζουσα πραγματικότητα, ως ενεργά, αλλά παραπαίοντα στοιχεία μιας κατάστασης που παρέρχεται.
Ο Δημήτριος εγκλωβισμένος σε μια παρελθοντική εικόνα που έχει εξιδανικεύσει στη σκέψη του∙ παγιδευμένος από τα «πατριωτικά» του συναισθήματα, εμφανίζει μια συμπεριφορά συνηθισμένη στους ανθρώπους -μια συμπεριφορά που επιχειρεί να αναδείξει μ’ αυτό το ποίημα ο Καβάφης-, εμμένει στο παρελθόν και αρνείται να αποδεχτεί τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται. Μη θέλοντας να δεχτεί πως τα ιστορικά και πολιτικά δεδομένα έχουν αλλάξει οριστικά, μη θέλοντας να αποδεχτεί το προφανές, πως η ακμή της Συρίας έχει παρέλθει οριστικά, ετοιμάζεται να αγωνιστεί, να κάμει, να ανυψώσει -σαφής η ειρωνεία όλης αυτής της δράσης που τελείται στη σκέψη του αδημονούντος νέου-, προκειμένου να επιστρέψει το κράτος του σ’ ένα ένδοξο μεν, αλλά σίγουρα απρόσιτο παρελθόν.
Ενδιαφέρον έχει η επιλογή της λέξης «ελληνίζουσες» απ’ τον ποιητή για να χαρακτηρίσει τις εκεί δυναστείες, στις οποίες αναγνωρίζει βέβαια τη Μακεδονική τους ρίζα, αλλά δε θα έφτανε ποτέ στο σημείο να τις αποκαλέσει «ελληνικές», αφού τόσο ο χώρος στον οποίο δρουν, όσο και το επισφαλές αποτέλεσμα του επιχειρούμενου εξελληνισμού των υπηκόων τους, δεν μπορεί να επιτρέψει κάτι περισσότερο από την απόδοση μιας μίμησης, μιας επιθυμίας να κρατηθεί, όσο αυτό είναι εφικτό, η επαφή με το μητρικό έθνος.

«Aρκεί να βρει έναν τρόπο στην Aνατολή να φθάσει,
να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία—
κι όλην αυτήν την δύναμι που έχει
μες στην ψυχή του, όλην την ορμήν
αυτή θα μεταδώσει στον λαό.»

Ο ποιητής δίνει εμφατικά τις σκέψεις, τους σχεδιασμούς και την εκ του ασφαλούς βεβαιότητα του Δημήτριου, πως θα σταθεί ικανός να εμπνεύσει το λαό της Συρίας, τονίζοντας έτσι τη μεγάλη διαφορά που θα προκύψει ανάμεσα στις αγαθές προθέσεις του και στο τελικό αποτέλεσμα των δράσεών του. Είναι συνήθης, άλλωστε, η τάση των ανθρώπων, όσο απέχουν απ’ το πεδίο δράσης, όσο είναι ακόμη απλοί παρατηρητές, να φαντάζονται και να πιστεύουν πως οι ίδιοι θα μπορούσαν να επιτύχουν πολύ πιο αξιόλογα πράγματα απ’ όσους δοκιμάζονται ήδη καθημερινά ή απ’ όσους δοκιμάστηκαν και απέτυχαν στο παρελθόν.
Έτσι, όσο θετική κι αν είναι η πίστη του Δημήτριου στις δυνάμεις του και στην αγάπη του για τη μακρινή πατρίδα∙ όσο θεμιτά κι αν είναι αυτά που εύχεται να επιτύχει, δεν μπορούμε να μη διακρίνουμε την ειρωνεία του ποιητή, που αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος στις φαντασίες και στις προσδοκίες του νεαρού διαδόχου, έχοντας όμως εξαρχής δηλώσει πως αυτές διαψεύστηκαν, πως ήταν λανθασμένες. Πόσο, λοιπόν, είναι εύκολο για τον Δημήτριο, αλλά και για κάθε άνθρωπο, να σχεδιάζει, να οραματίζεται και να ελπίζει, προτού καν βρεθεί στη δίνη της πραγματικότητας, προτού καν δοκιμαστεί στο οτιδήποτε. Μα και πόσο αναντίρρητη είναι η δύναμη των πραγμάτων να επαναφέρει τους «ιδανικούς οραματιστές», τους εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς κριτές, στη θέση τους, όταν αυτοί επιτέλους δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και αντιληφθούν πως η πραγματικότητα είναι πάντοτε διαφορετική απ’ ό,τι ο καθένας φαντάζεται και πως οι προσδοκίες είναι για να διαψεύδονται.

Ά στην Συρία μονάχα να βρεθεί!
Έτσι μικρός απ’ την πατρίδα έφυγε
που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.
Μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντα
σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας τό πλησιάζεις,
σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα
ελληνικών πόλεων και λιμένων.—

Στη σκέψη του Δημήτριου το μόνο που τον εμποδίζει απ’ την πραγμάτωση του θριάμβου του, απ’ την πραγμάτωση όλων όσων σχεδιάζει, ενόσω διαβιεί πολυτελώς στη Ρώμη, είναι το γεγονός ότι δεν του επιτρέπουν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Στην πατρίδα που έχοντας να τη δει 16 χρόνια, έχοντας να τη δει από μικρό παιδί, τη διατηρεί αμυδρά στη μνήμη του, αλλά την έχει ανυψώσει σε άφταστα επίπεδα στην ψυχή του. Την έχει εξιδανικεύσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε τη σκέφτεται σαν έναν τόπο ιερό, σαν έναν τόπο απόλυτης ομορφιάς∙ ομορφιάς που φτάνει ακόμη και το ιδανικό εκείνο πρότυπο των ελληνικών πόλεων.
Η απόλυτη αυτή εξιδανίκευση της Συρίας, η απόσταση που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που ο Δημήτριος φαντάζεται και σ’ αυτό που αποτελεί την πραγματικότητα της πατρίδας του, είναι ένας ακόμη παράγοντας που καθιστά επισφαλείς τους σχεδιασμούς του. Καθώς ο Δημήτριος πατά σε λάθος βάση, είναι λογικό να στηρίζεται σε ανύπαρκτα ή κακώς υπολογισμένα δεδομένα.

«Και τώρα;
                    Τώρα απελπισία και καϋμός.
Είχανε δίκιο τα παιδιά στην Pώμη.
Δεν είναι δυνατόν να βασταχθούν η δυναστείες
που έβγαλε η Κατάκτησις των Μακεδόνων.»

Με την παύλα που κλείνει την προηγούμενη στροφή και το διπλό διάστημα ανάμεσα στις δύο στροφές, ο ποιητής προσπερνά τα 12 χρόνια της βασιλείας του Δημήτριου Α΄, με τις επιτυχίες, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετώπισε και μας φέρνει στο παρόν της ήττας του. Με το ερώτημα «Και τώρα;», βρισκόμαστε αίφνης στις σκέψεις του ηττημένου, μα ουσιαστικά ώριμου Δημήτριου, που έχοντας αγωνιστεί όσο και όπως μπορούσε, έφτασε πλέον στην επίγνωση της πραγματικότητας. Ανεξάρτητα απ’ τις δικές του επιθυμίες, το βέβαιο είναι πως τα βασίλεια που προέκυψαν απ’ τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν μπορούν πια να διατηρηθούν, δεν μπορούν να σταθούν ως ικανοί ανταγωνιστές των Ρωμαίων. Η έλλειψη εθνολογικής συνοχής, οι μεταξύ τους προστριβές, η αδυναμία κατανόησης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα, συνθέτουν ένα κλίμα εξαιρετικά υπονομευτικό για κάθε προσπάθεια εξέλιξης και επανάκτησης της πρότερης ισχύς των ελληνιστικών βασιλείων.

«Aδιάφορον: επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνειαν∙ που, κι εν τη αποτυχία του,
την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.»

Χωρίς αυταπάτες πλέον ο Δημήτριος κι έχοντας αντιληφθεί πλήρως πόσο δύσκολο ήταν αυτό που προσπάθησε να πετύχει, αναγνωρίζει στον εαυτό του εκείνο που έχει πια τη μόνη αξία, αναγνωρίζει το μέγεθος της προσπάθειας που κατέβαλε και φυσικά της ανδρείας που επέδειξε σε κάθε του πράξη. Παρόλο που απέτυχε, τουλάχιστον υπήρξε ένας ηγέτης απόλυτα αφοσιωμένος που δε δείλιασε απέναντι σε κανέναν εχθρό και σε κανένα πρόβλημα. Ρίχτηκε σε όλες τις μάχες με ακατάβλητη αποφασιστικότητα και ήταν πάντοτε πρόθυμος να καταφύγει σε κάθε μέσο, θεμιτό ή μη, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους του.
Με την ίδια ανδρεία, άλλωστε, θα σπεύσει να αναμετρηθεί με τις συνασπισμένες δυνάμεις του Αλέξανδρου Βάλα, και θα γνωρίσει την τελευταία του ήττα, αλλά και το θάνατο.

«Τ’ άλλα— ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.
Aυτή η Συρία— σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,
αυτή είν’ η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.»

Όλα τα υπόλοιπα, όλα τα σχέδια κι οι ελπίδες του δεν ήταν τίποτε περισσότερο από όνειρα και μάταιες επιδιώξεις. Μια επώδυνη διαπίστωση για τον Δημήτριο, που του αποδίδεται απ’ τον ποιητή ως ένδειξη πως έφτασε, έστω και αργά, στην ωριμότητα εκείνη που επιτρέπει στον άνθρωπο να κατανοεί πότε υπερέβαλε στη σκέψη του τις ικανότητές του και τη δύναμή του να επηρεάζει τα πράγματα γύρω του. Μια νέα πολύτιμη οπτική, που κερδήθηκε βέβαια με μεγάλο κόστος, επιτρέπει όμως στον Δημήτριο να αντιληφθεί και κάτι ακόμη. Η Συρία, η εξιδανικευμένη αυτή χώρα, δεν είναι πια πεδίο δράσης για ηρωικούς ηγέτες, με σπουδαία όνειρα∙ είναι ένας χώρος όπου επικρατεί μια νέα πολιτική, που βασίζεται σε δολοπλοκίες και στην παροδική, ωστόσο απολύτως χρήσιμη, επίφαση προσέγγισης των αναγκών και προσδοκιών του λαού. Ο ιδανικός, για τους πολίτες ηγέτης, είναι αυτός που μοιάζει να ενδιαφέρεται για τις επιθυμίες τους∙ ενώ ακόμη ουσιαστικότερα ο ιδανικός ηγέτης είναι αυτός που μπορεί να λειτουργεί ως υποχείριο, ως μαριονέτα των ισχυρότερων κρατών.
Αν ο Δημήτριος σχεδίαζε να προσδώσει εκ νέου στη Συρία την πρότερη δύναμή της, ο διάδοχός του, ο Αλέξανδρος Βάλας, διόλου δε νοιάζεται για τη Συρία. Είναι -και το γνωρίζει- όργανο του Πτολεμαίου ΣΤ΄, του Άτταλου Β΄, του Αριαράθη Ε΄ και φυσικά των Ρωμαίων. Έτσι, η Συρία αυτή, η Συρία στην οποία το λόγο έχει ο άριστος στις σκευωρίες Ηρακλείδης, ο αδερφός του Τιμάρχου, δεν μπορεί να είναι η πατρίδα του Δημήτριου. 

Κωνσταντίνος Καβάφης «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Thomas Mitchell

Κωνσταντίνος Καβάφης «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα»
Α δεν συγχίζομαι που έσπασε μια ρόδα
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.
Με τα καλά κρασιά, και μες στα ωραία ρόδα
τη νύχτα θα περάσω. Η Αντιόχεια με ανήκει.
Είμαι ο νέος ο πιο δοξαστός.
Του Βάλα είμ’ εγώ η αδυναμία, ο λατρευτός.
Αύριο, να δεις, θα πουν πως ο αγών δεν έγινε σωστός.
(Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος, κι αν μυστικά το είχα προστάξει –
θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι).

Το ποίημα «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα» συνιστά ένα εντόνως ειρωνικό σχόλιο για τους κενόδοξους νέους, που συνήθιζαν και συνηθίζουν να προσκολλώνται σε ανθρώπους εξουσίας ή μεγάλης φήμης, προσφέροντας τον έρωτά τους με αντάλλαγμα το χρήμα και τα εύκολα προνόμια. Η ειρωνεία καθίσταται μάλιστα πιο δραστική, αν ληφθεί υπόψη πως ο Αλέξανδρος Βάλας, για τον έρωτα του οποίου επαίρεται ο νεαρός του ποιήματος, δεν ήταν παρά ένας ασήμαντος άνθρωπος, που του δόθηκε η εξουσία της Συρίας μόνο και μόνο για να τον έχουν υποχείριό τους οι άρχοντες των γειτονικών βασιλείων.

Ο Αλέξανδρος Βάλας διαδέχτηκε το 151 π.Χ. τον Δημήτριο Α΄ Σωτήρα στην Αυτοκρατορία των Σελευκιδών, όταν ο δεύτερος έχασε την εύνοια τόσο των πολιτών της Αντιόχειας, όσο και του ξαδέρφου του και μέχρι πρότινος προστάτη του Πτολεμαίου ΣΤ΄ Φιλομήτορα της Αιγύπτου.

Η γενική δυσαρέσκεια εναντίον του Δημητρίου ώθησε τους βασιλείς Άτταλο Β΄ της Περγάμου, Αριαράθη Ε΄ της Καππαδοκίας και Πτολεμαίο ΣΤ΄ Φιλομήτορα -από τον οποίο είχε πρόσφατα επιχειρήσει να αποσπάσει την Κύπρο δωροδοκώντας τον στρατηγό της νήσου Αρχία- να τον ανατρέψουν. Ο τρόπος ήταν απλός και εφαρμόσθηκε συχνά στην ελληνιστική εποχή. Οι βασιλείς αυτοί γνωρίζοντας ότι με την αγαθή εντύπωση που είχε αφήσει χάρη στη μεγαλοψυχία και στη γενναιοφροσύνη του ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής (175-164 π.Χ.) ήταν δυνατόν να στηρίξουν τις διεκδικήσεις οποιουδήποτε άμεσου απογόνου του στο θρόνο, προέβαλαν κάποιο ασήμαντο πρόσωπο, τον Βάλα, που έμοιαζε στον Αντίοχο και ισχυριζόταν ότι ήταν γιος του, ως νόμιμο διάδοχο του θρόνου. Την πρωτοβουλία την είχε ο Άτταλος Β΄. Έπρεπε όμως για μια τέτοια σπουδαία υπόθεση να εξασφαλισθεί η έγκριση των Ρωμαίων που είχαν ήδη αναγνωρίσει τον Δημήτριο. Την υπόθεση ανέλαβε ο Ηρακλείδης, ο αδερφός του Τιμάρχου (ο Μιλήσιος Τίμαρχος ήταν ο γενικός διοικητής των περιοχών που βρίσκονταν ανατολικά της Μεσοποταμίας, τον οποίο νίκησε σε μάχη και δολοφόνησε ο Δημήτριος Α΄, λαμβάνοντας έτσι την επωνυμία Σωτήρας από τους Βαβυλωνίους).

Ο Ηρακλείδης πήγε στη Ρώμη έχοντας μαζί του την κόρη του Αντιόχου Δ΄ Λαοδίκη και τον Βάλα (που δεν αποκλείεται να ήταν πραγματικά νόθος γιος του Αντιόχου Δ΄). Με την καθοδήγηση του Ηρακλείδη ο Βάλας ζήτησε από τους Ρωμαίους να θυμηθούν τη φιλία και συμμαχία που είχαν συνάψει με τον πατέρα του Αντίοχο Δ΄ και να τον βοηθήσουν να πάρει τον πατρικό του θρόνο ή τουλάχιστον να μην παρεμβάλουν εμπόδια στον ίδιο και σ’ αυτούς που θα ήθελαν να τον βοηθήσουν.

Μόλις εξασφάλισε την υποστήριξη της Συγκλήτου ο Ηρακλείδης άρχισε να συγκεντρώνει μισθοφόρους για να θέσει σε εφαρμογή του σχέδιό του. Ο Βάλας, που μετονομάστηκε Αλέξανδρος (για να θυμίζει το όνομα του Μεγάλου Αλεξάνδρου), παραδόθηκε στον επαναστάτη δυνάστη Ζηνοφάνη της Κιλικίας, που προσφέρθηκε να τον αποκαταστήσει στον «πατρικό» του θρόνο.

Η κατάσταση ήταν ευνοϊκή για τον Αλέξανδρο Α΄ Βάλα, καθώς είχε εξασφαλίσει τη σύμπραξη πτολεμαϊκών και πιθανώς περγαμηνών και καππαδοκικών δυνάμεων. Όταν, πάντως, προήλασε στην Πτολεμαΐδα, οι Αντιοχείς έσπευσαν εξαιτίας του μίσους που έτρεφαν κατά του σκληρού βασιλιά τους να τον αναγνωρίσουν.

Το ποίημα

«Α δεν συγχίζομαι που έσπασε μια ρόδα
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.
Με τα καλά κρασιά, και μες στα ωραία ρόδα
τη νύχτα θα περάσω.»

Το ποίημα μας δίνει σε πρώτο πρόσωπο τις σκέψεις του νεαρού εραστή του Βάλα. Ο ποιητής υιοθετεί ουσιαστικά την περσόνα του κενόδοξου νέου και παρουσιάζει σε όλη τους την ελαφρότητα τους προβληματισμούς του νεαρού που μόλις έχασε σ’ έναν αγώνα με ιππήλατες άμαξες, καθώς έσπασε η ρόδα του αμαξιού του. Η διαβεβαίωση πως καθόλου δεν τον απασχολεί η ήττα του, βασίζεται αφενός στο γεγονός πως θα περάσει τη νύχτα μέσα στα αρώματα των ρόδων, πίνοντας καλά και ακριβά κρασιά, και αφετέρου στην επίγνωση πως αν το θελήσει μπορούν ακόμη και την ήττα του να την παρουσιάσουν ως νίκη οι κόλακες της αυλής.

Η ανούσια διαβίωση του νεαρού, που είναι διαρκώς δοσμένος στις απολαύσεις, έχει αποκτηθεί με ακριβό τίμημα -ο νέος έχει ουσιαστικά ξεπουλήσει τον εαυτό του στον βασιλιά-, ωστόσο αυτό δε μοιάζει να τον απασχολεί καθόλου. Η κενότητα του νέου αυτού δεν του επιτρέπει να κατανοήσει πως όλη η αξία που αναγνωρίζει στον εαυτό του, δεν είναι παρά ό,τι έχει κερδίσει με την ομορφιά της νιότης του και όχι με μια ουσιαστική και άρα κοπιώδη βάθυνση της προσωπικότητάς του.

«Η Αντιόχεια με ανήκει.
Είμαι ο νέος ο πιο δοξαστός.
Του Βάλα είμ’ εγώ η αδυναμία, ο λατρευτός.»

Ο νέος, λοιπόν, χωρίς να έχει καμία προσωπική αξία, πέρα απ’ την ομορφιά του, και φυσικά την ευκολία με την οποία προσφέρει τον εαυτό του για ν’ αποκτήσει τα προνόμια της πολυτελούς διαβίωσης που επιθυμεί, εξυμνεί τον εαυτό του και δε διστάζει μάλιστα να δηλώσει πως η Αντιόχεια του ανήκει. Η ψευδής αυτή αίσθηση δύναμης και ισχύος, βασίζεται φυσικά, όχι σε κάποιο αξίωμα ή κάποια πραγματική θέση εξουσίας, αλλά μόνο στο γεγονός πως είναι ο αγαπημένος, ο λατρευτός του Βάλα. Η αδυναμία που του δείχνει ο Βάλας, η αδυναμία δηλαδή που δείχνει ο νέος βασιλιάς στην ομορφιά του νεαρού, είναι το μόνο στοιχείο στο οποίο βασίζει όλη του την έπαρση ο νεαρός ευνοούμενος.

Η ειρωνεία αυτής της έπαρσης λειτουργεί πολύσημα, απ’ τη μία γιατί ο Βάλας, στην εύνοια του οποίου βασίζει όλη του την αξία ο νέος, είναι ο ίδιος ένας ασήμαντος άνθρωπος, ένας ελεγχόμενος βασιλιάς, και όπως φάνηκε απ’ τα λίγα χρόνια που κράτησε την εξουσία ένας αναποτελεσματικός και αδύναμος ηγέτης∙ απ’ την άλλη γιατί η ομορφιά που προσφέρει στο νέο τη δυνατότητα μιας καλής ζωής είναι εξαιρετικά εφήμερη και δεν μπορεί να του διασφαλίζει τα προνόμια που έχει τώρα για πολύ καιρό.

Μάλιστα, το αδιάφορο των απολαύσεων του νέου, η οινοποσία, τα αρώματα κι οι αγώνες, καθρεφτίζουν την κενότητα και του Αλέξανδρου Βάλα, ο οποίος θέλησε να ανατρέψει τον Δημήτριο Α΄, όχι γιατί σκόπευε να υπηρετήσει το λαό της Συρίας, αλλά για να απολαύσει τα άκοπα οφέλη μιας εύκολα αποκτηθείσας εξουσίας. Ο Βάλας μη έχοντας επίγνωση της σπουδαιότητας του ρόλου που ανέλαβε, υπήρξε ένας ανίκανος ηγέτης, που γρήγορα απογοήτευσε τους υποτελείς του. Η δική του φιλοδοξία ήταν να δοθεί στις ηδονές και στις απολαύσεις που θα του προσέφερε η εξουσία και ο πλούτος του βασιλικού αξιώματος. Έτσι, αν οι πολίτες της Συρίας ανέμεναν από εκείνον μια συνετή και ουσιαστική διαχείριση της βασιλείας, σύντομα αντιλήφθηκαν πως επρόκειτο για έναν ηθικά ξεπεσμένο άνθρωπο, που ήταν ανίκανος να αντεπεξέλθει στις υψηλές απαιτήσεις της θέσης που ανέλαβε.

Τόσο η διάθεση του νέου βασιλιά να αφεθεί στις κάθε είδους ηδονές, αντί να αγωνιστεί για τους πολίτες του κράτους του, όσο και η τάση των νέων ανθρώπων -όπως είναι ο ήρωας του ποιήματος- να σπεύδουν να δοθούν σε άτομα εξουσίας, συνιστούν συμπτώματα παρακμής μιας κοινωνίας. Αποτελούν, ωστόσο, επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα πολιτικά πράγματα πολλών κρατών, καθώς είναι δυστυχώς σύνηθες φαινόμενο απ’ τη μία οι ηγέτες να μην αντιλαμβάνονται πλήρως τις υποχρεώσεις του ρόλου που αναλαμβάνουν, κι απ’ την άλλη να υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να γευτούν άκοπα τον πολυτελή τρόπο ζωής, έστω κι αν ξεπουλούν τον ίδιο τους τον εαυτό.

Είναι τέτοια η έλξη που ασκεί στους ανθρώπους η ιδέα μιας ζωής χωρίς μόχθο, μιας ζωής γεμάτη καλοπέραση και πολυτέλεια, ώστε δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναζητούν την εύκολη λύση. Εντελώς ειρωνικά, όπως γίνεται αντιληπτό απ’ το ποίημα του Καβάφη, τόσο ο Βάλας, που πολιτεύεται, όσο κι ο νεαρός που εκπορνεύεται, αποζητούν ακριβώς το ίδιο, τις εύκολες απολαύσεις.

«Αύριο, να δεις, θα πουν πως ο αγών δεν έγινε σωστός.
(Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος, κι αν μυστικά το είχα προστάξει –
θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι).»

Ο νεαρός, έχοντας εξασφαλίσει τη θέση του πλάι στον Βάλα, γνωρίζει καλά πως οι παρατρεχάμενοι της βασιλικής αυλής, οι πάντοτε παρόντες κόλακες, προκειμένου να μη τον δυσαρεστήσουν και προκαλέσουν έτσι την οργή του βασιλιά, θα ισχυριστούν πως ο αγώνας δεν έγινε σωστός. Θα ισχυριστούν πως η ήττα του οφείλεται πιθανώς σε κάποια δολιοφθορά, σε κάποια αδικία. Κι αν μάλιστα ο νεαρός ήταν «ακαλαίσθητος», θα μπορούσαν ακόμη και πρώτο να βγάλουν το κουτσό του αμάξι.

Η ειρωνεία του ποιητή κορυφώνεται στους παρενθετικούς στίχους, όπου ο κενόδοξος και υπερφίαλος νεαρός εμφανίζεται από διακριτικότητα και τακτ, να μη ζητά την πλήρη μεταστροφή της αλήθειας. Αν και ξέρει πως θα μπορούσε ακόμη κι αυτό να έχει, αν και ξέρει πως οι κόλακες του βασιλιά θα έλεγαν άνετα ψέματα για χάρη του, θεωρεί πως θα ήταν άκομψο να το ζητήσει. Έτσι, ο νέος που δε διστάζει να πουλάει τον εαυτό του για να έχει μια άνετη ζωή, ο νέος που βασίζει όλη του την αξία στην ομορφιά του, εμφανίζεται εδώ να έχει και μια ποιότητα, είναι τουλάχιστον «καλαίσθητος».

Το ποίημα «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα» πέρα από το σχόλιο για την ηθική έκπτωση των ανθρώπων που περιτριγυρίζουν τα πρόσωπα εξουσίας, για τα πρόσωπα που ξεπουλούν τον εαυτό τους, είναι συνάμα κι ένα ποίημα πολιτικής, καθώς απ’ την ειρωνεία του ποιητή δε διαφεύγει ούτε ο εκφυλισμένος και πολιτικά αδρανής βασιλιάς. Καθώς, μάλιστα, δεν είναι η ιστορική διάσταση του ποιήματος που βαρύνει, ο Καβάφης χρησιμοποιεί την απλούστερη, σχεδόν λαϊκή γλωσσική διατύπωση, που συνηθίζει στα ποιήματα που στόχος του είναι το ηθικό ξεγύμνωμα προσώπων που στερούνται παιδείας και αξιών∙ προσώπων που δρουν με μόνο γνώμονα τα ίδια συμφέροντα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λογοτεχνία ΚατεύθυνσηςΠαράλληλα Κείμενα, Προτεινόμενα Θέματα

X
- See more at: http://www.spiceupyourblog.com/2012/01/add-transparent-notification-bar-to.html#sthash.KVcH3r73.dpuf