Έκθεση Α΄ Λυκείου: Σωφρονισμός – Η σημασία της ποινής

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Έκθεση Α΄ Λυκείου: Σωφρονισμός – Η σημασία της ποινής

Ποινή είναι η κάθε είδους τιμωρία που επιβάλλεται για κολάσιμη πράξη. Στην έννοια της ποινής περιλαμβάνονται, επίσης, εκείνες που έχουν αμιγώς παιδαγωγικό χαρακτήρα, όπως αυτές που επιβάλλονται από τον δάσκαλο στον μαθητή ή από τον γονέα στο παιδί, αλλά και οι πειθαρχικές, που επιβάλλονται σε δημόσιους υπαλλήλους, στρατιωτικούς κ.ά.
Σε νομικό επίπεδο ως ποινή εννοείται η τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον κατόπιν δικαστικής αποφάσεως και έγκειται στη στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας ή στην καταβολή χρημάτων.
Ακραία μορφή ποινής, η επονομαζόμενη εσχάτη των ποινών, είναι η θανατική ποινή, η οποία δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα.

Η σημασία της ποινής
- Η επιβολή ποινών σε όσους διαπράττουν αδικήματα ή και κακουργήματα, δεν αποβλέπει στην αντεκδίκηση, αλλά στο σωφρονισμό τους. Αποτελεί, δηλαδή, μια προσπάθεια επαναφοράς του δράστη ή του παραβάτη σε κοινωνικώς αποδεκτούς τρόπους συμπεριφοράς, ώστε να καταστεί δυνατή η ομαλή κοινωνική συνύπαρξη των ατόμων. Το διαπραχθέν έγκλημα ή αδίκημα, άλλωστε, αποτελεί μια συντελεσμένη πράξη που δεν μπορεί πλέον να αναιρεθεί, ο νόμος, επομένως, και η δικαιοσύνη επιχειρούν να αποτρέψουν τον δράστη από μελλοντικές ανάλογες πράξεις, επιδιώκοντας μια ορθότερη συμπεριφορά στο μέλλον.

- Η λειτουργία της ποινής είναι, άρα, και αποτρεπτική, εκτός από το να αποτελεί μέσο συμμόρφωσης και σωφρονισμού. Αποτρεπτική τόσο για τον ίδιο τον δράστη, ο οποίος ερχόμενος αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του αντιλαμβάνεται πως οφείλει να αναδιαμορφώσει τη συμπεριφορά και τη στάση του, όσο και για τους άλλους πολίτες, οι οποίοι βλέποντας πως οι παράνομες ή οι εγκληματικές πράξεις επιφέρουν σημαντικές κυρώσεις, διατηρούν μια σύννομη στάση.

- Προκειμένου, βέβαια, η αποτρεπτική λειτουργία των ποινών να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να υπάρχει συνεπής εφαρμογή των νόμων για το σύνολο των πολιτών, έτσι ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν πως κάθε παράβαση του νόμου και κάθε παράνομη πράξη οδηγεί στην επιβολή της ανάλογης ποινής. Αν, αντιθέτως, οι πολίτες έχουν την αίσθηση πως η δικαιοσύνη δεν είναι πάντοτε συνεπής, ούτε αμερόληπτη, αφού αντιμετωπίζει με ευνοϊκό τρόπο μέρος των πολιτών -κυρίως τους ευκατάστατους που έχουν υψηλές διασυνδέσεις- τότε, όχι μόνο παύει να λειτουργεί αποτρεπτικά, αλλά χάνεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο σύστημα της δικαιοσύνης.

- Αντιστοίχως, σε ό,τι αφορά την πρόθεση σωφρονισμού του δράστη, θα πρέπει να υπάρχει η κατάλληλη μέριμνα, ώστε η ποινή να είναι ανάλογη του αδικήματος, και όχι υπερβολικά αυστηρή ή εξοντωτική, διότι τότε ο δράστης θα έχει την αίσθηση πως τον αντιμετώπισαν με αναίτια υπερβολική αυστηρότητα, και θα είναι λιγότερο δεκτικός στην προσπάθεια αναμόρφωσής του, αφού θα αισθάνεται πως αδικήθηκε.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία για τον σκοπό του σωφρονισμού έχουν οι συνθήκες κράτησης των δραστών, καθώς και οι ευκαιρίες που τους παρέχονται να αξιοποιήσουν προς όφελός τους το χρόνο φυλάκισής τους (εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση, άθληση, επαφή με κοινωνικούς λειτουργούς ή ψυχολόγους κ.ά.). Είναι εύλογο πως αν στόχος της φυλάκισης είναι η επιτυχής αναμόρφωση του παραβάτη, τότε θα πρέπει η περίοδος αυτή να εμπεριέχει, όχι μόνο την κατ’ ανάγκη πρόκλησης μεταμέλειας στον κρατούμενο υπό την πίεση που του προκαλεί η στέρηση της ελευθερίας του, αλλά και τις δράσεις εκείνες που θα του διασφαλίσουν μια ομαλή επιστροφή και ενσωμάτωση στο κοινωνικό σύνολο μετά την αποφυλάκισή του∙ ζητούμενο το οποίο συνδέεται στενά με την προσδοκία και τη δυνατότητα της επαγγελματικής αποκατάστασης.

[Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή τη στιγμή οι συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές έχουν χαρακτηριστεί ως απάνθρωπες, αφού ο πληθυσμός των κρατουμένων ξεπερνά κατά πολύ την υπάρχουσα χωρητικότητα των κέντρων κράτησης. Ενώ, πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Ελλάδα σε χρηματικό πρόστιμο, για τις εξευτελιστικές και απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στις ελληνικές φυλακές. Ειδικότερα, πέρα από το θέμα του υπερπληθυσμού των κρατούμενων, τέθηκε ζήτημα για τις κακές συνθήκες υγιεινής, για την απουσία θέρμανσης, αλλά και για τη δυσωδία.
Ένα σημαντικό βήμα, πάντως, για την αποσυμφόρηση των φυλακών γίνεται με την εισαγωγή του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης που επιτρέπει στους κρατούμενους να εκτίσουν ένα σημαντικό μέρος της ποινής τους παραμένοντας σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ειδικότερα, όπως προβλέπει ο σχετικός νόμος:
Όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας, μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, εφόσον έχουν εκτίσει:
α) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τα 2/5 της ποινής τους,
β) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον 14 έτη.
Ανήλικοι οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, εφόσον έχουν εκτίσει το 1/3 της ποινής τους.
Ο απολυθείς επιτρέπεται να ευρίσκεται προκαθορισμένες ώρες της ημέρας εκτός του τόπου του κατ’ οίκον περιορισμού του αποκλειστικά για λόγους εργασίας, εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης, συμμετοχής του σε εγκεκριμένο πρόγραμμα συντήρησης ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ ή και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που του έχουν επιβληθεί.]

- Η επιβολή ποινών επιτελεί και μια ακόμη σημαντική λειτουργία, καθώς επιτρέπει την ικανοποίηση του αισθήματος δικαίου των πολιτών, και ιδίως εκείνων που έχουν υποστεί ζημία από τις ενέργειες του δράστη. Μέσα, λοιπόν, από τη συνεπή απονομή δικαιοσύνης, οι πολίτες αισθάνονται πως προκύπτει μια ηθική ή έστω υλική αποζημίωση του θύματος, κι αυτό εξισορροπεί ως ένα βαθμό τα αισθήματα αγανάκτησης και θυμού.
Είναι, άλλωστε, εξαιρετικά σημαντικό να αισθάνονται οι πολίτες πως το σύστημα δικαιοσύνης είναι αποτελεσματικό και πως επιβάλλει τις πρέπουσες ποινές, διότι σε διαφορετική περίπτωση οι θιγόμενοι πολίτες θα θεωρούσαν πως οφείλουν οι ίδιοι να φροντίσουν για την επιβολή της δικαιοσύνης∙ θα επικρατούσε έτσι η επιλογή της αυτοδικίας, που εξαναγκάζει τα θύματα ή τους οικείους τους να γίνουν θύτες προκειμένου να επιτύχουν ό,τι οι ίδιοι εκλαμβάνουν ως απόδοση δικαιοσύνης.

- Οι ποινές, παράλληλα, επιτυγχάνουν την προάσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών κάθε πολίτη με το να περιορίζουν ή και να τερματίζουν τη δράση εκείνων που δεν σέβονται τα όρια της έννομης πράξης και καταπατούν τα δικαιώματα των συνανθρώπων τους.

[Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το 2015 το σύνολο των κρατουμένων ήταν 11.798, από τους οποίους οι 6.882 ήταν αλλοδαποί.
Από το σύνολο των κρατουμένων: 592 είναι γυναίκες, 358 είναι ανήλικοι, 982 έχουν καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, 2.887 σε κάθειρξη από 5 έως 10 έτη, 1.827 σε κάθειρξη από 10 έως 15 έτη, και 2.244 σε κάθειρξη από 15 έτη και πάνω.

Το σύνολο των κρατουμένων έχει μειωθεί σε σχέση με το 2014 που ήταν 12.693, ενώ κατά τα προηγούμενα έτη το αντίστοιχο σύνολο είχε ως εξής:
2003: 8.418
2004: 8.726
2005: 8.722
2006: 9.964
2007: 10.370
2008: 11.645
2009: 11.736
2010: 11.364
2011: 12.349
2012: 12.479
2013: 12.475]

Θανατική ποινή
Η πλέον αυστηρή ποινή κι εκείνη που δίνει περισσότερο ένα χαρακτήρα εκδίκησης στην επιβολή της δικαιοσύνης, είναι η θανατική ποινή, η οποία αν κι έχει ήδη καταργηθεί σε πάρα πολλές χώρες, εφαρμόζεται όμως ακόμη σε πολυπληθή κράτη, όπως είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Επιχειρήματα κατά της θανατικής ποινής:

- Η θανατική ποινή, όσο κι αν λειτουργεί εκφοβιστικά, δεν αποτελεί σε όλες τις περιπτώσεις ικανό αποτρεπτικό παράγοντα για σημαίνοντα εγκλήματα, καθώς αυτά είτε τελούνται από ανθρώπους που βρίσκονται σε κατάσταση ισχυρής συναισθηματικής φόρτισης (εν βρασμώ ψυχής), οπότε δεν λαμβάνουν καν υπόψη τους τις πιθανές συνέπειες των πράξεών τους, είτε από άτομα που τελούν το έγκλημα έχοντας ήδη αποδεχτεί το ενδεχόμενο του θανάτου τους. Άνθρωποι που επιχειρούν τρομοκρατικές ενέργειες ή πολιτικά εγκλήματα, είναι ήδη αποφασισμένοι να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους, ενώ δεν είναι απίθανο να θεωρούν τη θανάτωσή τους ως μέσο επικύρωσης και προσωπικής αναγνώρισης.

- Η πολιτεία προκειμένου να επιβάλει τη θανατική ποινή αναγκάζει κάποιον πολίτη (υπάλληλο) να επωμιστεί το βάρος της εκτέλεσής της. Στην περίπτωση αυτή ακόμη και η επίγνωση πως πρόκειται για μια νόμιμα επιβεβλημένη ποινή δεν απαλλάσσει τον εκτελούντα από τις τύψεις κι από το γενικότερο προσωπικό κόστος. Αν, μάλιστα, πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα τότε ο ίδιος και όσοι εμπλέκονται σ’ αυτή τη διαδικασία εξωθούνται σε μια απευαισθητοποίηση που τους φέρνει στα όρια της αποκτήνωσης.

- Η θανατική ποινή είναι απολύτως ανήκεστη, γεγονός που δημιουργεί εύλογες αντιδράσεις, καθώς υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο να επιβληθεί σε κάποιον πολίτη που δεν έχει διαπράξει το έγκλημα που του καταλογίζουν.

- Με τη θανατική ποινή αναιρείται πλήρως η έννοια του σωφρονισμού, καθώς δεν παρέχεται καμία δυνατότητα μετάνοιας και ηθικής αναμόρφωσης στο δράστη. Η ποινή, έτσι, λειτουργεί περισσότερο ως εκδίκηση.

- Η πολιτεία, όχι μόνο δεν αποδέχεται τυχόν δική της ευθύνη για την εξώθηση ενός πολίτη της σ’ ένα ακραίο έγκλημα, αλλά συνάμα είναι σαν να παραδέχεται πως δεν είναι σε θέση ή ακόμη περισσότερο πως θεωρεί ότι δεν αξίζει καν να επιδιώξει μέσω μιας διαφορετικής ποινής (π.χ. ισόβια κάθειρξη) την αναμόρφωσή του. Χρησιμοποιεί τη θανατική ποινή για να απαλλάξει τη πολιτεία από τον πολίτη που διαπράττει ένα ειδεχθές έγκλημα.

- Η θανατική ποινή συνιστά μέγιστη παραβίαση ενός θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Αποτελεί, συνάμα, μια διάπραξη φόνου, που επιβάλλεται από την ίδια την πολιτεία, γεγονός που εγείρει το ερώτημα, αν η πολιτεία έχει τη δικαιοδοσία να αφαιρεί τη ζωή ενός πολίτη.

- Το ερώτημα αυτό, άλλωστε, μπορεί να σχετιστεί και με τη γενικότερη έννοια του εγκλήματος, υπό την έννοια πως η θανατική ποινή επιβάλλεται από μια πολιτεία (κυβέρνηση), η οποία ενδεχομένως με τις λανθασμένες πολιτικές της να επιφέρει ψυχική οδύνη ή ακόμη και να εξωθεί στην αυτοχειρία πολίτες της, χωρίς ποτέ να λογοδοτεί για τα εγκλήματα αυτά. Δημιουργείται, έτσι, μια ανισότητα ανάμεσα στο προφανές έγκλημα που διαπράττει ένας πολίτης και στα πλείστα αφανή εγκλήματα που διαπράττει η πολιτεία με λάθη ή παραλείψεις της.

- Μια πολιτεία που προχωρά στην καταπάτηση ενός εγγενούς και αναφαίρετου δικαιώματος των πολιτών της, θέτει αυτομάτως υπό αίρεση την ίδια της την υπόσταση και αξία ως θεσμού που υπάρχει για να προστατεύει και να υπερασπίζεται τα θεμελιώδη δικαιώματα των μελών της.

- Η επιβολή της θανατικής ποινής βασίζεται κάθε φορά σε μια δικαστική απόφαση, η οποία όπως όλες οι ανθρώπινες αποφάσεις ενέχει το στοιχείο της υποκειμενικότητας, και είναι άρα ευάλωτη σε παράγοντες όπως είναι ο κοινωνικός ή φυλετικός ρατσισμός.

- Η θανατική ποινή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο άσκησης πολιτικών πιέσεων και επιβολής, λαμβάνοντας τη μορφή εκκαθάρισης αντίπαλης ή εν γένει διαφωνούσας πολιτικής παράταξης.

- Η επίγνωση ότι ένα είδος εγκλήματος επισύρει τη θανατική ποινή σε μια πολιτεία, όπως για παράδειγμα ο βιασμός, είναι πιθανό να εξωθήσει τον εγκληματία σε πράξεις μεγαλύτερης βιαιότητας (π.χ. διάπραξη φόνου), προκειμένου να καλύψει το διαπραχθέν έγκλημα.

- Η θανατική ποινή, πέρα από το ίδιο το γεγονός της θανάτωσης, συνιστά συνολικά μια εξαιρετικά σκληρή τιμωρία, καθώς υποβάλλει τον τιμωρηθέντα σ’ έναν εξουθενωτικό ψυχικό βασανισμό από τη στιγμή που θα του γνωστοποιηθεί πως επίκειται η εκτέλεσή του.

- Η επιβολή της θανατικής ποινής μοιάζει ως η εύκολη λύση σε σχέση με όσα θα έπρεπε προληπτικά να εφαρμόζει μια πολιτεία προκειμένου να καλλιεργήσει επαρκώς και να διαφυλάξει τους πολίτες της από την καταφυγή σε βίαια εγκλήματα. Τα αίτια, άλλωστε, που ωθούν ένα άτομο στην τέλεση ενός εγκλήματος δεν σχετίζονται πάντα και κατ’ αποκλειστικότητα με την προσωπικότητά του, καθώς υφίστανται συχνά εξωγενείς συνθήκες που επιτείνουν ενδογενή του προβλήματα. Για παράδειγμα, ο ρατσισμός, οι κοινωνικές ανισότητες, η φτώχεια, η παρατεταμένη ανεργία κ.ά., για τα οποία η πολιτεία έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης, συνιστούν κοινωνικά ζητήματα που επιβαρύνουν αρκετά την ψυχοσύνθεση του δράστη. 

Επιχειρήματα υπέρ της θανατικής ποινής:

- Ορισμένα εγκλήματα με τη βιαιότητα που τα διακρίνει, τον ψυχρό και υπολογισμένο τρόπο με τον οποίο έχουν εκτελεστεί και την έκταση που έχουν λάβει (κατά συρροή δολοφονίες, πολλαπλά θύματα), υποδηλώνουν πως ο δράστης έχει συνειδητά θέσει εαυτόν εκτός κοινωνικού συνόλου, και πως είναι απίθανη η όποια μεταστροφή ή αναμόρφωσή του. Ενώ, συνάμα, προκαλούν τέτοια αποστροφή και αναστάτωση στους υπόλοιπους πολίτες, ώστε η θανάτωση του εγκληματία να εμφανίζεται ως κοινωνικό αίτημα.

- Η θανατική ποινή μπορεί να αποτελέσει ένα πιο αποτελεσματικό φόβητρο, σε σχέση με την ισόβια κάθειρξη, για ορισμένους πιθανούς εγκληματίες. Η επίγνωση πως η δολοφονία ενός ανθρώπου επισύρει αντίστοιχη τιμωρία, συνιστά μεγαλύτερο φόβητρο από το ενδεχόμενο ισόβιας κάθειρξης, η οποία σε χώρες όπως είναι η Ελλάδα αντιστοιχεί σε φυλάκιση 16-20 ετών ή και λιγότερο.

- Η πολιτεία, όπως λαμβάνει κάθε άλλο μέσο για την προστασία των πολιτών της, νομιμοποιείται να προχωρήσει ακόμη και στην αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, εφόσον με αυτό τον τρόπο κριθεί πως διαφυλάσσεται η ασφάλεια του λοιπού κοινωνικού συνόλου. Πρόκειται, άλλωστε, για την ίδια πηγή εξουσίας που νομιμοποιείται να λάβει αποφάσεις ακόμη και για τη διενέργεια πολεμικών πράξεων, αν αυτό συνιστά επωφελή κίνηση για τα εθνικά συμφέροντα.

- Το ενδεχόμενο να επιβληθεί λανθασμένα η θανατική ποινή σ’ έναν πολίτη που είναι αθώος για το έγκλημα που του αποδίδεται, δεν μπορεί να οδηγεί στην πλήρη κατάργηση της ποινής αυτής. Καλεί, ωστόσο, σε απόλυτη βεβαιότητα των αρχών προτού φτάσουν στην επιβολή της. Άλλωστε, το ότι η θανατική ποινή προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημία, ισχύει εξίσου και για την ισόβια κάθειρξη, εφόσον σε περίπτωση λανθασμένης επιβολής η πολιτεία δεν μπορεί να επανορθώσει για τη στέρηση όλων αυτών των δημιουργικών χρόνων από τη ζωή ενός ανθρώπου.

- Η παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την επιβολή της θανατικής ποινής, λαμβάνει τη δέουσα απάντηση από το γεγονός πως μια τέτοια ποινή επιβάλλεται μόνο σε άτομα που δε δίστασαν να καταστρατηγήσουν τα αντίστοιχα δικαιώματα συνανθρώπων τους. Ο πολίτης που επιθυμεί να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά του οφείλει το δίχως άλλο να σέβεται εξίσου και τα δικαιώματα των άλλων.

Η συζήτηση, πάντως, σχετικά με τη θανατική ποινή γίνεται καλύτερα κατανοητή, αν ληφθούν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν κάθε έγκλημα. Συχνά η υποστήριξη της αναγκαιότητας να καταργηθεί η απάνθρωπη αυτή ποινή προσκρούει στην αγανάκτηση που επικρατεί για το παράλογο και το εξίσου απάνθρωπο του διαπραχθέντος εγκλήματος.

Συνέπειες του εγκλεισμού στη φυλακή
Μια πρώτη διαπίστωση σχετικά με τον εγκλεισμό του ατόμου στη φυλακή είναι φυσικά το γεγονός ότι έρχεται αντιμέτωπο με μια σειρά οδυνηρών στερήσεων. Ειδικότερα:

- Στέρηση της ελευθερίας: Οι κινήσεις των ατόμων μέσα στη φυλακή είναι πολύ περιορισμένες και οι επαφές με το ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον περιορίζονται σημαντικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απομόνωση του ατόμου, την απώλεια συναισθηματικών σχέσεων και τη μοναξιά. Πάνω απ’ όλα όμως υπάρχει η ηθική καταδίκη του ατόμου από την κοινότητα, που εκφράζεται με τη στέρηση της ελευθερίας, ως τιμωρία για τις πράξεις του ατόμου.

- Στέρηση αγαθών και υπηρεσιών: Στη χώρα μας οι βασικές υπηρεσίες υγείας και υγιεινής των κρατουμένων δεν παρέχονται σε ικανοποιητικό βαθμό. Επίσης, οι διατροφικές ανάγκες των κρατουμένων δεν φαίνεται να καλύπτονται, όπως και οι ανάγκες για εκπαίδευση, ψυχαγωγία και προσωπικό χώρο (κυρίως λόγω του υπερπληθυσμού). Επιπλέον, ο εγκλεισμός, που συνεπάγεται την απώλεια πολλών και σημαντικών υλικών αγαθών και απολαύσεων αποτελεί για τα άτομα μια οδυνηρή απώλεια.

- Σεξουαλική στέρηση: Ο εγκλεισμός αποτελεί ένα συμβολικό «ευνουχισμό» του ατόμου, καθώς του στερεί οποιαδήποτε ευκαιρία για σεξουαλικές σχέσεις (τουλάχιστον μέχρι να του δοθεί η πρώτη άδεια). Αν και σωματικά η σεξουαλική στέρηση είναι σημαντική, ψυχολογικά, η έλλειψη σεξουαλικών σχέσεων είναι πολύ πιο σοβαρή.

- Στέρηση της αυτονομίας: Στη φυλακή υπάρχουν κανόνες που ρυθμίζουν την καθημερινότητα του κρατούμενου, έχοντας ως αποτέλεσμα την έλλειψη αυτονομίας. Επειδή αυτοί οι κανόνες τίθενται πέρα από οποιαδήποτε επιθυμία ή συμμετοχή του κρατούμενου, πολλές φορές οι κρατούμενοι εκφράζουν μια έντονη εχθρότητα προς την εξάρτησή τους από τις αποφάσεις του προσωπικού και την περιορισμένη δυνατότητα να έχουν προσωπικές επιλογές, αγαθά και σεξουαλικές σχέσεις.

- Στέρηση της ασφάλειας: Ο εγκλεισμός συνεπάγεται την αναγκαστική συμβίωση με εκατοντάδες άτομα που μπορεί να έχουν ιστορικό βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς, ή που για τον κάθε κρατούμενο προσλαμβάνονται ως «επικίνδυνοι» και «κακοί». Για τους νεαρούς κρατούμενους, που αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους, οι συγκρατούμενοί τους είναι τα πρότυπα. Για τους ενήλικες κρατούμενους, η φυλακή μπορεί να είναι πηγή συνεχούς άγχους, μιας και συνεχώς προκαλείται η ικανότητα τους να διαχειρίζονται το τυχόν εχθρικό περιβάλλον. Αποτυχία να διαχειριστούν τις προκλήσεις μπορεί να πυροδοτήσει αισθήματα περιφρόνησης από τους άλλους, ενώ αντίθετα, μια επιτυχής αντιμετώπιση μια πρόκλησης (π.χ. επίθεση) μπορεί να κάνει τον συγκεκριμένο κρατούμενο πιθανό στόχο για κάποιους άλλους που θα ήθελαν να αναμετρηθούν με κάποιον που θεωρείται «σκληρός».

Επιπλέον, η εμπειρία του εγκλεισμού συνδέεται με συγκεκριμένες ψυχολογικές συνέπειες:

- Διαταραχές στην ικανότητα επίλυσης προβλημάτων: Η μονοτονία της ζωής στη φυλακή και η έλλειψη ερεθισμάτων, αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι επιφέρει καταστροφή της γενικής διανοητικής ικανότητας του κρατούμενου, έχει όμως ως αποτέλεσμα διαταραχές στην ικανότητα επίλυσης προβλημάτων.

- Αγχώδεις διαταραχές: Οι κρατούμενοι μπορεί να νοιώθουν την ένταση να ανεβαίνει, χωρίς να μπορούν να την καταλάβουν, να την ερμηνεύσουν ή να κάνουν κάτι γι’ αυτή, μπορεί να βάλουν τις φωνές σε κάποιο φύλακα ή σε άλλον κρατούμενο, μπορεί να καταστρέψουν το κελί τους ή να αυτοτραυματιστούν.

- Κατάθλιψη: Ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες φυλάκισης, οι κρατούμενοι έχουν ελάχιστες ευκαιρίες να μιλήσουν, να «δραπετεύσουν» από την κατάσταση ή απλά να περάσουν καλά. Αυτό, σε συνδυασμό με εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. τιμωρίες, είδος φυλακής) αλλά και ενδογενείς παράγοντες (π.χ. προσωπικότητα, γνωστικά σχήματα), μπορεί να κινητοποιήσει δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις. Ο Serra (1994) διακρίνει τέσσερις τύπους κατάθλιψης:

α) Αγχώδης κατάθλιψη: τα χαρακτηριστικά της είναι η δύσπνοια, η ευερεθιστότητα, η ένταση, και οι ενοχές
β) Γνωστική κατάθλιψη: Τα χαρακτηριστικά της είναι η μη ικανοποίηση, η απαξίωση, και η απελπισία
γ) Κατάθλιψη που σχετίζεται με τη διατροφή: Χαρακτηρίζεται από απώλεια όρεξης και ενέργειας, και αυξημένη κούραση
δ) Ενδογενής κατάθλιψη: Είναι η πιο σοβαρή περίπτωση. Χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις της διάθεσης κατά τη διάρκεια της ημέρας, από πολύ πρωινό ξύπνημα, από απώλεια βάρους, από ευερεθιστότητα και ένταση.

- Απόπειρες αυτοκτονίας, αυτό-τραυματισμοί: Μπορούν να συμβούν κατά τα πρώτα στάδια του εγκλεισμού και συνδέονται άμεσα με την κατάθλιψη. Σε μερικές περιπτώσεις φαίνεται να λειτουργούν ως προσπάθειες ανακούφισης από την ένταση, ενώ γενικά αναγνωρίζονται ως «κραυγές αγωνίας» από τους κρατούμενους.

- Ιδρυματισμός: Είναι η απόλυτη εξάρτηση του ατόμου από τη φυλακή. Ο ιδρυματισμός συνοδεύεται με συγκεκριμένες ψυχοδιανοητικές διαταραχές, όπως πρώιμο γήρας, διαταραχές της σεξουαλικότητας, αναστολή των ψυχοκοινωνικών δραστηριοτήτων, συναισθηματική αδιαφορία, έντονη ερεθιστικότητα.

Κρατικές δομές για την πρόληψη της εγκληματικότητας και την εξωϊδρυματική μεταχείριση των ανηλίκων

- Ιδιαιτέρως σημαντική είναι η πρόληψη της εγκληματικότητας, και κυρίως η πρόληψη της εγκληματικής συμπεριφοράς των ανηλίκων. Για το σκοπό αυτό έχουν συσταθεί Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων, οι οποίες τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, λειτουργούν στην έδρα κάθε πρωτοδικείου και έχουν σκοπό την πρόληψη της εγκληματικότητας των ανηλίκων οι οποίοι εμφανίζουν αντικοινωνική συμπεριφορά ή βρίσκονται σε κίνδυνο να γίνουν δράστες ή θύματα αξιόποινων πράξεων, λόγω ακατάλληλου ή ανύπαρκτου οικογενειακού περιβάλλοντος ή άλλων δυσμενών κοινωνικών συνθηκών και αιτίων. Όταν εξασφαλισθούν οι αναγκαίοι πόροι οι Εταιρείες ιδρύουν Στέγες φιλοξενίας ανηλίκων όπου μέσα σε οικογενειακές συνθήκες παρέχουν φιλοξενία και πολύπλευρη υποστήριξη στα παιδιά που προστατεύουν.
Στέγες φιλοξενίας διαθέτουν οι Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων Αθήνας, Πειραιά, Ηρακλείου Κρήτης, Καρδίτσας, Αλεξανδρούπολης, Κοζάνης και Βόλου.

- Σημαντική είναι, βέβαια, και η εξωϊδρυματική αντιμετώπιση των ανηλίκων που έχουν ήδη καταδικαστεί για κάποιο αδίκημα. Την ανάλογη ευθύνη έχουν οι Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων των Δικαστηρίων Ανηλίκων∙ πρόκειται για περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που λειτουργούν στην έδρα κάθε πρωτοδικείου όπου υπάρχει και δικαστήριο ανηλίκων και εποπτεύονται από το δικαστή ανηλίκων. Αποτελούν τον κυριότερο φορέα εξωϊδρυματικής μεταχείρισης ανηλίκων που έχουν διαπράξει αξιόποινη πράξη ή βρίσκονται σε κίνδυνο να γίνουν δράστες ή θύματα αξιόποινων πράξεων.
Στελεχώνονται από τους επιμελητές ανηλίκων, οι οποίοι ασχολούνται με τους ανηλίκους που τους έχει επιβληθεί το αναμορφωτικό μέτρο της επιμέλειας (άρθρο 122 Π.Κ.) συνδράμοντας ουσιαστικά τον δικαστή ανηλίκων στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων. Ασχολούνται επίσης με τους ανηλίκους που βρίσκονται σε κίνδυνο να παραβούν το νόμο λόγω ακατάλληλου ή ανύπαρκτου οικογενειακού περιβάλλοντος ή άλλων κοινωνικών συνθηκών, παρέχοντας πολύπλευρη στήριξη στους ίδιους και τις οικογένειές τους.

- Το πρόγραμμα του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων (K.A.T.K.) είναι στεγνό, εθελοντικό, πολυφασικό και διάρκειας δύο περίπου ετών, στοχεύει δε: α) στη σωματική και ψυχική απεξάρτηση, β) στην αποχή από την παραβατικότητα, γ) στην εκπαίδευση και κατάρτιση, δ) στην πρόληψη της υποτροπής και στην κοινωνική επανένταξη των συμμετεχόντων.
Η πρώτη φάση του προγράμματος -δίμηνης διάρκειας- είναι φάση προετοιμασίας και πραγματοποιείται στα κατά τόπους καταστήματα κράτησης τοξικομανών κρατουμένων.
Η δεύτερη φάση του προγράμματος πραγματοποιείται στο Κ.Α.Τ.Κ. Ελεώνα Θηβών το οποίο άρχισε ήδη να λειτουργεί και είναι διάρκειας 4 μηνών τουλάχιστον. Χαρακτηρίζεται ως μεταβατική και συνδυάζει τον σωφρονισμό με τη θεραπεία, έχοντας ως στόχο τη συνέχιση της κινητοποίησης για θεραπεία και τη σταδιακή αλλαγή της ψυχολογικής στάσης και συμπεριφοράς του κρατούμενου από «φυλακισμένο» σε «θεραπευόμενο».
Στη συνέχεια ακολουθεί η τρίτη φάση, διάρκειας 8 μηνών τουλάχιστον, η οποία χαρακτηρίζεται ως φάση ψυχικής απεξάρτησης και πραγματοποιείται σε ειδικούς χώρους του Κ.Α.Τ.Κ., όπου θα εφαρμόζονται οι αρχές των θεραπευτικών κοινοτήτων.
Η τέταρτη και τελευταία φάση, διάρκειας 12 τουλάχιστον μηνών, είναι η φάση της κοινωνικοποίησης και στοχεύει στη προώθηση και ένταξη των θεραπευομένων στην κοινωνία. Η φάση αυτή πραγματοποιείται σε χώρους του Κ.Α.Τ.Κ. ή σε προστατευόμενα διαμερίσματα του Δημοσίου εκτός του Κ.Α.Τ.Κ. ή σε Αγροτικές Φυλακές.
Για την υλοποίηση του προγράμματος απεξάρτησης τοξικομανών κρατουμένων, το Υπουργείο Δικαιοσύνης προσέλαβε, εκτός του διοικητικού και φυλακτικού προσωπικού, το αναγκαίο επιστημονικό προσωπικό (γιατρούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς) και προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ασφαλή και αποδοτική λειτουργία του Κέντρου.

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Εθνικισμός

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Semmick photo

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Εθνικισμός

Εθνικισμός: Υπερβολική και αποκλειστική προσήλωση προς την ιδέα του έθνους και των εθνικών ιδεωδών, με κύριο χαρακτηριστικό τη διάκριση των εθνών σε ανώτερα και κατώτερα και τη διάθεση επιβολής των πρώτων στα δεύτερα. Ειδικότερα, η έντονη προβολή της εθνικής ταυτότητας, κυρίως όταν συνδέεται με τάσεις απόσχισης ή επέκτασης.
Σοβινισμός: Τυφλός εθνικισμός που χαρακτηρίζεται από τη φανατική εξύμνηση κάθε εθνικού στοιχείου, από απόρριψη και περιφρόνηση των στοιχείων άλλων λαών.

Εθνισμός: Η συνείδηση ότι ανήκει κανείς σε συγκεκριμένο έθνος∙ επίσης, το πατριωτικό αίσθημα το οποίο προκύπτει από αυτήν.
Πατριωτισμός: Η έμπρακτη αφοσίωση και αγάπη κάποιου προς την πατρίδα του.

[εθνισμός – εθνικισμός – διεθνισμός – φιλοπατρία – πατριωτισμός – σοβινισμός.

Το να αγαπά κανείς την πατρίδα του, η φιλοπατρία (λέξη που πρωτοεμφανίστηκε στον Αριστοφάνη), είναι το πιο φυσικό πράγμα. Στα τέλη του 18ου αι. –αρχές του 19ου. αι., όταν η λέξη φιλοπατρία δίνει την αίσθηση της λογιότερης λέξης, αρχίζει να υποκαθίσταται από τις λέξεις πατριωτισμός (αντιδάνειο μέσω του γαλλικού patriotisme), που πρωτοχρησιμοποιούν ο Ρήγας Φεραίος, ο Ευγένιος Βούλγαρις κ.ά., και εθνισμός (μαρτυρείται από τον Ν. Σπηλιάδη, 1826). Για λίγο μάλιστα φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν με την ίδια σημασία και τα εθνικότης και εθνότης, που γρήγορα όμως εξειδικεύθηκαν στη σημασία που έχουν και σήμερα.
Η χρήση της λέξης εθνισμός με τη σημασία του πατριωτισμού, της φιλοπατρίας είναι τόσο έντονη τον 19ο αι., ώστε ο περίφημος δικαστής και συγγραφέας Αναστάσιος Πολυζωίδης, αναζητώντας (το 1859) μια λέξη ομόρριζη του εθνικός (= ειδωλολάτρης) για να δηλώσει την ειδωλολατρία, τον παγανισμό, αποφεύγει τη λέξη εθνισμός (= πατριωτισμός), για να μην προκαλέσει σύγχυση, και δημιουργεί τη λέξη εθνικισμός με τη σημασία «ειδωλολατρισμός» (από το εθνικός «ειδωλολάτρης»), που είναι και η πρώτη σημασία της λέξης! Βαθμηδόν η λέξη εθνισμός υπεχώρησε∙ τη θέση της πήρε η λέξη εθνικισμός, που σήμανε και τον πατριωτισμό, την αγάπη προς την πατρίδα, αλλά και τις εδαφικές απαιτήσεις ενός έθνους εις βάρος άλλων εθνών, τον εθνικό επεκτατισμό, δήλωσε δηλαδή και τη θετική και την αρνητική σημασία. Τον φανατικό, με επεκτατικές-επιθετικές βλέψεις, πατριωτισμό δήλωσε και η ξενικής (γαλλικής) προελεύσεως λέξη σοβινισμός (από τον ήρωα θεατρικού έργου, του αφοσιωμένου στον Ναπολέοντα πατριώτη N. Chauvin).
Με τις σαρωτικές αλλαγές που έγιναν στο παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό από τη δεκαετία του ’80, με τους ποικιλώνυμους εθνικισμούς που εμφανίστηκαν μετά την πτώση των κομουνιστικών καθεστώτων, η διάκριση μεταξύ nationism και nationalism κατέστη και στην Ελλάδα αναγκαία και άρχισε να εκφράζεται αντιστοίχως με το σημασιολογικό-λεξικό ζεύγος εθνισμός – εθνικισμός, όπου το εθνισμός δηλώνει τον αγνό πατριωτισμό, το δε εθνικισμός τις εθνικιστικές επεκτατικές βλέψεις. Απέναντι σε αυτό το ζεύγος η λέξη διεθνισμός παρέμεινε από παλιά να δηλώνει το ξεπέρασμα της έννοιας του έθνους και την υποκατάστασή της από τη δι-εθνική αντίληψη ότι δεν πρέπει να υπάρχουν όρια που να χωρίζουν τους λαούς, αντίληψη την οποία προέβαλε ο κομουνισμός, η κατεξοχήν διεθνιστική ιδεολογία.] Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη

Όψεις του εθνικισμού
Η με φανατισμό προσήλωση στο έθνος και η λανθασμένη εντύπωση της υπεροχής αυτού έναντι των άλλων εθνών, οδηγεί σε ρατσιστικές συμπεριφορές, που ανάλογα με τις γενικότερες συνθήκες μπορούν να φτάσουν μέχρι την απόλυτη βιαιότητα. Σαφές παράδειγμα ακραίου εθνικισμού αποτελεί η ναζιστική Γερμανία, και η πεποίθηση των τότε Γερμανών πως ήταν η ανώτερη και καθαρότερη εθνότητα της Ευρώπης.
Ο εθνικισμός, ωστόσο, ακόμη κι αν δεν οδηγήσει στη διενέργεια κάποιου πολέμου μέσω του οποίου θα επιδιώκεται η επικράτηση του ενός έθνους απέναντι στα εχθρικά και υποδεέστερα άλλα, έχει σαφώς αρνητικές επιπτώσεις, ιδίως αφού κύριο απότοκό του είναι ο ρατσισμός.
Οι εθνικιστές θεωρούν -έστω κι αν δεν μπορούν να το αποδείξουν- πως η εθνότητά τους είναι -και πρέπει να παραμείνει- καθαρή από επιμιξίες με άλλες εθνότητες, γι’ αυτό και καταδικάζουν οποιαδήποτε επαφή με μέλη άλλων εθνοτήτων. Επιδίωξη που εκτείνεται ακόμη και στην πολιτισμική επικοινωνία, προκειμένου να διαφυλαχτεί ανόθευτη η εθνική παράδοση.

Τα αίτια του εθνικισμού
Ο εθνικισμός, ο οποίος σε κάθε περίπτωση φανερώνει έλλειψη ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας, εντείνεται σε περιόδους κρίσης και συχνά έρχεται να εξυπηρετήσει πολιτικά συμφέροντα. Ειδικότερα:

- Στο υπόβαθρο του εθνικισμού βρίσκεται σαφώς η αγάπη και η περηφάνια για την ιστορία και τα επιτεύγματα του έθνους. Τα θετικά, όμως, αυτά συναισθήματα παρεκκλίνουν προς την υπερβολή, όταν η παρούσα κατάσταση του έθνους δεν είναι αρκετά καλή, όταν υπάρχουν δηλαδή τρέχοντα προβλήματα, τα οποία δημιουργούν στους πολίτες την αίσθηση του κινδύνου ή της ανασφάλειας.
Στην εξώθηση προς την παρέκκλιση συμβάλλουν συνήθως λαϊκιστές πολιτικοί, οι οποίοι θέλοντας να εκμεταλλευτούν τις εκάστοτε συγκυρίες προς όφελός τους και μη έχοντας πραγματικές προτάσεις για την επίλυση των προβλημάτων, ρίχνουν το βάρος της πολιτικής ρητορείας στην ένδοξη ιστορία του έθνους και στους κινδύνους που προέρχονται από τις ξένες εθνότητες. Η ρητορεία αυτή εύλογα συγκινεί τους πολίτες, αλλά με μη θεμιτό τρόπο, καθώς τους οδηγεί στο φανατισμό και στο μίσος για τους αλλοεθνείς, που εντελώς ατεκμηρίωτα και ανεύθυνα στοχοποιούνται ως οι κύριοι υπεύθυνοι των δεινών του τόπου.

- Σε περιόδους οικονομικής κρίσης με την ανεργία να είναι σε υψηλά επίπεδα και τις μικρές επιχειρήσεις να μην αποδίδουν τα αναμενόμενα, η αγανάκτηση των πολιτών αναζητά διέξοδο. Μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου τότε, και μη θέλοντας σαφώς να αναλάβει ευθύνες για την οδυνηρή αυτή κατάσταση τείνει να διοχετεύει την οργή των πολιτών προς τους ξένους είτε με τη λογική των ξένων οικονομικών συμφερόντων που επιχειρούν να συνθλίψουν το δοκιμαζόμενο έθνος είτε με τη λογική της επιβάρυνσης από τους μετανάστες, που υποτίθεται ότι ευθύνονται για την έλλειψη θέσεων εργασίας.
Η ενίσχυση του εθνικισμού και η απόδοση ευθυνών στους ξένους εξυπηρετούν άριστα τα συμφέροντα των πολιτικών, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούν -και δεν επιτρέπουν- να υπάρξει πραγματικός έλεγχος για τη δική τους ευθύνη. Έτσι, το να στρέφουν την οργή των πολιτών προς τους ξένους αποτελεί την ευκολότερη γι’ αυτούς επιλογή, έστω κι αν οι συνέπειες αυτής είναι συχνά επικίνδυνες για τους αδύναμους μετανάστες και πρόσφυγες.

- Η αύξηση της προσέλευσης μεταναστών και προσφύγων λειτουργεί ως παράγοντας που ενισχύει τα συναισθήματα ανασφάλειας και ανησυχίας των πολιτών∙ συναισθήματα που εύκολα μπορούν να τραπούν σε δυσαρέσκεια ή ακόμη και σε μίσος, αν παρασυρθούν από τα ξενοφοβικά συνθήματα των λαϊκιστών πολιτικών.
Οι πολίτες αντικρίζουν τον αυξημένο αριθμό μεταναστών με καχυποψία σε ό,τι αφορά την ασφάλεια του ντόπιου πληθυσμού, αλλά και σε σχέση με την οικονομική επιβάρυνση που προκαλούν στη χώρα. Αδυνατούν, ωστόσο, να αντιληφθούν τη θετική συνεισφορά της παρουσίας των μεταναστών, αν αυτοί ενσωματωθούν επιτυχώς στο εργατικό δυναμικό της χώρας, και ιδίως σε περιοχές όπου υπάρχει έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού.

- Σύνηθες ατόπημα των φορέων αγωγής -σχολείο, οικογένεια, Μ.Μ.Ε.- είναι η έμμονα αρνητική παρουσίαση άλλων εθνοτήτων, κυρίως γειτονικών, με τις οποίες στο παρελθόν η χώρα είχε έρθει σε σύγκρουση. Η επιλογή αυτής της στερεοτυπικής παρουσίασης διατηρεί και διαιωνίζει μίση και πάθη του παρελθόντος, μη επιτρέποντας τη γόνιμη επικοινωνία και το πέρασμα σε μια νέα εποχή αρμονικής συνύπαρξης και συνεργασίας.

- Η πολυπολιτισμική πραγματικότητα της εποχής μας, με την παγκοσμιοποίηση να ωθεί τα επιμέρους κράτη σε συνεχή επικοινωνία και συνεργασία, προκαλεί ανησυχία σε ορισμένους πολίτες σχετικά με τη διαφύλαξη και τη διατήρηση της εθνικής παράδοσης, η οποία μοιάζει να δοκιμάζεται από τον διαρκή αυτό συγχρωτισμό. Η στροφή, εντούτοις, προς τον εθνικισμό και προς τη φανατική προσκόλληση στα στοιχεία της εθνικής παράδοσης, δεν αποτελεί ουσιαστική και αποτελεσματική λύση, καθώς λειτουργεί αποτρεπτικά σε ό,τι μπορεί να ιδωθεί ως μια ευκαιρία βαθύτερης γνωριμίας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των άλλων εθνών. Είναι, άλλωστε, σαφές πως το μόνο που ζητείται μέσω αυτής της επικοινωνίας είναι η αλληλοεκτίμηση και ο αλληλοσεβασμός, εφόσον κανένα έθνος δεν επιθυμεί να λησμονήσει ή να παραμερίσει την παράδοσή του, ούτε και απαιτεί από κάποιο άλλο έθνος να κάνει κάτι τέτοιο.

Συνέπειες του εθνικισμού
- Ο εθνικισμός, ιδίως στις πιο ακραίες εκδοχές του, υπονομεύει τη δυνατότητα ειρηνικής συνύπαρξης των εθνών και βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση της αφορμής εκείνης που θα επιτρέψει μια πολεμική αναμέτρηση, ώστε να αναδειχθεί η ανωτερότητα του έθνους και να καταστεί εφικτή η συντριβή των άλλων -κατώτερων- εθνών. Μια τέτοια νοσηρή νοοτροπία, πέρα από τις πολλαπλές απώλειες που μπορεί να προκαλέσει σε περίπτωση που οδηγήσει ως την πολεμική σύγκρουση, αποτελεί τροχοπέδη για τη δημιουργική και γόνιμη συνεργασία και συνύπαρξη των διάφορων εθνοτήτων και πολιτισμών. Τα έθνη που επιτρέπουν στα διχαστικά πάθη του εθνικισμού να καθορίζουν την εξωτερική τους πολιτική, αδυνατούν να αξιοποιήσουν όλα εκείνα τα οφέλη που προκύπτουν από την αγαστή συνεργασία και τη δίχως καχυποψίες χάραξη μιας κοινής οικονομικής πολιτικής με τα γειτονικά τους κράτη.

- Ακόμη, όμως, και στις περιπτώσεις που ο εθνικισμός δεν φτάνει σε ακραία επίπεδα, συνιστά ουσιαστικό εμπόδιο για την ομαλή εσωτερική λειτουργία ενός κοινωνικού συνόλου, καθώς επιφέρει έξαρση των ρατσιστικών αντιλήψεων και οδηγεί σε βίαιες ή αρνητικές συμπεριφορές απέναντι στους αλλοεθνείς κατοίκους. Η πολιτεία καθίσταται εξαιρετικά εχθρική απέναντι στους μετανάστες ή τους πρόσφυγες που προσέρχονται σε αυτή αναζητώντας σωτηρία ή ένα καλύτερο επίπεδο ζωής.
Συνάμα, λόγω του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας που κυριαρχεί, αίρεται κάθε πιθανότητα πραγματικής επικοινωνίας με τα πολιτιστικά επιτεύγματα άλλων εθνοτήτων. Ιδίως στις περιπτώσεις κρατών που ο εθνικισμός συμπορεύεται με το θρησκευτικό φανατισμό, παρατηρείται μια έμμονη προσήλωση σε παρωχημένες μεθόδους κοινωνικής λειτουργίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ισλαμικές χώρες, όπου παρά τα πολύ σημαντικά βήματα που έχουν γίνει σε όλο τον κόσμο σε θέματα όπως είναι η ισότητα των δύο φύλων και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκεί εντοπίζονται ακόμη απάνθρωπες αναχρονιστικές αντιλήψεις καταπίεσης και ακραίας βιαιότητας.

- Ο εθνικισμός ενέχει, βέβαια, αρνητικές επιπτώσεις και σε ατομικό επίπεδο, υπό την έννοια ότι καθιστά τους πολίτες ευάλωτους στα κηρύγματα των πολιτικών εκείνων που ρέπουν προς τον λαϊκισμό. Προκύπτει, έτσι, μια σημαντική υπονόμευση της πνευματικής αυτονομίας του ατόμου, αφού υπό την επίδραση του εθνικιστικού φανατισμού αδυνατεί να σκεφτεί με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα, και καταλήγει υποχείριο των λαϊκιστών πολιτικών.
Το άτομο κινείται υπό τη λανθασμένη εντύπωση ότι προφυλάσσει τα εθνικά συμφέροντα και την εθνική καθαρότητα, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που επιτυγχάνει είναι να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λαϊκιστών πολιτικών, καθώς και την παρεμπόδιση ενός ουσιαστικού ελέγχου σχετικά με τις πραγματικές επιδιώξεις, αλλά και τις ευθύνες του πολιτικού κόσμου. Ενόσω οι πολίτες στρέφουν την οργή και την αγανάκτησή τους στους υποτιθέμενους εξωτερικούς εχθρούς, οι πολιτικοί συνεχίζουν τη δράση τους χωρίς έλεγχο και χωρίς απόδοση ευθυνών.

Τρόποι αντιμετώπισης του εθνικισμού
Η έγκαιρη καταπολέμηση των εθνικιστικών τάσεων και της συνεπαγόμενης εξώθησης των πολιτών σε λανθασμένες επιλογές, βαρύνει σαφώς του φορείς αγωγής, αλλά και την ίδια την πολιτεία. Ειδικότερα:

- Παροχή ουσιαστικής παιδείας.
Είναι σημαντικό να μπορούν οι νέοι να διακρίνουν τον υγιή πατριωτισμό και εθνισμό από τον φανατισμό του εθνικισμού, ζητούμενο το οποίο είναι επιτεύξιμο μόνο μέσα από την ενίσχυση της κριτικής τους ικανότητας, αλλά και της με σεβασμό παρουσίασης των πολιτιστικών επιτευγμάτων και της αυτόνομης αξίας των άλλων εθνοτήτων. Οι νέοι θα πρέπει, σαφώς, να εκτιμούν και να σέβονται την εθνική τους ταυτότητα, αλλά θα πρέπει συνάμα να αντιλαμβάνονται πως κάθε επιμέρους εθνότητα έχει τη δική της άξια σεβασμού παράδοση και ιστορία.
Καίριο ζητούμενο, άλλωστε, είναι η δυνατότητα των νέων να διακρίνουν τις λαϊκιστικές τακτικές που αποσκοπούν στη χειραγώγηση των πολιτών, καθώς και να κατανοούν πόσο διευρυμένα είναι τα αίτια μιας οικονομικής κρίσης. Με αυτό τον τρόπο δεν θα παρασύρονται από απλουστευτικές προσεγγίσεις που επιχειρούν να αποδώσουν στους μετανάστες ή στους αλλοεθνείς εν γένει ακόμη και προβλήματα τα οποία έχουν προκύψει από αμιγώς λανθασμένες πολιτικές του δικού μας πολιτικού συστήματος.
Οι νέοι θα πρέπει να αποκτήσουν την πνευματική εκείνη καλλιέργεια που θα τους προφυλάσσει από κάθε είδους φανατισμό και θα τους επιτρέπει να σέβονται τη διαφορετικότητα και την ετερότητα σε πνευματικό, πολιτιστικό και φυλετικό επίπεδο.

- Ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Τα Μ.Μ.Ε. οφείλουν να αποφεύγουν τη διαιώνιση στερεοτυπικών αντιλήψεων με την αρνητική παρουσίαση των γειτονικών εθνοτήτων ή τη δαιμονοποίηση των μεταναστών. Δοθείσης της επίδρασης που ασκούν στους πολίτες είναι αναγκαία η από μέρους τους αντικειμενική ενημέρωση χωρίς παρεκκλίσεις προς λαϊκιστικές τακτικές, με την εκμετάλλευση της ξενοφοβίας ως εύκολο μέσο περισπασμού της κοινής γνώμης.
Η ενθάρρυνση ή η υποστήριξη λαϊκιστών και εθνικιστών πολιτικών είναι εγκληματική, εφόσον παρασύρει τους πολίτες σε εμφανώς λανθασμένες επιλογές. Εκείνο, άρα, που καλούνται να κάνουν τα Μ.Μ.Ε. είναι να λειτουργήσουν ως φορέας διεθνικής επικοινωνίας, παρουσιάζοντας τις ποικίλες δυνατότητες που προκύπτουν μέσα από την ειρηνική διακρατική συνεργασία. Οι πολίτες μπορούν να εκτιμήσουν και να σεβαστούν τους άλλους πολιτισμούς και τις άλλες εθνότητες, αν τους δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσουν καλύτερα και με ορθό τρόπο παρουσιασμένα τα στοιχεία της άλλης ταυτότητας∙ του άλλου έθνους.

- Η δράση των Διεθνών Οργανισμών.
Η ευθύνη για την αποφυγή εθνικιστικών επιλογών από τα επιμέρους κράτη βαρύνει σαφώς τη διεθνή κοινότητα, εφόσον κάθε τέτοια παρέκκλιση γίνεται γρήγορα αντιληπτή και επιτρέπει την έγκαιρη παρέμβαση. Συνιστά, άρα, καίρια μέριμνα των Διεθνών Οργανισμών να παρεμποδίζουν την επικράτηση εθνικιστικών καθεστώτων, με αυστηρότατες κυρώσεις, προκειμένου να αποτραπούν ακραίες καταστάσεις, όπως αυτές που βίωσε ο κόσμος στα χρόνια της ναζιστικής Γερμανίας.
Συνάμα, οι Διεθνείς Οργανισμοί οφείλουν να αξιοποιούν κάθε δυνατό μέσο για την υπεράσπιση της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε χώρες όπου ο εθνικισμός και ο θρησκευτικός φανατισμός θέτουν υπό αίρεση τις ατομικές ελευθερίες. Οι ισλαμικές χώρες, αλλά και το σοσιαλιστικό καθεστώς της Βόρειας Κορέας, αποτελούν σαφή παραδείγματα της ολέθριας οπισθοδρόμησης που προκύπτει, όταν οι χώρες αρνούνται την πραγματική επικοινωνία με τους άλλους λαούς και εμμένουν στις δικές τους απάνθρωπες τακτικές και αντιλήψεις.

- Ατομική ευθύνη.
Κάθε πολίτης οφείλει να επιδιώκει τον έλεγχο και τη βελτίωση των προσωπικών του θέσεων, ώστε να μην παρασύρεται σε δογματικές επιλογές. Πέρα, άλλωστε, από τις τυχόν επιδράσεις από τα Μ.Μ.Ε. και την εθνικιστική ρητορεία των πολιτικών, η τελική επιλογή βαρύνει τον κάθε πολίτη χωριστά, γι’ αυτό και είναι ιδιαίτερα σημαντικό κάθε άνθρωπος να διεκδικεί για τον εαυτό του πραγματική παιδεία, που θα του επιτρέψει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο χωρίς παρωπίδες και χωρίς φανατισμό.


Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Ανθρωπισμός

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
David Uzochukwu

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Ανθρωπισμός

Ο ανθρωπισμός ως φιλοσοφική έννοια είναι ένα σύστημα ή τρόπος σκέψεως και πράξεως (παραπλήσιος, αν και όχι ταυτόσημος με τον πραγματισμό), που δίνει τη μεγαλύτερη έμφαση στην αξία του ανθρώπου, στα συμφέροντα, στις αξίες και στην αξιοπρέπειά του. Ειδικότερα, είναι ένα δόγμα που υποστηρίζει ότι αληθές είναι μόνον ό,τι προάγει την ανθρώπινη ζωή και οδηγεί τον άνθρωπο στην τελείωση, και γι’ αυτό δίνει ιδιαίτερη σημασία στη λογική και την καθολική γνώση και αρνείται την πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις.
Ο ανθρωπισμός ιδωμένος ιστορικά αναφέρεται στην παιδευτική αντίληψη και το μορφωτικό ιδεώδες της Αναγέννησης, αλλά και των μετέπειτα χρόνων, σύμφωνα με τα οποία η σωματική, ψυχική και πνευματική αγωγή του ανθρώπου πρέπει να βασίζεται στη σπουδή της κλασικής ελληνικής και λατινικής αρχαιότητας, δηλαδή στα κλασικά γράμματα, και να εμπνέεται από τις κλασικές αξίες και αρχές.
Ο ανθρωπισμός, συνάμα, υποδηλώνει το σύνολο των πνευματικών και ψυχικών ιδιοτήτων του ανθρώπου, ιδίως τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στον πολιτισμένο άνθρωπο (λ.χ. ευγένεια, ημερότητα ηθών) και τον διακρίνουν από τα ζώα.

Σύγχρονα ζητούμενα του ανθρωπισμού
Σύγχρονο, αλλά και πάγιο αίτημα του ανθρωπισμού, είναι να έχει κάθε άνθρωπος το δικαίωμα και άρα τη δυνατότητα να αναπτύξει ολόπλευρα την προσωπικότητά του (σωματικές, ψυχικές, νοητικές και ηθικές αρετές), ώστε να καταστεί άρτιο μέλος μιας ευρύτερα ανθρωπιστικής κοινωνίας. Ζητούμενο, λοιπόν, σε ό,τι αφορά το άτομο ως μεμονωμένη οντότητα είναι η παιδεία εκείνη που θα του επιτρέψει να αποκτήσει αδέσμευτη και ισχυρή αντίληψη και, φυσικά, ηθική ακεραιότητα. Ενώ, σε επίπεδο κοινωνίας, ζητούμενο για τον ανθρωπισμό είναι η διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών δικαιοσύνης, ισότητας, αλληλεγγύης, αξιοκρατίας και αλληλοσεβασμού, ώστε τα δικαιώματα κάθε πολίτη να γίνονται απολύτως σεβαστά.
Σε μια ανθρωπιστική κοινωνία ο σεβασμός της αξιοπρέπειας κάθε πολίτη είναι αδιαπραγμάτευτος και φαινόμενα όπως είναι οι οικονομικές ανισότητες, η στέρηση ακόμη και βασικών αγαθών και η εκμετάλλευση των αδύναμων, δεν γίνονται αποδεκτά. Σε μια ανθρωπιστική κοινωνία κάθε άνθρωπος εκτιμά, σέβεται και προστατεύει τον συνάνθρωπό του. Προκειμένου, όμως, να υπάρξει μια τέτοια κοινωνία, κάθε άνθρωπος οφείλει να αποκτήσει τη βαθιά εκείνη αγάπη για τον συνάνθρωπό του, που δεν θα του επιτρέπει να αποδέχεται ή να ανέχεται την κοινωνική αδικία και τις ανισότητες.

Αίτια κρίσης του ανθρωπισμού
Στην εποχή μας παρατηρείται σημαντικό έλλειμμα ανθρωπιάς, με τον ανθρωπισμό να παραγνωρίζεται πλήρως. Κύριο μέλημα των περισσότερων ανθρώπων είναι η ατομική τους ευημερία, για χάρη της οποίας δεν διστάζουν πολλές φορές να εκμεταλλευτούν και να αδικήσουν συνανθρώπους τους. Άνθρωποι ελλιπούς καλλιέργειας, εγωκεντρικοί, μικροπρεπείς, με φθόνο για τους συμπολίτες τους∙ άνθρωποι που αποδέχονται και επιζητούν την αναξιοκρατία, εκλέγουν και στηρίζουν κυβερνήσεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν απαθώς τη γενικευμένη ανεργία, τη φτώχεια και την οικονομική δυσπραγία σημαντικού τμήματος του πληθυσμού.
Φαινόμενο, το οποίο δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτό μόνο στα στενά όρια της δικής μας πολιτείας, καθώς σε ολόκληρο τον κόσμο παρατηρούνται καταστάσεις που εκθέτουν τα κράτη στο σύνολό τους, αφού αποδέχονται και επιτρέπουν την εξαθλίωση και τον αφανισμό πληθυσμών σε διάφορες οικονομικά ασθενείς περιοχές του πλανήτη. Γενικευμένη, λοιπόν, η κρίση του ανθρωπισμού και όχι αποκλειστικό σύμπτωμα της ελληνικής κοινωνίας∙ γενικευμένα, άρα, και τα αίτια αυτής της έκπτωσης των ηθικών αξιών.
Ειδικότερα:

- Υλισμός και άνιση κατανομή του πλούτου.
Με κύριο δέλεαρ τις ανέσεις, την απόλαυση και την τόσο αναγκαία, μα και τόσο επιφανειακή, κοινωνική αποδοχή, ο υλισμός έχει διαβρώσει δραστικά τη συνείδηση των πολιτών, που σπεύδουν να θυσιάσουν κάθε άλλη προσωπική αξία και κάθε ηθικό φραγμό στο όνομα του πλουτισμού και της ευμάρειας. Οι άνθρωποι έχουν πάψει πια να ενδιαφέρονται για το συλλογικά επωφελές και για την ανιδιοτελή προσφορά στους συνανθρώπους τους, το μόνο που επιθυμούν και επιδιώκουν πλέον είναι η προσωπική ανάδειξη, και φυσικά το οικονομικό κέρδος.
Το οικονομικό αυτό κέρδος, όμως, καταλήγει και περιορίζεται σ’ ένα μικρό μόνο μέρος του πληθυσμού, δημιουργώντας έτσι τεράστιες ανισότητες τόσο ανάμεσα στους πολίτες συγκεκριμένων κοινωνιών όσο και μεταξύ των διαφόρων κρατών. Προκύπτει κατ’ αυτό τον τρόπο μια επονείδιστη κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας οι λίγοι και κατέχοντες έχουν διασφαλίσει ένα εξαιρετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο, ενώ την ίδια στιγμή γύρω τους υπάρχουν πάρα πολλοί συνάνθρωποί τους που αδυνατούν να διασφαλίσουν έστω και τα στοιχειώδη για την επιβίωσή τους. Αντιστοίχως, πλάι στα ισχυρά και ανεπτυγμένα κράτη υπάρχουν και χώρες, όπως αυτές του Τρίτου Κόσμου, οι επονομαζόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες, στις οποίες ο πληθυσμός αντιμετωπίζει απελπιστικά αντίξοες συνθήκες και λιμοκτονεί.
Στο όνομα του οικονομικού φιλελευθερισμού και μιας -προφανώς απίθανης- μελλοντικής εξισορρόπησης, η παγκόσμια κοινότητα αποδέχεται αυτές τις εξωφρενικές ανισότητες, αφήνοντας μεγάλο μέρος του πληθυσμού να βιώνει την απόλυτη εξαθλίωση, και επιτρέποντας συνάμα στους λίγους «εκλεκτούς» να απολαμβάνουν τις ανέσεις του υπέρμετρου πλούτου.

- Διαιώνιση ρατσιστικών αντιλήψεων.
Σημαντικό εμπόδιο στην επικράτηση ενός αμιγώς ανθρωπιστικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων παραμένει το φαινόμενο του ρατσισμού, που λειτουργεί ως διαστρεβλωμένο άλλοθι για να αιτιολογηθούν περιπτώσεις κακομεταχείρισης και εκμετάλλευσης ανθρώπων, οι οποίοι λόγω εθνικότητας ή άλλης διάκρισης αντιμετωπίζονται σαν να μη δικαιούνται ίσης μεταχείρισης και αντίστοιχου σεβασμού με τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Οι ποικίλες ρατσιστικές διακρίσεις καθιστούν, έτσι, εφικτή τη μη σθεναρή αντίδραση του συνόλου των πολιτών σε περιπτώσεις όπου εμφανώς καταπατώνται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς πρόκειται για παραβιάσεις εις βάρος ομάδων ή εθνοτήτων που δεν έχουν το «προνόμιο» της καθολικής αποδοχής.

- Εμπορευματοποίηση ανθρωπίνων σχέσεων και αποξένωση.
Οδυνηρό σύμπτωμα του καταναλωτικού προτύπου ζωής είναι η απουσία ουσιαστικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, καθώς ό,τι κινεί και στηρίζει πλέον τις ανθρώπινες επαφές είναι η προσδοκία του κέρδους και η εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων. Τα αστικά μεγαθήρια έχουν συμβάλει στη δραστική αποξένωση των ανθρώπων∙ αποξένωση, η οποία ούτως ή άλλως τρέφεται αδιάκοπα από τον εγωκεντρισμό και την κυρίαρχη επιδίωξη του υλικού πλουτισμού και της άμεσης ικανοποίησης των προσωπικών επιθυμιών.
Η εσωτερική ανάγκη προσφοράς και ανιδιοτελούς συμπαράστασης στους άλλους ανθρώπους έχει πια χαθεί ή υπονομευτεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, αφού δεν συνάδει με τη σύγχρονη τάση της πρόταξης του ατομικού συμφέροντος.

- Πόλεμοι και τρομοκρατία.
Παρά τη συγκλονιστική εμπειρία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τον όλεθρο που αυτός έφερε σε πολλά μέρη της γης, ακόμη και σήμερα συνεχίζεται η διενέργεια πολεμικών επιχειρήσεων είτε γιατί δεν αναγνωρίζεται σε ορισμένες εθνότητες το δικαίωμα κτήσης αναγκαίων εδαφών για τη δημιουργία μιας αυτόνομης κρατικής οντότητας είτε γιατί μεγάλα οικονομικά συμφέροντα οδηγούν τις ισχυρές δυνάμεις σε απρόκλητες παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα άλλων μικρότερων κρατών. Παρεμβάσεις, άλλωστε, που ωθούν τα κράτη αυτά σε μαζική αντίδραση ή σε μερικότερης αποδοχής αντεκδικήσεις που λαμβάνουν τη μορφή τρομοκρατικών χτυπημάτων.
Ανεξάρτητα, ωστόσο, από το ποια είναι η κινητήριος δύναμη των πολεμικών ή τρομοκρατικών ενεργειών -οικονομικά συμφέροντα, εθνικισμός, θρησκευτικός φανατισμός κ.ά.-, τα αποτελέσματά τους παραμένουν ολέθρια∙ σημαντικές απώλειες άμαχου πληθυσμού, οικονομική και κοινωνική αστάθεια που οδηγεί πλήθος ανθρώπων στην ατυχή περιπέτεια της προσφυγιάς, διχασμός και έξαρση του φανατισμού. Είναι εύλογο, λοιπόν, πως σε περιοχές όπου οι άνθρωποι βρίσκονται στη δίνη ενός πολέμου ή της απειλής ενός πολέμου, δεν μπορεί να υπάρξει η πνευματική εκείνη ηρεμία που θα μπορούσε να στηρίξει την εδραίωση του ανθρωπισμού.

- Λανθασμένη και κακόβουλη χρήση της τεχνολογίας.
Με γνώμονα πάντα το οικονομικό κέρδος, αλλά και την πολιτική ισχύ, πολλά κράτη βρίσκονται σε διαρκή αναζήτηση ολοένα και πιο φονικών οπλικών συστημάτων, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν ή να υπερισχύσουν των αντιπάλων τους. Προκύπτει, έτσι, μια τεράστια ετήσια δαπάνη για την απόκτηση πολεμικού εξοπλισμού, που επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς των κρατών, και φυσικά τους αποτρέπει από το να αξιοποιήσουν τα χρήματα αυτά για επενδύσεις, για κοινωφελείς σκοπούς, για την παιδεία, αλλά και για την υγεία των πολιτών τους.
Η παραγωγή οπλικών συστημάτων, που συχνά ενισχύεται και με υπόγειες προσπάθειες διατήρησης των διακρατικών εντάσεων, αποφέρει πολύ σημαντικά κέρδη. Το γεγονός αυτό οδηγεί -κατ’ ανάγκη- στη συνέχιση της εκμετάλλευσης των τεχνολογικών επιτευγμάτων, όχι για το κοινό καλό, αλλά για τη δημιουργία όλο και πιο αποτελεσματικών όπλων μαζικής καταστροφής. Εφόσον, λοιπόν, η τεχνολογία καταστροφής και αφανισμού είναι πιο προσοδοφόρα από την τεχνολογία βελτίωσης της ανθρώπινης ζωής, παρατηρείται η διαιώνιση αυτού του παραλογισμού που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως στόχο προς εξουδετέρωση.

- Περιβαλλοντολογική καταστροφή.
Θύμα της οικονομικής απληστίας αποτελεί, άλλωστε, και το φυσικό περιβάλλον∙ ο αναντικατάστατος αυτός και απόλυτα αναγκαίος πόρος για τη στήριξη της ανθρώπινης ζωής αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμο προϊόν και φθείρεται ανεπανόρθωτα στο όνομα του κέρδους. Η υπερεκμετάλλευση του περιβάλλοντος αποτελεί σαφή ένδειξη του γεγονότος ότι τα οικονομικά κέρδη κρίνονται από πολλούς ως σαφώς σημαντικότερα από την ανθρώπινη ζωή. Το απώτερο τίμημα της ανεξέλεγκτης καταστροφής του περιβάλλοντος, που είναι φυσικά η δραστική υπονόμευση της ποιότητας ζωής για τους ανθρώπους, μοιάζει κενό γράμμα μπροστά στις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης που προσφέρονται μέσω της αξιοποίησης των φυσικών πόρων.

Τρόποι ενίσχυσης του ανθρωπισμού
Οι εμφανείς ανισότητες, η διαρκώς αυξανόμενη οικονομική ανέχεια σημαντικού τμήματος του πληθυσμού, αλλά και οι ποικίλες αρνητικές εκφάνσεις του σύγχρονου τρόπου οικονομικής αντίληψης, καθιστούν αναγκαία την επιστροφή στις αρχές του ανθρωπισμού, ώστε κριτήριο και μέτρο κάθε πράξης και απόφασης να είναι ο άνθρωπος και όχι το οικονομικό κέρδος.

Ενίσχυση της ανθρωπιστικής παιδείας και απόρριψη του καταναλωτισμού.
- Προκειμένου να καταστεί εφικτή η εδραίωση του ανθρωπισμού θα πρέπει η σχετική προσπάθεια να ξεκινήσει εγκαίρως από τις νεότερες γενιές, με όχημα την ανθρωπιστική παιδεία. Αν θέλουμε οι νέοι πολίτες να μη στέκουν απαθείς απέναντι στα ολοένα και συχνότερα φαινόμενα απάνθρωπης μεταχείρισης συνανθρώπων μας∙ αν θέλουμε οι νέοι να μπορούν να αντισταθούν στα κελεύσματα του υλισμού, θέτοντας πάντοτε ως πρώτη προτεραιότητα το σεβασμό και την αξιοπρέπεια των συνανθρώπων τους, η απάντηση βρίσκεται στην ορθή πνευματική τους καλλιέργεια.

- Ζητούμενο, άρα, της ανθρωπιστικής παιδείας θα πρέπει να είναι η ενδυνάμωση της κριτικής και συλλογιστικής ικανότητας των νέων, ώστε να μπορούν να διαπιστώνουν τα αδιέξοδα της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής πολιτικής. Ενώ, συνάμα, η παροχή ενός στερεού παιδευτικού υπόβαθρου, θα διασφαλίζει τη δυνατότητα των νέων να λειτουργούν ως αυτόνομες προσωπικότητες, χωρίς να παρασύρονται από τις ευτελείς επιδιώξεις της εποχής του καταναλωτισμού.

- Η αποδοχή και ο απόλυτος σεβασμός της αξίας του άλλου ανθρώπου συνιστούν βασικά αιτήματα της σύγχρονης εποχής, όπου οι νέοι καλούνται να ζήσουν σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Ο ρατσισμός και οι κάθε είδους διακρίσεις δεν θα πρέπει να αποτελέσουν εμπόδια εκείνης της πορείας που ωθεί -και πρέπει να ωθεί- τους νέους σε μια αδιαπραγμάτευτη παγκόσμια αρμονική συνύπαρξη. Στόχος, λοιπόν, της ανθρωπιστικής παιδείας είναι η επικράτηση πανανθρώπινων αξιών, στο πλαίσιο των οποίων κάθε πολιτισμός, κάθε εθνότητα και κάθε άνθρωπος θα αναγνωρίζονται ως ισάξια και άξια σεβασμού μέλη της παγκόσμιας κοινότητας.

- Οι νέοι θα πρέπει, παράλληλα, να γνωρίσουν και να επιζητούν τα στοιχεία εκείνα που διασφαλίζουν μιαν άρτια και ομαλή κοινωνική συνύπαρξη, αποφεύγοντας τα δεινά του εγωκεντρισμού, της αναξιοκρατίας και της αποξένωσης. Η έννοια της συλλογικής προσπάθειας και της επιδίωξης του συλλογικά επωφελούς, θα αποτελέσει ένα στοιχείο καίριας σημασίας, για την επιστροφή στο πνεύμα και το ήθος παλαιότερων εποχών, όπου οι πολίτες έθεταν τις ανάγκες της κοινωνίας τους και το μέλλον των επερχόμενων γενεών πάνω από τις προσωπικές τους επιθυμίες.

- Η πορεία του καταναλωτισμού, της υπερεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και των αδιάκοπων πολεμικών εξοπλισμών, είναι μια καταστροφική πορεία που θέτει σε κίνδυνο, όχι μόνο τις υπάρχουσες γενιές, αλλά και την ποιότητα ζωής εκείνων που θα έρθουν. Κρίσιμο και αναγκαίο, λοιπόν, να απορριφθεί η τωρινή αντίληψη και να διεκδικηθεί ένας τρόπος ζωής και μια οικονομική αντίληψη που δεν θα τοποθετεί το οικονομικό κέρδος πάνω από όλους και από όλα.

- Είναι ευθύνη κάθε ανθρώπου, επομένως, να αναζητήσει την ομορφιά και την ποιότητα της ζωής, όχι στα καταναλωτικά αγαθά, αλλά στην αλληλεγγύη, στην κοινωνική ευαισθησία, στον εθελοντισμό, στην πνευματική καλλιέργεια, στην υπεράσπιση του περιβάλλοντος και στην προάσπιση κάθε ηθικής ποιότητας. Ένας κόσμος στον οποίο η πλειονότητα του πληθυσμού εξαθλιώνεται για να ευημερεί μια ελάχιστη μερίδα ευνοημένων, δεν είναι ένας κόσμος που προσφέρει ελπίδα και προοπτικές.

Υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων από την πολιτεία.
- Η πολιτεία είναι υπεύθυνη για την τήρηση εκείνων των διατάξεων του Συντάγματος που ορθώς αναγνωρίζουν σε κάθε πολίτη το δικαίωμα στην εργασία, στην αξιοπρέπεια, στη ζωή και στο σεβασμό. Η πολιτεία δεν θα πρέπει να παραμένει ανενεργή και αδρανής απέναντι στις κοινωνικές ανισότητες και στην οικονομική εξαθλίωση μέρους του πληθυσμού. Είναι χρέος και ευθύνη της, λοιπόν, η έμπρακτη και άμεση μέριμνα για τη διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης στο σύνολο του πληθυσμού, χωρίς διακρίσεις.

Δραστηριοποίηση της διεθνούς κοινότητας.
- Η διεθνής κοινότητα οφείλει να λάβει θέση απέναντι στις αδιανόητες οικονομικές ανισότητες που κοστίζουν καθημερινά τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι δίχως άλλο αναγκαίο -και θα αποτελέσει σωτήριο μέτρο- να παρακρατηθεί μέρος των κερδών από τα ισχυρότερα κράτη, από τις κερδοφόρες εταιρείες, ακόμη ίσως κι από τους ευκατάστατους πολίτες, προκειμένου να επιτευχθεί η εκ βάθρων αναδόμηση εκείνων των χωρών που δεν έχουν ούτε τις υποδομές ούτε τις δυνατότητες να στηρίξουν βιοτικά τον εγχώριο πληθυσμό τους.

- Σημαντικοί πόροι για την ενίσχυση των πλέον αδύναμων κρατών μπορούν να προκύψουν και από τη δραστική μείωση των επιθετικών ή αμυντικών εξοπλισμών. Η επίλυση των διαφορών ανάμεσα στα κράτη και στις εθνότητες θα πρέπει να δίνεται μέσω της διπλωματικής οδού και όχι μέσω των πολεμικών αναμετρήσεων ή της συνεχούς αύξησης των εξοπλισμών.

- Συνάμα, η διεθνής κοινότητα οφείλει να προχωρήσει σε δεσμευτικές συμφωνίες για την αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος. Κανένα προϊόν δεν μπορεί να θεωρείται πολυτιμότερο από το περιβάλλον, ώστε η παραγωγή του να θέτει σε κίνδυνο τις ισορροπίες του περιβάλλοντος, την επιβίωση άγριων ζώων και την πιθανή επίδραση στις κλιματολογικές συνθήκες.


- Αντιστοίχως, οι διεθνείς οργανισμοί για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιβολής αυστηρών κυρώσεων στις χώρες εκείνες που δεν σέβονται πλήρως τους πολίτες τους ή τους σε αυτές βρισκόμενους πρόσφυγες και μετανάστες. 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X