Μαρία Ιορδανίδου «Λωξάντρα» (απόσπασμα)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Μαρία Ιορδανίδου «Λωξάντρα» (απόσπασμα)

Το σπιτικό της η Λωξάντρα το θεμέλιωσε στο Μακροχώρι – ένα προάστιο ανάμεσα στον Άι-Στέφανο και στο Επταπύργιο, πάνω στα γαλανά νερά της Προποντίδας.
Κάθε πρωί σαν άνοιγε το παράθυρό της και αντίκριζε το πέλαγος έλεγε: “Ωχ! Δόξα σοι ο Θεός!” και ρουφούσε με τα μεγάλα ρουθούνια της τη θαλασσινή αρμύρα ηδονικά, λες και ρουφούσε όλο τον πλούτο που κρύβει μέσα της εκείνη η ωραία θάλασσα: τα λαυράκια, τα μερτζάνια, τους στακούς, τα στρείδια...
“Ωχ! Δόξα σοι ο Θεός! Σήμερα τι να ψήσω!” Δηλαδή τι να πρωτοψήσει ήθελε να πει. Να πάρει μεγάλα μύδια να τα κάνει τσακιστά, ή να πάρει μικρότερα για να τα κάνει αχνιστά ή πλακί ή τηγανητά με σκορδαλιά ή καλύτερα να τα κάνει με το ρύζι – σαλμαδάκι...
Η μέρα της άρχιζε με τον καφέ του Δημητρού που τον έψηνε πάντα μόνη της, γιατί, σαν τις μαχαρανές, η Λωξάντρα πίστευε πως απ’ το χέρι της γυναίκας του ο άντρας πρέπει να τρώει και να πίνει. Ύστερα τον βοηθούσε να ντυθεί, τον φιλούσε, τον σταύρωνε και κατέβαινε μαζί του τη σκάλα την πλατιά, που ένωνε τα δυο της μπράτσα στο πλατύσκαλο για να σε κατεβάσει απαλά στη μεγάλη μαρμαροστρωμένη αυλή που είχε κατάντικρα την ξώπορτα. Δεξιά ήταν η τραπεζαρία. Αριστερά ήταν το σαλόνι και δίπλα ήταν το χαμηλό ονταδάκι της νοικοκυράς. Η “κόχη” της. Εκεί που ήταν ο πλατύς σοφάς, πέρα για πέρα απ’ τη μιαν άκρη της κάμαρας ως την άλλη, και τα μεγάλα γιούκια όπου η νοικοκυρά έκρυβε το καλαθάκι με τις νταντέλες που έπλεκε και το κουτί με τις καλτσοβελόνες, και το μπόγο με τα λουτρικά, και τον κουρελόμπογό της, και το μπόγο με τα κουβάρια και τα μαλλιά, και τον πλουμιστό το μπόγο, τον καναρί το μπόγο, και τους άλλους χίλιους και ένα μπόγους της καλής νοικοκυράς.
Κάτω από τη σκάλα ήταν η πόρτα που οδηγούσε στην υπόγεια κουζίνα. Στο καθαυτό βασίλειο της Λωξάντρας. Στο σκοτεινό μα πολυαγαπημένο αυτόν Άδη με τα μεγάλα φουρνέλα του και τις φουφούδες και τις μασιές και τα μυγιαστήρια και τους μπαλτάδες του κιμά.
Στην κουζίνα ο Ταρνανάς –ένα μικρό αρμενάκι που της το προξένεψε ο Αρμένης ο ψαράς– πότε τεντζερέδες τρίβει με αρένα και με λεμονόκουπα, πότε κιμά κοπανίζει πάνω στη σανίδα, πότε χαμένος μέσα σε σύννεφο πούπουλα κάθεται στη μέση της κουζίνας και μαδά πουλερικά. Και οι γάτες ένα γύρο οργιάζουν.
- Ψιστ! Κακόν – καιρό – να – μην – έχεις, αδικιωρισμένο, θα με πετάξει κάτω! Να! Φάε! Φάε, λάμια!
Όταν ακούς τη Λωξάντρα να βλαστημά τις γάτες, αυτό πάει να πει πως τις ταΐζει το κρέας και έχει τύψεις.
Τη γλεντά τη ζωή της η Λωξάντρα μέσα σ’ αυτή την κουζίνα. Μαγειρεύει για να τέρπει και να τέρπεται. Και όλη την ώρα δοκιμάζει το φαΐ στ’ αλάτι του. Τρώει εκείνη, δίνει και στον Ταρνανά.
- Διές και συ, πώς σε φαίνεται στ’ αλάτι του;
- Μμμμ... δυσκολεύεται να απαντήσει ο Ταρνανάς, πρέπει να ξαναδοκιμάσει. Η Σουλτάνα, η υπηρέτρια, πατάει τις φωνές:
- Καλέ κυρία, αύριο θα μεταλάβετε, κοτόπουλο τρώτε;
- Ποιος έφαε, μωρή κοτόπουλο;
Το φαΐ δοκίμασε η γυναίκα στ’ αλάτι του. Με τον καιρό πήρε πόδι η Σουλτάνα απ’ την κουζίνα. Προβιβάστηκε σε καμαριέρα και η κουζίνα κηρύχτηκε σε απαγορευμένη ζώνη. Εξακολουθούσαν όμως να νηστεύουν κανονικά.
Όταν η Λωξάντρα τελείωνε το μαγείρεμα, έβγαζε την ποδιά της κουζίνας, έτριβε τα χέρια της με λεμονόκουπα και ανέβαινε στην τραπεζαρία, σέρνοντας από πίσω όλες τις μοσκές της Δύσης και της Ανατολής. Σκορπώντας γύρω της χαρά και ευδαιμονία.

(Εστία, Αθήνα, 1979)

μερτζάνια = είδος ψαριού, λυθρίνια
σαλμαδάκι = ντολμαδάκια
μαχαρανές = μαχαρανή: σύζυγος του μαχαραγιά, (τίτλος Iνδών πριγκίπων ή ηγεμόνων)
ονταδάκι = μικρό δωμάτιο
σοφάς = ανατολίτικος καναπές
γιούκια = στοίβες από ρούχα και σεντόνια
φουρνέλα = μαγειρικές εστίες με κάρβουνα
φουφούδες = ψησταριές
μασιές = εργαλεία για το σκάλισμα της φωτιάς, τσιμπίδες
μυγιαστήρια = αντικείμενο για να διώχνουν τις μύγες
προξένεψε = σύστησε
αρένα = άμμος
αδικιωρισμένο = (βρισιά) που να έχει κακό τέλος
μοσκές = αρώματα

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α.1. Να αναφέρετε τα τέσσερα (4) βασικά πρόσωπα της ιστορίας και να προσδιορίσετε τις μεταξύ τους σχέσεις.

Το πρωταγωνιστικό πρόσωπο της ιστορίας είναι φυσικά η Λωξάντρα, η οποία είναι παντρεμένη με τον Δημητρό. Στο σπιτικό της Λωξάντρας και του Δημητρού εργάζονται ο Ταρνανάς, ο νεαρός σε ηλικία Αρμένιος που βοηθά την ηρωίδα στις δουλειές του σπιτιού και ιδίως στην κουζίνα, καθώς και η Σουλτάνα, η οποία αρχικά εργάζεται στην κουζίνα, αλλά στη συνέχεια «προβιβάζεται» σε καμαριέρα.

α.2. Να επισημάνετε τους χώρους του σπιτιού οι οποίοι συνδέονται με το κεντρικό πρόσωπο του αποσπάσματος κάνοντας αναφορές στο κείμενο.

Στο πλαίσιο της περιγραφής του σπιτιού, η συγγραφέας τονίζει πως οι κύριοι χώροι δράσης της ηρωίδας είναι αφενός το χαμηλό «ονταδάκι» της, το δωμάτιο δηλαδή στο οποίο η Λωξάντρα φύλαγε όλα τα σύνεργα της «καλής νοικοκυράς»∙ τις δαντέλες που έπλεκε, τις βελόνες που είχε για να μαντάρει τα ρούχα, αλλά και τα υφάσματα και τα νήματα που είχε για να πλέκει. Σ’ αυτό το δωμάτιο μπορούμε να φανταστούμε τη Λωξάντρα να κάθεται στον μεγάλο ανατολίτικο καναπέ και να πλέκει ή να ράβει ρούχα. [Αριστερά ήταν το σαλόνι και δίπλα ήταν το χαμηλό ονταδάκι της νοικοκυράς. Η “κόχη” της. Εκεί που ήταν ο πλατύς σοφάς, πέρα για πέρα απ’ τη μιαν άκρη της κάμαρας ως την άλλη, και τα μεγάλα γιούκια όπου η νοικοκυρά έκρυβε το καλαθάκι με τις νταντέλες που έπλεκε και το κουτί με τις καλτσοβελόνες, και το μπόγο με τα λουτρικά, και τον κουρελόμπογό της, και το μπόγο με τα κουβάρια και τα μαλλιά, και τον πλουμιστό το μπόγο, τον καναρί το μπόγο, και τους άλλους χίλιους και ένα μπόγους της καλής νοικοκυράς.]
Ωστόσο, το «καθαυτό βασίλειο της Λωξάντρας» ήταν η κουζίνα του σπιτιού∙ ένας χώρος σκοτεινός, μιας και ήταν υπόγειος, όπου η ηρωίδα περνούσε τον περισσότερο χρόνο της ημέρας της ασχολούμενη με την αγαπημένη της δραστηριότητα∙ το μαγείρεμα. [Κάτω από τη σκάλα ήταν η πόρτα που οδηγούσε στην υπόγεια κουζίνα. Στο καθαυτό βασίλειο της Λωξάντρας. Στο σκοτεινό μα πολυαγαπημένο αυτόν Άδη με τα μεγάλα φουρνέλα του και τις φουφούδες και τις μασιές και τα μυγιαστήρια και τους μπαλτάδες του κιμά.]

β.1. Να περιγράψετε τη Λωξάντρα σε μια παράγραφο.

Η Λωξάντρα είναι ένας κατεξοχήν θετικός άνθρωπος, με καλή διάθεση και αγάπη τόσο για τους δικούς της ανθρώπους όσο και για την ίδια τη ζωή. Ο ενθουσιασμός κι η βαθιά ευγνωμοσύνη στον τρόπο με τον οποίο υποδέχεται κάθε καινούρια μέρα, συναντάται μόνο στους ανθρώπους εκείνους που είναι πλήρως ικανοποιημένοι με τα όσα τους προσφέρει η ζωή τους και δεν έχουν την επιθυμία εκείνη για κάτι διαφορετικό ή κάτι καλύτερο, που θα μπορούσε να υπονομεύσει τη θετική τους διάθεση και αισιοδοξία. Η Λωξάντρα εκτιμά απόλυτα τη ζωή της, τον άντρα της και τη θέση που της αναλογεί∙ τη θέση δηλαδή της μητέρας και νοικοκυράς, γι’ αυτό κι έχει μια ισχυρή αίσθηση ευγνωμοσύνης και ευδαιμονίας. Είναι, συνάμα, ένας άνθρωπος με έντονο το αίσθημα της χριστιανικής πίστης, γι’ αυτό και δεν ξεχνά ποτέ να ευχαριστήσει και να δοξάσει τον Θεό για όλα εκείνα που προσφέρει στους ανθρώπους.   

β.2. Να επισημάνετε το στερεοτυπικό τύπο γυναίκας στον οποίο ανήκει η Λωξάντρα και να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.

Η Λωξάντρα είναι μια αφοσιωμένη σύζυγος, μια αγαθή μητέρα και μια καλή νοικοκυρά, που αντλεί μεγάλη ικανοποίηση από τον τριπλό αυτό ρόλο που της έχει ανατεθεί. Κάθε πράξη της Λωξάντρας διαπνέεται από την αγάπη που αισθάνεται για την οικογένειά της και της προσφέρει πολλαπλή χαρά, εφόσον γνωρίζει πως ό,τι κάνει το κάνει για τους δικούς της ανθρώπους. Έτσι, βλέπουμε τη Λωξάντρα κάθε πρωί να ετοιμάζει τον καφέ του συζύγου της -έστω κι αν είχε υπηρέτες που θα μπορούσαν να το κάνουν για εκείνη-, να τον βοηθά να ντυθεί, να τον φιλά και να τον ξεπροβοδίζει σταυρώνοντάς τον, για να έχει μια καλή μέρα. Μια καθημερινή ρουτίνα που φανερώνει μέσα από απλές πράξεις την αγάπη, την αφοσίωση και το σεβασμό που αισθάνεται για τον άντρα της, τον οποίο και θέλει να φροντίζει αποκλειστικά η ίδια, προκειμένου να του τονίζει πόσο βαθιά τον εκτιμά.
Στη συνέχεια η Λωξάντρα αφιερώνεται στο καθημερινό μαγείρεμα, μια δραστηριότητα που της προσφέρει ιδιαίτερη ευχαρίστηση, καθώς νιώθει τόσο ως γυναίκα όσο και ως μητέρα πως αυτή η καθημερινή φροντίδα έχει ιδιαίτερη σημασία για τα πρόσωπα που αγαπά. Μέσα από το φαγητό η Λωξάντρα βρίσκει μια ακόμη ευκαιρία να δείξει στα μέλη της οικογένειάς της πόσο πολύ ενδιαφέρεται γι’ αυτά και πόσο σημαντικό είναι για εκείνη να μπορεί να τους προσφέρει καθημερινά ό,τι καλύτερο μπορεί.
Το φαγητό, βέβαια, -που το απολαμβάνει εξίσου και η ίδια- είναι μέρος μόνο των καθημερινών της υποχρεώσεων, εφόσον η Λωξάντρα ως νοικοκυρά έχει πολλές επιμέρους φροντίδες για να διατηρεί το σπίτι της καθαρό και τακτοποιημένο, και για να καλύπτει όλες τις ανάγκες των παιδιών της. Μια σειρά δραστηριοτήτων, που ίσως να περνούν απαρατήρητες, μα είναι πολύ σημαντικές, αν μια μητέρα θέλει να νιώθουν τα παιδιά της την αγάπη και το ενδιαφέρον της σε κάθε τους βήμα.

Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα αποσπάσματα από το βιβλίο της Μαρίας Ιορδανίδου, προκειμένου να γίνει πληρέστερα κατανοητός ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα της Λωξάντρας:

Η Λωξάντρα, λέει, γεννήθηκε στην Πόλη, την εποχή του «αδικιωρισμέ...».
- Σους, μπρε, θα μας κάψεις.
- Του πολυχρονεμένου Παντισάχ Αβδούλ Μετζίτ, που κακόχρονο-νάχει.
- Σους, σε λένε. Τρελάθηκες και ξεφωνίζεις έτσι;
Καλέ, δεν ξεφώνισε! Ξεφώνισε η Λωξάντρα; Σιγά το είπε. Μα το σιγά της Λωξάντρας είναι καμπάνα της Αγια-Σοφιάς. Μόνο οι πεθαμένοι που δεν την ακούνε. Μεγάλη φωνή έχει η ευλογημένη και δεν μπορεί να την κάνει ζάφτι.
Μα όλα της μεγάλα είναι. Μεγάλη φωνή, μεγάλη καρδιά, μεγάλη κοιλιά, μεγάλη όρεξη. Μεγάλα πόδια με καμάρα και αψηλό αστράγαλο – στέρεα βάση πάνω στη γη για τη μεγάλη της κορμοστασιά. Μεγάλα χέρια πατριαρχικά, ορθόδοξα. Χέρια για χεροφίλημα. Δάχτυλα μακριά και τορνευτά, καμωμένα για να ευλογούν και να μοσχοβολούν μαχλέπι και λιβάνι. Χέρια πλασμένα για να δίνουνε. «Λάβετε φάγετε», λεν οι ανοιχτές οι χούφτες της απάνω στο τραπέζι. «Καλέ φάε, σε λένε, φάε. Ποσούτσικο πράμα πήρες».
Μα πάνω απ’ όλα, το χέρι της Λωξάντρας είναι καμωμένο για να βαστά μωρό. Θρόνος μοιάζει η χούφτα της και σαν αγκαλιάζει το πισινάκι του μωρού και το σηκώνει αψηλά και...

...
Χηριό τον πήρε η Λωξάντρα τον Δημητρό. Χηριό με τέσσερα παιδιά: τον Επαμεινώντα, το Θεόδωρο, το Γιώργο και την Αγαθώ, που ήταν ακόμα στα φασκιά.
«Μαμά» τη φώναζε η Αγαθώ μόλις άρχισε να μιλεί. «Μαμά» τη φώναξε αμέσως κι ο Γιώργος, που τότες θάταν δυο χρονών. Ο μεγαλύτερος, ο Επαμεινώντας, που ήτανε δεκατεσσάρων, την έλεγε «νενέκα», όμως ο Θεόδωρος την πίκρανε πολύ στην αρχή. Μπροστά στον πατέρα του δεν τη φώναζε τίποτα, και όταν έλειπε ο πατέρας τη φώναζε περιφρονητικά «κυρά Λωξάντρα».
- Εσύ να πας στην κουζίνα σου, κυρά Λωξάντρα.
- Μπρε, εγώ σα θέλω να πάω στην κουζίνα μου εσένα θα ρωτήσω;
Και σε λίγο χαδεύοντας το κεφάλι του:
- Έλα, γιόκα μου, έλα, πασά μου. Πιες τώρα το σκονάκι σου, πιες το κινίνο σου να γένεις καλά.
- Να φύγεις απ’ την κάμαρά μου. Η θέση σου είναι στην κουζίνα.
Α, έτσι; Άρπαξε εκείνη την ημέρα η Λωξάντρα το Θεόδωρο απ’ τη μύτη, του την έσφιξε δυνατά και μόλις εκείνος άνοιξε το στόμα του να πάρα ανάσα, τούχυσε το κινίνο πάνω στη γλώσσα. Και αμέσως πήρε δρόμο και βρέθηκε έξω απ’ την κάμαρα. Τον κλείδωσε και μέσα για καλά και για κακό, κι άρχισε να κατεβαίνει βαριά-βαριά τη σκάλα ξεφωνίζοντας:
- Μπασιμποζούκης, μωρέ, έγινες μέσα δω εσύ; Κάτσε να δεις εγώ τι θα σε κάνω εσένα!
Και μόλις έφτανε στην κουζίνα άρχισε ν’ ανάβει φωτιά για να του ψήσει χαλβά.
Αυτό ήτανε το πρώτο τράκο με το Θεόδωρο κ’ ύστερα έγινε κι άλλο, ώσπου μια μέρα αρπάχτηκαν στα χέρια. Γεροδεμένο αγόρι δώδεκα χρονών ήταν τότες ο Θεόδωρος, και στην αρχή η Λωξάντρα τα βρήκε σκούρα, γιατί εκείνη προσπαθούσε η κακομοίρα να μην τον πονέσει, ενώ εκείνος χτυπούσε στην κοιλιά και στο στήθος.
- Μωρέ... Και σε λίγο πιο δυνατά: Μωρέ!...
Φρένιασε η Λωξάντρα. Τον καβαλά και κολλά τις πλάτες του στο πάτωμα.
- Εκεί... εκεί είπα! Ο διάβολος θα σε πάρει και θα σε σηκώσει. Σκύλε μαύρε, σκύλε άσπρε! Θα σε σκοτώσω. Α!
Αυτό το «Α!» η Λωξάντρα το έλεγε στακάτο. Σ’ το τίναζε σαν στραγάλι στο πρόσωπο κατευθείαν απ’ το λάρυγγά της, λες και σε χτυπούσε κατακούτελα, και σήμαινε «αγρίεψα».
Ύστερα απ’ αυτό ο Θεόδωρος περίμενε να φάει ξύλο απ’ τον πατέρα του, και απόρησε σαν κατάλαβε πως η Λωξάντρα δε του είπε τίποτα του Δημητρού. Ύστερα απόρησε πάλι όταν στη γιορτή του η Λωξάντρα του έραψε μόνη της ένα ωραίο κοστούμι. Και πάλι απόρησε όταν η Λωξάντρα πούλησε ένα οικοπεδάκι που είχε στην Πρίγκιπο για νάμπει ο Θεόδωρος εσωτερικός στο Γαλατά Σεράι και να σπουδάσει μια που το ήθελε ο πατέρας του.
Όταν στο τέλος του πρώτου τετραμήνου γύρισε ο Θεόδωρος στο σπίτι για τις παύσεις των Χριστουγέννων, η Λωξάντρα πετάχτηκε με τα χέρια αλευρωμένα στη μέση του δρόμου για να τον προϋπαντήσει. Κ’ έβγαλε τέτοιες φωνές απ’ τη χαρά της, που οι γειτόνοι βγήκαν όλοι τρομαγμένοι στα παράθυρα να δούνε τι συμβαίνει. Ο Θεόδωρος έπεσε στην αγκαλιά της και την είπε «νενέκα μου». Και από τότες πια «νενέκα μου» άρχισε να τη φωνάζει. Και ποτέ του πια δεν την πίκρανε, και ποτέ χατίρι δεν της χάλασε.

....
Πολλά χρόνια πέρασαν ως που να κάνει δικό της παιδί η Λωξάντρα. Καημό το είχε, παράπονο. Μεγάλο παράπονο. Μπρε στην Αγια-Βλαχέρνα έταξε λαμπάδα, μπρε στον Αϊ-Θαράπη καντήλα ασημένια... τίποτα. Μπρε στα ζεστά μάρμαρα του λουτρού πήγαινε και κάθουνταν γυμνή για να ανοίξει η μήτρα της και να συλλάβει... Τίποτα.
Και ο Δημητρός να χαίρεται και να της λέει μπράβο! Πρώτα, λέει, θα ξετινάξεις τα ορφανά κ’ ύστερα θα κάνεις δικό σου. Κύριε, ελέησον. Καλέ αυτά τα πράματα με παραγγελία γίνουνται; Έξι χρόνια παντρεμένη γυναίκαι, για να μην κάνει παιδί, πάει να πει δε θα κάνει. Και απελπισμένη τάζει μια μέρα στη Μπαλουκλιώτισσα όλα της τα κοσμήματα. Όλα!...
- Παναΐα μου, είπε η Λωξάντρα γονατιστή στο εικονοστάσι που ήτανε στην κάμαρά της. Μεγαλόχαρη Παναΐα μου, κάνε το θαύμα σου. Πόσα χρόνια έχω για να προφτάσω να κάνω παιδιά. Μεγάλη παντρεύτηκα για να μπορέσω να αναστήσω τα ορφανά τ’ αδέρφια μου και να γηροκομήσω τον πατέρα μου. Σωστό είναι να τιμωρηθώ γι’ αυτό; Θα κρεμάσω στην εικόνα σου όλα μου τα διαμαντικά.
Άνοιξε τα χέρια της και κοιτάζοντας την εικόνα άρχισε ένα-ένα να τα απαριθμεί, λες και υπόγραφε συμβόλαιο με την Παναγία.
- Θα σε κρεμάσω τη μεγάλη καρφίτσα της νενές, το σμαραγδένιο δαχτυλίδι της μητέρας, τα περουζένια μου σκουλαρίκια, το σταυρουδάκι μου...
Κι αφού τα είπε όλα, φώναξε με αγανάχτηση:
- Πολύ πράμα ήτανε πια αυτό που σε γυρεύω τόσα χρόνια και δε με τ’ αξιώνεις;
Αγρίεψε η Λωξάντρα.
Και ω του θαύματος! Δεν πέρασε μήνας κ’ έμεινε έγκυος. Έμεινε έγκυος και γεννά τον Αλεκάκη της. Και ύστερα από δυο χρόνια γεννά κορίτσι –την Κλειώ.

  

Γιώργος Σεφέρης «Παντούμ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Jorge Maia

Γιώργος Σεφέρης «Παντούμ»

Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα∙
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη του πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θα ‘βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θα ‘βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Το παντούμ είναι στιχουργική μορφή που ξεκίνησε από την Μαλαισία και καθιερώθηκε στην Ευρώπη από τον Ουγκό. Αποτελείται από τετράστιχες στροφές με σταυρωτή ομοιοκαταληξία∙ ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής γίνονται ο πρώτος και ο τρίτος της επόμενης. Ο αριθμός των στροφών είναι ακαθόριστος, όμως ο τέταρτος στίχος της τελευταίας στροφής οφείλει να είναι ο ίδιος με τον πρώτο στίχο της αρχικής. [Γ. Π. Σαββίδης]

Το «Παντούμ» ανήκει στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη «Τετράδιο Γυμνασμάτων» που περιέχει ποιήματα μιας δεκαετίας περίπου (1928-1937) και στην οποία αποτυπώνονται σκέψεις του ποιητή που καλύπτουν μέρος του μεσοπολέμου. Ο ίδιος ο Σεφέρης σχολιάζει για τη συλλογή αυτή τα εξής: «Το βιβλίο τούτο είναι φτιαγμένο είτε από διάφορα ποιήματα που δεν έχουνε θέση σε καμιά από τις συλλογές που δημοσίεψα ή που θα μπορούσα αργότερα να δημοσιέψω∙ είτε από κομμάτια της περίστασης δοσμένα σε φίλους∙ είτε από ασκήσεις λίγο ή πολύ προχωρημένες, εννοώ σαν εργασία. Έτσι όπως έγινε δεν έχει, φαντάζομαι, άλλον ειρμό παρά τη συνέχεια μιας προσπάθειας δέκα χρόνων για την ποιητική έκφραση και ίσως να μην είναι τίποτε άλλο παρά μια συνεισφορά στην κριτική».
Στο «Παντούμ» εκδηλώνεται η πρώιμη ίσως, αλλά εύλογη ανησυχία του ποιητή πως ο πόλεμος που τελείωσε δεν είναι ο μόνος που θα ζήσουν οι άνθρωποι της εποχής του. Ο ποιητής αισθάνεται πως μια ανάλογη συμφορά δεν είναι μακριά, γι’ αυτό και θεωρεί πως οι συγκαιρινοί του, όπως και ο ίδιος άλλωστε, οφείλουν να πάψουν να πικραίνονται για ανούσια ζητήματα και να αναζητήσουν μέσα τους τα πιο ουσιώδη για την ύπαρξή τους. 

Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Τα αστέρια στον ουρανό σχηματίζουν έναν δικό τους ξέχωρο και φωτεινό κόσμο, πλήρως αποστασιοποιημένο από τα δεινά των ανθρώπων∙ έναν κόσμο προστατευμένο απ’ τον πόνο, γι’ αυτό και ιδεατό. Μα και στο πέλαγος, αν κοιτάξει κανείς, αντικρίζει τα φωτισμένα καράβια να κινούνται, σαν να σέρνουν μέσα στη θάλασσα τις φλόγες μιας φωτιάς, φέρνοντας το φως εκεί που θα περίμενε κανείς να κυριαρχεί το σκοτάδι. Το φως των αστεριών, όπως και το φως των καραβιών στο σκοτεινό πέλαγος, υποδηλώνει κατά τρόπο συμβολικό την ανάγκη για μια διαφορετική και πιο ουσιαστική θέαση της ζωής. Η ψυχή των ανθρώπων οφείλει να λυτρωθεί από τον κρίκο εκείνο που την κρατά δέσμια του σκοταδιού, διατηρώντας μέσα της πλήθος αρνητικών συναισθημάτων, όπως είναι ο φθόνος, το μίσος, η απληστία κι ό,τι άλλο πικραίνει ανώφελα τους ανθρώπους.
Ο ποιητής, ως ευαίσθητος δέκτης της πραγματικότητας γύρω του, αισθάνεται τους συγκαιρινούς του να ταλανίζονται από μια βαθιά πίκρα που τους εξωθεί στο να επιζητούν τη λύτρωση και τη διαφυγή από τις πλείστες οδύνες τους. Δεν θεωρεί, εντούτοις, πως οι συνάνθρωποί του έχουν κατ’ ανάγκη κατανοήσει ορθά τις αληθινές αξίες της ζωής. Ο πόνος τους προκύπτει συχνά από την επίμονη προσήλωσή τους σε λανθασμένες ή ανούσιες επιδιώξεις∙ ο πόνος τους είναι γέννημα της αδυναμίας τους ν’ αντιληφθούν τι είναι εκείνο που πραγματικά έχει αξία και μπορεί πραγματικά να τους προσφέρει την ευδαιμονία ή την παραμυθία που χρειάζονται.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Το φως συμβολίζει την ύπαρξη μιας ιδανικότερης νοητικής και ψυχικής κατάστασης, που απαντά στη διαχρονική επιθυμία του ανθρώπου να κατευνάσει τον εσωτερικό του πόνο ή την τρομακτική του αίσθηση πως βρίσκεται εγκαταλελειμμένος σ’ έναν άναρχο κόσμο ανηλεούς οδύνης. Αίσθηση που επιδεινώνεται με τον ερχομό του σκοταδιού, όταν οι ανησυχίες του ανθρώπου κορυφώνονται κι η νύχτα μοιάζει να στέκει αδιάφορη απέναντι στα δύσκολα ερωτήματα της εφήμερης κι ευάλωτης ανθρώπινης ψυχής.
Ο ποιητής αφουγκράζεται την αγωνία της ψυχής του∙ τη νιώθει να φλέγεται από την ανάγκη μιας διαβεβαίωσης∙ από την ανάγκη να αισθανθεί ασφαλής σ’ έναν κόσμο συνεχών ανατροπών. Της υπενθυμίζει, εντούτοις, πως, όσο κι αν υποφέρει, γνωρίζει καλά ποιος είναι ο νόμος που τη δένει∙ ποιος είναι ο νόμος που καθορίζει την ύπαρξή της. Μόνος σκοπός της είναι η επιβίωση, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες που αντιμετωπίζει, κι αυτό σημαίνει πως οφείλει να προσαρμόζεται και ν’ αντέχει, διακρίνοντας ποια είναι εκείνα που πραγματικά χρειάζεται και ποια της είναι μάταια. Μια ψυχή που δεν μπορεί να αναγνωρίσει το πραγματικά ουσιώδες, είναι καταδικασμένη να θρηνεί πολλαπλά, εφόσον βασανίζεται ακόμη και για εκείνα που δεν της είναι αληθινά αναγκαία.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Ο Arthur Schopenhauer στο δοκίμιό του «Για τη δυστυχία του κόσμου» σημειώνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Εάν ο άμεσος και πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι να υποφέρει τα δεινά του κόσμου, τότε η ύπαρξή του δεν έχει επ’ ουδενί προσαρμοστεί στον προορισμό της. Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως τα ατελείωτα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους και που προκύπτουν από ανάγκες και συμφορές συνυφασμένες ουσιαστικά με την ίδια τη ζωή, είναι άσκοπα και καθαρά συμπτωματικά. Δίχως αμφιβολία, κάθε προσωπική περίπτωση δυστυχίας μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, όμως η δυστυχία γενικότερα είναι που αποτελεί τον κανόνα».
Η δυστυχία κι η οδύνη είναι στοιχεία αξεδιάλυτα δεμένα με τη ζωή των ανθρώπων, γι’ αυτό και αναπόφευκτα. Οι άνθρωποι όμως, -όπως ο Σεφέρης υπενθυμίζει στην προσωποποιημένη ψυχή του- οφείλουν να κατανοούν πως προκειμένου να επιβιώσουν και να μην επιβαρύνουν τον εαυτό τους με πλεονάσματα οδύνης, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν μέσα τους για ποια πράγματα αξίζει να υποφέρουν και για ποια όχι. Οφείλουν να διακρίνουν τι είναι αυτό που θα μείνει στη ζωή τους και τι είναι παροδικό, ώστε να δίνουν τον αγώνα τους μόνο για το διαρκές και το πραγματικά αναγκαίο, κι όχι για τα προσωρινά και τα εν τέλει ανούσια.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα∙
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Στο μαύρο μετάξι της νύχτας όλα τα φώτα έχουν σβήσει και το μόνο που ακούγεται είναι τα μοιραία σείστρα του χρόνου που προμηνύουν, για μια ακόμη φορά, δραματικές αλλαγές. Τα σείστρα του χρόνου, οι αρχαίες αυτές τελετουργικές κουδουνίστρες, προειδοποιούν πως όλα θ’ ανατραπούν και θ’ αλλάξουν αιφνιδίως, γι’ αυτό κι η ψυχή του ποιητή δεν έχει άλλο περιθώριο χρόνου να ματαιοπονεί για τα μη ουσιώδη. Είναι ώρα να ψάξει βαθιά μέσα της και να διακρίνει τι είναι αυτό που θα της μείνει και τι αυτό που θα την εγκαταλείψει, αν τύχει κι αστράψει ξανά η βουβή πολεμίστρα∙ αν τύχει κι ανάψει ξανά η φλόγα του πολέμου, όπως έγινε λίγα χρόνια πριν, κι όπως άφευκτα θα συμβεί ξανά.
Η εποχή του ποιητή δεν έχει την πολυτέλεια του ράθυμου χρόνου και της ανέφελης διαβίωσης. Είναι μια κρίσιμη εποχή που δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό και πολύ περισσότερο κανένα περιττό ξόδεμα λύπης. Η ψυχή του ποιητή -όπως και όλων των συγκαιρινών του- δεν έχει τη δυνατότητα να θρηνεί για τα επουσιώδη, μιας και όσα σύντομα θα χάσει, κι όσα σύντομα θα βιώσει, θα τη θέσουν σε τέτοια δοκιμασία, ώστε κι ο ελάχιστος επιπλέον πόνος θα απειλεί την ίδια της την επιβίωση. Έτσι, η ψυχή του ποιητή οφείλει να ζυγίσει αμέσως ποια είναι εκείνα που βαρύνουν πραγματικά μέσα της και ποια μπορούν να απομακρυνθούν, όσο είναι ακόμη καιρός.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη του πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θα ‘βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Το ξέσπασμα του πολέμου είναι κοντά, μπορεί κανείς να το νιώσει στην ένταση της ατμόσφαιρας∙ μπορεί ν’ ακούσει τα κινήματα του χρόνου που οδηγούν με πλήρη βεβαιότητα σ’ αυτόν. Κι είναι, δίχως άλλο, σίγουρο πως ό,τι θ’ ακολουθήσει θα είναι μια μακρά περίοδος πόνου και οδύνης, διότι, «αν τύχει κι αστράψει» η για κάμποσο καιρό βουβή πολεμίστρα, δεν θα βρει η ψυχή του ποιητή ούτε ένα όνειρο για να της δώσει ένα δάκρυ∙ δεν θα βρίσκει μήτε τη στιγμή του ύπνου τη δυνατότητα ενός ξεσπάσματος για ν’ αλαφρύνει μέσα της την απίστευτη και σαρωτική ένταση του θρήνου που θα κουβαλά.
Ο πόλεμος θα φέρει μαζί του τόση οδύνη, ώστε δεν θα υπάρχει πια καμία διαφυγή από αυτή, καμία παραμυθία και καμία δυνατότητα εκτόνωσης της θλίψης. Ο πόνος θα σωρευτεί και θα γίνει ένα επίμονο βάρος, χωρίς πια να υπάρχει διάκριση ανάμεσα στη λύπη για το αναγκαίο και στη λύπη για το ανούσιο.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θα ‘βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Στην άκρη του πόνου σχηματίζεται μια μετάλλινη στήλη, η οποία σταδιακά όλο και ψηλώνει, σαν ένα μετέωρο λεπίδι που καραδοκεί να καταφέρει από στιγμή σε στιγμή το ολέθριο χτύπημά του. Οι ώρες που έρχονται εγκυμονούν έναν θανάσιμο κίνδυνο∙ εγκυμονούν έναν νέο πόλεμο, που θα φέρει μαζί του ατέλειωτες συμφορές, γι’ αυτό κι η ψυχή του ποιητή, μα και όλων των άλλων ανθρώπων, οφείλει να κατανοήσει πως τώρα θα πρέπει να ξεδιαλύνει το άυλο πλήθος των ανησυχιών που την περισφίγγει σα φίδι και να αποδιώξει όλες εκείνες τις έγνοιες που σχετίζονται με αδιάφορα και δευτερεύοντα ζητήματα. Όλο το περιττό βάρος πρέπει να φύγει, διότι σύντομα δεν θα υπάρχει κανένα περιθώριο για αχρείαστες λύπες∙ σύντομα ούτε στον ύπνο και στο όνειρο δεν θα βρίσκει η ψυχή του ανθρώπου τη δυνατότητα να ξεσπάσει και να παρηγορηθεί. Σύντομα, ο πόνος θα είναι το μόνο που θα γνωρίζει η ψυχή των ανθρώπων. 

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Η απειλή είναι τόσο άμεση, ώστε κάθε στιγμή που περνά μοιάζει σαν μετέωρο λεπίδι, έτοιμο να χτυπήσει μ’ ένα φονικό ξέσπασμα. Κι είναι το ερώτημα του ποιητή τραγικό: σαν τι να είναι αυτό που προσμένει η γαλήνη για να επέλθει∙ τι είναι αυτό που θα μπορούσε να γίνει, προκειμένου να γλιτώσουν οι άνθρωποι από τον ετοιμαζόμενο πόλεμο και τα δεινά του;
Εντούτοις, όποια κι αν θα μπορούσε να είναι η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, η πραγματικότητα παραμένει πως δεν υπάρχει πια για την ψυχή των ανθρώπων μήτε θεία πρόνοια μήτε κάποια αγγελική χαρά. Ό,τι υπάρχει είναι ένα άυλο πλήθος από έγνοιες και στεναχώριες που τη σφίγγει σαν φίδι και την εξαντλεί.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Σαν τι να προσμένει η γαλήνη για να πέσει και να αποτρέψει τη νέα αυτή αιματηρή αναμέτρηση; Σε ανθρώπους, όμως, που έχουν κλειστεί στον εαυτό τους και νοιάζονται μόνο για το δικό τους καημό, δεν απομένει πια μήτε η προσδοκία κάποιας ουράνιας θεϊκής παρέμβασης μήτε κάποιο ευχάριστο μήνυμα αγγέλου. Η καταστροφή είναι αναπόφευκτη κι η οδύνη που προσμένει τους ανθρώπους απροσμέτρητη.

Ό,τι μπορεί να κάνει ο ποιητής είναι να στραφεί στ’ αστέρια που κοσμούν τον ουρανό και ν’ αναζητήσει στο φως τους την παρηγοριά πως ένας άλλος κόσμος, δίχως τα δεινά του πολέμου, είναι εφικτός. 

Κική Δημουλά «Το τελευταίο σώμα μου»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
John Worthington

Κική Δημουλά «Το τελευταίο σώμα μου»

Σ’ εσένα, Αίφνης, απευθύνομαι.

Αίφνης ονειροδίαιτο,
τρελά γενναίο, καλλονό,
νόθο παιδί αγνώστων παραγόντων,
σ’ εσένα που το Σπάνιο
Σπάνιο το διατηρείς,
δείχνοντας γρανιτώδη αδιαφορία
στο οδυνηρό, το λάγνο πάθος
που τρέφει για σένα η Συχνότητα.
Σπίθα απ’ την επίμονη τριβή
μιας προσμονής και μιας παραίτησης,
που στάμνες και δίψες γεμίζεις
χωρίς τη σύμπραξη κρήνης, πηγής.
Χρόνε Θεοκατέβατε,
μικρόσωμε,
που την τεράστια δύναμή σου συσσωρεύεις
αργοπορία συσσωρεύοντας,
Μεσσία μονολεκτικέ,
σεισμέ που γκρεμίζεις
τα αντισεισμικά μας Αμετάβλητα,
σ’ εσένα Αίφνης, κοσμοφόρα Μεσολάβηση,
σπαρακτικά απευθύνομαι
να ‘ρθεις να ελευθερώσεις
το τελευταίο σώμα μου εδώ πάνω
τον δουλοπάροικο παλμό του
να ελευθερώσεις
από τον πιο σκληρό
τον πιο αιμόφιλο
τον παρανοϊκό που μου ‘τυχε αφέντη
τον σήκω-κάτσε
σήκω-κάτσε
σήκω-κάτσε...

Το ποίημα «Το τελευταίο σώμα μου», από την ομώνυμη συλλογή του 1981, συνιστά μια έκκληση της Κικής Δημουλά στην ανατρεπτική δύναμη του αναπάντεχου εκείνου γεγονότος που έρχεται και λυτρώνει τον άνθρωπο από τις ποικίλες δεσμεύσεις του∙ μια έκκληση στο αιφνίδιο, στο εντελώς απρόσμενο, που ως δια μαγείας επιλύει κάθε πρόβλημα και προσφέρει μια θεμιτή διέξοδο από την καταπίεση και το μόχθο της καθημερινότητας. Η ποιήτρια εναποθέτει τις ελπίδες της στην αιφνίδια ανατροπή των δεδομένων της ζωής της, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει το πώς ακριβώς θα μπορούσε μια στιγμή ή ένα γεγονός να προσφέρει τη θαυμαστή αυτή αποδέσμευση από τα δεινά του παρόντος που επιθυμεί.
Είναι, πάντως, εμφανής, ακόμη και σε σημειολογικό επίπεδο, η βαθιά αίσθηση απόγνωσης που τη διακατέχει. Αλλεπάλληλες λέξεις έρχονται να προσδώσουν στο επιζητούμενο «Αίφνης» ιδιότητες που ταιριάζουν μόνο σ’ έναν Μεσσία θρησκευτικής προέλευσης (Χρόνε Θεοκατέβατε, Μεσσία, κοσμοφόρα Μεσολάβηση)∙ σ’ έναν Μεσσία που έχει θεϊκές σχεδόν δυνατότητες και μπορεί να φέρει τη λύτρωση ακόμη κι εκεί που μια λύτρωση μοιάζει ανέφικτη. Ενώ, η τάση της να δημιουργεί ανατρεπτικούς συνδυασμούς λέξεων σε κάθε σχεδόν στίχο και να δοκιμάζει ποικίλες συντακτικές δομές, φανερώνει έμμεσα τη διάθεσή της να ξεφύγει από τους περιορισμούς που της έχουν τεθεί. Μοιάζει σαν να διεκδικεί στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το λόγο την πλήρη εκείνη ανεξαρτησία που αδυνατεί να επιτύχει στην πραγματική της ζωής.  

Σ’ εσένα, Αίφνης, απευθύνομαι.

Αίφνης ονειροδίαιτο,
τρελά γενναίο, καλλονό,
νόθο παιδί αγνώστων παραγόντων,
σ’ εσένα που το Σπάνιο
Σπάνιο το διατηρείς,
δείχνοντας γρανιτώδη αδιαφορία
στο οδυνηρό, το λάγνο πάθος
που τρέφει για σένα η Συχνότητα.

Τα λόγια της ποιήτριας απευθύνονται στο προσωποποιημένο Αίφνης, στο ξαφνικό και απροσδόκητο, που είναι το μόνο με την αναγκαία δύναμη για να της προσφέρει το σωτήριο θαύμα, που θα την απαλλάξει από τα δεσμά της καθημερινότητάς της. Φροντίζει, μάλιστα, η δημιουργός να το επαινέσει κατά τρόπο ιδιαίτερα παραστατικό, προκειμένου να κερδίσει, ίσως, την εύνοιά του και να διασφαλίσει την πολυπόθητη παρέμβασή του.
Το Αίφνης, όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει η ποιήτρια, τρέφεται με όνειρα, μιας και ό,τι επιτυγχάνει ξεπερνά συχνά κατά πολύ τα αναμενόμενα και τα ρεαλιστικώς αποδεκτά∙ είναι εξαιρετικά γενναίο, μιας και αναμετριέται με καταστάσεις που μοιάζουν αμετάκλητα παγιωμένες, κι είναι πανέμορφο, καθώς σύνηθες αποτέλεσμα της παρέμβασής του είναι να αποκαλύπτεται η ομορφιά της ζωής, αφού απαλλάσσεται από τις πλείστες εκείνες δυσκολίες που την κάνουν κάποτε να μοιάζει ανυπόφορη. Είναι, συνάμα, το νόθο παιδί παραγόντων και συνθηκών που παραμένουν πεισματικά άγνωστοι, προκειμένου προφανώς να αποτραπεί η όποια σκόπιμη απόπειρα να προκληθεί η επανεμφάνισή του. Κανείς δεν μπορεί να εντοπίσει τη γραμμή των γεννητόρων του, μιας και η πρόκλησή του προκύπτει κατά τρόπο έμμεσο ή και εντελώς ανέλπιστο.
Το Αίφνης, άλλωστε, επιμένει να μην εμφανίζεται συχνά, διατηρώντας ακέραια την έννοια του Σπάνιου, έστω κι αν η διαρκής παρουσία του είναι απολύτως επιθυμητή από τη Συχνότητα. Όσο κι αν το αποζητούν οι άνθρωποι, όσο κι αν υποφέρουν αναμένοντας και προσδοκώντας την εμφάνισή του, εκείνο δείχνει απάνθρωπα σκληρή αδιαφορία απέναντι στις προσδοκίες τους. Ο ερχομός του Αίφνης, που τόσο αποτελεσματικά ξέρει να ανατρέπει τα πάντα και να δίνει λύσεις εκεί που οι άνθρωποι βλέπουν μόνο προβλήματα, είναι κάτι που συμβαίνει, δυστυχώς, πολύ σπάνια.

Σπίθα απ’ την επίμονη τριβή
μιας προσμονής και μιας παραίτησης,
που στάμνες και δίψες γεμίζεις
χωρίς τη σύμπραξη κρήνης, πηγής.

Το Αίφνης εμφανίζεται σαν μια σπίθα από την επίμονη τριβή της διάθεσης του ατόμου να παραιτηθεί με την ανθεκτική εκείνη ελπίδα της προσμονής ενός θαύματος ή μιας σωτηρίας. Τη στιγμή που ο άνθρωπος έχει εξουθενωθεί πια απ’ τη συνεχή εναλλαγή της ελπίδας με τη διάψευση, έρχεται το αναπάντεχο εκείνο Αίφνης και ξεδιψά τη χρόνια προσδοκία του, χωρίς να χρειάζεται καν πηγές ή βρύσες. Με μόνο τα ριζικά αποτελέσματα των αλλαγών που επιφέρει, κατορθώνει να αποκαταστήσει τις ψυχικές δυνάμεις του ατόμου, προσφέροντάς του πλήρη παραμυθία για όλα όσα υπέμεινε και βίωσε.  

Χρόνε Θεοκατέβατε,
μικρόσωμε,
που την τεράστια δύναμή σου συσσωρεύεις
αργοπορία συσσωρεύοντας,
Μεσσία μονολεκτικέ,
σεισμέ που γκρεμίζεις
τα αντισεισμικά μας Αμετάβλητα,
σ’ εσένα Αίφνης, κοσμοφόρα Μεσολάβηση,
σπαρακτικά απευθύνομαι
να ‘ρθεις να ελευθερώσεις
το τελευταίο σώμα μου εδώ πάνω
τον δουλοπάροικο παλμό του
να ελευθερώσεις
από τον πιο σκληρό
τον πιο αιμόφιλο
τον παρανοϊκό που μου ‘τυχε αφέντη
τον σήκω-κάτσε
σήκω-κάτσε
σήκω-κάτσε...

Σ’ αυτή τη «Θεοκατέβατη» στιγμή του Χρόνου απευθύνει την έκκλησή της η ποιήτρια, αναγνωρίζοντάς της πως παρά το γεγονός ότι είναι μικρόσωμη -λόγω της σύντομης διάρκειάς της- εμπεριέχει εντούτοις τεράστια δύναμη, την οποία συγκεντρώνει μέσα από την επίμονη συσσώρευση αργοπορίας. Η εκπληκτική της δύναμη προκύπτει, έτσι, ακριβώς από το γεγονός ότι καθυστερεί πάρα πολύ να έρθει, αντλώντας τελικά σαρωτική δυναμική από τις τόσες ματαιώσεις και καθυστερήσεις του ερχομού της.
Το Αίφνης είναι ένας μονολεκτικός Μεσσίας, που έρχεται και γκρεμίζει όλα εκείνα τα θεωρητικώς αντισεισμικά Αμετάβλητα της ζωής μας∙ έρχεται και παρασύρει καθετί που το θεωρούσαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή ακλόνητο κι αμετακίνητο. Σ’ αυτό το αιφνίδιο γεγονός, λοιπόν, που μοιάζει με μια κοσμογονική και ριζικά ανανεωτική Μεσολάβηση, απευθύνεται σπαρακτικά η ποιήτρια, ζητώντας του να παρέμβει, για να απελευθερώσει το τελευταίο της σώμα εδώ στη γη.
Προσέχουμε πως η Δημουλά δεν χαρακτηρίζει το σώμα της -και κατ’ επέκταση τη ζωή της- μοναδικό, αλλά τελευταίο, προκειμένου να τονίσει πολύ πιο εμφατικά το γεγονός ότι αυτή είναι η μόνη ευκαιρία που έχει να ζήσει -έστω και για λίγο- ελεύθερη από το πλήθος των δεσμεύσεων που έχουν καταστήσει τη ζωή της ένα διαρκές μαρτύριο καταπίεσης. Αν το Αίφνης δεν παρέμβει τώρα, για να τη σώσει, δεν θα της δοθεί καμία άλλη ευκαιρία να ζήσει, όπως θα ήθελε, αφού αυτό δεν είναι παρά το τελευταίο σώμα της.
Η ποιήτρια εκλιπαρεί το Αίφνης να ελευθερώσει το δουλοπάροικο παλμό του σώματός της, τον πολλαπλά δέσμιο κι εγκλωβισμένο παλμό του σώματός της, από τον πιο σκληρό, τον πιο αιμοβόρο και τον πιο παρανοϊκό αφέντη που γνώρισε ποτέ∙ από την ανάγκη, που την έχει διαρκώς σε μια κατάσταση πλήρους υποταγής. Το μόνο που γνωρίζει η ποιήτρια είναι οι αλλεπάλληλες προσταγές (σήκω-κάτσε, σήκω-κάτσε...), καθώς δεν έχει τη δύναμη και τη δυνατότητα να αψηφήσει τη θέληση του αφέντη της. Ο μόνος τρόπος για να διασφαλίσει τα αναγκαία κι ο μόνος τρόπος για ν’ αντεπεξέλθει στο πλήθος των υποχρεώσεών της είναι να υποτάσσεται ξανά και ξανά στην ανάγκη που διαφεντεύει τη ζωή της. Μια αέναη δουλεία, που της έχει στερήσει κάθε αίσθηση χαράς και κάθε περιθώριο αυτόβουλης πράξης, αφού κάθε στιγμή και κάθε σκέψη ανήκει υποχρεωτικά στον ανάλγητο αφέντη της, τον σήκω-κάτσε.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X