Κωνσταντίνος Καβάφης «Επάνοδος από την Ελλάδα»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Κωνσταντίνος Καβάφης «Επάνοδος από την Ελλάδα»

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Ρώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Αξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά Αραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

A όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

Έρμιππος: κοινό αρχαιοελληνικό όνομα. Αν τούτος ο «δραματικός μονόλογος» δεν είναι ολότελα φανταστικός, ο σιωπηλός ακροατής του ανώνυμου πρωταγωνιστή θα μπορούσε να είναι ο Ελληνοφοίνικας πρώην δούλος, λογιότατος μαθητής του Φίλωνος από την Βύβλο (64-141 μ.Χ.).
Πβ. Τα ποιήματα «Φιλέλλην» (1912) και «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης» (1928).

Φίλων ο Ερέννιος: γραμματικός και ιστορικός από την Βύβλο της Φοινίκης (1ος μ.Χ. αιώνας). Έγραψε: Περί κτήσεως και εκλογής βιβλίων, Περί πόλεων και ους εκάστη αυτών ενδόξους ήνεγκε, Ρηματικόν (σχετικά με την κλίση των ρημάτων) και ένα λεξικό συνωνύμων. Κατέστη όμως ονομαστός για την μετάφραση στα Ελληνικά του ιστορικού συγγράμματος του Σαγχουνιάθωνος.

Έρμιππος: Έλληνας συγγραφέας από τη Βηρυττό που έζησε τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Κατά το λεξικό Σούδα καταγόταν από γένος δούλων, ήταν μαθητής του Φίλωνος από τη Βύβλο, σχετιζόταν με τον Ερέννιο Σεβήρο και ήταν σύγχρονος του Αλεξανδρινού γραμματικού Νικάνορος. Ως έργα του Ερμίππου αναφέρονται τα Ονειροκριτικά σε πέντε βιβλία, τα οποία ίσως αποτέλεσαν πηγή πληροφοριών για τον ονειροκρίτη Αρτεμίδωρο, το Περί Εβδομάδος και δύο βιογραφικά έργα με τίτλο Περί των εν παιδεία διαπρεψάντων δούλων και Περί ενδόξων ιατρών. Σώζονται επίσης λίγα αποσπάσματα από άγνωστα σε μας έργα του, που αναφέρονται στον Κένταυρο Χείρωνα και σε ετυμολογικά ζητήματα.

Βύβλος: ελληνική ονομασία παραλιακής πόλης της αρχαίας Φοινίκης, που βρισκόταν στα βόρεια της Βηρυτού και ονομαζόταν Goubla στα σφηνοειδή κείμενα και Grbal στην Αγία Γραφή. Πολύ γρήγορα (4η π.Χ. χιλιετία) η Βύβλος έγινε σημαντικότατο εμπορικό κέντρο, μέσω του οποίου γινόταν η αποστολή ξυλείας από τον Λίβανο στην Αίγυπτο. Η πόλη ήταν επίσης θρησκευτικό κέντρο, όπου λατρευόταν η Αστάρτη, ο Άδωνις, ο Όσιρις και η Ίσις. Ο Πλούταρχος παραδίδει ότι το φέρετρο του Οσίριδος μεταφέρθηκε από τη θάλασσα, που το ξέβρασε στην παραλία της Βύβλου, όπου το βρήκε η Ίσις. Μετά τις επιδρομές των Υξώς και την ασσυριακή κατάκτηση, η Βύβλος ακολούθησε την τύχη της Μεσογειακής Ανατολής. Η πόλη φαίνεται ότι παρήκμασε μετά την αποψίλωση των δασών του Λιβάνου.  

Στο ποίημα «Επάνοδος από την Ελλάδα» ο Κωνσταντίνος Καβάφης εξετάζει την έννοια της ελληνικής ταυτότητας σε όλο το εκπληκτικό της εύρος, όπως αυτό προέκυψε χάρη στις εκτεταμένες κτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και χάρη στην ιδιαίτερη ποιότητα του ελληνικού πολιτισμού. Ακόμη κι όταν τα ελληνιστικά βασίλεια είχαν πλέον παρακμάσει και τεθεί υπό τον έλεγχο των Ρωμαίων, οι άνθρωποι εκείνων των περιοχών που είχαν λάβει ελληνική παιδεία, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα και παρά το γεγονός ότι δεν ζούσαν στον κυρίως ελληνικό χώρο, ένιωθαν εντούτοις Έλληνες. Μπορεί να μην είχαν τους τρόπους των Ελλήνων και μπορεί οι συνήθειες τους να είχαν έντονο το χρώμα του τόπου όπου κατοικούσαν, αλλά αυτό δεν μπορούσε -και δεν έπρεπε- να τους αποτρέψει από το να προσδιορίζονται ως Έλληνες, αφού η πνευματική τους διαμόρφωση είχε συντελεστεί υπό την ισχυρή επιρροή του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας.   

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ∙ έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε∙
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.

Το ποιητικό υποκείμενο -πιθανώς ο Φίλων- απευθύνεται στον Έρμιππο με τον οποίο κάνουν μαζί το ταξίδι της επιστροφής από την Ελλάδα. Τον ενημερώνει πως το ταξίδι τους κοντεύει πια να ολοκληρωθεί, αφού μάλλον μεθαύριο, όπως του είπε ο πλοίαρχος, θα έχουν φτάσει στον προορισμό τους. Παράλληλα, μιας και αντιλαμβάνεται πως δεν είναι τόσο μικρό το διάστημα που απομένει, του επισημαίνει πως είναι τουλάχιστον ευχάριστο το ότι πλέουν πια στη δική τους θάλασσα∙ στα αγαπημένα νερά των πατρίδων τους, τα νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου.
Μια προσπάθεια του Φίλωνα να φτιάξει τη διάθεση του Έρμιππου, ο οποίος φαίνεται πως έχει χάσει την ευδιαθεσία του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Γιατί έτσι σιωπηλός; Ρώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Αξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Όπως γίνεται πάντως αντιληπτό ούτε το τελευταίο σχόλιο του Φίλωνα σχετικά με το γεγονός ότι βρίσκονται πλέον στα αγαπημένα νερά των πατρίδων τους στάθηκε αρκετό να προκαλέσει κάποια αντίδραση του Έρμιππου, ο οποίος παραμένει επίμονα σιωπηλός. Σιωπή που έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού σε αυτή εντοπίζεται ένα σημαντικό μέρος του προβληματισμού του ποιήματος.
Ο Έρμιππος εμφανίζεται κακοδιάθετος και σιωπηλός, παρά τις προσπάθειες του Φίλωνα να του αποσπάσει κάποια κουβέντα, αφού βιώνει έναν εσωτερικό διχασμό. Από τη μία αισθάνεται Έλληνας και θα έπρεπε να είναι χαρούμενος που βρέθηκε στην Ελλάδα, μα από την άλλη δεν ένιωθε όσο βρισκόταν εκεί πως ανήκει πραγματικά σ’ εκείνο το περιβάλλον. Χάρηκε, λοιπόν, που έφυγε από εκεί, αλλά και πάλι δεν μπορεί να κατανοήσει το πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η ελληνική του ταυτότητα αν αισθάνεται την Ασία περισσότερο ως πατρίδα του. Πώς, άρα, συμβιβάζεται το να θεωρεί τον εαυτό του Έλληνα, όταν η ίδια η Ελλάδα του φαίνεται ξένη και δεν του προκάλεσε την ανάγκη να παραμείνει εκεί; Πώς γίνεται κάποιος που θεωρεί τον εαυτό του Έλληνα να μη νιώθει την Ελλάδα ως φυσικό του χώρο;
Όλα αυτά τα καταλαβαίνει ο Φίλωνας, που έχει ωστόσο μια πιο ξεκάθαρη σκέψη σε σχέση με την ελληνικότητά τους, γι’ αυτό και παροτρύνει τον Έρμιππο να δει με μεγαλύτερη ειλικρίνεια την κατάσταση. «Ρώτησε την καρδιά σου», τον παροτρύνει, όσο απομακρυνόμασταν από την Ελλάδα, χαιρόσουν και συ, αφού το ένιωθες ότι δεν ανήκουμε εκεί. Αξίζει, λοιπόν, να γελιόμαστε και να προσπαθούμε να κρύψουμε το πώς πραγματικά νιώθουμε; Όχι, βέβαια, διότι αυτό δεν θα ήταν ελληνοπρεπές, προσθέτει ύστερα από μια μικρή παύση, και παρουσιάζει έτσι μια ιδιαίτερη ποιότητα των Ελλήνων -όλων των Ελλήνων, είτε αυτοί ανήκουν στον κυρίως ελληνικό χώρο, είτε αυτοί ανήκουν σε κάποια από τις περιφερειακές περιοχές του ελληνισμού και ειδικότερα των ελληνιστικών βασιλείων-∙ μια ποιότητα που σχετίζεται με την τάση των Ελλήνων να αποδέχονται πάντοτε την πραγματικότητα για τον εαυτό τους και να μην προσπαθούν να προσποιούνται ή να κρύβονται. Για τους Έλληνες εκείνο που έχει σημασία είναι να φανερώνουν την αλήθεια τους κι όχι να υιοθετούν υποκριτικά συμπεριφορές και στάσεις μόνο και μόνο για να κρύψουν κάτι που πιθανώς δεν τους τιμά ή δεν το θεωρούν αρκετά αξιόλογο.   

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια∙
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Ο Φίλων διατυπώνει κατόπιν με κατηγορηματικό τρόπο τη δική του σκέψη. Η αλήθεια που πρέπει να παραδεχτούν είναι πως κι εκείνοι είναι Έλληνες∙ τι άλλο θα μπορούσαν να είναι άλλωστε. Είναι Έλληνες, αλλά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ασιατικού χώρου∙ με αγάπες και συγκινήσεις της Ασίας∙ με αγάπες και συγκινήσεις που αν και συνηθισμένες στα μέρη της Ασίας κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό.
Το γεγονός ότι έχουν γεννηθεί στον ασιατικό χώρο κι έχουν υιοθετήσει τους τρόπους της Ασίας, κι ιδίως στοιχεία του αισθητισμού και του ερωτισμού της Ασίας, δεν τους καθιστά λιγότερο Έλληνες. Η παιδεία, η γλώσσα κι η σκέψη τους έχουν πάνω απ’ όλα το στοιχείο της ελληνικότητας∙ έχουν πάνω απ’ όλα διαμορφωθεί με βάση τον ελληνικό πολιτισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά Αραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

Ο Φίλωνας θεωρεί πως οφείλουν να αποδεχτούν το γεγονός ότι αποτελούν ένα αμάλγαμα πολιτισμών και να είναι περήφανοι γι’ αυτό. Οι ίδιοι, άλλωστε, είναι φιλόσοφοι, είναι άνθρωποι της σκέψης, και θα ήταν αστείο γι’ αυτούς να κάνουν ότι και κάποιοι μικροβασιλείς από τα μέρη τους, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να φέρονται και να ντύνονται σαν Έλληνες. Θυμίζει, μάλιστα, στον Έρμιππο πόσο γελούσαν με «δαύτους» τους τοπικούς ηγεμονίσκους, όταν σε επισκέψεις εκείνων στο σπουδαστήριο των δύο φιλοσόφων, φαινόταν η αγωνία τους να κρύψουν την αραβική και τη μηδική τους ταυτότητα. Αν και η εξωτερική τους εμφάνιση ήταν έντονα ελληνοποιημένη, κάποτε μάλιστα ακόμα και μακεδονική∙ «τι λόγος!», αναφωνεί εδώ ο Φίλωνας για να τονίσει πόσο θράσος διακατείχε αυτούς τους ηγεμονίσκους που ήθελαν να υιοθετούν τη μακεδονική εμφάνιση σε μια προσπάθεια να δείξουν ή καλύτερα να υποκριθούν καταγωγή και ταύτιση με τη μητρική γη όλων των ελληνιστικών βασιλείων. Η αλήθεια για την πραγματική τους εθνολογική ταυτότητα, εντούτοις, δεν μπορούσε με τίποτα να κρυφτεί, αφού όλο και κάποιο αραβικό ή μηδικό χαρακτηριστικό στη συμπεριφορά ή στο λόγο ξεμυτούσε, που δεν μπορούσε να περιμαζευτεί με τίποτα, όσο κι αν εκείνοι οι καημένοι πάσχιζαν με κάθε είδους κωμικά τεχνάσματα να το καλύψουν για να μην το προσέξουν οι συνομιλητές τους.
- Η τάση των ανθρώπων να προσποιούνται πως είναι κάτι που προφανώς δεν είναι ή πως έχουν προτερήματα που προφανώς δεν τα έχουν, προκαλεί ιδιαίτερη ενόχληση στον Καβάφη, ο οποίος συνηθίζει στην ποίησή του να στηλιτεύει με ιδιαίτερα ειρωνικό τρόπο τέτοιου είδους ανώριμες συμπεριφορές.    

A όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

Οι δύο φιλόσοφοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να καταφύγουν σε μια τόσο γελοία συμπεριφορά και να φτάσουν να μιλούν και να ντύνονται σαν να είναι γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην Ελλάδα, αφού από τη μία αυτό θα ήταν υποτιμητικό γι’ αυτούς και από την άλλη δεν θα έπειθαν ποτέ κανέναν. Είναι, άρα, προτιμότερο να αποδεχτούν το γεγονός ότι ανήκουν στον ευρύτερο ελληνισμό και πως τόσο η εμφάνισή τους όσο και η υπόστασή τους εμπεριέχει συνδυασμό στοιχείων, παρά να γελοιοποιούνται, όπως εκείνοι οι συντοπίτες τους που θέλουν να αποκρύψουν και να αποποιηθούν την ασιατική πτυχή του εαυτού τους.

Ο Φίλωνας, λοιπόν, προτείνει στον Έρμιππο την οδό της ειλικρίνειας, αφού σε Έλληνες όπως είναι αυτοί δεν ταιριάζουν οι υποκρισίες και οι μικροπρέπειες. Ως Έλληνες του χώρου των ελληνιστικών βασιλείων, οφείλουν να τιμήσουν το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου που ρέει στις φλέβες τους. Δεν θα πρέπει να ντραπούν για την εθνολογική τους καταγωγή, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να καυχηθούν γι’ αυτή, αφού τους καθιστά μέλη ενός νέου κόσμου∙ ενός εκπληκτικού νέου κόσμου που προέκυψε από την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής παιδείας. 

Κωνσταντίνος Καβάφης «Συμεών»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Κωνσταντίνος Καβάφης «Συμεών»

Τα ξέρω, ναι, τα νέα ποιήματά του·
ενθουσιάσθηκεν η Βηρυτός μ’ αυτά.
Μιαν άλλη μέρα θα τα μελετήσω.
Σήμερα δεν μπορώ γιατ’ είμαι κάπως ταραγμένος.

Απ’ τον Λιβάνιο πιο ελληνομαθής είναι βεβαίως.
Όμως καλύτερος κι απ’ τον Μελέαγρο; Δεν πιστεύω.

A, Μέβη, τι Λιβάνιος! και τι βιβλία!
και τι μικρότητες!..... Μέβη, ήμουν χθες—
η τύχη το ’φερε— κάτω απ’ του Συμεών τον στύλο.

Χώθηκα ανάμεσα στους Χριστιανούς
που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν,
και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Χριστιανός
την ψυχική γαλήνη των δεν είχα—
κ’ έτρεμα ολόκληρος και υπόφερνα·
κ’ έφριττα, και ταράττομουν, και παθαινόμουν.

A μη χαμογελάς· τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου—
χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια επάνω σ’ έναν στύλο ζει και μαρτυρεί.
Πριν γεννηθούμ’ εμείς —εγώ είμαι είκοσι εννιά ετών,
εσύ θαρρώ είσαι νεότερός μου—
πριν γεννηθούμ’ εμείς, φαντάσου το,
ανέβηκεν ο Συμεών στον στύλο
κ’ έκτοτε μένει αυτού εμπρός εις τον Θεό.

Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.—
Πλην τούτο, Μέβη, κάλλιο να το πεις
που ό,τι κι αν λεν οι άλλοι σοφισταί,
εγώ τον παραδέχομαι τον Λάμονα
για πρώτο της Συρίας ποιητή.

Συμεών: ο Άγιος Συμεών «Στυλίτης» ο Πρεσβύτερος (π. 389-459) γεννήθηκε στα σύνορα Συρίας και Κιλικίας και πέθανε κοντά στην Αντιόχεια. Έφηβος (π. 405) επήγε στην Αντιόχεια, όπου εμόνασε στα περίχωρα. Η άκρα εγκράτειά του έγινε αμφισβητούμενο αντικείμενο μιμήσεως. Περί το 415 έκτισε έναν στύλο, αρχικώς χαμηλόν, του οποίου το ύψος βαθμηδόν έφθασε τα 16 μέτρα. Εκεί επέρασε την υπόλοιπη ζωή του αφιερωμένος στην προσευχή και στο θείο κήρυγμα. Ο πρωτότυπος αυτός τρόπος αποχής από τα κοσμικά, προκάλεσε συνεχή ροή παντοδαπών προσκυνητών και έγινε παράδειγμα προς μίμηση.

Το ποίημα Συμεών συντέθηκε το 1917, ουσιώδης, ωστόσο, ένδειξη για την πρώιμη προετοιμασία του Καβάφη για το ποίημα αποτελεί το εξής σχόλιό του (γραμμένο περίπου 1896-1899) σε όσα γράφει ο Gibbon για τον Συμεών (πρωτοδημοσιεύτηκε το 1963 στο Περίδης, Πεζά, 70-74):

«This great, this wonderful saint is surely an object to be singled out in ecclesiastical history for admiration and study. He had been, perhaps, the only man who has dared to be really alone.
There is no exaggeration in the words “Simeon was repeatedly saved from pious suicide”. To make the sense clearer the word unintentional should be added. St. Blasius once saved Simeon when he was on the point of expiring from suffering.
The height of the column is correctly given by Gibbon. There is an extant passage of Evagrius in which it is stated that Simeon Stylites built a small house, or rather a small room on the top of the column. But a modern German savant, Gregorovius, is of opinion that Simeon must have used the room only during the first years till he got used to the vertiginous height, and must afterwards have pulled it down.
The glory of Simeon filled and astounded the earth. Innumerable pilgrims crowded round his column. People came from the farthest West and from the farthest East, from Britain and from India, to gaze at the unique sight – on this candle of faith (such is the magnificent language of the historian Theodoret) set up and lit on o lofty chandelier.
I have met with only one poem on Simeon Stylites, but it is in no way worthy of the subject.
The poem of Tennyson, though it contains some well-made verses, fails in tone. Its great defect lies in its form of a monologue. The complaints of Simeon, his eagerness for the “meed of saints, the white robe and the palm”, his dubious humility, his latent vanity, are not objectionable in themselves and maybe were necessary to the poem, but they have been handled in a common, almost vulgar manner. It was a very difficult task -a task reserved perhaps, for some mighty king of art- to find fitting language for so great a saint, so wonderful a man.»

Λιβάνιος: Ελληνοσύρος ρήτωρ (314-393), που δίδαξε ρητορική στον Ιουλιανό και στους μετέπειτα Ιεράρχες Βασίλειο και Ιωάννη Χρυσόστομο.

Μελέαγρος: Ελληνοσύρος ελάσσων ποιητής ελεγειακών συνθέσεων με αντικείμενο τον έρωτα και τον θάνατο, και συμπιλητής ανθολογίας επιγραμμάτων με τίτλο Στέφανος. Άκμασε περί το 100 π.Χ.

Μέβης: πιθανότατα φανταστικό πρόσωπο, όπως και ο ανώνυμος ομιλητής του δραματικού μονολόγου. Ο Καβάφης χρησιμοποίησε το ίδιο όνομα και στο ποίημα «Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας» (1926), αλλά για άσχετο πρόσωπο.

Λάμων: ο ποιητής Λάμων, που αποτελεί το έναυσμα του μονολόγου, είναι πιθανότατα φανταστικό πρόσωπο. Ο στ. 28 δείχνει πως ο Καβάφης είχε κατά νου την παροιμιακή φράση: «Εν τυφλών πόλει (γ)λάμων [= ο τσιμπλιάρης] βασιλεύει».
[Γ. Π. Σαββίδης, Φιλολογική επιμέλεια Κρυμμένων Ποιημάτων του Κ. Καβάφη]

Τα ξέρω, ναι, τα νέα ποιήματά του∙
ενθουσιάσθηκεν η Βηρυτός μ’ αυτά.
Μιαν άλλη μέρα θα τα μελετήσω.
Σήμερα δεν μπορώ γιατ’ είμαι κάπως ταραγμένος.

Το ποίημα του Καβάφη, που έχει τη μορφή δραματικού μονολόγου, ξεκινά με αφορμή τα νέα ποιήματα του Λάμονα, για τα οποία το ποιητικό υποκείμενο, σαν να απαντά σε κάποια σχετική αναφορά του φίλου του Μέβη, σχολιάζει πως τα έχει σαφώς υπόψη του (το ότι πρόκειται για ποιήματα του Λάμονα γίνεται πάντως αντιληπτό μόλις στην καταληκτική στροφή).
Το ποιητικό υποκείμενο, αν και δηλώνει πως γνωρίζει τα νέα αυτά ποιήματα, τονίζει εντούτοις πως δεν είναι προς το παρόν διατεθειμένος να τα μελετήσει προσεκτικά, κι ιδίως σήμερα δεν μπορεί, γιατί, όπως αναφέρει, είναι κάπως ταραγμένος.

Απ’ τον Λιβάνιο πιο ελληνομαθής είναι βεβαίως.
Όμως καλύτερος κι απ’ τον Μελέαγρο; Δεν πιστεύω.

Τα λόγια αυτά που θα ταίριαζαν περισσότερο στον Μέβη, αλλά κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από κάποια τυπογραφική ένδειξη, αποτελούν μια πρόχειρη αποτίμηση του ποιητικού υποκειμένου για τον Λάμονα, το περιεχόμενο της οποίας θα αναιρεθεί ωστόσο στη συνέχεια.
Ο ήρωας, ταραγμένος όπως είναι, παρασύρεται για λίγο ν’ ασχοληθεί με το θέμα του Λάμονα, έστω κι αν η σκέψη του είναι προφανώς αλλού. Σχολιάζει, έτσι, πως σαφώς ο Λάμονας είναι πιο ελληνομαθής από τον Λιβάνιο, αλλά δεν είναι σίγουρος πως θα τον χαρακτήριζε καλύτερο κι απ’ τον Μελέαγρο.
Το γιατί η αξιολογική κατάταξη του -μη υπαρκτού- Λάμονα έχει σημασία θα φανεί στο τέλος του ποιήματος.

A, Μέβη, τι Λιβάνιος! και τι βιβλία!
και τι μικρότητες!..... Μέβη, ήμουν χθες—
η τύχη το ’φερε— κάτω απ’ του Συμεών τον στύλο.

Ο ήρωας πολύ γρήγορα όμως απορρίπτει αυτό το θέμα συζήτησης, αγανακτώντας με τον εαυτό του που παρασύρθηκε. Με μια αποστροφή στον φίλο του τον Μέβη, του δηλώνει πως τόσο ο Λιβάνιος και τα βιβλία, όσο και γενικότερα οι μικρότητες του λογοτεχνικού κόσμου για το ποιος είναι καλύτερος, είναι θέματα που δεν αξίζουν την προσοχή του.
Με τα αποσιωπητικά υποδηλώνεται πως ο ήρωας κάνει μια μικρή παύση, κι αμέσως μετά αποκαλύπτει στον Μέβη το λόγο της αναστάτωσής του. Χθες, τυχαία, βρέθηκε κάτω από τον στύλο του Συμεών, γεγονός που του προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό για τον απόλυτο ασκητισμό του. Προσέχουμε τη φράση «η τύχη το ‘φερε» που δηλώνει πως ο ανώνυμος ήρωας δεν ανήκει σ’ εκείνους τους πιστούς που συνέρρεαν για να τιμήσουν τον Συμεών, αφού, όπως θα τονίσει στη συνέχεια, ο ίδιος δεν είναι Χριστιανός.

Χώθηκα ανάμεσα στους Χριστιανούς
που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν,
και προσκυνούσαν∙ πλην μη όντας Χριστιανός
την ψυχική γαλήνη των δεν είχα—
κ’ έτρεμα ολόκληρος και υπόφερνα∙
κ’ έφριττα, και ταράττομουν, και παθαινόμουν.

Η εντύπωση που προκαλεί το θέαμα του ασκητή πάνω στον ψηλό στύλο είναι εκπληκτική. Ο ανώνυμος ήρωας, που έχει χωθεί ανάμεσα στους Χριστιανούς για να δει από κοντά αυτή την πρωτόφαντη αποφασιστικότητα αποχής από τα εγκόσμια, συγκλονίζεται. Τρέμει ολόκληρος και υποφέρει, μη μπορώντας να διανοηθεί το πώς θα μπορούσε ποτέ ένας άνθρωπος να ζήσει για ένα τόσο μεγάλο διάστημα σε πλήρη απομόνωση και με πλήρη στέρηση κάθε πιθανής άνεσης. Του είναι αδύνατο να αντιληφθεί το γιατί κάποιος θα υπέβαλε τον εαυτό του σε αυτή την απόλυτη κακουχία, γι’ αυτό και φρίττει και ταράζεται. Σε αντίθεση με τους Χριστιανούς που κατανοούν τη βαθιά ανάγκη αφοσίωσης στον Θεό που εύλογα ωθεί έναν πιστό στο ν’ απαρνηθεί κάθε εγκόσμια ευκολία ή απόλαυση, εκείνος που προφανώς έχει ταυτίσει τη ζωή με την επιδίωξη της ευδαιμονίας, βιώνει έντονη ψυχική αναστάτωση από το θέαμα του μοναχού. Έτσι, την ίδια στιγμή που οι Χριστιανοί προσκυνούν τον Συμεών και προσεύχονται σιωπηλοί, αντλώντας από το παράδειγμά του την ευλογία της ψυχικής γαλήνης, ο ήρωας υποφέρει, αφού βρίσκεται μπροστά σ’ έναν τρόπο σκέψης και μια αντίληψη τελείως διαφορετική από τη δική του.
Ο ανώνυμος ήρωας, που είναι συγκαιρινός του Συμεών, δηλώνει πως δεν είναι Χριστιανός, δικαιολογώντας έτσι την αδυναμία του να κατανοήσει την απόφαση του ασκητή να υποβληθεί σε μια τόσο μαρτυρική αποχώρηση από τα εγκόσμια. Προσέχουμε, ωστόσο, πως παρά τον εμφανή μηχανισμό αποστασιοποίησης, πίσω από τον ανώνυμο ήρωα κινείται ο ίδιος ο Καβάφης. Ο ποιητής, αν και τυπικά Χριστιανός, δεν εντάσσει τον εαυτό του στους πιστούς και διατηρεί σταθερά αποστάσεις από τη χριστιανική θρησκεία που με τον υπερβολικό συντηρητισμό της τον απωθεί. Ο θαυμασμός, ωστόσο, για τον Συμεών, που εκφράζεται από τον ανώνυμο ήρωα, είναι ο ειλικρινής θαυμασμός του ίδιου του ποιητή που εντυπωσιάζεται από την εκπληκτική αφοσίωσή του στον Θεό.

A μη χαμογελάς∙ τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου—
χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια επάνω σ’ έναν στύλο ζει και μαρτυρεί.
Πριν γεννηθούμ’ εμείς —εγώ είμαι είκοσι εννιά ετών,
εσύ θαρρώ είσαι νεότερός μου—
πριν γεννηθούμ’ εμείς, φαντάσου το,
ανέβηκεν ο Συμεών στον στύλο
κ’ έκτοτε μένει αυτού εμπρός εις τον Θεό.

Οι δηλώσεις του ήρωα για το πόσο βαθιά ταράχτηκε από το θέαμα του Συμεών προκαλούν την αντίδραση του Μέβη που τον κοιτάζει πλέον χαμογελώντας -πιθανώς- ειρωνικά. Ο ήρωας νιώθει έτσι την ανάγκη να δώσει επιπλέον εξηγήσεις για το βαθμό της αναστάτωσής του, ζητώντας από τον φίλο του να σκεφτεί πως ο ασκητής αυτός έχει περάσει 35 χρόνια πάνω σ’ έναν στύλο∙ 35 χρόνια, -αναφέρει κατά τρόπο εμφατικό- χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα ο άνθρωπος αυτός ζει πάνω σ’ έναν στύλο και μαρτυρεί για τη θρησκεία και τον Θεό του. Προκειμένου, μάλιστα, να δώσει στον Μέβη να καταλάβει ακόμη καλύτερα πόσο μεγάλο είναι αυτό το χρονικό διάστημα, του τονίζει πως κανένας από τους δύο δεν έχει ζήσει τόσο καιρό. Ο ήρωας του ποιήματος είναι 29 ετών, ενώ ο Μέβης είναι μάλλον λίγο νεότερος.
«Φαντάσου το», παροτρύνει ο ήρωας τον Μέβη∙ ο Συμεών ανέβηκε σ’ αυτό τον στύλο προτού οι δυο μας γεννηθούμε κι έκτοτε βρίσκεται συνεχώς εκεί, 35 χρόνια τώρα, μπροστά στον Θεό του∙ στερούμενος τα πάντα για χάρη του Θεού του∙ ταλαιπωρώντας μέχρις εσχάτων τον εαυτό του για χάρη του Θεού του. Μια αφοσίωση που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα, κι η οποία δεν μπορεί παρά να πηγάζει από μια βαθιά και ακλόνητη πίστη. Μια αφοσίωση που κάνει πολλές πράξεις και συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων να χάνουν την αξία τους και να μοιάζουν ανούσιες, αφού σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το ψυχικό και σωματικό σθένος του Συμεών.
Ας σημειωθεί ότι η αναφορά στα 35 χρόνια παρουσίας του Συμεών πάνω στον στύλο τοποθετεί τον μονόλογο αυτό στα 350 μ.Χ.

Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.—
Πλην τούτο, Μέβη, κάλλιο να το πεις
που ό,τι κι αν λεν οι άλλοι σοφισταί,
εγώ τον παραδέχομαι τον Λάμονα
για πρώτο της Συρίας ποιητή.

Ο ανώνυμος ήρωας έχοντας δει τον Συμεών κι έχοντας αναλογιστεί το πόσο εξαιρετικά δύσκολο και απαιτητικό είναι αυτό που έχει υπομείνει για 35 χρόνια, μπαίνει σε μια διαδικασία έντονου προβληματισμού που τον κάνει να χάνει την ηρεμία του. Δυσκολεύεται να δουλέψει και ν’ ασχοληθεί με όσα συνήθως αποτελούν την καθημερινότητά του, δεν έχει «κεφάλι για δουλειά», όπως χαρακτηριστικά λέει στον φίλο του Μέβη.
Δέχεται, ωστόσο, να κάνει ένα σχόλιο για τον Λάμονα∙ ένα σχόλιο που τον φέρνει σε αντίθεση με τους άλλους σοφιστές, αφού ο ίδιος, παρά τις διαφωνίες εκείνων, θεωρεί πως ο Λάμονας είναι ο καλύτερος ποιητής της Συρίας.
Η παρατήρηση αυτή του ανώνυμου ήρωα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προκρίνοντας τον Λάμονα -έναν μη υπαρκτό ποιητή- ως καλύτερο της Συρίας, γίνεται φανερή η διάθεση του Καβάφη να δείξει πως κάποιες φορές οι ποιητές, ακόμη και οι καλύτεροι από αυτούς, αδυνατούν να αποδώσουν το μεγαλείο ορισμένων ανθρώπων και το εκπληκτικό ορισμένων καταστάσεων. Η ψυχική δύναμη του Συμεών, για παράδειγμα, που του επιτρέπει να ζει επί 35 χρόνια πάνω σ’ έναν στύλο, είναι κάτι που πολύ δύσκολα θα μπορούσε ένας ποιητής να το καταγράψει και να το τιμήσει επάξια με τους στίχους του.
Ο προβληματισμός του ανώνυμου ήρωα είναι προβληματισμός και του ίδιου του Καβάφη, ο οποίος έχοντας διαβάσει το ποίημα του Άλφρεντ Τέννυσον για τον Συμεών (St Simeon Stylites by Alfred Tennyson, 1842) κι έχοντας απογοητευτεί από αυτό, βρίσκει τον εαυτό του να πιστεύει πως υπάρχουν τελικά καταστάσεις που ξεπερνούν τις δυνατότητες των ποιητών. Κανένας ποιητής δεν κατόρθωσε να υμνήσει όπως του άξιζε τον Συμεών∙ κανένας ποιητής δεν μπόρεσε να δημιουργήσει με τον λόγο του ένα έργο που να αποδίδει με τρόπο επάξιο το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου που απαρνήθηκε τα πάντα για χάρη του Θεού για 35 ολόκληρα χρόνια. Έτσι, καταλήγει να επικρίνει εμμέσως τους ομοτέχνους του με τρόπο ιδιαίτερα καυστικό, αφού σε μια ομάδα τυφλών ο (γ)λάμων, ο τσιμπλιάρης, είναι λογικό να βασιλεύει. Προκρίνει, δηλαδή, τον ανύπαρκτο Λάμονα, αφού κανείς απ’ όσους έχουν παρουσιάσει έργο δεν έχει το αναγκαίο ταλέντο για να θεωρηθεί άξιος και ικανός∙ σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την εκπληκτική περίπτωση του Συμεών.  

Κωνσταντίνος Καβάφης «Στρατηγού Θάνατος»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
English School

Κωνσταντίνος Καβάφης «Στρατηγού Θάνατος»

Το χέρι του ο θάνατος απλώνει
κ’ ενός ενδόξου στρατηγού το μέτωπον αγγίζει.
Το βράδυ μια εφημερίς το νέον φανερώνει.
Το σπίτι του αρρώστου με πλήθος πολύ γεμίζει.

Εκείνον τον παρέλυσαν οι πόνοι
τα μέλη και την γλώσσα του. Το βλέμμα του γυρίζει
και ώρα πολλή σε πράγματα γνώριμα προσηλώνει.
Ατάραχος, τους παλαιούς ήρωας ενθυμίζει.

Απ’ έξω — τον εσκέπασε σιγή κι ακινησία.
Μέσα — τον σάπισεν ο φθόνος της ζωής, δειλία,
λέπρα ηδονική, μωρόν πείσμα, οργή, κακία.

Βαριά βογγά. — Ξεψύχησε.— Θρηνεί κάθε πολίτου
φωνή· «Την πολιτεία μας ερήμαξ’ η θανή του!
Aλίμονον η Αρετή απέθανε μαζί του!».

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης με την ιδιαίτερη ειρωνεία της γραφής του προσεγγίζει τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στη δημόσια εικόνα ενός προσώπου και την πραγματική του υπόσταση. Από τη μία τα χαρακτηριστικά εκείνα που θεωρείται πως αρμόζουν σ’ ένα πρόσωπο με βάση την κοινωνική και επαγγελματική του θέση, τα οποία συνθέτουν κατά κάποιο τρόπο ένα πρότυπο συμπεριφοράς που οφείλει να ακολουθεί, κι από την άλλη η αληθινή του φύση, που μένει, δικαίως ίσως, κρυφή, προκειμένου να μην αλλοιωθεί η εξιδανικευμένη και προβεβλημένη δημόσια εικόνα.

Το χέρι του ο θάνατος απλώνει
κ’ ενός ενδόξου στρατηγού το μέτωπον αγγίζει.
Το βράδυ μια εφημερίς το νέον φανερώνει.
Το σπίτι του αρρώστου με πλήθος πολύ γεμίζει.

Ο ποιητής συνθέτει σταδιακά το αφηγηματικό πλαίσιο του ποιήματος. Ένας ένδοξος στρατηγός είναι βαριά άρρωστος∙ ο θάνατος απλώνει ήδη το χέρι του και αγγίζει το μέτωπο του μεγάλου ανδρός. Το νέο δημοσιοποιείται από μια εφημερίδα και πλήθος κόσμου σπεύδει στο σπίτι του στρατηγού, για να εκφράσει τη συμπαράστασή του.
Το γεγονός ότι το κεντρικό πρόσωπο του ποιήματος είναι ένας «ένδοξος» στρατηγός, δημιουργεί ήδη από την πρώτη αναφορά ορισμένες προσδοκίες σχετικά με τις ηθικές του ποιότητες και την προσωπικότητά του, κι αυτές επιχειρεί έμμεσα να τονίσει ο ποιητής με τις λέξεις και τις εικόνες εκείνες που αποπνέουν μια αίσθηση ηρωισμού. Η εισαγωγική κιόλας εικόνα με τον θάνατο που απλώνει το χέρι του στο μέτωπο του στρατηγού, φέρνει στη σκέψη μια ηρωική αναμέτρηση με τον Χάρο, όπως την ήθελε η παράδοση για τον Διγενή Ακρίτα.

Εκείνον τον παρέλυσαν οι πόνοι
τα μέλη και την γλώσσα του. Το βλέμμα του γυρίζει
και ώρα πολλή σε πράγματα γνώριμα προσηλώνει.
Ατάραχος, τους παλαιούς ήρωας ενθυμίζει.

Η εικόνα που παρουσιάζει ο ετοιμοθάνατος στρατηγός δημιουργεί δέος, αφού παρά τους έντονους πόνους που έχουν παραλύσει τελείως τα μέλη του σώματός του και τη γλώσσα του, στερώντας του πια την κίνηση και την ομιλία, εκείνος δεν αφήνει κανένα ίχνος οδύνης να φανεί. Υπομένει με στωικότητα το τελευταίο του μαρτύριο, κοιτάζοντας απλώς γύρω του και προσηλώνοντας για ώρα το βλέμμα του σε πράγματα που του είναι οικεία. Έτσι ατάραχος όπως είναι, παρά τους πόνους που αισθάνεται, θυμίζει τους παλιούς εκείνους ήρωες που το ψυχικό τους σθένος ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα.

Απ’ έξω — τον εσκέπασε σιγή κι ακινησία.
Μέσα — τον σάπισεν ο φθόνος της ζωής, δειλία,
λέπρα ηδονική, μωρόν πείσμα, οργή, κακία.

Η εξωτερική εικόνα του στρατηγού -αυτή που βλέπουν όσοι σπεύδουν να τον αποχαιρετήσουν- χαρακτηρίζεται από στωική σιωπή και ακινησία. Η εσωτερική του κατάσταση, όμως, είναι τελείως διαφορετική, καθώς μέσα του τον έχει σαπίσει η ζήλια της ζωής∙ τον έχει διαλύσει η επίγνωση πως πεθαίνει, ενώ εκείνος το μόνο που θα ήθελε είναι να συνεχίσει να ζει, όπως όλοι αυτοί γύρω του, που τον κοιτούν με θλίψη∙ τον έχει παραλύσει η δειλία για το τι πρόκειται να συμβεί∙ τον έχει εξαχρειώσει η αίσθηση της εσωτερικής του σήψης, προκαλώντας του ένα ανόητο πείσμα να αντισταθεί στο αναπόφευκτο, να παλέψει για τη ζωή που τόσο επιθυμεί. Μέσα του νιώθει απροσμέτρητη οργή γι’ αυτό που του συμβαίνει και βαθιά κακία απέναντι στους άλλους που θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν το δώρο της ζωής.
Ο ηρωισμός του στρατηγού, που τόσο επαινείται, δεν είναι παρά φανέρωμα της φιλοδοξίας του και της επιθυμίας του για εξουσία και αναγνώριση. Η επιλογή του να σταδιοδρομήσει στον στρατό συνδέεται περισσότερο απ’ όλα με τον εγωκεντρισμό και την απληστία του∙ με την ανάγκη του να έχει ελέγχει καθετί γύρω του. Ο ένδοξος στρατηγός δεν είναι ένας γνήσια ηρωικός άνθρωπος με αφιλοκερδές και ειλικρινές ενδιαφέρον για τους συνανθρώπους του και την πατρίδα του. Είναι ένας φαύλος άνθρωπος, άπληστος για δόξα και δύναμη∙ με ακόρεστη όρεξη για ζωή και τιμές. Ο ένδοξος στρατηγός είναι ένας κενόδοξος άνθρωπος, γεμάτος φθόνο και κακία, που έχει ωστόσο τη σύνεση να κρύβει καλά το πραγματικό ποιόν του.

Βαριά βογγά. — Ξεψύχησε.— Θρηνεί κάθε πολίτου
φωνή∙ «Την πολιτεία μας ερήμαξ’ η θανή του!
Aλίμονον η Αρετή απέθανε μαζί του!».

Ο ένδοξος στρατηγός ξεψυχά εντέλει, μ’ ένα τελευταίο βαρύ βογγητό, κι ο θάνατός του σκορπά το θρήνο σε όλους τους πολίτες. Οδύρονται κι εκφράζουν την απόγνωσή τους για τη μεγάλη αυτή απώλεια, σχολιάζοντας πως ο θάνατός του ρήμαξε την πολιτεία τους και πως μαζί μ’ εκείνον πέθανε -αλίμονο- και η Αρετή!
Οι πολίτες στο πρόσωπο του ένδοξου στρατηγού χάνουν ένα πρότυπο ηθικής κι έναν ηρωικό άνδρα που έθετε πάντα το καθήκον και το χρέος απέναντι στην πατρίδα πάνω απ’ τον εαυτό του. Χάνουν έναν άξιο μέλος της κοινωνίας τους κι ένα σύμβολο της ανδρείας και του ήθους.
Οι πολίτες, βέβαια, έχουν αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα για τον ένδοξο στρατηγό, καθώς αυτή είναι η εικόνα που εξυπηρετεί την ανάγκη της κοινωνίας να παρουσιάζει θετικά πρότυπα στα μέλη της∙ αυτή είναι η εικόνα που τους δημιουργεί την αίσθηση πως πάντοτε υπάρχουν εκείνοι οι ηθικά άμεμπτοι άνθρωποι που είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για το καλό της πατρίδας, χωρίς να υπολογίζουν τον εαυτό τους και τη ζωή τους.
Οι πολίτες έχουν αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα για τον ένδοξο στρατηγό, διότι η κοινωνία δεν αντέχει να αναγνωρίζει παντού και σε όλους την ίδια ελλιπή ανθρώπινη φύση με τα πολλαπλά της ελαττώματα και τον υπέρμετρο εγωισμό της.
Ενώ, κι ο ίδιος ο στρατηγός -όπως και κάθε άλλο πρόσωπο στη θέση εκείνου- φροντίζει να υιοθετήσει την περσόνα που του αποδίδουν και να υποδυθεί το ρόλο που του αναλογεί, αποκομίζοντας το επιπλέον όφελος των τιμών και του σεβασμού από τους πολίτες, έστω κι αν στην πραγματικότητα κάθε του πράξη και κάθε του επιδίωξη αποσκοπούσε στο προσωπικό του συμφέρον και μόνο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X