Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγανακτέω- ἀγανακτῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀγανακτέω- ἀγανακτῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «γανακτέω- γανακτ»
 
γανακτ = οργίζομαι, δυσανασχετώ
 
Ενεστώτας
Οριστική
γανακτ, γανακτες, γανακτε, γανακτομεν, γανακτετε, γανακτοσι(ν)
Υποτακτική
γανακτ, γανακτς, γανακτ, γανακτμεν, γανακττε, γανακτσι(ν)
Ευκτική
γανακτομι, γανακτος, γανακτογανακτοίην, γανακτοίης, γανακτοίη), γανακτομεν, γανακτοτε, γανακτοεν
Προστακτική
---, γανάκτει, γανακτείτω, ---, γανακτετε, γανακτούντων ή γανακτείτωσαν
Απαρέμφατο
γανακτεν
Μετοχή
γανακτν, γανακτοσα, γανακτον
 
Παρατατικός
Οριστική
γανάκτουν, γανάκτεις, γανάκτει, γανακτομεν, γανακτετε, γανάκτουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
γανακτήσω, γανακτήσεις, γανακτήσει, γανακτήσομεν, γανακτήσετε, γανακτήσουσι(ν)
Ευκτική
γανακτήσοιμι, γανακτήσοις, γανακτήσοι, γανακτήσοιμεν, γανακτήσοιτε, γανακτήσοιεν
Απαρέμφατο
γανακτήσειν
Μετοχή
γανακτήσων, γανακτήσουσα, γανακτσον
 
Αόριστος
Οριστική
γανάκτησα, γανάκτησας, γανάκτησε(ν), γανακτήσαμεν, γανακτήσατε, γανάκτησαν
Υποτακτική
γανακτήσω, γανακτήσς, γανακτήσ, γανακτήσωμεν, γανακτήσητε, γανακτήσωσι(ν)
Ευκτική
γανακτήσαιμι, γανακτήσαις ή γανακτήσειας, γανακτήσαι ή γανακτήσειε(ν), γανακτήσαιμεν, γανακτήσαιτε, γανακτήσαιεν ή γανακτήσειαν
Προστακτική
---, γανάκτησον, γανακτησάτω, ---, γανακτήσατε, γανακτησάντων (ή γανακτησάτωσαν)
Απαρέμφατο
γανακτσαι
Μετοχή
γανακτήσας, γανακτήσασα, γανακτσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
γανάκτηκα, γανάκτηκας, γανάκτηκε, γανακτήκαμεν, γανακτήκατε, γανακτήκασι(ν)
 
Υποτακτική
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός ς
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα μεν
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα τε
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα σι
 
Ευκτική
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός εην
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός εης
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός εη
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα εημεν (εμεν)
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα εητε (ετε)
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός σθι
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός στω
---
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα στε
γανακτηκότες- γανακτηκυαι- γανακτηκότα στων
 
Απαρέμφατο
γανακτηκέναι
Μετοχή
γανακτηκώς- γανακτηκυα- γανακτηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
γανακτήκειν, γανακτήκεις, γανακτήκει, γανακτήκεμεν, γανακτήκετε, γανακτήκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...